Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επι του δικαιώματος της Κωνσταντινούπολης να κρίνει Εκκλησιαστικές Εφέσεις.



      Με την πρόσφατη χορήγηση του τόμου αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία, μεταξύ άλλων, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης διακηρύσσει ότι έχει το δικαίωμά να κρίνει εφέσεις παγκοσμίως, από επισκόπους και κληρικούς οπουδήποτε ανά τον Ορθόδοξο κόσμο. Η κανονική βάση της πεποιθήσεως αυτής είναι οι κανόνες Θ΄ και ΙΟ΄  της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που έλαβε μέρος στην Χαλκηδόνα το 451. Ενώ η Κωνσταντινούπολη επιθυμεί να δώσει την εντύπωση ότι αυτό το δήθεν εκκλησιαστικό δικαίωμα είναι αδιαμφισβήτητο, η ιστορία μας δείχνει ότι οι
κανόνες αυτοί έχουν αντιμετωπίσει τόσο εκκλησιαστική και κανονική αντίσταση όσο και υποστήριξη. Στο μέγα του έργο, το Πηδάλιον, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (+1809) κατέγραψε μια μακρά υποσημείωση στον Κανόνα Θ΄ της εν Χαλκηδόνα Συνόδου, εξηγώντας τους ιστορικούς, αιτιολογικούς, και κανονικούς λογούς για τους οποίους η Κωνσταντινούπολη δεν έχει το δικαίωμα να ακούει εφέσεις από κληρικούς άλλων πατριαρχείων.


   Ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον, οὕτο διάφοροι γνῶμαι περιεκύκλωσαν τὸ μέρος τοῦ παρόντος κανόνος. Οἱ μὲν γὰρ ἡμέτεροι ἐναντιούμενοι εἰς τὴν τοῦ Πάπα ἀρχὴν, καὶ θέλοντες νὰ τιμήσουν τὸν Κωνσταντινουπόλεως, ἔκλιναν εἰς τὴν ὑπερβονήν. Ὅθεν ὁ Ἀγκύρας Μακάριος ἐξάρχους μὲν τῆς Διοικήσεως ἐννοεῖ τοῦς λοιποὺς Πατριάρχας, εἰς δὲ τὸν Κωνσταντινουπόλεως δίδει τὴν καθόλου Ἔκκλητον, καὶ τοῦτον θέλει νὰ ᾖναι ὁ πρῶτος καὶ ἀνώτερος κριτὴς ἐπάνω εἰς ὅλους τοὺς Πατριάρχας. Συνεκολούθησε δὲ τῷ Μακαρίῳ καὶ ἡ Ἀλεξιὰς ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ Νικόλαος ὁ Μεθώνες γράφων κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα, συνακολουθοῦσιν εἰς τοὺς ἡμετέρους καὶ στέργουσι νὰ ᾖναι πρῶτος ἐπὶ πάντων Κριτὴς ὁ Κωνσταντινουπόλεως, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ δείξουν, ὅτι, ἂν ὁ Κωνσταντινουπόλεως ᾖναι ἐπὶ πάντων Κριτὴς, ἐπειδὴ ὁ ‘Ρώμης εἶναι ὁ ἔσχατος καὶ κοινὸς ἐπάνω εἰς ὅλους τοὺς Πατριάρχας Κριτὴς, καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ εἰς ἀυτὸν ἀνάγεται τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς οἰκουμένης ἡ ἤκκλητος. Οἱ παπισταὶ δὲ οὗτοι εἶναι ὁ ἀποστάτης Βησσαρίων, Βινίος, καὶ καὶ Βελλαρμῖνος. Νικόλαος δὲ πάλιν ὁ Πάπας, γράφων κατὰ τοῦ Φωτίου, πρὸς Μιχαὴλ τὸν Αὐτοκράτορα, ἔξαρχον μὲν τῆς Διοικήσεως θέλει νὰ ἐννοεῖται ἀντὶ διοικήσεων πληθυντικῶς, καθώς, φησι καὶ ἡ θεία γραφὴ πολλάκις μεταχειρίζεται τὸ ἐνικὸν ἀντὶ πληθυντικοῦ, ὡς τὸ, πηγὴ δὲ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς γῆς, ἀντὶ τοῦ πηγαὶ δὲ ἀνέωαινον ἐκ τῆς γῆς. Καὶ ὅτι ὁ Κανὼν λέγει εἰς τὸν ἔξαρχον τῆς Διοικήσεως, δηλ. τὸν ‘Ρώμης, πρῶτον καὶ κθρίως νὰ κρίνεται ὁ μὲ τὸν Μητροπολίτην τὴν κρίσιν ἔχων, κατὰ δὲ συγχώρησιν καὶ δεύτερον λόγον, νὰ κρίνεται εἰς τὸν Κωνσταντινουπόλεως.
