Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Μελέτη Εις την Ανάστασιν του Κυρίου


Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου:

Πηγή: Ἀμέθυστος
 

 

 
Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Μελέτη


Εις την Ανάστασιν του Κυρίου,

εις την οποίαν χρεωστούμεν να συγχαρώμεν

Α'. Με τον αναστάντα Χριστόν.
Β'. Με την αγιωτάτην Μητέρα Του.
Γ'. Με το σώμα μας.





         Συλλογίσου αγαπητέ, ότι παρακινούμενοι ημείς από τον προφήτην Δαυίδ όπου λέγει να αγαλλώμεθα εις την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου. «αύτη η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή» (Ψαλμ. ριζ' 23) έχομεν χρέος εν πρώτοις να συγχαρώμεν τον Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος εις την χαρμόσυνόν Του Ανάστασιν απέκτησε πάλιν με κέρδος άπειρον όλα εκείνα όπου είχε χάσει εις το πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα είχε χάσει τότε: την χαράν, την ωραιότητα, την τιμήν και την ζωήν. Τώρα δε όπου ανέστη ανέλαβε την ζωήν, αλλά τι λογής ζωήν; Μίαν ζωήν όπου εθανάτωσε τελείως τον θάνατον και δια τούτο θέλει είναι δια πάντα ζωή μοναχή, χωρίς να φοβήται να λάβη άλλην μίαν φοράν θάνατον.«Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκ έτι αποθνήσκει.θάνατος αυτού ουκ έτι κυριεύει» (Ρωμ. στ' 9).



 Ανέλαβε την τιμήν και εξουσίαν, επειδή Εκείνος ο ίδιος όπου προ ολίγου ελογίζετο ολιγώτερον παρά άνθρωπος και εκαταφρονείτο χειρότερον παρά ένας σκώληξ, τώρα ανασταίνεται και αρχίζει να βασιλεύη εν τω ουρανώ και εν τη γη. Δια τούτο και έλεγε μετά την Ανάστασιν. «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη' 18). Ανέλαβε την χαράν, επειδή διερράγησαν πλέον τα μεσότοιχα όπου εκρατούσαν πρότερον εκείνο το πέλαγος της χαράς εις μόνον το ανώτερον μέρος τη ψυχής του Κυρίου και τώρα, όλον το πλήρωμα της χαράς εκείνης όπου εκρατείτο τριαντατρείς χρόνους, έτρεξεν εις το να κατακλύση τας κατωτέρας δυνάμεις της ψυχής και τα μέλη του Λυτρωτού.



Δια τούτο και όταν ανέστη από τον τάφον, ο πρώτος λόγος όπου έβγαλεν από το άγιον στόμα Του, ήτο δηλωτικός ταύτης Του της χαράς: «και ιδού ο Ιησούς απήντησεν αυταίς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη' 9).
Ανέλαβε και την ωραιότητα και την δόξαν, διότι Εκείνος όπου ήτο χθές και προχθές άμορφος, άδοξος, ανίδεος, τώρα ανέστη εκ του μνήματος, ωσάν ένας νυμφίος από τον θάλαμόν του: όλος ωραιότατος, όλος δεδοξασμένος, όλος ηλιόμορφος, επειδή η χάρις και η δόξα του αναστηθέντος σώματος του Χριστού είναι τόσον υπερβολική, όπου εις τον ουρανόν αυτή θέλει είναι η ανωτάτη μακαριότης της ψυχής και του σώματος και όλων των αισθήσεών μας. Και θέλει είναι αρκετή να ειδοποιήση εις όλους τους μακαρίους, τόσον αγγέλους όσον και ανθρώπους ένα Παράδεισον, εις τον οποίον έχουν να ευφραίνωνται αχόρταστα εις πάντας τους αιώνας. Θέλεις να το καταλάβης καλλίτερα; Σχημάτισαι με τον νουν σου ένα ήλιον τόσον λαμπρόν, όπου με το φως του να σκεπάζη μυριάδας ηλίους, καθώς και ούτος ο αισθητός ήλιος σκεπάζει όλους τους αστέρας.



Τώρα ένας ήλιος τόσον λαμπρός, βέβαια ήθελεν είναι ένα μικρόν κάρβουνον συγκρινόμενος με το ένδοξον σώμα του Ιησού, το οποίον με την υπερβολικήν λάμψιν του θέλει καταρροφήσει την λάμψιν τόσων μυριάδων μακαρίων σωμάτων των Αγίων, από τα οποία το κάθε ένα θέλει είναι λαμπρότερον από τούτον τον ήλιον, ως γέγραπται: «τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτού» (Ματθ. ιγ' 43), όπου το, «ως», δεν δηλοί ομοίωσιν, αλλ υπεροχήν, ήγουν λάμψουσιν υπέρ τον ήλιον, καθώς ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος και αύτη είναι η δόξα εκείνη και ωραιότης όπου εζητούσεν ο Χριστός με τόσην παρακάλεσιν από τον ουράνιόν του Πατέρα προ του πάθους Του, λέγων: «δόξασόν με πάτερ παρά σεαυτώ τη δόξη, η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοί» (Ιω. ιζ' 5).



 Με τα οποία λόγια δείχνει ότι εζήτει και ήθελε να εξαπλωθή η δόξα της θεότητός Του δια να δοξάση πληρέστατα και την ανθρωπότητά Του, επειδή χωρίς αυτήν την δόξαν και ωραιότητα της ανθρωπότητος του Ιησού Χριστού κανένας δεν ηδύνατο να γίνη δεκτικός της του Θεού δόξης και μακαριότητος και ακολούθως κανένας δεν ηδύνατο να γίνη ποτέ μακάριος, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος. Διότι η ανθρωπότης του Θεού Λόγου εστάθη ωσάν ένα μεθόριον ανάμεσα εις τον Κτίστην και εις τα λοιπά κτίσματα και πέρνουσα αυτή εις τον εαυτόν της όλον το πλήρωμα της του Θεού δόξης και μακαριότητος το συγκερνά τρόπον τινά και ούτω δια μέσου εαυτής μεταδίδει την δόξαν ταύτην και μακαριότητα εις όλους τους μακαρίους αγγέλους τε και ανθρώπους. Αλλ όχι καθώς αυτή την λαμβάνει από τον Θεόν άκρατον, διότι είναι αδύνατον να την δεχθή έτσι άκρατον, κανένα κτίσμα ψιλόν.αλλά συγκεκραμένην και μετριωτέραν δια να γίνωνται ταύτης δεκτικοί οι μακάριοι τόσον οι άγγελοι όσον και οι άνθρωποι.

Ότι μεν ουν οι άγγελοι λαμβάνουσι την δόξαν και μακαριότητα δια μέσου του αναστάντος Ιησού Χριστού, μάρτυς ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος λέγων, ότι αι τάξεις των Αγγέλων μετέχουσι της του Ιησού φωτοδοσίας, όχι με εικόνας τινάς αλλά με πρώτην μετουσίαν της γνώσεως, των θεουργικών αυτού φώτων1. Και ο σοφός Θεοδώρητος ο Κύρου λέγει: «μετά την σάρκωσιν ώφθη (ο Θεός) και τοις αγγέλοις ουκ εν ομοιώματι της δόξης αλλ αληθεί και ζώντι χρησάμενος ως περιβολή της σαρκός τω καλύμματι» (Διάλογ. α'. κατά Ευτυχ.). Μάλιστα δε ο άγιος Ισαάκ λέγων ότι προ της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού δεν ήτο δυνατόν εις τους αγγέλους να έμβουν εις τα υψηλότερα μυστήρια της θεότητος. Ότε δε εσαρκώθη ο Λόγος ηνοίχθη αυτοίς θύρα εν τω Ιησού. (Λόγος πδ'. σελ. 478). Και πάλιν: «και αυτή η πρώτη τάξις θαρρούσα λέγει ότι ουκ αφ εαυτής, αλλά διδάσκαλον έχει τον μεσίτην Ιησούν εκείνον, υφ ου υποδέχεται και τοις κάτω επιδίδωσιν» (αυτόθ. 477). Ότι δε και οι μακάριοι άγιοι δια μέσου της ανθρωπότητος του Ιησού βλέπουσι την δόξαν του Θεού, εδήλωσεν ο Κύριος ειπών: «Πάτερ ους δέδωκάς μοι θέλω ίνα όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν». Και δεν στέκει έως εδώ αλλά προσθέτει: «ην δέδωκάς μοι» δια να φανερώση με τούτο την δόξαν όπου εδόθη εις την ανθρωπότητά Του (βλ. Ιω. ιζ' 24).

