Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Διετείνατε τά σκέλη παντί παρόδῳ

Πυκνώνουν τα σύννεφα του Οικουμενισμού που σκεπάζουν την Ορθοδοξία

 

 
 
Ο Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ
 
«Διετείνατε τά σκέλη παντί παρόδῳ»

(Μ. Αθανασίου, Έργα 10, Πατερικές Εκδ. “Γρ. ο Παλαμάς”, σελ. 256-259).

Οι φιλο-αιρετικοί όλων των εποχών έχουν ευμετάβολο χαρακτήρα, γιατί πάσχουν στον τομέα της πίστεως. Ως εκ τούτου δέχονται εύκολα τις παρερμηνείες του Ευαγγελίου και της Ιεράς Παραδόσεως, αλλοιώνοντας τα νοήματα των πατερικών κειμένων και υποχωρώντας στους αιρετικούς. Πραγματοποιούν ελαφρά τη καρδία το θέλημά τους, ωσάν να ήσαν «αγοραίαι υπάρξεις», όπως αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος για τους αιρετικούς της εποχής του, και έτσι συσσωρεύουν σύννεφα συγχύσεως και επιτρέπουν τις «ακρίδες» της αιρέσεως να πλήξουν το σώμα της Εκκλησίας.

Διαβάζοντας τις εκκλησιαστικές ειδήσεις κανείς, καταλαμβάνεται από απογοήτευση και θυμό, γιατί, ενώ βλέπει να αυξάνουν αδιάντροπα, και με γεωμετρική πρόοδο, οι καταλυτικές της Κανονικής και κυρίως της Δογματικής τάξεως της Εκκλησίας ενέργειες των Οικουμενιστών, αυτοί που ακόμα θέλουν να ονομάζονται επίσκοποι Χριστού, ως άλλος Ιωνάς, έχουν κατέβει σε κάποιο αμπάρι και κοιμούνται και ρέγχουν, παρόλο που το σκάφος της Εκκλησίας κατευθύνεται προς Θαρσίς.

Όταν θα γνωστοποιηθούν τα λεχθέντα από μεγαλόσχημο ιερωμένο στο νέο Συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου (άρχισε χθες), θα καταλάβουμε όλοι, ότι οι Οικουμενιστές έχουν αφεθεί ανενόχλητοι να παίζουν το παιχνίδι της καταλύσεως της Εκκλησίας.

Εκπλήσσει τον αναγνώστη το γεγονός ότι, τα όσα αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος για τους αιρετικούς της εποχής του, ταιριάζουν «γάντι» στους σύγχρονους διακινητές της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και όσους τους ανέχονται. Γράφει ο Άγιος:

«Και κατηγορείτε (σεις οι αιρετικοί) με πολύ ευκολία τους Πατέρες, με απλή πρόφαση, ότι τάχα κάποιες λέξεις που αυτοί χρησιμοποιούν δεν προέρχονται από την Αγ. Γραφή· εσείς όμως, σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στον προφήτη Ιεζεκιήλ (κεφ. 16, στ. 25) “ανοίγετε τα σκέλη σας εις κάθε διαβάτην”(*), ώστε να μεταβάλλετε τους εαυτούς σας τόσες φορές, όσες θέλουν εκείνοι που σας πληρώνουν και σας δίνουν να τρώτε.

Αλλά, ακόμη και αν κανείς δεν αναφέρει λέξεις αυτούσιες από την Αγ. Γραφή, κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει, εάν έχει ευσεβή διάνοια (και εκφράζει το “πνεύμα” των Γραφών). Aντίθετα, ο αιρετικός άνδρας, και αν ακόμη χρησιμοποιεί λέξεις από τις Γραφές, επειδή η χρήση Γραφικών ρητών δεν τον κάνει λιγότερο ύποπτο επι αιρέσει, ούτε αίρει την διαφθαρά του νου του, γι’ αυτό θα ακούση παρά του Πνεύματος· “Διατί συ ομιλείς και αναφέρεις τας εντολάς μου και αναλαμβάνεις εις το στόμα σου την διαθήκη μου;”».

Το αρχαίο κείμενο: «Καί κατηγορεῖτε μεν εὐχερῶς τῶν πατέρων, προφασίζεσθε δέ ἁπλῶς τάς λέξεις ὡς ἀγράφους, καί κατά τό γεγραμμένον “διετείνατε τά σκέλη παντί παρόδῳ”, ὥστε τοσαυτάκις ὑμᾶς μεταβάλλεσθαι, ὁσάκις ἄν ὑμᾶς οἱ μισθούμενοι καί χορηγοῦντες ὑμῖν βούλωνται. καίτοι κἄν ἀγράφους τις λαλῇ λέξεις, οὐδέν διαφέρει, ἕως εὐσεβῆ τήν διάνοιαν ἔχει. ὁ δέ αἱρετικός ἀνήρ, κἄν τάς ἀπό τῶν γραφῶν χρήσηται λέξεις, οὐδέν ἧττον ὕποπτος ὤν καί τόν νοῦν διεφθαρμένος ἀκούσεται παρά τοῦ πνεύματος “ἵνα τί σύ ἐκδιηγῇ τά δικαιώματά μου καί ἀναλαμβάνεις τήν διαθήκην μου διά στόματός σου”».

Ακραία θέση και ακραίος χαρακτηρισμός κατά των σύγχρονων αιρετικών, θα πουν κάποιοι· αλλά αυτή είναι η σκληρή πραγματικότης, κι αν θέλετε είναι ακόμα πιό σκληρή, αν δεχθούμε ως αληθινό (αποφεύγοντας δικές μας τοποθετήσεις), αυτό που έγραψε ένας από τους κορυφαίους θεολόγους της εποχής μας, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Ότι δηλαδή, η ένωση των «εκκλησιών» ήδη «υπεγράφη στο κρεβάτι της ανωμαλίας».

Και να, κάποιες αποδείξεις σκοπίμων και ένοχων υποχωρήσεων, δια των οποίων παραδίδεται αμαχητί η Ορθοδοξία στα χέρια των αιρετικών:

1. Οι παπικοί θέλουν να τους αναγνωρίσουμε ως Εκκλησία.

Και το Πατριαρχείο τους έκαμε τη χάρη κι εμείς, αλλοιωθέντες όχι “τω πνεύματι”, αλλά από την παναίρεση του Οικουμενισμού, αν και εν αρχή αντιδρώντες, προοδευτικά το αποδεχθήκαμε: το Βατικανό, πλέον, στις συνειδήσεις των πολλών, είναι «αδελφή εκκλησία»!

2. Οι Προτεστάντες θέλησαν να μας εντάξουν στην ομάδα των «εκκλησιών» τους.

Κι εμείς ενταχθήκαμε, καυχόμενοι για το ότι ανήκουμε ισότιμα στην παναιρετική τους ομάδα του Π.Σ.Ε.!

3. Οι αιρετικοί μας ζήτησαν να συμπροσευχόμαστε μαζί τους.

Κι εμείς, ακυρώνοντας τους Ι. Κανόνες που μας δεσμεύουν για το αντίθετο, τους κάναμε τη χάρη, στην αρχή διστακτικά και διακριτικά, κατόπιν με τη μέθοδο “δύο βήμα μπρος, ένα πίσω”, και σήμερα ελεύθερα πια και αναίσχυντα, συμπροσευχόμεθα αδιαλείπτως με κάθε αιρετική ομολογία, ομάδα και παραφυάδα, σε συνέδρια, σε αρτοκλασίες, σε εσπερινούς, σε αγιασμούς παπικών (μόλις προχθές ο μητροπ. Γερμανίας Αυγουστίνος δέχθηκε «ευλογία αγιασμού» από καρδινάλιο!)· συμπροσευχὲς και ημι-συλλείτουργα ακόμα και στην Θ. Λειτουργία στο Φανάρι!

4. Το Βατικανό και το Π.Σ.Ε. ήθελαν μια φόρμουλα για την ένωση, την αναγνώριση του Πρωτείου του Πάπα και την Ένωση των «εκκλησιών».

Κι εμείς, αποδεχθήκαμε εν μέρει την «βαπτισματική» θεολογία (με πρωτεργάτη τον θεωρητικό της παναιρέσεως του Οικουμενισμού κ. Ζηζιούλα) ότι όλες οι αιρετικές «εκκλησίες» έχουν βάπτισμα· αποδεχτήκαμε (ως τώρα τουλάχιστον, τραγικά ανυποψίαστοι) την εισαγόμενη τερατώδη «θεολογική» καινοτομία περί Αγίας Τριάδος, κατά την οποία αντικαθίσταται το Είναι με την συνείδηση, ορίζονται σχέσεις μεταξύ τριών ΕΓΩ στην Αγία Τριάδα και καταργείται έτσι η ουσία του Θεού! Και στη συνέχεια θα αναγκαστούμε να αποδεχθούμε, όσα ως τώρα αναντίρρητα ήδη έχουμε δεχθεί (αφού κανείς Επίσκοπος ή ακαδημαϊκός θεολόγος έχει προβάλλει την παραμικρή αντίρρηση) εξ εκείνων που ο κ. Ζηζιούλα ταχυδακτυλουργικά διδάσκει για «Μοναρχίες, Ιεραρχίες, αριθμήσεις, εικονισμούς και στην αιώνιο και στην οικονομική Τριάδα». Και τέλος θα αποδεχτούμε και το δαιμονικό Πρωτείο του Πάπα, καθώς ετοιμάζεται να παρουσιασθεί ως διακονία!

Και για να μην ξεχνιόμαστε: Ο μητροπολίτη Περ-γάμου (μητροπολίτης χωρίς ποίμνιο-οικογένεια και πνευματικά παιδιά) ξαναεμφανίστηκε χθες στην Ακαδημία Βόλου, χωρίς να αντικρούσει τις εναντίον του καταγγελίες επί αιρέσει, και έγινε δεκτός από τον οικείο Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, ωσάν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλα τα έχουν υπολογίσει, γιατί τους έχουμε εμπράκτως δώσει την εντύπωση, ότι είναι οι απόλυτοι κύριοι του παιχνιδιού.
Λεόντιος Διονυσίου
________________________

(*) «...λογιεῖται δέ αὖ, καί περινοήσει καλῶς, ὅτι τετραμμένης τῆς Συναγωγῆς εἰς ἀποστασίαν τήν ἀπό Θεοῦ, καί τήν τῶν δαιμόνων λατρείαν ἀνθῃρημένης, μόνον δέ οὐχί πόρνης δίκην ἁπλούσης αὐτοῖς τά σκέλη... (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εξήγησις Υπομνηματική εις τον προφήτην Ωσηέ). «Μίξιν ἐνταῦθα τροπικῶς τήν τῶν εἰδώλων θεραπείαν ὀνομάζει... καί ἀσεβείας τήν ὑπερβολήν τοιούτοις ὀνόμασι παρεδήλωσεν» (Θεοδώρητου Κύρου, ερμην. εἰς το “ᾆσμα ᾀσμάτων”).
 