   Ὅλοι ὅμως οὕτοι μυκρὰν τῆς ἀληθείας ἀπεπλανήθησαν. Ὅτι μὲν γὰρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τὰς Διοικήσεις καὶ ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτὸν ἐδόθη ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου ἐκκλησίᾳ (ἥτις ἐστὶν ἀγωγὴ ἀπὸ οἱουδήποτε δικαστηρίου ἐφ’ ἔτερον μεῖζον δικαστήριον, κατὰ τὸ θ’. βιβλ. τῶν Βασιλικ. τίτλ. ά.) δῆλόν ἐστι ἀ. διατί ἐν τῇ δ’. πράξει τῆς ἐν Χαλκηδόνι, ταύτης Συνόδου ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλεως ἐνεργήσας ὑπερόρια, καὶ λαβὼν τὴν Τύρον ἀπὸ τὸν Ἐπισκοπόν της Φώτιον, καὶ δοὺς αὐτὴν εἰς τὸν Βηρυτοῦ Εὐσεβίον, καὶ καθελὼν καὶ ἀφορίας τὸν Φώτιον, ἐμέμφθη καὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν Σύνοδον δία τοῦτο. Καὶ ἀκγαλὰ ἐπροφασίσθη πολλὰ, μὲ ὅλλον τοῦτο ὅσα ἐκεῖ ἐνήργησεν, ἀκυρώθησαν ὑπο τῆς Συνόδου καὶ ὁ Φώτιος ἐδικαιώθη, καὶ τὰς ἐπισκοπὰς τῆς Τύρου ἔλαβε. Διὸ καὶ ὁ Ἐφέσου Ἰσαὰκ ἔλεγεν εἰς Μιχαὴλ τὸν πρῶτον τῶν Παλαιολόγων, ὁτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἐκτείνει τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (κατὰ τὸν Παχυμέρην βιβλ. ς’. κεφ. ά.)
    β΄. ὅτι οἱ πολιτικοὶ καὶ βασιλικοὶ νόμοι δὲν προσδιορίζουσιν ὅτι ἡ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως μόνον κρίσις καὶ ἀπόφασις δὲν δέχεται ἔκκλητον, ἀλλ’ ἀορίστως ἑκάστου Πατριάρχου καὶ καὶ τῶν Πατριαρχῶν πληθυντικῶς. Λέγει γὰρ ὁ Ἰουστινιανὸς νεαρᾷ ργκ’., ὁ Πατριάρχης τῆς Διοικήσεως ἐκεῖνα ὁριζέτω, ἄτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κανόσι καὶ τοῖς νόμοις συνᾀδει, οὐδενός μέρους κατὰ τῆς ψήρου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου. Καὶ ὁ σοφὸς Λέων ἐν τῷ ἀ. τίτλ. τῆς νομικῆς αὐτοῦ ἐπιτομῆς, λέγει τὸ τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκεται, οὐδὲ ἀναψηλαφᾶται ἀπὸ ἄλλον, ὡς ἀρχὴ ὄν τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Ἐξ αὐτοῦ γὰρ πάντα τὰ κριτήρια, καὶ εἰς αὐτὸ ἀναλύει. Καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς πάλιν βιβλ. γ΄. κεφ. β΄. τῆς συναγωγῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς. Ὁ ἁρμόδιος Πατριάρχης ἐξετάσει τὴν ψῆφον, μὴ δεδιὼς ἔκκλητον, καὶ βιβλ. ά. τίτλ. δ΄. τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαταγῆς. Οὐκ ἐκκαλοῦνται αἱ τῶν Πατριαρχῶν ψῆροι. Καὶ πάλιν βιβλ. ά. τίτλ. δ΄. κεφ. κθ΄. κατὰ τῶν ἀποφάσεων δὲ τῶν Πατριαρχῶν, ἐνομοθετήθη ἀπὸ τοὺς πρὸ ἡμῶν Βασιλεῖς νὰ μὴν γίνεται ἔκκλητος. Λοιπὸν ἀνίσως κατὰ τοὺς βασιλεῖς τούτους, οἵτινες συμφωνοῦσι μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας, αἱ ψῆροι τῶν Πατριαρχῶν πάντων δὲν δέχωνται ἔκκλητον, ἤτοι δὲν ἀναβιβάζονται εἰς ἄλλου Πατριάρχου κριτήριον, πῶς ὁ Κωονσταντινουπόλεως δύναται ταύτας νὰ ἀνακρίνῃ; καὶ ἄν ὁ παρὼν Κανὼν τῆς δ΄. ἀλλὰ καὶ ιζ΄. αὐτῆς, σκοπὸν εἶχε νὰ ἔχῃ ὁ Κονσταντινουπόλεως τὴν ἔκκλητον τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν, πῶς οἱ Βασιλεῖς ἤθελαν θεσπίσουν ἐκ διαμέτρον ὅλον τὸ ἐναντίον, εἰς καιρὸν ὁποῦ αύτοὶ ὲγίνωσκον ὅτι οἱ μὴ συμφωνοῦντες τοῖς κανόσι πολιτικοὶ νόμοι μένουσιν ἄκυροι;
     γ΄. ὅτι, ἄν δώσωμεν κατὰ τοὺς ἀνωτέρω Παπιστὰς ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως κρίνει τοὺς Πατριάρχας, καὶ ἀνακρίνει τὰς κρίσεις αὐτῶν, ἐπιδὴ ὁ κανὼν δὲν κάμνει ἐξαίρεσιν τίνος καὶ τίνος Πατριάρχου, ἄρα κρινεῖ ὁ αὐτὸς καὶ ἀνακρινεῖ καὶ τὸν ‘Ρώμης, καὶ οὕτος ἔσται ὁ Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρῶτος καὶ ἔσχατος καὶ κοινὸς κριτὴς πάντων τῶν Πατριαρχῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Πάπα. Καὶ λοιπὸν μὲ τὰς ἐπινοίας ὁπου αὐτοὶ ζητοῦσι νὰ συστήσουν τὸ μοναρχικὸν τοῦ ‘Ρωμῆς ἀξίωμα, μὲ αὐτὰς τὰς ἰδίας καταῤῥάσσουσιν αὐτὸ καὶ κατακρημνίζουσι·
    δ΄. ὅτι δὲν ἔχει ἄδειαν τινὰς, οὔτε Μητροπολίτης, οὔτε Πατριάρχης νὰ ὲνεργῆ τι εῖς τὰς ὑπερορίους ἐκκλησίας, εἰμὴ μόνον εἰς, τὰς ὑποκειμένας αὐτῷ, κατὰ τοὺς κανόνας τῶν Ἀποστόλων λδ΄. λέ. τῆς ά. ς΄. ζ΄. τῆς β΄. γ΄. ή. τῆς ς΄. κ΄. λς΄. λθ΄. τῆς Σαρδικ. γ΄. ιά. ιβ΄. καὶ τῆς Ἀντιοχ. θ΄. καὶ ἄλλους. Καὶ πῶς λοιπὸν ὁ παρὼν κανὼν, καὶ οἱ ἄλλοι ἤθελαν διατάξει τὸ ἐναντίον τούτων ἁπαντῶν;
    ε΄. ὅτι, ἄν ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἤθελε λάβει τὸ τοιοῦτον προνόμιον, πῶς οἱ Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως διαφερόμενοι πολλάκις μετὰ τῶν Παπὼν, δὲν εἶπαν ὅτι ἔχουσι τοιοῦτον, ἀλλὰ μόνον ὄτι τὰ ἴσα πρεσβεῖα; ἤ πῶς ἄλλος οὐδεὶς χριστιανὸς ἐν ταῖς τοιαύταις αὐτῶν διαφοραῖς εἶπε ποτὲ τὸν Κωνσταντινουπόλεως μείζονα τοῦ ‘Ρώμης; ζῇ λοιπὸν Κύριος ζῇ!