Ω δόξαις! Ω λαμπρότηταις! Ω μεγαλεία της Αναστάσεως του Κυρίου! Όντως αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος. Διότι την μεν δευτέραν και τρίτην ημέραν εποίησε το πρωτόγονον εκείνο φως και την τετάρτην και πέμπτην και έκτην και εβδόμην εποίησεν τον εν τη δ' ημέρα γενόμενον ήλιον. Την δε Κυριακήν και πρώτην ταύτην ημέραν, και εν τη κοσμογενεσία, μόνος ο Κύριος αμέσως εποίησεν εκ του μη όντος εις το είναι (το γαρ εν αυτή γεγονός φως ουχί από το πρωί, αλλά από μεσημβρίας ήρξατο, κατά τους Θεολόγους) και τώρα πάλιν μόνος ο νοητός Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ταύτην εποίησεν από του μνήματος ως από ορίζοντος αναστάς. Και αυτή η Κυριακή, τώρα μεν είναι εικών του μέλλοντος αιώνος.τότε δε έχει να ήναι αυτός εκείνος ο όγδοος αιών2.

«Όντως αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» (Ψαλμ. ριζ' 23). Οι εχθροί Του δαίμονες, ο εχθρός Του θάνατος, ο εχθρός Του η αμαρτία, ο εχθρός Του άδης, οι εχθροί Του Ιουδαίοι οι τούτον σταυρώσαντες και μισούντες Αυτόν. Όντως εκινδύνευε το καράβι να πνιγή και να πλέη δεν ηδύνατο όπου ερρίφθη ο Ιωνάς εις την θάλασσαν και κατεπόθη από το κήτος. Καράβι είναι ο κόσμος όπου δεν ηδύνατο να υπάγη εμπρός εις το αγαθόν. Θάλασσα είναι τα πάθη και αι θλίψεις του κόσμου. Ιωνάς ο Χριστός, κήτος ήτον ο θάνατος και ο άδης. Ερρίφθη ο Χριστός εις την θάλασσαν και τα πάθη. Κατεπόθη από τον θάνατον και τον άδην. Και επειδή η ζωοποιός θεότης δεν εχωρίσθη ούτε από το νεκρωθέν σώμα το κείμενον εις τον τάφον ούτε από την ψυχήν την καταβάσαν εις άδην δια τούτο ενέκρωσε και τον άδην και ανέστη τριήμερος και ούτως ο κόσμος όπου εκινδύνευε διεσώθη «ώσπερ γαρ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται ο υιος του ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας» (Ματθ. ιβ' 40).

Τώρα εσύ αδελφέ, είναι δυνατόν να μελετήσης ταύτας τας αληθείας, και να μη γεμίση από χαράν η καρδία σου δια την ανωτάτην ευδαιμονίαν και δόξαν, εις την οποίαν βλέπεις πως έφθασεν ο Λυτρωτής σου δια της Αναστάσεως, όχι μόνον κατά την ψυχήν, αλλά και κατά το πανάγιον σώμα Του; Όθεν επιθύμησαι να έχης όλαις ταις χαραίς των αγγέλων και όλων των Αγίων όπου συνέστησαν σήμερον και ελευθερώθησαν από τον άδην, δια να συγχαρής με αυτάς τον αναστάντα Δεσπότην, και δια να ευφρανθής με όλην σου την καρδίαν εις την νέαν ταύτην χαράν και δόξαν και νίκην Του, στοχαζόμενος πως η ιδική Του χαρά είναι και χαρά ιδική σου. Η ιδική Του δόξα είναι και δόξα ιδική σου και η ιδική Του νίκη είναι και νίκη ιδική σου. Και απλώς όσα Αυτός προνόμια και αξιώματα έλαβε δια της Αναστάσεώς Του, όλα ταύτα γίνονται και ιδικά σου δια της προς Αυτόν πίστεως και θερμής αγάπης. Εκείνου ως κεφαλής και εσένα ως μέλους. Εκείνου ως Πατρός και εσένα ως υιού. Εκείνου ως αρχιστρατήγου και βασιλέως και εσένα ως στρατιώτου και βασιλευομένου. Εκείνου ως φιλουμένου και εσένα ως φιλούντος. επειδή η αγάπη έχει φυσικόν ιδίωμα να κοινοποιή τα των φίλων κατά την παροιμίαν. «τα των φίλων κοινά». Και καθώς χθές και προχθές εκοινωνήσατε εις τα Πάθη και την θλίψιν του Κυρίου δια της πίστεως και αγάπης έτσι και σήμερον είναι δίκαιον να κοινωνήσετε εις την χαράν Αυτού και δόξαν και Ανάστασιν, «καθώς κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι χαίρετε ίνα και εν τη αποκαλύψει της δόξης Αυτού χαρήτε αγαλλιώμενοι» (Α' Πέτρ. δ' 13).

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Τεστ Αναστάσεως




«Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», όσοι πορευτήκαμε την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής με την κατά δύναμιν νηστεία και προσευχή, όσοι ήδη γιορτάσαμε την λαμπροφόρο Ανάσταση του Χριστού με ή χωρίς βαρελότα και πυροτεχνήματα, ας κάνουμε ένα τεστ για να δούμε, αν -και πόσο- και για μας η Ανάσταση είναι ένα φανταχτερό πυροτέχνημα ή ένα ταπεινό κερί, ένα άσβηστο καντήλι ορθοδόξου πίστεως.
Να διαπιστώσουμε δηλαδή με το τέστ αυτό, «πόση» ανάσταση πήραμε από την Ανάσταση του Χριστού. Να εξετάσουμε, μήπως, το μόνο που μας έμεινε από την Ανάσταση, είναι κάποια εαρινά μοσχοβολήματα λεμονανθών και τριαντάφυλλων με τα ανάλογα ευσεβιστικά συναισθήματα -ως φύλλα «ακάρπου συκής»- και βέβαια, τα επί πλέον λιπίδια και η χοληστερίνη.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, έχοντας ο ίδιος βιώσει την Ανάσταση, μας την περιγράφει μ’ ένα καταπληκτικό παράδειγμα.
Εκείνος που αναστήθηκε πραγματικά, εκείνος που ζεί την Ανάσταση ως νέα υπαρξιακή κατάσταση, -γράφει- μοιάζει μ’ έναν που μόλις ξύπνησε από τον ύπνο και κατανοεί ότι δεν είναι πια «κοιμισμένος», αλλά ξύπνιος. Κατανοεί ότι κάτι άλλαξε, βλέπει μέσα του ολοκάθαρα την διαφορά του πριν και του τώρα.
Όσοι δεν θα περάσουμε αυτό το τεστ Αναστάσεως, ας μη απογοητευθούμε. Και μόνο που το δοκιμάσαμε είναι στοιχείο θετικό. Όλες οι μέρες του χρόνου είναι καιρός ευπρόσδεκτος ετοιμασίας, για να γιορτάσουμε την κάθε Κυριακή την Ανάσταση του Χριστού. Και να ξυπνήσουμε κάποια στιγμή νιώθωντας μέσα μας να λειτουργεί αυτή η αναγέννηση, η Ανάσταση. Και τότε, συνειδητά να πούμε: «ιδού γαρ ήλθε δια του σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω».

  Γράφει ο άγιος Συμεών:
   «Ούτω τοιγαρούν, αδελφοί, και προ θανάτου θάνατος και προ της αναστάσεως των σωμάτων ψυχών ανάστασις γίνεται έργω και δυνάμει και πείρα και αληθεία. Του θνητού γαρ φρονήματος υπό του αθανάτου νοός εξαφανιζομένου και της νεκρότητος υπό της ζωής διωκομένης η ψυχή τότε, ως εκ νεκρών αναστάσα, εαυτήν ομολογουμένως ορά, καθάπερ οι εξ ύπνου αναστάντες εαυτούς βλέπουσι, και τον αυτήν αναστήσαντα επιγινώσκει Θεόν, ον κατανοούσα και ω ευχαριστούσα, προσκυνεί και δοξολογεί την άπειρον αυτού αγαθότητα. Το δε σώμα ουκ έχει προς τας ιδίας επιθυμίας την οιανούν έμπνευσιν η κίνησιν η ενθύμησιν, αλλά νεκρόν όλον και άπνουν εν τούτοις γίνεται».
                           (από τον ΚΗ  Λόγο).
(Η μετάφραση: Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, αδελφοί, πραγματοποιείται και θάνατος προ του θανάτου και ανάσταση πριν από την ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων πρακτικά, δυναμικά, βιωματικά και αληθινά. Γιατί όταν το θνητό φρόνημα υποχωρεί και αφανίζεται από τον αθάνατο νου και η νεκρότητα διώχνεται από τη ζωή, τότε η ψυχή σαν να έχει αναστηθεί από τους νεκρούς, βλέπει καθαρά τον εαυτό της, όπως αυτοί που σηκώνονται από τον ύπνο (έχουν συνείδηση ότι τώρα είναι ξύπνιοι, ενώ πριν λίγο εκοιμώντο), και γνωρίζει τον Θεό που την ανέστησε, το οποίον κατανοεί και ευχαριστώντας Τον προσκυνεί και δοξολογεί την άπειρο αυτού αγαθότητά. Το δε σώμα πλέον, δεν διαθέτει καμιά απολύτως πνοή ή κίνηση ή μνήμη των επιθυμιών του, αλλά νεκρώνεται τελείως και ξεψυχά ως προς εκείνες).
Π.Σ.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ;