 

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

"ΟΥΚ ΕΝΙ ΕΛΛΗΝ" (2)

Ἡ «Νέα Πολιτικὴ Πρόταση» τῆς Ὑπερεθνικῆς Ἐκκλησίας:


“ΟΥΚ ΕΝΙ ΕΛΛΗΝ” (2)

Μὲ Ἀφορμὴ Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικός


Οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος ἀναζητοῦν ἕναν «ἀνανεωμένο θεολογικὸ λόγο», ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέσει μιὰ «νέα πολιτικὴ προταση»(!), προκειμένου «ἡ Ἐκκλησία μας νὰ εἰσέλθει στὸν αἰῶνα ποὺ ζοῦμε καὶ νὰ μὴ βρίσκει εὔκολο καὶ ἀσφαλὲς καταφύγιο σὲ προηγούμενες ἐποχές».
Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, συγκαλοῦν ἐπειγόντως διεθνὲς διορθόδοξο συνέδριο, μὲ θέμα «Ἐκκλησιολογία καὶ Ἐθνικισμὸς στὴ Μεταμοντέρνα Ἐποχή»[1].
Θεοκρατία καὶ Ἐθνικισμός: Στὴν σχετικὴ Ἀνακοίνωσή τους2, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἐξηγοῦν ὅτι, προβαίνουν στὴν ἀναζήτηση αὐτή, διότι πιστεύουν ὅτι: «Ἡ θεοκρατία καὶ ὁ νεο-ἐθνικισμός, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ ἐκκοσμικευμένες μορφὲς ἐσχατολογίας, (…) δὲν μποροῦν, μὲ κανένα λόγο, νὰ συνεχίσουν νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ πρόταση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».
Στὸ σημεῖο αὐτό, ἀνακύπτουν τὰ ἀκόλουθα ἐρωτήματα: α) ὑπάρχει σήμερα –ἢ ὑπῆρξε ποτὲ– θεοκρατία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Καί, β) εἶναι δυνατὸν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (νὰ θέλει) νὰ ἔχει πολιτικὴ πρόταση, συναγωνιζόμενη, ἢ μᾶλλον ταυτιζόμενη, στὸ σημεῖο αὐτό, μὲ τὸ Βατικανὸ καὶ τὸ Π.Σ.Ε., τὰ ὁποῖα –διὰ τῆς ἐμπλοκῆς τους στὸν διακανονισμὸ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων– ἔχουν πλήρως ἐκκοσμικευθεῖ;
Θεοκρατία: Ἀναζητώντας στὴν ἐγκυκλοπαίδεια τὸν ὁρισμὸ τῆς «θεοκρατίας», διαπιστώνουμε ὅτι, πρόκειται γιὰ «πολίτευμα κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ ὀργάνωση καὶ λειτουργία τοῦ κράτους καθορίζονται ἀπὸ τὸν θεϊκὸ νόμο», καὶ ὅπου «διάκριση τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ ἐξουσία δὲν ὑφίσταται, ἐνῶ προβάλλεται τὸ ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τοῦ Ἱερατείου νὰ ἑρμηνεύει τὴ θεία θέληση ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις»3.
Στὴν θεοκρατία, δηλαδή, ἡ ταύτιση πολιτικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἐξουσίας, ὄχι μόνον ἐξασφαλίζει τὴν ἀπόλυτη, ἀπαρέγκλιτη, τυφλὴ ὑπακοὴ τοῦ λαοῦ στὰ κελεύσματα τῶν ἐξουσιαστῶν, ἀλλὰ τιμωρεῖ κάθε ἀνυπακοή, ὡς ἔγκλημα καθοσιώσεως. Συχνά, μάλιστα, ἡ ἐσχατολογία τῆς θεοκρατίας, ὄχι μόνον ἀπαιτεῖ τελετουργικοὺς φόνους τῶν ἰδίων τῶν πιστῶν της, ἀλλὰ καθιστᾶ φυσικὴ καὶ τὴν αὐτόβουλη προσέλευση τῶν θυμάτων στὴν θυσία (π.χ. προκολομβιανὲς κοινωνίες τῆς Ἀμερικῆς).
Καί, στὶς μὲν προχριστιανικὲς θεοκρατίες, ἡ ἐλευθερία βουλήσεως ἦταν ἀνύπαρκτη ἀκόμα καὶ ὡς ἔννοια· στὶς δὲ μεταχριστιανικές, ἦταν –καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι– ἔννοια ἀπαγορευμένη. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ἀποτελοῦσε –καὶ ἀποτελεῖ– πρακτικὴ ἀδιανόητη ἢ θανατηφόρα.
Θεοκρατία καὶ Χριστιανισμός: Ἡ ἐνανθρώπιση, ὅμως, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τὸν ροῦ τῆς Ἱστορίας. Καὶ τοῦτο διότι, ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως, ὡς δώρου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη, κατέστησε ἕωλη τὴν θεοκρατία στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν. Ἐνῶ, ἡ Ἀνάστασή Του ἐξουδετέρωσε τὴν δυνατότητα τοῦ Ἱερατείου νὰ χειραγωγεῖ τὸν πιστὸ λαὸ μὲ ἐκκοσμικευμένες –καί, φυσικά, ὑποβολιμαῖες καὶ ἀντι-ἀνθρώπινες– μορφὲς ἐσχατολογίας.
Καί, παρ’ ὅλον ὅτι –ὅπως ἐπισημαίνεται στὸ παραπάνω κείμενο– «Στὸ Χριστιανισμὸ τέτοιες (σ.σ. θεοκρατικὲς) ἀντιλήψεις ὁδήγησαν στὴν γνωστὴ ἔννοια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (σ.σ. τὰ πλάγια στοιχεῖα ἀνήκουν στὸ πρωτοτυπο), τὸ πλησιέστερο πρὸς τὴν θεοκρατία πολιτειακὸ σύστημα ἦταν ὁ καισαροπαπισμός, ποὺ παρατηρήθηκε μεταξὺ τοῦ 14ου-16ου αἰῶνα, στὴν Δύση, καὶ στὸ ὁποῖο ὁ ἡγεμόνας τῆς πολιτείας ἦταν συγχρόνως καὶ Πάπας.
Ἐνῶ, ὁ συνδυασμὸς προφήτη-ἡγεμόνα (προφητάνακτος) ὑπῆρχε μὲν στοὺς παλαιοδιαθηκικοὺς χρόνους, στὸ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ὡς πρόδρομος τῆς εἰσόδου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο.
Προφητάνακτες καὶ Παγκοσμιοποίηση: Βέβαια, μετὰ τὴν Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο (1962-1965) καὶ τὴν ἐκκοσμικευμένη “νέα θεολογία” της, τὸ Βατικανὸ υἱοθέτησε ἕναν ἀνανεωμένο οἰκουμενικὸ θεολογικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μιὰ «νέα γεωπολιτικὴ πρόταση», ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, εἶναι λόγος ἀκραιφνῶς οἰκουμενιστικός, δηλαδή, λόγος ὄχι ἁπλῶς διαδογματικὸς ἢ διαθρησκευτικός, ἀλλὰ πανθρησκειακός· μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μετατρέπει τὸν Πάπα –τὸν ἐμμένοντα ἐμμανῶς στὸ Πρωτεῖο του– σὲ παγκοσμίου βεληνεκοῦς ἡγέτη-φορέα τῆς νέας ἐκκοσμικευμένης ἐσχατολογίας τῆς Πανθρησκείας, σὲ καιροὺς παγκοσμιοποιήσεως.
Μὲ γνώμονα, ἀφ’ ἑνὸς μέν, τὶς θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περὶ «σύγχρονης Ὀρθοδοξίας» (εἰδικὰ ὅπως αὐτὲς διατυπώθηκαν κατὰ τὴν φετεινὴ πατριαρχικὴ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸν Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὸ Φανάρι), ἀφ’ ἑτέρου δέ, τὴν συλλειτουργία τοῦ Πάπα (κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006), οἱ ὁποῖες τόσο σκανδάλισαν τὸ Ὀρθοδοξο ποίμνιο4, ἀναμένουμε μὲ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν Εἰσήγηση (στὸ συγκεκριμένο συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας) μὲ θέμα «Πατριαρχεῖο, Πρωτεῖο καὶ Ἐθνικισμός».
Εὔλογες Ἀπορίες: Ποία ὁμοιότητα, λοιπόν, βλέπουν οἱ τῆς Ἀκαδημίας, μεταξὺ τῆς θεοκρατίας (ὅπως αὐτὴ ὁρίζεται) καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία, διὰ τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων, ἀρνεῖται ριζικὰ τέτοιες τοποθετήσεις καὶ βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τέτοιων ἰδεολογημάτων;
Γιατί, ἄραγε, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου θεωροῦν ὅτι ἡ θεοκρατία ἦταν ποτὲ –καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι– ἡ πολιτικὴ πρόταση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Καὶ τὸ τραγελαφικό: αὐτοὶ ποὺ φοβοῦνται τὴν ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ πολιτικὰ συστήματα καὶ ἰδεολογίες (ὅπως ἡ θεοκρατία καὶ ὁ νεο-ἐθνικισμός), πῶς διολισθαίνουν οἱ ἴδιοι σὲ –ἀδιάφορα ποιές– πολιτικὲς προτάσεις;
Παράδοξη Ἐπιλεκτικὴ Εὐαισθησία: Καί, ἀφοῦ πιστεύουν ὅτι ἡ θεοκρατία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ὡς πολιτικὴ πρόταση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί, ἀφοῦ ἀπορρίπτουν τόσο αὐτήν, ὅσο καὶ τὸν (νεο)ἐθνικισμὸ –ὡς ἐκκοσμικευμένες μορφὲς ἐσχατολογίας–, γιατὶ ἑστιάζουν τὸ θέμα τοῦ συνεδρίου τους μόνον στὸν (νεο)ἐθνικισμό;
Γιατί, δηλαδή, θεωροῦν ὅτι, μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν προτάσεων –θεοκρατίας καὶ ἐθνικισμοῦ (παλαιοῦ ἢ νέου)–, μόνον ἡ πολιτικὴ πρόταση, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν «ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους καὶ τὸν “ἐθνικὸ” ρόλο τῆς Ἐκκλησίας», ἀποτελεῖ «τὸ σοβαρότερο μᾶλλον πρόβλημα, ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετὰ τὴν πτώση τοῦ Βυζαντίου (1453)»; Καί, μάλιστα, σήμερα, ποὺ οἱ Ἕλληνες –τελοῦντες ὑπὸ καθεστὼς ψυχοπνευματικῆς γενοκτονίας, ἀλλὰ καὶ ἀποδεκατιζόμενοι σιωπηρῶς– βλέπουν τὴν Ἑλλάδα νὰ καταρρέει ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ Μνημονίου, τῆς εἰσβολῆς ἑκατομμυρίων λαθρομεταναστῶν καὶ τῶν ἐντεινομένων ἐδαφικῶν βλέψεων γειτονικῶν κρατῶν;
Ἐλευθέρα Βούληση καὶ Θεοκρατία: Βέβαια, τὸ γεγονὸς ὅτι, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας ἀπορρίπτουν τὴν θεοκρατία, ὡς ἄλλη «ἐκκοσμικευμένη μορφὴ ἐσχατολογίας», θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἔμμεση, πλὴν σαφής, ἔνδειξη τοῦ σεβασμοῦ τους πρὸς τὴν ἐλευθέρα βούληση τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Τότε, ὅμως, γιατί ἀναζητοῦν ἕναν νέο ἐκκλησιαστικὸ-θεολογικὸ λόγο, ποὺ νὰ ἀποτελεῖ, συγχρόνως, καὶ «νέα πολιτικὴ πρόταση»; Δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀναζητοῦν αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι ἀπορρίπτουν, δηλαδή, «τὸ ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τοῦ Ἱερατείου νὰ ἑρμηνεύει τὴ θεία θέληση ἀνάλογα μὲ τὶς (σ.σ. σημερινὲς πολιτικὲς) περιστάσεις»; Αὐτό, δὲν προϋποθέτει τὴν ἀπὸ μέρους τους προβολὴ μιᾶς νέας μορφῆς ἐσχατολογίας, ἐξ ἴσου ἐκκοσμικευμένης, ἀφοῦ προσχεδιάζεται καὶ προγραμματίζεται μὲ τὴν ἀρωγὴ συνεδρίων· καὶ μάλιστα, καὶ διεθνῶν καὶ διορθοδόξων;
Ἡ Πολιτικὴ Πρόταση τοῦ «Ἐθνικισμοῦ»: Οἱ ἐκκλησιολογικοὶ καὶ πολιτικο-κοινωνιολογικοὶ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ συντελεστὲς ἀπορρίπτουν τὸν «ἐθνικισμὸ» (παλαιὸ ἢ «νέο»), πρὸς χάριν μιᾶς νέας ὑπερεθνικῆς-ὑπερφυλετικῆς πολιτικῆς προτάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι οἱ ἑξῆς:
α) ὅτι, ἡ ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους προκαλεῖ τὴν «διαίρεση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σὲ πολλὲς διαφορετικὲς ἐθνικὲς Ἐκκλησίες»·
β) ὅτι, ὑποκαθιστώντας «τὸ ἐκκλησιαστικὸ κριτήριο ἀπὸ τὸ ἐθνικό», ὁδηγεῖ στὴν διαμόρφωση μιᾶς «ἐξαιρετικὰ προβληματικῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀντίληψης, ποὺ κατανοεῖ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς μία “συνομοσπονδία ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν”»·
γ) ὅτι, ἡ ταύτιση αὐτὴ συνιστᾶ «ἐγκλωβισμὸ στὴν παραδοσιαρχία, τὸν φονταμενταλισμό, τὸν κοινωνικὸ συντηρητισμὸ καὶ ἀναχρονισμό, τὴν ἐπιστροφὴ στὴν προ-νεωτερικότητα καὶ τὶς αὐταρχικὲς δομὲς τῆς πατριαρχικῆς κοινωνίας»·
δ) ὅτι, ὁ «νεωτερισμὸς» αὐτὸς ἀπηχεῖ τὸν «ἀμετάκλητα ξεπερασμένο κόσμο τοῦ χθὲς» καὶ «ὑπονομεύει κάθε σοβαρὴ προσπάθεια νὰ ἀντιμετωπίσει ἐπιτέλους ἡ Ὀρθοδοξία τὶς προκλήσεις ποὺ θέτει ὁ σύγχρονος κόσμος»·
ε) ὅτι, ἀποτελεῖ «ἐσωστρέφεια», ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία «νὰ ἔχει λησμονήσει τὴν ὑπερεθνική της ἀποστολὴ καὶ τὶς θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικές της ἀρχές», ποὺ βασίζονται «στὸ κάλεσμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες».
Ἐθνικισμὸς καὶ Ἐσχατολογία: Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἐσχατολογικὴ διάσταση τῆς «ταύτισης Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους, Ἐκκλησίας καὶ ἐθνο-πολιτισμικῆς ταυτοτήτας, Ἐκκλησίας καὶ ἐθνικῆς ἰδεολογίας, Ἐκκλησίας καὶ Κράτους», οἱ λόγοι ἀπόρριψής της εἶναι οἱ ἀκόλουθοι:
στ) ὅτι, «στὴ συνάφεια καὶ στὸ πλαίσιο μιᾶς πολυεθνικῆς, πλουραλιστικῆς, μετανεωτερικῆς κοινωνίας», ὅσο θὰ ὑφίσταται ἡ ταύτιση αὐτή, «κάθε μήνυμα συμφιλίωσης, μετανοίας καὶ ἐπανευαγγελισμοῦ δὲν θὰ μοιάζει παρὰ μὲ ψευδαίσθηση καὶ φενακισμό»·
ζ) ὅτι, ἐμποδίζει τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν «κυρίως ἀποστολή της, ποὺ εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὸ κήρυγμα τῆς ἐρχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης»·
θ) ὅτι, ἂν διατηρηθεῖ ὁ (νεο)ἐθνικισμός, «οὔτε ἀληθινὴ καὶ διαρκὴς ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴ κτίση καὶ στὴν Ἱστορία ὑπάρχει, οὔτε Ἐκκλησία, ποὺ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ διαλέγεται “ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας”».

