Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΑΣΚΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ








Μιὰ σημαντικὴ ἐξέλιξη γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ μας πράγματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σημειώθηκε τὶς τελευταῖες ἡμέρες στὴν Σερβία, ὅπου μετέβη πρὸς συνάντηση τοῦ Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου καὶ τῆς συνοδείας του, ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς.





Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρῶτος Ἐπίσκοπος ποὺ καθαιρέθηκε ἀπὸ “ὀρθόδοξη Σύνοδο”, ἐξ αἰτίας τῆς ἐναντιώσεώς του κυρίως πρὸς τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτέμιος. Καὶ καθαιρέθηκε χωρὶς ἀποδεδειγμένες κατηγορίες, χωρὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἱεροκανονικὲς διαδικασίες, χωρὶς ἀκρόαση, χωρὶς δίκη, χωρὶς ἀπολογία, μὲ τὴν καταρράκωση δηλαδὴ καὶ περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος εἶναι ὁ μόνος μὴ Ἕλληνας Μητροπολίτης ποὺ ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» καὶ ἔκτοτε, μιμούμενος τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἀρνήθηκε νὰ συμφωνήσει μὲ τὶς προτάσεις συμβιβασμοῦ ποὺ τοῦ ἔγιναν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της καὶ δὲν τοὺς μνημονεύει, ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρεται ἡ κατὰ παράβαση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Ράσκας καὶ Πριζρένης καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἱεραρχία συνεχίζει τὴν Οἰκουμενιστικὴ γραμμή της, συνεργώντας ἢ ἀνεχομένη τὶς πρακτικὲς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὴν ἄδικη ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἱεραρχίας, κατεδίκασαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως οἱ Μητροπολῖτες Αἰτωλοακαρνανίας, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς, οἱ πρωτοστατοῦντες στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρωτοπρεσβύτεροι καὶ καθηγητὲς Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερομόναχοι, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί.

Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ διωκομένου Μητροπολίτη Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτεμίου, εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ στάση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σὲ περίοδο αἱρέσεως «κατεγνωσμένης» (καταδικασμένης) ὑπὸ Συνόδου ἢ Ἁγίων Πατέρων», ὅπως εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία καταλύει διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θεσπισμένα ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ Ἁγίων∙ αἵρεση τήν ὁποία ὁ τελευταῖος Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, γέροντας καί διδάσκαλος τοῦ σεβ. Ἀρτεμίου, χαρακτήρισε «παναίρεση».

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς (ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς τελευταῖες δημοσιεύσεις του), προσέφυγε πρὸς τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Σεβασμιώτατο Ἀρτέμιο καὶ τὴν συνοδεία του, ζητώντας μὲ ἐπιστολή του (ποὺ δημοσιεύουμε στὴ συνέχεια) νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ δέχεται τήν ἄδικη ἀπόφαση –ὅπως ἔκανε μέχρι τώρα, περιμένοντας νὰ κριθεῖ ἡ ὑπόθεσή του τελεσίδικα–  τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρανόμως, παρατύπως καί ἀντικανονικῶς διά τῆς καθαιρέσεως τοῦ ἀπαγόρευσε τὴν τέλεση τῶν Μυστηρίων, ἤ, ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ ἐκτελεῖ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, λειτούργημα καὶ καθῆκον ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ τοῦ τὸ ἐστέρησε ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο μίας Συνόδου, πορευομένης καὶ ἐφαρμόζουσας μεθόδους, διδασκαλίες καὶ ποιμαντικὲς τακτικὲς τῶν «ὀρθόδοξων» Ἀρχιερέων, ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὸ αἴτημα τοῦ π. Εὐθυμίου συνοψίζεται στὴν παρακάτω παράγραφο:

«Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου (Σεβασμιώτατε) εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα».




Ἀφοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος διεξῆλθε τὰ ἔγγραφα καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ ἐστάλη, ἐκάλεσε τὸν π. Εὐθύμιο στὴν Σερβία τὸ τριήμερο 8-10 Μαρτίου 2013. Ὁ π. Εὐθύμιος μετέβη πρὸς συνάντηση αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας του, συζήτησε μαζί του, ἄκουσε τὶς θέσεις του καὶ τὶς πατρικές του προσρήσεις, συλλειτούργησε μαζί του καὶ ἔλαβε τὸ παρακάτω ἔγγραφο, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ ἀνακοινώνει ὅτι αὐτὸς καὶ ἡ Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ράσκας καὶ Πριζρένης στὴν ἐξορία, ὁμοφώνως ἀποφάσισαν:







Στὴ συνέχεια δημοσιεύουμε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Εὐθυμίου, τὴν ὁποία μᾶς ἔστειλε μαζί μὲ τὸ Ἀνακοινωθὲν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου:






ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

ΕΥΘΥΜΙΟΣ  ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ



25 Νοεμβρίου 2012



Σεβασμιώτατε μητροπολίτα Ράσκας καί Πριζρένης,  π. Ἀρτέμιε

τήν εὐχή σας.

Ἔλαβα τό θάρρος νά σᾶς γράψω καί νά ἀπευθυνθῶ σέ σᾶς, ἐξ αἰτίας τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τό ὁποῖον εἶχα προσφύγει καί εἶχα καταθέσει αἴτησι ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ὁποία μέ καθαιροῦσε ἀπό τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης.

Οἱ βασικές κατηγορίες τίς ὁποῖες καί ἐπεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις τῶν Ἐπισκόπων ἦσαν ἡ ἀνυπακοή, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί ἡ ἀποτείχισίς μου ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας δέν ἐδέχθη τήν αἴτησί μου, οὔτε κἄν εἰσῆλθε ἐπί τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, μέ τό αἰτιολογικό ὅτι αὐτή εἶναι καθαρῶς ἐκκλησιαστική ποινή, ἡ ὁποία δέν ἔχει  διοικητικές διαστάσεις (π.χ. μισθοδοσίας, συνταξιοδότησης, οἰκογενειακές ἐπιπτώσεις κλπ.) καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι καθαρά ὑπόθεσις τῆς Ἐκκλησίας.

Σᾶς ἀποστέλλω μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή Σεβασμιώτατε, καί τό ἔγγραφο ὑλικό τό ὁποῖο σχετίζεται μέ ὅσα ἀνωτέρω πολύ περιληπτικά σᾶς περιέγραψα.  Ἐπίσης σᾶς ἀποστέλλω καί κάποιο ὀπτικοακουστικό ὑλικό γιά νά δεῖτε, ἄν καί τά γνωρίζετε, τό πῶς λειτουργοῦν τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια καί τό πόσο ἐνδιαφέρονται γιά τά θέματα τῆς πίστεως.

Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν ἐξέλιξι τῆς ὑποθέσεως καί δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ἤθελα ἐπ’ οὐδενί νά ἐνταχθῶ σέ κάποια παράταξι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἡ κατά βάθος ἐπιθυμία μου ἦταν νά μεταβῶ εἰς τό ἅγιον Ὄρος καί νά τελειώσω τό ὑπόλοιπον τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου εἰς τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἄρχισα τήν μοναχική μου ἀφιέρωσι. Δεδομένου ὅμως τοῦ ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κατά κοινή ὁμολογία, διαρκῶς ἐπεκτείνεται καί προωθεῖται, μέ τελικό σκοπό τήν ἕνωσι καί ἀλληλοπεριχώρησι μετά τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν καί τήν συμπόρευσι καί ἔνταξι τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν παγκόσμια κατάστασι τῆς Νέας Ἐποχῆς, προσέτι δέ τήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων διά πνευματική καθοδήγησι καί ἐπιτέλεσι τῶν στοιχειωδῶν λειτουργικῶν των καθηκόντων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νά μήν καταθέσω τά ὅπλα καί τοιουτοτρόπως δώσω τήν ἐντύπωσι ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι ἐνίκησαν καί ἐξουδετέρωσαν κάποιον ὁ ὁποῖος ἀντιστέκετο στήν αἵρεσι.

Δι αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο Σεβασμιώτατε προσφεύγω σέ ἐσᾶς καί τήν ἀδελφότητά σας. Θά σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τίς σκέψεις μου καί τό τί ζητῶ ἀπό ἐσᾶς.

Ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἐκλήθηκα στό Ἐπισκοπικό καί κατόπιν εἰς τό Συνοδικό  Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο παρουσιάστηκα μέ τόν σκοπό τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεώς μου καί τῆς στηλιτεύσεως τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν ὁποία ἐμφοροῦντο οἱ ἐκκλησιαστικοί Δικαστές, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο «ἕτοιμοι δέ ἀεί πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος» (Β΄ Πετρ. 3,15).  Εἰς αὐτήν μου τήν ἐνέργεια συνηγοροῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε ὅταν ἐκλήθη νά δικασθῆ εἰς τήν Σύνοδο τῆς Τύρου, ἡ ὁποία εἶχε συγκροτηθῆ ἀπό δεδηλωμένους Ἀρειανούς.

Τήν τελική ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου φυσικά δέν τήν ἀνεγνώρισα, διότι ἀποτελοῦσε ἀπόφασι αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μέ κατεδίκασαν ὄχι γιά διάφορα προσωπικά μου παραπτώματα, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή μου καί ἀποτείχισί μου ἀπό αὐτούς, ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν ὁποία αὐτοί ἐμφοροῦντο.

Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι δέν εἶχα τό δικαίωμα νά ἀθωώσω καί νά δικαιώσω ἀπό μόνος μου τόν ἑαυτόν μου, διότι ἐσκέφθηκα ὅτι, πέραν τοῦ ὅτι δέν εἶχα πρός τοῦτο ἁγιογραφικά, κανονικά καί πατερικά ἐρείσματα, θά ἔδινα προσέτι ἐπιχειρήματα στούς Οἰκουμενιστές νά μέ κατηγορήσουν, ὅτι ἔχω κάνει δική μου Ἐκκλησία, δέν ἀναγνωρίζω κανένα κλπ.

Ἐπιτρέψτε μου εἰς τό σημεῖο αὐτό Σεβασμιώτατε νά κάνω μία παρένθεσι καί νά ἀναφέρω ὅτι ἡ ἰδική σας περίπτωσι εἶναι τελείως διαφορετική, διότι ἐσεῖς καταδικαστήκατε χωρίς κἄν νά δικαστῆτε (νά κληθῆτε δηλαδή κανονικά σέ δίκη, νά παραστῆτε, νά προσκομίσετε μάρτυρες, νά ἀπολογηθῆτε κλπ.). Ἡ ποινή λοιπόν πού σᾶς ἐπεβλήθη ἦτο κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτος σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη,  ὁ ὁποῖος γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωσι εἰς τό Πηδάλιο ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«Σημείωσαι δέ, ὅτι ἐπειδή εἰς τήν παροῦσαν Σύνοδον ἔξαρχος ἦτο ὁ Ἀρειανός Εὐσέβειος καί οἱ αὐτοῦ ἀκόλουθοι, διά τοῦτο ἀδιόριστον ἀφῆκε τόν παρόντα Κανόνα, ἵνα βοηθῇ εἰς αὐτούς ἐναντίον τῶν τότε διωκομένων Πατέρων ὑπ’ αὐτῶν, καί μάλιστα κατά τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Διά τοῦτο ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀλλά δή καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κατά τόν Σωκρ. βιβλ. ς΄ Κεφ. 18 κατηγόρησαν τόν Κανόνα τοῦτον πῶς δέν εἶναι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς τῶν Ἀρειανῶν∙ διότι καί τόν Ἀθανάσιον διά τοῦ Κανόνος τούτου ἐκάθῃραν οἱ Εὐσεβιανοί, καί τόν Χρυσόστομον ἐζήτησαν νά καθῄρουν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει κατ’ αὐτοῦ συναχθέντες Ἐπίσκοποι, ἐπειδή τάχα ἀφ’ οὗ καθῃρέθη, ἐπήδησεν εἰς τόν θρόνον, χωρίς νά ψηφίσῃ ἄλλη Σύνοδος τά περί αὐτοῦ. Καί ὁ Πάπας δέ Ἰννοκέντιος εἰς τήν ἐπιστολή ὁποῦ στέλλει πρός τούς Κωνσταντινουπολίτας ὑπέρ τοῦ Χρυσοστόμου κατηγορεῖ τόν τοιοῦτον Κανόνα κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. η΄. Κεφ. κς΄. Καί κατά τόν Δοσίθεον (σελ. 133, περί τόν ἐν Ἱεροσολύμ. Πατριαρχεύσ.), ἐπειδή, λέγω, καί οἱ Ἅγιοι οὗτοι τόν Κανόνα κατηγοροῦσιν, ἡ δέ δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος αὐτόν ἀποδέχεται, ὡς εἴπομεν, καί ἡ ς΄ Οἰκουμενική. Διά τοῦτο κάμνει χρεία νά προσδιορισθῇ, ἵνα μείνῃ ἀκατηγόρητος, ἤτοι, νά μήν ἔχῃ τόπον ἀπολογίας καί ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὁποῦ καθαιρεθῇ α΄. εἰς ἐγκλήματα φανερά καί δίκαια κατά τόν κη΄ Ἀποστολικόν∙   β΄. ὄχι ἀπό Σύνοδον μερικῶν μόνων Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί ἄλλου μέν δικαιοῦντος, ἄλλου δέ καταδικάζοντος, κατά τόν ιδ΄ τῆς ἰδίας ἐν Ἀντιοχείᾳ (τότε γάρ πρέπει ὁ Μητροπολίτης νά καλῇ καί ἀπό τούς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, διά νά θεωρῆται ἡ κρίσις, καί νά λύεται κάθε ἀμφιβολία κατά τόν αὐτόν), ἀλλά ἤ ἀπό τήν Σύνοδον ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί συμφώνως κατακρινόντων, ὄχι διαφωνούντων κατά τόν ιε΄. τῆς αὐτῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἤ ἀπό τήν Σύνοδον τοῦ Πατριάρχου τῆς διοικήσεως∙   γ΄. καί νά ᾖναι παρών ὁ κρινόμενος, καί τόπος ἀπολογίας νά δοθῇ εἰς αὐτόν κατά τόν οδ΄. Ἀποστολ. ἔξω μόνον ἄν ἐπροσκαλέσθη, καί δέν ἠπήντησε κατά τόν αὐτόν Ἀποστολικόν” (Ὑποσ. 2 στόν Δ΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου) καθώς καί “Σημείωσαι, ὅτι καί ἐκ τῶν πραχθέντων ὑπομνημάτων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπί Νεκταρίου Πατριάρχου περί Ἀγαπίου, καί Βαγαδίου τῶν ἀντεχομένων τῆς Ἐπισκοπῆς Βόστρης, ἅπερ ὅρα μετά τήν ἐν Σαρδικῇ Σύνοδον”, γίνεται φανερόν, ὅτι, δέν πρέπει νά καθαιρῇται Ἐπίσκοπος, ἄν δέν ᾖναι παρών εἰς τήν κρίσιν, οὔτε πρέπει νά καθαιρῇται ἀπό τρεῖς Ἐπισκόπους, ἤ δύω, ἀλλά ἀπό τήν ψῆφον τῆς συνόδου τῶν περισσοτέρων τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόπων, ὡς καί οἱ Ἀποστολικοί, φασί, Κανόνες διωρίσαντο, ὁ παρών δηλαδή οὗτος». Ἀλλά καί ὁ Παῦλος (Πράξεων κεφάλ. κε΄ 16) λέγει∙ ὅτι οὐδέ εἰς τούς Ρωμαίους ἦτο συνήθεια νά χαρίζεται ἄνθρωπος εἰς θάνατον (καί ἁπλῶς νά καταδικάζηται), ἄν πρῶτον ὁ κατηγορούμενος δέν ἔχῃ κατά πρόσωπον τούς κατηγόρους του, καί ἄν δέν λάβῃ ἄδειαν νά ἀπολογηθῇ διά τό ἔγκλημά του. “Οὐκ ἔστιν ἔθος Rωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, πλήν ἤ ὁ κατηγορούμενος κατά πρόσωπον ἔχοι τούς κατηγόρους, τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περί τοῦ ἐγκλήματος”. Καί ὁ Νικόδημος εἶπε πρός τούς Ἰουδαίους.  “Μή ὁ νόμος ἡμῶν κρίνῃ τόν ἄνθρωπον, ἐάν μή ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον, καί γνῶ τί ποιεῖ;” (Ἰωaν. ζ΄ 15) φησί γάρ ὁ Θεός περί τοῦ λατρεύσαντος θεοῖς ἑτέροις οὕτω πρός τόν Κριτήν.  Καί ἀναγγελῇ σοι, καί ἐκζητήσεις σφόδρα, καί ἰδού ἀληθῶς γέγονε τό rῆμα.  Γεγένηται τό βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ. Καί ἐξάξεις τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, καί τά ἑξῆς” (Δευτερ. ιζ΄ 4)» (Ὑποσ. 1 τοῦ ΟΔ΄ Κανόνος τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων).

Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ἄριστα ἐπράξατε πού ἀδιαφορήσατε γιά τήν ποινή πού σᾶς ἐπέβαλαν, δεδομένου καί τοῦ ὅτι ὁ διωγμός σας κατευθύνετο ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, λόγῳ τῶν Ὀρθοδόξων θέσεών σας. Ἀπορῶ μάλιστα γιά τό πῶς οἱ ἀντιοικουμενιστές Πατέρες ἐδῶ στήν Ἑλλάδα δέν τό διαδηλώνουν αὐτό ἐμπράκτως, μέ τό νά συλλειτουργοῦν μαζί σας δημοσίως καί εὐθαρσῶς καί νά θέτουν τοιουτοτρόπως τούς ἑαυτούς των μετά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως καί ὄχι μετά τῶν διωκτῶν καί αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων. Διότι μέ τήν στάσι των εἶναι σάν νά ἀναγνωρίζουν ὡς ὑπαρκτή καί κανονική τήν ἀνύπαρκτη ὄντως ποινή.

Εἰς τήν ἰδική μου ὅμως περίπτωσι δέν ἔγιναν ἔτσι τά πράγματα, διότι διεξήχθη σέ πρῶτο καί δεύτερο βαθμό ἡ ἐκκλησιαστική δίκη, παρ’ ὅτι καταγγείλαμε καί στά ἴδια τά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια καί στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας πολλές παρανομίες, οἱ ὁποῖες κατά τήν διαδικασία διεπράχθησαν ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, προκειμένου νά καταλήξουν εἰς τόν ἐπιδιωκόμενο καί προκαθορισμένο σκοπό τους.

Ὡς ἐκ τούτου μετά τήν τελική ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί προκειμένου, ὅπως προανέφερα, νά μήν κατηγορηθῶ ὅτι αὐτοδικαιώνω ἐγώ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό μου, προσέφυγα κατ’ ἀρχάς στούς ἀντιοικουμενιστές Πατέρες, δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχαν τότε ἀποτειχισμένοι. Προσέφυγα ἐπίσης καί σέ σεβαστούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ζητῶντας ἀπό ὅλους νά διαδηλώσουν δημοσίως καί γραπτῶς τήν θέσι των διά τήν ὑπόθεσι αὐτή, ἐγώ δέ τήν γνώμη τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων θά τήν ἐξελάμβανα εἰς τήν περίπτωσί μου ὡς γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένων δηλαδή τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστῶν. Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀφ’ἑνός μέν δέν θά ὑπελόγιζα τήν ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὡς ὑπό αἱρετικῶν ληφθεῖσα, ἀλλά τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων, ἀφ’ ἑτέρου δέ δέν θά ἀποφάσιζα ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου, πρᾶγμα ὄντως ἄγνωστο στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.

Παραδόξως λοιπόν, ἐνῶ πολλοί Πατέρες, ἰδιαιτέρως καί προσωπικῶς μοῦ ἔλεγαν καί μέ παρότρυναν νά συνεχίσω νά λειτουργῶ καί νά μήν ὑπολογίσω τήν ποινή πού  ἐπέβαλαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, δημοσίως καί γραπτῶς δέν κατέθεταν αὐτήν τήν γνώμη. Μάλιστα μοῦ ἀνέφεραν καί πολλά ἐπιχειρήματα, ὅπως τό ὅτι ἄν δεχθῶ τήν ποινή, εἶναι σά νά τούς ἀναγνωρίζω, ὅτι τούς δίδω ἀξία ἐνῶ αὐτοί εὑρίσκονται στήν αἵρεσι, ὅτι συνεργῶ στά σχέδιά των, τά ὁποῖα εἶναι ἡ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν, πάταξις κάθε ὀρθοδόξου ἀντιστάσεως κλπ. Αὐτά  ὅλα τονίζω, μοῦ τά ἀνέφεραν προφορικά, γραπτῶς ὅμως καί δημοσίως δέν ἔπαιρναν θέσι γιά εὐνοήτους προφανῶς λόγους.

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καί δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔπαιρναν δημοσίως  θέσι γιά τήν περίπτωσί μου, προσέφυγα εἰς τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἤδη πρό τεσσάρων ἐτῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἦτο  ἕνα ἀνώτατο θεσμικό ὄργανο, τό ὁποῖο ἀνεγνώριζε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμπράκτως, μία δέ ἀκυρωτική ἀπόφασίς του τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων θά με κατωχύρωνε εἰς τό νά συνεχίσω νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, χωρίς δηλαδή νά ἀποφασίσω ἐγώ  διά τόν ἑαυτό μου. Θά ἀποτελοῦσε προσέτι καί ἕνα ράπισμα ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, καί ἀκόμη μία ὁδό τήν ὁποία θά ἠδύναντο εἰς τό μέλλον νά ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι ἀποτειχισμένοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, ἐφ’ ὅσον δηλαδή οἱ ἀντιοικουμενιστές δέν ἔπαιρναν μόνοι των κάποιες βασικές ἀποφάσεις, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεως, σχετικά μέ τίς ποινές πού θά ἔβαζαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι στούς ἀποτειχισμένους.

Δυστυχῶς ὅμως Σεβασμιώτατε, καί ἐδῶ ἰσχύει ἡ παροιμία «κόρακας κοράκου μάτι δέν βγάζει». Διότι, ὅπως γνωρίζετε, πέραν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ Ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ πολιτική καί ἡ δικαστική συνοδοιποροῦν καί ἔχουν κοινό κέντρο κατευθύνσεων, τίς σκοτεινές  δηλαδή δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου ἤδη πρό δύο ἐτῶν εἶχα τήν πληροφορία ἀπό πρόσωπα πού γνωρίζουν ἀπό κοντά τό πῶς κινοῦνται οἱ Συνοδικοί Ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχει δοθῆ ἐντολή καί γραμμή στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας νά μήν ἀσχοληθοῦν μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἀλλά νά ἀφήσουν τά πράγματα ὡς ἔχουν, δηλαδή νά ἀφήσουν ἀσύστολους καί ἀνεξέλεγκτους τούς Ἐπισκόπους, διότι προφανῶς μεταξύ αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει ἀρίστη καί ἄψογος συνεργασία, ἡ ὁποία βεβαίως πάντοτε εἶναι εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ ἀπόφασις λοιπόν του Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τό ὁποῖο  κατ’οὐσία δέν ἠσχολήθη ἐπί τῆς οὐσίας τῆς προσφυγῆς μου, δέν μέ παρεξένεψε, ἀλλά ἀπεναντίας ἐπιβεβαίωσε τά ὅσα πρό διετίας εἶχα πληροφορηθῆ.

Σεβασμιώτατε ἔκανα αὐτή τή μικρή ἱστορική ἀναδρομή εἰς τήν ὑπόθεσί μου, ἀφ’ἑνός μέν γιά νά ἐνημερωθῆτε, ἀφ’ ἑτέρου γιά νά γνωρίζετε τίς θέσεις καί προθέσεις μου καί προσέτι γιά νά φθάσω εἰς τό διά ταῦτα, δηλαδή νά σᾶς ἀναφέρω τό τί ζητῶ ἀπό σᾶς.

Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα.

Ἡ γνώμη σας καί τοποθέτησί σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θά ἀποτελέση γιά μένα τήν θέσι τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου τοῦ ὅτι κατηγορήθηκα ὅτι ὑπάκουσα σέ αἱρετικούς δικαστές, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἀποσκοποῦσαν στό νά ὑποτάξουν κάθε ἀντίστασι ἐναντίον τῆς αἱρέσεως. Τό ὅτι δέν ἀνεγνώρισα τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων φαίνεται ἀπό τήν προσφυγή μου στούς ἀντιοικουμενιστές κατ’ ἀρχάς πατέρες καί κατόπιν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τό ὅτι καί μετά τήν ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου πάντοτε ὑπογράφω καί ὑποσημειώνομαι ὡς Ἱερομόναχος καί κυρίως φαίνεται ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ καί μέχρι σήμερα καί εὐχηθεῖτε ἕως ἐσχάτων πορεία μου καί ἀντίστασί μου στήν αἵρεσι. Μᾶλλον οἱ ἀντιοικουμενιστές πατέρες ἀνεγνώρισαν τήν ποινή  μου, ἐφ’ ὅσον δημοσίως καί γραπτῶς αὐτό δέν τό διαδηλώνουν, ὅπως κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀναγνωρίζουν καί τήν ἰδική σας ποινή ἀπό τήν Σερβική Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δηλαδή δέν συλλειτουργοῦν δημοσίως καί εὐθαρσῶς μαζί σας.

Ἡ ἀπόφασις καί τοποθέτησίς σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου παρακαλῶ ὅπως προσυπογραφῆ καί ἀπό τό δεδιωγμένο ἱερατεῖο τό ὁποῖο σᾶς περιβάλλει καί σᾶς ἀναγνωρίζει ὡς κανονικό Μητροπολίτη Ράσκας καί Πριζρένης, διά νά ἔχη ἡ ἀπόφασις αὐτή τήν μορφή καί τό κῦρος ὄχι ἑνός ἀτόμου, ἀλλά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως Ὁμολογητῶν Πατέρων.

Θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίσετε ὅτι ἐφ’ ὅσον κρίνετε ὅτι διά τίς προαναφερθεῖσες πνευματικές ἀνάγκες πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, ἐγώ κατά τήν ἐπιτέλεσί των δέν θά μνημονεύω, ὅπως διά τῆς ἀποτειχίσεώς μου ἔπραξα μέχρι τώρα, ἀλλά στήν συγκεκριμένη αἴτησι θά ἀναφέρω «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων».

Τέλος ἡ ἀπόφασίς σας αὐτή δέν θά ἔχη δι’ ἐμένα τήν ἔννοια καί θέσι τῆς ἀθετήσεως τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε βεβαίως τήν ἔννοια τῆς ἀθετήσεως τῶν ὅσων οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπιτάσσουν διά τήν θέσι τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς Συνόδου εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀλλά θά ἔχη τήν θέσι τῆς προσωρινῆς ἀπορρίψεως ὄχι τῶν θεσμῶν, ἀλλά τῶν συγκεκριμένων φορέων τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὅσον καί μέχρις ὅτου αὐτοί ἀπορρίπτουν δημοσίως καί Συνοδικῶς διά πλήθους ἔργων καί λόγων τήν Ὀρθοδοξία καί συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι τῶν ἐσχάτων καιρῶν.

Τό κείμενο αὐτό τῆς ἐπιστολῆς μου καθώς καί ἡ ἔγγραφη ἀπόφασί σας ἡ ὁποία θά μοῦ ἀποσταλῆ, ἐφ’ ὅσον ὑπογραφῆ ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό τούς κληρικούς τῆς ἀδελφότητός σας, θά δημοσιοποιηθοῦν σέ ὅλα τά μέσα ἐνημερώσεως (ἰστοσελίδες, ἐκκλησιαστικό τύπο κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε ἀφ’ἑνός μέν νά κατοχυρωθῶ εἰς τό θέμα τῆς συλλογικῆς καί ὄχι τῆς προσωπικῆς μου ἀποφάσεως, διά τήν δικαίωσι καί ἀθώωσί μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἐπιβεβαιωθῆ ἡ θέσις μου ὅτι δέν ἀναγνωρίζω οὔτε ἀποδέχομαι τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί προσέτι νά δηλώσω εὐθέως καί εὐθαρσῶς ὅτι καί ἐγώ συντάσσομαι καί ἀναγνωρίζω τούς δεδιωγμένους ἕνεκα πίστεως Πατέρες καί ἀδιαφορῶ διά τίς ποινές πού ἀντιστοίχως οἱ ἐντόπιοι αἱρετικοί Ἐπίσκοποι τούς ἐπέβαλαν. Αὐτή ἡ παγία θέσις μου Σεβασμιώτατε θά ἰσχύει φυσικά οἱαδήποτε ἀπόφασι θά λάβετε ἐπί τοῦ προβλήματος τό ὁποῖο σᾶς ἀνέθεσα προσωρινῶς νά ἐπιλύσετε, δηλαδή εἴτε θετική, εἴτε ἀρνητική.

Εὐχόμενος ὁ Κύριος νά σᾶς ἐνισχύη εἰς τόν ἀγῶνα σας διά τήν μέχρι τέλους πορεία σας, ὑποσημειώνομαι, ζητώντας τίς εὐχές καί εὐλογίες σας διά τόν ἰδικόν μου ἀγῶνα, καθώς καί τῶν πνευματικῶν μου ἀδελφῶν καί συναγωνιστῶν.



                            Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς





Υ.Γ. Σεβασμιώτατε, τήν παροῦσα ἐπιστολή δέν θά τήν κοινοποιήσω πουθενά μέχρι τῆς ἀπαντήσεώς σας, διά νά μή δεσμευθῆτε στίς ἀποφάσεις πού θά πάρετε, οὔτε φυσικά καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄν εἶναι ἀρνητική ἡ ἀπάντησί σας.
________________________________
Συνημμένα σᾶς ἀποστέλλω:
1.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 4/94 πράξι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀμπελακίων, μέ τήν ὁποία ἀνέλαβα ἐφημεριακά καθήκοντα στό ἐξωκκλῆσι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ Ἀμπελακίων.

2.                Τήν ἀπό 23.09.1999 ἐπιστολή μου πρός τόν Ἐπίσκοπο Λαρίσης κ. Ἰγνάτιο, τήν ὁποία κοινοποίησα μεταξύ ἄλλων καί πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ὁποίας γνωστοποίησα δημοσίως τήν ἀμετάκλητο ἀπόφασί μου, ὅπως διά τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, νά μή συμμετέχω στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

3.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 11/37/6.06.2005 κλήσι ἐμοῦ ὡς κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου Λαρίσης, στήν ὁποία περιλαμβάνονται τά εἰς ἐμένα ἀποδοθέντα παραπτώματα.

4.                Τό ἀπό 1.03.2005 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου δυνάμει τοῦ ὁποίου στήν προανακριτική ἐξέτασί μου ἀρνοῦμαι τήν βασιμότητα τῶν ἀποδοθέντων παραπτωμάτων.

5.                Τό ἀπό 2.09.2005 Ὑπόμνημά μου πρός τό Ἐπισκοπικό Δικαστήριο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης.

6.                Τό ἀπό 6.06.2007 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου.

7.                Τό ἀπό 18.04.2007 ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου αἴτημά μου περί Ὁμολογίας Πίστεως τῶν μελῶν - Ἐπισκόπων τοῦ Δικαστηρίου.

