Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Περι μεταφράσεως Λειτουργικών κειμένων

ΛΟ­ΓΟΣ  ΠΕ­ΡΙ  ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΕ­ΩΝ  ΚΑΙ Ο­ΧΙ ΜΟ­ΝΟΝ

 

Πνευ­μα­τι­κὰ «ὀ­κνη­ροὶ» ἀρ­χι­ε­ρεῖς,
ἱ­ε­ρεῖς κι ἐκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι [1]

Γρa­φει ο Λαυ­ρeν­τι­ος Ντετ­ζι­oρ­τζι­ο

ὑ­πο­κρι­σί­α τῶν ὑ­περ­μά­χων τῆς με­τα­φρά­σε­ως τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας πε­ρίσ­σε­ψε πλέ­ον· ἔ­γι­νε θρά­σος καὶ οἴ­η­ση!­!! Ἀ­σχη­μο­νοῦν παν­τοι­ο­τρό­πως καὶ ἀ­πο­κα­λοῦν, κα­τὰ πε­ρί­στα­ση, τοὺς ὀρ­θο­δό­ξως φρο­νοῦν­τες ἀ­πὸ «φον­τα­μεν­τα­λι­στὲς» καὶ «τα­λιμ­πὰν» (χρή­ζον­τες ψυ­χι­α­τρι­κῆς μέ­ρι­μνας καὶ ἀ­γω­γῆς), σὲ «τρο­μο­κρά­τες» (ἁρ­μο­δι­ό­τη­τας τῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τῆς Ἀν­τι­τρο­μο­κρα­τι­κῆς), ἕ­ως «ἄ­τα­κτα παι­δι­ὰ» (ποὺ πρὸς φρο­νη­μα­τι­σμό τους ξυ­λο­κο­ποῦν­ται ἐν­τὸς τῶν ἱ­ε­ρῶν να­ῶν μας καὶ ἐν ὥ­ρᾳ θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἀ­πὸ «ἀ­γα­πό­φι­λους» ἱ­ε­ρεῖς καὶ «μει­λι­χί­ους» δε­σπο­τι­κοὺς μπρά­βους).
Ἡ Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος —κα­τό­πιν τῆς γε­νι­κῆς κα­τα­κραυ­γῆς ποὺ εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει— μὲ ἀ­πό­φα­σή της εἶ­χε ἀ­να­στεί­λει προ­σω­ρι­νὰ τὴ με­τα­φρα­στι­κὴ φό­ρα καὶ κα­τη­φό­ρα τῶν νε­ω­τε­ρι­στῶν, κυ­ρί­ως τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κτε­θει­μέ­νων μη­τρο­πο­λι­τῶν Δη­μη­τρι­ά­δος κ. Ἰ­γνα­τί­ου, Πρε­βέ­ζης κ. Με­λε­τί­ου καὶ Σιατίστης Παύλου. Ἄ­φη­νε ὡ­στό­σο ἀ­νοι­κτὸ τὸ θέ­μα, ὅ­τι θὰ δι­ε­ρευ­νη­θεῖ στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ εἰ­δι­κὲς ἐ­πι­τρο­πές, συμ­πό­σι­α, ἡ­με­ρί­δες καὶ συ­νέ­δρι­α. Τό­τε οἱ θε­σμι­κοὶ ἀν­τὶ-οἰ­κου­με­νι­στὲς ἀ­κρί­τως καὶ ἀ­δι­α­κρί­τως εἶ­χαν βι­α­στεῖ νὰ πα­νη­γυ­ρί­σουν καὶ νὰ ἐ­παι­νέ­σουν τὴν Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δο γι­ὰ τὴν ἀ­πό­φα­σή της. Μά­λι­στα ἐ­πέ­κρι­ναν ἐ­κεί­νους ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζαν ἔν­το­νες ἐ­πι­φυ­λά­ξεις γι­ὰ τὴν εἰ­λι­κρί­νει­α τῆς συ­νο­δι­κῆς ἀ­πο­φά­σε­ως, ἡ ὁποία δὲν ἔ­κλει­νε ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ θέ­μα ἀ­πορ­ρί­πτον­τας ρη­τῶς τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων ἀλ­λὰ τὸ ἄ­φη­νε ἐκ­κρε­μές.

Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας τὶς τό­τε ἐκ­φρα­σθεῖ­σες ἐ­πι­φυ­λά­ξεις, προ­σφά­τως συ­νῆλ­θε «ὑ­πὸ τὴν αἰ­γί­δα τοῦ Μακ. Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­θη­νῶν καὶ πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Ἱ­ε­ρω­νύ­μου[2]» «τὸ ΙΓ΄ Πα­νελ­λή­νι­ο Λει­τουρ­γι­κὸ Συμ­πό­σι­ο Στε­λε­χῶν Ἱ­ε­ρῶν Μη­τρο­πό­λε­ων, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ορ­γα­νώ­νει ἡ Ἱ­ε­ρὰ Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος» δι­ὰ τῆς Εἰ­δι­κῆς Συ­νο­δι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς Λει­τουρ­γι­κῆς Ἀ­να­γεν­νή­σε­ως[3], μὲ γε­νι­κὸ θέ­μα «Ὁ λει­τουρ­γι­κὸς λό­γος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας σή­με­ρα», δη­λα­δὴ τὴ με­τά­φρα­ση τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων, καὶ στὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­ρι­αρ­χοῦ­σαν ὡς δι­ορ­γα­νω­τὲς καὶ εἰ­ση­γη­τὲς οἱ νε­ω­τε­ρι­στές, προ­οι­ω­νί­ζον­τας καὶ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά του!­.­..[4] Ἄ­ρα τὸ θέ­μα τῶν με­τα­φρά­σε­ων προ­χω­ρεῖ, γι­α­τὶ ὅ­ταν συ­ζη­τεῖ­ται κά­τι «ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­το» ση­μαί­νει ὅ­τι κα­θί­στα­ται δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μο κι ἐ­πί­κειν­ται ἐ­ξε­λί­ξεις!­.­..
Ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦν καὶ κό­πτον­ται οἱ νε­ω­τε­ρι­στές, ὅ­τι μὲ τὶς με­τα­φρά­σεις καὶ μὲ τὴν «λει­τουρ­γι­κὴ ἀ­να­γέν­νη­ση» ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γι­ὰ τὴν προ­σέ­λευ­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων πι­στῶν στοὺς ἱ­ε­ροὺς να­οὺς καὶ τὴν προ­σέλ­κυ­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἀν­θρώ­πων στὴν Ἐκ­κλη­σί­α —τὴν ἐ­ξου­νι­τι­σμέ­νη καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη «ἐκ­κλη­σί­α» τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, τὴν Παν­θρη­σκεί­α, βε­βαί­ως!­!! Δὲν τὸ κρύ­βουν, ἄλ­λω­στε, ὅ­τι ἐ­πι­δι­ώ­κουν μέ­σα στοὺς ὀρ­θο­δό­ξους ἱ­ε­ροὺς να­ούς μας νὰ λα­τρεύ­ε­ται ὁ Ἀν­τί­χρι­στος ἀπὸ «μετα-πατερικῶς» μεταλλαγμένους πιστούς!­!!
***
Γι­ὰ ἐ­κεί­νους, ὡ­στό­σο, ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν τὴν πρω­τό­τυ­πη γλῶσ­σα τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων ὑ­πάρ­χουν λύ­σεις ἄ­ρι­στες γι­ὰ νὰ τὰ κα­τα­νο­ή­σουν· ἀλ­λὰ χρει­ά­ζε­ται καὶ κά­ποι­ον κό­πο νὰ κα­τα­βά­λουν οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ἱ­ε­ρεῖς κι ἐν­τε­ταλ­μέ­νοι ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες, χρει­ά­ζε­ται χρό­νος καὶ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ προ­σο­χὴ ποὺ πρέ­πει νὰ διαθέσουν οἱ ἐκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι πι­στοί, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας ἀμ­φό­τε­ροι τὴν πνευ­μα­τι­κὴ «ὀ­κνη­ρί­α» καὶ τὴν «πε­ρὶ πολ­λῶν» τύρ­βην[5], ὥ­στε νὰ ἀ­σχο­λη­θοῦν καὶ μὲ τὰ τῆς Πί­στε­ως:
  • Ὑ­πάρ­χει τὸ θεῖ­ον κή­ρυγ­μα, ποὺ πρέ­πει ἀ­νελ­λει­πῶς νὰ γί­νε­ται ἐν­τὸς τοῦ ἱ­ε­ροῦ να­οῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξη­γεῖ κι ἐ­κλα­ϊ­κεύ­ει τὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να καὶ τὸ μή­νυ­μά τους.
  • Ὑ­πάρ­χουν οἱ κύ­κλοι με­λέ­της τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ ἄλ­λες συ­νά­ξεις, ὅ­που πρέ­πει νὰ ἑρ­μη­νεύ­ον­ται καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται τὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να.
  • Ὑ­πάρ­χουν οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ οἱ γέ­ρον­τες, ποὺ μπο­ροῦν καὶ πρέ­πει νὰ δι­δά­σκουν, νὰ ἑρ­μη­νεύ­ουν καὶ νὰ ἐ­ξη­γοῦν τὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να, καὶ ὄ­χι μό­νον αὐ­τά· νὰ ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α καὶ νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὴ με­λέ­τη τῶν πνευ­μα­τι­κῶν τους τέ­κνων.
  • Ὑ­πάρ­χει ἡ κα­τή­χη­ση, ποὺ πρέ­πει νὰ εὐ­αγ­γε­λί­ζει τὰ παι­δι­ὰ καὶ τοὺς νε­ο­φω­τί­στους καὶ συ­νε­χῶς νὰ ἐ­πα­νευ­αγ­γε­λί­ζει τοὺς ἐ­νη­λί­κους!­.­..
  • Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης πά­ρα πολ­λὲς με­τα­φρά­σεις ὅ­λων τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων σὲ κυ­κλο­φο­ροῦν­τα βι­βλί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ νὰ προ­μη­θευ­τεῖ ὁ ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νος πι­στὸς, καὶ μὲ τὴ με­λέ­τη τους νὰ «κα­τα­νο­ή­σει» τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων —εἴ­τε πρὶν εἴ­τε με­τὰ τὴν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἢ ἄλ­λη λα­τρευ­τι­κὴ σύ­να­ξη εἴ­τε σὲ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο.
  • Ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὲς δυ­να­τό­τη­τες γι­ὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σει, ἐ­κεῖ­νος ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖ, τὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να: χω­ρὶς νὰ πει­ραχ­τεῖ ἡ ὀρ­θό­δο­ξη λα­τρευ­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει ἡ θεί­α λα­τρεί­α τὴν θε­ο­λο­γι­κὴ ἀ­κρί­βει­ά της, χω­ρὶς νὰ χά­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ αἰ­σθη­τι­κή της καὶ χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­βά­λει τὴν κα­τα­νυ­κτι­κὴ δι­ά­στα­σή της —τὴν μό­νη ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν ὑ­περ­βα­τι­κή, στὴν ὄν­τως κα­τα­νό­η­ση.
  • Ἀλ­λὰ γι­ὰ νὰ συμ­βεῖ αὐ­τὸ χρει­ά­ζε­ται τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πνευ­μα­τι­κὴ προ­αί­ρε­ση, ὁ πό­θος τοῦ πι­στοῦ νὰ κα­τα­νο­ή­σει, νὰ κα­τα­νυχ­τεῖ στὴ θεί­α Λα­τρεί­α, ὅ­που τε­λοῦν­ται τὰ ἱ­ε­ρὰ Μυ­στή­ρι­α, ὥ­στε νὰ λει­τουρ­γή­σει ἡ φώ­τι­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τὸ ἔ­λε­ος καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὑ­πέρ­βα­ση· γι­α­τὶ ἄ­νευ τού­των καμ­μί­α με­τά­φρα­ση καὶ οὐ­δε­μί­α δι­δα­χὴ μπο­ροῦν νὰ μᾶς προ­σφέ­ρουν τὴν —αἱ­ρε­τι­κῇ ἀ­δεί­ᾳ— «κα­τα­νό­η­ση» τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων!­.­..
  • Δὲν πρέ­πει ἄλ­λω­στε νὰ μᾶς δι­α­φεύ­γει τὸ γε­γο­νός, ὅ­τι ἡ «κα­τα­νό­η­ση» ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸν ἐλ­λο­χεύ­ον­τα κίν­δυ­νο τῆς αἱ­ρέ­σε­ως. Γι’ αὐ­τὸ οἱ ἅ­γι­οι καὶ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­σχο­λή­θη­καν τό­σο ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ θε­ο­πνεύ­στως μὲ τὴ δι­δα­σκα­λί­α, ἑρ­μη­νεί­α κι ἐ­ξή­γη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν κει­μέ­νων χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν ἢ νὰ προ­βοῦν στὴν αὐ­το­τε­λῆ καὶ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὴ με­τά­φρα­σή τους. Καὶ μό­νον ὅ­ταν ὁ Κύ­ρι­ος θέ­λη­σε, οἰ­κο­νό­μη­σε τὴν μο­να­δι­κὴ θε­ό­πνευ­στη καὶ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι με­τά­φρα­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­πὸ τοὺς ἑ­βδο­μή­κον­τα —θε­ο­πνευ­στί­α ἀν­τί­στοι­χη ἐκείνης τῆς συγ­γρα­φῆς τῶν ἁ­γί­ων γρα­φῶν— ποὺ ἔ­τυ­χε δι­α­χρο­νι­κὰ τῆς γε­νι­κῆς καὶ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­της ἀ­πο­δο­χῆς ἐν­τὸς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ!
***
Ἄ­ρα, ποῦ βρί­σκε­ται τὸ πρό­βλη­μα τῶν ὑ­πο­στη­ρι­ζόν­των μετὰ τόσης ἐπιμονῆς —ὄντως φονταμενταλιστικῆς καὶ ταλιμπανιστικῆς, θὰ ἔλεγα— τὶς με­τα­φρά­σεις, ὥ­στε νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν τὴν αὐ­θαί­ρε­τη καὶ νε­ω­τε­ρι­στι­κὴ ἐ­πι­βο­λή τους;
Μὰ φυ­σι­κὰ τὸ πρό­βλη­μα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν κι αἱ­ρε­τι­ζόν­των δε­σπο­τά­δων εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­δι­ω­κο­μέ­νη ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἐ­πι­βο­λὴ τῆς «λει­τουρ­γι­κῆς ἀ­να­γεν­νή­σε­ως» —τῆς ὁ­ποί­ας ὁ φο­ρέ­ας εἶ­ναι ἡ Εἰ­δι­κὴ Συ­νο­δι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ Λει­τουρ­γι­κῆς Ἀ­να­γεν­νή­σε­ως (αἱ­ρε­τι­κῆς ἀ­να­θε­ω­ρή­σε­ως καὶ δι­α­στρε­βλώ­σε­ως τῆς θεί­ας Λα­τρεί­ας ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐποπτεία καὶ καθοδήγηση τῆς δεσποτοκρατίας!­!­!) καὶ τὸ πρῶ­το σκα­λο­πά­τι της εἶ­ναι οἱ με­τα­φρά­σεις— ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη καὶ βα­θύ­τε­ρη τῶν με­τα­φρά­σε­ων δι­α­στρο­φὴ καὶ με­τάλ­λα­ξη τῆς ὀρ­θο­δό­ξου θεί­ας Λα­τρεί­ας, στὴν ἄμ­βλυν­ση καὶ νό­θευ­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως, στὴν ἀ­πο­δό­μη­ση καὶ ἀ­πο­δυ­νά­μω­ση τοῦ ἰ­σχυ­ροῦ ὀρ­θο­δό­ξου Φρο­νή­μα­τος, ὥ­στε νὰ κα­τα­στεῖ ἐ­φι­κτὸς ὁ ἀ­πὸ μα­κροῦ χρό­νου[6] ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νος ἐ­ξου­νι­τι­σμὸς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας καὶ ἡ ἀ­φο­μοί­ω­σή της στὴν οἰ­κου­με­νι­στι­κὴ καὶ ἐν τέ­λει συγ­κρη­τι­στι­κὴ χο­ά­νη τῆς ἑ­ω­σφο­ρι­κῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου!­!!
Γι­α­τὶ ἡ θεί­α Λα­τρεί­α εἶ­ναι ἡ πραγ­μά­τω­ση καὶ ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς Θε­ο­λο­γί­ας. Ἄ­ρα ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας τὴν θεί­α Λα­τρεί­α —μὲ τὴν ἐκ­συγ­χρο­νι­στι­κὴ καὶ ἐ­ξω-συ­νο­δι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ τοὺς νε­ω­τε­ρι­σμοὺς— ὑ­πο­σκά­πτε­ται ἡ δογ­μα­τι­κὴ ἀ­κρί­βει­α κι ἔτ­σι ἀ­νοί­γον­ται δι­ά­πλα­τα οἱ κερ­κό­πορ­τες γι­ὰ τὴν εἰ­σβο­λὴ τῶν αἱ­ρέ­σε­ων στὴν Ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας, στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ.
Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἀκριβῶς εἶ­ναι τὸ ἔρ­γο τῶν δε­σπο­τά­δων-ἐρ­γο­λά­βων τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ καὶ τῶν πα­ρα­τρε­χα­μέ­νων ποὺ ὡς θία­σοι τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦν: ὁ λα­τι­νό­φρων καὶ πα­πο­κί­νη­τος ἐ­ξου­νι­τι­σμὸς καὶ ἡ προ­τε­σταν­τι­κὴ οἰ­κου­με­νι­στι­κο­ποί­η­ση τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας· γι­ὰ νὰ πα­ρα­σύ­ρουν τὸν πι­στὸ λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ στὶς πά­σης φύ­σε­ως καὶ προ­ε­λεύ­σε­ως αἱ­ρέ­σεις καὶ στὴν ἀ­πώ­λει­α τῆς σω­τη­ρί­ας καὶ τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν, μὲ τὴν ὑ­πο­κρι­τι­κὴ μει­λι­χι­ό­τη­τά τους καὶ τὸν δαι­μο­νι­κὸ λα­ϊ­κι­σμό τους, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὰ ἑωσφορικὰ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὰ μέ­σα τοῦ αὐ­ταρ­χι­κοῦ, αὐ­θαι­ρέ­του καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος τῆς δε­σπο­το­κρα­τί­ας.
Ἐ­πι­βάλ­λουν μί­α θρη­σκεί­α «ἀ­λὰ-κὰρτ», προ­σαρ­μό­ζον­τας τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη, τὸ Ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, τὴν Ἱ­ε­ρὰ Πα­ρά­δο­ση, τὴν Ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὴ Δι­δα­σκα­λί­α, στὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας· νο­θεύ­ον­τας τὸ πνευ­μα­τι­κὸ φάρ­μα­κο καὶ ἀ­πο­δυ­να­μώ­νον­τας τὴν πνευ­μα­τι­κὴ θε­ρα­πεί­α τῆς σω­τη­ρί­ας μας, μᾶς ὁ­δη­γοῦν συ­νει­δη­τὰ στὴν ἀ­πώ­λει­α, ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ ἐκ τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης τους καὶ τοῦ ἱ­ε­ρα­τι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τός τους, εἶ­ναι ταγ­μέ­νοι —καὶ μά­λι­στα μὲ φο­βε­ροὺς ὅρ­κους καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις πρὸς τὸν Κύ­ρι­ο— νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν στὴ σω­τη­ρί­α καὶ τὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν!­!!
Ἀλ­λὰ ἡ εὐ­θύ­νη γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι μό­νον δι­κή τους.