Συμπεράσματα: Ὅσα ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μελέτησαν τὴν ἀνακοίνωση αὐτὴ ὁδηγοῦνται –ἀβιάστως, διὰ τῆς ἁπλῆς λογικῆς καὶ μὲ γνώμονα τὶς θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως– στὸ συμπέρασμα ὅτι: ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποστασιοποίηση τους ἀπὸ ἐμᾶς (ἤτοι, τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους, ποὺ ὡστόσο, ἔχουν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ αὐτοσυνειδησία), ἀπὸ τὸ ἐθνικὸ καὶ ἱστορικό μας παρελθὸν καὶ ἀπὸ τὴν πολιτιστική μας παράδοση, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὶς ἑξῆς πεποιθήσεις:
i.-ὅτι, στὸ Εὐαγγέλιο, ὑπάρχει «κάλεσμα γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες»·
ii.-ὅτι, οἱ ἴδιοι (δηλαδή, οἱ τῆς Ἀκαδημίας) –ὅταν στρέφονται κατὰ τῶν ἐθνικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (καὶ τῆς συνομοσπονδίας τους), κατὰ τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν καὶ κατὰ τῶν πολιτιστικο-θρησκευτικῶν παραδόσεων τους– ἑρμηνεύουν –καὶ ἐπιτελοῦν– τὸ πρόσταγμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ·
iii.-ὅτι, προωθώντας τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ τὴν πολυφυλετικότητα διὰ τῆς λαθρομεταναστεύσεως, οἱ παγκοσμιοποιητὲς καὶ οἱ ἀρωγοί τους συνεργοῦν, μὲ τὸν δικό τους τρόπο, στὸ «κάλεσμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες»·
iv.-ὅτι, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θὰ συμβάλλει στὴν «σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης» μόνον ἐφ’ ὅσον ἀπαρνηθεῖ καὶ ἐγκαταλείψει τὸν “ἐθνικὸ ρόλο” της, πρὸς χάριν τοῦ ὑπερεθνικοῦ-ὑπερφυλετικοῦ·
v.-ὅτι, κάθε «ἐπιμονὴ» τῶν Ἑλλήνων –Ὀρθοδόξων καὶ μὴ– νὰ διατηροῦν τὴν ἐθνική, ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος –ζητώντας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ τοὺς σταθεῖ ἀρωγὸς σ’ αὐτό–, ἀντιβαίνει «στὴν σωτηρία καὶ τὴν ἀποκαταστάση ὁλάκερης τῆς κτίσης»·
vi.-ὅτι, μόνον πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου, κοντάκια καὶ ὕμνοι –ὅπως, λ.χ. ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ τὸ «Σῶσον, Κύριε, τὸν Λαόν Σου καὶ Εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου» –, συνέβαλλαν στὴν «σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης», διότι ἐψάλλοντο ἀπὸ ὀρθόδοξο μέν, πολυεθνικὸ καὶ πολυφυλετικὸ δέ, ποίμνιο· ὅμως, μετὰ τὸ 1453, ὅσοι μὴ-πολυεθνικοὶ καὶ μὴ-πολυφυλετικοὶ λαοὶ τὰ ἔψαλλαν, τὴν ἀντιμάχονταν·
vii.-ὅτι, ἡ παρουσία ἑκατομμυρίων μουσουλμάνων μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα ἀνταποκρίνεται «στὸ κάλεσμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες»·
viii.-ὅτι, ἔναντι τοῦ σημερινοῦ «κυρίαρχου αἰτήματος» τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ –Ὀρθοδόξου καὶ μὴ– «γιὰ ἐπιβίωση σὲ ἐξαιρετικὰ δυσμενεῖς καὶ ἐχθρικὲς καταστάσεις», ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία –ὡς ὑπερεθνικὴ καὶ ὑπερφυλετικὴ– ὀφείλει νὰ κρατήσει τὶς ἀποστάσεις της ἀπὸ αὐτόν, διότι,
ix.-ἡ ἀπὸ μέρους της ἀνάληψη “ἐθνικοῦ ρόλου”, μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία τοῦ Ἔθνους, ἀντιβαίνει «στὸ κάλεσμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες» καί, κατὰ συνέπεια, ἀντιβαίνει στὴν «σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης»·
x.-ὅτι, μόνον «ἐπανευαγγελιζόμενοι» στὰ νάματα τοῦ «ἀνανεωμένου», «οἰκουμενι(στι)κοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου» –καὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέοντος «κηρύγματος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ»– ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ «νέα πολιτικὴ πρότασης» τῆς ἐπισήμου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ Ἕλληνες –Ὀρθόδοξοι καὶ μὴ– θὰ πεισθοῦν ὅτι, θείῳ προστάγματι, «οὐκ ἔνι Ἕλλην»·
xi.-ὅτι, ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι μέρος τοῦ Σχεδίου τοῦ Θεοῦ, καί, ἑπομένως, ἡ μοῖρα ποὺ τοὺς ἐπιφυλάσσουν οἱ παγκοσμιοποιητὲς εἶναι ἀσήμαντη παράπλευρη ἀπώλεια σὲ σχέση μὲ τὴν «σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης»·
xii.-ὅτι, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀποτύχει τοῦ προορισμοῦ της ἐπὶ 2000 χρόνια, καὶ ἀναμένει τὶς ὑποδείξεις τῶν συντελεστῶν τῆς Ἀκαδημίας Βόλου καὶ τῶν Εἰσηγητῶν τοῦ συγκεκριμένου Συνεδρίου, γιὰ νὰ ἐπιτυχεῖ.

