Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Διδάγματα από την Κυριακή των Αγ. Πατέρων, π. Ευθ. Τρικαμηνά



       Σήμερα μία ἑβδομάδα πρίν τήν Πεντηκοστή ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τούς θεοφόρους Πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά καταθέσω στούς ἀδελφούς αὐτές τίς σκέψεις πρός προβληματισμό ὅλων μας. Ὁ λόγος εἶναι  ὅτι ἐπίκειται ἡ λεγομένη Πανορθόδοξος Σύνοδος καί πρέπει νά συνειδητοποιήσωμε ὅλοι τό πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν γραμμή καί Παράδοσι τῶν Πατέρων καί βεβαίως αὐτό ὁφείλεται βασικά  εἰς τό ὅτι ἔχομε ὑποπέσει καί ἀκολουθοῦμε τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
         Ἐπικειμένης λοιπόν τῆς λεγομένης Πανορθοδόξου Συνόδου πρέπει νά προσδιορίσωμε τά κριτήρια μιᾶς Συνόδου, ὥστε νά ἐξακριβώσωμε ὄχι ἄν εἶναι Πανορθόδοξος ἀλλά ἄν εἶναι ὄντως Ὀρθόδοξος Σύνοδος. Ἡ ἔκφρασις «Πανορθόδοξος Σύνοδος» μὲ τὴν ἔκφρασι «Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» νομίζω δέν διαφέρει στήν ἔννοια τήν γραμματική, ἀλλά στήν διάστασι πού δίδει ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις. Δηλαδή μία Σύνοδος δέν βαπτίζεται ἁπλῶς καί μάλιστα ἐκ τῶν προτέρων, ὡς «Πανορθόδοξος» ἤ «Οἰκουμενική», οὔτε οἱ ὅροι ἐξαρτῶνται ἀπό τό πλῆθος τῶν Ἐπισκόπων, ἤ τήν ἐκ παντός τόπου συνάθροισί των, ἀλλά σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή: «Τάς γενομένας συνόδους ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ» καί ἐπίσης «ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς συνόδους». (Πηδάλιον 1η ὑποσημείωσις εἰς τά προλεγόμενα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Κατ’ αὐτήν τὴν ἔννοιαν ὀλιγάριθμος Σύνοδος ( π.χ. στήν ἑν Ἀγκύρᾳ τοπική Σύνοδο ἦταν παρόντες δέκα ὀκτώ Πατέρες, στήν ἐν Νεοκαισαρείᾳ εἴκοσι τρεῖς, στήν ἐν Γάγγρᾳ δεκατρεῖς κ.λ.π.) διά τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Κανόνων των ἀπό τάς Οἰκουμενικάς ἀπέκτησαν Οἰκουμενικόν κύρος, καί ἀντιθέτως πολυάριθμοι Σύνοδοι (ὅπως π.χ. ἡ ἐν Τύρῳ, ἡ ἐν Ἱερείᾳ, ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ κ.λ.π.) ἀπεδείχθησαν καί κατατάχθησαν στίς ληστρικές Συνόδους διότι ἔλειπε ἀπό αὐτές ἡ κατά τόν ἅγιο Μάξιμο «εὐσεβής πίστις καί ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης».
        Βασικά λοιπόν ἡ πρώτη προϋπόθεσις διά νά εἶναι Ὀρθόδοξος ἡ λεγομένη «Πανορθόδοξος Σύνοδος» εἶναι νά διακηρυχθοῦν τά Ὀρθόδοξα δόγματα, νά ἑδραιωθῆ ἡ εὐσεβής πίστις, νά καταδικαστοῦν οἱ σύγχρονες αἱρέσεις καί ὀνομαστικά οἱ σύγχρονοι αἱρετικοί καί κοντολογίς νά ἀποδείξη ἡ «Πανορθόδοξος Σύνοδος» ὅτι συνεχίζει καί εὐθυγραμμίζεται μέ τήν Παράδοσι τῶν προηγουμένων Ὀρθοδόξων Συνόδων.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἀναφέρει τά ἐξῆς: «Οὐ γάρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τούς περί τήν πίστιν ἀσεβοῦντας οὐδέ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος ἐξέτασιν τῆς περί πίστεως ἐξετάσεως. Χρή γάρ πρῶτον πᾶσαν περί τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καί τότε τήν περί τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι.  Καί γάρ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός οὐ πρότερον ἐθεράπευε τούς πάσχοντας, πρίν ἄν δείξωσι καί εἴπωσιν ὁποίαν πίστιν εἶχον εἰς αὐτόν.  Ταῦτα παρά τῶν πατέρων ἐμάθομεν, ταῦτα ἀπάγγειλον τῷ βασιλεῖ, ταῦτα γάρ καί αὐτῷ συμφέρει καί τήν Ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ. (Περί τῶν γεγενημένων παρ’ Ἀρειανεῖς» (ΕΠΕ 9, 284, 15).
 Δηλαδή ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι ἀποκλείεται ἡ συμμετοχή τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων στήν Ὀρθόδοξο Σύνοδο ὡς συνέδρων αὐτῆς. Ἐπιτρέπεται μόνο ἡ προσαγωγή των ὡς ὑποδίκων πρός ἀπολογίαν, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἄρειο καί τούς ὀπαδούς του κατά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, μέ τόν Νεστόριο κατά τήν τρίτη Οἰκουμενική, μέ τούς εἰκονομάχους Ἐπισκόπους κατά τήν ἑβδόμη Οἰκουμενική κ.λ.π.
Ἐπίσης ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι ἡ Σύνοδος γιά νά εἶναι Ὀρθόδοξος πρέπει πρῶτα νά ἐπιλύση Ὀρθοδόξως τά περί πίστεως καί αἱρέσεως θέματα καί κατόπιν νά ἀσχοληθῆ μέ ὅλα τά ἄλλα. «Χρή γάρ πρῶτον πᾶσαν περί τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καί τότε τήν περί τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι».
   Στήν λεγομένη ὅμως «Πανορθόδοξο Σύνοδο» ἔχει προ-αποφασιστεῖ καί προαναγγελθῆ ὅτι δέν θά ἀσχοληθῆ μέ θέματα πίστεως. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τά προγράμματα καί τήν θεματολογία πού ἔχουν καταρτίσει οἱ λεγόμενες «προσυνοδικές ἐπιτροπές». Ἐπίσης αὐτοί πού θά παρασταθοῦν ὡς σύνεδροι τῆς Συνόδου θά εἶναι οἱ ἴδιοι αἱρετικοί Οἰκουμενιστές, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν βετεράνο καί πρωταγωνιστή τῆς αἱρέσεως, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Ἄρα λοιπόν ἡ λεγομένη «Πανορθόδοξος Σύνοδος» προαναγγέλει ἡ ἴδια μέ λόγια καί ἔργα ὅτι δέν θά εἶναι Ὀρθόδοξος ἀλλά αἱρετική. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν μία Ὀρθόδοξος Σύνοδος νά μή ἀσχοληθῆ πρωτίστως καί κυρίως μέ τά θέματα τῆς πίστεως, τά ὁποῖα ταλανίζουν ἐπί δεκαετίες τήν Ἐκκλησία καί ἔχουν ἤδη ἐπιρρεάσει καί ἀμβλύνει τό Ὀρθόδοξο κριτήριο. Εἶναι δέ τά πρῶτα πού ἀπαιτοῦνται διά τήν σωτηρία ἑκάστου.
         Ἕνα δεύτερο κριτήριο τό ὁποῖο ἐκ τῶν πραγμάτων φαίνεται ὅτι πρέπει νά ὑπάρχη σέ μία Ὀρθόδοξο Σύνοδο εἶναι ὅτι τό φρόνημα τῶν Ἐπισκόπων καί ἡγουμένων πού θά συνέλθουν στήν Σύνοδο πρέπει νά εἶναι Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό. Διότι ἄν αὐτοί πού θά συμμετέχουν στήν Σύνοδο δέν ἔχουν Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα δέν φωτίζονται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά διακηρύξουν τά Ὀρθόδοξα δόγματα καί νά καταδικάσουν τίς αἱρέσεις. Δηλαδή ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ μαγικά καί καταναγκαστικά σέ ὅσους Ἐπισκόπους συνέρχονται σέ Σύνοδο, ἀλλά μόνο σέ ὅσους ἔχουν ἀγαθή προαίρεσι, ἡ ὁποία στήν προκειμένη περίπτωσι ἐκφράζεται μέ τό Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα.
Ἀπόδειξις τῶν λεγομένων εἶναι οἱ πάμπολλες αἱρετικές Σύνοδοι κατά τίς ὁποῖες οἱ Ἐπίσκοποι ἐπειδή δέν εἶχαν Ὀρθόδοξο φρόνημα, ὄχι μόνο δέν ἐφωτίστηκαν ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά ἀντιθέτως ἐσκοτίστηκαν ἀπό τό πνεῦμα τῆς πλάνης  καί διεκήρυξαν αἱρέσεις, ἀθώωσαν τούς αἱρετικούς καί κατεδίκασαν τούς Ὀρθοδόξους. Κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια ὄχι μόνο ἡ λεγομένη «Πανορθόδοξος Σύνοδος» ἀλλά καί κάθε τοπική Σύνοδος, πού συνέρχεται καί συγκαλεῖται στήν ἐποχή μας δέν εἶναι Ὀρθόδοξος, διότι οἱ Ἐπίσκοποι πού τήν ἀποτελοῦν δέν ἔχουν τό Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα τῶν Πατέρων καί Ἁγίων μας, καί δι’ αὐτό δέν ἐνεργεῖ εἰς αὐτούς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὥστε νά γίνουν ὁμολογητές τῆς πίστεως καταδικάζοντας συνοδικῶς τίς σύγχρονες αἱρέσεις καί ὀνομαστικῶς τούς σύγχρονους αἱρετικούς. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί ἀποβλέπουν στίς θέσεις καί τά ἀξιώματα, τά ὁποῖα ἀντιτίθενται σφόδρα στήν δημιουργία Ὀρθοδόξου καί μαρτυρικοῦ φρονήματος.
         Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά τονιστῆ ὅτι ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι συνέρχονται σέ Σύνοδο καί ἔχουν Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα, συνδιασκέπτονται, συνδιαλέγονται καί συμ-παρακάθονται στήν Σύνοδο μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ὑπαγορεύει κατ’ ἀρχάς καί ἐπικυρώνει κατόπιν τίς Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις των. Αὐτό  ἀναφέρεται χαρακτηριστικά  σέ ἕνα ἀπό τά τροπάρια τά ὁποῖα σήμερα ἀκούστηκαν καί ἀναφέροντο στούς Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
«Ὅλην συγκροτήσαντες τήν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην, καί τῷ θείῳ Πνεύματι, συνδιασκεψάμενοι, τό μακάριον, καί σεπτόν Σύμβολον, οἱ σεπτοί Πατέρες, θεογράφως διεχάραξαν...» (Τροπάριον τῶν Αἴνων τῆς ἑορτῆς).
Οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί μέ αὐτό τό φρόνημα γίνονται σύμμαχοι μέ τόν Χριστό «Εὑρών συμμάχους ὑμᾶς συνήθροισε, τῆ κραταιᾶ δυνάμει καθοπλίσας τοῦ Πνεύματος, ὁ Πατρί συνάναρχος καί σύνθρονος, Λόγος ὁ πρό αἰώνων...» (Τροπάριον τῆς ἑνάτης ὠδῆς).
Μέ αὐτό τό φρόνημα οἱ Ἐπίσκοποι ἀγωνίζονται γιά τόν Χριστό καί δέν ἀσχολοῦνται στήν Σύνοδο κατά τό δή λεγόμενο περί ἀνέμων καί ὑδάτων: «Ὑπέρ σοῦ Δέσποτα ἀγωνιζόμενος, ὁ χορός τῶν Πατέρων, σοῦ τούς ἐχθρούς, ἄγαν ἐτροπώσατο...»  (Τροπάριο τῆς τετάρτης ὠδῆς).
Ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ αἱρετικοί, δηλαδή σήμερα οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι.
       Ἕνα τρίτο γνώρισμα καί κριτήριο τό ὁποῖο ἔχει μία Ὀρθόδοξος Σύνοδος εἶναι ὅτι τά πρός ἐπίλυσι θέματα, δογματικά κατ’ ἀρχάς καί λοιπά κατόπιν, δέν ἐπιλύονται ἐκτός τῆς Συνόδου καί πρό τῆς συγκλίσεώς της, ἀλλά μέσα στήν Σύνοδο, διότι μέσα στήν Σύνοδο καί ἔχοντας οἱ Ἐπίσκοποι αὐτό τό Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα, γίνεται ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί διακηρύσσεται ἡ Ὀρθόδοξος πίστις.
Αὐτό φαίνεται χαρακτηριστικά καί κατά τήν σήμερον ἑορταζομένη Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, κατά τήν ὁποία οἱ Πατέρες ὄχι μόνο ἔκαναν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν διά νά τούς μεταστρέψουν εἰς τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἐθαυματούργησαν κατά τήν διάρκεια τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ ἐντός τῆς Συνόδου, ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ ἅγιος Ἀχίλλειος κ.λ.π.
Ἀπεναντίας στήν λεγομένη «Πανορθόδοξο Σύνοδο» τά πρός ἐπίλυσι θέματα, πέραν τοῦ ὅτι δέν εἶναι δογματικά καί δέν ἀφοροῦν τήν πίστι καί τήν σύγχρονη αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπιλύονται ἐκ τῶν προτέρων, ἐκτός καί πρό τῆς Συνόδου, καί στήν Σύνοδο ἁπλῶς θά ὑπογραφοῦν οἱ προειλημένες ἀποφάσεις. Αὐτό ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπίλυσις τῶν προβλημάτων καί ὁ τρόπος ἐργασίας τῆς Συνόδου δέν εἶναι Ὀρθόδοξος καί ἁγιοπνευματικός ἀλλά κοσμικός καί αἱρετικός. Ὁ λόγος δέ, πού ἐπί τόσα χρόνια καθυστερεῖ νά γίνη ἡ Σύνοδος, εἶναι ἡ διαφωνία σέ κάποια προβλήματα τά ὁποῖα πρέπει νά ἐπιλυθοῦν ἐκ τῶν προτέρων γιά νά παρουσιαστῆ μία φαινομενική συμφωνία,  ἡ ὁποία προφανῶς θά ἐκληφθῆ ὡς ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τά δέ προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τούς Ἐπισκόπους σήμερα, ἀντί νά εἶναι τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως, εἶναι ἀντιθέτως οἱ τίτλοι καί οἱ δικαιοδοσίες ἑκάστου καί τό πῶς θά διακριθοῦν καί θά αὐξηθοῦν τά προνόμια καί οἱ ἐξουσίες των. Δηλαδή ἡ αἵρεσις κατακαίει τούς Ὀρθοδόξους καί αὐτοί μάχονται γιά ἐξουσίες, δικαιώματα, ὀφφίκια  καί τίτλους.
         Ἕνα τέταρτο γνώρισμα τό ὁποῖο ἔχει μία Ὀρθόδοξος Σύνοδος εἶναι τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις της πρέπει νά συμφωνοῦν ἀπολύτως μέ τις ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Ὀρθοδόξων Συνόδων καί νά ὑπάρχη μεταξύ των πλήρης συμφωνία. Αὐτό τό ἀναφέρουν καθαρά οἱ Πατέρες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς στόν πρῶτο Κανόνα των ὡς ἐξῆς:
«...ἀσπασίως τούς θείους Κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καί ὁλόκληρον τήν αὐτῶν διαταγήν καί ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπό τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἐξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπί ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τά συμφέροντα· καί οὕς μέν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καί ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν, οὕς δέ τῇ καθαιρέσει, καί ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὕς δέ τῷ ἀφορισμῷ, καί ἡμεῖς ἀφορίζομεν, οὕς δέ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καί ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν. Ἀφιλάργυρος γάρ ὁ τρόπος· ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· ὁ βεβηκώς εἰς τρίτον οὐρανόν καί ἀκούσας ἄῤῥητα ῥήματα Παῦλος ὁ Θεῖος Ἀπόστολος διαῤῥήδην βοᾷ».
Δηλαδή μία Ὀρθόδοξος Σύνοδος συμφωνεῖ μέ ὅλες τίς προγενέστερες Ὀρθοδόξους Συνόδους κατά τό γράμμα καί κατά τό πνεῦμα, ἐργάζεται ὅπως ἐκεῖνες, δηλαδή καταδικάζει τίς σύγχρονες αἱρέσεις καί ὀνομαστικά τούς αἱρετικούς. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ λεγομένη «Πανορθόδοξος Σύνοδος», πρέπει νά καταδικάση ὄχι ἁπλῶς καί μόνο τούς Παπικούς ὡς ἀρχαίους αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς σύγχρονους Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι ἀθωώνουν τούς Παπικούς, αἴρουν τά ἀναθέματα τῶν προηγουμένων Συνόδων, ἀναγνωρίζουν τά μυστήριά των, συμμετέχουν ὡς ἰσότιμα μέλη στό Π.Σ.Ε. κ.λ.π.
Δηλαδή γιά νά εἶναι Ὀρθόδοξος ἡ λεγομένη «Πανορθόδοξος Σύνοδος» πρέπει κατ’ οὐσίαν οἱ Ἐπίσκοποι νά καταδικάσουν, τούς ἑαυτούς των, πρᾶγμα ἀνθρωπίνως ἀδύνατον καί θεϊκῶς ἀκατόρθωτο, διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναφέραμε, δέν ἐργάζεται στήν Σύνοδο αὐτή, στήν ὁποία οἱ Ἐπίσκοποι δέν ἔχουν Ὀρθόδοξο καί μαρτυρικό φρόνημα.
Πρέπει νά λάβωμε ὑπ’ ὄψιν μας εἰς τό σημεῖο αὐτό ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι πού συμμετεῖχαν στήν Σύνοδο Φλωρεντίας-Φερράρας, ὅταν ἐξεκίνησαν ἀπό τήν Κων/πολι εἶχον Ὀρθόδοξο φρόνημα, σύμφωνα μέ τά ἀπομνημονεύματα τοῦ Σιλβέστρου Συροπούλου, ἀλλά τό φρόνημα αὐτό δέν ἦταν μαρτυρικό καί δι’ αὐτό ἐκάμφθη καί ἐπρόδωσαν ἅπαντες πλήν τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ.
         Τέλος πρέπει νά ἀναφερθῆ ὅτι στίς ἀποφάσεις μιᾶς ὄντως Ὀρθοδόξου Συνόδου οἱ πιστοί ὀφείλουν ὑπακοή καί στίς ἀποφάσεις μιᾶς αἱρετικῆς Συνόδου οἱ πιστοί ὀφείλουν ἀνυπακοή. Τέτοια ἀνυπακοή ἔκαναν οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Κων/λεως ὅταν ἐπέστρεφαν οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν Ἰταλία, μετά τήν Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας-Φερράρας καί μάλιστα, σύμφωνα πάντα μέ τόν Συρόπουλο, ἔφτασαν στό σημεῖο νά θέλουν νά κακοποιήσουν αὐτούς τούς προδότες τῆς πίστεως Ἐπισκόπους καί νά τούς πετάξουν στήν θάλασσα. Ὁ λαός δηλαδή τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τελικός κριτής ἀκόμη καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἔχει δικαίωμα καί συγχρόνως ὑποχρέωσι νά ἀκυρώση καί ἀθετήση κάθε Σύνοδο, ἡ ὁποία δέν θά λάβη Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις καί δέν θά βαδίση στά ἴχνη τῶν προγενεστέρων Συνόδων. Ἀρκεῖ ὁ λαός αὐτός νά κρίνη Ὀρθοδόξως καί ἐλευθέρως καί ὄχι νά ἄγεται καί φέρεται ἀπό τίς ἀπειλές τῶν Ἐπισκόπων καί πνευματικῶν, ἤ ἀπό τήν ἄγνοια καί ἀδιαφορία. Διότι εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφέρει τά ἐξῆς:
«Ποῖον δέ μοι καί πλῆθος λέγεις; Τό μισθωθέν κολακείᾳ καί δώροις, τό κλαπέν ἀμαθείᾳ καί ἀγνοίᾳ; τό πεπτωκός δειλίᾳ καί φόβῳ; τό προτιμῆσαν πρόσκαιρον ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν τῆς αἰωνίου ζωῆς; ἅ πολλοί φανερῶς ὡμολόγησαν; πλήθει τό ψεῦδος κρατύνεις, ἔδειξας τοῦ δεινοῦ τήν ἐπίτασιν· ὅσῳ γάρ πλείους ἐν τῷ κακῷ, τοσαύτῳ μείζων ἡ συμφορά» (P.G. 28,1341C).
Δηλαδή τό ψεῦδος καί ἡ αἵρεσις δέν ἀλλάζει οὔτε παίρνει ἀξία, ἔστω καί ἄν τό ὑποστηρίζουν πολλοί ἤ καί ὅλοι, ὅπως ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἡ ἀλήθεια δέν μειώνεται εἰς τό ἐλάχιστον, ἔστω καί ἄν τήν ὑποστηρίζουν ὀλίγοι ἤ ἐλάχιστοι ἤ καί ἕνας.
                                                          Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος των Αγίων, και η Πανορθόδοξος Σύνοδος των Οικουμενιστών!