***
Ἡ κομ­πορ­ρη­μο­σύ­νη τῆς ἀ­μά­θει­άς μας, ἡ πό­ρω­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὀ­κνη­ρί­ας μας, ἡ αὐ­θά­δει­α τῆς ἀ­νευ­θυ­νό­τη­τάς μας, ἡ «πε­ρὶ πολ­λῶν» πο­λυ­μέ­ρι­μνά μας, ἡ κα­θε­στω­τι­κὴ-ἐξουσιαστικὴ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α μας, οἱ ἀντὶ-οἰκουμενιστικὲς ἀρ­χη­γι­κὲς κο­κο­ρο­μα­χί­ες μας, ἐ­γω­ϊ­σμοὶ, ἐμ­πά­θει­ες καὶ ζη­λο­φθο­νί­ες καὶ πολ­λὲς ἄλ­λες «ἀ­ρε­τὲς» τῆς οἰ­η­μα­τι­κῆς ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­ας μας, εἶ­ναι ποὺ δί­νουν πρό­σφο­ρο ἔ­δα­φος στὴν —μὲ γε­ω­με­τρι­κὴ πρό­ο­δο— ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ αἱ­ρε­τι­κοῦ ἐ­κμαυ­λι­σμοῦ μας ἀ­πὸ τοὺς δε­σπο­τά­δες-ἐρ­γο­λά­βους τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ.
Δη­λα­δή, δὲν εἴ­μα­στε ἁ­πλῶς ἐ­φε­κτι­κοὶ στὴν αἵ­ρε­ση, ἀλ­λὰ συ­νει­δη­τὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­με κι ἐ­πι­δι­ώ­κου­με —­ἀπατῶν­τες ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους— νὰ «ἰ­σορ­ρο­πή­σου­με» τὴν ἁ­μαρ­τί­α μας μὲ τὴν ἔμφυτη ὀρ­θό­δο­ξη ἀ­να­φο­ρά μας· ποὺ πα­ρὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὀ­λι­γω­ρί­α καὶ πα­ρα­σπον­δί­α μας ἐ­πι­μέ­νει, θεί­ᾳ χά­ρι­τι, νὰ κρα­τι­έ­ται σὲ κά­ποι­α γω­νι­ὰ τῆς καρ­δι­ᾶς μας καὶ νὰ μᾶς ἐ­λέγ­χει!­.­..
Εἶ­ναι πρω­τί­στως κι ἐν­δε­χο­μέ­νως ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κή μας ἡ εὐ­θύ­νη: ποὺ ἐ­πι­τρέ­που­με στοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς κι αἱ­ρε­τί­ζον­τες δε­σπο­τά­δες, ἡ­γου­μέ­νους καὶ πνευ­μα­τι­κοὺς —οἱ ὁποῖοι ὑ­πε­ξαί­ρε­σαν τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νη τους καὶ σφε­τε­ρί­ζον­ται τὸ ἱ­ε­ρα­τι­κό τους ἀ­ξί­ω­μα— νὰ ἐ­πι­τε­λοῦν αὐ­τὸ τὸ ἑ­ω­σφο­ρι­κὸ ἔρ­γο· ποὺ τοὺς ἀ­πο­δε­χό­μα­στε καὶ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­με· ποὺ δὲν ἀ­πο­τει­χι­ζό­μα­στε ἀ­πὸ αὐ­τοὺς καὶ τὶς αἱ­ρε­τι­κὲς σφη­κο­φω­λι­ὲς ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν.
Εἶ­ναι πρω­τί­στως κι ἐν­δε­χο­μέ­νως ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κή μας ἡ εὐ­θύ­νη: ἐ­ὰν ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με ὅ­τι πρὸ τοῦ φο­βε­ροῦ βή­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ θὰ στα­θεῖ κα­θέ­νας μας μό­νος γι­ὰ ν’ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἀπὸ τὸ σὲ ποι­ὸν «βα­ρὺ» δε­σπό­τη ἢ «πο­λὺ» γέ­ρον­τα ἢ «με­γά­λο» πνευ­μα­τι­κὸ εἴ­μα­στε.­.. «νη­ο­λο­γη­μέ­νοι»!­!!
Καὶ πρέ­πει νὰ εἴ­μα­στε προ­ε­τοι­μα­σμέ­νοι γι­ὰ τὸ αὐ­το­νό­η­το: δὲν θὰ δώ­σου­με λό­γο μό­νον γι­ὰ τὰ μι­κρὰ ἢ με­γά­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως γι­ὰ τὴ στά­ση μας καὶ τὰ ἔρ­γα μας ἔ­ναν­τι τῶν αἱ­ρέ­σε­ων καὶ τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, δη­λα­δὴ ἔ­ναν­τι τῆς ἀρ­νή­σε­ως καὶ τῶν ἀρ­νη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ.
Τί νό­η­μα μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει ὁ ἐ­νά­ρε­τος κι ἐγ­κρα­τὴς βί­ος μας χω­ρὶς Χρι­στό; Ἐ­νά­ρε­τος κι ἐγ­κρα­τὴς μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε —καὶ μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­μᾶς: ἀ­κό­μη καὶ ὁ μα­σῶ­νος καὶ ὁ μου­σουλ­μά­νος καὶ ὁ βου­δι­στὴς καὶ ὁ ἄ­θε­ος κ.ἄ.π.!
Τί νό­η­μα μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος καὶ τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν ἀ­πορ­ρί­πτου­με τὴν Ἀ­λή­θει­α τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν Ἀ­γά­πη Του; Ἀλ­λὰ ἀ­γά­πη χω­ρὶς τὴν Ἀ­λή­θει­α Του εἶ­ναι «κα­θῆ­κον», εἶ­ναι «φι­λαν­θρω­πι­κὸ» κι «ἀν­θρω­πι­στι­κὸ» ἔρ­γο, εἶ­ναι ἀγ­γα­ρί­α, εἶ­ναι συ­νή­θει­α, εἶναι ἐπίδειξη, εἶναι ματαιοδοξία, εἶ­ναι ὁ,τι­δή­πο­τε· ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ναι ἡ Ἀ­γά­πη Του: γι­α­τὶ στε­ρεῖ­ται τῆς σω­τη­ρι­α­κῆς δυ­να­τό­τη­τας καὶ προ­ο­πτι­κῆς, ποὺ μᾶς πα­ρα­χω­ρεῖ μό­νον ἡ Ἀ­λή­θει­α Του καὶ βρί­σκε­ται μό­νον στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του[7], ὅ­που αὐτὴ ὀρ­θο­το­μεῖται!­.­..
Ὁ Δη­μι­ουρ­γός μας καὶ Πλά­στης μας, κα­τέ­στη­σε τὰ ἐ­κλε­κτὰ πλά­σμα­τά Του —ἐ­μᾶς, τοὺς ἀνθρώπους— ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ αὐ­τε­ξού­σι­ες ὑ­πάρ­ξεις· γι­α­τὶ ἀ­πο­τύ­πω­σε στὰ πρό­σω­πά μας τὴν εἰ­κό­να Του καὶ μᾶς προ­ώ­ρι­σε νὰ γί­νου­με —ἐ­λευ­θέ­ρᾳ βου­λή­σει— κα­τὰ χά­ριν θε­οί!­!!
Ἂς γί­νει λοι­πόν τὸ θέ­λη­μά Του! Ἂς ἀ­κο­λου­θή­σου­με, ἂς μι­μη­θοῦ­με, ἂς ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη κα­τά­φα­ση μιᾶς ἁπλῆς κοπέλας, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ μάνα ὅλου τοῦ κόσμου, τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου: «Γέ­νοι­το, Κύ­ρι­ε, τὸ θέ­λη­μά Σου!»
Ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ πρά­ξου­με καὶ νὰ γί­νου­με αὐ­τὸ ποὺ Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­θυ­μεῖ, πα­ρα­μέ­νον­τες στερ­ροὶ στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη μας καὶ προ­α­σπι­ζό­με­νοι ἔ­ναν­τι αἱ­ρέ­σε­ων καὶ αἱ­ρε­τι­κῶν τὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Ὄ­χι μό­νον τῶν ἐ­κτός, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τῶν ἐν­τὸς Αὐ­τῆς!­.­.. 