Καὶ τὸ φετινὸ Πάσχα σκιάζει ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὅσο κι ἂν θελήσουμε νὰ ἀπομακρύνουμε σήμερα παρόμοιες σκέψεις, ὅσο κι ἂν κάποιοι θὰ τὶς θεωρήσουν βέβηλες καὶ θὰ προτιμοῦσαν νὰ ἔχουν πνευματικότερες ἀναβάσεις καὶ οὐράνιες πτήσεις αὐτὲς τὶς Ἅγιες μέρες, ὅμως, ἡ συνειδητοποίηση ὅτι εἴμαστε βουτηγμένοι στὴν αἵρεση, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους συνεορτάζουμε καὶ οἱ ὁποῖοι μᾶς εὐλογοῦν εἶναι ἀρχηγοὶ τῆς παναιρέσεως, ὅτι τὶς Ἀναστάσιμες Ἐγκυκλίους τους τὰ Μ.Μ.Ε. θὰ μᾶς προσφέρουν ὡς τὸ πιὸ "ὀρθόδοξο" ἐπίκαιρο ἄκουσμα καὶ θέαμα, μᾶς κάνει νὰ θεωροῦμε -λίγες ὧρες πρὶν εἰσέλθουμε στὸ Μ. Σάββατο- ἀναγκαία τὴν ἀναφορὰ στὸν Οἰκουμενισμό, μὲ ἀφορμὴ καὶ ἕνα σχόλιο ἀνώνυμου.


 Γιατί εἶναι ἰσχυρὴ ἡ αἴσθηση ὅτι ἑορτάζουμε τὸν ἴδιο Παθόντα καὶ Ἀναστάντα Χριστό, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὴ ὁ καθένας τοποθέτηση σὲ θεμελιώση θέματα Πίστεως καὶ ποιμαντικῆς ἀντιμετώπισης τῆς αἱρέσεως.
 Κάθε Ἐπίσκοπος εἶναι (πρέπει νὰ εἶναι) ὁ ἐκφραστὴς τῆς Πίστεως. Ὅταν, ὅμως, ὁ Ἐπίσκοπος ἐκφράζεται κακοδόξως, ὄχι ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου, ἀλλὰ συνειδητὰ «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» (ΙΕ΄ Κανὼν ΑΒ Συνόδου), εἴτε γραπτά, εἴτε προφορικά, εἴτε δι’ ἄλλου μέσου καὶ τρόπου (π.χ. διὰ τοῦ ἔργου τῶν συμπροσευχῶν), ἐφ’ ὅσον δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν τρόπων θίγονται καὶ ἀθετοῦνται κυρίως Εὐαγγελικὲς ἢ Ἀποστολικὲς Ἐντολές, ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες (ποὺ διευκρινίζουν καὶ ἑρμηνεύουν τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία),