Στὴν ἐποχὴ ποὺ ἔγινε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἀποφάσισε τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ, «ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ μὴ ἀκυρωθεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ Σύνοδος. Ἔγινε μεγάλος ἀγώνας γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ Πατέρες τὴν Σύνοδο αὐτὴ ποὺ ἔγινε νὰ τὴν κρατήσουν καὶ νὰ παραμείνει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο μετὰ ἀπὸ τὴν Σύνοδο αὐτὴ ἐπεκράτησε ὁ Ἀρειανισμὸς πάλι· Ἀρειανοὶ αὐτοκράτορες, Ἀρειανοὶ Πατριάρχες στὴν Κων/πολη καὶ στὰ ἄλλα πατριαρχεῖα, ἐξορίες τῶν Ὀρθοδόξων, προκειμένου νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἔγιναν καὶ ἄλλες Σύνοδοι μετά, εἰς βάρος καὶ ἐναντίον τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἀντι-Σύνοδοι λέγονται αὐτές) προκειμένου νὰ ἀκυρωθοῦν τὰ Δόγματα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Εἶναι λοιπὸν ὁ τύπος ὅλων τῶν Συνόδων, καὶ εἶναι καὶ γιὰ μᾶς ἕνα παράδειγμα σήμερα οἱ Πατέρες αὐτοί, ποὺ συγκεντρώθηκαν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἐπίνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα παράδειγμα, γιατὶ ἀκούγεται, καὶ τὸ ξέρετε ὅλοι σας, ὅτι πρόκειται νὰ γίνει ἡ λεγόμενη Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Πανορθόδοξη Σύνοδος σημαίνει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Δηλαδή, ἔχουμε ἀλλάξει τοὺς ὅρους τώρα· ἐπειδὴ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης ἔγινε αἱρετικό, καὶ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὰ ἄλλα πατριαρχεῖα καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σὰν αἱρετικὸ πατριαρχεῖο, καὶ τώρα (τρόπον τινά) θεωρεῖται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, γιατὶ λείπει ἕνα Πατριαρχεῖο ἀπὸ τὰ πέντε βασικὰ ἀρχαῖα Πατριαρχεῖα. Καὶ τώρα τὴν ὀνομάζουμε Πανορθόδοξη, ἀλλάξαμε τὸν ὅρο. Οἰκουμενικὴ Σύνοδος σημαίνει, νὰ συγκεντρωθοῦν ἀπὸ ὅλη τὴν Οἰκουμένη  οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ νὰ βγάλουν Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις γιὰ θέματα Πίστεως καὶ ἄλλα ὁποιαδήποτε θέματα, νὰ θεσπίσουν Ἱεροὺς Κανόνες, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ ὅλα ὀρθόδοξα. Πανορθόδοξος Σύνοδος σημαίνει νὰ συγκεντρωθοῦν, ἀπὸ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία  πάλι, οἱ Πατέρες ἀπὸ ὅλη τὴν Οἰκουμένη θὰ λέγαμε πάλι. Ἐναλλάσσονται οἱ ὅροι. Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πάλι θὰ γίνει, μόνο ποὺ ὀνομάζεται Πανορθόδοξος.

Οικουμενιστικοί αστέρες Πανορθ. Συνόδου!
Ἀλλὰ τὰ κριτήρια μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει ἐμεῖς νὰ κρίνουμε τὴν Σύνοδο, εἶναι τὰ ἴδια αὐτὰ τὰ κριτήρια, ποὺ θὰ γίνει ἡ Σύνοδος, αὐτὴ ἡ Πανορθόδοξος, γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος; Ἡ Πανορθόδοξος, γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος, δὲν μᾶς νοιάζει ...πόσοι θὰ μαζευτοῦν στὸν ἀριθμὸ οἱ Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ μᾶς νοιάζει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ἡ Σύνοδος. Γιὰ νὰ εἶναι λοιπόν, Ὀρθόδοξος πρέπει νὰ ἔχουνε τὰ ἴδια κριτήρια μὲ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὲ τὴν Β΄ Οἰκουμενική, μὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, καὶ τὶς τοπικὲς ποὺ ἐγκρίθηκαν ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικές, γιὰ νὰ εἶναι κι αὐτὴ στὰ ἴχνη τῶν Πατέρων. Ἂν λοιπὸν ἔχουνε τὰ ἴδια τὰ κριτήρια μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους, τότε πάει νὰ πεῖ ὅτι ἔχουμε Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Ἂν δὲν ὑπάρχουν τὰ ἴδια κριτήρια, τότε σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ Σύνοδος δὲν εἶναι Ὀρθόδοξη, εἶναι αἱρετικὴ Σύνοδος.
Οικουμενιστικοί αστέρες Πανορθ. Συνόδου!
Καὶ λέγει ὁ Μ. Ἀθανάσιος –ὅ,τι λένε αὐτοὶ οἱ Πατέρες, οἱ μεγάλοι, εἶναι νόμος στὴν Ἐκκλησία– λέει ὅτι, ὅταν ὑπάρχουνε θέματα Πίστεως καὶ συγκεντρώνονται οἱ Πατέρες γιὰ νὰ κάνουνε Σύνοδο, πρῶτα, λέει, πρέπει νὰ ἐπιλύονται τὰ θέματα τῆς Πίστεως καὶ μετὰ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη ἡ Σύνοδος.
Ἐφόσον λοιπὸν ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος λέει ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ θέματα τῆς Πίστεως, σημαίνει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόδοξη Σύνοδος, βάσει τῶν λόγων τοῦ Μ. Ἀθανασίου. Ἄρα λοιπὸν ἡ Σύνοδος αὐτὴ στὴν ὁποία θὰ συγκεντρωθοῦν οἱ Πατέρες (ὅσοι καὶ νὰ εἶναι, καὶ πολλοὶ νὰ εἶναι) δὲν θὰ εἶναι Ὀρθόδοξη· ἐκ τῶν προτέρων δὲν θὰ εἶναι Ὀρθόδοξη, διότι δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ (ὅπως λένε αὐτοὶ ἐκ τῶν προτέρων) ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ θέματα τῆς Πίστεως.
Οικουμενιστικοί αστέρες της Πανορθοδόξου Συνόδου! 
Δὲν ἔχουμε θέματα Πίστεως; Ἔχουμε καὶ πάρα πολλά θέματα Πίστεως. Ἔχουμε πολλὲς αἱρέσεις, καινούργιες αἱρέσεις, πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιοριστοῦν πάλι οἱ παλαιοὶ αἱρετικοὶ καὶ νὰ καταδικασθοῦν πάλι.
Ξέρετε θὰ μποροῦσε καὶ νὰ εἶναι καὶ στὰ λόγια Οἰκουμενικὴ αὐτὴ ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος. Πῶς; Νὰ καλούσανε (ὅπως καλέσανε τότε στὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸν Νεστόριο ποὺ ἦταν αἱρετικός, νὰ ἀπολογηθεῖ στὴ Σύνοδο) νὰ καλούσανε καὶ τὸν Πάπα στὴν Σύνοδο νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὶς αἱρέσεις του· ἀλλὰ θὰ (πρέπει νὰ) κληθεῖ ὁ Πάπας σὰν κατηγορούμενος, ὅπως κλήθηκε ὁ Νεστόριος ὡς κατηγορούμενος, ἐπειδὴ βλαστημοῦσε τότε ἐκεῖνος στὴν Παναγία μας· τώρα ὁ Πάπας βλασφημεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, σὲ τόσα ἄλλα πράγματα, ...στὴν κτιστὴ χάρη καὶ τόσα ἄλλα πράγματα, εἶναι πολλὲς οἱ αἱρέσεις ποὺ ἔχει· νὰ κληθεῖ λοιπὸν σὰν κατηγορούμενος καὶ νὰ ἀπολογηθεῖ, ὅπως ἔγινε στὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ, λένε, ἡ Σύνοδος αὐτὴ μὲ θέματα Πίστεως. Πῶς, ὅμως, θὰ μποροῦσε μία Σύνοδος νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων, λοιπόν, δὲν βαδίζουμε σὲ Ὀρθόδοξο ἔδαφος, στὰ ἴχνη τῶν Πατἐρων μας; Διότι τὰ τροπάρια ποὺ ἀκούσαμε γιὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, λένε ὅτι, ὅταν συγκεντρώθηκαν οἱ Πατέρες, «συνδιασκέφτηκαν, λέει, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Ἔκαναν μιά Σύνοδο, ἦταν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ συνδιασκέφτηκαν, μαζὶ ἀποφάσισαν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Πρέπει λοιπὸν στὴ Σύνοδο αὐτή, ποὺ θὰ γίνει τώρα, νὰ εἶναι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα παρόν, καὶ νὰ γίνει μιὰ συνδιάσκεψη τῶν Πατέρων μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ὅ,τι ἀποφασίσουν οἱ Πατέρες, νὰ εἶναι θεόπνευστα, νὰ τὰ ἔχει ὑπαγορεύσει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα αὐτά, μὲ τὸ στόμα τῶν Πατέρων, νὰ εἶναι τἀ λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ ἔχουν ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία γραφή, ὥστε νὰ εἶναι ἀναπαυμένος ὁ Θεὸς ἀπ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδο ποὺ θὰ γίνει.
Θὰ ὑπάρχει λοιπόν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα (στὴν Πανορθόδοξη Σύνοδο) τὀ ὁποῖο θὰ κατευθύνει τοὺς Πατέρες;
Γιὰ νὰ ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στὴν Σύνοδο, πρέπει κατ’ ἀρχὰς τὸ φρόνημα τῶν Πατέρων νὰ εἶναι Ὀρθόδοξο. Δὲν ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα σὲ μιὰ Σύνοδο ποὺ τὸ φρόνημα τῶν Πατέρων ἐξ ἀρχῆς δὲν εἶναι Ὀρθόδοξο.
Ἔγιναν πολλὲς τέτοιες Σύνοδοι, ὅπως εἶναι ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου, ἡ Εἰκονομαχικὴ Σύνοδος τῆς Ἱερείας καὶ ἄλλες πολλὲς Σύνοδοι, ἡ Σύνοδος Φλωρεντίας-Φερράρας κ.λπ., ποὺ ἔγιναν Σύνοδοι ποὺ δὲν ὑπῆρχε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γιατί; Γιατὶ ἦταν αἱρετικὸ τὸ φρόνημα αὐτῶν τῶν Πατέρων, τῶν κληρικῶν, τῶν Ἐπισκόπων ποὺ συγκεντρώθηκαν, δὲν ἦταν ὀρθόδοξο τὸ φρόνημα.
Ὅταν λοιπόν δὲν ὑπάρχει ἀγαθὴ προαίρεση, μαρτυρικὸ καὶ Ὀρθόδοξο φρόνημα, τότε δὲν ὑπάρχει στὴ Σύνοδος τὸ Ἅγιον Πνεῦμα γιὰ νὰ συνδιασκεφτοῦν οἱ Πατέρες αὐτοὶ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁπότε ἀποφασίζουν μόνοι τους. Πρέπει λοιπόν νὰ γίνει μιὰ συνδιάσκεψις. Νὰ ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ γιὰ νὰ ὑπάρχει, πρέπει νὰ ὑπάρχει Ὀρθόδοξο φρόνημα ἀπὸ τοὺς Πατέρες αὐτοὺς ποὺ θὰ συγκεντρωθοῦν.
Ἐπίσης, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφασίσουν, πρέπει νὰ ἀποφασιστοῦν ὄχι ἔξω ἀπὸ τὴ Σύνοδο, ἀλλὰ μέσα στὴν Σύνοδο. Βλέπετε καλέσανε τὸν Ἄρειο ἐκεῖ νὰ ἀπολογηθεῖ, καὶ τὸν Νεστόριο οἱ Πατέρες (στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ καὶ στὴν Γ΄) καὶ ἔγινε μάχη μέσα στὴν Σύνοδο. Οἱ Ἀρειανοὶ λέγαν τὰ δικά τους, οἱ Πατέρες τὰ δικά τους, θαυματούργησαν πολλοὶ Πατέρες, ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ ἅγιος Ἀχίλλειος καὶ ἄλλοι Πατέρες, ἔγιναν θαύματα καὶ ἀκόμη οἱ αἱρετικοὶ δὲν εἶχαν πειστεῖ. Δηλαδὴ ἔγινε μιὰ μάχη, μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν αἱρετικῶν μέσα στὴν Σύνοδο γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Ὀρθοδοξία. Ἐδῶ λένε τώρα, τὰ θέματα ὅλα τὰ ἔχουνε ἀποφασίσει πιὸ μπροστὰ καὶ θὰ πᾶνε νὰ τὰ ὑπογράψουνε στὴν Σύνοδο. Πῶς; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔξω ἀπὸ τὴ Σύνοδο θὰ ἀποφασίσει καὶ μέσα στὴ Σύνοδο θὰ μποῦν οἱ ὑπογραφές;
Ὅλα λοιπόν τὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν Ὀρθοδοξία πρέπει νὰ κουβεντιαστοῦν, γιὰ νὰ φωτίσει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐν Συνόδῳ. Τί προβλήματα ἔχουμε; Θὰ τὰ κουβεντιάσουμε, ὄχι θὰ τὰ μαγειρέψουμε πιὸ μπροστά, ἀπ’ ἔξω, καὶ θὰ πᾶμε ἐκεῖ νὰ τὰ ὑπογράψουμε. Θὰ τὰ κουβεντιάσουμε μέσα στὴν Σύνοδο. Νὰ ἀκουστοῦν καὶ οἱ ἀντίθετες γνῶμες, οἱ γνῶμες τῶν Πατέρων, νὰ φανοῦν ποιοί εἶναι Ὀρθόδοξοι καὶ ποιοί εἶναι αἱρετικοί· ὅλα πρέπει νὰ συζητηθοῦν μέσα.
Ἐφόσον, λοιπόν, θὰ συζητηθοῦν ἀπέξω αὐτά, καὶ ἔχουν ἤδη ἀποφασισθεῖ, καὶ τόσο καιρὸ καθυστερεῖ ἡ Σύνοδος γιατὶ σὲ κάποια σημεῖα δὲν συμφωνοῦνε, καὶ πρέπει νὰ συμφωνήσουνε σὲ ὅλα (ὅπως ἐκεῖνοι οἱ πατέρες ποὺ συμφωνοῦσαν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ μὲ ὅλους, καὶ ἦταν ἀποφασισμένοι ἐκ τῶν προτέρων, τὰ εἶχαν ἀποφασίσει ἐκ τῶν προτέρων)· κι ἐδῶ (οἱ Οἰκουμενιστές) πρέπει νὰ τὰ ἀποφασίσουν ὅλα, νὰ συμφωνήσουν σὲ ὅλα καὶ νὰ πᾶνε ἐκεῖ καὶ νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ὁμόφωνοι.