[1] Τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο σὲ μί­α πρώ­τη μορ­φή του ἀ­ναρ­τή­θη­κε (21 Σεπ. 2011) στὸ ἱ­στο­λό­γι­ο a­p­o­t­i­x­i­si.b­l­o­g­s­ot.c­om
[2] Ὁ Ἀ­θη­νῶν κ. ­ε­ρώ­νυ­μος λό­γῳ τῶν ὅ­σων ἀ­ναι­σχύν­τως δι­α­πράτ­τει καὶ ὅ­σων ἐ­θε­λο­δού­λως δὲν πράτ­τειθὰ πε­ρά­σει στὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ὡς ὁ δω­σί­λο­γος Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος, ἀν­τί­στοι­χος τοῦ δω­σι­λό­γου Πρω­θυ­πουρ­γοῦ: ὁ μὲν ὡς εἰ­σπρά­κτο­ρας τῶν το­κο­γλύ­φων ξε­που­λά­ει τὴν Ἑλ­λά­δα, ὁ δὲ ὡς προ­βα­τό­σχη­μος λύ­κος ξε­που­λά­ει τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α· καὶ οἱ δύ­ο ὑ­πη­ρε­τοῦν συ­νει­δη­τὰ καὶ ἐν γνώ­σει τῶν συ­νε­πει­ῶν τῶν πρά­ξε­ών τους τὴν παγ­κο­σμι­ο­κρα­τί­α τῆς ἑ­ω­σφο­ρι­κῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου!­!!
[3] Καὶ μό­νον τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὑ­πάρ­χει Εἰ­δι­κὴ Συ­νο­δι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ Λει­τουρ­γι­κῆς Ἀ­να­γεν­νή­σε­ως, ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἤ­δη ἔ­χει ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση καὶ δι­α­στρέ­βλω­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου θεί­ας Λα­τρεί­ας, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸ ­νε­ξαρ­τή­τως τῶν σπο­ρα­δι­κῶν κι εὐ­και­ρι­α­κῶν-­πε­τει­α­κῶν δη­λώ­σε­ων με­ρι­κῶν ἐ­παμ­φο­τε­ρι­ζόν­των ἐ­πι­σκό­πωνγι­ὰ νὰ πει­στεῖ κά­θε ἐ­χέ­φρων ὀρ­θό­δο­ξος πι­στὸς πὼς ἡ «­ε­ραρ­χί­α» τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἡ δε­σπο­το­κρα­τί­α, οὐ­δε­μί­α σχέ­ση ­χει μὲ τὴν Ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας· εἶ­ναι μί­α ἑ­ω­σφο­ρι­κὴ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὴ δο­μὴ ­κτὸς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως εὑ­ρι­σκο­μέ­νη καὶ ­πὶ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη· ἐ­λέ­ῳ τῆς μα­σω­νι­κῆς ἰ­σχύ­ος καὶ τῶν μη­χα­νορ­ρα­φι­ῶν της καὶ ἐ­λέ­ῳ τῶν ἠ­θι­κῶν, ­ξου­σι­α­στι­κῶν καὶ οἰ­κο­νο­μι­κῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν ἐ­κεί­νων ποὺ τὴν συγ­κρο­τοῦν!­.­..
[4] Τὸ Συμ­πό­σι­ο δι­ε­ξή­χθη στὸ ἄν­τρο τοῦ λα­τι­νό­φρο­νος-φι­λο­πα­πι­στοῦ μη­τρο­πο­λί­του Σύ­ρου κ. Δω­ρο­θέ­ου στὴν Τή­νο, μὲ πρό­ε­δρο τῆς Ὀρ­γα­νω­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τὸν Και­σα­ρι­α­νῆς κ. Δα­νι­ήλ καὶ μὲ εἰ­ση­γη­τὲς-θέ­μα­τα: Γε­ώρ­γι­ος Μπαμ­πι­νι­ώ­της (ὁμ. καθ. ΚΠΑ), «Γλωσ­σο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς γλώσ­σας τῆς λα­τρεί­ας»· πρω­το­πρ. Κων­σταν­τῖ­νος Κα­ρα­ϊ­σα­ρί­δης (ἐ­πίκ. καθ. Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς ΑΠΘ), «Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ συ­νά­φει­α θε­ο­λο­γί­ας καὶ λει­τουρ­γι­κοῦ λό­γου. Βί­βλος, δόγ­μα, ἦ­θος»· πρω­το­πρ. Δη­μή­τρι­ος Τζέρ­μπος (ἀ­να­πλ. καθ. Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς ΚΠΑ), «Σύγ­χρο­νη προ­βλη­μα­τι­κὴ πε­ρὶ τοῦ λει­τουρ­γι­κοῦ λό­γου»· Γε­ώρ­γι­ος Γα­λί­της (ὁμ. καθ. ΚΠΑ), «Ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ θεί­ου λό­γου ἀ­πὸ τὸν ση­με­ρι­νὸ ἄν­θρω­πο»· Στυ­λι­α­νὸς Πα­πα­δό­που­λος (ὁμ. καθ. ΚΠΑ), «Ὁ ρό­λος τῆς γλώσ­σας στὰ πα­τε­ρι­κὰ λει­τουρ­γι­κὰ κεί­με­να»· Ἄν­να Κόλ­τσι­ου-Νι­κή­τα (καθ. ΑΠΘ), «Δε­δο­μέ­να καὶ προ­βλη­μα­τι­σμοὶ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς με­τά­φρα­σης τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων»· Γε­ώρ­γι­ος Ν. Φί­λι­ας (καθ. ΚΠΑ), «Ἡ συ­νά­φει­α πρω­το­τύ­που, με­τα­φρά­σε­ως καὶ τρό­που ἀ­να­γνώ­σε­ως τῶν εὐ­χῶν στὴ θεί­α Λει­τουρ­γί­α»· Φώ­τι­ος Σχοι­νᾶς (Δρ φι­λο­λο­γί­ας), «Φι­λο­λο­γι­κὰ σχό­λι­α καὶ με­τα­φρα­στι­κὰ προ­βλή­μα­τα στὴ θεί­α Λει­τουρ­γί­α»· Πα­να­γι­ώ­της Σκαλ­τσῆς (ἀ­να­πλ. καθ. ΑΠΘ), «Νε­ώ­τε­ρα ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ὑ­πο­μνή­μα­τα καὶ ἐγ­κόλ­πι­α τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας»· Βα­σί­λει­ος Κα­λι­α­κμά­νης (καθ. Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς ΑΠΘ), «Ἡ συμ­βο­λι­κὴ γλῶσ­σα τῆς θεί­ας Λα­τρεί­ας»· ἀρ­χιμ. Θε­ο­δό­σι­ος Μαρ­τζοῦ­χος (πρω­το­σύγ­κελ­λος Ἱ. Μη­τρ. Νι­κο­πό­λε­ως καὶ Πρε­βέ­ζης), «Γι­α­τί χρει­α­ζό­μα­στε με­τα­φρά­σεις σή­με­ρα»· Αἰ­κα­τε­ρί­νη Χι­ω­τέλ­λη (θε­ο­λό­γος), «Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὴ συμ­με­το­χὴ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς ὡς ἐ­φό­δι­ο γι­ὰ μί­α συμ­βο­λὴ στὴν προ­σπά­θει­α με­τά­φρα­σης τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας»· Σεβ. Μη­τρ. Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καὶ Ἀλ­μω­πί­ας κ. Ἰ­ω­ήλ, «Ἡ ποί­η­σις νέ­ων ἀ­κο­λου­θι­ῶν ὡς πα­ρα­γω­γὴ συγ­χρό­νου λει­τουρ­γι­κοῦ λό­γου»· Γρη­γό­ρι­ος Στά­θης (ὁμ. καθ. ΚΠΑ), «Θέ­μα­τα με­τά­φρα­σης ὑ­μνο­λο­γί­ας καὶ μου­σι­κῆς»· Ἑ­λέ­νη Κα­σά­πη (καθ. ΑΠΘ), «Ἡ συγ­χρο­νί­α καὶ ἡ δι­α­χρο­νί­α ὡς μη­χα­νι­σμοὶ πρόσ­λη­ψης τῶν λει­τουρ­γι­κῶν κει­μέ­νων». (Πηγή: aktines.blogspot.com)
[5] «Μάρ­θα, Μάρ­θα, με­ρι­μνᾷς καὶ τυρ­βά­ζῃ πε­ρὶ πολ­λά, ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α» (Λουκ. ι΄, 38-4· Ἰ­ω­άν. ι­α΄ 20-28, ιβ΄ 1-2).
[6] Ἀ­πὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τέ­ταρ­το τοῦ 19ου αἰ. τὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως κα­θί­στα­ται «γι­άφ­κα» τῆς μα­σω­νί­ας! Ἤ­δη κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 18ου αἰ. ἔ­χει ἱ­δρυ­θεῖ ὁ μυ­στι­κο­πα­θὴς «φι­λο­σο­φι­κὸς τε­κτο­νι­σμὸς» (μὲ θε­ὸ τὸν Μέ­γα Ἀρ­χι­τέ­κτο­να τοῦ Σύμ­παν­τος = Μ.Α.Τ.Σ.-Ἑ­ω­σφό­ρο κι ἐ­πι­δί­δε­ται στὴ σα­τα­νο­λα­τρεί­α)· προ­ερ­χό­με­νος ἐκ τῶν προ­ϋ­παρ­χόν­των γνω­στι­κῶν καὶ ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κῶν μυ­στι­κῶν ἑ­ται­ρει­ῶν καὶ ἀ­δελ­φο­τή­των (ρο­δό­σταυ­ροι, ἰλ­λου­μι­νά­τι, να­ΐ­τες κ.λπ.) ἔ­χει ἐ­ξα­πο­λύ­σει τὸ κί­νη­μα τοῦ δυ­τι­κοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 18ου αἰ. ἱ­δρύ­ον­ται μα­σω­νι­κὲς στο­ὲς καὶ στὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο (Ἑ­πτά­νη­σα, Σμύρ­νη, Κων­σταν­τι­νού­πο­λη κ.ἀ.­). Τὸ 1782 συν­τάσ­σε­ται ἀ­πὸ τὸν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἀ­γά­πι­ο Κο­λυ­βᾶ-Πα­παν­τω­νᾶ­το ἡ «Ἀ­να­τρο­πὴ τῆς φραγ­μα­σω­νι­κῆς πί­στε­ως», τὸ πρῶ­το γνω­στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ἀν­τὶ-μα­σω­νι­κὸ κεί­με­νο. [Ἀ­νέκ­δο­το μέ­χρι τὸ 2007, ὁ­πό­τε καὶ ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὶς Πρό­τυ­πες Θεσ­σα­λι­κὲς Ἐκ­δό­σεις μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λει­α τῶν π. Γε­ωρ­γί­ου Με­ταλ­λη­νοῦ καὶ Χα­ρα­λάμ­πους Μη­νά­ο­γλου καὶ τὴν φρον­τί­δα τοῦ Λ. Ντετ­ζι­όρ­τζι­ο]. Με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου Κυ­βερ­νή­τη Ἰ­ω­άν­νη Κα­πο­δί­στρι­α (ποὺ πο­λέ­μη­σε τὴ μα­σω­νί­α καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ἀ­πο­σπά­σει τὸ νε­ο­γέν­νη­το κρά­τος ἀ­πὸ τὰ νύ­χι­α της), τὸ 1833 ἡ ἐ­λεγ­χό­με­νη καὶ κα­τευ­θυ­νό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μα­σω­νί­α Βαυ­α­ρο­κρα­τί­α ἐ­πι­βάλ­λει πρα­ξι­κο­πη­μα­τι­κῶς, ἀ­καί­ρως καὶ αὐ­θαι­ρέ­τως, τὴν αὐ­το­κε­φα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος καὶ ἀ­να­γο­ρεύ­ει ἀρ­χη­γό της τὸν ἀλ­λό­πι­στο βα­σι­λι­ὰ Ὄ­θω­να, ἐ­νῶ τὴν κα­τα­δι­κά­ζει στὰ ἰ­σό­βι­α δε­σμὰ τῆς πο­λι­τει­ο­κρα­τί­ας· ἔ­κτο­τε σφρα­γί­ζε­ται ἡ δι­α­δρο­μὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ κα­τά­στα­σή της. Τὸ 1848 ἐκ­δί­δε­ται τὸ ἔρ­γο «Φω­νὴ ὀρ­θό­δο­ξος καὶ σπου­δαί­α.­.­.» τοῦ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κος-δι­δα­σκά­λου καὶ μάρ­τυ­ρα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως Κο­σμᾶς Φλα­μι­ά­του, ὅ­που κα­ταγ­γέλ­λε­ται ἡ μα­σω­νί­α-ἐ­πι­βου­λὴ καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὁ ρό­λος της καὶ τὰ σχέ­δι­ά της κα­τὰ τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἀ­να­το­λῆς καὶ τῆς ὀρ­θο­δό­ξου Ἑλ­λά­δος. [Ἐ­πα­νέκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου ἑ­τοι­μά­ζουν οἱ «Ἐκ­δό­σεις D­e­g­i­o­r­g­io»­]. Τὸ 1875 ἱ­δρύ­ε­ται στὴν Ν. Ὑ­όρ­κη ἡ Θε­ο­σο­φι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α ἀ­πὸ τὴν σα­τα­νί­στρι­α Ἕ­λε­να Μπλα­βάτ­σκι καὶ τὸν μα­σῶ­νο συν­ταγ­μα­τάρ­χη Ὅλ­κοτ (πα­ραρ­τή­μα­τα τῆς ὁ­ποί­ας ἱ­δρύ­ον­ται καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κα­τὰ τὸ πρῶ­το τέ­ταρ­το τοῦ 20οῦ αἰ.­), μὲ σκο­πὸ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὸν κό­σμο γι­ὰ τὴν ἕ­λευ­ση τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς τοῦ Ὑ­δρο­χό­ου-Ἑ­ω­σφό­ρου, ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ συμ­βεῖ μὲ τὴν ἐκ­πνο­ὴ τοῦ 20οῦ αἰ. —μι­λᾶ­με γι­ὰ σχε­δι­α­σμοὺς καὶ στό­χους σὲ κλί­μα­κα αἰ­ώ­νων!­!! Τὸ 1905 δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὰ «Πρω­τό­κολ­λα τῶν Σο­φών τῆς Σι­ών», τὰ πρα­κτι­κὰ σε­μι­να­ρί­ων ἐκ­παι­δεύ­σε­ως πρα­κτό­ρων, στὰ πλαί­σι­α σι­ω­νι­στι­κοῦ συ­νε­δρί­ου ποὺ συ­νῆλ­θε στὴ Βα­σι­λεί­α τῆς Ἑλ­βε­τί­ας τὸ 1895· σὲ αὐ­τὰ προ­δι­α­γρά­φον­ται καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἀ­κρί­βει­α οἱ παγ­κό­σμι­ες ἐ­ξε­λί­ξεις μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἐ­πι­βο­λῆς τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς: ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πέ­δει­ξε τὴν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα αὐ­τῶν τῶν Πρω­το­κόλ­λων, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ προ­βλέ­ψεις πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη δὲν ἔ­χουν ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ· καὶ ἡ πα­ρού­σα παγ­κό­σμι­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση βρί­σκε­ται στοὺς στό­χους τῆς Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης ποὺ προ­α­ναγ­γέλ­λουν καὶ πε­ρι­γρά­φουν τὰ Πρω­τό­κολ­λα!­!! (Σχο­λι­α­σμέ­νη ἐ­πα­νέκ­δο­σή τους σὲ νέ­α με­τά­φρα­ση ἑ­τοι­μά­ζουν οἱ «Ἐκ­δό­σεις D­e­g­i­o­r­g­io»­). Τὸ 1902, τὸ 1908 καὶ τὸ 1920 τὸ μα­σω­νο­κρα­τού­με­νο Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἐ­ξα­πο­λύ­ει τὶς γνω­στὲς οἰ­κου­με­νι­στι­κὲς ἐγ­κυ­κλί­ους, ὅ­που ἐμ­πε­ρι­έ­χον­ται οἱ βα­σι­κὲς μα­σω­νι­κὲς καὶ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κες ἀρ­χὲς καὶ ἐ­πι­δι­ώ­ξεις καὶ τε­λι­κὰ ὁ­δη­γοῦν στὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ Παγ­κο­σμί­ου Συμ­βου­λί­ου Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Τὸ 1924 ἐ­πι­βάλ­λε­ται στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, τὸ μο­να­δι­κὸ ―μέ­χρι πρό­τι­νος― προ­πύρ­γι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Ὀρ­θο­δο­ξί­ας μας ἀ­νὰ στὸν κό­σμο, ἡ ἡ­με­ρο­λο­γι­α­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση καὶ προ­κα­λεῖ­ται τὸ ἐ­πά­ρα­το σχῖ­σμα. Ἔ­κτο­τε ἡ δε­σπο­το­κρα­τί­α συν­το­νί­ζε­ται μὲ τὴν μα­σω­νί­α κι ἐρ­γά­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως γι­ὰ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ τῶν νε­ο­ε­πο­χί­τι­κων ἀρ­χῶν καὶ σχε­δί­ων τῆς μα­σω­νί­ας: τὴν Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση (παγ­κό­σμι­α Οἰ­κο­νο­μί­α, παγ­κό­σμι­α Κυ­βέρ­νη­ση, παγ­κό­σμι­α Θρη­σκεί­α) καὶ τὴν Νέ­α Τά­ξη Πραγ­μά­των. Οἱ προ­βα­τό­σχη­μοι λύ­κοι ποὺ λυ­μαί­νον­ται τὴν Ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας στοὺς λό­γους τους δι­α­κη­ρύτ­τουν τὶς νε­ο­ε­πο­χί­τι­κες ἀρ­χὲς καὶ τὰ σχέ­δι­α τῆς μα­σω­νί­ας, ἐ­νῶ μὲ τὰ ἔρ­γα τους συμ­βάλ­λουν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴν ἐ­φαρ­μο­γή τους!­!! Ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα καὶ τε­λι­κὸς στό­χος τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς εἶ­ναι ἡ Παν­θρη­σκεί­α τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου. Μὲ τὴν τη­λε­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ με­ρι­κῶν βα­σι­κῶν ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των-σταθ­μῶν, ἐ­πι­θυ­μῶ νὰ κα­τα­δεί­ξω ὅ­τι τὰ ὅ­σα τρα­γι­κὰ βι­ώ­νου­με σή­με­ρα ὡς πρό­σω­πα, ὡς Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς Ἑλ­λά­δα, ὡς κό­σμος δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­α καὶ ὅ­τι ὁ ρό­λος τῆς δε­σπο­το­κρα­τί­ας τό­σο στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος ὅ­σο καὶ στὶς ἄλ­λες ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες εἶ­ναι ἀν­τί­στοι­χος ἐ­κεί­νου τῶν πο­λι­τι­κῶν: δω­σι­λο­γι­κὰ —ρι­ψά­σπι­δες, ἀρ­νη­σι­πά­τρι­δες, ἀρ­νη­σί­χρι­στοι, ἐ­πί­ορ­κοι καὶ αὐ­το­μό­λοι οἱ ἴ­δι­οι— νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴν σα­τα­νι­στι­κὴ παγ­κο­σμι­ο­κρα­τί­α!­!!
[7] Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ δὲν εἶ­ναι ἡ ὑ­λι­κο­τε­χνι­κὴ ὑ­πο­δο­μή της, μή­τε ἡ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὴ δο­μή της, μη­δὲ τὰ ἅ­γι­α κει­μή­λι­ά της, οὔ­τε ἀ­κό­μη καὶ τὰ ἱ­ε­ρὰ λεί­ψα­να τῶν ἁ­γί­ων της! Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­στο­λι­κὴ συ­νέ­χει­α τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης της καὶ —κυ­ρί­ως— ἡ συ­νέ­πει­α τῆς αὐ­θεν­τι­κῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς της: τὸ ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, ἡ ἱ­ε­ρὰ Πα­ρά­δο­ση, ἡ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὴ Δι­δα­σκα­λί­α, οἱ ἱ­ε­ροὶ Κα­νό­νες της, οἱ ἁ­γί­ες το­πι­κὲς καὶ οἰ­κου­με­νι­κὲς Σύ­νο­δοί της, τὸ μαρ­τύ­ρι­ο καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ κα­τέ­βα­λε καὶ κα­τα­βάλ­λει ἡ ἀ­τε­λεύ­τη­τη χο­ρεί­α τῶν μαρ­τύ­ρων καὶ τῶν ἁ­γί­ων της. Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι, στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, ἡ συ­νύ­παρ­ξη καὶ τῶν δύ­ο αὐ­τῶν πα­ρα­μέ­τρων· στὴν χει­ρό­τε­ρη, ἡ δι­α­σφά­λι­ση του­λά­χι­στον τῆς δεύ­τε­ρης ἄ­χρι και­ροῦ· ἡ Ἱ­ε­ρω­σύ­νη ἐκ­φρά­ζε­ται δι­ὰ τοῦ κλή­ρου της καὶ ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη δι­ὰ τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ της —κλη­ρι­κῶν καὶ λα­ϊ­κῶν— τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀ­πο­δο­χὴ καὶ συ­ναί­νε­ση ἐ­ξα­φα­λί­ζει τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα τῆς Πί­στε­ως καὶ τὴν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012


ΟΤΑΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΚΛΩΤΣΑ "ΤΗΝ ΚΑΡΔΑΡΑ ΜΕ ΤΟ ΓΑΛΑ"


Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ:

ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ
ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ


προώθηση κάθε αἱρετικῆς καινοτομίας, ὅπως ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ μεταπατερικὴ θεολογία, θὰ ἦταν δύσκολο νὰ εὐοδωθεῖ, ἂν δὲν βοηθοῦσαν στὴν ἑδραίωσή της οἱ ἐπίσκοποι καὶ κάποιοι σημαίνοντες θεολόγοι.
Ἐπειδὴ τοῦτο τὸ γνώριζαν καλὰ οἱ Πατέρες, μᾶς ἐδίδαξαν ὄχι ἁπλῶς τὸν ἔλεγχο κάθε αἱρετικῆς δοξασίας, ἀλλὰ τὴν ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ τῶν αἱρετιζόντων καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ ὅσους εἴτε διδάσκουν αἱρετικὲς διδασκαλίες, εἴτε συγκαταβαίνουν καὶ ἀνέχονται τὴν ἐξάπλωση ὁποιασδήποτε αἱρέσεως.
Ὑπῆρξε ἡ γνωστὴ πρωτοβουλία τῆς Συνάξεως τῶν ἱερέων καὶ μοναχῶν νὰ πραγματοποιηθεῖ μιὰ Ἡμερίδα, στὴν ὁποία θὰ καταγγελθεῖ ἡ μεταπατερικὴ θεολογία. Καὶ πράγματι ἔγινε στὶς 15 Φεβρουαρίου στὸν Πειραιᾶ, ὀργανωθεῖσα ἀπὸ τὸν τοπικὸ μητροπολίτη κ. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος (μαζὶ μὲ τὸν μητροπολίτη Ναυπάκτου) δὲν δέχεται νὰ κατονομάσει τοὺς αἱρετικοὺς οἰκουμενιστὲς (διαχριστιανικούς, διαθρησκεια- κούς, μετα-πατερικοὺς ἢ νεο-πατερικούς).
Αὐτὴ ἡ ἀντιπατερικὴ νοοτροπία, ἐπικράτησε καὶ στὴν Ἡμερίδα. Πρωτοφανὲς στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, νὰ καταφέρονται οἱ ποιμένες κατὰ μιᾶς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ δεκάδες χρόνια, καὶ νὰ μὴν τολμοῦν νὰ κατονομάσουν τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς αἱρέσεως, τοὺς διακινητές της καὶ τοὺς ὀπαδούς της. Καὶ αὐτὸ ἀκολούθησαν καὶ οἱ ἄλλοι ὁμιλητές, ἀκόμα καὶ ὁ καθηγητὴς δογματικῆς στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κ. Τσελεγγίδης, τοῦ ὁποίου ἡ θαυμάσια εἰσήγηση ἀπέδειξε ἄνευ ἀμφιβολίας, ὅτι οἱ μεταπατερικοὶ θεολόγοι βρίσκονται ἐκτὸς τοῦ κλίματος καὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ προκάλεσε ἀλγεινὴ ἐντύπωση στὸ ἀκροατήριο (σὲ μέρος τοῦ ἀκροατηρίου, ἂν θέλετε), ἦταν ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος. Στὴν εἰσήγησή του, βέβαια, ἀνέλυσε μὲ θαυμάσιο τρόπο τὸ θέμα του, «Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς» καὶ μᾶς ἔδωσε πολλὰ στοιχεῖα, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐκτροπὲς τῆς μετα-πατερικῆς θεολογίας.
Ὅμως, κι αὐτὸς δὲν κατονόμασε τοὺς μεταπατερικοὺς ποιμένες καὶ θεολόγους ποὺ διαστρέφουν τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Μίλησε ἀορίστως γιὰ μεταπατερικὴ σκέψη καὶ μεταπατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία «εἶναι ξένη πρὸς τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας», «ἀναιρεῖ τὶς (Ἅγιες) Γραφές». Μίλησε γιὰ τοὺς «λεγόμενους μετα-πατερικοὺς θεολόγους», οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλοὶ καὶ διαφέρουν μεταξύ τους ὡς πρὸς τὶς τάσεις καὶ οἱ ὁποῖοι «ἀσεβοῦν σὲ βάρος τῆς λατρείας καὶ τῆς προσευχῆς». (Ἐφ’ ὅσον εἶναι πολλοί, ἄρα, ἐκτὸς ἀπὸ ὅσους γνωρίζουμε, ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀγνοοῦν οἱ πιστοί). Τέλος διαπίστωσε ὅτι «εἰσάγεται ἕνας μετανεωτερικὸς στοχασμὸς καὶ στὴν πραγματικότητα ἐκπροτεσταντίζεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων».
 Καὶ παρ’ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνο δὲν κατονόμασε τοὺς «προτεστανίζοντες ἀσεβεῖς ποιμένες-θεολόγους, ἀλλὰ –γιὰ ἀνεξακρίβωτους λόγους– δὲν δίστασε στὴν Ἡμερίδα νὰ ἐπαινέσει τὸν ἀρχηγέτη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος περιθάλπει καὶ ἐνθαρρύνει κάθε ἀποχρώσεως οἰκουμενιστές, ὅπως τὸν μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, τὸν μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιο, κ.λπ.
Περαιώνοντας τὸν λόγο του ὁ Ναυπάκτου, ἀφοῦ ἀνάφερε συνοπτικὰ τὰ «λάθη» τῶν μετα-πατερικῶν θεολόγων, παραδόξως καὶ ἀναπάντεχα μὲ τὴν ἀκροτελεύτια πρότασή του «κλώτσησε τὴν καρδάρα μὲ τὸ γάλα»· ἐμφανίστηκε ὡς σύμμαχος καὶ ὑπερασπιστὴς τοῦ ἀνεχομένου καὶ προωθοῦντος τὴν μεταπατερικὴ θεολογία, τοῦ καὶ ἀρχηγέτου τοῦ ἐνδο-«ὀρθόδοξου» Οἰκουμενισμοῦ, πατριάρχη Βαρθολομαίου. Χωρὶς ἀναστολὲς καὶ μὲ προκλητικότατο τρόπο ἀπόσεισε ἀπὸ τὶς πλάτες τοῦ Πατριάρχη κάθε κατηγορία, διαγράφοντας ὅλες τὶς αἱρετίζουσες πράξεις καὶ τοὺς ἀλληλοσυγκρουόμενους λόγους τοῦ πατριάρχη μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
«Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς μετα-πατερικῆς θεολογίας καὶ κάθε ἄλλης θεολογίας ποὺ δὲν εἶναι ἐκκλησιαστική. Γιατὶ στὴ βάση της ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐκκλησιαστική, ὅπως περιγράφεται θαυμάσια σὲ ...ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κι αὐτὸ ἔχει τονίσει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὅτι ἡ θεολογία δὲν εἶναι οὔτε μετα-πατερικὴ κ.τ.λ., εἶναι ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἑπομένως ἡ θεολογία μας εἶναι ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ καὶ ὄχι μετα-αποστολικὴ καὶ μετα-πατερική»!
Πλήρης δηλαδή, ἀποκατάσταση τοῦ ἡγήτορος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κ. Βαρθολομαίου!!!

Ὑπ’ ὄψιν μάλιστα, ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν φράση ἔκλεισε καὶ τὴν ὁμιλία του! Ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κάθε προαγωγὴ σὲ ἀνώτερο τοπικὸ ἢ ὑπερατλαντικὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα περνάει ἀπὸ τὸ Φανάρι!  Ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν ἐκτίμησή του πρὸς τὸν Πατριάρχη τὴν ἔχει δείξει πολλάκις, διὰ τοῦτο καὶ τὸν προσκάλεσε τὸ 2008 νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Ναύπακτο καὶ τὸν τίμησε, καὶ ἀντάλλαξαν δῶρα, ἐπὶ πλεόν δέ, ἐνετοίχισε μαρμάρινη πλάκα στὸν πρόναο τοῦ ἱ. Ναοῦ τοῦ ἁγ. Δημητρίου, γιὰ νὰ μείνει ἐσαεὶ ἡ ἀνάμνηση τῆς «ἱστορικῆς» ἐπισκέψεώς του στὴν Μητρόπολή του!
Θὰ δικαιολογηθεῖ, ἴσως, ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου, μὲ τὴν ἑξῆς φράση ποὺ χρησιμοποίησε καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχουν (στὸ λόγο τοῦ Πατριάρχη καὶ ἐκφράσεις) ἐπαμφοτερίζουσες, ὑπάρχουν καὶ ὀρθόδοξες ἐκφράσεις, πράγματι ἔχει καὶ ὀρθόδοξες θέσεις ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος»!
Εἶναι, ὅμως, ἀποδεχτὴ μιὰ τέτοια δικαιολογία ἀπὸ ἕνα λόγιο ἱεράρχη; Τὸ νὰ διατυπώσει ὀρθόδοξες θέσεις ὁ Οἰκουμενικὸς πατριάρχης δὲν εἶναι αὐτονόητο; Καὶ θὰ τὸν ἐπαινέσουμε ὡς ὀρθόδοξο, ἐπειδὴ εἶπε καὶ ...ὀρθόδοξες φράσεις, λησμονώντας τὶς «ἐπαμφοτερίζουσες»; Καὶ ὁ προκάτοχός του, πατριάρχης Νεστόριος, ὀρθόδοξες φράσεις ἔλεγε, μαζὶ μὲ αὐτές, ὅμως, ἐκστόμισε καὶ τὶς γνωστὲς ἀνορθόδοξες περὶ «Χριστοτόκου»!
Παίζει ἐν οὐ παικτοῖς, παραπλανώντας τοὺς πιστοὺς ὁ κ. Ἱερόθεος, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποδείξει σὲ Ἡμερίδα κατὰ τῶν οἰκουμενιστῶν, ὡς ἀθῶο τὸν αἱρετίζοντα Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει τὴν μετα-πατερικὴ θεολογία καὶ τὸν Οἰκουμενισμό. Χρησιμοποίησε, πρὸς κατοχύρωση τῶν λόγων του, κάποια ὀρθόδοξη φράση τοῦ Πατριάρχη, δίνοντας ἔτσι στοὺς ἀκροατὰς τὴν ἐντύπωση, πὼς ὁ Πατριάρχης εἶναι ὀρθόδοξος καὶ στὸν ἴδιο τὸν κ. Βαρθολομαῖο τὸ μήνυμα, πὼς ναί μέν, πῆρα μέρος σὲ μιὰ Ἡμερίδα ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς καινοτομίες τῶν συνεργατῶν σου καὶ τῶν προστατευομένων σου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀναφορά μου αὐτὴ διασκεδάζω τὴν ὑποψία ὅτι ἐσὺ κρύβεσαι πίσω ἀπὸ τοὺς μεταπατερικοὺς θεολόγους, καὶ ἀφαιρῶ, ἀπὸ ὅσους σὲ καταγγέλλουν, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αἱρετίζεις!
Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, κλείνουμε, ἀποκαλύπτοντας ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ στάση τοῦ πατριάρχη πρὸς τὴν μετα-πατερικὴ θεολογία καὶ ὄχι ἡ ψευδὴς ποὺ προσπάθησε νὰ προβάλει ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου. Ἀντιγράφουμε ἀπὸ ρεπορτάζ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη μελῶν τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου στὸ Φανάρι ἀπὸ τὴν διεύθυνση:
http://www.ierovima.gr/pages/article.aspx?id=712
«Στὴν ἀντιφώνησή του (πρὸς τὸν Δημητριάδος) ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ...ἐπανέλαβε τὴν ἔκφραση τῆς πατριαρχικῆς εὐαρέσκειας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης» πρὸς «τὰ πρόσωπα ποὺ ὑπηρετοῦν στὴν Ἀκαδημία..., ἐνῶ δὲν παρέλειψε νὰ ὑπογραμμίσει τόσο τοὺς ὑφισταμένους δεσμούς, ὅσο καὶ τὴν βαθύτερη κοινότητα ἀνάμεσα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἀκαδημία... Τόνισε, ὅτι ...στηρίζει πνευματικῶς κάθε πρωτοπόρα προσπάθεια... Ἐπαίνεσε δὲ τὸν Σεβ. Δημητριάδος καὶ τὰ στελέχη τῆς Ἀκαδημίας γιὰ τὴν προσήλωσή τους στὸ ἀνανεωτικὸ θεολογικὸ ὅραμα ποὺ ὑπηρετοῦν, ἀντιπαρερχόμενοι σεμνοπρεπῶς τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἀκραίων συντηρητικῶν κύκλων, ...καὶ ἀνανέωσε τὴν στήριξη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ...ὁ ἴδιος προσωπικῶς παρέχει στὴν Ἀκαδημία, ἐπευλογώντας τὸ ἔργο της στὸ ὁποῖο στηρίζονται πολλὲς καὶ χρηστὲς ἐλπίδες»!
Στὴ συνέχεια, ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχη ὁ «Σεβ. Περγάμου, ἐπαίνεσε τὸ ἀνανεωτικὸ θεολογικὸ ἔργο τῆς Ἀκαδημίας» καὶ τόνισε πὼς «ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, παρὰ τὴν πολεμικὴ ποὺ δέχεται, ...ἀρθρώνει θεολογικὸ λόγο σύγχρονο καὶ ἀνανεωτικό. Καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶναι ἐν προκειμένῳ ὁ πιὸ φυσικὸς χῶρος ὑποδοχῆς μιᾶς τέτοιας θεολογίας· ...ἡ Ἀκαδημία τοῦ Βόλου συναντᾶται μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ δίνει ἐλπίδες γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς κρίσης ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ὀρθόδοξη θεολογία»!
Εὐτυχῶς, ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης π. Θεόδωρος Ζήσης (ἀλλὰ νωρίτερα καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Μαρκᾶς) ἀποτέλεσαν τὴν ἐξαίρεση, κατονομάζοντες κάποιους ἀπὸ τοὺς αἱρετίζοντες μεταπατερικοὺς θεολόγους. Κυρίως, ὅμως, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης (ὁ ὁποῖος μίλησε μετὰ τὸν Ναυπάκτου) τόλμησε νὰ κατονομάσει τοὺς κύκλους ἐκείνους τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως ποὺ στηρίζουν τὴν μεταπατερικὴ θεολογία. Μερικὰ ἀπὸ τὰ λόγια του:
«...Τὴν μετα-πατερικότητα τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, καλύπτουν, στηρίζουν καὶ δικαιώνουν κύκλοι ποὺ συνδέονται μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο... Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος –(τὸ λέω) μὲ πολὺ πόνο– ὡς ἀρχιμανδρίτης ἤδη, ...ἰσχυρίζεται ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἱ. Κανόνες πρέπει νὰ καταργηθοῦν. Δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερα καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν μὲ τοὺς ἑτεροδόξους... Δὲν δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχει διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν εἴσοδον εἰς τὸν ναὸν ἑτεροδόξων καὶ τὴν μετ’ αὐτῶν συμπροσευχήν”.
»...Ὡς πατριάρχης κατήργησε μόνος, αὐτοὺς τοὺς Ἱ. Κανόνες, συμπροσευχόμενος φανερῶς καὶ ἐπανειλημμένως μὲ αἱρετικούς... Ἐχαρακτήρισε τὸ Κοράνιο ὡς Ἅγιο... Καὶ τὸ τρομερότερο ὅλων, ὅσα εἶπε γιὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, τὰ ὁποῖα ὁδήγησαν σὲ ἔντονη διαμαρτυρία τὴν Ἱ. Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶπε: “Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάστασιν προπάτορες ἡμῶν, ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως...”».

ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΩΣΙΣ "ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ"

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

γιος γνάτιος Μπριαντσανίνωφ


Μ σπαταλᾶς τ χρόνο
πο μᾶς δόθηκε γιὰ μετάνοια

Χριστιανὸς θὰ πρέπει νὰ θυμᾶται κάθε μέρα καὶ πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσει ἀργὰ ἢ γρήγορα τὸ θάνατο. Ἀκόμη σὲ κάποιο στάδιο τῆς πνευματικῆς ἀνόδου του θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσει ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου.
Ὁ νοῦς μας ἔχει τόσο πολὺ ἀμαυρωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση, ὥστε ἂν δὲν βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο, μπορεῖ ἐντελῶς νὰ τὸν ξεχάσει. Ὅταν δὲ ξεχάσουμε τὸ θάνατο, τότε ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε στὴ γῆ σὰν νὰ εἴμαστε ἀθάνατοι καὶ ξοδεύουμε ὅλη μας τὴν ἐνεργητικότητα στὸν κόσμο, χωρὶς καθόλου νὰ ἀπασχολεῖ τὸν ἑαυτό μας οὔτε ἡ φοβερὴ μεταβάση στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ τύχη μας στὴν αἰωνιότητα. Τότε χωρὶς ντροπή, πεισματικά, καταπατοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Τότε διαπράττουμε τὶς χειρότερες ἁμαρτίες καὶ ἐγκαταλείπουμε ὄχι μόνο τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ καὶ τὶς τακτὲς προσευχές. Ἀρχίζουμε μάλιστα νὰ περιφρονοῦμε αὐτὴ τὴν ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἐργασία σὰν νὰ ἦταν μία δραστηριότητα μικρῆς σημασίας ποὺ δὲν πολυχρειάζεται. Ξεχνώντας τὸ φυσικὸ θάνατο, πεθαίνουμε ἕνα πνευματικὸ θάνατο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸς ποὺ θυμᾶται συχνὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν ψυχικά. Ζεῖ στὴ γῆ σὰν ἕνας ξένος σ’ ἕνα πανδοχεῖο ἢ σὰν φυλακισμένος στὸ κελλί του, ποὺ συνεχῶς περιμένει τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν φωνάξουν γιὰ δίκη ἢ ἐκτέλεση. Μπροστὰ στὰ μάτια του οἱ πόρτες τῆς αἰωνιότητας εἶναι πάντα ἀνοικτές. Συνεχῶς κοιτάζει σ’ ἐκείνη τὴν κατεύθυνση μὲ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ σκέψη. Εἶναι ἀδιάκοπα ἀπασχολημένος μὲ τὸ νὰ σκέφτεται τί θὰ τὸν δικαιώσει μπροστὰ στὴ φοβερὴ κρίση τοῦ Χριστοῦ καὶ ποιά θὰ εἶναι τότε ἡ καταδικαστικὴ γι’ αὐτὸν ἀπόφαση. Αὐτὴ ἡ καταδίκη θὰ ἀποφασίσει τὴν τύχη ἑνὸς προσώπου γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα.
Καμιὰ γήινη ὀμορφιά, καμιὰ γήινη ἀπόλαυση δὲν ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ ἢ τὴν ἀγάπη του· δὲν κατακρίνει κανένα, διότι θυμᾶται πὼς στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ μία τέτοια κρίση θὰ μεταβιβαστεῖ πάνω του. Συγχωρεῖ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ πάρει συγχώρεση καὶ νὰ κληρονομήσει σωτηρία. Εἶναι μ’ ὅλους ταπεινὸς καὶ μ’ ὅλους εὐσπλαχνικός, οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἐλεηθεῖ καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτός. Καλωσορίζει καὶ ἀγκαλιάζει μὲ χαρὰ κάθε ἀνησυχία, σὰν ἐπίγειο ἀντίτιμο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ πληρώσει στὴν αἰωνιότητα.
Ἂν τοῦ ἔλθει ἡ σκέψη νὰ εἶναι περήφανος γιὰ τὴν ἀρετή του, ἡ μνήμη θανάτου ἔρχεται ἀμέσως ἐνάντια σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη του, ντροπιάζει καὶ ξεσκεπάζει τὴν ἀνοησία καὶ διώχνει τὴ σκέψη αὐτὴ μακρυά. Τί σημασία μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἀρετή μας στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ; Τί ἀξία μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἀρετή μας στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, στὰ ὁποῖα ἀκόμη καὶ ὁ οὐρανὸς φαίνεται μολυσμένος; Θὰ πρέπει νὰ θυμίζεις καὶ νὰ ξαναθυμίζεις τὸν ἑαυτό σου: «Θὰ πεθάνω, θὰ πεθάνω σίγουρα! Οἱ γονεῖς μου καὶ οἱ πρόγονοί μου πέθαναν. Κανένα ἀνθρώπινο ὂν δὲν ἔμεινε γιὰ πάντα πάνω στὴ γῆ. Καὶ ἡ μοῖρα ποὺ νίκησε τοὺς πάντες μὲ περιμένει καὶ μένα!».
Μὴ σπαταλᾶς τὸ χρόνο, ποὺ μᾶς δόθηκε γιὰ μετάνοια. Μὴ στρέφεις τὰ μάτια σου πάνω στὴ γῆ, στὴν ὁποία εἶσαι ἕνας προσωρινὸς ἠθοποιός, πάνω στὴν ὁποία εἶσαι ἐξόριστος, πάνω στὴν ὁποία, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, σοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀλλάξεις τὸν κακὸ ἑαυτό σου καὶ νὰ προσφέρεις μετάνοια γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς αἰωνίας φυλακίσεως καὶ βασάνων τῆς κολάσεως. Χρησιμοποίησε τὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα τῆς ἀποδημίας σου στὴ γῆ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσεις ἕνα εἰρηνικὸ λιμάνι, ἕνα εὐλογημένο καταφύγιο στὴν αἰωνιότητα. Νὰ ἱκετεύεις γιὰ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ μὲ τὸ νὰ μὴν προσκολλᾶσαι σὲ κανένα προσωρινὸ ἀγαθό, μὲ τὸ νὰ ἀπαρνεῖσαι κάθε τι τὸ σαρκικὸ καὶ «φυσικὸ» στὰ πλαίσια τῆς πεπτωκυΐας φύσεως μας.
Νὰ δεηθεῖς μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ διέπραξες. Μὲ τὶς εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στὸν Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς δοκιμασίες, ποὺ στάλησαν σὲ σένα. Μὲ τὶς πολλὲς προσευχὲς καὶ τὴν ψαλμωδία, νὰ κάνεις δέηση μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ συνδύασέ την μὲ τὴ μνήμη θανάτου.
Αὐτὲς οἱ δύο δραστηριότητες, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ μνήμη θανάτου – εὔκολα ἑνώνονται σὲ μία.  Ἀπὸ τὴν προσευχὴ προέρχεται μία ζωηρὴ θύμηση τοῦ θανάτου, σὰν νὰ ἦταν μία πρόγευσή της καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρόγευση τοῦ θανάτου ἡ ἴδια ἡ προσευχὴ ἐνδυναμώνεται πιὸ πολύ. Εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ ἕνα Χριστιανὸ νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ μνήμη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.
Προστατεύει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴ διαφθορὰ μὲ τὴν αὐτοπεποίθηση ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶναι μεγάλη καταστροφὴ γιὰ τὴν ψυχὴ νὰ θέτει ὁποιαδήποτε ἀξία στὶς δικές του προσπάθειες ἢ ἀγῶνες καὶ νὰ τὸ κοιτάζει σὰν κάτι ἀξιέπαινο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Παραδέξου ὅτι ἀξίζεις ὅλες τὶς τιμωρίες πάνω στὴ γῆ καθὼς καὶ τὶς αἰώνιες. Μία τέτοια ἐκτίμηση τοῦ ἑαυτοῦ σου θὰ εἶναι ἡ πιὸ πραγματική, ἢ πιὸ ὠφέλιμη γιὰ τὴν ψυχή σου καὶ ἡ πιὸ εὐχάριστη στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Συχνὰ νὰ ἀπαριθμεῖς τὶς αἰώνιες κακουχίες ποὺ περιμένουν τοὺς ἁμαρτωλούς...
Θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσεις πὼς εἶσαι καταδικασμένος στὴν κόλαση γιὰ αἰώνια βάσανα καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση θὰ γεννηθοῦν στὴν καρδία σου τόσο ἀκαταμάχητες καὶ ἰσχυρὲς κραυγὲς προσευχῆς ποὺ σίγουρα θὰ κάμψουν τὸ Θεὸ καὶ θὰ σὲ ἐλεήσει καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὸν παράδεισο παρὰ στὴν κόλαση.
Ἐσεῖς ποὺ θεωρεῖτε τοὺς ἑαυτούς σας νὰ ἀξίζουν ἐπίγειες καὶ οὐράνιες ἀνταμοιβές· γιὰ σένα ἡ κολάσῃ εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη παρὰ σὲ στυγεροὺς ἁμαρτωλούς, διότι τὸ χειρότερο ἁμάρτημα ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ αὐτοπεποίθηση, ἡ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὴ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀόρατη στὰ θνητά μας μάτια ποὺ εἶναι συχνὰ σκεπασμένα μ’ ἕνα προσωπεῖο ταπεινώσεως.
Ἡ θύμηση καὶ ὁ διαλογισμὸς τοῦ θανάτου ἐξασκεῖτο ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Πατέρες. Στὸ βίο τοῦ Μεγάλου Παχωμίου βλέπουμε ὅτι «συνεχῶς διατηροῦσε μέσα του τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μνήμη τῶν αἰωνίων βασάνων καὶ ἀτελευτήτων πόνων ποὺ δὲν ἔχουν τέλος  -δηλαδὴ μὲ τὴ μνήμη τῆς ἀτελεύτητης φωτιᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου σκουληκιοῦ. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Παχώμιος προφύλαγε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ καλό.