             τότε,

ὁ Ἐπίσκοπος αὐτὸς αἱρετίζει καὶ ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τοὺς Ἱ. Κανόνες ψευδεπίσκοπος, ἔστω κι ἂν ἀκόμα δὲν ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο.
Μὲ κάποιους τέτοιους Ἐπισκόπους ἀφήνονται οἱ πιστοὶ νὰ κάνουν Πάσχα κι ἐφέτος!
Ἐλπίζω νὰ μὴν ὑπάρχει ἀντίρρηση ὡς ἐδῶ ἀπὸ τὸν «ἀνώνυμο» ὑποστηριχτὴ τοῦ «Σωτῆρος», τὴν ἴδια τὴν Ἀδελφότητα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ ἔχουν κάποιο ἐνδιαφέρον ἀκόμα γιὰ τὴν διατήρηση ἀκεραίας τῆς Πίστεως.
Ἄρα, ὁ ψευδεπίσκοπος αὐτός, μὲ ὅσα λέγει καὶ πράττει, διαχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ δὲν ἔχει ἀκόμα ἐπίσημα καθαιρεθεῖ. Τὰ μυστήρια ποὺ τελεῖ εἶναι ἔγκυρα κατὰ θείαν Οἰκονομίαν, χάριν τοῦ ἀγνοοῦντος, ἀμφιβάλλοντος καὶ μὴ δυναμένου νὰ ξεχωρίσει τὰ πράγματα λαοῦ, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖται ἀκόμα ἀπὸ τὸν αἱρετίζοντα ψευδεπίσκοπον, ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅσους ἀπὸ φόβο ἢ δειλία τὸν ὑπακούουν ἢ τὸν ἀνέχονται!
[Προσωπική μου ἄποψη εἶναι, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ὁ Κανόνας δὲν ὁρίζει ποινὲς κατὰ τῶν μὴ ἀποτειχιζομένων, εἶναι καὶ αὐτός: Πῶς δηλαδή, ἕνας ἐξαρτώμενος πιστὸς ἀπὸ τὸν πνευματικό του, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ ὑπακοὴ στὸν Δεσπότη καὶ δὲν ἔχει ξεκαθαρίσει ἀκόμα τὸ «δέον γενέσθαι», πῶς αὐτὸς θὰ τιμωρηθεῖ;].
Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση θεωρεῖ «ψευδεπίσκοπον καὶ ψευδοδιδάσκαλον» τὸν συγκεκριμένον Ἐπίσκοπον, κατὰ ποίαν λογικὴν οἱ πιστοί ποὺ τὸ γνωρίζουν αὐτό, μποροῦν νὰ δέχονται τροφὴ πνευματική, εὐλογίες καὶ μάλιστα τὴν Θ. Εὐχαριστία ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς τέτοιου ψευδοδιδασκάλου; Πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ θεωροῦν ἄμεση προτεραιότητα τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτόν; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀνώνυμε συνήγορε τῆς Ἀδελφότητος τοῦ «Σωτῆρα», οἱ τῆς Ἀδελφότητος θεολόγοι καὶ Ἀρχιμανδρῖτες –οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἄριστα τὶς κακοδοξίες τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων– νὰ ἔχουν προϊσταμένους «ψευδεπισκόπους καὶ ψευδοδιδασκάλους»; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνήκουν ὀργανικὰ σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς ὑπακούουν, νὰ διεκπεραιώνουν ἐντολές τους, νὰ συγκοινωνοῦν καὶ νὰ συλλειτουργοῦν μὲ Οἰκουμενιστὲς ἡγέτες τῆς Παναιρέσεως, ὡς ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ Καλαβρύτων Ἀμβρόσιος, ὁ Σύρου Δωρόθεος, ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος Σαββᾶτος; (Στοὺς δύο τελευταίους ὑπάγονται ἐκκλησιαστικὰ δύο ἀρχιμανδρῖτες τοῦ "Σωτῆρος").
Βλέπω, ἀνώνυμε, πὼς στὸ σχόλιό σας ἑστιάζετε τὸν ἀντίλογό σας στὸ ὑποχρεωτικὸ ἢ μὴ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος, (μόνο καὶ μόνο «ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγος γένῃ». Εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀποτειχιστεῖτε ἐπίσημα. Ἂς δεχθοῦμε ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα θέμα ποὺ θέλει συζήτηση. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν (καὶ μαζὶ μὲ σᾶς καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πατέρες τῆς Ἀδελφότητος "Ὁ Σωτήρ"): Δὲν εἶναι αὐτονόητο, γιὰ ἀγωνιστὲς σὰν καὶ σᾶς καὶ τὰ μέλη τοῦ "Σωτῆρος", ποὺ θεωρεῖτε τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς αἵρεση, νὰ κατονομάσετε τουλάχιστον τοὺς αἱρετικούς; (Ἀλλιῶς πρὸς τί ἡ συζήτηση). Καὶ βέβαια, τουλάχιστον θεωρητικὰ ὁ «Σωτήρ», καὶ θεωρεῖ ὡς παναίρεση τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ ἔχει ἀγωνιστεῖ θεωρητικὰ ἐναντίον του.
Στὴν περίπτωση, λοιπόν, ποὺ πράγματι θεωρεῖτε ὡς ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ τὸν Οἰκουμενισμό, θὰ πρέπει νὰ μᾶς πεῖτε:
1) Ποιὲς εἶναι οἱ αἱρέσεις ποὺ διδάσκει. (Αὐτὸ τὸ πρῶτο εἶναι εὔκολο).
2) Ἐπειδὴ οἱ αἱρέσεις δὲν φτιάχτηκαν μόνες τους, ἀλλὰ κατασκευάστηκαν (τῇ ἐμπνεύσει τοῦ διαβόλου) ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ τὶς δίδαξαν καὶ τὶς διδάσκουν, ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἐκφοβίζουν καὶ διώκουν ὅσους τὶς πολεμοῦν, εἶναι ΑΝΑΓΚΗ -κι ἐσεῖς κι ὁ "Σωτήρ" καὶ οἱ Ἐπίσκοποι- νὰ μᾶς κατονομάσετε ποιοί εἶναι ἐκεῖνοι (οἱ Ἐπίσκοποι κυρίως) ποὺ τὶς διδάσκουν καὶ τὶς προωθοῦν. Ποιοί Πατριάρχες, Μητροπολίτες, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ θεολόγοι διδάσκουν αἱρετικὰ τὸν λαό, γιὰ νὰ γνωρίζουν οἱ πιστοὶ καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγουν. (Τώρα, βέβαια, ἐδῶ γεννιέται ἕνα πρόβλημα: πῶς θὰ διδάσκετε τὸν λαὸ νὰ τοὺς ἀποφεύγει, ὅταν δὲν τοὺς ἀποφεύγετε ἐσεῖς;).
Βέβαια, ὑπάρχει περίπτωση τὸ περιοδικὸ τοῦ «Σωτῆρος» νὰ ἐπιμείνει στὸν ἀντιφατικὸ καὶ στρουθοκαμηλιστικὸ ἰσχυρισμό του, ποὺ προέβαλε στὸ τεῦχος 2065 (15/4/2013), ὅταν, ἀφοῦ ἤλεγχε καὶ κατηγοροῦσε τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ἐπειδὴ παρέστη στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα, ταυτόχρονα ἔγραψε τὸ ἀμίμητο: «Δὲν ἐλέγχουμε (τὸν Πατριάρχη). Ποιοί εἴμαστε ἄλλωστε; Μόνο πονοῦμε»! Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, θὰ ἀναγκαστοῦμε νὰ ἀναφέρουμε πλεῖστες ὅσες δημοσιεύσεις ἀπὸ τὶς «Ἀπόψεις καὶ Κρίσεις» τοῦ «Σωτῆρος», μὲ τὶς ὁποῖες κρίνει καὶ ἐλέγχει συγκεκριμένα πρόσωπα ποὺ αἱρετίζουν ἢ ἀσεβοῦν περὶ τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν πίστη. Ἴσως γιατὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη νὰ «κλείσουν» τὴν Ἀδελφότητα.
 4) Ἂν δὲν τολμήσετε νὰ πεῖτε ἔστω αὐτό, τότε τί συζητᾶμε γιὰ ὑποχρεωτικὸ ἢ δυνητικό τοῦ Ἱ. Κανόνος; Διότι, γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ κάποιος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποτειχίζεται, νὰ ἔχει διαπιστώσει ὅτι εἶναι πράγματι ψευδεπίσκοπος, αἱρετικός.
 Λοιπόν, θὰ τολμήσει ὁ «ΣΩΤΗΡ» σας, ὅπως ἔχει κατὰ καιροὺς ἐλέγξει ἄλλες καὶ ἄλλες περιπτώσεις, κι ἔχει κατονομάσει ἄλλους καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς (φυσικὰ χωρὶς κάποια Οἰκουμ. Σύνοδος νὰ τοὺς ἔχει καταδικάσει) νὰ ὀνομάσει αἱρετικὸ τὸν Πατρ. Βαρθολομαῖο, καθόσον ἐπιμένει στὴν αἵρεση τῆς Βαπτισματικῆς θεολογίας, καθόσον θεωρεῖ Ἐκκλησία τὸν Παπισμὸ καὶ τοὺς Προτεστάντες, παρὰ τὴν ρητὴ ὁμολογία στὸ «Πιστεύω» περὶ «Μίας» Ἐκκλησίας καὶ ἑνὸς βαπτίσματος; Ἔτσι, θὰ προφυλάξει τοὺς πιστούς, καὶ θὰ ἀγωνιστεῖ ἔμπρακτα, ὥστε κάποιοι Μητροπολίτες ποὺ φανερὰ ἐπηρεάζονται ἀπ’ αὐτόν, νὰ μὴ δέχονται τὸν Πατριάρχη μετὰ βαΐων καὶ κλάδων. Θὰ τολμήσει νὰ κατονομάσει ὡς αἱρετικὸ τὸν Μεσσηνίας Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος δίδαξε περὶ «διηρημένης» Ἐκκλησίας, ἀρνούμενος νὰ ἀποσύρει τὴν διδασκαλία του ποὺ κατεδαφίζει τὸ 9ο καὶ 10ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Θὰ θελήσει νὰ ἀποσύρει ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ ὅσους ἄλλους αἱρετίζοντες Μητροπολίτες, τοὺς θεολόγους της καὶ τοὺς Ἀρχιμανδρῖτες της;
Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀναφορά μας στὸν «Σωτῆρα», γίνεται μὲ ἀφορμὴ τὸ σχόλιο τοῦ «ἀνώνυμου», θὰ τολμήσουν γενικότερα οἱ ἀντι-οικουμενιστὲς πατέρες νὰ κατονομάσουν τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές; Θὰ ἀποδεχθοῦν τὴν θέση τοῦ π. Θεόδωρου Ζήση, ὅτι ἡ ἀπόκρυψη τῶν ὀνομάτων τῶν αἱρετικῶν συνιστᾶ τὴν αἵρεση τοῦ «ὀνοματοκρυπτισμοῦ», ἀφοῦ μὲ τὴν ἀπόκρυψη τῶν ὀνομάτων, ἀφήνονται ἐλεύθεροι οἱ αἱρετικοὶ νὰ ἐπεκτείνουν τὴν αἵρεσή τους;
Διαβάσαμε πρὸ ὀλίγων μόλις ὡρῶν κείμενο στὸ ἱστολόγιο «Ἀμέθυστος», ποὺ παρακολουθεῖ ἀνύσταχτα τὰ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας τεκταινόμενα ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές ψευδεπισκόπους:
Αὐτὸ τὸ Πάσχα, γράφει, «ἴσως νὰ εἶναι καὶ τὸ τελευταῖο Ὀρθόδοξο, ἐνόψει τῆς νίκης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ θεωρεῖται βέβαιη πλέον, καθότι δὲν ἔχει ἀντίπαλο. Οὔτε ἄμεσο, οὔτε ἔμμεσο. Ἔμμεσο διότι σήμερα διαγράφεται τὸ ἐκπληκτικὸ φαινόμενο, μπρὸς στὰ μάτια μας, νὰ διψοῦν οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀκούσουν τὶς ποιμαντορικὲς ἐγκυκλίους ποὺ ἐκδίδουν οἱ Ἐπίσκοποι ἐν ὄψει τοῦ Πάσχα, ἐνῶ γνωρίζουν ὅτι δὲν εἶναι πλέον μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ».
Δὲν γνωρίζω ἂν ἀποδειχθεῖ προφητικό τὸ κείμενό του αὐτό. Ἕνα εἶναι βέβαιο. Ὅτι ἡ εὐθύνη μας εἶναι τεράστια, ὅταν παραμένουμε στὴν αἵρεση, ὅταν κοινωνοῦμε μὲ τοὺς «ἀκοινώνητους» αἱρετικούς, ὅταν θὰ προσέλθουμε στὴν Ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία μὴ ὁμονοοῦντες μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ποὺ απὸ συμφώνου διδάσκουν:
«Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔσται».
Ἂς μᾶς ξεκαθαρίσουν οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες:
Ἀποδέχονται τὸ τοῦ Μ. Ἀθανασίου; «Ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν... Εἰ δέ τις προσποιεῖται μὲν ὁμολογεῖν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις, τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιαύτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένῃ, τὸν τοιοῦτον παραιτεῖσθε. Οὕτω γὰρ διατελοῦντες καθαρὰν τὴν πίστιν διατηρήσετε» (P.G. 26,1188Β). Συμφωνεῖτε ἢ ἀποστρέφεσθε τὸ φρόνημα τοῦ πατρ. Βαρθολομαίου καὶ τῶν ὁμοίων του; Ναί ἢ οὔ; Τὸν προτρέψατε κι ἐσεῖς καὶ ἄλλοι πολλοὶ νὰ σταματήσει τὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο. Αὐτὸς συνεχίζει ἀπτόητος. Γιατί δὲν ἀπομακρύνεσθε απ' αὐτόν;
Ἀποδέχονται οἱ πνευματικοὶ τὸ τοῦ Μ. Βασιλείου; «Οὐδ’ ἂν πρὸς ὥραν (οὔτε κἂν μιὰ ὥρα) αὐτῶν ἐπεδεξάμεθα τὴν συνάφειαν, εἰ σκάζοντας (χωλαίνοντας) περὶ τὴν Πίστιν εὕρομεν» (P.G. 32,992-994). Καὶ τὸν ἄλλον λόγον του; «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν»; (Εἰς ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133 (24-28).
Ἀποδέχονται τὴν ἐπιστολήν τῶν Ἁγιορειτῶν ποὺ λέγει: «Καί ἐν ἑνί τοῦ ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή; ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος, τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι· καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας» (Ἐπιστολή ἁγιορειτῶν πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, Δοκίμιον Ἱστορικόν Μοναχοῦ Καλλίστου Βλαστοῦ, ἐκδ. 1896, σελ. 97-107).
Ἀποδέχονται τὸ τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: «Ὅσοι κοινωνοῦν μαζὶ μὲ τοὺς Αἱρετικούς, αὐτοὶ ὡς ἀληθῶς ἀποσχίζονται τῆς Ἐκκλησίας»; (P.G. 99, 1065CD).
Ἀποδέχονται τὸ τοῦ ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος πρὸ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνίσχυε τοὺς ἔχοντας διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ μὴ καταδικασμένου ἀκόμα Πατριάρχη Νεστορίου, τὸν ὁποῖον ὀνόμαζε «λύκο», καὶ προέτρεπε τὸ Ὀρθόδοξο Ποίμνιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «Ἀσπίλους καὶ ἀμώμους ἑαυτοὺς τηρήσατε, μήτε κοινωνοῦντες τῷ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ), μήτε μὴν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες, εἰ μένει λύκος ἀντὶ ποιμένος»; (P.G. 77,1258). Μήπως ὁ διάδοχός τοῦ Νεστορίου, ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος, δὲν εἶναι ἐξίσου «λύκος»; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν μάλιστα, ὅτι ἡ αἵρεση τοῦ Νεστορίου δὲν εἶχε ἀκόμα καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο, ἦταν ἀκατάγνωστη» συνοδικά, ἐνῶ πολλὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις ποὺ περικλείει στὴν «μάνδρα» του ὁ Οἰκουμενισμός, εἶναι «κατεγνωσμένες»!
Ἀποδέχονται τὸ τοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου: «Ὁ τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος· καὶ εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, καὶ οὗτος ἀφοριζέσθω”» (Τὰ Εὑρεθέντα, τόμος Β΄, σελ. 28).