Μὰ δὲν εἶναι ἐκεῖ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν ὁμοφωνία· καὶ οἱ ληστές, λέει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμφωνοῦν σὲ ὅλα, ὄχι γιὰ τὸ καλό. Δὲν σημαίνει ὅτι ὅλες οἱ συμφωνίες καὶ οἱ ὁμοφωνίες καὶ ἡ εἰρήνη, παντοῦ καὶ πάντοτε, εἶναι καλή. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαφωνία, λέει, πολλὲς φορές, καὶ ἡ μάχη, καὶ ὁ πόλεμος (ὁ Χριστός, λέει, ἦρθε νὰ βάλλει φωτιά, πῦρ στὴ γῆ, νὰ χωρίσει τὴ νύφη ἀπὸ τὴν πεθερά, τὴν κόρη ἀπὸ τὴ μητέρα κ.λπ., “καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ”. Δὲν εἶναι παντοῦ ἡ εἰρήνη καλή. Εἶναι καλὴ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις καὶ ἡ μάχη καὶ ὁ πόλεμος, ὅταν πολεμιέται ἡ Πίστη μας, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κ.λπ., ὅταν ὑπερασπιζόμεθα λοιπόν τὸν Θεό.
Γι’ αὐτὸ μέσα στὶς Συνόδους, αὐτὲς τὶς Οἰκουμενικές, ἔγινε μάχη, νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν Πίστη οἱ Πατέρες. Ἐδῶ ὅλα γίνονται ἀπέξω, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ Σύνοδο καὶ χρόνια τώρα τὰ μαγειρεύουν, τὰ μαγειρεύουν μέχρι νὰ συμφωνήσουν ἀπὸ πρὶν καὶ μετὰ νᾶ πᾶνε νὰ τὰ ὑπογράψουνε.
Δὲν ὑπάρχει λοιπόν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, νὰ συνδιασκεφθοῦμε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἀπόν, γιατὶ τὰ ἔχουμε ἀποφασίσει πιὸ μπροστά. Ἄρα λοιπόν, εἶναι αἱρετικὴ ἡ Σύνοδος.
Καὶ ἐπίσης, οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνες μὲ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων. Καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο σὲ κάθε Σύνοδο Οἰκουμενική, γινόταν ἀνάγνωση τῶν προηγουμένων ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ οἱ Πατέρες συμφωνοῦσαν σ’ αὐτά, ἀναθεμάτιζαν, καθαιροῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς ὅλους ποὺ εἶχαν καθαιρέσει οἱ προηγούμενες Σύνοδοι καὶ συνέχιζαν κι αὐτοὶ τὸ ἔργο τῶν προηγουμένων Συνόδων, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι εἶναι στὰ ἴχνη τῶν προηγουμένων Πατέρων. Αὐτοὺς ποὺ εἶχαν καθαιρέσει οἱ Σύνοδοι αὐτοί, τοὺς καθαιροῦσαν, καὶ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀναθεματίσει, τοὺς ἀναθεμάτιζαν... καὶ τοὺς Κανόνες ποὺ εἶχαν θεσπίσει τοὺς ἐπεκύρωναν. Γιὰ νὰ εἶναι συνεχισταὶ τῶν Πατέρων αὐτῶν. Ἀλλιῶς δὲν εἶναι συνεχισταὶ τῶν Πατέρων.
Πρέπει λοιπόν, τοὺς Παπικούς, ποὺ τοὺς ἔχουν καθαιρέσει τόσοι Σύνοδοι πιὸ μπροστά, νὰ τοὺς καθαιρέσουν πάλι κι αὐτοί, ὅλους τοὺς αἱρετικούς: «πάσι τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα» εἶπε τὸ Συνοδικὸ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἄρα λοιπόν, ἂν εἶναι συνεχισταὶ τῶν Πατέρων αὐτῶν, πρέπει κι αὐτοὶ νὰ ποῦν τὰ ἴδια, καὶ τότε, ἂν συνδιασκεφτοῦν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἂν ὑπάρχει ὀρθόδοξο καὶ μαρτυρικὸ φρόνημα, καὶ οἱ ἀποφάσεις εἶναι σύμφωνες μὲ τὶς ἄλλες Συνόδους κ.λπ., ὑποχρεοῦνται σὲ ὑπακοὴ οἱ Ὀρθόδοξοι. Ὑποχρεοῦνται νὰ σεβασθοῦν τὶς ἀποφάσεις αὐτές, ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Πίστη καὶ αὐτοί, ὅπως οἱ Πατέρες τὴν ἐκήρυξαν...
Ἂν οἱ ἀποφάσεις δὲν εἶναι Ὀρθόδοξες ὑποχρεοῦνται τότε σὲ ἀνυπακοὴ οἱ Ὀρθόδοξοι, ὁ λαός, ἐφόσον εἶναι ἀπὸν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἐφόσον τώρα φαίνεται ὅτι ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀπὸν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιδράσουν οἱ ὀρθόδοξοι.
Ἀλλὰ δὲν ἀντιδροῦν, ὅμως, γιατί φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι γιὰ νὰ ἀντιδράσουν, δὲν ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι ποὺ νὰ τὸ λέει ἡ καρδιά τους, ἡ προαίρεσή τους νὰ εἶναι μαρτυρική, τὸ φρόνημά τους νὰ εἶναι μαρτυρικό. Δὲν ὑπάρχουν, λοιπόν, τέτοιοι ὀρθόδοξοι, οὔτε κἀν ποὺ νὰ ἐνδιαφέρονται σήμερα γιὰ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πίστεως, παρὰ μόνον διαλογικά, φιλολογικὰ καὶ θεωρητικά· σ’ αὐτά.
Ὅπου ὅμως χρειάζεται κάπου νὰ θυσιάσουμε κάτι, κάπου νὰ στερηθοῦμε κάτι, κάπου νὰ χάσουμε ἕνα ἀξίωμά μας, καὶ τὴ θεσούλα μας, καὶ τὸ μισθό μας, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τότε σωπαίνουμε. Μέχρι ἐκεῖ πολεμᾶμε, ποὺ δὲν θίγονται τὰ συμφέροντά μας.
Δὲν ὑπάρχουν λοιπόν, Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς, κληρικοί, μοναχοί, τὸ Ἅγιον Ὄρος κ.λπ. γιὰ νὰ φωνάξει καὶ νὰ πεῖ στὸν Πατριάρχη ποὺ πῆγε τώρα στὰ Ἱεροσόλυμα: Τί πῆγες νὰ κάνεις ἐκεῖ; Νὰ προσκυνήσεις τοὺς Ἅγιους τόπους ἢ τὸν Πάπα; Τὸν Πάπα, τὸν ἐχθρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ ἔχει ροκανίσει ὅλο τὸ Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἐπὶ χίλια ἔτη τώρα, μ’ αὐτὸν πῆγες νὰ τὰ βρεῖς; Σοῦ κόβουμε τὸ Μνημόσυνο. Σὲ ἀποκηρύττουμε ἀπὸ Πατριάρχη. Αὐτὸ σημαίνει σοῦ κόβουμε τὸ Μνημόσυνο, δὲν σὲ ἀναγνωρίζουμε γιὰ Ὀρθόδοξο πατριάρχη.
Ἐφόσον λοιπόν δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στέκεται στὸ ὕψος του καὶ οἱ λαϊκοὶ δὲν γνωρίζουμε τὰ καθήκοντά μας πάνω σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ποὺ προδίδεται ἡ Πίστις μας ἀπὸ τοὺς Ποιμένες· οἱ Ποιμένες γίνονται λύκοι, κι ἐμεῖς δὲν ξέρουμε τί πρέπει νὰ κάνουμε καὶ σωπαίνουμε σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση. Ἡ σιωπὴ σημαίνει συγκατάθεση, συμφωνία, συνοδοιπορία μὲ τὴν αἵρεση.
Ἔτσι λοιπόν, εἶναι τὰ ἔσχατα χρόνια τώρα ποὺ διερχόμεθα καὶ θὰ γίνει μιὰ συμφωνία, δηλ. αὐτοὶ θὰ ἀποφασίσουνε ἐκεῖ στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο διάφορα θέματα, νὰ καταργήσουν τὰ ράσα τῶν ἱερέων, νὰ ἐπιτρέψουν τὸν δεύτερο γάμο στοὺς ἱερεῖς, κάτι ἄλλα διοικητικὰ ποὺ ἔχουν γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τὶς νέες χῶρες..., αὐτὰ τοὺς νοιάζουνε τὰ χωράφια καὶ τὰ ἐδάφη, ποιός θὰ πάρει αὐτὸ τὸ ἔδαφος καὶ ποιός θὰ ἐξουσιάζει τὸ ἄλλο. Ἔτσι κάτι τέτοια θέματα θὰ λύσουν, διάφορα, ἴσως καὶ τὸ ἡμερολογιακὸ θέμα γιὰ νὰ ἔχουμε ἕνα κοινὸ ἡμερολόγιο στὴ Νέα Ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε.
Καὶ ἐφόσον ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα καὶ δὲν ὑπάρχει Ὀρθόδοξος λαός, θὰ βαδίσουμε στὴν Νέα Ἐποχή, θὰ ἐπικρατήσουνε αὐτὰ τὰ αἱρετικὰ δόγματα, θὰ ἐπικρατήσει ἡ αἵρεσις, γιατὶ εἶναι ἡ ἐπιβράβευσις ἡ ἱστορική, ἡ κατοχύρωσις τῆς αἱρέσεως ποὺ ἔχει ἤδη γίνει Συνοδικῶς ἡ κατοχύρωσις τῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ θὰ γίνει καὶ πανορθοδόξως καὶ ἐπισήμως, ἔτσι, ἀπὸ μία αἵρεση τὴν ὁποία θὰ ἀποδεχθοῦν οἱ πολλοί, οἱ περισσότεροι καὶ οἱ λίγοι, ποὺ δὲν θὰ τὴν ἀποδεχθοῦν, θὰ καθαιρεθοῦν, θὰ διωχθοῦν κ.λπ. καὶ θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ πλανεμένοι γιὰ τὸν κόσμο τὸν πολύ, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ σταθοῦν πουθενά.
Μ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο θὰ γίνει ἡ Σύνοδος αὐτὴ ποὺ ἑτοιμάζεται, καὶ δὲν θὰ ἔχει κανένα ἀπολύτως γνώρισμα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Θὰ εἶναι Πανορθόδοξος, θὰ εἶναι Οἰκουμενική, ἀλλὰ θὰ εἶναι κατὰ τὸν τύπο τῆς Φλωρεντίας καὶ τῆς Φερράρας.
Καὶ οὔτε κατὰ τὸν τύπο αὐτῶν, γιατὶ οἱ Πατέρες (ἐκεῖνοι), ὅταν ξεκινοῦσαν, πῆγαν μὲ Ὀρθόδοξο φρόνημα στὴν Ἰταλία, γιὰ νὰ πολεμήσουνε πήγανε, ἀλλὰ μέσα ἐκεῖ καμφθήκανε.
Ἐδῶ τώρα ἐκ τῶν προτέρων ἔχουν μαγειρευτεῖ καὶ θὰ ἀποφασίσουν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ λόγο θὰ πρέπει, ἂν θέλουμε νὰ κρατήσουμε τὴν Πίστη μας, νὰ κάνουμε πλέον ἀνυπακοὴ στοὺς Πατέρες αὐτούς, ἀνυπακοὴ σ’ αὐτὰ ποὺ θὰ ἀποφασίσουν, ἂν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς καὶ γίνει ἡ Σύνοδος, γιὰ νὰ ἔχουμε καὶ τὶς εὐλογίες τῶν Πατέρων, γιατὶ οἱ Πατέρες, εἴπαμε, πολέμησαν ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ ἑδραιώσουν τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἑορτάζουμε ἐμεῖς σήμερα τοὺς θεοφόρους Πατέρες.
Εὔχομαι νὰ ἀνήκουμε στὴν χορεία αὐτῶν τῶν Πατέρων καὶ νὰ ὁμολογήσουμε καὶ νὰ κρατήσουμε τὴν πίστη μας μαρτυρικά, μὲ μαρτύριο κρατιέται ἡ Πίστις, καὶ ὅσοι συμβιβασθοῦνε θὰ ἀνήκουνε στὴν ἄλλη παράταξη καὶ στὴν ἄλλη κατηγορία.
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς βοηθήσει λοιπόν, καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ κρατήσουμε τὴ σημαία τῆς Πίστεως.
  