Περιοδ. «Ὀρθόδόξη Μαρτυρία», ἐκδ. Παγκυπρίου συλλόγου ὀρθοδόξου παραδόσεως – Οἱ φίλοι τοῦ Ἁγ. Ὄρους Θησαυρὸς Γνώσεων καὶ Εὐσεβείας

Πηγή: kantonopou




Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν στηρίζει τὴν



«ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  ΕΚΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΔΟΞΩΝ  ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ  ΘΕΟΛΟΓΩΝ»


Ὁ καθηγητὴς Τσελεγγίδης τονίζει:
Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία δὲν ἔχει ἁπλῶς χαρακτῆρα «πατρομαχίας, ἀλλὰ κυρίως συνιστᾶ μία θεομαχία»

Στὴν Ἡμερίδα ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου 2012 στὸν Πειραιᾶ καὶ στὸ Στάδιο «Εἰρήνης καὶ Φιλίας» μὲ θέμα «Πατερικὴ Θεολογία καὶ Μεταπατερικὴ Αἵρεση», μίλησε καὶ ὁ καθηγητὴς θεολογίας κ. Δημ. Τσελεγγίδης. Ἡ εἰσήγησή του εἶχε τὸν τίτλο:
«Νεοπατερικὴ ἢ νεοβαρ-λααμιτικὴ θεολογία; Ἄγνοια ἢ ἄρνηση τῆς ἁγιότητας; Κριτήρια τοῦ ὀρθοδόξως καὶ ἀπλανῶς θεολογεῖν». Καὶ ὑπότιτλο: «Ἡ ὑπεροψία καὶ ἡ θεολογικὴ ἐκτροπὴ τῶν ἐπίδοξων μεταπατερικῶν θεολόγων». Ἀσφαλῶς (ὅπως συμβαίνει σὲ παρόμοιες περιπτώσεις) τὸ κείμενο αὐτὸ θὰ δημοσιευθεῖ, μαζί μὲ τὶς ἄλλες εἰσηγήσεις (ὅπως τοῦ μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεου, τῶν πρωτοπρεσβυτέρων καθηγητῶν π. Γ. Μεταλληνοῦ καὶ π. Θ. Ζήση κ.ἄ.) στὴν πληρότητά του ὡς γραπτὸς λόγος, μὲ τὶς στίξεις, τὴν προσθήκη ὅσων δὲν ἀναγνώστηκαν λόγῳ ἐλλείψεως χρόνου, καὶ μὲ τὶς ὑποσημειώσεις.
Ἐπειδὴ ὣς τὴν δημοσίευση θὰ παρέλθη ἀρκετὸς χρόνος –καὶ τὰ γεγονότα τρέχουν– σκεφτήκαμε πὼς ἡ ἀπομαγνητοφώνηση ἑνὸς τμήματος τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς ἦταν ἀναγκαία τώρα, γιατὶ α) γιὰ πρώτη φορὰ ἐπίσημα σὲ Ἡμερίδα ἀποκαλύπτεται μὲ ὑπεύθυνο θεολογικὸ λόγο, πὼς ἡ μεταπατερικὴ θεολογία ἀποτελεῖ μέρος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ προσβολὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας (ἔστω κι ἂν δὲν κατονομάστηκαν ἀπὸ τὸν ὁμιλητὴ οἱ μεταπατερικοὶ θεολόγοι) καὶ β) καθόσον ἡ «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» Βόλου ἀνακοίνωσε μιὰ Ἐκδήλωση-Διάλεξη ποὺ διοργανώνει στὶς 5 Μαρτίου 2012! Καὶ ποῦ θὰ γίνει αὐτὴ ἡ Διάλεξη; Στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν αἴθουσα Ἐπιμορφωτικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς!
Δηλαδή, τὴν στιγμὴ ποὺ ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐδῶ καὶ καιρὸ (καὶ μὲ τὴν ἐν λόγῳ Ἡμερίδα) καταδικάζει τὴν μεταπατερικὴ θεολογία καὶ τὴν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, συνεχίζουν ἀπτόητοι τὸ διχαστικό τους ἔργο καὶ
Ι) Ἤδη στὶς 2 Δεκεμβρίου 2011 ὁ κ. Ἱερώνυμος δέχτηκε στὸ Ἀρχιεπισκοπικὸ Μέγαρο «τὸ Δ. Σ. τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πρόεδρό του ...Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο» καὶ τότε, εἶχε τὴν εὐκαιρία «ὁ Μακαριώτατος νὰ ἐκφράσει τὴν εὐαρέσκεια καὶ ἱκανοποίησή του γιὰ τὴν πλούσια καὶ καρποφόρα δράση τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐνῶ δὲν παρέλειψε νὰ ἐπαναλάβει τὴ στήριξη καὶ ἐκτίμησή του γιὰ τὸ πρωτοποριακὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖται στὸ Βόλο. Σημείωσε δὲ ὅτι ...Ἐκκλησία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ φωνὲς σὰν τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου, γι’ αὐτὸ καὶ ἐνθάρρυνε τοὺς ὑπευθύνους της νὰ συνεχίσουν στὸν ἴδιο δρόμο, ἀψηφώντας τὶς ἀνοίκιες καὶ ἄδικες ἐπιθέσεις» ἐναντίον της!
ΙΙ) Παραχωρεῖ χῶρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς γιὰ ἐκδηλώσεις τῆς Ἀκαδημίας Βόλου, ὅπου διδάσκεται ἡ μεταπατερικὴ θεολογία, ἐνῶ δὲν παρέστη στὴν Ἡμερίδα τοῦ Πειραιᾶ, κατὰ τὴν ὁποία ἦταν γνωστὸ  πὼς θὰ εἶχε ὡς θέμα τὴν αἵρεση τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας! (Ἀντίθετα τὸ 2010, σὲ ἄλλη Ἡμερίδα στὸν Πειραιᾶ μὲ παρόμοιο θέμα εἶχε δώσει τὸ παρόν).
Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ κάθε καινοτομία ἐπιφέρει σύγχυση καὶ διχασμὸ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκκλησίας, παραθέτουμε ἕνα μέρος τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Τσελεγγίδη, ποὺ ἐκφράζει τὶς πατερικὲς θέσεις γιὰ τὸ θέμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου δρᾶ προληπτικὰ καὶ (γιὰ ὅσους θέλουν) θεραπευτικά.

«Τὸ καταστρεπτικότερο ἔργο στὶς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου εὐρύτερα, τὸ ἔκαναν κατὰ τὴν γνώμη μας οἱ Προτεστάντες. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἀμφισβήτησαν εὐθέως τὸ κύρος τῶν Οἰκουμ. Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὴ σύνολη Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσή της. Ταυτόχρονα ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικὰ καὶ τυπικά, τὴν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε ἐπὶ γῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας.
Ἀντίστοιχα, τὸ καταστρεπτικότερο ἔργο στὴν δογματικὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τὸ ἔκανε καὶ ἐξακολουθεῖ, ἀμείωτα, νὰ τὸ κάνει ὁ Οἰκουμενισμός. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ σήμερα τὸν δυσώδη φορέα, τοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ, καὶ κατὰ συνέπεια τὸν πιὸ ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδὴ συμβάλλει ἀποφασιστικὰ στὴν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καὶ τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας.
Συγκεκριμένα διὰ τῶν ἐκπροσώπων του, τοπικῶς καὶ διεθνῶς, ἐπιχειρεῖ διαρκῶς καὶ βαθμιαίως, ὅλο καὶ μεγαλύτερες ἐκπτώσεις στὴν ἐκκλησιολογική-δογματικὴ συνείδηση τῶν ἀνυποψίαστων πνευματικῶς ὀρθοδόξων πιστῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιτυγχάνει εἰδικότερα μὲ τὴν σχετικοποίηση ἢ καὶ τὴν ἀκύρωση στὴν πράξη τοῦ κύρους τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ μάλιστα συλλογικῶν ἀποφάσεών τους, στὸ πλαίσιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Βλέπε λ.χ. τὴν κατάφορη καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν –ἐδῶ καὶ χρόνια– παραβίαση τοῦ 2ου κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἀπαγορεύει ρητῶς τὴν συμπροσευχὴ μὲ ἀκοινώνητους καὶ ἑτεροδόξους, μὲ τὴν σαφῆ ἀπειλὴ τῆς καθαιρέσεως τῶν κληρικῶν καὶ τοῦ ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν ποὺ τὴν παραβιάζουν.
Στὸ παραπάνω εὐρύτερα ἐκκοσμικευμένο θεολογικὸ κλίμα καὶ εἰδικότερα καὶ κατ’ ἐξοχὴν στὸ καθαυτὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ περιγράψαμε ἐντάσσεται ὀργανικὰ καὶ τὸ ἐμφανιζόμενο τὸν τελευταῖο καιρὸ κίνημα τῶν ἐπίδοξων μεταπατερικῶν θεολόγων...
Στὴ σύντομη θεολογικὴ τοποθέτησή μας θὰ ἑστιάσουμε κατ’ ἐξοχὴν στὸ φρόνημα καὶ ὄχι στὸ πρόσωπο τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, καθὼς καὶ στὰ κριτήρια τῆς ὑποδηλουμένης θεολογίας τους.
Δυστυχῶς, οἱ ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας μεταπατερικοὶ θεολόγοι, μὲ τὶς παράτολμες ἢ μᾶλλον μὲ τὶς θρασύτατες καὶ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἴσως, διατυπώσεις τους, ἐμφανίζονται πρακτικῶς νὰ ἀγνοοῦν πλήρως, τί εἶναι ἡ ἁγιότητα καθ’ ἑαυτήν, καὶ κατ’ ἐπέκτασιν, τί εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν ἐμπειρίαν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως καὶ ἀπλανῶς θεολογεῖν. Ἀκόμα εἰδικότερα, ἐμφανίζονται στὰ κείμενά τους, νὰ ἀγνοοῦν ὅτι ὀρθόδοξη καὶ ἀπλανῆ θεολογία παράγουν πρωτογενῶς, μόνο ὅσοι καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῶν παθῶν τους, καὶ κυρίως, ὅσοι φωτίστηκαν καὶ θεώθηκαν ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες ἐλλάμψεις τῆς θεοποιοῦ Χάριτος.
Ἡ ἐπιχειρούμενη αὐθαδῶς ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, κλονίζει τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τοὺς πιστοὺς βεβαιότητα, ὡς πρὸς τὴν διαχρονικὴ ἰσχὺ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα καὶ πονηρὰ τὴν προτεσταντικοῦ τύπου θεολογικὴ πιθανολογία. Μὲ τὸν τρόπο, ὅμως, αὐτὸ στὴν πραγματικότητα, «μεταίρονται ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Ἀλλὰ τοῦτο παραβιάζει βάναυσα, τόσο τὸν ἁγιοπατερικό, ὅσο καὶ τὸν θεόπνευστο βιβλικὸ λόγο.
Μὲ βάση τὰ παραπάνω... θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποστηρίξουμε ἐπιστημονικῶς, ὅτι οἱ ἐπίδοξοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι, σαφῶς δὲν ἔχουν τὶς προϋποθέσεις τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας. Γιατί, ἀλήθεια, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι τὶς ἔχουν, ὅταν συμβαίνει νὰ εἰσηγοῦνται αὐθαδῶς τὴν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἢ ὅταν ἐπιχειροῦν νὰ εἰσαγάγουν στὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογικὴ σκέψη μιὰ δυτικοῦ τύπου θεολογικὴ καὶ γνωσιολογικὴ πιθανολογία, ποὺ ὡς προϋπόθεσή της ἔχει τὴν ἐπιστημονικὴ ἀκαδημαϊκὴ θωράκιση καὶ τὸν θεολογικὸ στοχασμό;
Αὐτὴ καθεαυτήν, ἄλλωστε, ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ στὴν ἀπεμπόλιση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἐγγυᾶται τὴν γνησιότητα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Τὰ ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκὰ κριτήρια ποὺ εἰσηγοῦνται οἱ μεταπατερικοὶ θεολόγοι, ὡς τεκμήρια τῆς ἀντικειμενικότητάς τους, δὲν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κριτήρια τῶν θεολογεῖν ὀρθοδόξως καὶ ἀπλανῶς, ὅταν μάλιστα τὰ κριτήρια αὐτὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπροϋποθέτως.
Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ θεολογία ἔχει σαφῶς καὶ κυρίως ἁγιοπνευματικὰ κριτήρια. Τὸ κατ’ ἐξοχὴν καὶ κορυφαῖο κριτήριο τοῦ ἀπλανοῦς χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τὴν διατύπωσαν. Προκαλεῖ βαθύτατη θλίψη ἡ παχυλὴ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδομένη ἔπαρση τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν, ὅλως ἀμαθῶς, νὰ ὑποκαταστήσουν τὴν ἐνοχλητικὴ μᾶλλον γι’ αὐτοὺς ἁγιοπατερικὴ θεολογία τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἐπικαιροποιημένη ἐπιστημονικὴ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία τους.
Μὲ τὴν στάση τους αὐτὴ φανερώνουν σαφῶς, ὅτι δὲν γνωρίζουν τὴν πραγματικότητα, πὼς οἱ Πατέρες εἶναι ἐνεργῶς θεοφόροι καὶ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀγνοοῦν, ὅμως, κυρίως ὅτι ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Δηλ. ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων ἔχει ὀντολογικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία μετέχοντας ὁ πιστὸς ἄμεσα καὶ προσωπικά, καὶ ὑπὸ σαφεῖς ἐκκλησιαστικὲς προϋποθέσεις, καθίσταται ἐν πάσῃ αἰσθήσει κοινωνὸς τῆς ἁγιότητος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι λοιπὸν εὐνόητο ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ἄκτιστος.
Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ἀπλανῶς τὴν ἀποστολικὴ Παράδοση στὴν ἐποχή τους, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως τὴν βίωσαν ἡσυχαστικῶς, ἀσκητικῶς καὶ κατ’ ἐξοχὴν μυστηριακῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ἐνδεικτικὰ) ἐπικαιροποίησαν τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση, ἐκφράζοντας σὲ λόγια θεολογικὴ γλῶσσα, αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ βίωναν ἀκτίστως καὶ ἐν πάσῃ αἰσθήσει καὶ οἱ ἄλλοι, μὴ λόγιοι ἅγιοι Πατέρες, ἀλλὰ καὶ οἱ ὀλιγογράμματοι χαρισματοῦχοι, ὅπως καὶ οἱ ἁπλοὶ θεοφόροι πιστοὶ στὴν ἐποχή τους.
Ἡ χαρισματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τὴν πρωτογενῆ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἁπλοϊκὴ ἢ τὴν ἔντεχνη καὶ λόγια ἐκφορά της. Ἡ θεολογία αὐτὴ ἀποτελεῖ πιστὴ ἔκφραση καὶ ἑρμηνεία τῆς ζωντανῆς καὶ ἄκτιστης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν συγκεκριμένη ἱστορικὴ πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῶν θεουμένων πιστῶν της. «Ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἀπὸ Θεοῦ ἄνθρωποι», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ κορυφαῖος ἀπὸ τοὺς ἐπόπτες τῆς θείας μεγαλειότητας.
Νὰ ἐπανέλθουμε, ὅμως, στὰ κριτήρια τοῦ θεολογεῖν. Τὰ ἐπιστημονικὰ ἀκαδημαϊκὰ κριτήρια εἶναι κτιστά. Γι’ αὐτό, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀσφαλέστατο κριτήριο τῆς ἀκτίστου ἁγιότητας, ἡ μόνη διασφάλιση γιὰ ἀπλανῆ ὀρθόδοξη ἐπιστημονικὴ θεολογία, μπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς στερουμένους τὴν ἁγιότητα ἐπιστήμονες θεολόγους, στὸ ταπεινὸ φρόνημα ποὺ ἐνέχει καὶ ἐκφράζει ἡ διαχρονικῶς ἐφαρμοζομένη ἐκκλησιαστικὴ μέθοδος, ἡ ὁποία σημαίνεται στὴν γνωστὴ ἁγιοπατερικὴ διατύπωση: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν». Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ ταπεινὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖο διασφάλιζε τὴν ἁγιότητά τους, εἶχαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες ποὺ συμμετεῖχαν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες ὁριοθέτησαν ἀπλανῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία.
Ὁ θεολογικὸς στοχασμός, στὸν ὁποῖον ἀρέσκονται νὰ ἀναφέρονται οἱ μεταπατερικοὶ θεολόγοι καὶ ἡ συνεπαγόμενη θεολογικὴ πιθανολογία, δὲν προσιδιάζουν στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ θεολογία, ἀλλὰ στὴν ἑτερόδοξη καὶ αἱρετική, ἡ ὁποία, ὅπως εὔστοχα χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες, εἶναι τεχνολογία μᾶλλον, παρὰ θεολογία.
Εἶναι ἀξιοσημείωτη στὴν προκειμένη περίπτωση καὶ ἡ καίρια παρατήρηση τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη τῆς Κλίμακος, ὅτι «ὁ Θεὸν μὴ γνούς», ἐννοεῖται ἐμπειρικῶς καὶ βιωματικῶς, «στοχαστικῶς ἀποφαίνεται». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θὰ χρεώσει στοὺς λατινόφρονας βαρλααμίτες, τὸν χαμαίζηλο καὶ ἀνθρώπινο θεολογικὸ στοχασμό, σημειώνοντας ἀντιθετικῶς ὅτι «ἡμεῖς οὐ στοχασμοῖς ἀκολουθοῦντες, ἀλλὰ θεολέκτοις λογίοις τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεως πεπλουτήκαμεν».
Ἀλλά, ὅταν ἀγνοεῖται καὶ παραμερίζεται ἡ ἁγιότητα, ἢ ἔστω ἡ ὀρθόδοξη θεολογικὴ μεθοδολογία τοῦ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν», εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ υἱοθέτηση τοῦ ἐλεύθερου θεολογικοῦ στοχασμοῦ καὶ τῆς θεολογικῆς πιθανολογίας. Τοῦτο, ὅμως, ὁδηγεῖ οὐσιαστικὰ σὲ μιὰ νεο-βαρλααμικὴ θεολογία ποὺ εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ ὡς κριτήριό της ἔχει τὴν αὐτονομημένη λογική. Ὅπως δηλ. ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὀπαδοί τους, ἀμφισβήτησαν τὸν ἄκτιστο χαρακτῆρα τοῦ θείου φωτὸς καὶ τῆς θείας Χάριτος, ἔτσι καὶ οἱ μεταπατερικοὶ θεολόγοι σήμερα, παραγνωρίζουν στὴν πράξη τὸν ἄκτιστο καὶ ἄρα διαχρονικὸ χαρακτῆρα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν θεοφόρων Πατέρων, τοὺς ὁποίους ἀξιώνουν νὰ ὑποκαταστήσουν στὴν διδασκαλία, παράγοντας κατὰ τὴν γνώμη τους, οἱ ἴδιοι πλέον, πρωτογενῆ θεολογία.
Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μιὰ ἐξωτερικοῦ χαρακτῆρα πατρομαχία, ἀλλὰ κυρίως συνιστᾶ μία θεομαχία, ἐπειδὴ ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄντως Πατέρες, εἶναι ἡ ἄκτιστη ἁγιότητά τους, τὴν ὁποίαν ἔμμεσα, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ παραμερίζουν καὶ ἀκυρώνουν, μὲ ὅσα εἰσηγοῦνται μὲ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία τους.
Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία, σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστικὴ νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ θεολογία εἶναι ταπεινὴ καὶ πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις πατράσιν».
Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας, δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καὶ ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει ὅλα τὰ παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατὶ ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσης παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον ποὺ θεολογεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπὸ τὴν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως πρακτικῶς, ἑπόμενοι καὶ ἐν συμφωνίᾳ μὲ τοὺς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
Ἡ ὀρθόδοξη ἐπιστημονικὴ ἀκαδημαϊκὴ θεολογία δὲν καλεῖται, βεβαίως, νὰ ὑποκαταστήσει τὴν ἁγιοπατερικὴ χαρισματικὴ θεολογία. Οὔτε, ὅμως, καὶ δικαιοῦται νὰ παρουσιάζει ἄλλη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἔργο της εἶναι νὰ  προσεγγίζει, νὰ διερευνᾶ καὶ νὰ παρουσιάζει ἐπιστημονικὰ τὸ περιεχόμενο τῆς πρωτογενοῦς χαρισματικῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ διακρίνει καὶ νὰ γνωστοποιεῖ τὰ κριτήρια τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ πετυχαίνεται καὶ θὰ ἰσχυροποιεῖται ὅλο καὶ περισσότερο ἡ σύζευξη τῆς ἁγιοπατερικῆς χαρισματικῆς θεολογίας, ὡς πρωτογενὴς θεολογία ποὺ προηγεῖται, μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ θεολογία, ποὺ ὀφείλει νὰ ἀκολουθεῖ ταπεινῶς. Καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ προωθοῦνται, μόνο ὅταν οἱ ἐκφραστὲς τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας, δὲν θὰ εἶναι προσωπικῶς ἄμοιροι τῶν πνευματικῶν προϋποθέσεων καὶ ἄγευστοι τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιωματικῶν δεδομένων...
Ὅμως, οἱ ἐπίδοξοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι, γνωρίζουν πολὺ καλά, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων θέτει σαφῆ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν τοὺς εὐνοοῦν προσωπικῶς, εἴτε ἐμποδίζουν τοὺς στρατηγικοὺς στόχους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὸν ἀγαπημένο τους Οἰκουμενισμό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια...
Συμπερασματικῶς: ...Ἡ μεταπατερικὴ θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καὶ κραυγαλέα ἀπόκλιση, τόσο ἀπὸ τὴν μέθοδο, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων.
 
ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΩΣΙΣ «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»



Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Οι επίσκοποι μαζεύονται κάθε τόσο και τιμά ο ένας τον άλλο;
Για ποιο, άραγε, λόγο;

Άραγε, δεν έχουν διαβάσει ποτέ τους τον λόγο του Χριστού που λέγει:
«Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες»;

Το παραπάνω ερώτημα διατυπώνεται με αφορμή την σημερινή είδηση από τη Romfea:

«Η Μητρόπολη Γόρτυνος τίμησε τον Σεβ. Πειραιώς
Κυριακή, 12 Φεβρουάριος 2012

Σε μια μεγάλη και ιδιαίτερα συγκινητική εκδήλωση η Ιερά Μητρόπολις Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως και ο σεπτός Ιεράρχης της  κ. Ιερεμίας με τους συνεργάτες του, τίμησαν τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς................».


Λεόντιος Διονυσίου

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012



ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ


Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ
  
(Παραδείγματα ἀπὸ βιβλίο τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)


Πρὶν πέντε περίπου χρόνια ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐξέδωσε ἕνα ἀξιόλογο βιβλίο μὲ τίτλο: «Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», μὲ πρόλογο τοῦ Καθηγουμένου π. Γεωργίου Καψάνη.
 Στὶς σελίδες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου βρίσκει κανεὶς τὴν ἱστορία ἁγίων μοναχῶν, ποὺ ὑβρίστηκαν, ἐξορίστηκαν, βασανίστηκαν καὶ θανατώθηκαν, ἐπειδὴ ὑπερασπίστηκαν τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἑτερόδοξους, μὰ καὶ ἀπὸ τοὺς “ὀρθόδοξους” μέν, φιλο-αἱρετικοὺς δέ!
Ὅσοι ἔχουν τὴν πνευματικὴ διάκριση ἂς ἐκτιμήσουν πόσο παράλληλοι εἶναι οἱ καιροί∙ ἂς παραλληλίσουν συγκεκριμένα πρόσωπα καὶ καταστάσεις, ἂν μάλιστα εἶναι γνῶστες κάποιων σύγχρονων πιέσεων καὶ διώξεων, ποὺ προδικάζουν τί πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσει. Τότε θὰ δοῦν πὼς οἱ ὁμοιότητες εἶναι ὑπαρκτὲς καὶ ψηλαφήσιμες.
Ἐλπίζουμε ὅτι στὴν αὐριανὴ Ἡμερίδα ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ «Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας», κυρίως οἱ εἰσηγητὲς π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, θὰ θέσουν τὸν δάκτυλο ἐπὶ τῶν «τύπον τῶν ἥλων», ὅπως φαίνεται ἀπὸ τοὺς τίτλους τῶν εἰσηγήσεών τους: «Πατερικὴ Θεολογία καὶ μεταπατερικὴ αἵρεση» (ὁ π. Γεώργιος) καὶ «Ἀπὸ τὴν Πατερικότητα στὴν “μεταπατερικότητα”. Ἡ αὐτοαναίρεση τῆς Ὀρθοδόξου ἡγεσίας» (ὁ π. Θεόδωρος).
Μὲ σκοπὸ νὰ βοηθηθοῦμε στὴν συνειδητοποίηση τῆς νέας καταστάσεως ποὺ διαμορφώνεται, ἐπελέγησαν κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ θαυμάσιο καὶ ἐπίκαιρο αὐτὸ βιβλίο τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου, μὲ τὴν ἐπισήμανση, πὼς δυστυχῶς, ἡ θεωρητικὴ ὁμολογία πίστεως ποὺ μὲ τὸ βιβλίο τῆς ὡς ἄνω Ἱ. Μονῆς κατατίθεται, δὲν ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη μίμηση τῶν θεάρεστων παραδειγμάτων ποὺ μᾶς παρουσιάζουν. Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καταγγελία τῶν σύγχρονων καινοτόμων, εἴτε τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, εἴτε τῶν μεταφραστικῶν πειραμάτων, εἴτε –εὐρύτερα– τῶν ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἔγραφε στὸν ἱερομόναχο Θεοφάνη μετὰ τὴν ψευδένωση στὴ Φερράρα: «Ὅμως ὁ ἀγὼν δὲν εἶναι πλέον στὰ λόγια, ἀλλὰ στὰ ἔργα. Οὔτε εἶναι καιρὸς γιὰ ρητὰ καὶ ἔγγραφες ἀποδείξεις (τί θὰ ὠφελοῦσαν ἄλλωστε σὲ τέτοιους διεφθαρμένους κριτές;) Ἀντιθέτως ὅσοι ἀγαποῦν τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἔχουν ἑτοιμασθῆ νὰ πολεμήσουν μαζί τους στὰ ἔργα. Ἐπίσης, νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποφέρουν κάθε κίνδυνο γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ γιὰ τὸν ἀγῶνα νὰ μὴ μολυνθοῦν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς ἀσεβεῖς». (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν…, ὅπ. παρ., σελ. 297).