Εἶναι, λοιπόν, γιὰ σᾶς, Σεβασμιώτατοι, πατέρες καὶ ἀδελφοί, «λύκος» ὁ Βαρθολομαῖος, οἱ συνοδοιπόροι του καὶ ὅλη ἡ ἄλλη οἰκουμενιστικὴ κομπανία;
Ἂν ὄχι, πῶς ὀνομάζετε παναίρεση τὸν Οἰκουμενισμό; Ποιοί εἶναι οἱ Οἰκουμενιστές;
Ἂν ναί, πῶς θὰ κάνετε Ἀνάσταση παρέα μὲ τοὺς αἱρετικούς; Ὁμονοοῦντες μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἔχουμε «ὁμόνοια», ἑνότητα μὲ τοὺς Ἁγίους;
Παρά ταῦτα ἡ εὐχὴ γιὰ ὀρθόδοξο Πάσχα εἶναι ἐπίκαιρη. Εὐχή, νὰ εἶναι τὸ τελευταῖο Πάσχα ποὺ «συνεορτάζουν οἱ ὀρθόδοξοι μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἵνα ὁμόνοια γένηται εἰς τὰ τῆς πίστεως.
                                  Καλὴ  Ἀνάσταση
Σημάτης Παναγιώτης

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ποιοί διαιρουν την Εκκλησία, «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου...»




Ἀδελφοί μου! Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ κάνῃ μία καὶ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Αὐτό, τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἀδιαίρετη καὶ ἔχει ἑνότητα, τὸ παριστάνει καὶ τὸ εἰκονίζει ὁ «ἄρραφος χιτὼν» (Ἰω. 19,23) τοῦ Χριστοῦ.Τὸ χιτῶνα αὐτόν, κατὰ τὴν εὐσεβῆ παράδοσι,τὸν ὕφαναν καὶ τὸν ἔπλεξαν μονοκόμματο ἀπὸ πάνω ὣς κάτω, χωρὶς καθόλου ῥαφή, τὰ ἄχραντα χέρια τῆς Παναγίας. Αὐτὸν φοροῦσε ὁ Κύριος ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κατάλυμά του καὶ διέσχιζε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς ἁγίας γῆς.Ἀλλ᾿ ὅταν βγῆκε ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασι καὶ ὁ Χριστός μας ὡδηγήθηκε πάνω στὸ Γολγοθᾶ γιὰ νὰ σταυρωθῇ, τότε ἄξεστα χέρια στρατιωτῶν ἀφαίρεσαν τὸ χιτῶνα ἀπὸ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἀνέβασαν γυμνὸ στὸ σταυρό. Τὸν ἀφαίρεσαν, ἀλλὰ δὲν τὸν κομμάτιασαν· ἔρριξαν κλῆρο νὰ δοῦν σὲ ποιόν θὰ πέσῃ. Κι αὐτοὶ οἱ δήμιοί του δηλαδὴ τὸν σεβάστηκαν, δὲν τὸν ἔσχισαν. Δὲν τὸ ἐπέτρεψε ὁ Κύριος. Τὸ χιτῶνα αὐτὸν κανείς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν σχίσῃ .Ἀλλ᾿ ἐνῷ κι αὐτοὶ ἀκόμη οἱ σκληροὶ στρατιῶτες τὸν σεβάστηκαν, κάποιοι ἄλλοι ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν κομματιάσουν.

Ποιοί εἶνε οἱ ἔνοχοι αὐτοῦ τοῦ ἀνοσιουργήματος;

 * Στὸ Ἅγιο Ὄρος εἶδα μία εἰκόνα καὶ τρόμαξα. Εἶδα τὸ Χριστὸ γυμνὸ καὶ τὸ χιτῶνα του κομματιασμένο. Ἕνας ἄγγελος στεκόταν δίπλα του καὶ τὸν ρωτοῦσε·

–«Τίς σου τὸν χιτῶνα διέρρηξε;»· ποιός σοῦ ἔσχισε, Χριστέ, τὸ χιτῶνα;

Κ᾽ ἕνας ἄλλος ἄγγελος ἔδειχνε μία μαύρη μορφή, ἕνα σκοτεινὸ ἄνθρωπο, καὶ ἀπαντοῦσε·

–«Ὁ Ἄρειος». Αὐτός, μὲ τὰ διδάγματά του, διέρρηξε τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

Πρῶτοι ἔνοχοι λοιπὸν γιὰ τὸ σχίσιμο τοῦ χιτῶνος τοῦ Χριστοῦ εἶνε ὁ Ἄρειος καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοί. Καὶ σήμερα δὲν εἶνε μόνο ὁ Ἄρειος, ἀλλὰ ἕνα πλῆθος αἱρετικῶν, ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ὀρθοδοξία. Αὐτοὶ ἁρπάζουν μὲ τὰ βρωμερά τους χέρια τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν κομματιάζουν. Ἂν σήμερα ὁ χριστιανισμὸς δὲν σημειώνει ἐντυπωσιακὲς ἐπιτυχίες, μία αἰτία εἶνε ἡ διαίρεσις.