Ἀπομαγνητοφώνηση τῆς ὁμιλίας τοῦ ἱερομονάχου π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ στὴν ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὶς Σταγιᾶτες Πηλίου (1 Ἰουνίου 2014).

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Το Πνεύμα της αληθείας σε «εκκλησίες» υποκρισίας;

Τὴν παρακάτω προτροπή-λύση δίνει ἡ Ἀδελφότητα «Ὁ Σωτήρ» γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

«Καὶ εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ σταματήσει ἀμέσως ἡ ξέφρενη αὐτὴ οἰκουμενιστικη πορεία. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ φέρει καὶ τὴν καίρια εὐθύνη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτολμήσει νὰ διακόψει κάθε σχέση μὲ τὸν χῶρο τῆς ραγδαίως ἐπιδεινούμενης πλάνης. Γιὰ νὰ μένει πάντοτε ἐδῶ ποὺ πνέει «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας»  (Περιοδικὸ "Ὁ Σωτήρ").

Να ρωτήσουμε τοὺς ὑπευθύνους τῆς Ἀδελφότητος:
Αὐτὴ ἡ προτροπὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη γραμμὴ τῶν Πατέρων ἢ ἡ μετα-πατερικὴ «γραμμή» τῆς Ἀδελφότητος; Οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι δηλ. Ἅγιοι Πατέρες, γιὰ νὰ «σταματήσει ἀμέσως ἡ ξέφρενη οἰκουμενιστικὴ πορεία» καὶ κάθε αἱρετικὴ πορεία, ἔκαναν ἐκκλήσεις στοὺς ἴδιους τοὺς αἱρετικούς, διατηρώντας ταυτόχρονα κοινωνία μαζί τους, λιβανίζοντάς τους, ἔχοντας Ἀρχιμανδρίτες τους στὶς αὐλὲς τῶν Ἐπισκόπων ποὺ κατηγοροῦν ὡς αἱρετικούς, π.χ. τὸν Δημητριάδος καὶ Μεσσηνίας; Γιὰ τόσο ἀφελεῖς τοὺς εἶχαν τοὺς Ἁγίους Πατέρες; Συμβούλευαν τοὺς ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα πιστοὺς νὰ κάνουν ὑπακοὴ στὸν Ἐπίσκοπό τους; Ἢ ἀπομακρύνονταν ἀμέσως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς;
Τὴν «καίρια εὐθύνη φέρει» ὁ αἱρετικὸς (ποὺ κάνει τὴ δουλειά του) ἢ ἐκεῖνος πού, ἐνῶ διαπιστώνει τὴν αἵρεση, τὸν ἀνέχεται καὶ «κοινωνεῖ» μαζί του;

  Πηγή "Ἀκτίνες"
Το Πνεύμα της αληθείας
σε «εκκλησίες» υποκρισίας;


Τήν ήμέρα της Πεντηκοστής ή θε­ϊκή άλήθεια τής Εκκλησίας βγήκε άπό τούς τοίχους τοϋ Υπερώ­ου τής Ιερουσαλήμ και άρχισε νά κα­τακτά τόν κόσμο. Θαύμα ασύλληπτο! Οί πρώην δείλοί, λιοντάρια! Οί ψαρά­δες, θεολόγοι- οί άγράμματοι, σοφοί.
Μυστήριο!
Μία παράδοξη βουή, σάν νά φυ­σούσε βίαιος άνεμος- και μυστηριώ­δεις γλώσσες σάν γλώσσες φωτιάς.
Ή άνερμήνευτη βουή γέμισε τό σπίτι και οί πύρινες γλώσσες διαμοιράσθηκαν στά κεφάλια των περίπου 120 άνθρώπων πού ήταν συγκεντρωμέ­νοι έκεί και άποτελούσαν τήν πρώτη 'Εκκλησία. Ούτε άνεμος ήταν ούτε φωτιά. Ή μάλλον ήταν άνεμος άλλης ποι­ότητος, θεϊκός- και θεϊκές οί φλόγες. Συμβολικά στοιχεία και σχήματα γιά νά δηλώσουν ότι ήρθε αίσθητότερα

Τα καμώματα των Παπικών, μιμούνται και οι Οικουμενιστές Επίσκοποι στην Ελλάδα!




ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΕ ΣΥΡΟΥ; 
ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΑΠΛΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟ ΠΙΑ;!!!
 ΕΛΕΟΣ!

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Των Αγίων Πατέρων Α΄ Οἰκ. Συνόδου


 π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

ΠΕΡΙ  ΕΝΟΤΗΤΟΣ

«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. 17,11)

Kατασκην. π. Αυγουστ...            Η σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, ὀνομάζεται «ἑβδόμη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα». Τί σημαίνει Κυριακή; Ὅπως δηλώνει τὸ ὄνομα, ἀνήκει στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ δημιούργησε καὶ συντηρεῖ καὶ προνοεῖ γιὰ ὅλα. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμοῦμε τὴν ἡμέρα αὐτή· νὰ ἐκκλησιαζώμεθα, νὰ δοξολογοῦμε, νὰ εὐχαριστοῦμε, καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο. Εἶνε ἀπαραίτητος ὁ ἐκκλησιασμός.
Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ὀνομάζεται εἰδικῶς Κυριακὴ τῶν πατέρων. Γιὰ ποιό λόγο; Πατέρες λέγονται ἐκεῖνοι ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἔρχονται σὲ κανονικὸ ἐκκλησιαστικὸ γάμο καὶ φέρνουν στὸν κόσμο παιδιά. Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτοὺς πατέρες εἶνε οἱ πνευματικοὶ πατέρες, δηλαδὴ οἱ διδάσκαλοι, οἱ καθηγηταί, οἱ θεολόγοι, οἱ ἱεροκήρυκες, καὶ προπαντὸς οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι. Αὐτοὶ μὲ τὸ λόγο τους ἀναγεννοῦν ψυχές. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γεννᾷ πνευματικὰ τέκνα, ποὺ ἔχουν πνευματικὸ πατέρα τὸν κήρυκα, τὸν κληρικό. Γι᾿ αὐτὸ οἱ πνευματικοὶ πατέρες πρέπει νὰ τυγχάνουν τιμῆς καὶ σεβασμοῦ περισσότερο ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς πατέρας.
Σήμερα συγκεκριμένως ἑορτάζουν οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ πατέρες ποὺ συνεκρότησαν τὸ 325 μ.Χ. τὴν Α΄ (πρώτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη παρουσιάστηκε λύκος φοβερός, ὁ Ἄρειος, ποὺ ἐδίδασκε ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας. Θεμελιώδης ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Αὐτὸ τὸ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Γι᾿ αὐτὸ συνῆλθαν ἐκεῖ ἐπὶ βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου οἱ πατέρες. Νὰ τοὺς παρουσιάσουμε ἕναν – ἕνα; Θὰ ἦταν μακρὸς ὁ λόγος· μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, ὁ ἅγιος Ἀχίλλιος, ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας… Ἀλλὰ μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους ἦταν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος. Αὐτοὶ λοιπόν, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, κατεδίκασαν τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου καὶ συνέταξαν τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, τὸ «Πιστεύω», ποὺ ἀκούγεται κάθε φορὰ ποὺ γίνεται θεία λειτουργία.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα. Ὄχι ἕνα ἀλλὰ ἑκατὸ κηρύγματα νὰ κάνουμε, δὲ᾿ θὰ μπορέσουμε νὰ ἐξαντλήσουμε τὸ περιεχόμενό του. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ περιέχει τὴ θαυμασία προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ. Πότε τὴν ἔκανε ὁ Κύριος; Τὴν τελευταία νύχτα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, νύχτα ποτισμένη μὲ δάκρυα, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Τότε ἐτέλεσε τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ κάλεσε τοὺς μαθητὰς νὰ κοινωνήσουν τὰ ἄχραντα μυστήρια. Μετὰ τοὺς ἀπηύθυνε μία μεγάλη σπουδαιοτάτη ὁμιλία. Καὶ τέλος τί ἔκανε; προσευχήθηκε. Προτοῦ ν᾿ ἀναχωρήσῃ γιὰ τὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ὅπου θὰ τὸν συνελάμβαναν οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ Κύριος προσευχήθηκε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Προσευχήθηκε πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του, προσευχήθηκε ἔπειτα γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀφήνουμε τὰ ἄλλα, γιὰ νὰ σταθοῦμε στὰ λόγια ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ ὅλους τοὺς Χριστιανούς.