8.                Τό ἀπό 9.05.2007 ἔγγραφό μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τό ἀναφερόμενο σέ σχετικό φωτογραφικό ὑλικό, στό ὁποῖο ἐμφαίνονται Ἐπίσκοποι–μέλη τοῦ Δικαστηρίου συμπροσευχόμενοι καί ἐπισκεπτόμενοι τόν Πάπα.

9.                Τήν ἀπό 11.11.2008 Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος) καί τούς ἀπό 2.11.2009 ἐνώπιον τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου προσθέτους λόγους ἀκυρώσεως καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 21/2007 προσβαλλομένη ἀπόφασι.

10.              Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 3824/2012 ἀπόφασι τοῦ Δ΄Τμήματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δυνάμει τῆς ὁποίας τό ἐν λόγῳ Δικαστήριο ἐθεώρησε ἀπαράδεκτη τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου γιά τόν λόγο ὅτι ἡ καθαίρεσι ἔχει ἀμιγῶς πνευματικό χαρακτῆρα καί ὡς ἐκ τούτου τό Δικαστήριο δέν ἐξέτασε τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου.

11.              Ὀπτικοακουστικό ὑλικό τῆς δίκης εἰς τό Συνοδικό Δικαστήριο.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ









ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ



Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ



ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ



Γ΄ Μέρος

Θέλω ἐπιπροσθέτως νά ἐπισημάνω τό θέμα πού θίγετε εἰς τό σημεῖο αὐτό, τῆς ὑπερβάσεως δηλαδή τοῦ ὑπό ἐξέτασιν Κανόνος. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς:
«Ἐπίσης εἶναι ἄστοχη ἡ θέση ὅτι τά παραδείγματα τῶν παραπάνω Ἁγίων ἀποτελοῦν ὄχι ἁπλῶς ἐφαρμογή, ἀλλά καί «ὑπέρβαση καί αὐτοῦ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου» (σελ. 38). Ἡ ἔννοια τῆς ὑπερβάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἶναι ἐπινόησις τοῦ π. Εὐθυμίου, διότι πουθενά σέ κανένα Κανόνα δέν υἱοθετεῖται καί ἑπομένως εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ὑπέρβασις κινδυνεύει νά καταντήσει παράβασις ἀπό ὑπερβολικό, μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο, διότι ὁ διάβολος γνωρίζει νά πλανᾶ τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνον ἀπό τά ἀριστερά, ἀλλά καί ἀπό τά δεξιά».
Ἐδῶ πατέρες, ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ ὑπέρβασις τῶν ἱερῶν Κανόνων εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς αὐτό ὅμως τό συμπέρασμα, κατά τήν γνώμη μου, δύναται νά καταλήξη, μόνον ὅποιος δέν ἔχει μελετήσει κανένα ἀπό τούς βίους τῶν Ἁγίων. Διότι οἱ βίοι τῶν Ἁγίων μας εἶναι μία διαρκής καί συνεχής ὑπέρβασις τῶν ἱερῶν Κανόνων καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως· ὅ,τι δέ νομοθετοῦν οἱ ἱεροί Κανόνες εἶναι μέσα στά ὅρια καί τίς δυνατότητες τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Θά ἀναφέρω κάποια ἐλάχιστα παραδείγματα διά νά κατανοήσωμε, ὡς ἀπό τοῦ ὄνυχος τόν λέοντα.
Οἱ ἱεροί Κανόνες νομοθετοῦν νά τηροῦμε τίς καθιερωμένες νηστεῖες, Τετάρτης, Παρασκευῆς, Σαρακοστῶν καί ὡς ἐπιτίμια πολλές φορές γιά διάφορα ἁμαρτήματα (π.χ. οἱ Κανόνες τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ), θέτουν νηστεῖες καί ξηροφαγίες κατά τίς καταλυσίμους περιόδους, γονυκλισίες κλπ. Οἱ Ἅγιοι ὅμως βλέπομε, ὑπερβαίνοντες τά ὅρια αὐτά τῶν Κανόνων καί χωρίς νά ἐκτελοῦν κάποιο ἐπιτίμιο, ἀλλά ἁπλῶς γιά νά καταπολεμήσουν τά πάθη των, ἐνήστευον μέ τελεία ἀφαγία (ἀσιτεία) γιά πολλές ἡμέρες καί μάλιστα κατά τήν διάρκεια ὁλόκληρης τῆς ζωῆς των. Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ τόν ὕπνο των, ὅταν ἐκοιμῶντο εἴτε ἀκουμπισμένοι κάπου, εἴτε ὄρθιοι δεμένοι μέ κάποια σχοινιά, τόσο, ὅπως γράφουν τά συναξάρια των, ὅσο ἐχρειάζετο ὁ ἐγκέφαλος γιά νά μή διασαλευθῆ.
Οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπίσης νομοθετοῦν νά μήν περιφέρωνται οἱ μοναχοί ἄσκοπα ἀπό τόπον εἰς τόπον, χωρίς δηλαδή νά ὑπάρχη ἀνάγκη (π.χ. οἱ Κανόνες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς). Ἔχουμε ὅμως πολλούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔγκλειστοι καθ’ ὅλον τους τόν βίο, ὥστε οὔτε γιά οἱαδήποτε ἀνάγκη (ὅπως ἀσθένεια κλπ.) ἐξήρχοντο τῆς μονῆς ἤ τοῦ κελίου των. Ὑπάρχει ἐπίσης στά συναξάρια πλῆθος Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν αὐτόκλητοι μάρτυρες, δηλαδή παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τῶν εἰδωλολατρῶν καί τῶν δημίων καί ὁμολόγησαν τόν Χριστόν Θεόν ἀληθινόν, χωρίς νά τούς συλλάβουν. Οἱ Κανόνες ἁπλῶς βάζουν ἐπιτίμια εἰς αὐτούς πού θά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, ἀφοῦ τούς συλλάβουν οἱ εἰδωλολάτρες ἤ οἱ αἱρετικοί, οὐδόλως ὅμως ἀπαιτοῦν ἤ ἔστω ὑπονοοῦν τήν ἐκούσιο προσαγωγή τῶν Ἁγίων στούς δημίους.
Οἱ ἱεροί Κανόνες ἀκόμη ἀπαιτοῦν δι’ αὐτούς πού θά αὐτοκτονήσουν καί ἔχουν σώας τάς φρένας των, νά μήν ἐπιτελοῦμε τίποτε ἐκκλησιαστικό (μνημόσυνα, λειτουργίες, τρισάγια) ὑπέρ ἀναπαύσεώς των (ΙΔ΄ Τιμοθέου Ἀλεξανδρ.). Ἔχουμε λοιπόν Ἁγίες, οἱ ὁποῖες ἔπεσαν καί ἐγκρεμίστηκαν ἤ ἐπνίγηκαν ἐκουσίως  καί μέ σώας τά φρένας των, διά νά μήν ἀτιμασθοῦν ἀπό αὐτούς πού τίς συνέλαβον (π.χ. ἁγ. Πελαγία ἡ παρθένος πού ἑορτάζει στίς 8/10, οἱ Ἁγίες Δομνίκη, Βερίνη καί Προσδόκη πού ἑορτάζονται στίς 4/10 κλπ.).
Ἀπό ὅλα αὐτά πού ἀνέφερα γίνεται νομίζω κατανοητό ὅτι αὐτά τά ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε: «Ἡ ἔννοια τῆς ὑπερβάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἶναι ἐπινόησις τοῦ π. Εὐθυμίου, διότι πουθενά σέ κανένα Κανόνα δέν υἱοθετεῖται καί ἑπομένως εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι προφανῶς λάθος, διότι τά διαψεύδουν οἱ βίοι ὅλων τῶν Ἁγίων. Κατ’ αὐτόν, λοιπόν, τόν τρόπο ἀνέφερα ὅτι οἱ Ἅγιοι αὐτοί, τῆς πρώτης περιόδου δηλαδή τῆς εἰκονομαχίας, ὑπερέβησαν τόν Κανόνα, διότι οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ὅτι ἐστηρίχθηκαν στίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου, ἀλλά μόνον στήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί δέν ἀνέμεναν διαγνώσεις διά νά  ἀποτειχισθοῦν.
Ἀλλά κι ἔτσι, ὅπως τά λέτε, πατέρες, νά ἦσαν τά πράγματα καί ἡ αἵρεσις νά ἦταν κατεγνωσμένη, σέ ποιόν Κανόνα ἐστηρίχθηκαν οἱ Ἅγιοι αὐτοί γιά νά ἀποτειχισθοῦν, τήν στιγμή πού ὁ Κανόνας αὐτός τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐθεσπίσθη μετά ἀπό ἑκατό καί πλέον ἔτη; Δηλαδή οἱ Ἅγιοι αὐτοί ἔκαναν ὑπέρβασι ὅλων τῶν Κανόνων ἤ ἦταν Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας νά ἀποτειχίζωνται ἀνέκαθεν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τούς αἱρετικούς; Καί γιατί ἐσεῖς σήμερα ἐρευνᾶτε ἄν ἦταν ἤ ὄχι κατεγνωσμένη αἵρεσις, τήν στιγμή πού δέν ὑπῆρχε ὁ Κανόνας περί ἀποτειχίσεως, καί δέν στέκεσθε στήν οὐσία τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι διδάσκουν τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό ποιμένα, τόν ὁποῖο ὀνομάζουν λύκο καί φαρμακερό φίδι; Προφανῶς θέλετε ὅλα, δηλαδή ἁγ. Γραφή καί ἁγ. Πατέρες νά τά ἐντάξετε καί νά τά στρατολογήσετε στήν δυνητική ἑρμηνεία πού δίδετε ἐσεῖς εἰς τόν Κανόνα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ἀπραξία καί στήν συνοδοιπορία μετά τῆς αἱρέσεως.
Αὐτό ἀποδεικνύεται μέ τήν στάσι σας στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἀφ’ ἑνός μέν ἀναμένετε νά καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἔχετε  καταδικασμένη καί τήν ὀνομάζετε παναίρεσι, συγγράφετε δέ κείμενα καί βιβλία δι’ αὐτήν τήν παναίρεσι, ἐνῶ παράλληλα συνοδοιπορεῖτε ἐκκλησιαστικά μέ τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς καί ἀναγνωρίζετε τούς λύκους ὡς ποιμένες. Ὁ Μητροπολίτης σας (παραδόξως) ἀπό τή μιά τούς ἀναθεματίζει ἐπ’ Ἐκκλησίας, ἐνῶ συγχρόνως τούς ἀναγνωρίζει καί τούς ἐκθειάζει εὐκαίρως ἀκαίρως κλπ. Ὅλα αὐτά προφανῶς δέν ἐντάσσονται στήν ὀρθόδοξο Παράδοσι ἀλλά σέ μία παράδοσι ἰδική σας, στά μέτρα σας, τελείως προσωπική καί ἰδιότυπη.
Στή σελ. 9 γράφετε τά ἑξῆς ἄξια σχολιασμοῦ: «Στήν ἑπομένη παράγραφο (σελ. 28) πολύ σωστά διατυπώνει ὅτι “ἡ ἔκφρασις ‘κατεγνωσμένη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων ἤ Συνόδων’ δέν περιθωριοποιεῖ τήν Ἁγία Γραφή οὔτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία της, ἀλλά σημαίνει τό ἐπιπλέον”. Καί ὄχι μόνο σημαίνει τό ἐπιπλέον, ἀλλά σημαίνει ἐπίσης καί τό ἀντίστροφο. Ὅτι δηλαδή οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή περιθωριοποιεῖ ἤ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία τοῦ Κανόνος. Ἑπομένως, ἡ ἔκφραση, πού διατυπώνει “ἄν ὑπάρξει αἵρεσις, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται στήν Ἁγία Γραφή ἤ ἀκυρώνει κάποια ἐντολή καί διδασκαλία της, πρέπει ἀμέσως νά ἀποτειχισθοῦμε ἀπό τούς φορεῖς της, χωρίς νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό ἄν ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες ἤ τίς Συνόδους” (σελ. 28), εἶναι ἄστοχη καί λανθασμένη. Ἐδῶ ὁ π. Εὐθύμιος ἐπικαλεῖται τήν Ἁγία Γραφή καί μάλιστα τήν ὑπερτέρα αὐθεντία της σέ σχέση μέ τόν Ἱερό Κανόνα, γιά νά περιθωριοποιήσει τόν ἐν λόγῳ Κανόνα. Τό ὅτι μία αἵρεση ἀντιστρατεύεται τήν Ἁγία Γραφή, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι δέν ἔχουν λόγο καί ρόλο. Ἀπεναντίας σημαίνει ὅτι καλοῦνται προπάντων τώρα νά παίξουν κυρίαρχο ρόλο στήν διάγνωση καί ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν ἁρμόδιοι, λόγῳ τοῦ θείου φωτισμοῦ, τόν ὁποῖον διαθέτουν, νά διακρίνουν μέ ἀσφάλεια, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ αἵρεση ἀντιστρατεύεται τήν Ἁγία Γραφή ἤ κάποια ἐντολή της καί νά προχωρήσουν στή συνέχεια στήν καταδίκη της».
Ἐδῶ πατέρες, μᾶλλον δέν κατανοήσατε τί ἐννοῶ μέ τό «ἐπί πλέον» καί δι’ αὐτό προφανῶς γράφετε ὅτι «πολύ σωστά διατυπώνει». Ἄν τό κατανοούσατε, μᾶλλον θά ἐλέγατε ὅτι λανθασμένως τά διατυπώνω. Χρησιμοποιώντας ὅμως πάλι, τά γυαλιά τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί ὄχι τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τελικά καταλήγετε εἰς τό ὅτι καί δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις τῆς ἁγ. Γραφῆς νά ὑπάρξη, πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι ἔχουν τόν λόγο.
Δέν μᾶς διευκρινίζετε ὅμως, τί γίνεται, ὅταν αὐτοί οἱ συγκεκριμένοι γιά σᾶς «ἅγιοι» Πατέρες, δέν διαθέτουν τόν θεῖο φωτισμό καί ὄχι μόνον δέν ἐξασκοῦν τόν ρόλο τους, ἀλλά ἀπεναντίας συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι, τήν προωθοῦν καί τήν ἀποδέχονται πλήρως. Τότε προφανῶς οἱ πιστοί, ἀκολουθώντας  τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἀναμένουν πότε θά συνέλθουν οἱ Πατέρες καί ἡ Σύνοδος, ἐνῶ μέχρι τότε βεβαίως ἀκολουθοῦν τήν αἵρεσι καί ἀναγνωρίζουν τούς αἱρετικούς ὡς ποιμένας των.
Τό «ἐπί πλέον» λοιπόν τό ἀναφέρω ἐννοώντας ὅτι,  ἐφ’ ὅσον ὑπάρξη δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις τῆς ἁγ. Γραφῆς, ἡ καταδίκη τῆς αἱρέσεως αὐτῆς ἀπό τή Σύνοδο εἶναι κάτι τό «ἐπί πλέον», ἐφ’ ὅσον ἡ ἴδια ἡ ἁγ. Γραφή μᾶς διδάσκει νά ἀπομακρυνώμεθα καί νά ἀναθεματίζωμε κάθε ἕναν πού διδάσκει κάτι ἀντίθετο, ὄχι μόνον Ἐπίσκοπος, ἀλλά καί ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ἄν εἶναι αὐτός.