Ἀπόρριψη Θεμελιωδῶν Ἀρχῶν: Τὸ γεγονὸς ὅτι, οἱ πεποιθήσεις τους αὐτὲς ἀποδεικνύονται, εἴτε ἀνακριβεῖς, εἴτε ἐξω-λογικές, εἴτε παρα-λογικές, εἴτε ἀντι-λογικές, καὶ ὁπωσδήποτε ἀντιανθρώπινες καὶ ἀντιχριστιανικές, ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα πώς:
Εἴτε οἱ ἴδιοι οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς τὸ συνειδητοποιοῦν, εἴτε ὄχι, ὁ νέος ἐκκλησιαστικὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ἀναζητοῦν, ἀπορρίπτει τὸ σύνολο τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ –ἤτοι τὴν Λογική, τὸν ἀνθρωπισμό, ἀλλὰ κυρίως τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση–, οἱ ὁποῖες διασφαλίζουν, διαχρονικά, τὴν ἐλευθερία βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου –Ἕλληνος καὶ μή, Ὀρθοδόξου καὶ μή.
Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, πῶς εἶναι δυνατόν, αὐτὴ ἡ νέα ὑπερεθνικὴ-ὑπερφυλετικὴ Ἐκκλησία –καὶ ἡ νέα πολιτική της πρόταση– νὰ προστατεύσουν τὴν ἐλευθέρα βούληση ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων ἔναντι τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῶν παγκοσμιοποιητῶν;
«Νέα Πολιτικὴ Πρόταση» καὶ Παγκοσμιοποίηση: Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω, τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας –τὸ πληττόμενο πανταχόθεν ἀπὸ τοὺς φορεῖς τῆς παγκοσμιοποιησεως– σύρεται, ἄθελά του, στὸ ὀδυνηρὸ συμπέρασμα ὅτι: οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου ἔχουν ἤδη υἱοθετήσει τὸν συγκεκριμένο «νέο ἀνανεωμένο θεολογικὸ-ἐκκλησιαστικὸ λόγο»· καὶ ὅτι –εἴτε οἱ ἴδιοι τὸ συνειδητοποιοῦν, εἴτε ὄχι– ὁ λόγος αὐτὸς ἀποτελεῖ μιὰ «νέα γεωπολιτικὴ πρόταση», καὶ πιὸ συγκεκριμένα, μιὰ πρόταση παγκοσμιοποιημένη καὶ παγκοσμιοποιητική.
Παγκοσμιοποιημένη, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, ἐκφράζει τὶς βουλὲς τῶν παγκοσμιοποιητῶν καὶ συντάσσεται μὲ αὐτές. Παγκοσμιοποιητική, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τῆς βουλήσεως μας καὶ μᾶς ὑποτάσσει στὸν ὁλοκληρωτισμό τους.
Στὸ τρίτο καὶ τελευταῖο κείμενό μας, μὲ τίτλο «“Οὐκ Ἑνὶ Ἕλλην”, Οὐδὲ Ὀρθόδοξος» θὰ ἀναζητήσουμε, σὺν Θεῷ, τὴν προέλευση αὐτῶν τῶν πεποιθήσεων καὶ σὲ τί αὐτὲς ἀποσκοποῦν.


_______________________________
(1) Τὸ Συνέδριο θὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ Συνεδριακὸ Κέντρο Θεσσαλίας (Μελισσάτικα), ἀπὸ 24 ἕως 27 Μαΐου 2012.
(2) Βλ. ἑβδομ. ἐφημ. “Ὀρθόδοξος Τύπος” τῆς 27.4.2012 (σ. 7).
(3) Πρβλ. Ἐκπαιδευτικὴ Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμος «Οἱ Θρησκεῖες», (Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν).
(4) Κορναράκη Ἰω., «Ἐπίσημη Πατριαρχικὴ Ἀναγνώριση τῆς σύγχρονης Ἀντιπατερικῆς Ὀρθοδοξίας» (ἄρθρο στὸ διαδίκτυο).





Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Ἐρωτήσεις περὶ ἐκκλησιαστικῆς συνεπείας

 

Το ακριβες πορτραιτο του οικουμενιστη ψευδοποιμενα





Ερωτησεις περι εκκλησιαστικης συνεπειας

 

 

(Ή ερωτησεις κρισεως προς ιστολογο)




Ὁ θεολόγος κ. Ἰωάννης Τάτσης (τοῦ ἱστολογίου thriskeftika), ἐκτὸς ἀπὸ πληροφορίες γιὰ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καὶ τὸν καλὸν ἀγῶνα ποὺ κάνει γιὰ τὴν διάσωση τοῦ ὀρθοδόξου χαρακτῆρα τοῦ μαθήματος, προβάλλει τοὺς ἀντι-οἰκουμενιστὲς ἡγέτες καὶ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Προσφάτως δημοσίευσε ἄρθρο μὲ τίτλο: «Οἰκουμενιστὴς ποιμήν». Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται στὴν κατάπτυστη ἐνέργεια τοῦ μητροπολίτη Γερμανίας Αὐγουστίνου (τὴν ὁποία κατέκρινε ἀκόμα καὶ τὸ οἰκουμενιστικὸ ἱστολόγιο Romfea) καὶ μᾶς παρουσίασε ἐπιτυχῶς καὶ μὲ ζηλευτὴ εὐκρίνεια τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ «ψευδο-ποιμένα». Γράφει (οἱ ὑπογραμμίσεις τῶν ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸ ἄρθρο του, εἶναι δικές μου):
    «...Δημοσιεύτηκε φωτο- γραφία του Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου χριόμενου από έναν παπικό καρδινάλιο με “αγιασμό”. Η ελπίδα μεταστροφής στην Ορθοδοξία των πεπλα-νημένων προβάτων του καθολικισμού και του προτε-σταντισμού της Ευρώπης έχει χαθεί με την οικου-μενιστική συμπεριφορά πολλών ορθοδόξων ποιμένων που θα έπρεπε να φροντίζουν τόσο για τη διαφύλαξη του ορθόδοξου ποιμνίου από τους βαρείς λύκους του κακόδοξου παπισμού και προτεσταντισμού...
Οι Οικουμενιστές όμως δεν νοιάζονται για την σωτηρία και την αιώνια ζωή... Οι οραματισμοί τους ξεκινούν και τελειώνουν στην παρούσα ζωή. Κινούνται με ένα “εκκλησιαστικό” διπλωματικό τρόπο, χαίρουν με ανθρώπινες τιμές, απολαμβάνουν συμπόσια, διαλέγονται με ετερόδοξους χωρίς στόχους και προϋποθέσεις, ζούνε κοσμικά... Οι επίσκοποι του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Ευρώπη έχουν παραβιάσει όλα τα όρια που έθεσαν οι άγιοι Πατέρες. Τι αλήθεια είναι οι Οικουμενιστές που παραδίδουν εαυτούς και τα πρόβατα στα χέρια των Παπικών και των Προτεσταντών; Μέσα στην πλήρη οικουμενιστική σύγχυση ποιος είναι τελικά ο ποιμήν ο καλός, ποιος είναι ο μισθωτός, ποιος είναι ο λύκος και κυρίως τι θα απογίνουν τα πρόβατα;».
Περίφημη περιγραφὴ τῶν «ψευδοποιμένων» οἰκου-μενιστῶν μᾶς κάνατε κ. Τάτση, ἐκ τῆς ὁποίας δημιουργοῦνται –λόγω τῆς κρισιμότητας τοῦ θέματος– κάποια ἐρωτήματα:
Ποιά πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση τοῦ πιστοῦ πρὸς ἕνα τέτοιο ψευδεπίσκοπο; Ἀρκεῖ ἡ καταγγελία τῶν ἐνεργειῶν του; Ποιές συμβουλές, προτροπὲς ἢ Ἐντολὲς μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες γιὰ τὴ στάση μας ἀπέναντι στοὺς ψευδεπισκόπους; Οἱ ψευδοδιδάσκαλοι ποὺ ἀτιμάζουν καὶ ποδοπατοῦν τὶς Ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων ἀξίζουν τιμῆς; Ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντί τους πρέπει νὰ εἶναι συμπεριφορὰ ὡς πρὸς ποιμένες; Ὅταν ὁ ΙΕ΄ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ὁμιλεῖ περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ ψευδοποιμένες, τί καὶ ποιούς ἐννοεῖ;
Γιὰ νὰ ἐξακριβώσουμε, ἔπειτα, ὅτι κάποιος εἶναι ψευδοποιμένας καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ αὐτὸν –ὥστε νὰ μὴ διακινδυνεύσουμε τὴν σωτηρία μας ἐπικοινωνώντας μαζί του–, τί περισσότερο πρέπει νὰ ἔχει κάνει, σὲ ποιές περισσότερες παραβάσεις Ἱερῶν Κανόνων καὶ παραλείψεις καὶ καινοτομίες νὰ ἔχει προβεῖ;
Σὲ πόσες χιλιάδες περισσότερες συμπροσευχὲς πρέπει νὰ ἔχουν παραστεῖ (ὅλοι αὐτοὶ οἱ οἰκουμενιστὲς ἱερωμένοι καὶ λαϊκοὶ) καὶ πόσες ἄλλες αἱρέσεις πρέπει νὰ ἔχουν διατυπώσει, πεισμόνως διδάξει καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας τους ἐπιβάλει; Πόσο πιὸ ἄπιστο πρέπει νὰ μᾶς ἔχουν παρουσιάσει τὸν ἑαυτό τους, ἐμπράκτως; Πόσα περισσότερα «Ἅγια» Κοράνια πρέπει νὰ ἔχουν ἐπιδώσει καὶ πόσους ἀκόμα ἑσπερινοὺς καὶ ἀρτοκλασίες μὲ αἱρετικοὺς πρέπει νὰ ἔχουν ἐπιτελέσει ὅλα αὐτὰ  τὰ πρωτοκλασάτα στελέχη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  ἀπ’ ὅσα ἔχουν κάνει οἱ: κ. Αὐγουστῖνος (Μητροπολίτης Γερμανίας), κ. Ἐμμανουὴλ (Μητροπολίτης Γαλλίας), κ. Χρυσόστομος Σαββᾶτος (Μητροπ. Μεσσηνίας), κ. Ἰγνάτιος Γεωργακόπουλος (Μητροπ. Δημητριάδος), κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας (Μητροπ. Περγάμου), κ. Θεόδωρος (Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας), κ. Βαρθολομαῖος Ἀρχοντώνης (Πατριάρχης Κων/πόλεως), καὶ τόσοι ἄλλοι; 
Λοιπόν, κ. Τάτση (κι ὅσοι ἄλλοι ἀντι-οικουμενιστές ἀναμένετε μὲ «διάκριση» τὸν κατάλληλο καιρὸ ἐφαρμογῆς τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων), μετὰ κι ἀπ’ αὐτά, τί θὰ μᾶς συμβουλεύατε: Πόσες ἄλλες «ἐλπίδες» πρέπει νὰ χαθοῦν, γιὰ νὰ ξυπνήσουμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας; Τί ἄλλο περιμένουμε «νὰ χαθεῖ» γιὰ νὰ ξυπνήσουμε; Ποιά ἄλλη «ἀποστασία ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν» θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε γιὰ νὰ δράσουμε σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσή μας; Μήπως πρέπει νὰ δημιουργήσουμε ἄλλη «Παράδοση»; Καὶ τότε, σὲ τί θὰ διαφέρουμε ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστές;
Διαπιστώνετε –καὶ πολὺ ὀρθῶς– ὅτι οἱ  «ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο... ἐπίσκοποι στὴν Εὐρώπη ἔχουν παραβιάσει ὅλα τὰ ὅρια ποὺ ἔθεσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες». Ὅτι κάθε «ἐλπίδα μεταστροφῆς στὴν Ὀρθοδοξία τῶν πεπλανημένων ... τῆς Εὐρώπης ἔχει χαθεῖ», ἀφοῦ τὸ Φανάρι ἔχει καταργήσει τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ Εὐαγγελισμὸ πρὸς «πάντα τὰ ἔθνη»· ἔχει ἀπαγορεύσει τὴν ἐπιστροφὴ τῶν παπικῶν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὑπακούοντας ὁ Πατριάρχης στὶς ἐπιθυμίες τοῦ Πάπα). Μὲ ὅλα ὅσα γράφετε, λοιπόν, ὁμολογεῖτε ὅτι οἱ Μητροπολίτες αὐτοὶ καὶ ὁ Πατριάρχης τους, ἔχουν παραβιάσει «ὅλα τὰ ὅρια». Ἔχουν καταλύσει –κατὰ τὴν μαρτυρία σας– τὰ πάντα! Καί, ἄρα, ἀποτελοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ «ψευδεπισκόπου» καὶ τοῦ «ψευδοδιδσακάλου».
Μετὰ ἀπ’ αὐτή σας τὴν διαπίστωση, γιὰ ρωτῆστε τὸν π. Θεόδωρο Ζήση (γιατὶ ἐμᾶς δὲν μᾶς πιστεύετε καὶ μᾶς ἔχετε ἀποκλείσει ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό σας):
Ποιά στάση μᾶς ὑποδεικνύουν νὰ τηροῦμε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπέναντι  στοὺς ψευδεπισκόπους αὐτοὺς καὶ τί ἐντέλλονται οἱ Ἱ. Κανόνες; Σὲ ποιές ἐνέργειες πρέπει νὰ προβαίνουμε, ὅταν πρόκειται περὶ ψευδεπισκόπων, σύμφωνα μὲ τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων καὶ σύνολη τὴν Ἁγιοπατερικὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση; Μήπως μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπ’ αὐτούς;
Καὶ ρωτῆστε ἀκόμη: Πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε πρὸς ὅσους προσπαθοῦν νὰ ἀγωνίζονται κατὰ τῶν ἡγετῶν τοῦ παναιρετικοῦ οἰκουμενισμοῦ (παρὰ τὰ λάθη τους); Πρέπει νὰ τοὺς ἀπομονώνουμε, θεωρώντας τους ἐκτὸς Ἐκκλησίας και ζηλωτὲς «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν»;
Καὶ κατόπιν κάνετε τὴν αὐτοκριτική σας, ὡς ἐνώπιον Θεοῦ: ἐσεῖς, ποιούς τιμᾶτε καὶ ἔχετε κοινωνικοὺς (ἐπικαλούμενος τὴν ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομίαν, τὴν σύνεση καὶ τὴ διάκριση) καὶ ποιούς ἀκοινώνητους; Καί, τέλος· ποιά εἶναι ἡ θέση σας γιὰ τὴν ἑνότητα ὡς πρὸς τὴν Πίστη καὶ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι κάτι δευτερεῦον ἢ πρωτεῦον γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας;
Ἐλπίζουμε, πὼς δὲν θὰ μᾶς περιφρονήσετε καὶ πάλι, ἀλλὰ θὰ θελήσετε νὰ μᾶς ἀπαντήσετε.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Μὲ ἐκτίμηση
Σημάτης Παναγιώτης