* * *

Προέβλεπε ὁ Χριστός. Τί προέβλεπε; Προέβλεπε, ὅτι ὁ σατανᾶς θὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε. Θὰ τὴν πολεμήσῃ μὲ λύσσα, μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ διαθέτουν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις του. Τὸ δὲ ἰσχυρότερο μέσο ἢ ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ προσπαθήσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν Ἐκκλησία, εἶνε – ποιό; Ἡ διαίρεσις. Θὰ ἐνσπείρῃ ζιζάνια, θὰ ψυχράνῃ τὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θ᾿ ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, θὰ ἀλληλομισοῦνται, καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ διαιρεθῇ σὲ διάφορες φατρίες καὶ κόμματα καὶ ὑποδιαιρέσεις. Αὐτὸ προέβλεπε ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ παρακαλεῖ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ παρακαλῶ, λέει, οὐράνιε Πατέρα, οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἶνε ἕνα, ἑνωμένοι μὲ τὴ ῥίζα καὶ μεταξύ τους ὅπως οἱ κληματόβεργες στὸ ἀμπέλι. Τὸ ατημα «ἵνα ὦσιν ἕν» τὸ ἐπαναλαμβάνει πέντε φορές (βλ. Ἰωάν. 17,12,21-23). Τόσο μεγάλη σπουδαιότητα ἀποδίδει ὁ Χριστὸς στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Θέλεις νὰ δῇς τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Δὲς μιὰ οἰκογένεια δεμένη, ποὺ ἡ γυναίκα σέβεται καὶ ὑπακούει στὸν ἄντρα, ὁ ἄντρας ἀγαπάει τὴ γυναῖκα, τὰ παιδιὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ τέτοια οἰκογένεια εἶνε παράδεισος – δυστυχῶς σπάνιο πρᾶγμα πλέον. Πόσο συγκινήθηκα ὅταν κάποιος μοῦ εἶπε· «Ζήσαμε πενήντα χρόνια μὲ τὴ γυναῖκα μου, καὶ κακὸ λόγο δὲν ἀλλάξαμε»! Ἡ σημερινὴ γενεὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν ἔχει καὶ τὴ διάλυσι τῆς οἰκογενείας· πορνεία, μοιχεία, διαζύγιο ἀκοῦς συχνά· διαπληκτισμοὶ φτάνουν κάθε μέρα στὴ μητρόπολι. Στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴν εὐλογημένη χώρα, μέσ᾿ στὰ ἑκατὸ χρόνια δὲν ἀκουγόταν οὔτε ἕνα διαζύγιο. Τώρα ἡ οἰκογένεια εἶνε διαλυμένη. Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ νὰ εἶνε ἑνωμένη σφιχτά, ποὺ ὁ ἄντρας νὰ γνώρισε μόνο μιὰ γυναῖκα στὸν κόσμο καὶ ἡ γυναίκα νὰ γνώρισε μόνο ἕναν ἄντρα – σπάνιο φαινόμενο πλέον· στὴν γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἡ ἑνότης διεσπάσθη. Θέλετε νὰ δῆτε τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Ῥίξτε ἕνα βλέμμα σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ οἱ κάτοικοι λόγῳ τῶν κομματικῶν διαφορῶν ἔχουν διαιρεθῆ. Εἶνε τρομερό. Μαθαίνω, ὅτι σὲ μικρὰ καὶ μεγάλα χωριά, ἀλλὰ καὶ παντοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γίνει ἐχθροὶ ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν διαφορῶν. Ἐνῷ εἶνε πατριῶτες, ἐνῷ εἶνε Χριστιανοί, ἐνῷ εἶνε βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, ψυχραίνονται μεταξύ τους σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ δὲ᾿ λένε καλημέρα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· λὲς καὶ ὁ ἄλλος εἶνε Τοῦρκος, λὲς κ᾿ εἶνε ἀλλόφυλος. Αὐτὰ καὶ μεταξὺ συγγενῶν ἀκόμη. Οἱ ὀπαδοὶ κάθε κόμματος ἔχουν τὸ δικό τους καφενεῖο· στὸ ἕνα καφενεῖο πᾶνε οἱ μέν, στὸ ἄλλο πηγαίνουν οἱ ἄλλοι. Θεέ μου, τί διαίρεσις εἶν᾿ αὐτή! Θέλεις νὰ δῇς ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Διάβασε τὴν ἱστορία μας. Μικρὸ εἶνε τὸ ἔθνος μας. Ἀλλ᾿ ὅταν ἦταν ἑνωμένο, ὤ τότε νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς. Οἱ γονεῖς μας, ἡ παλαιὰ γενεὰ ποὺ ἦταν τότε νέα παιδιά, ὅταν στρατεύθηκαν μᾶς ἄφηναν καὶ ἔφευγαν γιὰ τὸ μέτωπο. «Παναγιὰ μαζί σας», τοὺς ἔλεγαν οἱ μητέρες καὶ οἱ γιαγιάδες μας. Κ᾿ ἔφευγαν, κ᾿ ἔφευγαν. Καὶ ἑνωμένοι προχώρησαν, ἔφτασαν στὴ Λάρισσα. Καὶ προχώρησαν, πέρασαν τὸν Ὄλυμπο, καὶ σὰν ἀετοὶ τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ προχώρησαν, ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια. Ἦταν τότε ὅλοι ἑνωμένοι, δὲν ὑπῆρχαν κόμματα, δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις. Ἑνωμένο τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος ἔφτασε μέχρι τὴν Τσατάλτζα, ἔξω ἀπ᾿ τὴν Κωνσταντινούπολι. Σὲ λίγο θὰ μπαίναμε στὴν Πόλι καὶ θὰ λειτουργούσαμε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ἀλλά, ἀλλά… Κ᾿ ἐνῷ οἱ Ἕλληνες εἶχαν φτάσει μέχρι τὸ Σαγγάριο καὶ ἄδειαζε ὁ Κεμὰλ τὴν Ἄγκυρα καὶ ἔφευγε πέρα ἀπ᾿ τὸ Ἰκόνιο, καὶ προμηνύετο θρίαμβος καὶ νίκη μεγάλη…, τί μᾶς ἔφαγε, τί μᾶς διέλυσε; Ἡ διχόνοια. Ἐδιχάσθη τὸ ἔθνος. Αἰτία τῆς νίκης τῶν Τούρκων ἦταν ἡ τρομερά μας διχόνοια. Δὲν τὸ λέω ἐγώ· τὸ λέει ὁ Κεμάλ. Ὅταν στὴν Ἄγκυρα τὸν χειροκροτοῦσαν, αὐτὸς τοὺς εἶπε· Τί μὲ χειροκροτᾶτε; δὲ᾿ νικήσαμε ἐμεῖς τοὺς Ἕλληνες· οἱ Ἕλληνες νικήθηκαν μόνοι τους, μὲ τὴ διαίρεσί τους… Ἔτσι ἦρθε ἡ μικρασιατικὴ καταστροφή, ἡ μεγάλη καταστροφή, ἀπὸ τὴ διαίρεσι.
* * *
Ἀδελφοί μου! Ὁ σατανᾶς διαιρεῖ, ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Κ᾿ ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα. Ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Καὶ Χριστὸς σον Ἐκκλησία. Καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει. Καὶ ἐγὼ ὡς ἐπίσκοπος δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα. Πενήντα χρόνια δουλεύω στὴν Ἐκκλησία, πολλοὺς διωγμοὺς καὶ φυλακίσεις καὶ ἐξορίες ὑπέστην, ἀλλὰ σὲ κόμματα δὲν ἀνήκω. Ἡ Ἐκκλησία μένει πάνω ἀπὸ τὰ κόμματα. Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως εἶπα πολλὲς φορὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶνε σὰν τὴν κλῶσσα. Ἡ κλῶσσα ἀγαπάει ὅλα τὰ πουλιά της· ἄλλα πουλιά της εἶνε ἄσπρα, ἄλλα εἶνε κόκκινα, ἄλλα εἶνε γαλάζια, ἄλλα εἶνε κίτρινα, ἄλλα εἶνε μαῦρα· ἐκείνη τ᾿ ἀγαπάει ὅλα, ὁποιοδήποτε χρῶμα καὶ ἂν ἔχουν. Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀγαπάει ὅλα τὰ παιδιά της καὶ δὲν ἀναμιγνύεται στὰ κομματικά. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει νὰ λέμε· Ἀνήκουμε στὴν πατρίδα, στὴ γλυκειά μας πατρίδα. Καὶ πάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα ἀνήκουμε στὸ Χριστό· «ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν». Ἐκεῖ ν᾿ ἀνήκουμε καὶ ἕνα μόνο νὰ ἐπιδιώκουμε· νὰ εμαστε ἑνωμένοι, ἑνωμένοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Κοιμήσεως Θεοτόκου Κομνηνῶν – Ἑορδαίας 22-5-1988)

Αποτελέσματα της Ανομίας!


Ταπείνωσις, διαμάχες και ομόνοια, σωτηρία

Ἀπὸ τὶς Ἐπιστολὲς ἁγίου Νείλου Ἀσκητοῦ

μαθητοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

ΘΕΟΔΩΡΩ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ (ΣΟΒ΄).

(Ὁ ταπεινὸς ἔχει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν φοβᾶται κανένα, γιατὶ ἐνεργεῖ σὲ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ὅταν, ὄμως, ἀρχίζει νὰ ὑπερηφανεύεται, ἀναχωρεῖ ὁ Κύριος, καὶ τότε αὐτὸς πίπτει).

«Μὴ ἀγνοήσῃς τὸν δοτῆρα τῆς ἁγνείας, καὶ τῆς ἐπαινουμένης παρρησίας, καὶ τῆς ἀπτοησίας. Μέχρι γὰρ ἂν ὁ Κύριος ἐνεργεῖ, πεφύλαξαι, καὶ διατετήρησαι ἀνεπιβούλευτος, ἀχείμαστος, καὶ πᾶσι φαίνῃ φοβερός, καὶ ἐπίδοξος μαρμαίρων, καὶ πεφραγμένος τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ, καὶ μηδένα φοβούμενος, πτοήσεις πάντας δαίμονάς τε, καὶ πονηροὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲ ἄρξῃ κενοδοξεῖν, καὶ ὑπερηφανεύεσθαι, ἀναχωρήσει ὁ Κύριος ἀπὸ σοῦ, μὴ θέλων βοηθεῖν σοι, καὶ τότε μαθήσῃ τὴν σαυτοῦ ταπεινότητα, δειλιῶν τε καὶ τρέμων, καὶ τὴν ἰδίαν σκιὰν οὐκ ἀνεχόμενος, καὶ τοῖς τῆς σαρκὸς πάθεσιν ὑποπίπτων, καὶ ἐκτεθαμβημένος νύκτωρ, καὶ μεθ’ ἡμέραν. Ἔθου γάρ, φησὶν ὁ Δαυΐδ, τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν, μηκέτι λοιπὸν τολμῶντος τῇ διδαχῇ σὺν παρρησίᾳ χρήσασθαι διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν».


ΣΕΚΟΥΝΔΩ ΚΑΣΤΡΗΝΣΙΩ (ΣΠΑ΄).
(Ὅπως ὅταν ὑπάρχει διαμάχη μεταξύ μας χαίρει ὁ διάβολος, ἔτσι καὶ ὅταν ὁμονοοῦμε, ὁ διάβολος μαζεύεται καὶ ταπεινώνεται).
«Ὥσπερ μισούντων ἡμῶν ἀλλήλους, καὶ μαχομένων, καὶ ἐχθραινόντων ἀλλήλοις, καὶ ἐπιβουλευόντων, καὶ ἀποστρεφομένων τὴν γαλήνην, καὶ τὴν μακροθυμίαν, χαίρει, καὶ ἀγάλλεται ὁ Σατανᾶς, τέθηλέν τε, καὶ τέρπεται, καὶ προπλατύνεται, ἐπαναπαυόμενος ταῖς ἡμετέραις φαυλότησιν· οὕτως εἰρηνευόντων, καὶ ὁμονοούντων ἡμῶν, καὶ κρατούντων τῆς λύπης, συστέλλεσθαι, καὶ ταπεινοῦσθαι εἴωθεν ὁ πονηρός, καὶ ἐχθρὸς τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης τυγχάνων, πολέμιός τε τῆς ἀνθρώπων ὁμονοίας, καὶ δυσμενὴς ἄσπονδος».

ΜΕΘΟΔΙΩ ΚΟΥΒΟΥΚΛΑΡΙΩ (ΣΠΘ΄).
(Τὸ “παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον” ὁ Κύριος εἶπε, γιὰ νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὸ διάβολο νὰ καταλάβει ὅτι εἶναι ὁ Θεός. Καὶ τὸ “Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί ἐγκατέλοιπάς με;” τὸ εἶπε, ὡς ἐκπρόσωπος ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ὁ συνήγορος μιλᾶ γιὰ λογαρισμὸ αὐτοῦ ποὺ ὑπερασπίζεται).
«Οὐδαμοῦ ὁ Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης πεφόβηται θάνατον· ὑπὲρ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας παθεῖν ἐπεδήμησεν. Ὅταν οὖν ἀκούεις λέγοντος αὐτοῦ· “Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου”, νόησον ὅτι οὐχὶ δειλιῶν καὶ φρίττων τὰ τοιαῦτα φθέγγεται, ἀλλὰ τῇ εὐτελείᾳ τῶν ρημάτων δελεάζον τὸν νοητὸν δράκοντα, ἵνα ψιλὸν τοῦτον ἄνθρωπον εἶναι τοπάσας, δεδοικότα τὸ πάθος καὶ τρέμοντα, τελέσῃ διὰ τῶν ὑπουργούντων αὐτῷ Ἰουδαίων, ὅπερ ἐπεβάλετο, καὶ δρᾶσαι καθ’ ἑαυτοῦ ὃ ὑπὲρ ἡμῶν διεσπούδακεν. Ἔλαθεν γὰρ ὁ ἐχθρὸς καθ’ ἑαυτοῦ τὸν σταυρὸν σοφιζόμενος, ἵνα τὸ εἰρημένον ἐν τοῖς Ψαλμοῖς πληρωθῇ, ὅτι “Ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλός”·  καί· “Ἐπιστρέψει ἡ πονηρία αὐτοῦ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ”...
Ὅταν δὲ πάλιν ἀκούσεις ἐπὶ σταυροῦ βοῶντος τοῦ Κυρίου· “Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί ἐγκατέλοιπάς με;” Μὴ ἀγνοήσῃς, ὅτι ἐκ προσώπου πάντων τῶν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ γενομένων ἀνθρώπων ταῦτα λέγει, ὥσπερ ὁ συνήγορος μή καθυβρισθείς, μηδὲ διηρπαγμένος ὑπὲρ τοῦ συνηγόρου βοᾷ πρὸς τὸν δικαστήν, Ὑβρίσμεθα, διηρπάγμεθα, ἐλεηλατήθημεν...».
(P.G. 79, 337BC, 340D-341A, 344AC).

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Η Διακοπή Μνημοσύνου και τα νέα δεδομένα από την συνάντηση Πάπα-Πατριάρχη στα Ιεροσόλυμα.