Ἐσεῖς τώρα, πατέρες, διδάσκετε ἀντίθετα ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, ἐφ’ ὅσον υἱοθετεῖτε τήν διάγνωσι τῆς αἱρέσεως ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας συνοδικῶς καί τήν μέχρι τότε ἀναμονή μας. Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια, ἐπί παραδείγματι, γιά τόν Αὐστραλίας Στυλιανό, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο, καί ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἕνα μεγάλο παραμύθι, καί ὁ Χριστός δέν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀναμάρτητος, ἀλλὰ κατέκτησε τὴν ἀναμαρτησία ὀλίγον κατ' ὀλίγον, μέ ἀγῶνες καί θυσίες, πρέπει νά γίνη διάγνωσις ἀπό τούς εἰδικούς γιά νά διαπιστωθῆ ἡ αἵρεσις καί μετά νά ἰδοῦμε τί θά κάνωμε, ἄν δηλαδή ὅπως ἰσχυρίζεσθε, θά τοῦ κάνωμε ὑπακοή ἤ ὄχι.
Τό ἴδιο κατά τήν γνώμη σας συμβαίνει καί μέ αὐτούς πού συνοδικῶς ἀπεφάσισαν τήν ἔνταξί μας στό Π.Σ.Ε., τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, χωρίς αὐτοί νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία κλπ. Θὰ κάνωμε δηλαδή ὑπακοή  καὶ θά τά ἀποδεχθοῦμε, ἐφ’ ὅσον τά ἀποδέχεται θεωρητικά καί πρακτικά ἡ Ἱερά Σύνοδος.
Ὅλα αὐτά, ὅμως, εἶναι ἀντίθετα ἀπό τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων καί δι’ αὐτό προφανῶς τά χρησιμοποιεῖτε γιὰ νὰ κατοχυρώσετε τίς ἀντιπαραδοσιακές θέσεις σας,  στηριζόμενοι μόνον στόν ὀρθολογισμό.
Ἐπιπροσθέτως εἰς τό σημεῖο αὐτό, αὐτά πού γράφετε, «Καί ὄχι μόνο σημαίνει τό ἐπιπλέον, ἀλλά σημαίνει ἐπίσης καί τό ἀντίστροφο. Ὅτι δηλαδή οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή περιθωριοποιεῖ ἤ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία τοῦ Κανόνος» εἶναι  λάθος· διότι ἁπλούστατα ἡ ἁγ. Γραφή δέν μπορεῖ νά «περιθωριοποιεῖ ἤ νά ἐπιβουλεύεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τήν αὐθεντία τοῦ κανόνος», ἐπειδή αὐτή ἐγράφη πρίν ἀπό τούς Κανόνες καί ἐπειδή αὐτοί συντάχθηκαν μέ βάσι τήν ἁγ. Γραφή καί πρός τόν σκοπό τῆς περιφρουρήσεώς της. Προφανῶς λοιπόν, αὐτά τά γράφετε ἐξισώνοντας τήν ἁγ. Γραφή μέ τούς ἱερούς Κανόνες γιά νά στηρίξετε τήν θέσι σας, ὅτι γιά κάθε αἵρεσι τόν μοναδικό λόγο τόν ἔχει ἡ Σύνοδος διά τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἀνεύθυνοι, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Στήν ἴδια σελίδα 10 γράφετε τά ἑξῆς: «Ὁ π. Εὐθύμιος στήν συνέχεια (σελ. 30) προσπαθεῖ νά δώσει ἀπάντηση στό ἐρώτημα, πότε ὁ αἱρετικός, ὁ ὁποῖος κηρύττει “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας αἵρεσιν”, παύει νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὀρθή ἡ θέσις ὅτι ὁ αἱρετικός, πού θά πλανηθεῖ ἀπό μιά αἱρετική διδασκαλία, καθίσταται ἀμέσως ξένος πρός τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἕνα ἄρρωστο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά ἐπαναφέρει μέ διαφόρους τρόπους (νουθεσίες κ.λ.π.) στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καί νά τό θεραπεύσει ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς αἱρέσεως. Ἐάν δέ ὁ αἱρετικός ἐξακολουθεῖ νά ἐπιμένει πεισματικά στίς αἱρετικές του διδασκαλίες, τότε τόν ἀποκόπτει ἀπό τό Σῶμα της ἐπίσημα διά τοῦ ἁρμοδίου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου της, δηλαδή τῆς Συνόδου. Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μέσα στούς κόλπους της ἄρρωστα μέλη εἴτε ἐξαιτίας αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, εἴτε ἐξαιτίας ἄλλων, ἠθικῆς φύσεως ἁμαρτημάτων, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἐφ. 5,27, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ π. Εὐθύμιος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξαιτίας τῆς Κεφαλῆς της, τοῦ Χριστοῦ, καί ἐξαιτίας τῶν μελῶν της ἐκείνων, πού ἔχουν θεραπευθεῖ ἀπό τήν νόσο τῆς ἁμαρτίας ἤ τῆς αἱρέσεως, δηλαδή τῶν Ἁγίων, καί ὄχι ἐξαιτίας τῶν μελῶν της, πού βρίσκονται ἀκόμη ὑπό θεραπείαν. Οὔτε μποροῦμε νά θεωρήσουμε τήν Ἐκκλησία “ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστη” (σελ. 30-31), ἐπειδή ἔχει μέσα στούς κόλπους της, μέχρι τήν ὁριστική ἀποκοπή τους, πολλά ἤ ὀλίγα,  ἄρρωστα μέλη λόγῳ αἱρέσεως».
Ἐδῶ, πέραν τοῦ ὅτι, ὅ,τι γράφετε εἶναι ἀμάρτυρο καί ἀστήρικτο ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς, θεωρεῖτε τήν Ἐκκλησία ἄσπιλο καί ἄμωμο μόνον ἐξ’ αἰτίας τῆς κεφαλῆς της καί ἐξ’ αἰτίας τῶν θεραπευμένων μελῶν της, δηλαδή τῶν Ἁγίων της. Παραλείπετε ὅμως, ἴσως ἐσκεμμένα, νά ἀναφέρετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος βασικά ἐξ’ αἰτίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Δηλαδή ἄν μία Ἐκκλησία δημοσίως καί συνοδικῶς ἀκολουθήση μία αἵρεσι ἤ ἀποδεχθῆ μία αἱρετική διδασκαλία, παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξ’ αἰτίας τῆς πίστεως. Αὐτό τό ἀναφέρει θαυμάσια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὡς ἑξῆς: «Τό γάρ μή ἔχειν σπίλον ἤ ρυτίδα, ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν, οὕτω νοείτω, τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα, οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῖς αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Βασίλειος» (Φατ. 28,79,123).
 Ἄλλο, λοιπόν, εἶναι τό νά ἔχη κάποιος ἀποδεχθῆ μία αἵρεσι καί ἄλλο εἶναι νά ἀποδεχθῆ τήν αἵρεσι συνοδικῶς μία τοπική Ἐκκλησία.  Τότε ἡ Ἐκκλησία αὐτή παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως. Δυστυχῶς ὅμως, πατέρες, ταυτίζετε ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες μέ τήν αἵρεσι καί δι’ αὐτό ὁδηγεῖσθε σέ λάθος συμπεράσματα. Βλέπετε ὅμως ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες παιδαγωγοῦν ὅλους τούς ἁμαρτωλούς μέ διάφορα ἐπιτίμια π.χ. στέρησι Θ. Κοινωνίας, νηστεία κλπ. Τόν αἱρετικό ὅμως τόν ἀποκόπτουν ἀπό τήν Ἐκκλησία ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι δέν εἶναι ἁπλῶς ἄρρωστος, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες, ἀλλά νεκρός. Ἡ νέκρωσις λοιπόν ἐπέρχεται διά τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες ἁμαρτίες περιέχουν στόν βαθμό τους μία ἀσθένεια μικρή ἤ μεγάλη. Ἡ ἀποκοπή λοιπόν ἀπό τή Σύνοδο τοῦ νεκροῦ, ἐξ’ αἰτίας τῆς αἱρέσεως, μέλους δέν ἔχει τήν ἔννοια ὅτι μέ τήν ἀποκοπή ἐπέρχεται ἡ νέκρωσις, οὔτε βεβαίως ὅτι ἄν δέν συνέλθη ἡ Σύνοδος νά τό ἀποκόψη αὐτό εἶναι ζωντανό. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ξεκάθαρα ὅτι διά τῆς αἱρέσεως ἐπέρχεται ἡ νέκρωσις εἰς αὐτόν πού τήν ἀποδέχεται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι αὐτό τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἐδέχθηκε ὅλες τίς ἄλλες κατηγορίες, ὅτι δηλαδή ἦταν ἁμαρτωλός, δέν ἐδέχθηκε ὅτι εἶναι αἱρετικός καί τό ἐδικαιολόγησε λέγοντας ὅτι ἡ αἵρεσις σέ ἀποκόπτει ἀπό τόν Θεό: «Ἀπῆλθον ποτέ τινές πρός τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα· ἤκουσαν γάρ ὅτι μεγάλην ἔχει διάκρισιν· καί θέλοντας δοκιμάσαι αὐτόν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῷ· σύ εἶ Ἀγάθων; ἀκούομεν περί σοῦ ὅτι πόρνος εἶ καί ὑπερήφανος· ὁ δέ εἶπε· ναί, οὕτως ἔχει. Λέγουσι πάλιν αὐτῷ· σύ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καί κατάλαλος; ὁ δέ εἶπεν· ἐγώ εἰμι· οἱ δέ πάλιν· σύ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καί ἀπεκρίθη· οὐκ εἰμί αἱρετικός. Καί παρεκάλεσαν αὐτόν λέγοντες· εἰπέ ἡμῖν, διατί τοσαῦτα εἴπομέν σοι καί κατεδέξω, τοῦτον δέ τόν λόγον οὐκ ἐβάστασας; Λέγει αὐτοῖς· τά πρῶτα ἐμαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ μου· τό δέ αἱρετικός, χωρισμός ἐστιν ἀπό Θεοῦ. Οἱ δέ ἀκούσαντες τήν διάκρισιν αὐτοῦ ἐθαύμασαν καί ἀπῆλθον οἰκοδομηθέντες» (Εὐεργεντινός, Β΄ τόμ. Ὑπόθεσις β΄, σελ. 56).
 Ἐσεῖς ὅμως δυστυχῶς, πατέρες, ἀντίθετα ἀπό τούς Ἁγίους,  ἐθεωρήσατε τήν αἵρεσι ὡς μία ἀσθένεια, ὅπως ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες. Καί δι’ αὐτό καταλήγετε εἰς τό συμπέρασμα: «Οὔτε μποροῦμε νά θεωρήσουμε τήν Ἐκκλησία “ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστη” (σελ. 30-31), ἐπειδή ἔχει μέσα στούς κόλπους της, μέχρι τήν ὁριστική ἀποκοπή τους, πολλά ἤ ὀλίγα, ἄρρωστα μέλη, λόγῳ αἱρέσεως».
Ἡ Ἐκκλησία, πατέρες, εἶναι ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστι, ὅταν ἐπισήμως καί συνοδικῶς ἀποδεχθῆ μία αἵρεσι ἤ χαράξη μία αἱρετική πορεία, ἐπειδή δέν ἔχει τήν πίστι τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Δέν εἶναι δηλαδή ἀνομοιόμορφη ἐσωτερικά, ἀλλά διαχρονικά. Τώρα, ἄν ἐσεῖς πιστεύετε ὅτι ἔχετε τήν πίστι τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων, ἐνῶ ἀνήκετε στό Π.Σ.Ε., ἐνῶ ἔχετε ἀναγνωρίσει τά μυστήρια τῶν Παπικῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν, ἔχετε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μετ’ αὐτῶν διά τῶν συμπροσευχῶν καί συνιερουργιῶν, ἔχετε ἄρει τά ἀναθέματα πού ἐκεῖνοι ἐπέβαλαν κλπ., αὐτό νομίζω πρέπει νά τό ἐρευνήσετε καί νά διαπιστώσετε  τί διδάσκουν οἱ Ἅγιοι καί ὄχι τί πιστεύετε ἐσεῖς.
Κατωτέρω στήν σελ. 10 ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Ἡ ἀπόφαση  τῆς Συνόδου δέν ἔχει ἁπλῶς μόνον τήν ἔννοια τῆς “ἀποδοχῆς”, ἀλλά ἐπιπλέον, ἀφ’ ἑνός μέν τῆς διαγνώσεως μιᾶς ἀρρωστημένης καταστάσεως, πού ἔχει καταστεῖ ἀνίατος, καί ἀφ’ ἑτέρου τῆς διασφαλίσεως τοῦ ὑπολοίπου ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ἀπό τήν ἀρρώστεια τῆς αἱρέσεως».
Ἐδῶ ὁμολογεῖτε ὅτι μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου διασφαλίζεται τό ὑπόλοιπο ὑγιές ἐκκλησιαστικό σῶμα. Στήν αἵρεσι τώρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀνομάσατε παναίρεσι, κατά τήν ὁποία δέν λαμβάνεται μία τέτοια ἀπόφασις ἀπό τήν Σύνοδο ἐπί δεκαετίες, τί συμβαίνει μέ τό ἐκκλησιαστικό σῶμα; Καί ὅταν ἐπί πλέον (ἀκόμη χειρότερα) ἡ Σύνοδος αὐτή λαμβάνει ἀποφάσεις ὑπέρ τῆς αἱρέσεως τί γίνεται μέ τό ὑγιές ἐκκλησιαστικό σῶμα; Τί εἴδους ποιμένες εἶναι αὐτοί πού δέν τό διασφαλίζουν; Πῶς δέ, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους καί τούς ἱερούς Κανόνες, θά διασφαλισθῆ γιά νά μή γίνη βορά τῶν ποιμένων (προβατόσχημων λύκων), ἐφ’ ὅσον εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι αὐτοί εἶναι οἱ φορεῖς τῆς αἱρέσεως; Πρέπει εἰς αὐτά τά σημεῖα νά μᾶς ἀπαντήσετε ἔχοντας, ὅμως, ὡς ὁδηγό ὄχι τήν λογική σας, ἀλλά τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους.
Στή συνέχεια γράφετε, πατέρες, πολλά γιά νά μᾶς πείσετε ὅτι μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ἐπέρχεται ἡ ἀποκοπή τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ πάλι ταυτίζετε τίς ἄλλες ἁμαρτίες μέ τήν αἵρεσι, προσπαθώντας νά δώσετε τόν ἀποφασιστικό ρόλο γιά τήν ἀποκοπή στήν Σύνοδο. Γράφετε τά ἑξῆς: «Ὅπως γιά παράδειγμα, ἕνας ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας, θεωρητικά καθίσταται μέν ψευδεπίσκοπος, λόγῳ τῆς σαρκικῆς πτώσεώς του, ὡστόσο ὅμως μέχρις ὅτου καθαιρεθεῖ συνοδικά, θεωρεῖται κανονικός ἐπίσκοπος καί ἐξακολουθεῖ νά τελεῖ ἔγκυρα μυστήρια, παρά τήν ἀναξιότητά του. Μόνον ὅταν καθαιρεθεῖ συνοδικά παύει νά εἶναι ἐπίσκοπος, διότι τότε χάνει τήν χάριν τῆς Ἱερωσύνης. Ἑπομένως, ἡ συνοδική πράξη τῆς καθαιρέσεως καί στή συνέχεια τῆς ἀποκοπῆς τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει τυπικό, ἀλλά οὐσιαστικό χαρακτῆρα».