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

"ΟΥΚ ΕΝΙ ...ΕΛΛΗΝ"

Παγκοσμιοποίηση, Ἐκκλησία καὶ Ἐθνικὴ Αὐτοσυνειδησία


“ΟΥΚ ΕΝΙ… ΕΛΛΗΝ”; (1)

Μὲ ἀφορμὴ Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου


Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικός


Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ παγκοσμιοποίηση παρουσιάζει δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες δράσεις:
Ἀπὸ τὴν μιά, εὐνοεῖ τὴν διατήρηση –ἢ καὶ τὴν δημιουργία– πολυεθνικῶν-πολυφυλετικῶν κρατικῶν ὀντοτήτων, ἐφ’ ὅσον οἱ πληθυσμοί τους –ὡς ἐκ τῆς ψυχοσυνθέσεώς τους καὶ τῆς πολιτιστικῆς-θρησκευτικῆς παραδόσεώς τους– εὔκολα χειραγωγοῦνται, ὑπακούουν καὶ ὑποτάσσονται σὲ ἀπολυταρχικὰ ἢ/καὶ θεοκρατικὰ καθεστῶτα· καὶ ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι, τὰ καθεστῶτα αὐτὰ ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα καὶ τὰ σχέδια τῶν παγκοσμιοποιητῶν.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπεργάζεται, μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο, τὴν διάλυση τῶν ἐθνικῶν κρατῶν καὶ τὴν ἐξάλειψη τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας καὶ  τῆς πολιτιστικῆς ἰδιαιτερότητός τους, ἐφ’ ὅσον αὐτὰ –ἐμφορούμενα ἀπὸ δυτικογενεῖς θεμελιώδεις ἀρχὲς καὶ προσκολλημένα στὶς δημοκρατικὲς ἐλευθερίες, τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὴν ἐθνικὴ κυριαρχία τους– δὲν ὑποτάσσονται στὶς βουλὲς τῶν παγκοσμιοποιητῶν.
Ὁ Ἐχθρὸς τῶν Παγκοσμιοποιητῶν: Τὸ γεγονὸς ὅτι, οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἀνέχονται μόνον ὅσους ὑποτάσσονται στὴν δύναμη τῆς ἐξουσίας, κοσμικῆς-πολιτικῆς ἤ/καὶ ψυχοπνευματικῆς, ἀποδεικνύει ὅτι –ὡς ἐκπρόσωποι τῆς πεπτωκυΐας φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἔσχατη ἐκδοχή της– διακατέχονται ἀπὸ ἐξουσιαστικότητα καὶ ὁλοκληρωτισμό. Κατὰ συνέπεια, ἀπεχθάνονται, τόσο ὅσους ἐμφοροῦνται ἀπὸ δίψα γιὰ ἐλευθερία, ὅσο καὶ κάθε ψυχοπνευματικὴ παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερο, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά.
Ἀλλά, ὁ μόνος πολιτισμὸς πού, στὴν γνήσια ἐκδοχή του,  ἐγγενῶς καὶ διαχρονικῶς ἐμπεριέχει, διαμορφώνει, καλλιεργεῖ –καὶ μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, τελειοποιεῖ– τὴν ἐλευθέρα βούληση, εἶναι ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός.
Καί, παρὰ τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ ἔχει ὑποστεῖ κατὰ τὴν μακραίωνη ἱστορικὴ πορεία του λόγῳ τῶν ζυμώσεων –τῶν ὀφειλομένων στὴν πεπτωκυΐα φύση ὅσων τὸν εἶχαν ὡς βίωμά τους, ἀλλὰ καὶ στὴν πεπτωκυΐα φύση τῶν πληθυσμῶν ποὺ τὸν ἐνστερνίσθηκαν–, ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς διατηρεῖ ἀκόμα καὶ σήμερα (εἰδικὰ στὴν Ὀρθοδοξία) τὴν διαχρονικὴ ψυχοπνευματικὴ δυναμικὴ ἀντιστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τῶν πάσης φύσεως καὶ προελεύσεως ἐξουσιαστῶν.
Ὁ Ἀθέατος Πόλεμος: Γιὰ νὰ ἐξαφανίσουν, συνεπῶς, τὴν ψυχοδυναμικὴ αὐτή, οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἐκήρυξαν μονομερῶς ἕναν ἀθέατο πόλεμο κατὰ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ –ἤτοι, κατὰ τῆς Λογικῆς, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ (ἀρχαιοελληνικοῦ καὶ δυτικοῦ) καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ (γνήσια ἐκδοχὴ τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία). Πρῶτο θῦμα τοῦ πολέμου αὐτοῦ ἦσαν οἱ Η.Π.Α., στὶς ὁποῖες τὸ μόνο ἐναπομεῖναν γνήσιο δυτικογενὲς στοιχεῖο εἶναι ἡ ἐπιστημονικο-τεχνολογικὴ μεθοδολογία, καὶ αὐτή, τελοῦσα  ὑπὸ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν παγκοσμιοποιητῶν.
Τώρα, οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἀπεργάζονται τὴν –ἐν καιρῷ εἰρήνης, δι’ εἰρηνικῶν μέσων καὶ ἐκ τῶν ἔνδον– κατάρρευση τῆς ἴδιας τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ της, μὲ προεξάρχουσα τὴν μήτρα ἀμφοτέρων: τὴν Ἑλλάδα –καί, εἰδικώτερα, τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα1.
Ἑλλὰς καὶ Παγκοσμιοποίηση: Σήμερα, λοιπόν, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἡ μὲν Ἑλλὰς καταστρέφεται, οἱ δὲ Ἕλληνες –ἔχοντας ὑποστεῖ ὑπερεικοσαετῆ ἐκστρατεία κατασυκοφαντήσεως καὶ καταστολῆς τῆς ἐθνικῆς, ἱστορικῆς καὶ θρησκευτικῆς αὐτοσυνειδησίας τους– ἀποδεκατίζονται, θύματα μιᾶς ἰδιότυπης, εἰρηνικῆς, ψυχοπνευματικῆς καὶ φυσικῆς γενοκτονίας, καὶ μιᾶς “βελούδινης” ἐθνοκαθάρσεως, διὰ τῆς σιωπηρῆς ἀντικαταστάσεώς τους ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια λαθρομεταναστῶν –ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μουσουλμάνων– ποὺ εἰσρέουν ἀνεμπόδιστα στὴν χώρα.
Διορθόδοξος Ἐκκλησιολογικὸς Συναγερμός: Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πολλοὶ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι ἔμειναν ἄναυδοι ὅταν πληροφορήθηκαν ὅτι, τὸ θέμα τοῦ διεθνοῦς διορθοδόξου συνεδρίου, ποὺ συγκαλεῖ ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου τῆς Ἱ. Μ. Δημητριάδος –στὸ Συνεδριακὸ Κέντρο Θεσσαλίας (Μελισσάτικα), ἀπὸ 24 ἕως 27 Μαΐου 2012–, εἶναι: «Ἐκκλησιολογία καὶ Ἐθνικισμὸς στὴ Μεταμοντέρνα Ἐποχή».
Διαβάζοντας τὴν σχετικὴ Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας2, τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο τῆς Ἑλλάδος –τὸ μεταμνημονιακὸ μέλλον τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται ὅτι θὰ εἶναι κατὰ παρασάγγας τραγικώτερο τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς–, διερωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατόν, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου νὰ εἶναι τόσο ἀπληροφόρητοι, ἢ τόσο ἀποκομμένοι ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἢ τόσο συναισθηματικὰ ἀποστασιοποιημένοι ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὑπολοίπους (ἢ τί ἄλλο, ἄραγε;), ὥστε νὰ θεωροῦν ὅτι, σήμερα, τὸ…
«Σοβαρότερο μᾶλλον πρόβλημα, ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετὰ τὴν πτώση τοῦ Βυζαντίου (1453)» εἶναι ὁ «θρησκευτικὸς φυλετισμός», ὁ «ἐθνοκεντρισμός», ὁ «νεο-ἐθνικισμός», ἡ «“ἐθνικὴ λογική”, τόσο στὴν ἐκκλησιολογικὴ δομή, ὅσο καὶ στὴν θεολογικὴ αὐτοσυνειδησία» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ «ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους, Ἐκκλησίας καὶ ἐθνο-πολιτισμικῆς ταυτότητας, Ἐκκλησίας καὶ ἐθνικῆς ἰδεολογίας, Ἐκκλησίας καὶ Κράτους», ὁ «“ἐθνικὸς ρόλος” τῆς Ἐκκλησίας», ἡ «συνεχὴς ἐπίκληση τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς προσφορᾶς της στοὺς ἀγῶνες καὶ στὶς περιπέτειες τοῦ Ἔθνους», ἡ «ἐπιστροφὴ στὴν ἔνδοξη καὶ πονεμένη ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, τῆς Τουρκοκρατίας ἢ τῆς “χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας”»· καί, γενικῶς, ὅλες «οἱ ἀναφορὲς στὸ Ἔθνος καὶ τὰ σχήματα τῆς κωνσταντίνειας περιόδου».
Ἡ Γένεση τοῦ «Προβλήματος»: Μέσῳ αὐτοῦ τοῦ (διαθλαστικοῦ) πρίσματος θεάσεως τῆς Ἱστορίας, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας ἐντοπίζουν τὴν γένεση τοῦ «προβλήματος» στὴν πτώση τοῦ Βυζαντίου, ἡ ὁποία, κατ’ αὐτούς, ὁδήγησε τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ μιὰ «περίοδο ἐσωστρέφειας, μὲ κυρίαρχο αἴτημα αὐτὸ τῆς ἐπιβίωσης σὲ ἐξαιρετικὰ δυσμενεῖς καὶ ἐχθρικὲς καταστάσεις» (σ.σ. τὰ ἔντονα στοιχεῖα δικὰ μας).