Ἕνα σημαντικὸ ἀλλὰ μακροσκελὲς κείμενο (16 περίπου σελίδων) τοῦ π. Ἄγγελου Ἀγγελακόπουλου δημοσίευσαν κάποια ἱστολόγια. Ἀναδημοσιεύουμε τὰ κυριότερα σημεῖα του, προσθέτοντας στὸ τέλος κάποια σχόλια.
 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ
“ΚΟΙΝΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ” ΠΑΠΑ-ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ
ΣΤΑ  ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΣΤΙΣ 25-5-14


ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Εἰσαγωγή
Γεμάτο λύπη καί πικρία παρακολούθησε τὸ θεοσεβὲς πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τίς, ἐντός τοῦ πλαισίου τοῦ παναιρετικοῦ διαχριστιανικοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἔσχατες καινοφανεῖς ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος συναντήθηκε στά Ἱεροσόλυμα τό διάστημα 25 καί 26 Μαΐου ἐ.ἔ. μέ τόν ἀρχηγό τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ καί αἱρεσιάρχη «πάπα Ρώμης», ἐκλαμπρότατο κ. Φραγκίσκο. Στίς 25-5 ὑπέγραψαν ‘Κοινή Δήλωση’, τήν ὁποία θά σχολιάσουμε παρακάτω.
Ἐν πρώτοις, ἀναγινώσκοντας κανείς την ‘Κοινή Δήλωση’, μπορεῖ κάλλιστα νά κάνει λόγο γιά μιά παπική-οὐνιτική ‘Κοινή Δήλωση’, στήν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ νέα λατινική ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ἀποτελεῖ πλήρη ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου καί ἀπό την ὁποία λείπει ὁποιαδήποτε Ὀρθόδοξη ἀναφορά, ὁπότε μποροῦμε να μιλᾶμε γιά μία ἀκόμη νίκη τοῦ Βατικανοῦ καί γιά μία ἀκόμη ἤττα τοῦ Φαναρίου καί ὑποχώρηση στά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

Α) Ὁ κοινός Λυτρωτής καί ἡ αἵρεση τοῦ Filioque
Στήν εἰσαγωγή τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Κύριος ἡμῶν, εἶναι ὁ κοινός Λυτρωτής τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαῖου, ὁ Ὁποῖος ἀπέστειλε τό Ἅγιον Πνεῦμα. Πιό κάτω στήν παράγραφο 2 λέγεται ὅτι μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα δύναται νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τήν πορείαν πρός τήν ἑνότητα.
Τά παραπάνω σημεῖα τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’ δημιουργοῦν τήν ἑσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης πιστεύουν στόν ἴδιο Χριστό, τήν στιγμή πού αὐτό δέν συμβαίνει, καί βεβαίως δέν μᾶς λένε ποιό εἶναι αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού θά τούς ὁδηγήσει στήν ἑνότητα, τό Ὀρθόδοξο Ἅγιον Πνεῦμα ἤ τό Παπικό «Ἅγιον Πνεῦμα», ἀφοῦ ἀποκρύπτεται τεχνηέντως ἡ φρικτή αἵρεση τοῦ Filioque τῶν Παπικών...
Με βάση τα ἀνωτέρω, ἀτυχέστατη εἶναι καί ἡ φράση τῆς παραγράφου 2, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι «κατά τά ἔτη ταῦτα, ὁ Θεός, ἡ πηγή πάσης εἰρήνης καί ἀγάπης, μᾶς ἐδίδαξε νά σεβώμεθα ἀλλήλους ὡς μέλη τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας, ὑπό τόν ἕνα Κύριον καί Σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστόν καί νά ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὥστε νά δυνηθῶμεν νά ὁμολογήσωμεν τήν πίστιν μας εἰς τό ἴδιον Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὅπως παρελήφθη ὑπό τῶν Ἀποστόλων καί ἐξεφράσθη καί μετεδόθη εἰς ἡμᾶς ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».

Β) Ἡ ἀναγνώριση τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα ὡς Ἐπισκόπου μέ ἔγκυρη ἱερωσύνη καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ ὡς Ἐκκλησίας
Στήν παράγραφο 1 λέγεται ὅτι «ἡ συνάντησις ἡμῶν, μία εἰσέτι συνάντησις τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἱδρυθεισῶν ὑπό τῶν δύο αὐταδέλφων Ἀποστόλων Πέτρου καί Ἀνδρέου, εἶναι πηγή πνευματικῆς χαρᾶς δι᾽ ἡμᾶς».
Μέ τόν παραπάνω ἰσχυρισμό ὅλως ἀντικανονικῶς καί ἑσφαλμένως ἀναγνωρίζεται ἱερωσύνη καί ἐκκλησιαστικότητα στόν αἱρεσιάρχη Πάπα καί τήν αἱρετική θρησκευτική παρασυναγωγή τοῦ Παπισμοῦ...

Δ) Ὁ ὅρος «ἀδελφές ἐκκλησίες»
Στήν παράγραφο 2 ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ συνάντηση Πάπα-Πατριάρχη ἦταν ἀδελφική. Κατά τήν ‘Κοινή Δήλωση’, Πάπας καί Πατριάρχης εἶναι «ἀδελφοί» καί κατ’ ἐπέκτασιν Ρώμη καί Κωνσταντινούπολη εἶναι «ἀδελφές ἐκκλησίες».
 Ὃμως, σύμφωνα μέ τόν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, «ὁ ὅ­ρος «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» εἶ­ναι ἀ­πό ἀ­δό­κι­μος ἕ­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος. Ἀ­δό­κι­μος θε­ο­λο­γι­κά εἶ­ναι, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, γι­ά νά ἐκ­φρά­σει τή σχέ­ση με­τα­ξύ τῶν το­πι­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος θε­ο­λο­γι­κά εἶ­ναι ὁ ὅ­ρος, ὅταν  χρησι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ά νά προσ­δι­ο­ρί­σει τόν ὀν­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ Παπι­σμοῦ.
Κα­ταρ­χήν, ὁ ὅ­ρος «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» δέν εἶ­ναι βι­βλι­κά θε­με­λι­ω­μέ­νος, οὔ­τε κἄν νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νος.Ὅ­ταν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς δι­ά­φο­ρες το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες, δέν τίς ἀ­πο­κα­λεῖ «ἀ­δελ­φές», οὔ­τε ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι ὑπάρ­χει κά­ποι­α Ἐκ­κλη­σί­α ὡς «μη­τέ­ρα» αὐ­τῶν τῶν κα­τά τό­πους Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἔ­χει τή  συ­νεί­δη­ση ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι μί­α καί ὅ­τι αὐ­τή ἔ­χει κα­θο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα, μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς   πλη­ρό­τη­τας τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς ζω­ῆς της, κεφα­λή τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ, ὁ ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός. Ἔτ­σι, ὅ­ταν ἀ­πευ­θύ­νε­ται σέ κά­ποι­α το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­χει τή στε­ρε­ό­τυ­πη ἔκ­φρα­ση : «τῇ   Ἐκ­κλη­σί­ᾳ τῇ οὔ­σῃ ἐν.­.. (π.χ. Κο­ρίν­θῳ)­». Τοῦ­το ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς ὅ­λης Ἐκ­κλη­σί­ας μπο­ρεῖ νά γί­νε­ται σέ κά­θε τό­πο, ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἡ εὐχαριστι­α­κή κοι­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν ὑ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πό της. Εἶ­ναι βε­βαί­ως αὐτονό­η­το ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν κα­τά τό­πους Ἐκ­κλη­σι­ῶν αὐ­τῶν διασφαλίζεται μέ τήν κο­ι­νω­νί­α με­τα­ξύ τους στήν αὐ­τή πί­στη, ζω­ή καί ἐκκλησι­α­στι­κή τά­ξη. Τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν   ἐγ­γυ­ᾶ­ται στήν πρά­ξη ἡ σύ­νο­δος τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τους.
Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό ὅ­τι, ἀ­φοῦ καί οἱ ὁ­μό­φρο­νες το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες στό πλαί­σι­ο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν νο­μι­μο­ποι­οῦν­ται θε­ο­λο­γι­κά, ὅ­ταν ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­δελ­φές», πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν ὑ­πάρ­χει θε­ο­λο­γι­κό-ἐκκλη­σι­ο­λο­γι­κό ὑ­πό­βα­θρο γι­ά νά ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί ὁ Παπι­σμός. Ἄλ­λω­στε ὁ Παπι­σμός δέν μπο­ρεῖ νά ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α Ἐκ­κλη­σί­α με­τά τό 1014, ἐ­πει­δή ἀ­πό τό­τε ὑ­φί­σταν­ται πνευ­μα­τι­κῶς γι' αὐ­τόν τά ἐ­πι­τί­μι­α τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, μέ συ­νέ­πει­α τήν ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τό Θε­αν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.
Εἶ­ναι λοι­πόν φα­νε­ρό ὅ­τι, ἐ­πι­σή­μως, ἀ­πό τό 1014 ὁ Παπι­σμός δέν εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­α. Τοῦ­το πρα­κτι­κῶς    ση­μαί­νει ὅ­τι δέν ἔ­χει τήν ὀρ­θή ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη καί τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή. Δέν ἔ­χει τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί κα­τ’επέκταση δέν ἔ­χει τά θε­ουρ­γά μυ­στή­ρι­α, πού κα­θι­στοῦν τό Θε­αν­θρώ­πι­νο σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «κοι­νω­νί­α θε­ώ­σε­ως» τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί, ἐ­πει­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά εἶ­ναι καί νά πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως τῆς συν­τε­λεί­ας μί­α καί ἀ­δι­αί­ρε­τη, κά­θε χρι­στι­α­νι­κή κοι­νό­τη­τα, ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶ­ναι ἁ­πλά αἱ­ρε­τι­κή»[5].