Στά ἁμαρτήματα αὐτά πού ἀναφέρετε, πατέρες, δέν εἶναι νομοθετημένη ἡ ἀποτείχισις, ἀλλά ὄντως χρειάζεται ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Τί σχέσι ἔχουν ὅμως ὅλα αὐτά μέ τήν αἵρεσι; Μήπως εἴδατε κάπου ἡ ἁγ. Γραφή ἤ οἱ Ἅγιοι νά τά ταυτίζουν, ἤ ὅπως κάνετε ἐσεῖς, νά τά φέρουν ὡς παράδειγμα, ὡσάν νά ἐπρόκειτο περί αἱρέσεως, ἤ νά ἀναφέρουν ὅτι ὁ πόρνος ἐπίσκοπος εἶναι λύκος ἤ φαρμακερό φίδι; Ἐδῶ νομίζω ὑπάρχει μία ἠθελημένη σύγχυσις τῶν πραγμάτων, προκειμένου νά σταθῆ, ὡς μέ δεκανίκια, ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Στή συνέχεια, καί ἔπειτα ἀπό τά ἱστορικά παραδείγματα πού ἐπικαλεῖσθε, ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Κατά παρόμοιο τρόπο ὁ αἱρετικός, πού θά νοσήσει ἀπό τήν γάγγραινα τῆς αἱρέσεως, καθίσταται ἀνάξιος τῆς ἀρχιερωσύνης (ψευδεπίσκοπος). Ἐξακολουθεῖ, ὅμως, παρά τήν ἀρρώστια του, νά εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ὥστε λοιπόν ἡ αἵρεσις εἶναι ἀρρώστια ὅπως ἡ πορνεία καί ὁ φόνος καί δέν εἶναι θάνατος πνευματικός, ἐνῶ ὁ αἱρετικός εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τή Σύνοδο. Γιατί ὅμως δέν ἀναφέρετε ποῦ τό εὑρήκατε αὐτό γραμμένο καί γιατί νά τόν ἀποκόψη ἡ Σύνοδος ἄν εἶναι ἄρρωστο μέλος καί ὄχι νεκρό; Ἄν δέ, σύμφωνα μέ τά ἰατρικά παραδείγματα τῆς γάγγραινας, ἡ Σύνοδος ἀποκόπτει τό νεκρό μέλος, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν νεκρώνεται τό μέλος αὐτό λόγῳ τῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τή Σύνοδο ἀλλά λόγῳ τῆς αἱρέσεως στήν ὁποία ἔχει ὑποπέσει. Ἄν ὅμως εἶναι νεκρό τό μέλος πρίν τό ἀποκόψει ἡ Σύνοδος, τότε πῶς εἶναι, ὅπως ἀναφέρετε, μέλος τῆς Ἐκκλησίας; Ἔχει νεκρά μέλη ἡ Ἐκκλησία; Ὁ Θεός σύμφωνα μέ τό χωρίο (Ματθ. 22,32) εἶναι Θεός νεκρῶν ἤ ζώντων;
Πρέπει ὅλα αὐτά νά μᾶς τά ἐξηγήσετε πατέρες, διότι ἡ λογική σας καί τά ἰατρικά παραδείγματα πού ἐπικαλεσθήκατε χωρίς ἀναφορές στίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, εἶναι ἀσυμβίβαστα. Πρέπει ἐπίσης νά μᾶς ἀναφέρετε τί γίνεται, ὅταν ἡ Σύνοδος δέν ἀποκόψει τόν αἱρετικό ἀπό τό σῶμα της, ἀλλά ἀπεναντίας τόν ἐπιβραβεύει, ὅπως συμβαίνει στίς ἡμέρες μας· εἶναι δηλαδή καί αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας; Τί γίνεται ἐπίσης, ὅταν μία τοπική Ἐκκλησία ἀποδέχεται ἐπισήμως καί συνοδικῶς μία αἱρετική διδασκαλία ἤ χαράσσει μία αἱρετική πορεία; Εἶναι αὐτή ἡ τοπική Ἐκκλησία μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ;
Θά μποροῦσα, πατέρες, πολλά νά ἀναφέρω γιά ὅλα αὐτά πού γράφετε καί ἰσχυρίζεσθε, πλήν ὅμως τό θεωρῶ περιττό καί ἄσκοπο, διότι τὰ ἐπιχειρήματά σας δὲν στηρίζονται στὴν ἐκκλησιαστική Παράδοση· καὶ ὁ,τιδήποτε δέν θεμελιώνεται εἰς τήν ἁγ. Γραφή καί τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι μετέωρο καί ἐκπίπτει ἀπό μόνο του.
Θά  σχολιάσω στὴ συνέχεια δι’ ὀλίγων, τήν κριτική σας στά γραφόμενα τοῦ βιβλίου μου εἰς τό θέμα τοῦ ὅτι κάθε πιστός γίνεται κριτής ἤ δικαστής πρός συνοδικῆς κρίσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Γράφετε τά ἑξῆς: «Πέρα γιά πέρα ἄστοχοι καί ἐσφαλμένοι εἶναι ἐπίσης καί οἱ ἰσχυρισμοί του, ὅτι στήν “περίπτωση τῶν θεμάτων τῆς πίστεως ὁ κάθε πιστός γίνεται κριτής καί δικαστής πρό συνοδικής κρίσεως του ἀτάκτως περπατοῦντος ἐπισκόπου καί 'στέλλεται' ἀπό αὐτόν σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: «Παραγγέλομεν δέ ὑμῖν...» (σελ. 41-42). Ἀλλοίμονο, ἄν ὁ κάθε πιστός μεταβληθεῖ σέ κριτή καί δικαστή καί τοποθετήσει ἔτσι τόν ἑαυτό του ὑπεράνω Συνόδων καί Πατέρων καί ἔχει τήν ἀξίωση νά κρίνει τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως του κάθε ἐπισκόπου».
Ἤθελα ἐδῶ νά σᾶς ἐρωτήσω, πατέρες, τό ἑξῆς: Μέ βάσι ἔστω τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὅταν ἀποτειχίζεται ὁ κάθε κληρικός καί πιστός ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, δέν γίνεται κριτής τῆς ἀκεραιότητος τῆς πίστεώς του; Ἤ μήπως ἐδῶ κατ’ οὐσίαν ἀναιρεῖτε καί τήν δυνητική ἔστω ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Δυστυχῶς μὲ ὅσα ἰσχυρίζεσθε εἶναι σίγουρο ὅτι τὴν ἔχετε καταργήσει, προκειμένου νά γίνουν τά ἄνω κάτω στήν Ἐκκλησία.
Ἐδῶ ἐπιτέλους, ὅμως, ἀναφέρετε καί ἕνα Κανόνα καί γράφετε τά ἑξῆς: «Στούς πιστούς αὐτούς, πού θά φθάσουν σέ μιά τέτοια κατάσταση πλάνης καί ὑπερηφανείας ἁρμόζει ὁ λόγος τοῦ ΞΔ' (64ου) Κανόνος τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “Τί σεαυτόν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν;”».
Ἐδῶ κατ’ ἀρχάς δεικνύετε ὅτι δέν ἔχετε κατανοήσει τήν ἀποτείχισι καί τόν σκοπό της. Ὁ σκοπός λοιπόν τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι ἡ προσωπική διασφάλισις τοῦ κάθε πιστοῦ μέχρις ὅτου συνέλθει ἡ Σύνοδος καί βάλει τά πράγματα στή θέσι των. Αὐτό ἐσεῖς, δυστυχῶς, τό ὀνομάζετε στό σημεῖο αὐτό «κατάστασι πλάνης καί ὑπερηφανείας». Προφανῶς ἡ ἀπλανής καί ταπεινή κατάσταση εἶναι ἡ συμπόρευσις τοῦ κάθε πιστοῦ μέ τήν αἵρεσι μέχρι νά συνέλθη ἡ Σύνοδος.
Ὁ Κανόνας αὐτός πάλι τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς πού ἀναφέρατε, τί σχέσι ἔχει μέ τό ὑπό ἐξέτασιν θέμα τῆς αἱρέσεως; Ἔχει κάποια λογική συνάφεια; Δὲν κατανοεῖτε ὅτι αὐτός ἀναφέρεται στούς λαϊκούς, αὐτούς πού διδάσκουν δημοσίως καί ἐπ’ Ἐκκλησίας, καί τρόπον τινά προαρπάζουν τό διδακτικό ἀξίωμα τῶν Ἐπισκόπων καί ἱερέων; Ἐσεῖς βεβαίως τόν προσαρμόσατε καί τόν συρράψατε καί διά τά θέματα τῆς πίστεως.
Ἀπό ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἀναφέρατε, πατέρες, φαίνεται ὅτι ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, ἐσεῖς τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖτε, εἶναι νά ὑπάρχη τάξις καί ἡσυχία στήν Ἐκκλησία, νά βασιλεύη ὁ συνοδικός θεσμός, νά μήν γινώμεθα κριτές τῆς ἀκεραιότητος τῆς πίστεως τοῦ Ἐπισκόπου, κι ἡ ἀκεραιότητα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως ἄς γίνει κομμάτια! Προφανῶς γιά νά διευκολύνωνται οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τό ἔργο τους καί νά μήν ἀντιμετωπίζουν προβλήματα.
Φαίνεται ἐν συνεχείᾳ εἰς τά γραφόμενά σας, ὅτι σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ ἀντίληψις περί τῆς «ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως». Γράφετε συγκεκριμένα στήν σελ. 13 τά ἑξῆς: «Κάτι ἀνάλογο μέ τήν παραπάνω φράση θέλει νά ἐκφράσει ὁ π. Εὐθύμιος, ὅταν ὁμιλεῖ περί τῆς “ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως”. Μέ τήν φράση αὐτή θέλει νά δηλώσει ὅτι τό ἔνστικτο τοῦ κάθε πιστοῦ καί ὄχι ἡ γνώμη καί ἡ κρίσις πνευματικῶν ἀνδρῶν καί θεοφόρων Πατέρων, καλεῖται νά γίνει κριτής καί ὁδηγός στήν ἀποτείχιση καί ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο».
Καί ἀφοῦ ἀπαριθμεῖτε τά κείμενά μου εἰς τά ὁποῖα ὁμιλῶ διά τό θέμα αὐτό, καταλήγετε ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀντίληψις αὐτή εἶναι καινοφανής καί ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὐδείς Ἱερός Κανών ὁμιλεῖ περί “ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως”. Μία τέτοια θεώρηση καί ἀντιμετώπιση, πού βασίζεται στό ἔνστικτο, οὐσιαστικά καταργεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες, τό Πηδάλιο καί τίς Ἅγιες Συνόδους, ὁδηγεῖ σέ προτεσταντικές νοοτροπίες, ὅπου ὁ κάθε πιστός γίνεται ὁ ἴδιος ἡ Παράδοση, ἡ Ἐκκλησία.  Κάθε πιστός γίνεται ἕνας Πάπας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά ἀποφασίζει σέ θέματα πίστεως, χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό κανένα καί ἀπό πουθενά».
Εἶναι ὁλοφάνερο, πατέρες, πέραν τοῦ ὅτι πάλι καταθέτετε ἀμάρτυρες καί ἀστήρικτες ἀπόψεις, ὅτι ἐσεῖς, ὅταν στό τιμόνι τοῦ πλοίου εὑρίσκεται ἕνας τυφλός καί τό κοπάδι τῶν προβάτων τό καθοδηγεῖ ἕνας λύκος, μπορεῖτε νά εἶστε ἥσυχοι καί ἀμέριμνοι καί νά μήν ἀντιδρᾶτε ὡς ἐξ ἐνστίκτου ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπερχομένου κινδύνου. Καί φαίνεται, ἐπιπροσθέτως, ὅτι, τήν ὕπαρξι τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν θεωρεῖτε ὡς κάτι ἁπλό καί φυσιολογικό, μολονότι ἀποκαλέσατε τόν Οἰκουμενισμό παναίρεσι. Ἡ ἐξ ἐνστίκτου λοιπόν ἀποτείχισις εἶναι ἡ προσωπική ἀσφάλεια τοῦ κάθε πιστοῦ, ὅταν ἡ Σύνοδος δέν συνέρχεται γιά  νά καταδικάση τήν αἵρεσι.
Αὐτήν λοιπόν τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι ποὺ ἐσεῖς ἀπορρίπτετε,  τήν διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πρόεδρος τῆς Συνόδου ἡ ὁποία  ἐθέσπισε τόν ὑπό ἐξέτασιν Κανόνα. Λέγει λοιπόν ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους» (ΕΠΕ 12,400,31).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος, προκειμένου γιά τήν φυγή ἀπό τόν αἱρετικό ποιμένα, χρησιμοποιεῖ τήν λέξι «ἀποπηδῶ». Ἡ λέξις αὐτή στό λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἔχει τίς ἑξῆς ἔννοιες: «πηδῶ ἀπό τινός, καταλείπω, ἀποσκιρτῶ, ἐξέρχομαι ἀπό τήν φυσικῆς μου θέσεως, τρέχω πηδῶν, τινάσσομαι ἐπάνω ἤ ὀπίσω». Στό οὐσιαστικό ἐπίσης «ἀποπήδησις» ἔχει τίς ἔννοιες: «τίναγμα πρός τά ὀπίσω ἤ πρός τά ἄνω, ὡς ὅταν ρίψῃς σφαίραν μεθ’ ὁρμῆς ἐπί τοῦ ἐδάφους ἤ ὡς ὅταν δύο σώματα συγκρουόμενα τινάσσονται ὀπίσω». Ἡ λέξις αὐτή λοιπόν, πατέρες, καθώς καί ἡ παρομοίωσις τοῦ αἱρετικοῦ ποιμένος μέ τόν λύκο, ποῦ ἄραγε ὁδηγοῦν; Ἤ μήπως δίδουν περιθώρια ἄλλης ἑρμηνείας πέραν τῆς ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως;
Τό ἴδιο γιά τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀπομάκρυνσι ἀναφέρει καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος παρομοιάζει τούς  αἱρετικούς μέ φίδια. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Φύγωμεν οὖν τούς τάς πατρικάς ἐξηγήσεις μή παραδεχομένους, ἀλλά παρ’ ἑαυτῶν πειρωμένους εἰσάγειν τά ἐναντία, καί τάς μέν ἐν τῷ γράμματι λέξεις περιέπειν ὑποκρινομένους, τήν δέ εὐσεβῆ διάνοιαν ἀπωθουμένους· καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως. Ὁ μέν γάρ ἐνδακών τό σῶμα θανατοῖ πρόσκαιρα, τῆς ἀθανάτου ψυχῆς χωρίσας· οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὀδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει, καί προσφεύγωμεν τοῖς ὑποτιθεμένοις τά εὐσεβῆ καί σωτήρια, ὡς συνάδοντα ταῖς πατρικαῖς παραδόσεσι» (ΕΠΕ, 10,356).
 Οἱ ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου «...καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως» καί ἐπίσης «Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει», τί ἄλλο μπορεῖ νά σημαίνουν παρά τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι; Πῶς ἀπομακρύνεται κάποιος ἀπό ἕνα φίδι; Περιμένει ἄραγε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ἤ μήπως κυττάζει, ὅπως ἀναφέρετε, νά μήν κρίνη τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τοῦ κάθε Ἐπισκόπου; Καί ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τονίζει ὅτι ἡ παραμονή μας κοντά στούς αἱρετικούς μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό «οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὁδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς».
Δέν μπορῶ ὅμως εἰλικρινά πατέρες, νά κατανοήσω τό πῶς σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισις καί δέν σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ παραμονή κοντά στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Ἐπίσης, πῶς ἀναφέρετε ὅτι ἡ στάσις αὐτή τῶν πιστῶν «εἶναι καινοφανής καί ξένη πρός τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας» ἐνῶ ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία πουθενά δέν διδάσκεται ἀπό τούς Ἁγίους, εἶναι γιά σᾶς προφανῶς ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας.
 (Συνεχίζεται)





Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΑΠΑΝΤΗΣΗ σε ατυχη ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ





ΔΟΝΚΙΧΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ


ΔΙΕΞΑΓΕΙ Ο ΠΕΙΡΑΙΩΣ;


Ή ΑΠΟΚΟΙΜΙΖΕΙ ΣΚΟΠΙΜΩΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ


ΠΡΟΣ ΕΥΚΟΛΟΤΕΡΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ


ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ;


μητροπολίτης Πειραιῶς ἔστειλε τὴν παρακάτω ἐπιστολὴ στὸ ἱστολόγιο «Πατερικὴ Παράδοση» τὴν 28/2/2013, τὸ ὁποῖο ἀνάρτησε ἄρθρο μας. Διαβάσαμε τὴν ἐπιστολὴ καὶ μᾶς ἀπογοήτευσε ὁ τρόπος γραφῆς τοῦ Σεβασμιώτατου. Ἡ πρώτη μας σκέψη ἦταν, ὅτι δὲν χρειάζεται ἀνταπάντηση, καθὼς δὲν εἶχε δώσει τὴν ἐπιστολὴ στὴ δημοσιότητα, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαντοῦσε σὲ κανένα σημεῖο τοῦ ἄρθρου μας, παρὰ μόνο παρέθετε παραπλανητικοὺς συλλογισμούς. Ἂν ἀπαντούσαμε πάλι τὰ ἴδια θὰ γράφαμε.
Χθές, ὅμως, εἴδαμε ὅτι τὴν ἐπιστολή του αὐτὴ (μὲ ἐλάχιστες ἀλλαγές), τὴν ἔστειλε καὶ σὲ ἄλλους δικτυακοὺς τόπους, καὶ δημοσιεύτηκε ἤδη, ἕως τώρα, στὰ aktines.blogspot.gr/2013/03/blog-post_5.html καὶ romfea.gr/ektakta-nea-2/15866-2013-03-05-09-38-42.
Κατόπιν τούτου, νομίζουμε πὼς μιᾶς τέτοιας ποιότητος ἤθους καὶ ὕφους ἐπιστολή, ποὺ μέχρι πρότινος θὰ ἀδυνατούσαμε νὰ πιστέψουμε ὅτι ἐγράφη ἀπὸ χέρι ὀρθόδοξου ἐπισκόπου καὶ μάλιστα ἀγωνιστοῦ τῆς Πίστεως, δὲν πρέπει νὰ μείνει ἀναπάντητη. Βλέπετε ὁ χρόνος ξεσκεπάζει τὰ ἐνδόμυχα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ κρύφια, τὶς προθέσεις καὶ πάντα «τὰ κρυπτὰ φανερὰ παρίστανται».
Παραθέτουμε τὴν Ἐπιστολὴ τοῦ μητροπολίτη Πειραιῶς ποὺ μᾶς διεβίβασε τὸ ἱστολόγιο «Πατερικὴ Παράδοση» (γιὰ νὰ μπορεῖτε νὰ παρακολουθήσετε τὴν ἀπάντησή μας) καὶ στὴ συνέχεια θὰ σχολιάσουμε τὶς  ὑποτιμητικὲς γιὰ τὸν ἴδιο αὐτοαναιρέσεις καὶ ἀντιφάσεις καὶ τὶς ἐπικίνδυνες, πλέον, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διδασκαλίες καὶ ἀλλοπρόσαλλες πρακτικὲς ἑνὸς Ἐπισκόπου. Δὲν πρόκειται γιὰ προσωπικὴ ἀντιπαράθεση, ἀλλὰ γιὰ ἀντιμετώπιση μιᾶς ἀποπροσανατολιστικῆς τακτικῆς τοῦ Μητροπολίτη Πειραιῶς στὸ κρίσιμο θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ἀποδιοργανώνει καὶ ἀκυρώνει τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς αἱρέσεως.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
᾿Ακτὴ Θεμιστοκλέους 190

Πρός Τόν
Ἱστότοπο «ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ»

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 28ῃ Φεβρουαρίου 2013

Ἀγαπητοί καί πεφιλημένοι ἀδελφοί,
Ἐπί τοῦ κειμένου πού ἀνηρτήθη εἰς τόν διαδικτυακόν σας τόπο «Πρέπει ἐπί τέλους νά ξεκαθαρίσει τή θέση του-Οἱ ὀβιδιακές μεταμορφώσεις τοῦ κ. Σεραφείμ. Τά παιγνίδια τοῦ Πειραιῶς μέ τήν πίστη καί σωτηρία μας. Συλλειτουργεῖ μέ οἰκουμενιστές μασόνους», τῆς Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος πού ὑπογράφεται ἀπό τούς Ἐλλογιμωτάτους κ. Λ. Ντετζιόρτζιο, Πρόεδρο καί κ. Παν. Σημάτη, Γραμματέα, ἐπάγομαι τά κάτωθι:
1. Παρακαλῶ τούς ἀγαπητούς ἐν Κυρίῳ ἀδελφούς νά καταθέσουν ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ μίαν ἔστω δήλωσί μου ἤ ἀποδοχή τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἤ τῶν ὑπό τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατεγνωσμένων αἱρετικῶν καί κακοδόξων, μίαν ἔστω συνύπαρξι εἰς οἱονδήποτε χῶρον μετ’ αὐτῶν, μίαν ἔστω παρουσίαν μου πλησίον των εἰς οἱονδήποτε συνέδριον ἤ ἔστω μία ὑποδοχήν ἀποκεκομμένου ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικοῦ προσώπου, οὕτως ὥστε νά αἰτιολογοῦνται ἐνώπιον τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων οἱ ἀφιλάδελφες, σκληρές καί ἀνυπόστατες καταφορές κατά τῆς ἐλαχιστότητός μου.
2. Ἔχω διακηρύξει πλειστάκις ὅτι ὁ ἀνεπίγνωστος ζηλωτισμός ταυτίζεται μέ τόν συγκρητιστικόν οἰκουμενισμόν καί ὅτι αἱρετικός καί κακόδοξος καί ἀποκεκομμένος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ, εἰ μή ἐκεῖνος πού προβαίνει εἰς intercomunio μέ τήν αἵρεσι διότι αὐτό διακελεύουν οἱ θεοφόροι καί Ἅγιοι Πατέρες.
3. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος τυγχάνει κανονικός Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί κατά τό παριππεύσαν ἔτος διεκήρυξε τήν πίστι του εἰς τούς Ἁγίους καί Θεοφόρους Πατέρας μέ πολλαπλά ἱερατικά συνέδρια εἰς τήν κανονικήν του δικαιοδοσίαν, ἀκυρώνων οὕτω ἔργῳ τήν μεταπατερικήν κακοδοξίαν. Ὑπηρέτησεν δ’ εὐόρκως ἐπί 20ετίαν εἰς τήν Ἱ. Μητρόπολιν Πειραιῶς ὡς Πρωτοσύγκελλος Αὐτῆς καί πρωτοστάτησε εἰς τήν ἀνίδρυσι πολλῶν πρωτοποριακῶν πνευματικῶν ἔργων ἕν ἐκ τῶν ὁποίων τυγχάνει καί ὁ Σύνδεσμος Ἐπιστημόνων Πειραιῶς τό Δ.Σ. τοῦ ὁποίου τόν ἐτίμησε διά τήν καταλυτικήν συμβολήν αὐτοῦ εἰς τήν ἵδρυσί του καί μέ παρεκάλεσε νά τοῦ ἐπιδώσω τήν τιμητικήν πλακέτα.
4. Μέ αἰτιῶνται οἱ ἀγαπητοί ἀδελφοί ὅτι καταγγέλλων τήν παγανιστική καί σατανιστικήν ὀργάνωσι τῆς Μασονίας καί ἀποκαλύπτων τόν Ἑωσφορικόν θρησκευτικόν της χαρακτῆρα προβαίνω εἰς «ἔμμεση διαφήμησή της» δηλ. ὅποιος ἀναφέρεται σέ λοιμικήν νόσον καί εἰς τάς καταστροφικάς της συνεπείας καί ἐπιπλοκάς κατά τούς εὐγενεῖς ἀδελφούς «ἐντέχνως τήν διασπείρει» καί ἐν ταὐτῷ μέ αἰτιῶνται ὅτι δῆθεν συλλειτουργῶ μέ κατεγνωσμένους μασόνους Ἱεράρχας. Τούς παρακαλῶ νά ἀναφέρουν ἐπωνύμως καί μέ στοιχεῖα τῆς μασονικῆς αὐτοῦ ἰδιότητος ἕναν ἐξ αὐτῶν διά νά τόν ἀποκηρύξω δημοσίᾳ καί νά ἐκζητήσω τήν ἄμεσον καθαίρεσιν αὐτοῦ.
5. Ἔχω τήν ταπεινήν γνώμην ὅτι δέν ἐκλήθην ὑπό τοῦ ζῶντος Θεοῦ ὡς «σωτήρας» τῆς Ἐκκλησίας Του ἡ ὁποία δέν σώζεται ἀλλά μόνον σώζει ἀλλά ὡς ὁ ἔσχατος διάκονος αὐτῆς καί ὅτι δέν μοῦ ἀνετέθη ὑπό τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔργον Οἰκουμενικῆς Συνόδου (!!!!!!) διά τήν ἐν ταὐτῷ κανονικήν δίωξιν, δίκην καί καταδίκην συνεπισκόπων μου ἐρρειδομένη μάλιστα εἰς δηλώσεις αὐτῶν καί μόνον.
6. Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐπιρρωνύεται δυστυχῶς διά μίαν εἰσέτι φοράν ὅτι οἱ ἀγαπητοί ἀδελφοί τῆς Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως ἔχουν ἄμεσον ἀνάγκην πνευματικῆς βοηθείας ὑπό ἐμπείρου, χαρισματούχου καί ἐντός τῆς Ἐκκλησίας πνευματικοῦ πατρός.
Ἴλεως γενοῦ αὐτοῖς Κύριε!
Μετ’ εὐχῶν
Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ


Ἀπάντηση γιὰ τὸν Μητροπολίτη Πειραιῶς τῆς
«Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως ”Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»