Ἀκολούθως, ἐντοπίζουν τὰ «πρῶτα σημάδια τοῦ ἐθνικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας» κατὰ τὸν 15ο-16ο αἰ., δηλαδή, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς τουρκικῆς κατακτήσεως. Ἐνῶ, κατ’ αὐτούς, τὸ «πρόβλημα», παγιώθηκε «μετὰ ἀπὸ πολύπλοκη ἱστορικὴ διαδικασία, κυρίως μετὰ τὴν δημιουργία τῶν συγχρόνων “ὀρθόδοξων” κρατῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ τὶς πολὺ πιὸ πρόσφατες πολιτικὲς ἐξελίξεις στὴν Κεντρικὴ καὶ Ἀνατολικὴ Εὐρώπη».
«Νεωτερισμός», ὁ Ἐθνικὸς Ρόλος τῆς Ἐκκλησίας: Βάσει τῆς ἀνωτέρω συλλογιστικῆς, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἰσχυρίζονται ὅτι:
Ἡ «ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους καὶ ὁ “ἐθνικὸς” ρόλος τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν ἕνα νεωτερισμὸ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ ὑπῆρξε, γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, ἡ Ἐκκλησία τῆς πολυεθνικῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας»· δηλαδή, μιὰ Ἐκκλησία, πού, «παρὰ ἤ, ἴσως, ἐξαιτίας τῶν δεσμῶν της μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία, ἀγνοοῦσε κάθε μορφῆς “ἐθνικὴ λογική”, τόσο στὴν ἐκκλησιολογική της δομή, ὅσο καὶ στὴ θεολογική της αὐτοσυνειδησία»· μιὰ  Ἐκκλησία τῆς ὁποίας «ἡ βάση καὶ τὸ κριτήριο τῆς ἐκκλησιολογίας της(…) πάντοτε  καθοριζόταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς τοπικῆς καὶ ὄχι τῆς ἐθνικῆς Ἐκκλησίας».
Ἐθνικοπολιτιστικὴ Ταυτότης: Τὶς εὐθύνες γιὰ τὸ «πρόβλημα» αὐτό, οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἐπιρρίπτουν στὴν «ἐπιμονὴ πολλῶν “ὀρθοδόξων” κρατῶν νὰ βλέπουν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μέρος τῆς ἐθνικῆς τους ταυτότητας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τους, ποὺ σχετίζεται μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὸν παραδοσιακὸ λαϊκὸ πολιτισμό».
Τοῦτο σημαίνει ὅτι, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν Ἑλλάδα, πιστεύουν ὅτι τὸ «πρόβλημα» θὰ λυθεῖ μὲ τὸν πλήρη διαχωρισμὸ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὁποίου (διαχωρισμοῦ) εἶναι ἡ ἀποεθνικοποίηση τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, ὥστε αὐτοὶ νὰ πάψουν νὰ θεωροῦν αὐτονόητη τὴν συναλληλία Ἐκκλησίας-Κράτους, Ἐκκλησίας-Ἔθνους καὶ Κράτους-Ἔθνους.
Ἐκστρατεία Ἀποεθνικοποιήσεως: Σημειωτέον ὅτι, στὴν χώρα μας, οἱ πρῶτες προσπάθειες ἀποεθνικοποιήσεως τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἐμφανίσθηκαν μαζὺ μὲ τὰ πρῶτα κύματα λαθρομεταναναστῶν.
Ἀποσκοπώντας στὴν καταστολὴ κάθε ἀντιδράσεως ἔναντι τοῦ φαινομένου, ὅσοι κατέβαλλαν τὶς προσπάθειες ἀποεθνικοποιήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ –λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ– ἐξαπέλυσαν ἐναντίον του μιὰ πρωτοφανοῦς ἐντάσεως ἐκστρατεία πνευματικῶν ἐκβιασμῶν ―ἠπιώτερη μορφὴ τῆς ὁποίας εἶχε ἀποδώσει ἤδη καρποὺς στὶς λοιπὲς εὐρωπαϊκὲς κοινωνίες.
Χειραγώγηση καὶ Ὁλοκληρωτισμός: Τὴν αἰχμὴ τοῦ δόρατος τῆς ἐν λόγῳ ἐκστρατείας ἀποτελοῦσαν οἱ γνωστὲς χειριστικὲς κατηγορίες περὶ ἐθνικισμοῦ, ἐθνοφυλετισμοῦ, ναζισμοῦ, φασισμοῦ, ξενοφοβίας, ρατσισμοῦ, «αὐγοῦ τοῦ φιδιοῦ» κ.ο.κ., ποὺ κατέστειλαν τὶς ἀντιδράσεις, διότι ταύτιζαν τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν προστασία τοῦ Ἔθνους, μὲ τὸν ὁλοκληρωτισμό.
 Σημειωτέον ὅτι, σήμερα, ἐξ ἴσου χειριστικὲς ἀποδεικνύονται –ἴσως ἐν ἀγνοίᾳ τους– ὅσες (παρα)πολιτικὲς ὀντότητες ἢ μεμονωμένα ἄτομα ἐπαληθεύουν, μὲ τὴν ἀκραία δράση καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἰδεολογία τους, τὶς κατηγορίες αὐτές. Καὶ τοῦτο διότι, ὅταν αὐτοὶ προβάλλουν ἐθνικῶς συμφέρουσες θέσεις, ἐξωθοῦν τὸν λαό, εἴτε νὰ τὶς ἀπορρίψει αὐτομάτως (ὡς ἐντασσόμενες στὸν ὁλοκληρωτισμό τους) καὶ ἑπομένως νὰ βλάψει ἑαυτὸν οἰκειοθελῶς· εἴτε νὰ τὶς υἱοθετήσει, καὶ ἑπομένως νὰ υἱοθετήσει καὶ τὸ σύνολο τῶν ὁλοκληρωτικῶν τους θέσεων, μὲ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς βουλήσεώς του, πόσον μᾶλλον γιὰ τὸ μέλλον του.
Δεδομένου λοιπὸν ὅτι, στὴν χώρα μας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία –ὡς ἐκ τοῦ “ἐθνικοῦ ρόλου” της– προβάλλει (ἀκόμα) ἐθνικὲς θέσεις, δὲν εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ὅταν, στὸ προαναφερθὲν συνέδριο, τίθεται, ὡς θέμα Εἰσηγήσεως, τὸ ἐρώτημα: «Σημεῖα Ἐθνικοσοσιαλισμοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σήμερα;».
“Οὐκ Ἔνι Ἰουδαῖος Οὐδὲ Ἕλλην”: Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συνηθισμένα ἐπιχειρήματα, ποὺ χρησιμοποιήθηκαν μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐκστρατείας πνευματικῶν ἐκβιασμῶν, ἦταν ἡ ἑρμηνεία τῆς ρήσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου “οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην” (Γαλ. 3. 28) ὡς «κάλεσμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ ὑπερφυλετικὲς ἢ ἀκόμα καὶ ὑπερεθνικὲς κοινότητες».
Νὰ εἶναι, ἄραγε, τυχαῖο ὅτι, μία ἐκ τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ παραπάνω Συνεδρίου ἔχει ὡς θέμα: «“Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην”. Ἐθνότητα καὶ Καθολικότητα»;
Μόνον “Οὐκ Ἔνι Ἕλλην”: Καί, ἐνῶ, ὡς ὀρθόδοξο ποίμνιο, εἴμαστε πλέον ἐξοικειωμένοι καὶ μὲ τὶς πιὸ ἀπίθανες ἐκδοχὲς τοῦ ἐκβιαστικοῦ διλήμματος “χριστιανὸς καὶ ἀποεθνικοποιημένος, ἢ πατριώτης καὶ αἱρετικός;”3, περιμένουμε μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε τὸ πῶς ὁ διαπρεπὴς καὶ σεβάσμιος Εἰσηγητὴς θὰ παρουσιάσει τὸ θέμα αὐτό, χωρὶς νὰ καταλήξει –καὶ αὐτός–, ἔστω καὶ ἐμμέσως, στὸ γνωστὸ συμπέρασμα ὅτι, θείῳ προστάγματι, “οὐκ ἔνι Ἕλλην”.
Ἡ Πλήρης Ρήση: Διότι, ἐπὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη, στὸ συμπέρασμα αὐτὸ κατέληγαν ὅσοι ἀπομόνωναν –ἐν ἐπιγνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τους– τὸ πρῶτο σκέλος τῆς συγκεκριμένης ρήσεως. Ὅμως, ἡ πλήρης ρήση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν οὐδὲ θῆλυ».
Ὡς ἐκ τούτου, θὰ ἦταν ἀπολύτως ἀδιανόητο γιὰ ἕναν Ἱεράρχη τοῦ βεληνεκοῦς τοῦ συγκεκριμένου Εἰσηγητῆ νὰ ἀπομονώσει –καὶ αὐτός– πέντε λέξεις ἀπὸ μία πρόταση ἑνὸς κειμένου, γιὰ νὰ οἰκοδομήσει ἐπ’ αὐτῶν τὴν ὅποια θεωρία, ἐρήμην τοῦ γενικοῦ νοήματος τοῦ κειμένου –πόσον μᾶλλον ὅταν πρόκειται περὶ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Συνέπεια καὶ Καθολικότητα: Ἀπὸ τὸν διακεκριμένο Εἰσηγητῆ ἀναμένουμε, συνεπῶς, τὸ ἀπολύτως αὐτονόητο· ἤτοι, ὅτι, τὰ θεολογικὰ κριτήρια καὶ τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ θὰ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ διαπραγματευθεῖ τὸ θέμα «“Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην”. Ἐθνότητα καὶ Καθολικότητα», ὅσο καὶ τὰ συμπεράσματα, ποὺ θὰ ἐξάγει ἀπὸ αὐτά, θὰ πληροῦν τὶς ἑξῆς αὐτονόητες προϋποθέσεις ἐπιστημονικῆς συνεπείας:

1η.-Θὰ ὑπηρετοῦν τὸ σύνολο τῆς ρήσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅτι, δηλαδή, θὰ μποροῦν νὰ ὑπηρετήσουν, συνολικῶς, τὸ θέμα: «“Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν οὐδὲ θήλυ”. Ἐθνότητα, Δουλεία, Φῦλα καὶ Καθολικότητα»·
2η.-Δὲν θὰ ἀφίστανται τοῦ γενικοῦ νοήματος τοῦ κειμένου τοῦ συγκεκριμένου κεφαλαίου τῆς Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου·
3η.-Θὰ βασίζονται στὶς περὶ Ἐθνῶν καὶ ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας θέσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου –τοῦ ἀποκληθέντος Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν–, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον, ὁ Θεὸς «ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπο τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τάς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν» (Πράξεις, 17. 26).
Προϋποθέσεις Σωτηρίας: Στὴν ἑπομένη ἑνότητα θὰ ἐξετάσουμε ποία εἶναι ἡ «νέα πολιτικὴ πρόταση», τὴν ὁποίαν οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου θέτουν ὡς «ἀπαράβατο ὅρο», ὥστε ἡ Ὀρθοδοξία «νὰ ἐπιστρέψει στὴν κυρίως ἀποστολή της, ποὺ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὸ κήρυγμα τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴν ἀποκατάσταση ὁλάκερης τῆς κτίσης».

_______________________________
 (1) -Δάφνη Βαρβιτσιώτη, «“Νέα Ἐποχή”: Ἐξέλιξη ἢ Χειραγώγηση;», ἐκδ. Ἀθ. Σταμούλη, Ἀθήνα 2004.
(2) -«Οἱ Πατρομάχοι τώρα ζητοῦν τὸν ἀπογαλακτισμὸν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸ Βυζάντιον καὶ τὸ Ἔθνος», ἑβδομ. ἐφημ. “Ὀρθόδοξος Τύπος” τῆς 27.4.2012 (σ. 7).
(3) -Δάφνη Βαρβιτσιώτη, «Χριστιανὸς καὶ Κομμουνιστής, ἢ Πατριώτης καὶ Αἱρετικός», Ο.Τ., 1.5.2009 κ. ἑπ..

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012



Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ

ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Ἕνα κείμενο ποὺ μιλᾶ γιὰ Δογματικὰ θέματα, λίγοι τὸ ἀγγίζουν. Ἀρκούμαστε στὴν εὔπεπτη τροφή. Κι ὅμως στὴν ἄγνοιά μας αὐτὴ στηρίζονται οἱ νεόκοποι «πατέρες» τοῦ Φαναρίου (Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας) καὶ οἱ μαθητές του, ὅπως ὁ Προύσης Ἐλπιδοφόρος) γιὰ νὰ μᾶς «ἀλλάξουν κυριολεκτικὰ τὴν Πίστη».
Παραθέτουμε τὸ παρακάτω κείμενο ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο τοῦ "Ἀμέθυστου", ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς αἱρετίζουσες θέσεις Ζηζιούλα καὶ Γιανναρᾶ, ὄχι γιὰ νὰ γίνουμε –διαβάζοντάς το– ξαφνικά ὅλοι θεολόγοι, ὅσο γιὰ νὰ ὑποψιαστοῦμε (μὲ τὰ λίγα ἢ πολλὰ ποὺ θὰ καταλάβουμε) τὴν νοθεία τῆς Πίστεως ποὺ συντελεῖται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες θεολόγους ἢ θεολογοῦντες φιλοσόφους καὶ νὰ περιμένουμε μιὰ ἀπάντηση ἀπὸ τοὺς κατ’ ἐξοχὴν ὑπερμάχους τῶν Διαλόγων! 
Ἀλλὰ καὶ νὰ κατανοήσουμε, ἐπιτέλους, ὅτι δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι καὶ οἱ ποιμένες, ποὺ κύριο ἔργο ἔχουν τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ὑπεράσπιση τῆς Πίστεως, ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν κατήχηση τοῦ λαοῦ καὶ ἀσχολοῦνται μὲ ἐθνικὰ καὶ πολιτικὰ κηρύγματα, μὲ συσσίτια καὶ πανηγύρεις, ἀφήνοντες ἐλεύθερο τὸ χῶρο, ὥστε οἱ ...αἱρετικοὶ οἰκουμενιστὲς νὰ διαμορφώνουν(!) ὕπουλα καὶ προοδευτικὰ τὴν γνώμην τῶν πιστῶν, στὰ καίρια θεολογικὰ θέματα τῆς Πίστεως! Καὶ μετ’ αὐτῶν, ἀντὶ νὰ τοὺς ἐλέγξουν, συμπανηγυρίζουν, συμποσιάζονται καὶ συλλειτουργοῦν!!!
Ὑπόψιν, ὅτι ἔχει ὑποβληθεῖ πρὸς τὴν Ἱ. Σύνοδο κατοχυρωμένη καταγγελία τῶν αἱρετικῶν θέσεων τοῦ μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα (κακόδοξων δηλ. θέσεων, ποὺ "θαυμάζονται" ὡς ὑψηλὴ καὶ πρωτότυπη θεολογία ἢ φιλοσοφία καὶ διακινοῦνται ἐπί δεκαετίες καὶ στὸν ὀρθόδοξο χῶρο), ἀλλ' ἡ Ἱ. Σύνοδος οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔδειξε ὣς τώρα, ἂν καὶ τὴν καταγγελία αὐτὴ κατέθεσαν διαδοχικὰ δύο σύλλογοι (τὸν Δεκέμβριο 2011 καὶ τὸν Μάρτιο 2012), ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 300 περίπου πιστούς, καὶ δημοσιευμένη στὴν θρησκευτικὴ ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος».
Π.Σ.
Πηγή:
http://amethystosbooks.blogspot.com/2012/05/blog-post_970.html





Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012




Εἶναι καιρὸς νὰ ξεσκονίσουμε καὶ νὰ καθαρίσουμε λίγο, μὲ τὴν βοήθεια τῶν ὑστέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν καταπιάνονται οἱ αἱρετικοὶ τῆς σήμερον, τὶς κενολογίες ποὺ ἀκοῦμε περὶ Ἁγίας Τριάδος, ἀπὸ τοὺς Ρώσους θεολόγους καὶ τοὺς ρωσόφιλους Ζηζιούλα καὶ Γιανναρᾶ.
 
Ὁ Μπουλγκάκοφ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως ὁ πιὸ ἀγαθὸς καὶ ἀνόητος θεολόγος τῶν Ρώσων τῆς διασπορᾶς ποὺ μᾶς ἀλλάξαν τὴν πιστή, ἐπιμένει νὰ ὁρίσει τὴν Ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος, διότι δὲν ἐπετεύχθει ἀπὸ τοὺς Πατέρες καθὼς δὲν καθόρισαν τὴν ἐσωτερικὴ συσχέτιση τῶν Ἁγίων Προσώπων, τῶν Τρι-Ἐγώ. Τὴν προβληματικὴ αὐτὴ υἱοθέτησε τυφλὰ καὶ ὁ Ζηζιούλας καὶ διὰ τῆς  ἀναλογίας καὶ ὁ Γιανναρᾶς. Καὶ ὅλοι τοὺς ἔχουν ἐπιδοθεῖ μὲ ζῆλο νὰ εἰσάγουν στὴν θεολογία τὴν συνείδηση, στὴν θέση τοῦ Εἶναι, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὸν Σχολαστικισμό, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους Πατέρες, ὅπως ἔχει ἤδη ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπιχείρηση αὐτὴ καὶ στοὺς προτεστάντες καὶ στοὺς καθολικούς.

Γιὰ νὰ τὸ κατορθώσουν, νὰ ὁρίσουν δηλαδὴ σχέσεις μεταξὺ τριῶν ΕΓΩ, στὴν Ἁγία Τριάδα, κατήργησαν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, διότι τὴν ἑρμήνευσαν καὶ αὐτοὶ Σχολαστικά, ὄχι ὅπως εἶχε ὁρισθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους. Καὶ παλεύουν λυσσαλέα νὰ στριμώξουν τὸ δόγμα στὰ γυμνὰ Θεῖα πρόσωπα. Ἐπινοοῦν Μοναρχίες, Ἱεραρχίες, ἀριθμήσεις, εἰκονισμοὺς καὶ στὴν αἰώνιο καὶ στὴν οἰκονομικὴ Τριάδα, κηρύττουν τὴν Σωτηρία ὅλων ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν Σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἐπινοοῦν τέρατα καὶ σημεῖα. ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ (σ.σ. Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μας).
 
Ἂς ἀκούσουμε λίγο τοὺς Πατέρες, στὰ θέματα αὐτά!
Ὅσον ἀφορᾶ τὴν Μοναρχία τοῦ Πατρός ποὺ διαφημίζουν διάφοροι Καζανόβες τοῦ Πατριαρχείου, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, στὸ περὶ ἑνώσεως καὶ διακρίσεως, γράφει: «Οὐ γὰρ εἰς ἓν αἴτιον καὶ μίαν ἀρχὴν ἀναίτιον, ἀναφέρουσι τὰ πάντα. Ἡ οὐσία εἶναι αἰτία τῶν ἐνεργειῶν. Οὐδεμία ἐνέργεια εἶναι αὐθυπόστατος. Ὑπέρκειται αὐτῶν κατὰ τὸ αἴτιον. Ὡς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ πρὸ τῶν αἰώνων ἐννοοῦμε τὴν ζωή, τὴν ἀθανασία, τὴν ἁπλότητα, τὴν ἀπειρία, ὅλα τὰ φύσει περὶ τὸν Θεόν. Τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ ὑπερούσιον, τὸ ἄναρχον καὶ τὸ ἄπειρον κ.τ.λ. εἶναι περὶ τὸν Θεὸν ἐξ’ ἀϊδίου.

Ἡ θεοποιὸς δωρεὰ τοῦ πνεύματος, τῆς ὁποίας ὑπέρκειται ὁ Θεὸς κατ’ οὐσίαν, ὀνομάζεται ἀγένητος Θέωσις ἀλλὰ καὶ Θεότης.

Μάξιμος Ὁμολογητής: κεφ. Θεολογικὰ 2.86: Η ΘΕΟΠΟΙΟΣ ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι κάτι ὑπὲρ τοὺς αἰῶνας, εἶναι δὲ ἡ κληρονομία τῶν σωζομένων! Θὰ κληρονομήσουν τὴν φύσιν καὶ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ; Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ τὴν θεοποιὸν Χάριν καὶ τὴν Θείαν Βασιλείαν, ἡ ὁποία ἂν καὶ δὲν εἶναι Φύσις (ἐφόσον ἡ φύσις ἀμέθεκτος), εἶναι ὅμως φυσικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀκολουθοῦσα φυσικῶς τὸν Θεὸν καὶ παρατηρουμένη περὶ αὐτὸν ἀχωρίστως. Εἰς ἡμᾶς τὸ πνεῦμα εἶναι ὡς δῶρον Θεοῦ, ἀλλὰ δῶρον ζωῆς, δῶρον ἐλευθερίας, δῶρον δυνάμεως. «Διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ὁμότιμον μὲ τὸν δώσαντα».