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἑνώσῃ. Κάθε φορὰ ποὺ κάποιος πλήττει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Δαυῒδ ξεκρεμᾷ τὴν κιθάρα του καὶ ψάλλει μελαγχολικά· «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον» (Ψαλμ. 21,19)

 * Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο οἱ αἱρετικοὶ ποὺ σχίζουν τὸν χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Εἶνε καὶ κάποιοι ἄλλοι. Ἐσεῖς οἱ πλούσιοι, ποὺ θὰ φορέσετε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ τὸ Πάσχα τὰ πανάκριβα κουστούμια καὶ φορέματά σας, γιά σκεφτῆτε τὴν ὥρα αὐτή, πόσοι περπατοῦν γυμνοὶ καὶ δὲν ἔχουν ροῦχο γιὰ νὰ ΄ρθοῦν στὴν ἐκκλησία. Ποιός τοὺς τὰ ἀφαίρεσε; Ἡ πολυτέλειά σας! Ἐσεῖς οἱ χορτᾶτοι, γιά σκεφτῆτε, ὅτι σὲ κάποια τρώγλη τῆς πόλεως ἢ τοῦ χωριοῦ σας ὑπάρχουν πεινασμένοι καὶ φτωχοί. Ποιός τοὺς ἀφαίρεσε τὸ ψωμί; Ἡ ἀδικία, ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀσπλαχνία τοῦ κόσμου.Κάθε φορὰ ποὺ ὁ πλούσιος ἁρπάζει τὴ μπου-κιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ φτωχοῦ καὶ τὸν ἀφήνει νηστικὸ καὶ γυμνό, ὁ Δαυῒδ ὁ προφήτης λέει τὸ «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Πρῶτοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ἔπειτα οἱ ἄσπλαχνοι διαπράττουν τὸ μεγάλο ἔγκλημα νὰ σχίζουντὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

 * Τὴν ἀτίμωσι ὅμως καὶ τὸ μαρτύριο, ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστός, τὸ ὑφίστανται ὄχι μόνο ἄτομα καὶ οἰκογένειες ἀλλὰ καὶ ἔθνη μικρὰ καὶ ἀδύνατα. Θυμηθῆτε, ὅσοι ἔχετε κάποια ἡλικία, τί ἔγινε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1941, ᾽42, ᾽43, ᾽44; Θυμηθῆτε, πόσες καταστροφὲς ὑπέστη τὸ γένος μας. «Διεμερίσαντο», Ἑλλάδα, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον». Ἔτσι λέγαμε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ τότε ποὺ ἡ Ἑλλάδα μας βρισκόταν σ᾿ἕνα χάος, τότε ποὺ δίχασαν τὰ παιδιά της κι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἦταν ἡ μία παράταξι κι ἀπὸτὸ ἄλλο ἡ ἄλλη καὶ σκοτώνονταν μεταξύτους. Κομμάτιασαν τὴν πατρίδα μας, τὰ νησιά της, τὰ πελάγη της, τὰ ἀγαθά της, καὶ οἱ Ἕλληνες πεινασμένοι πέθαιναν στοὺς δρόμους.Δὲν εἶχαν οὔτε ἕνα καρβέλι ψωμί, οὔτε μιὰ σταλαγματιὰ λάδι. Δὲν εἶχαν λάδι οὔτε γιὰ τὴν καντήλα, δὲν εἶχαν ἄρτο οὔτε γιὰ ἀντίδωρο καὶ θεία κοινωνία. «Διεμερίσαντο» , ὦπατρίδα μου, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον».

Δὲν εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ σημειῶστε αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ. Τὰ μεγάλα κράτη, τὰ μεγάλα θηρία, ἑτοιμάζονται πάλι νὰ παίξουν ὅπως στὰ ζάρια τὴν τύχη τῆς πατρίδας μας. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ Ἑλλάδα θὰ ὑποστῇ τὴν καταισχύνη. Γυμνώνοντας τὸν φτωχό, γυμνώνεται ὁ Χριστός, γυμνώνεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ πατρίδα,ἡ ἀνθρωπότης. Βάρβαρα χέρια, χειρότερα ἀπὸ τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, σχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

 * Ἀλλά, ἀδελφοί μου, πρὶν τελειώσω, θέλω νὰ παρουσιάσω ὅλους τοὺς ἐνόχους. Εἶνε οἱ αἱρετικοί, εἶνε οἱ ἄσπλαχνοι, εἶνε τὰ βάρβαρα μεγάλα κράτη· ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη εὐθύνη τὴν ἔχουμε ἐμεῖς.

Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μία στιγμὴ ἱερή, τὴν ἱερώτερη τῆς ζωῆς σας, ὅταν βρέφη σᾶς πῆραν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες σας καὶ σᾶς ὡδήγησαν στὸ ναό. Σᾶς ἔβγαλαν τὰ ρουχαλάκια σας καὶ σᾶς παρουσίασαν γυμνούς, γιὰ νὰ θυμηθῆτε τὸ γυμνὸ Χριστό. Χέρια ἱερέως σᾶς παρέλαβαν καί, «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», σᾶς βύθισαν τρεῖς φορὲς μέσα στὴνκολυμβήθρα. Κι ὅταν βγήκατε δὲν ἤσασταν τὰ παιδιὰ τοῦ ἄλφα ἢ τοῦ βῆτα, ἀλλὰ υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Χριστοῦ. Πήρατε τιμημένα ὀνόματα. Καὶ σᾶς ἔντυσαν μ᾿ ἕνα ρουχαλάκι ἄσπρο σὰν τὸ χιόνι. Μοιάζατε σὰν τὰ περιστέρια ποὺ πετοῦν στὰ γαλανά μας κύματα. Τὸ ἄσπρο ροῦχο, ποὺ φορέσατε, σημαίνει, ὅτι ἡζωή σας πρέπει νά ᾽νε καθαρὴ σὰν τὸ κρύσταλλο, νὰ λάμπῃ σὰν τὸν ἥλιο. Ἡ ψυχή σας ν᾿ἀγαπήσῃ τὸ Χριστό, νὰ προικιστῆτε μὲ τὶς ἀρετές του. Γι᾿ αὐτὸ τὸ βράδι τῆς Ἀναστάσεως, ἂν θὰ μείνετε μέχρι τέλους –καὶ παρακαλῶ νὰ μείνετε, γιατὶ εἶνε ἀπρέπεια νὰ φύγετε ἀπὸ τὴ μέση τῆς ἀκολουθίας–, θ᾿ ἀκούσετε τὸ «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27). Ἤμασταν γυμνοί, καὶ μᾶς ἔντυσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ὡραία λαμπρὴ φορεσιά του, ποὺ δὲν τὴν ὕφαναν χέρια ἀνθρώ-πων, ἀλλὰ χέρια ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ἐπάνω στοὺς ἀργαλειοὺς τοῦ οὐρανοῦ.Αὐτὸ τὸ ρουχαλάκι τὸ ἄσπρο, ποὺ μᾶς φόρεσαν τὴν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μας, ἐρωτῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ ὅλους ἐσᾶς, τὸ κρατήσαμελευκὸ καὶ καθαρό; Ἄχ, ἀδελφοί μου, δὲν τὸ κρατήσαμε καθαρό. Ἀφήσαμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο νὰ μᾶς τὸ λερώσῃ. Ἀφήσαμε τὸν κόσμο νὰ μᾶς τὸ κομματιάσῃ. Κάθε φορὰ ποὺ ἐσὺ ὁ νέος αὐθαδιάζεις μπροστὰ στὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου κ᾽ ἐσὺ ἡ νέα γιὰ «τριάκοντα ἀργύρια» πουλᾷς τὸν ἀτίμητο θησαυρό σου, σχίζεις τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Ἐσὺ ἡ γυναίκα ποὺ ἀτιμάζεις τὸν ἄντρα σου κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄντρας ποὺ ντροπιάζεις τὸ ὄνομα τῆς οἰκογενείας σου, καὶ κάθε ἁμαρτωλός,σχίζετε τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν σὲ βλέπει ὁ ἄγγελός σου –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι– νὰ βουτᾷς μέσ᾿ στὶς ἀκαθαρσίες τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, λέει· «Διεμερίσαντο», Χριστέ, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον».

Ἀδελφοί μου! Ἂς κλίνουμε μὲ ταπείνωσι τὰ γόνατά μας ἐμπρὸς στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς συγχωρήσῃ, καὶ νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ξεντυθοῦμε τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης», νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν «καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα»(Ἐφ. 4,22-24) , καὶ νὰ πορευθοῦμε πρὸς αὐτόν.