1. Στὴν πρώτη παράγραφο-ἐρώτηση τοῦ μητροπολίτη Πειραιῶς, ἀντιστρέφουμε τὴν ἐρώτηση καὶ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀπαντήσει:
Τὰ «ἀναθέματα» κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ἀνέγνωσε τὰ δύο τελευταῖα χρόνια, κατὰ ποίων ἐστρέφοντο; Ὄχι κατὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ἡ «Ὁμολογία τῆς Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ποὺ καὶ ὁ ἴδιος ὑπέγραψε; Αὐτὸ τὸ κατάλαβαν ἀκόμα καὶ οἱ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ ἀπὸ μόνοι τους διαμαρτυρήθηκαν, γιατὶ ἡ «Ὁμολογία» τοὺς εἰκόνιζε εὐδιάκριτα καὶ τοὺς «ἐξωεκκλησίαζε»!
Μὲ αὐτούς, λοιπόν, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Πειραιῶς ἀναθεμάτισε, ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουμε ἐκκλησιαστικὴ «κοινωνία» καὶ νὰ τοὺς μνημονεύουμε; Καὶ ὁ πιὸ ἀφελὴς καταλαβαίνει πὼς ὄχι. Μήπως τότε, ὁ ἀναθεματισμὸς δὲν ἀφοροῦσε αὐτούς, ἀλλὰ κάποιους ἄλλους; Ἂς τοὺς κατονομάσει ὁ κ. Σεραφείμ, γιατὶ ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι εὔκολο νὰ μιλᾶμε ἀορίστως γιὰ Μασώνους καὶ Οἰκουμενιστές. Δὲν εἶναι ὅμως ἔντιμο, ἄλλο νὰ ἐννοοῦμε κι ἄλλο νὰ ἐπιτρέπουμε νὰ καταλαβαίνουν οἱ ἄλλοι. Γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀδικοῦμε λοιπὸν ἄθελά μας, καὶ γιὰ νὰ μὴ προκαλεῖ σύγχυση στὶς ψυχές μας, ὅπως καὶ στὶς ψυχὲς χιλιάδων πιστῶν, εἶναι πλέον ὑποχρεωμένος νὰ μᾶς καταθέσει-καταγγείλει τὰ ὀνόματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, καὶ συγκεκριμένα ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀναθεμάτισε. Ἂν δὲν τὸ κάνει (ὅπως δείχνουν τὰ γεγονότα) τότε σημαίνει ὅτι κυριολεκτικὰ «παίζει ἐν οὐ παικτοῖς». Τότε, κι ἐμεῖς, καλῶς ἐννοήσαμε, καὶ γι’ αὐτὸ γράψαμε ὅσα γράψαμε.
2. Ὁ Πειραιῶς, μὴ σεβόμενος τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῶν ὁποίων ἐπικαλεῖται τὰς δεήσεις καὶ εἰς τὴν μνήμη τῶν ὁποίων τελεῖ πανηγυρικὲς Θ. Λειτουργίες, καὶ ἐλπίζοντας ὅτι οὐδεὶς θὰ τολμήσει νὰ ἀντείπει στὶς δεσποτικὲς ἀποφάνσεις του, οἱ ὁποῖες διατυπούμενες ἀνεντίμως ἀνατρέπουν ὁλόκληρη τὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση γράφει: «Αἱρετικός καί κακόδοξος καί ἀποκεκομμένος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ, εἰ μή ἐκεῖνος πού προβαίνει εἰς intercomunio μέ τήν αἵρεσι διότι αὐτό διακελεύουν οἱ θεοφόροι καί Ἅγιοι Πατέρες»!!!
Αὐτὴ ἡ διακήρυξη τοῦ Πειραιῶς, ἔχουμε καταθέσει ὅτι εἶναι κακόδοξη. Τὴν ἀντικρούουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες. «Ἀποκεκομμένος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι καθένας ποὺ διδάσκει κακοδοξίες καὶ ἐμμένει σ’ αὐτές.
Πρὶν δὲ καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Ἅγιοι Πατέρες, ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὸν Μ. Βασίλειο, Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν Μᾶρκο Εὐγενικό, τὸν Νικόδημο Ἁγιορείτη συνιστοῦν ἀπομάκρυνση, χωρὶς οὐδεὶς νὰ θέτει ὡς ὅρο τὴν intercomunio. Αὐτοὺς ἐξάλλου δὲν ἀναθεμάτισε ὁ κ. Πειραιῶς; Ἢ μήπως κάποιους ποὺ παρέβησαν την intercomunio! Ἂς μᾶς τοὺς κατονομάσει.
Καινοτομεῖ ἐπικίνδυνα ὁ κ. Σεραφεὶμ μὲ αὐτὴν τὴν κακόδοξη διδασκαλία, στὴν ὁποία ἐπιμένει, παρόλο ποὺ τὴν ἀντέκρουσε (πρόσφατα καὶ δυὸ φορὲς ὡς τώρα) ἀκόμα καὶ ὁ πρωτοπρεσβύτερος καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης, ποὺ ὡς Πατρολόγος ἔχει εἰδικὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα. Ἔχει σημασία τὸ ὅτι τὴν ἀντικρούει ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ ὁποῖος –καλῇ τῇ διαθέσει– θεωροῦσε μπροστάρη τοῦ ἀντι-οικουμενιστικοῦ ἀγῶνα καὶ «λεόντα» τὸν Πειραιῶς.
Τὴν ἀντικρούει, ὅμως, καὶ ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς μὲ δύο πολυσέλιδα βιβλία καὶ δύο ἐπιπλέον ἀπαντήσεις σὲ ἀνάλογες τοποθετήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ μία μάλιστα, δημοσιεύουμε σὲ συνέχειες σὲ ἱστολόγια μὲ τίτλο «Ἁγιοπατερικὴ Ἀπάντηση σὲ ὀρθολογιστικὴ Κριτικὴ Μελέτη» καὶ ἀπευθύνεται στὸ  «Γραφεῖο ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων» τῆς Ἱ. Μ. Πειραιῶς, ἀφοῦ οἱ ἱερωμένοι ποὺ τὸ διευθύνουν δημοσίευσαν (μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ μητροπολίτη τους κ. Σεραφείμ) μιὰ ἀπίστευτη «κριτική», ποὺ ἀποκαλύπτει ἄγνοια τῆς ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ θέμα, στηρίζεται δὲ στὴ λογική τους.
3. Εἶναι φανερὸ ἐδῶ, ὅτι ὁ κ. Σεραφεὶμ θέτει στὴν ἴδια μοῖρα καὶ θεωρεῖ τὸ ἴδιο αἱρετικοὺς ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς Οἰκουμενισμοῦ, μὲ ἐκείνους ποὺ τὸν διδάσκουν, δηλαδή, τὸν ἀρχηγέτη τῶν Οἰκουμενιστῶν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τὸν μητροπολίτη Περγάμου, κ. Ἰω. Ζηζιούλα καὶ ὅσους ἄλλους. Μᾶς ἐκπλήσσει πολλαπλῶς ὁ κ. Σεραφείμ. Ἐπιδεικνύει τοιούτου εἴδους σοβαρότητα, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν βραβεύει τὸν π. Γεώργιο Μεταλληνὸ καὶ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση (ποὺ καταγγέλλουν τὶς αἱρετικὲς θεωρίες τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Βόλου) καὶ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία «βραβεύει» καὶ τὸν πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας Βόλου, κ. Ἰγνάτιο!!!
4. Ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολὴ τοῦ Πειραιῶς ἐξάγεται ἀβιάστως τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδεὶς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ζηζιούλα μὴ ἐξαιρουμένων, δὲν εἶναι Οἰκουμενιστής! Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατὶ ὁ κ. Σεραφεὶμ ἀρνήθηκε νὰ ἀπαντήσει ποιοί εἶναι οἱ Οἰκουμενιστές, ὅταν τὸν ἐρωτήσαμε δημοσίως. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας –μὲ «ἀνδρεῖο» φρόνημα– ἐκτόξευσε ἐκεῖνα τὰ «ἀναθέματα» ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Διότι ἐπώνυμοι Οἰκουμενιστὲς γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν! Κυνηγᾶ μόνο κάποια φαντάσματά τους. Καὶ τὰ φαντάσματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ «ἀναθεμάτισε» δὲν μποροῦν νὰ τὸν «πειράξουν»-ἐνοχλήσουν! Ἂν ἐπρόκειτο νὰ θίξει τοὺς πραγματικοὺς Οἰκουμενιστές, τοὺς ὑπαρκτοὺς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους, δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ ἀναφωνήσει τὰ ἀναθέματα!
Ἄρα ὁ Πειραιῶς ἀγωνίζεται, ὄχι ἐναντίον ὑπαρκτῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ ἐναντίον ἑνὸς Οἰκουμενισμοῦ ποὺ ἔχει δημιουργήσει στὴ φαντασία του. Καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐπιδεικνύει γενναιότητα ἀρχηγοῦ καὶ ἐπιτελικότητα ἀρχιστρατήγου!
5. Ἡ μητρόπολις Πειραιῶς παίζει τὸν ρόλο τῆς κολυμβῆθρας τοῦ Σιλωὰμ καὶ ταυτόχρονα τὸν Δούρειο ἵππο τῶν Οἰκουμενιστῶν στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία.
Π.χ.: α) Ἐλέγχει τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας ἐντὸς αὐτῆς τῆς Ἱεραρχίας γιὰ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «διηρημένης» Ἐκκλησίας, καὶ στὴ συνέχεια, χωρὶς οὐδέποτε ὁ Μεσσηνίας (ὁ ὁποῖος δημοσίᾳ –ἔργοις, λόγοις καὶ συγγραφαῖς– ὑποστήριξε αὐτὴν τὴν κακοδοξίαν) νὰ τὴν ἀναιρέσει. Βγῆκε ὅμως «ἀντ’ αὐτοῦ» στὸν ἠλεκτρονικὸ τύπο ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, καὶ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν κατηγορία, τὸν ἐβάπτισε ὀρθόδοξο στὴν Σεραφειμικὴ κολυμβῆθρα τοῦ Σιλωάμ.
β) Καταγγέλλεται, ἐπίσης, ὁ μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος ὡς ἡγέτης τῆς αἱρετικῆς μετα-πατερικῆς θεολογίας σὲ Ἡμερίδα στὸν Πειραιὰ (ποὺ ὁ κ. Σεραφεὶμ συνεκάλεσε)· ὁ ἴδιος ὁ κ. Σεραφεὶμ σιωπᾶ, ἀποδεχόμενος τὶς κατηγορίες ἐναντίον τοῦ Δημητριάδος. Καὶ μετὰ ἀπὸ ὀλίγες ἑβδομάδες, τὸν ὑποδέχεται θριαμβευτικὰ στὸν Πειραιά, καὶ τὸν ὀνομάζει «ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ»· αὐτὸν ποὺ ἡ Ἡμερίδα κατονόμασε ὡς μετα-πατερικὸ Οἰκουμενιστή! Στὴν παροῦσα δὲ ἐπιστολή, χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ καὶ ἀποκηρύξει ὁ κ. Ἰγνάτιος τὴν μεταπατερική θεολογία, χωρίς νὰ καταδικάσει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ψηφίστηκαν στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (καὶ τὰ ὁποῖα ὑποβαθμίζουν ἐπίσημα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ κομπάρσο τοῦ μωσαϊκοῦ τῶν αἱρετικῶν τοῦ Π.Σ.Ε.ύδους), χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη γιὰ τὴν μετα-πατερικὴ θεολογία, ὁ κ. Σεραφείμ τὸν ἀμνηστεύει. Μήπως πείστηκε ἀπὸ τὴν φτηνή, ἀστεία καὶ ἐξωφρενικὴ ἑρμηνεία ποὺ ἔδωσε ὁ Δημητριάδος στὸν ὅρο; Εἶπε ὁ ἀρχοντάρης Ἐπίσκοπος Βόλου Ἰγνάτιος, θεωρώντας πὼς ὁμιλεῖ σὲ νήπια:
«Αὐτό, ποὺ καλοῦμε “μετα-πατερική”, δὲν εἶναι “ἀντιπατερικὴ” θεολογία, ἀλλὰ θεολογία “μετά”,  δηλαδὴ  μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες»!!!
Τέλος, κατὰ τὴν βράβευση τοῦ κ. Ἰγνάτιου, ὁ Πειραιῶς μᾶς γνωστοποίησε ὅτι «ἦσαν συμμαθηταί»! Ἐννοοῦσε, λοιπόν, ὅτι οἱ πρὸς αὐτὸν φιλοφρονήσεις ὀφείλονται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονός; Θὰ δανειστοῦμε δυὸ σειρὲς ἀπὸ σχόλιο γιὰ τὸ συγκεκριμένο αὐτὸ σημεῖο. Γράφει ὁ σχολιαστής: «Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα Μητροπολίτα;; Μήπως πρέπει να ανησυχήσετε;; Καὶ εἶναι συμφοιτητὴς καὶ φίλος (ὁ Δημητριάδος);; Τί νὰ πεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος γιὰ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν παραβάτη;!». Καὶ συμπληρώνουμε: Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν συμφοιτητὴς τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος δὲν ἐπικαλέσθηκε τὴν σχέση τους αὐτή, ἀλλὰ ἔγραψε «καταπελτώδη» πραγματεία κατὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ!
6. Ἀλλὰ ἂς μείνουμε λίγο περισσότερο στὴν γνωστὴ «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», γιὰ νὰ δοῦμε, κατάλαβε τί ὑπέγραψε ὁ κ. Σεραφείμ; Ὁπότε (ἐφ’ ὅσον εἶναι σίγουρο ὅτι κατάλαβε), εἶναι φανερὸ πὼς σήμερα μᾶς «δουλεύει», κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο.
Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ Σεβασμιώτατος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐπισκόπους ὑπόγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ». Σ’ αὐτὴν σαφῶς δηλώνεται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση καὶ ἡ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μᾶς ἐκβάλλει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ εἶχαν γραφεῖ καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ἐνσυνείδητα ὑπέγραψε ὁ κ. Σεραφείμ, ἀσφαλῶς γιατὶ εἶχε τὸν σκοπό του:
«Αὐτὴν τὴν παναίρεση ἔχουν ἀποδεχθῆ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων πολλοὶ πατριάρχες, (οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μας) ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί. Τὴν διδάσκουν “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ”, τὴν ἐφαρμόζουν καὶ τὴν ἐπιβάλλουν στὴν πράξη κοινωνοῦντες παντοιοτρόπως μὲ τοὺς αἱρετικούς, μὲ συμπροσευχές, ἀνταλλαγὲς ἐπισκέψεων, ποιμαντικὲς συνεργασίες, θέτοντας οὐσιαστικῶς ἑαυτοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἡ στάση μας ἐκ τῶν συνοδικῶν κανονικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν Ἁγίων εἶναι προφανής».
Καὶ μιὰ καὶ ἡ «Ὁμολογία» στηριζόταν στοὺς Ἁγίους, ἂς μεταφέρουμε τί λέγει ἕνας μόνο ἐκ τῶν Ἁγίων, ὁ Μ. Βασίλειος στὴν πρὸς «Δυτικοῖς» ἐπιστολή του:
Οἱ καταδικασμένοι ἀπὸ Σύνοδο καὶ ἄρα γνωστοὶ ὡς αἱρετικοί –γράφει– εἶναι λιγότερο ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐκείνους ποὺ ἐξωτερικὰ εἶναι ἐνδεδυμένοι μὲ δέρμα προβάτου καὶ ἐμφανίζονται ὡς Ὀρθόδοξοι, ἐνῶ ἐσωτερικῶς κατασπαράσσουν ἀνηλεῶς τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ (σ.σ. ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές). Διότι, συνεχίζει, ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ ἐμᾶς, πολὺ πιὸ εὔκολα παραπλανοῦν τοὺς πιστούς. Αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς κρυπτοαιρετικούς –συνεχίζει– «ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν τελειότητά σας, νὰ γνωστοποιηθοῦν δημοσίως εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε ἤ –ἂν ὀρθοποδήσουν (εἰς τὴν ἀλήθειαν)– νὰ ἀνήκουν εἰλικρινῶς μαζί μας, ἤ –ἐὰν παραμείνουν διεστραμμένοι– νὰ διατηροῦν μεταξύ των μόνον τὴν βλάβην, χωρὶς νὰ δύνανται ἐξ αἰτίας τῆς ἀπροφυλάκτου ἐπικοινωνίας (μαζί των) νὰ μεταδίδουν τὴν ἀσθένειάν των εἰς ὅσους τοὺς πλησιάζουν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ μνημονεύσωμεν αὐτοὺς ὀνομαστικῶς (Μτφρ. γερ. Νικοδήμου Μπιλάλη). Τὰ ἴδια λέγει καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ ἄλλοι Πατέρες.
Ποιοί, ὅμως, εἶναι αὐτοὶ οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ ἐπίσκοποι; Συγκαταλέγεται σ’ αὐτοὺς καὶ ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος; Ἡ «Ὁμολογία» τὸν ζωγραφίζει μὲ ἔντονα χρώματα, ἀλλὰ δὲν τὸν κατονομάζει. Σαφῶς, ὅμως, δὲν θέτει ἡ «Ὁμολογία» ὡς ὅριο καὶ κόκκινο πανὶ τὴν διακοινωνία, (ὅπως ἀντιπατερικῶς διδάσκει ὁ Πειραιῶς) ἀλλὰ τόσες ἄλλες οἰκουμενιστικὲς ἀντι-Κανονικές πράξεις, ὅπως π.χ. τὶς θεομίσητες συμπροσευχές!