ἡ ἀληθὴς ἐξήγησις τοῦ Κανόνος εῖναι ἐτούτη. Ἔξαρχος τῆς Διοικήσεως, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα, δὲν εἶναι ὁ τῆς ἐπαρχίας Μητροπολίτης, (ἐπειδὴ ἡ Διοίκησις περιέχει πολλὰς ἐπαρχίας καὶ Μητροπόλεις.). Ἀλλ’ ὁ τῆς Διοικήσεως Μητροπολίτης. Οὔτε ὁ Πατριάρχης. Διότι ὅπερ λέγει ὁ ς΄. τῆς β’. οἰκουμενικῆς, ἐὰν δέ τις ἀτιμάσῃ πάντας τοὺς τῆς Διοικήσεως Ἐπισκόπους, ταὐτόν ἐστι μὲ τὸν ἔξαρχον Διοικήσεως, ὁποῦ λέγει ὁ παρών. Σύνοδος δὲ Διοικήσεως, καὶ ἔξαρχος Διοικήσεως, ἄλλην τάξιν ἔχουσιν, ἀπὸ ἐκείνην ὁποῦ ἔχει ὁ κάθε Πατριάρχης μετὰ τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ Ἐπισκόπων. Ἔξαρχος λοιπὸν τῆς Διοικήσεως εἶναι ὁ τῃς Διοικήσεως Μητροπολίτης, ὁ προνόμιόν τι ἔχων ὑπὲρ τοὺς ἄλλους τῆς αὐτῆς Διοικήσεως Μητροπολίτης. Τοῦτο δὲ τὸ τῶν ἐχάρχων προνόμιον σήμερον οὐκ ἐνεργεῖ. Εἰ γὰρ καὶ λέγονταί τινες Μητροπολίται ἔξαρχοι. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ὑποκειμένους αὐτοῖς καὶ τοὺς ἐν ταῖς διοικήσεσι Μητροπολίτας. Φαίνεται λοιπὸν, κατὰ τὸν ἴδιον Βαλσαμῶνα, ὅτι ἄλλοι τινὲς νὰ ἦτον κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους οἱ ἔξαρχοι τῶν διοικήσεων, τῶν ὁποίων (ἐξ ὧν ἦτον, κατὰ τὸν Ζωναρᾶν, ὁ Καισαρείας Καππαδοκίας. Ὁ Ἐφέσου. Ὁ Θεσσαλονίκης. Καὶ ὁ Κορίνθου. Οἵτινες καὶ ἐφόρουν πολυσταύρια εἰς τὰς ἐκκλησίας τῶν. Τὰ δὲ πολυσταύρια ἧτον φαινόλια διὰ πολλῶν σταυρῶν κατεστιγμένα ὡς λέγει ὁ Βαλσαμῶ σελ. 447. τῆς Γιοῦρ. Γραικορ.)· τὸ προνόμιον ὅμως αὐτὸ ἠπράκτησεν, ἢ εὐθὺς, ἣ ὀλίγον ὕστερον ἀπὸ τὴν δ΄. ταύτην Σύνοδον. Δι’ ὁ καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς ἐν οἶς περὶ διαφορῶν τῶν κληρικῶν λέγει, οὐδόλως ἀναφέρει αὐτοὺς, καὶ τοι τὰ ἄλλα δικαστήρια τῶν Κληρικῶν ἀριθμῶν.