Βοήθησέ μας, Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ «ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον» (Ψαλμ. 103,2). Σύ, ποὺ ντύνεις τὴ γῆ μὲ τὰ ὡραιότερα λουλούδια. Σύ, ποὺ κοσμεῖς τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα. Σὺ πού, ἐνῷ δὲν ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ροῦχα ἀνθρώπινα, ὅταν ἦρθες ἐδῶ στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος, ὑπέστης πρὸς χάριν μας τὴν πιὸ μεγάλη ἀτίμωσι, παρουσιάστηκες γυμνὸς κατάγυμνος, ὅπως σὲ γέννησε ἡ Παναγία μητέρα σου, μπροστὰ στὸν κόσμο. Ἔγινες αἰσχύνη καὶ ντροπὴ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Γυμνώθηκες, γιὰ νὰ μᾶς ντύσῃς. Γυμνώθηκες, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃς ἀγγέλους. Κ᾿ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ γίνουμε ἄγγελοι, κυλιόμαστε μέσα στὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας. Ὦ Κύριε, ἐλέησε καὶ σῶσε μας ὅταν ἔρθῃς νὰ μᾶς κρίνῃς «ἐν τῇ δόξῃ» σου «μετὰ πάντων τῶν ἁγίων» σου (Ματθ.25,31. Λουκ. 9,26. Α΄ Θεσ. 3,13)· ἀμήν.


Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Μοσχάτου - Ἀθηνῶν τὴν Μ. Παρασκευὴ 12-4-1963.

Πηγή: aktines.blogspot.gr/2013/05/blog-post_2151.html

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ

«Ἡ τελική πρᾶξις τῆς ἱστορίας δέν εἶναι

ὁ σταυρός, τό πάθος, ἡ ἀγωνία καί ὁ πόνος.

Εἶναι ἡ ἀνάστασις».



Ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ


τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου


 

«Ὡς ἐνιαύσιος ἀμνός, ὁ  εὐλογούμενος ἡμῖν, στέφανος χρηστός ἑκουσίως, ὑπέρ πάντων τέθυται, Πάσχα τό καθαρτήριον· καί αὖθις ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος, δικαιοσύνης ἡμῖν ἔλαμψεν Ἥλιος»

 (Ἀναστάσιμος Κανών, ὠδή δ´).

 


.               Κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τήν αἰγυπτιακή τυραννίδα ὁ ἰσραηλιτικός λαός προσετάχθη ἀπό τόν Θεό νά φάγῃ τόν πασχάλιο ἀμνό (Ἔξ. ιβ´ 3-10), ὁ ὁποῖος προετύπωνε τό ἀληθινό Πάσχα, «τόν Ἀμνόν τοῦ Θεοῦ τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (πρβλ. Ἰω. α΄ 29) καί θυσιαζόμενο ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας.
Τήν Μ. Παρασκευή θά δοῦμε καί πάλι τόν Κύριό μας ὑψωμένο ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, καταπληγωμένο καί πάσχοντα.
.               Ἡ Ὀρθόδοξος ἁγιογραφία τῆς Σταυρώσεως δέν Τόν παριστᾶ ὡς ἕνα ταλαίπωρο διά σταυροῦ κατάδικο σέ ἐπώδυνο καί ἀτιμωτικό θάνατο, ἀλλά ὡς τόν Θεάνθρωπο Κύριο, πού πονᾶ καί πάσχει ὡς τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλά καί πού ὡς Κύριος τῆς δόξης δεσπόζει τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό καί προτιμᾶ ἀντί τοῦ «Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεύς Ἰουδαίων», τήν γραφή «Ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης». .  Καί πράγματι, ὁ Κύριός μας ἀνέβηκε ἑκουσίως ἐπάνω στόν Σταυρό ὡς Βασιλεύς πού θυσιάζεται γιά τούς ὑπηκόους του. Συγχρόνως

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Φιλοπαπικός ή αντι-οικουμενιστής πνευματικός;



_________________________________________
Ι. ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ Ι. Μ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 



Πρωτοπρ. π. Νικόλαος Μανώλης



- Ω!!! ήρωα λαέ του Θεού!!!.wmv



(Διάρκεια 00:05:39 Μέγεθος 16 MB, 21-02-2008)



Ἤδη ἀπὸ τὸ 2008 ὁ π. Νικόλαος Μανώλης δίδασκε ὅτι σήμερα –ποὺ εἴμαστε βουτηγμένοι στὴν παναίρεση τῶν ἐσχάτων, τὸν Οἰκουμενισμό– τὸ κριτήριο τῆς ἐπιλογῆς πνευματικοῦ, διαφοροποιεῖται ἀπὸ ἐκεῖνο, ἄλλων ἐποχῶν. Οὐσιαστικὰ δηλαδή, ὁ π. Νικόλαος ἀπὸ τὸ 2008 δίδασκε τὴν κατὰ τοὺς Πατέρες ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ φιλοπαπικοὺς καὶ Οἰκουμενιστὲς γέροντες, ἔστω κι ἂν αὐτοὶ εἶναι πρᾶοι καὶ ἐγκρατεῖς, ἢ αὐστηροὶ πνευματικοὶ καὶ ἐξομολόγοι, ὑπενθυμίζοντάς μας ἔτσι τὸν λόγο τῶν Ἁγίων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου: 

"Πᾶς ὁ λέγων ἢ πράσσων παρὰ τὰ διατεταγμένα, κἂν αξιόπιστος ᾖ, κἂν νηστεύῃ, κἂν παρθενεύῃ, κἂν σημεῖα ποιῇ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ, φθοράν προβάτου κατεργαζόμενος".

Ἀπομαγνητοφωνήσαμε καὶ παραθέτουμε ἕνα μικρὸ τμῆμα τῆς ὁμιλίας ἐκείνης, μὲ τὴν ὑποσημείωση ὅτι, ἂν τότε ἔκρινε ἀναγκαία τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς φιλοπαπικούς, πόσο μᾶλλον αὐτὸ εἶναι ἀναγκαιότατο σήμερα;

«Ἔγινε τὸ 1440 ἡ ἐνθρόνιση στὴν Κων/πολη τοῦ φιλολατίνου Πατριάρχη Μητροφάνους τοῦ Β΄. Ὁ ἐφημέριος ἑνὸς ναοῦ, π. Θεοφύλακτος, ἀντίθετος μὲ τὸν Πάπα, παρευρέθηκε ἀπὸ μακριὰ στὴν ἐνθρόνιση, γιατὶ ἤθελε νὰ δεῖ τὴν τάξη τῆς ἐνθρονίσεως... Ὅταν γύρισε στὴν ἐνορία του πῆγε νὰ κάνει τὸν Ἑσπερινό. Χτυπάει τὴν καμπάνα, ἀρχίζει τὸν Ἑσπερινό, μόνος του. Τὴν ἄλλη μέρα ἦταν Κυριακή. Χτυπάει τὴν καμπάνα, οὐδεὶς ἐνορίτης μέσ’ στὸν ναό. Βρεί, τί γίνεται; Βγαίνει ἔξω, κόσμε, ποῦ εἶστε;

-Φύγε ἀπὸ δῶ, δὲν σὲ θέλουμε, εἶσαι λατινόφρονας».

Ὁ λαὸς δὲν πῆγε στὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ παρευρέθη στὴν ἐνθρόνιση τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου.

«-Βρὲ παιδιά, ὄχι λάθος κάνατε...


Πῶς ἀντιδροῦσε ὁ λαός; Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι, ὄχι ἁπλὰ τοὺς αἱρετικοὺς Παπικοὺς δὲν πρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε, οὔτε τοὺς φιλολατίνους Ὀρθοδόξους δὲν πρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε. Προσέξτε το αὐτό. Καὶ εἶχα δώσει καὶ μιὰ κατεύθυνση, ἂν θυμᾶσθε στὰ πρῶτα μαθήματα στὴ σχετικὴ ἐρώτηση ποὺ μοῦ εἶχε γίνει.

-Ἂν ὁ πνευματικός μου εἶναι φιλοπαπικός;

-Σᾶς εἶχα πεῖ, ἂν θυμᾶσθε, χαρακτηριστικά, φεύγουμε χοροπηδώντας!

-Κι ἂν δὲν ἐκφράζετε;

Ἐγὼ θὰ τὸν ρωτοῦσα.

-Ἅγιε γέροντά μου, ποιά εἶναι ἡ θέση γιὰ τὸν Πάπα. Εἶναι ἔγκυρα τὰ μυστήρια τῶν Καθολικῶν;

Μὰ λέει, «δὲν μοῦ ἀπαντάει».