Λίγο μετὰ τὴν δημοσίευση τῆς «Ὁμολογίας», ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ ἐπιστολὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο (ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ «Ὁμολογία» τὸν ζωγράφιζε) ἀπειλεῖ: «Παρακαλοῦμεν, ὅθεν, τὴν Ὑμετέραν Μακαριότηταν καὶ τὴν περὶ Αὐτὴν τιμίαν Ἱεραρχίαν ὅπως τὸ ταχύτερον δυνατὸν λάβη ἐπισήμως θέσιν ἔναντι τῆς φερομένης “Ὁμολογίας Πίστεως” καὶ τῶν ὑπογραψάντων αὐτὴν κληρικῶν... Ἡ Ὁμολογία” αὕτη διαλαμβάνει ἐν παραγράφῳ τὴν διακήρυξιν ὅτι πάντες οἱ ἐπικοινωνοῦντες πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ συμπροσευχόμενοι μετ’ αὐτῶν θέτουν ἑαυτοὺς αὐτομάτως ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Τοῦτο σημαίνει ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι ...ὡς μετέχοντες εἰς τοιαύτας ἐπαφὰς καὶ διαλόγους ἔχουν αὐτομάτως θέσει ἑαυτοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας!!! Οἱ ὑπογράφοντες τὴν “Ὁμολογίαν” διὰ τοῦ τρόπου τούτου κηρύσσουν πάντας ἡμᾶς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας... εἶναι ἀδιανόητον οἱ ἐπίσκοποι οὗτοι, διὰ μὲν τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐν λόγῳ Ὁμολογίας” νὰ διακηρύσσουν ὅτι πάντες οἱ μετέχοντες εἰς τὰς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων ἐπαφὰς “θέτουν ἑαυτοὺς αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας”, ἐν δὲ τῇ λειτουργικῇ καὶ λοιπῇ αὐτῶν ζωῇ νὰ θεωροῦν ἑαυτοὺς ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῶν, μνημονεύοντες μάλιστα καὶ τοῦ ὀνόματος αὐτῶν ἐν τῇ Θεία Λειτουργία...» (http://www.amen.gr/article694).
Ἄρα, ὁ Πατριάρχης κατάλαβε καλά τί λέγει ἡ «Ὁμολογία» ποὺ ὑπέγραψε ὁ κ. Σεραφείμ. Ὁ ἴδιος λοιπόν, γιατί προσποιεῖται μὲ τρόπο ποὺ δὲν τὸν τιμᾶ, ὅτι δὲν κατάλαβε τίποτα; Ἀκόμα καὶ ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος τὸ κατάλαβε, καὶ παρόλο ποὺ διαφωνοῦμε μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀπέσυρε τὴν ὑπογραφή του, ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Γόρτυνος κράτησε τουλάχιστον μιὰ συνεπῆ μὲ τὶς θέσεις του στάση. Ὁ Πειραιῶς ὅμως, δὲν ἀπέσυρε τὴν ὑπογραφή του, ἀποδεικνύοντας μιὰ σχιζοφρενικὴ συμπεριφορά. Θέλει νὰ εἶναι «καἰ μὲ τὸν ἀστυφύλαξ καὶ μὲ τὸν χωροφύλαξ».
Ἀλλὰ δὲν τελειώσαμε τὴν παρουσίαση ἀποδείξεων, ὅτι ὁ κ. Σεραφεὶμ ὑποκρύπτει ἀπάτη καὶ δόλο στὴν ἀπάντησή του, γιατὶ παρόλο ποὺ ξέρει καλὰ γιὰ ποιούς ἐγράφη καὶ ποιούς στοχοποιοῦσε ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» τὸ ἀποκρύπτει! Τοῦ ὑπενθυμίζουμε μιὰ ἀκόμα ἀπόδειξη.
πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης, ἐκφράζων τὴν ταραχὴ τοῦ κ. Βαρθολομαίου γιὰ τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»  ἔγραψε τὸ ἄρθρο «Ἐνισταμένων "Ὁμολογία Πίστεως"». Σὲ αὐτὸ ἐξεπέλυε σφοδρὴ ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ κυρίου συντάκτου τῆς «Ὁμολογίας» π. Θεοδώρου Ζήση, τὸν ὁποῖο δὲν ὀνομάζει μέν, ζωγραφίζει εὐκρινῶς δέ, γράφων: Οἱ συντάξαντες τὴν “Ὁμολογία” «ἔχουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπιφοιτᾶ ἀποκλειστικὰ μόνο μέσα στὸ καθηγητικὸ γραφεῖο τους... ἢ τὴν ἀρχισυνταξία κάποιου θεολογικοῦ περιοδικοῦ!». Καὶ παρακάτω ὁ π. Γ. Τσέτσης γράφει: «προφανῶς κύριος συντάκτης αὐτῆς (τῆς «Ὁμολογίας» ), ἦταν τότε, ὡς λαϊκὸς ἀκόμη καθηγητής, θεολογικὸς σύμβουλος τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν ἀνωτέρω Διάσκεψη (Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, 1986)», δηλ. ὁ π. Θεόδωρος!
Ἄρα ἡ “Ὁμολογία” τὴν ὁποία ὑπέγραψε ὁ κ. Σεραφείμ καταγγέλει τοὺς «Ὀρθόδοξους» ὑψηλὰ ἱστάμενους Οἰκουμενιστές, ποὺ ὅλοι τοὺς γνωρίζουμε, πολλοὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς κατονομάζουμε, ἀλλὰ οἱ μόνοι ποὺ δὲν τοὺς κατονομάζουν εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι, φοβούμενοι τὶς κυρώσεις!
Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ αἰχμὴ κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ μητροπολίτη Πειραιῶς λίγο παρακάτω: τοῦ ὑπενθυμίζει ὁ π. Γ. Τσέτσης, τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλει στὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὁ κ. Σεραφείμ: «θὰ μποροῦσε νὰ θέσει κανεὶς καὶ ἕνα ἐρώτημα σὲ ὅσους... ἀποδέχθηκαν (τὴν ”Ὁμολογία”) ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ τὴν προσυπέγραψαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ λάβουν κάποτε τὴν χάρη τῆς ἱερωσύνης καὶ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀπὸ χέρια καταξιωμένων Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου... Τώρα οἱ ἐν λόγῳ ἱερωμένοι, ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου, ἀνακάλυψαν ὅτι οἱ χειροτονήσαντες αὐτοὺς Ἱεράρχες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ σημερινὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἦταν “οἰκουμενισταὶ” εὑρισκόμενοι, κατὰ τὴν ἀντίληψή τους, “ἐκτὸς Ἐκκλησίας”; (Φαναριώτικη πολεμικὴ ἐνάντια στοὺς ἀγωνιστὲς κληρικοὺς ποὺ ὑπέγραψαν τὴν «Ομολογία Πίστεως», 4/6/09, http://thriskeftika.blogspot.gr/2009/06/blog-post_8669.html).
Αὐτὰ τὸ 2009.
Ἔτσι ὁ Πειραιῶς, ἔχοντας εἰσχωρήσει στὸ χῶρο τῶν λεγόμενων ἀντι-οικουμενιστῶν, εἴτε ὑπολογίζοντας σοβαρῶς τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ μήνυμα, εἴτε χρησιμοποιώντας το ὡς ἄλλοθι γιὰ νὰ μὴν καταγγείλει συγκεκριμένα ὀνόματα, παίζει μεταξὺ ὀξείας καταγγελίας κάποιων ἀόρατων Οἰκουμενιστῶν καὶ  ἐλέγχου  τοῦ ἀγῶνα τῶν πιστῶν ἐναντίον τῶν πραγματικῶν Οἰκουμενιστῶν. Μέσα στὸ παιχνίδι αὐτὸ εἶναι καὶ ὁ ἀποχαρακτηρισμὸς τοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου ἀπὸ τὸ προσωνύμιο τοῦ ἀρχηγέτη τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ τοῦ ἀποδίδεται. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Πειραιῶς, πότε ἐνθυμούμενος ὅτι χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνη εἰς τὸν χειροτονήσαντα αὐτὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, καὶ πότε ἐπικαλούμενος τὴν δυσχερῆ θέση τοῦ ἐμπερίστατου Φαναρίου, λὲς καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ ἐπιβάλλουν τὴν διατύπωση τῶν θεολογικῶν κακοδοξιῶν, ἢ ὅτι –ἀκόμα κι ἂν τοῦ ὑποβάλλουν– ὡς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θυσιάσει τὴν Πίστη ὑπακούοντας στοὺς Τούρκους καὶ ὅσους κρύβονται πίσω τους, γιὰ νὰ μὴ χάσει τὸ θρόνο του!
Καὶ φτάσαμε στὸ ἀναπάντεχο: ὁ ἐκτοξεύσας ἀναθέματα κατὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, νὰ προσέρχεται στὴν ὑποδοχὴ (κατὰ τὴν ἔλευσή του στὴν Ἑλλάδα) τοῦ ἐμπίπτοντος στὰ Σεραφειμικὰ ἀναθέματα Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τῆς Συνοδείας αὐτοῦ!!!
Νὰ λοιπόν, ἄλλη μιὰ «κολυμβῆθρα τοῦ Σιλωάμ» καὶ γιὰ τὸν Πατριάρχη. Ἀπέκτησε εἰδικότητα σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ «βαπτίσματα» ὁ Πειραιῶς!
Ὅσα τώρα ἐπηκολούθησαν, δὲν ἀποτέλεσαν ἔκπληξη, ἀλλὰ φυσικὸ ἐπακόλουθο γιὰ ἀνθρώπους ἐπαμφοτερίζοντες! Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀπειλὲς τοῦ Πατριάρχη καὶ τὶς «ὑπενθυμίσεις» τοῦ π. Γ. Τσέτση ὅτι ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς ὀφείλει τὴν χειροτονία του στὸν κ. Βαρθολομαῖο, ὁ κ. Σεραφείμ, ἄλλαξε τὴν στάση του. Διαβάστε τί εἶπε στὸν δημοσιογράφο Νῖκο Παπαχρῆστο στὶς 13 Ἀπριλίου 2011:
«...Θέλω αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ κάνω μία δήλωση, ὅτι ἀποδέχομαι ἀπόλυτα τὶς κινήσεις καὶ τὶς θέσεις τοῦ παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ...ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἕνα ὑπεροχικὸ πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνας πρωτιστεύων πρωθιεράρχης τεραστίου βεληνεκοῦς, καὶ καταλαβαίνω τὴν ἀνάγκη του, γιὰ νὰ ὑπάρξει μέσα στὸ βαθὺ καὶ σκληρὸ Κεμαλικὸ Τουρκικὸ καθεστὼς ἡ ἀνάγκη του στηρίξεως στὰ διεθνὴ φόρα, καὶ τὶς κινήσεις ποὺ κάνει καὶ τὴν προσπάθεια νὰ ἀμβλύνει τὰ πράγματα. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἐπίσκοπος ἔχω τὴν ὑποχρέωση νὰ κινηθῶ πέραν τῆς διπλωματίας καὶ πέραν τῆς ἁβροφροσύνης καὶ νὰ πῶ τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους. Καὶ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴ τὴν εὐθύνη ποὺ ἐπωμίζεται ὁ παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν τὰ πράγματα.
»Ἔχω τὴν μεγαλειώδη τιμὴ νὰ ἕλκω τὴν ἀρχιερωσύνη μου … ἀπὸ τὸν παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο…, εἰλικρινῶς τὸ λέω αὐτὸ μὲ συγκίνηση βαθειά..., ἕλκω τὴν χειροτονίαν μου ὡς ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Πάνσεπτον Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην μὲ ἐκλογή του, στὸ ὄνομα τὸ δικό του ὁμολόγησα τὴν Ὁμολογία μου ὡς ἐπίσκοπος, ἀσφαλῶς αὐτὰ ποὺ ὁμολόγησα αὐτὰ καὶ διακρατῶ... Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι ἡ Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ προσυπέγραψα, ἐκφράζει αὐτὴ τὴν Ὁμολογία τῶν Πατέρων στὸ σύγχρονο γίγνεσθαι. Σήμερα ὑπάρχει μία παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ...
»Θεωρῶ τὸ θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ὅτι πηγάζει ἀπὸ ἕναν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλον, διότι οἱ Ἱεροὶ κανόνες εἶναι σαφεῖς, σαφέστατοι… Ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος τὸ ἐπιλύει τὸ θέμα μὲ σαφήνεια. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποτειχιστοῦμε γιὰ κάποιους λόγους ἁβροφροσύνης ἂν θέλεις, πολιτικῆς, διπλωματίας, ὅπως προανέφερα προηγουμένως ἀνάγκης στηρίξεως στὰ διεθνὴ fora καὶ διάφορα ἄλλα, ἀντιλαμβάνεσθε τί ἐννοῶ, παρὰ μόνο σὲ ἕνα: τὴν intercommunio. Ἐὰν ὑπάρξει intercommunio, δηλ. κοινωνία στὴν αἱρετικὴ παρέκκλιση ἢ ἀπόκλιση, μὲ κοινὸ ποτήριο καὶ ἕνωση, τότε μόνο ἐπιβάλλεται ἡ ἀποτείχιση».
Αὐτὰ λοιπόν, τὰ ἄκρως ἀνακριβῆ καὶ συνειδητῶς ἀντιπατερικὰ εἶπε ὁ κ. Σεραφεὶμ χωρὶς τύψεις, χωρὶς αἰδῶ. Ὅμως, ἄλλα λέγει κυρίως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὰ καὶ ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» ποὺ ὑπέγραψε ὁ κ. Σεραφείμ, ὅπως καταδείξαμε παραπάνω. Ἡ «Ὁμολογία» καταδεικνύει μὲ σαφήνεια ὅτι ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι ἀπὸ τοὺς προεξάρχοντας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὸ ὅλοι τὸ κατάλαβαν, περισσότερο δὲ ὅλων ὁ κ. Βαρθολομαῖος, δι’ αὐτὸ καὶ ἀντέδρασε, ζητῶντας καὶ ὁ ἴδιος προσωπικῶς, καὶ ὁ δεξιός του βραχίων (ὁ κ. Ζηζιούλας) τὴν τιμωρία τῶν ὑπογραψάντων τὴν «Ὁμολογία».
Ὁ μόνος ποὺ δὲν τὸ «κατάλαβε» –ἂν καὶ ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία»– εἶναι ὁ Πειραιῶς! Γι’ αὐτὸ καὶ ὑποδέχθηκε τὸν Πατριάρχη, ὅταν ἦρθε στὴν Ἑλλάδα καὶ πρὶν ὑπογράψει στὴν «Ὁμολογία Πίστεως» ὁ κ. Σεραφεὶμ καὶ μετά!
Ἀλλ’ ἐπίσης, ὁ μόνος πάλι ποὺ τὸ κατάλαβε καὶ τὸ χρησιμοποίησε γιὰ νὰ βαπτίσει καὶ τὸν Πατριάρχη ὡς Ὀρθόδοξο στὴν Σεραφειμικὴ κολυμβῆθρα τοῦ Σιλωάμ, ἦταν πάλι ὁ κ. Σεραφείμ. Γι’ αὐτὸ χρησιμοποίησε μὲν «ἀναθέματα» ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, ποὺ ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἀπευθύνονταν στὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ἄφησε ἐπὶ πλέον νὰ καλλιεργεῖται ἡ πεποίθηση ὅτι τὸν θεωρεῖ Οἰκουμενιστή, καὶ ταυτόχρονα ἀποκαλοῦσε τὸν Πατριάρχη ὡς «πρωτιστεύοντα πρωθιεράρχη τεραστίου βεληνεκοῦς», ἀπαλλάσσοντάς τον ἀπὸ τὴν κατηγορία τοῦ Οἰκουμενιστῆ!
Καὶ στὴν παροῦσα ἀπάντησή του, οὔτε τὸν Πατριάρχη θεωρεῖ Οἰκουμενιστή, οὔτε τὸν Δημητριάδος, οὔτε τὸν Μεσσηνίας, οὔτε κανέναν ἄλλο ἀπὸ τὴν Οἰκουμενιστικὴ παρέα.
5. Δὲν θὰ ἀπαντήσουμε σὲ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Σεραφείμ, διότι ἡ ἀπάντησή μας θὰ πάρει μεγάλες διαστάσεις. Ἀκροθιγῶς σημειώνουμε γιὰ ὅσα γράφει στὴν § 4 τῆς ἐπιστολῆς του: Ἀσφαλῶς, δὲν θέλησε νὰ καταλάβει κι ἐδῶ τί ἐννοούσαμε. Κι ὅμως εὔκολα συμπεραίνει κανεὶς διαβάζοντας τὸ κείμενό μας, ὅτι ἡ διατύπωση τῆς φράσεως πὼς ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς προβαίνει εἰς «ἔμμεση διαφήμηση τῆς Μασωνίας», διετυπώθει ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς δικῆς του καταγγελίας, ὅτι «πηγὴ καὶ μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τυγχάνει ἡ Μασωνία», καὶ μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι κι ἂν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι Μασῶνοι, οἱ συμπροσευχὲς καὶ οἱ ἀναφορὲς τῶν Οἰκουμενιστῶν σὲ Ἕνα Θεό Πάντων, ταυτίζεται μὲ τὶς διακηρύξεις καὶ τὴν ἰδεολογία τῆς Μασωνίας ἀφοῦ διευκολύνουν τὴν πίστη στὸν χωρὶς ὁμολογιακὲς ἀποχρώσεις Θεὸ τῆς Μασωνίας, δηλ. τὸν ἀπρόσωπο Μ.Α.Τ.Σ., τὸν «Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος», ποὺ σαφῶς διευκολύνει τὸν δρόμο πρὸς τὸν Ἀντίχριστο.
6. Καὶ στὴν § 5 σημειώνει: «...δέν μοῦ ἀνετέθη ὑπό τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔργον Οἰκουμενικῆς Συνόδου (!!!!!!) διά τήν ἐν ταὐτῷ κανονικήν δίωξιν, δίκην καί καταδίκην συνεπισκόπων μου ἐρρειδομένη μάλιστα εἰς δηλώσεις αὐτῶν καί μόνον».
Πάλι ἔμμεσα μᾶς διαβάλλει, ἢ ἐννοώντας ὅτι τοῦ ζητήσαμε κάτι τέτοιο, ἢ ὅτι ἐμεῖς ἐπιδιώκουμε αὐτὸν τὸν ρόλο. Τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ζητήσαμε ἢ ἐπιδιώκουμε. Ἁπλὰ καὶ μόνο προσπαθοῦμε ὡς ἁμαρτωλὰ καὶ ἐμεῖς μέλη Χριστοῦ, νὰ ἐφαρμόσουμε κι ἐδῶ τὶς Ἐντολές Του, γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ σπίτι μας, τὴν «Ἐκκλησία», μιμούμενοι καὶ ἐφαρμόζοντες, τὸ κατὰ δύναμη, τὶς διδασκαλίες καὶ τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων· στὴν περίπτωση ποὺ κάποιοι ψευδοποιμένες ἐπιχειροῦσαν νὰ τοὺς παραπλανήσουν, καὶ κινδύνευα νὰ ἀφομοιωθοῦν ἀπὸ τὴν αἵρεση αὐτοί, οἱ συγγενεῖς τους, τὰ παιδιά τους καὶ οἱ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί τους, ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τοὺς αἱρετίζοντες.
7. Ὡς πρὸς τὴν κατάληξη τῆς Ἐπιστολῆς του, ὅτι «οἱ ἀγαπητοί ἀδελφοί τῆς Φιλορθοδόξου Ἑνώσεως ἔχουν ἄμεσον ἀνάγκην πνευματικῆς βοηθείας ὑπό ἐμπείρου, χαρισματούχου καί ἐντός τῆς Ἐκκλησίας πνευματικοῦ πατρός. Ἴλεως γενοῦ αὐτοῖς Κύριε!», ἀπαντοῦμε ὅτι, ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἀρνούμαστε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη πνευματικοῦ. Νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι ἔχουμε φροντίσει γι’ αὐτό. Κανεὶς πνευματικός μας δὲν βρίσκεται ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐθαιρέτως διατείνεται. Ὁ πνευματικὸς μάλιστα τοῦ συντάκτη τοῦ παρόντος, ἔχει ἐπαινεθεῖ ἐπανειλημένως (μέχρι καὶ ἐσχάτως) ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Πειραιῶς.
«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις ”Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»