    Λέγει λοιπὸν ὁ κανὼν, ὅτι ἀνίσως Ἐπίσκοπος, ἢ κληρικὸς διαφέρεται μὲ τὸν Μιτροπολίτην τῆς ἐπαρχίας. Ἅς καταλαμβάνῃ ἤ τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως. Ὅπερ ταὐτόν ἐστιν, ὅτι οἱ ὑποκείμενοι κληρικοὶ καὶ Μητροπολίται τῷ θρώνῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἅς κριθοῦν, ἤ εἰς τὸν ἔξαρχον τῆς Διοικήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὐρίσκονται, ἤ εἰς τὸν Κωνσταντινουπόλεως, ὡς εἰς ἴδιον Πατριάρχην. Δὲν εἴπεν ὅτι, ὅποιος κληρικὸς διαφέρεται πρὸς ἀλλοτρίας διοικήσεως Μητροπολίτην, ἢ Μητροπολίτης πρὸς Μητροπολίτην τῆς ὁποιαςδήποτε διοικήσεως καὶ ἐνορίας διοικήσεως καὶ ἐνορίας ἅς κρίνωνται πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ’ οὐ δὲ εἴπε, πρῶτον ἅς καταλαμβάνῃ τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν Κωνσταντινουπόλεως, καθὼς ἀνωτέρω ἀλλοιοῖ καὶ παρεξηγεῖ τὸν κανόνα ὁ Πάπας Νικόλαος, ἀλλ’ ἀφῆκεν εἰς τῶν κρινομένων τὴν βούλησιν, ἐξίσου νὰ πηγαίνουν, ἢ εἰς τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ εἰς τὸν ἔνα, ἢ εἰς τὸν ἄλλον. Διὸ καὶ ὁ Ζωναρᾶς, οὐ πάντων, λέγει, τῶν Μητροπολιτῶν, πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθεῖται δικαστὴς, ἀλλὰ τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ (ἐρμηνείᾳ τοῦ ιζ΄. τῆς παρούσῆς δ΄.) καὶ ἐν τῇ ἐρμεηνίᾳ τοῦ ἐ. τῆς Σαρδικῆς ὁ αὐτος λέγει «μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἔχει ὁ Κονσταντινουπόλεως τὰς ἐκκλήτους. Ὥσπερ καὶ μόνον τῶν ὑποκειμένων τῇ Ῥώμης, ἔχει ὁ Ῥώμης τὰς ἐκκλήτους». Ἤδε δὲ ἐπειδὴ ἡ Σύνοδος καὶ ὁ ἔξαρχος Διοικήσεως δὲν ἐνεργεῖ, ὁ Κωνσταντινουπόλεώς ἐστι Κριτὴς πρῶτος καὶ μόνος καὶ ἔσχατος τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ Μητροπολιτῶν, οὐ μὴν δὲ καὶ τῶν ὑποκειμένων τοῖς λοιποῖς Πατριάρχαις. Μόνη γὰρ ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος εἴναι ὁ ἔσχατος καὶ κοινότατος Κριτὴς πάντων τῶν Πατριαρχῶν, ὡς εἴπωμεν, καὶ ἄλλος οὐδείς. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ς΄. τῆς β΄. οἰκουμενικῆς, ἐν ᾖ περὶ διοικήσεως πλατύτερον εἴπομεν.
    Τῶν ἐξαρχων δὲ τούτων τῶν ὑπὸ τοῦ κανόνος ἀναφερομένων, παλαίποτε ταυσάντων, ὡς εἴπομεν, οἱ νῦν λεγόμενοι Ἔξαρχοι, οἱ εἰς τὰ ἔξω ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πεμπόμενοι, ἐκκλησιαστικῶν ὑπηρεσιῶν εἰσιν ὀνόματα.
    Αντιθέτως, γραφεί ο άγιος, μόνο μια Οικουμενική Σύνοδος μπορεί να κρίνει και να λάβει την τελική απόφαση σε τέτοιες περιπτώσεις. O Άγιος Νικόδημος παρατηρεί πως (τότε, όπως και τώρα), η πεποίθηση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης φαίνεται να βασίζεται στην ασυνήθιστη σχέση της με το Πατριαρχείο της Ρώμης: επίμαχη, αλλά και περιέργως μιμητική. Μεταξύ άλλων προβλημάτων, αυτή η συγκεκριμένη ανάγνωση και ερμηνεία του Θ΄ κανόνα έρχεται σε καθαρή αντίθεση με την γραπτή εκκλησιαστική νομοθεσία του Βυζαντίου από την εποχή του Ιουστινιανού (πάνω από έναν αιώνα μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο) που δηλώνει σαφώς ότι δεν υπάρχει δικαίωμα εφέσεως κατά την απόφαση ενός πατριάρχη. Αυτός ο νόμος θα ήταν άλογος και αδιανόητος εάν η εκκλησία τότε ακολουθούσε μια ερμηνεία του κανόνα που θα παραχωρούσε στην Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα να εκδικάζει εφέσεις κατά των άλλων πατριαρχών.
Η έννοια της λέξης «κανονικός/ή/ό» σε αυτό το άρθρο σημαίνει «κατά τους κανόνες της εκκλησίας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.