Καταργώντας τὴν οὐσία λοιπὸν καταργεῖται ἡ Βασιλεία, ἡ μετάνοια. Ἡ Σωτηρία ἡ ἴδια καθίσταται Ματαία. Εἰκονική. Μόνη ζωὴ ἡ ἀναλογία. Γινόμαστε ποιητικὲς μεταφορές, διότι ἡ ἀναλογία εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα λογοτεχνικὸ εἶδος. Ἡ πίστις μας ματαία, διότι ἡ θέωσις εἶναι ἡ μυστικὴ ἀνάσταση. Καὶ ὅμως αὐτοὺς τοὺς ματαιόδοξους τοὺς ἀνεχόμαστε καρτερικὰ νὰ σβύνουν ἀπὸ τὴν Μνήμη τῆς Ἐκκλησίας τὴν δυνατότητα τῆς Σωτηρίας μας! ΠΕΡΙΕΡΓΩΣ!

«Οὗ μικρὸν» ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ τὸ παραμικρὸν (Παλάμας, περὶ ἑνώσεως καὶ διακρίσεως.

«Τὸ εἶναι αἴτιον» τυγχάνει ἀκοινώνητον, ἰδίωμα τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἡ οὐσία θεωρεῖται τὸ περιεχόμενον τῆς ὑποστάσεως. Τὰ ὑποστατικὰ (σχέσεις) δὲν ἱδρύουν τὴν ὑπόστασιν οὔτε ταυτίζονται μετ’ αὐτῆς ἀλλὰ τὴν χαρακτηρίζουν. Εἶναι σημεῖα τῆς ἀρρήτου διαφορὰς τῶν προσώπων. Ἡ σχέσις εἶναι σχέσις διαφορὰς καὶ ὄχι σχέσις ἀντιθέσεως.

Ἡ λέξις «ΠΑΤΗΡ» χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἐπισημάνει τὴν πρωταρχικὴν καὶ προαιώνιον «παρθενίαν» τοῦ Θείου Εἶναι. Ὁ «ΠΑΤΗΡ» εἶναι «παρθένος πατὴρ» ὁ ἐν παρθενία πρὸ πάντων τῶν αἰώνων γεννῶν τὸν παρθένον Υἱὸν καὶ ἐκπορεύων τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι ἡ θεόγονος Θεότης.

Ὁ Υἱὸς εἶναι ἡ παρθενία τοῦ Πατρός, ὁ ἐκ τοῦ Παρθένου Πατρὸς πρὸ αἰώνων γεννημένος, προοριζόμενος νὰ γεννηθεῖ ἐπ’ ἐσχάτων ἐκ παρθένου Μαρίας.

Ἡ Γέννησίς Του εἶναι γέννησις ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς κατὰ τὴν πατερικὴν ὑπόστασιν, διὰ τῆς ὁποίας λαμβάνει τὴν θεότητα τοῦ Πατρὸς ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰ τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως.

Οἱ Ἀληθεῖς προσκυνῆται προσκυνοῦν τὸν Πατέρα «ἐν πνεύματι καὶ Ἀληθείᾳ»  δηλ. «ἐν Υἱῷ καὶ Πνεύματι».

Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ἔχει τὴν οὐσίαν. Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ πνεῦμα δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Πατρός, ἀλλὰ λαμβάνουν καὶ ἔχουν προαιωνίως τὴν αὐτὴν Πατρικὴ οὐσίαν.

Ὁ προαιώνιος τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τὸ ἴδιον Αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐκ τοῦ Πατρὸς γέννησις. Ἡ γέννησις ὅπως ἡ ἀγεννησία δὲν εἶναι φύσις, ἀλλὰ περὶ τὴν φύσιν. Ἡ γεννηθεῖσα ὑπόστασις εἶναι διαφορετικὴ τῆς φύσεως. Ἡ γέννησις εἶναι τῆς τοῦ Πατρὸς φύσεως ἔργον καὶ οὐχὶ ἔργον τῆς θελήσεως. Ἡ γέννησις ἕπεται τῇ φύσει ἀλλὰ τῇ φύσει τῇ οὔσῃ τοῦ ἀγεννήτου Πατρός. Ἡ φύσις δὲν θεωρεῖται ὡς κέντρον τι ἐν τῶν ὁποίῳ διακρίνονται ἐκ τῶν ὑστέρων αἱ ὑποστάσεις.

Τὸ κτίσμα δὲν εἶναι συναΐδιον τοῦ κτίζειν δηλ. τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως καὶ θελήσεως τοῦ Θεοῦ [Ὁ Γιανναρᾶς λοιπὸν ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ὁ Πατὴρ ἐλευθέρως μὲ ἀγάπη καὶ διὰ τῆς θελήσεώς του γεννᾶ τὸν Υἱό, ὑποβιβάζει τὸν Κύριο σὲ κτίσμα, ἐπιστρέφοντας καὶ αὐτὸς μὲ τὴν σειρὰ του στὴν πρώτη περίοδο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὴν περίοδο τῶν μεγάλων αἱρέσεων, σὰν αἱρετικὸς] ΜΙΑ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΦΥΣΙΣ.

Καὶ τέλος Ἅγιος Μάξιμος, Κεφάλαια περὶ Θεολογίας, Ἑκατοντάς, Α,7.

Καμιὰ ἀρχή, καμιὰ μεσότητα, κανένα τέλος δὲν ἀρνεῖται τὴν κατηγορία τῆς σχέσεως. Ὁ Θεὸς ὅμως ποὺ εἶναι ἀπειρες φορὲς ἄπειρα ἀνώτερος ἀπὸ κάθε σχέση, δὲν εἶναι φυσικὰ οὔτε ἀρχή, οὔτε μεσότης, οὔτε τέλος. Οὔτε εἶναι τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά ποὺ μποροῦν νὰ δεχθοῦν στὴν σχέση τους τὴν κατηγορία τοῦ πρὸς τί.

Ἂς ὁλοκληρώσουμε ξανὰ μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, πρὸς Ἀκίνδυνον 2.7,16...

Ἄνευ τοῦ ἰδίου τῶν ὑποστάσεων δὲν δύναται νὰ ὑπάρχη Τριὰς ἄνευ δὲ τοῦ ἑνιαίου τοῦ Θεοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχει μοναρχία, δηλ, μία καὶ ἡ αὐτὴ θεότης. Δὲν ὑπάρχει μόνον διαφορὰ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως, ὑπάρχει καὶ διαφορὰ ὑποστάσεως καὶ ὑποστατικῶν.

Ἡ Λέξη «ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ» ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ.

Τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα δὲν εἶναι ἡ ὑπόστασις, ἀλλὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ὑποστάσεως τὰ ὑποστατικὰ λοιπὸν δὲν ὀνομάζονται ὑποστάσεις καὶ αὐθυπόστατα, ἀλλὰ «Ἐνυπόστατα» ὡς περὶ τὴν ὑπόστασιν ὄντα! (Περὶ θεοποιοῦ μεθέξεως.

Τὰ γνωριστικὰ ἰδιώματα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν τὴν φύσιν ὡς ἀρχήν, ἀλλὰ τὴν ὑπόστασιν.

Τὰ φυσικὰ ἰδιώματα εἶναι αἱ ἐνέργειαι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ! Ὅπως τὰ ὑποστατικὰ χαρακτηρίζουν τὰς ὑποστάσεις, οὕτω καὶ τὰ φυσικὰ δὲν εἶναι φύσις ἀλλὰ τὰ χαρακτηριστικὰ φύσεως. Τὰ φυσικὰ εἶναι κοινὰ τῶν ὑποστάσεων. Τὰ ὑποστατικὰ εἶναι αἱ ἀκοινώνηται ἰδιότητες τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατὴρ ἔχει ὑποστατικῶς τὸ γεννᾶν καὶ τὸ ἐκπορεύειν. Τὸ Δημουργεῖν ὅμως καὶ ἁγιάζειν, ὄχι ὑποστατικῶς ἀλλὰ φυσικῶς μετὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος.

Ἡ «ἀγενησία» τοῦ Πατρὸς δὲν εἶναι Φύσις, ἀλλὰ ἐκ τῶν περὶ αὐτὴν ὑποστατικῶς θεωρουμένων. Οἱ ἀρχαῖοι αἱρετικοὶ (Ἄρειος, Εὐνόμιος) ταύτισαν τὴν ἀγεννησία πρὸς τὴν φύσιν. [Οἱ νέοι αἱρετικοὶ (Γιανναρᾶς-Ζηζιούλας) ταυτίζουν τὴν ἀγεννησία μὲ τὴν ὑπόσταση].

Κάθε ὑπόστασις ἔχει περισσότερα τοῦ Ἑνὸς ὑποστατικά.
Ἡ Ἀγεννησία συμπεριλαμβάνει τὸ ἄναρχο (ἄχρονο καὶ ἀναίτιο). Ἀγέννητο καὶ ἀναίτιο ταυτίζονται. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναίτιον τῷ αἰτίῳ ταὐτόν ἐστι ἐπὶ Θεοῦ. Τὰ ὑποστατικὰ εἶναι ἀκοινώνητα.

Ἡ Δημιουργία εἶναι κοινὸ ἔργο καὶ τῶν Τριῶν ὑποστάσεων καὶ διακρίνεται σαφῶς ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός, ἢἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν προαιώνιον ὑπαρξιν τῶν θείων ὑποστάσεων, ἀπὸ τὴν «κοινὴ Μοναρχία» εἰς τὴν κτίσιν.

Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἕνωσις τῶν Τριῶν ὑποστάσεων ὅπως καὶ ἡ οὐσία. Ὅταν ἡ ἐνέργεια διακρίνεται ὡς πρὸς τὴν φύσιν, τότε ἑνοῦται ὡς πρὸς τὰς ὑποστάσεις. Ὅταν δὲ ἡ θεότης διακρίνεται κατὰ τὰς ὑποστάσεις, ἑνοῦται κατὰ τὴν Φύσιν καὶ τὴν Φυσικὴν ἐνέργειαν.

Ἕκαστη ὑπόστασις ἑνώνει ἐν ἑαυτῇ τὸ ἄπειρον πλῆθος τῶν Θείων ἐνεργειῶν καὶ ταυτόχρονα εἶναι ἑκάστη εἷς καὶ ὁ αὐτὸς Θεὸς μετὰ τῶν ὑποστάσεων τῶν ἑτέρων, κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν κοινὴν Φυσικὴν ἐνέργειαν.

ΤΑ ΘΕΙΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ

ΟΛΑΙ ΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΙ ΜΕ ΤΑΣ ΕΝΩΣΕΙΣ. 

ΕΝ ΑΝΑΡΧΟΝ ΚΑΙ ΑΤΕΛΥΤΗΤΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ! 

Για ὅσους ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Σωτηρία τους! Καὶ φοβοῦνται τὴν πλάνη!
Ἀμέθυστος