ἅγ. Θεόδ. ὁ Στουδίτης «ὡς ἀκριβὴς τηρητὴς τῶν ἱ. Κανόνων… ἀπέφευγε μέχρι θανάτου τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων. Πίστευε καὶ ἐκήρυττε, ὅτι ἡ μνημόνευση καὶ μόνο τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου ἀποτελεῖ “μολυσμὸν” καὶ στερεῖ τὴν Ὀρθοδοξία σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν μνημονεύει, ἐνῶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μᾶς χωρίζει παντελῶς ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐπίσης ὅτι, κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο, ὄχι μόνο οἱ αἱρετικοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι κοινωνοῦν μαζί τους εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ, κατὰ τὸν μ. Ἀθανάσιο, πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ὄχι μόνο τοὺς πρώτους, ἀλλὰ καὶ τοὺς δεύτερους» (ὅπ. παρ., σελ. 193).
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰῶνα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς  μοναχοί, ἐπίσκοποι καὶ ἄλλοι πιστοὶ ἐβασανίζοντο στὴν Κύπρο ἀπὸ τοὺς Λατίνους, ἐστάλη ἀντιπροσωπεία στὸν Πατριάρχη Κων/λεως Γερμανό, παρακαλώντας τὴ Σύνοδο νὰ ἐπέμβει. Ἡ ἀντιπροσωπεία ἀπεκάλυπτε τὴν πονηρία τῶν Λατίνων. Γράφουν:
«Ἀπαιτοῦν νὰ τοὺς δίνουμε τὰ χέρια μας (ὡς ἔνδειξι ὑποταγῆς) καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀθῶο καὶ ἄμεμπτο. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ προδοσία τῆς… πίστεως καὶ καθοδήγησις γιὰ νὰ ὑποταχθοῦμε στὴν Ἐκκλησία τους…
»Παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ μὲ σαφήνεια στὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις σας καὶ τὸ ἑξῆς: Νὰ μὴ δίνουν οἱ Κύπριοι τὰ χέρια τους στοὺς Ἰταλούς, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἔχῃ παραλειφθῆ νὰ ἀναφερθῇ στοὺς ἱεροὺς κανόνες. Διότι ἐὰν γίνῃ ἔτσι, ὑπάρχει προφανὴς κίνδυνος νὰ καταπέσῃ ἀμέσως ἡ…οἰκοδομή». Τὸ ἀποτέλεσμα, αὐτῆς τῆς προσφυγῆς τῶν μοναχῶν, ἦταν ἡ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Γερμανοῦ Σύνοδος νὰ συστήσει στοὺς Κυπρίους ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως «νὰ ἀπορρίψουν ἀπροκάλυπτα τὴν διὰ χειραψίας ὑποταγή…» (ὅπ. παρ., σελ. 223).
Σήμερα ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ οἱ περὶ αὐτόν, ὄχι μόνο χειραψίες, ἀλλὰ καὶ ἀσπασμούς, καὶ συμπροσευχές, καὶ «ἀτελῆ» συλλείτουργα τελοῦν μετὰ τοῦ Πάπα, καὶ προάγουν τὴν μεταπατερικὴ θεολογία μὲ πρωτεργάτη τὸν μητροπολίτη Περγάμου, τὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου καὶ ὅσους συνεργάζονται μαζί της, μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Πατριάρχη καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἑλλάδος.
Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ (1229) διαβάζουμε: «Ὅσοι κληρικοὶ ἀποδέχονται τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ κρατήσουν τὴν πατροπαράδοτη πίστι, νὰ μὴ ὑποκύψουν στοὺς ἀρχιερεῖς τους ποὺ ὑποτάχθηκαν στοὺς Λατίνους. Οὔτε νὰ ὑπακούσουν ἔστω καὶ γιὰ λίγο σ’ αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ ἐπίσκοποι θὰ τοὺς ἀφορίσουν μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πεισθοῦν στὴν λατινικὴ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ἕνας τέτοιος ἀφορισμὸς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιστρέφει μᾶλλον σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πράττουν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχουν γίνει πρόξενοι σκανδάλου στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατεπάτησαν τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱ. Κανόνων καὶ δέχτηκαν τοὺς …ἀλλοτριοεπισκόπους καὶ τοὺς ἔδωσαν τὰ χέρια, τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο εὐπειθείας καὶ ὑποδουλώσεως…
»Ἐσεῖς δὲ περιούσιε λαὲ τοῦ Χριστοῦ, στερεωθεῖτε στὴν πίστη, …μὴ προδίδετε κανένα ἀπὸ τὰ ὀρθὰ δόγματα τὰ ὁποῖα ἔχετε λάβει ἀπὸ παλαιά. Νὰ θεωρῆται χαρὰ καὶ κέρδος κάθε βιοτικὴ θλίψι καὶ κάθε ζημία, προκειμένου νὰ διαφυλαχθῇ μέσα σας ἀπαραβίαστος ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» (ὅπ. παρ., σελ. 224).
«Ὅσοι ὅμως δικαιολογοῦν τοὺς Κυπρίους (οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν πάπα καὶ ζητοῦσαν νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κων/λεως), προβάλλουν σὰν ἀδύναμη βοήθεια τό…ἐπιχείρημα: “Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀποστρέφεται ἕνα ἁμαρτωλὸ ποὺ προσέρχεται σ’ Αὐτόν…, πῶς ἐμεῖς θὰ ἐγκαταλείψουμε τόσες πολλὲς μυριάδες χριστιανῶν, ποὺ προσέρχονται στὴν Ἐκκλησία;… Ἐὰν λοιπὸν προβάλλουν (αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα) θὰ τοὺς ἀπαντοῦσε ἀμέσως ἡ ἴδια ἡ δικαιοσύνη: Ὁ Θεὸς δέχεται μόνο αὐτὸν ποὺ μετανοεῖ”» (ὅπ. παρ., σελ. 268).
ργότερα -τὸν 14ο αἰ., ὁ “ὀρθόδοξος” πατριάρχης Καλέκας «ἐνέκλεισε τὸν Ἅγιο (Γρηγόριο Παλαμᾶ) στὴν φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων “ὡς κακοῦργο”... Τὸ 1344, ὁ ἀδίστακτος Καλέκας ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἀναθεματίσῃ τὸν Μέγα Γρηγόριο (Παλαμᾶ)… Τὸν ἀναθεματισμὸ ὑπέγραψαν πολλοὶ (σ.σ. “ὀρθόδοξοι”  κατὰ τὰ “ἄλλα”) ἐπίσκοποι…» (ὅπ. παρ., σελ. 267).
Ὁ ἅγ. Γρηγόριος θεωρεῖ τὸν πατριάρχη Καλέκα ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅσα ἔχει κάνει. Ἔτσι –γράφει– «ὅποιος εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ τὸν Καλέκα, τότε ἀνήκει πράγματι στὸν κατάλογο τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεό κατὰ τὴν εὐσεβῆ πίστι» [Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα, 29, Ε.Π.Ε., τομ., 3ος, σελ. 692] (ὅπ. παρ., σελ. 268).
Ὅταν ὁ “ὀρθόδοξος” πατριάρχης Καλέκας ἀφόρισε τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του (1344), ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ (συγκαταλεγόταν καὶ αὐτὸς στοὺς διωχθέντας) ἔγραφε: «Ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία» ποὺ μᾶς «ἔχει ἀποδιώξει; Ἡ τῶν Ἀποστόλων; Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ὑποστηρικταί της καὶ συμφωνοῦμε μαζί της… Ἑπομένως δὲν μᾶς ἔχει ἀποβάλει ἡ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…ἀλλὰ ἡ καινοφανὴς Ἐκκλησία καὶ τὰ παράδοξα δόγματα ποὺ αὐτός (ὁ Καλέκας) συνέστησε… Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγινες ἐργαστήριον κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, ὁποιουδήποτε φαύλου πράγματος,… πλεονεξίας, ἱεροσυλίας,… ἔπειτα “χειροτονεῖς” καὶ τὸν ἑαυτό σου Ἐκκλησία… Γιατί εἴσαστε Ἐκκλησία; Ἀπὸ τὸ ὅτι δωροδοκεῖς; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξαγοράζεις τὶς δίκες; Ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν κάνεις διάκριση μεταξὺ τῶν ἀνιέρων καὶ τῶν ἁγίων; Ἀπὸ ὅτι ἐπιτρέπεις τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ σὲ ὅλους τοὺς μολυσμένους καὶ βέβηλους;… Ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς τὴν χάρι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος;…
»Ἄλλοτε πάλι χαρακτηρίζει τὴν ψευδοεκκλησία τοῦ Καλέκα “σφαλερὰν καὶ πόρω Θεοῦ βάλλουσαν”. Κατὰ συνέπεια ὁ πατριάρχης “δεῖ ὑποταγῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἧς πρὸ ὀλίγου ἀφηνίασεν ἀποσκιρτήσας”. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ συνιστοῦσε: “Ἀποκοπτέον ἡμᾶς τῆς ἐκείνου κοινωνίας”. Προσέθετε δὲ ὅτι χρειάζονται πηγὲς δακρύων γιὰ νὰ κλαύσῃ κανεὶς τὸ “σύντριμμα” τῆς Ἐκκλησίας… καὶ τὴν καινοτομία τῆς πίστεως» (ὅπ. παρ., σελ. 274-275).
ἱερὸς Νικηφόρος Κάλλιστος ἔγραφε: Ὅταν «πίστεως συμβαίη γίνεσθαι τὴν διαφοράν, οὐ μόνον πατέρες πρὸς παίδας καὶ ἔμπαλιν (ἀντίστροφα), ἀλλὰ καὶ γυνὴ πρὸς τὸν ἴδιον γαμέτην, καὶ ἀνὴρ πρὸς τὴν γαμετὴν διαστασιάζουσιν (ἐπαναστατοῦν)» (ὅπ. παρ., σελ. 276).
«Οἱ ἀνθενωτικοὶ ἀπεδοκίμασαν τὴν ἕνωσι…καὶ ἀποσχίσθησαν ἀπὸ τὸν πατριάρχη Βέκκο καὶ τοὺς ὁμόφρονές του. Τοὺς κατηγοροῦσαν ὅτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης καὶ ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια. Αὐτὸ ἦταν σύμφωνο μὲ τοὺς κανόνες α΄ καὶ β΄ τῆς Γ΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι’ αὐτὸ προέτρεπαν τοὺς πιστοὺς νὰ μὴ ἐκκλησιάζονται μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τοὺς ἑνωτικοὺς κληρικούς. Ὁ Βέκκος…ἐξέδωσε “πατριαρχικὸ ἀφορισμό”, κατὰ τῶν σχισματικῶν ἐπισκόπων» (ὅπ. παρ., σελ. 237).
Μετὰ τὴν Δ΄ Σταυροφορία οἱ Λατῖνοι ποὺ εἰσῆλθαν στὸ Ἅγ. Ὄρος καταπίεζαν τοὺς μοναχοὺς καὶ «προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς προσηλυτίσουν στὸ βλάσφημο δόγμα τους “καταπείσαντες τοὺς ἐν τῇ Μονῇ Ἰβήρων μοναχούς…ἵνα ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ρώμης, δίδοντες ἁπλῆν διὰ χειραψίας ὑπόσχεσιν εἰς τὸν ἐν Θεσ/νίκῃ Λατῖνον ἐπίσκοπον”» (ὅπ. παρ., σελ. 224-225).
Ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ ὁ Καλόθετος πίστευε, «ὅτι ὅταν ἡ εὐσέβεια κινδυνεύῃ, οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν προσφιλῆ σ’ αὐτοὺς σιωπὴ καὶ ἡσυχία καὶ νὰ ἀγωνίζονται μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως: “Διότι ποιός δὲν θὰ δυσαρεστεῖτο, ὅταν ἀκούῃ νὰ ὑβρίζεται ὁ Θεός;… Ἦταν δὲ δυνατό, πρὸς Θεοῦ, νὰ σιωπήσουμε καὶ νὰ προδώσουμε μὲ τὴ σιωπή μας τὸν Θεόν, ὅταν εἶχαν ἐμφανισθῆ σὲ μᾶς τὰ γράμματα τῆς μανιώδους γνώμης…(τοῦ Ἀκινδύνου), τὰ ὁποῖα διήγειραν ὅλο τὸν κόσμο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡμῶν;…
»Πῶς δὲν θὰ ἔχῃ κανεὶς γιὰ ὅλη του τὴ ζωὴ ὡς ἐχθρό, αὐτόν (τὸν αἱρετικό) ποὺ ἔχει ὑβρίσει μὲ τέτοιο τρόπο τὸν Θεό;
»Τὸ ἱερὸ Εὐαγέλιο συμβουλεύει…νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ἀφοῦ μετανοήσουν… Διότι αὐτὸς ποὺ παρέχει συγγνώμη στὸν ἀμετανόητο, κάνει τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο συγχωρήσεως… διότι καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του πιὸ φιλάνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό”» (ὅπ. παρ., σελ. 273).
 Γράφει ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος: «Ὁρισμένοι τόλμησαν νὰ ἀναγγείλουν ὅτι… ἡ ἕνωσις (τῶν ἐκκλησιῶν) θὰ γίνῃ χωρὶς νὰ μετατραπῇ κανένα ἀπὸ τὰ ἔθιμα καὶ τὰ δόγματα… Εἰσηγήθηκαν μάλιστα, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἄτοπο νὰ μνημονεύουμε τὸν πάπα ὡς ἅγιο… Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἕνωση;… Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκέπτεσθε δῆθεν νὰ ἑνωθῆτε μαζί μας, τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ μὲν προσθήκη μένει ἀδιόρθωτη, ὅλα δὲ ὅσα προξένησε τὸ μακροχρόνιο καὶ ἐπάρατο σχίσμα μένουν ἀμετακίνητα; Ἄνθρωποι, αὐτὸ δὲν εἶναι διόρθωσις οὔτε ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, εἶναι χειρότερο σχίσμα ἀπὸ τὸ προηγούμενο… Διότι πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις, ἐφόσον ὑφίστανται μεταξύ μας μύρια διαφορετικὰ φρονήματα;… Αὐτὸ τὸ πράγμα δὲν εἶναι ἕνωσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης μὲ μᾶς… Ἀντιθέτως εἶναι παράλογη ὑποταγὴ στὸν πάπα τῆς Ρώμης…» (ὅπ. παρ., σελ. 288).
ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς σὲ ἄλλη ἐπιστολή του ἔγραφε: «Οἱ περισσότεροι ἀδελφοί, ἔχοντας πάρει θάρρος ἀπὸ τὴν ἐξορία μου, ἐλέγχουν μὲ αὐστηρότητα τοὺς ἀλιτήριους (Λατινόφρονες) καὶ παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν θεσμῶν. Τοὺς διώχνουν ἐπίσης ἀπὸ παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρὶς νὰ ἀνέχωνται νὰ συλλειτουργοῦν μαζί τους, οὔτε νὰ τοὺς μνημονεύουν καθόλου στὰ Μυστήρια  ὡς Χριστιανούς…
»Νὰ συμβουλεύσῃς δὲ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποφεύγουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν λατινόφρονα μητροπολίτη τους καὶ οὔτε νὰ συλλειτουργοῦν μαζί του, οὔτε νὰ τὸν μνημονεύουν καθόλου, οὔτε νὰ τὸν θεωροῦν ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὡς μισθωτὸ λύκο. Ἐπίσης νὰ μὴ λειτουργοῦν καθόλου σὲ λατινικὲς ἐκκλησίες, γιὰ νὰ μὴ ἔλθῃ καὶ σὲ μᾶς ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπῆλθε στὴν Κων/πολι, ἐξ αἰτίας τῶν παρανομιῶν ποὺ ἔγιναν ἐκεῖ…
»Νὰ ἀποφεύγεται λοιπὸν καὶ ἐσεῖς, ἀδελφοί, τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν ἀμνημονεύτων. Φευκτέον αὐτούς (τοὺς λατινόφρονες) ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως» (ὅπ. παρ., σελ. 297-298).
«Δὲν τὰ λέμε αὐτὰ πεισματωδῶς (γράφουν συναγωνιστὲς Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ), οὔτε ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπιβάλουμε τὴν δική μας γνώμη, (ἀλλά) ἐπειδὴ θέλουμε νὰ ἐλεήσουμε τὶς ψυχές μας καὶ ἐπειδὴ φοβόμαστε τὴν καταδίκη τοῦ Θεοῦ, ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ μὴ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστι μας καὶ στερηθοῦμε τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν» (ὅπ. παρ., σελ. 301).
Τὸ 1452 ὁ Γεννάδιος προσκλήθηκε στὸ παλάτι «μαζὶ μὲ πολλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες γιὰ νὰ συσκεφθοῦν περὶ τῆς ἑνώσεως. Ὁ Γεννάδιος ἀρνήθηκε νὰ προσέλθῃ καὶ τοὺς δήλωσε δι’ ἐπιστολῆς τὰ ἑξῆς:
»“…Ἐὰν ἡ σύναξη αὐτὴ γίνεται γιὰ νὰ ληφθῇ ἡ συγκατάθεσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν γιὰ τὴν ἕνωσι ποὺ ἔκανε ἤδη ἡ πολιτεία -ἀλίμονο! Αὐτὸ εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό- τότε ἀφῆστε με, μὴ μὲ πειράζεται… Ὅποιος θὰ μνημονεύσῃ τὸν πάπα ἢ θὰ ἔχῃ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν μνημονεύουν ἢ θὰ συμβουλεύσῃ …κάποιον νὰ μνημονεύσῃ, θὰ τὸν θεωρήσω ὅπως καὶ ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως, ἡ ὁποία ἐξέτασε τὸ λατινικὸ δογμα καὶ κατεδίκασε ὅσους τὸ πίστεψαν, τὸν Βέκκο δηλ. καὶ τοὺς ὁμόφρονές του…Οἱ Σύνοδοι καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες ὁρίζουν ὅτι <αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία>… Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ὁ Κύριός μας λέγει: <Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν> (Ἰω. ι΄, 5).
»Μὴ γένοιτο νὰ κάνω αἱρετικὴν τὴν Ἐκκλησία μου, τὴν ἁγία μητέρα τῶν Ὀρθοδόξων. Δεχόμενος τὸ μνημόσυνο τοῦ πάπα, ἐφόσον ὁμολογεῖ καὶ πιστεύει ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν τὸν δέχεται ἡ Ἐκκλησία μας…
»Καὶ θὰ εἶμαι ὁπωσδήποτε ἀκοινώνητος πρὸς τὸν πάπα καὶ ὅσους ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτόν, ὅπως καὶ οἱ Πατέρες μας. Διότι πρέπει νὰ μιμούμαστε τὴν εὐσέβειά τους, ἀφοῦ δὲν ἔχουμε τὴν ἁγιωσύνη καὶ τὴν σοφία τους”» (ὅπ. παρ., σελ. 303-304).
Ὁ ἱερὸς Γεννάδιος, ὅταν καὶ τότε συζητοῦσαν τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγραφε:
«Αὐτὰ ὅμως ποὺ λέγουν ἐκεῖνοι, δηλ. νὰ ἀναβάλουμε προσωρινὰ τὴν ἐξέτασι τοῦ θέματος, δὲν εἶναι προσωρινὴ ἐκκλησιαστικὴ Οἰκονομία. Εἶναι προσωρινὴ συγκατάθεσίς μας στὴν προσθήκη (τοῦ filioque) καὶ στὴν ἕνωσι ποὺ ἐπικυρώθηκε κακῶς στὴν Φλωρεντία. Εἶναι πρόσκαιρος ἐκλατινισμός- ἂν εἶναι βέβαια πρόσκαιρος καὶ ὄχι αἰώνιος!- συμπεραίνοντας ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν πραγματοποιοῦν…» («Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», σελ. 304).
Παναγιώτης Σημάτης