Τί σημαίνει αὐτό; Τί σημαίνει ποὺ δὲν σοῦ ἀπαντάει;

Σήμερα τὸ κριτήριο δὲν εἶναι, ἂν ὁ παπάς, ὁ πνευματικὸς (καὶ νομίζω ὅτι ἔχω καὶ τὴν μαρτυρία τῶν δύο ἱερέων ποὺ ἔχουμε ἐδῶ)..., ἂν εἶναι αὐστηρός, ἂν εἶναι ἤρεμος, ἂν εἶναι ἅγιος, ἂν εἶναι πρᾶος, ἂν εἶναι ἐγκρατής... Τώρα δὲν ἔχουμε αὐτὴν τὴν πολυτέλεια· τώρα ἕνα εἶναι τὸ κριτήριο: εἶσαι μὲ τὸν Πάπα, πάτερ, ἢ δὲν εἶσαι;

Αὐτὸ εἶναι τὸ κριτήριο στὴν σημερινὴ ἐποχή. Τὸ συναντοῦμε τριγύρω μας στὴν καθημερινότητά μας. Πιστεύω κι ἐσεῖς οἱ ἴδιοι, ὅταν πᾶτε νὰ ἀνοίξετε θέμα ἀντιπαπικό, νὰ εἰσπράττετε ἀπὸ τὴν μία τὴν ἄγνοια τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰρωνεία, καὶ τότε νὰ ἀντιλαμβάνεστε πὼς οἱ σύντροφοί σας, οἱ συγγενεῖς σας, τὸ σόϊ σας ἔχει πολὺ περισσότερη ἀγάπη ἀπὸ σᾶς. Τότε ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ὅλοι στὸ σόϊ σας ἀγαποῦν τοὺς Παπικούς. Μὰ γιατί; Ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν Πάπα (λένε). Νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Πάπα.

Μοῦ ἔλεγε κάποια... Ἄφησέ τα αὐτὰ τὰ θέματα· αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς παπάδες, δὲν ἀφοροῦν τὸ ποίμνιο, σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο πρέπει νὰ τὸ ξεκαθαρίσουμε τὸ θέμα.

Ὅχι. Τὸν κόσμο ἀπασχολοῦν. Γιατὶ τὰ πράγματα σφίγγουν.

http://katanixis.blogspot.gr/2013/04/wmv_8267.html


Τὸ περιστατικὸ ποὺ μνημόνευσε στὴν ἀρχὴ ὁ π. Νικόλαος, τὸ αναφέρει καὶ ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς στὸ γνωστὸ βιβλίο του περὶ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου. Τὸ παραθέτουμε:

«Ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος μᾶς περιγράφει στά ἀπομνημονεύματά του καί μία θαυμάσια ἀντίδρασι καί ἀποτείχισι τοῦ λαοῦ ἀπό τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας των. Ὁ ἱερεύς αὐτός, ἀπό ἁπλή, θά λέγαμε, περιέργεια, ἠθέλησε νά ἰδῆ πῶς γίνεται ἡ ἐνθρόνισις τοῦ νέου Πατριάρχου. Ὅταν λοιπόν, κατά τήν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας ἀπεβίωσε ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ, ἐξελέγη μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορος ὁ Λατινόφρων καί ἑνωτικός Κυζίκου Μητροφάνης. Κατά τήν πομπή αὐτή καί τελετή ἦτο παρών καί ὁ Λατίνος Ἐπίσκοπος Χριστοφόρος. Ὁ Συρόπουλος περιγράφει τά γεγονότα καί τά σχετικά μέ τόν ἱερέα Θεοφύλακτο ὡς ἑξῆς:
"Ἡτοιμάσθη τοίνυν ὁ Κυζίκου καί ἐδέξατο τό μήνυμα· προσεκαλέσατο δέ καί τόν Τραπεζοῦντος καί τόν Ἡρακλείας παραγενέσθαι ἐν τῷ μηνύματι, καί οὐκ ἦλθον. Τῇ τετράδι οὖν, καθ’ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτή τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, ἥτις ἥν καί τετάρτη τοῦ Μαΐου, ἦλθεν εἰς τά βασίλεια καί προεβλήθη παρά τοῦ βασιλέως πατριάρχης. Παρῆμεν δέ καί ἡμεῖς καί ἐν τῷ μηνύματι καί ἐν τῇ προβλήσει καί προεπέμπομεν αὐτόν εἰς τό πατριαρχεῖον· παρῆν δέ καί ὁ τοῦ πάπα λατινεπίσκοπος ὁ Χριστοφόρος παρ’ ὅλην τήν ὁδόν πλησιάζων τῷ δεξιῷ μέρει τοῦ πατριάρχου καί μηδόλως αὐτοῦ ἀφιστάμενος. Τοῦτο δέ καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ καί ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο ὁ λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ.  Προσθήσω δέ καί τι μικρόν ἀφήγημα πρός παράστασιν τοῦ πρός τήν ὀρθοδοξίαν θερμοῦ ζήλου τοῦ εὐσεβοῦς καί χριστιανικωτάτου τοῦδε λαοῦ καί ἄλλως χαρίεν.
»Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ πατριάρχου πρόβλησις· ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον (οὐδέ γάρ ἐκέκτητο) καί ἦλθεν εἰς τά βασίλεια, καί ἰδών τήν πρόβλησιν, ἦλθε μεθ' ἡμῶν μέχρι καί τοῦ πατριαρχείου. Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τό ἴδιον οἴκημα, καί κατά τήν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ἐσήμανεν (ἦν γάρ ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως), καί οὐδείς ἦλθεν εἰς τόν ναόν αὐτοῦ· ὡσαύτως καί εἰς τόν ὄρθρον, καί οὐδείς ἦλθε· ἐξεδέχετο δέ καί εἰς τήν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν, καί οὐκ ἔφερε· διό οὐδέ ἐλειτούργησεν· Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καί ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; Οἱ δέ ἔλεγον αὐτῷ· Διότι ἠκολούθησας καί σύ τῷ πατριάρχῃ καί ἐλατίνισας. Ἔλεγεν οὖν ὁ ἱερεύς· Καί πῶς ἐλατίνισα; ἐγώ ἀπῆλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τήν τάξιν μόνον ἥν οὐδέποτε εἶδον, καί οὔτε ἐφόρεσα οὔτε ἔψαλα οὔτε τι ἱερατικόν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα; Οἱ δέ εἶπον·  Ἀλλ' ἀνεμίχθης καί συνοδοιπόρεις μετά τῶν λατινισάντων ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου καί ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ. Τότε ἠγανάκτησεν, ἵνα δυσωπῇ αὐτούς μεθ' ὑποσχέσεων ἐνόρκων, ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τόν πατριάρχην ἤ εἰς τούς πλησιάζοντας αὐτῷ, καί μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἰ οὖν ὥσπερ ἥδυσμά τι προσετέθη τοῦτο τῷ λόγῳ, ἀλλ' οὖν καί ἐκ τοῦτου ἔξεστι τοῖς βουλομένοις τεκμαίρεσθαι ὁποίαν τινά διάθεσιν ἔχει Θεοῦ χάριτι περί τά ὑγιῆ τῆς Ἐκκλησίας δόγματα ὁ χριστιανικώτατος ὅδε λαός καί ὅπως ἀποστρέφεται καί μισεῖ τά νόθα τε καί ἀλλότρια" (ὅπ. ἀν. σελ. 554).
   Ἀπό τήν περιγραφή αὐτή φαίνεται ἡ στάσις τοῦ λαοῦ καί ἡ συμβολή του εἰς τήν ἀποκατάστασι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ λαός ὄχι μόνο ἐγνώριζε τήν πίστι του, ἀλλά καί τήν στάσι πού ἔπρεπε νά κρατήση ὅταν αὐτή ἐπροδίδετο. Καί ἡ στάσις αὐτή ἦτο ἡ ἀποτείχισις. Ὁ λαός της Κων/πόλεως ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἦτο πλησίον στόν Πατριάρχη ὁ λατινοεπίσκοπος, ἐπίστευσε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἀποδέχεται τόν Λατινισμό καί τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου τήν ἐδέχετο μέ ἀπέχθεια. «Τοῦτο δέ (τό γεγονός τῆς παρουσίας τοῦ λατινεπισκόπου) καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ καί ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο ὁ λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ». Ἡ ἀξιοθαύμαστη ἐπιπλέον ἀντιμετώπισις τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ἱερέως Θεοφυλάκτου, οἱ ὁποῖοι αὐθόρμητα, χωρίς συνεννόησι, χωρίς προετοιμασία, χωρίς νά ἐρωτήσουν τόν πνευματικό καί νά πάρουν εὐλογία, χωρίς νά ὑπολογίσουν ἄν θά μείνουν μία τέτοια ἑορτάσιμο ἡμέρα ἀλειτούργητοι κλπ. ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες πρέπει νά λειτουργῆ μέσα μας ὡς ὀρθόδοξο ἔνστικτο, κάτι δηλαδή σάν τό τίναγμα τοῦ χεριοῦ μας, ὅταν ἔλθη σέ ἐπαφή μέ τή φωτιά».