Ε) Κοινωνία ἐν νομίμῳ ποικιλίᾳ.
Στήν δεύτερη παράγραφο τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’ γράφεται ὅτι ἡ πορεία πρός τήν ἑνότητα εἶναι ἡ κοινωνία ἐν νομίμῳ ποικιλίᾳ. «Ἡ ἀδελφική ἡμῶν συνάντησις σήμερον εἶναι ἕν νέον καί ἀναγκαῖον βῆμα εἰς τήν πορείαν πρός τήν ἑνότητα, πρός τήν ὁποίαν μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα δύναται νά μᾶς ὁδηγήσῃ, ἐκείνην τῆς κοινωνίας ἐν νομίμῳ ποικιλίᾳ».
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ ‘Κοινή Δήλωση’ κάνει λόγο γιά τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τῆς ἑνότητος ἐν τῆ ποικιλία (unityin diversity), οὐσιαστικά δηλ. γιά οὐνιτική ἕνωση. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, δέν ἰσχύει ἡ ἕνωση τύπου Οὐνίας, πού θέλει νά ἐπιβάλλει ὁ Παπισμός, σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε «ὁμολογία» θά κρατήσει τή δική της πίστη καί τά ὅποια δικά της ἐκκλησιαστικά ἤθη καί ἔθιμα, δέν θά ἀλλάξει τίποτα, μόνο πού θά πρέπει νά ἀναγνωρίσει τό οἰκουμενικό πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα καί νά τόν μνημονεύει στά δίπτυχα καί τίς ἀκολουθίες. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑφίσταται μονάχα ἕνα καί ἀποκλειστικό μοντέλο καί σχῆμα ἐπανενώσεως τῶν αἱρετικῶν μέ τήν Καθολική Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν μετάνοια τῶν αἱρετικῶν, τήν ἐπίσημη ἀποκήρυξη τῶν αἱρέσεων καί τῶν πλανῶν τους, τήν δημόσια ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καθ' ὁλοκληρίαν καί τήν ἐπιστροφή τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Οἱ Ὀρθόδοξοι προσευχόμασθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νά ἐπισυναγάγει τούς πεπλανημένους αἱρετικούς καί ἑτεροδόξους διά τῆς μετανοίας καί τῆς ἀποκηρύξεως τῆς πλάνης τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.
ΣΤ) Ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων
Στήν παράγραφο 2 τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’, γράφεται ἐπίσης ὅτι «ὁ ἐναγκαλισμός, ὁ ὁποῖος ἀντηλλάγη μεταξύ τοῦ Πάπα Παύλου Στ´ καί τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἐδῶ εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, μετά ἀπό αἰῶνας σιωπῆς, ἤνοιξε τόν δρόμον διά μίαν ἱστορικήν χειρονομίαν, τήν ἐξάλειψιν ἀπό τήν μνήμην καί ἀπό τοῦ μέσου τῆς Ἐκκλησίας τῶν πράξεων τῶν ἀμοιβαίων ἀναθεμάτων τοῦ 1054».
Ἐ­δῶ πρέ­πει νά ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ ἄρ­ση τῶν ἀναθεμάτων δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἀ­πό κα­νέ­να θε­σμι­κό  πρό­σω­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­σο ψη­λά καί ἄν βρί­σκε­ται στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἱ­ε­ραρ­χί­α, πα­ρά μό­νον ἀ­πό  Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο. Ἀλ­λά καί τοῦ­το μπο­ρεῖ νά γί­νει μό­νο στήν πε­ρί­πτω­ση πού ἀρ­θοῦν προ­η­γου­μέ­νως οἱ δογ­μα­τι­κοί λό­γοι, στούς ὁ­ποί­ους οὐ­σι­α­στι­κά ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἔκπτω­ση τοῦ Παπι­σμοῦ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α[6].
Παραλλήλως, στήν παράγραφο 2 τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’, ἀναφέρεται ὅτι «ἐπιβεβαιοῦμεν σήμερον τήν δέσμευσίν μας νά συνεχίσωμεν βαδίζοντες ἀπό κοινοῦ πρός τήν ἑνότητα, διά τήν ὁποίαν προσηυχήθη ὁ Κύριος πρός τόν Πατέρα «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰωάν. 17, 21)».
Τό πασίγνωστο χωρίο «ἵνα ὧσιν ἕν» ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου ἐπιστρατεύεται ἀπό τούς συντάκτες τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’, γιά νά στηρίξει τὴν ἐγγενῆ στὴν Ἐκκλησία ἀνάγκη ἐπιδείξεως φιλενωτικοῦ πνεύματος.
Σύμφωνα μέ τήν Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν, ἡ τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου αἴτηση πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» ἐκπληρώνεται ἤδη ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκ­κλησίας, διότι τὸ αἴτημα τοῦτο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώνεται διὰ τῆς ταυ­τότητος τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως πάντων· δὲν  ὑφίσταται, λοιπὸν, ἐκκρε­μότητα ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπὸ τῶν ἑτεροδόξων ἀ­ποδοχὴ τῆς μόνης ἀληθοῦς Πίστεως· ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστο­μος ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο τοῦτο παρατηρεῖ: «Ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί, καὶ ἐγὼ ἐν σοί [...] Τί εἶναι, λοιπόν, τὸ “Ἐν ἡμῖν”; Στὴν πίστη πρὸς ἐμᾶς. Ἐπειδὴ βέβαια τίποτε δὲν σκανδαλίζει ὅλους, ὅσο ἡ διάσπαση, αὐτὸ κατασκευάζει, ὥστε νὰ γίνουν ἕνα. Τί, λοιπόν; Τὸ κατόρθωσε αὐτό, λέγουν; Καὶ πάρα πολύ τὸ κατόρθωσε. Διότι, ὅλοι ὅσοι πίστευσαν μέσῳ τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα...». Ἡ δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας, χάρη στοὺς Ἁγίους, δὲν εἶναι κάτι τό ζητούμενον, ἀλλὰ κάτι τὸ δεδομένον. Οἱ Ἅγιοι, οἱ θεούμενοι, ἔχουν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα τῆς δογματικῆς Πίστεως, χάρη στὴ θεωτική, ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ δὲ ὑπόλοιποι πιστοὶ κατέχουν ἀλαθήτως τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τῆς ὑπακοῆς στοὺς Ἁγίους Πατέρες,«ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι». Ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη, τὴν δογματικὴ ὁμοφωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πίστη ὡς ἀρετή, ὡς πεποίθηση στὸ Θεό, ποικίλλει μεταξὺ τῶν πιστῶν, ἀκόμα καὶ τῶν Ἁγίων, κατὰ τὰ μέτρα τῆς προόδου ἑκάστου. Χάρη στὸ γεγονὸς αὐτό, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ δογματικὴ ἑνότητα εἶναι κάτι δεδομένον καὶ ὄχι ζητούμενον, ἡ Ἐκκλησία δὲν εὔχεται ὑπὲρ τῆς θεραπείας μιᾶς ἀνυπάρκτου διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ εὔχεται ὑπὲρ ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ὅπως εἶναι μαρτυρημένο στὰ λειτουργικὰ κείμενά της. Ἀντιθέτως, ἡ πρακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι προφάσει τῆς φράσεως αὐτῆς νὰ προβοῦν σὲ συγκόλληση ἑτεροπίστων ὁμολογιῶν.
(...)παρὰ τὴν ὡς ἄνω διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρονται στὴν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», συμπεριλαμβάνοντας ὅλες τίς αἱρέσεις καί ὅλες τίς θρησκεῖες...

Στήν παράγραφο 2 τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’ οἱ ὑπογράψαντες αὐτήν παραδέχονται ὅτι «γνωρίζομεν πλήρως ὅτι δέν ἔχομεν φθάσει εἰς τόν σκοπόν τῆς πλήρους κοινωνίας» καί παρακάτω στήν παράγραφο 3 ὅτι«προσβλέπομεν ἐν ἐντόνῳ προσδοκίᾳ εἰς τήν ἡμέραν, κατά τήν ὁποίαν θά μετάσχωμεν, τελικῶς, ἀπό κοινοῦ εἰς τό εὐχαριστιακόν δεῖπνον. Ὡς χριστιανοί, καλούμεθα νά ἑτοιμασθῶμεν νά λάβωμεν τό δῶρον τοῦτο τῆςΕὐχαριστιακῆς κοινωνίας, συμφώνως πρός τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Είρηναίου τοῦ Λουγδούνου, διά τῆς ὁμολογίας τῆς μιᾶς πίστεως, ἐμμένοντες ἐν τῇ προσευχῇ, τῇ ἐσωτερικῇ μετανοίᾳ, τῇ ἀνακαινώσει τῆς ζωῆς καί τῷ ἀδελφικῷ διαλόγῳ. Διά τῆς κατορθώσεως τοῦ ἐλπιζομένου τούτου στόχου, θά φανερώσωμεν εἰς τόν κόσμον τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ὁποίας ἀναγνωριζόμεθα ὡς ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰωαν. 13, 35)».
Ἐπίσης, στήν παράγραφο 4 γράφεται «πρός τόν σκοπόν αὐτόν, ὁ θεολογικός διάλογος, τόν ὁποῖον ἔχει ἀναλάβει ἡ Μικτή Διεθνής Ἐπιτροπή, προσφέρει θεμελιώδη συμβολήν εἰς τήν προσπάθειαν διά πλήρη κοινωνίαν μεταξύ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων».
Τέλος, στήν παράγραφο 10 λέγεται ὅτι «ταπεινῶς παραθέτομεν εἰς τήν μεσιτείαν τῆς Παναγίας καί Ἀειπαρθένου Μαρίας τά μελλοντικά ἡμῶν βήματα εἰς τήν ὁδόν πρός τήν πληρότητα τῆς κοινωνίας». Ἀλλά καί ὁ Σεβ. Μητρ. Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ, μέλος τῆς πατριαρχικῆς συνοδείας, σέ συνέντευξη, πού παραχώρησε στό πρακτορείο εἰδήσεων τοῦ Βατικανοῦ, Radio Vatican, στίς 23-5-2014, δήλωσε ὅτι «θά ἦταν ὡραῖο ἄν μετά ἀπό αὐτή τή συνάντηση, ὑπῆρχε κοινωνία ἀπό τό ἴδιο δισκοπότηρο. Εἶναι ἐπιθυμία μας καί αὐτός εἶναι ὁ στόχος μας. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ διαλόγου».
Σχετικά μέ τήν intercommunion (διαμυστηριακή κοινωνία) θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ἑνότητα στή Θεία Λατρεία μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρετικῶν σημαίνει, κατά τήν Ὀρθόδοξη θεώρηση, ἔκφραση ἑνότητας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Μάλιστα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προϋποθέτει τήν ἑνότητα τῆς πίστεως πρίν ἀπό τήν εὐχαριστιακή πράξη. Χωρίς αὐτή τήν ἑνότητα στήν πίστη καί τήν εὐχαριστιακή κοινωνία, ἡ ἑνότητα μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρετικῶν ἔχει μόνο ἠθικό καί κοινωνικό χαρακτήρα. Ἀντίθετα, οἱ αἱρετικές παρασυναγωγές στό σύνολό τους ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιά την intercommunion καί μάλιστα πρίν τήν ἐπίτευξη ἑνότητας στήν πίστη, πράγμα πού ἀπορρίπτει σαφῶς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τούς παραπάνω λόγους...
Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Πατρολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ, αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ὑπογραμμίζει ὅτι τό νά προχωρήσουν ὁ πάπας και οἱ ὀρθόδοξοι πατριάρχες και προκαθήμενοι σέ κοινό ποτήριο, νά γίνει δηλαδή καί συλλείτουργο, νά κοινωνήσουν ἀπό τό ἴδιο ποτήριο, τό εὔχονται βέβαια ἀνά τούς αἰῶνες ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί το εὐχόμεθα ὅλοι μας, ὑπό τήν ἀναγκαία καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅτι ὁ πάπας θά ἀποκηρύξει ὅλες τις αἱρέσεις καί τίς πλάνες του καί θα ἐπιστρέψει ἐν μετανοίᾳ εἰς την Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Διαφορετικά δεν θά ἔχουμε ἀληθινή ἕνωση, ἀλλά ψεύτικη, ὅπως ἔγινε καί στό παρελθόν μέ τίς ψευδοσυνόδους τῆς Λυών (1274) καί τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439). Καί ἐπειδή ὁ ἑωσφορικός Παπισμός δέν πρόκειται ποτέ νά δεχθεῖ τά λάθη του καί νά μετανοήσει, γιατί τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις τίς ὑπαγορεύει καί τίς ὑποψιθυρίζει ὁ ἀμετανόητος Ἑωσφόρος, ἐκτιμοῦμε ὅτι θά ἦταν εὐχῆς ἔργο νά προχωρήσει ἡ ψευδής ἕνωση, ἡ ἕνωση δηλαδή μέ διατήρηση τῶν πλανῶν καί τῶν αἱρέσεων, ὥστε νά ξεκαθαρίσει ἡ κατάσταση καί νά ἀντιληφθοῦν ὅλοι πῶς συσκευάζεται και πῶς κατασκευάζεται ὅλη αὐτή ἡ εἰρηνιστική καί ἀγαπητική Θεολογία τῶν Διαλόγων τῶν Οἰκουμενιστῶν, γιά τήν ἐξαπάτηση τῶν μή εἰδότων καί ἁπλουστέρων. Συμφέρει στους Οἰκουμενιστάς ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν νά προωθοῦν τήν ἕνωση ὑπογείως ἐν κρυπτῷ, μέ τήν σταδιακή διάβρωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος στίς Θεολογικές Σχολές καί στίς τάξεις τῶν κληρικῶν, ὥστε νά μήν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις, ὅταν θά ἐπιχειρηθεῖ ἡ ψευδής ἕνωση. Αὐτό μάλιστα πρέπει νά ἀφυπνίσει καί ὅσους καλοπροαιρέτους κληρικούς καί θεολόγους δέν ἀνησυχοῦν πολύ γιά ὅσα τεκταίνονται ἤδη καταστροφικά καί ἀντιπατερικά, μέ τις συμπροσευχές, τίς λειτουργικές φιλοξενίες, τίς μεταπατερικές ἐκδηλώσεις, τήν βαπτισματική ἐκκλησιολογία, τήν κατάργηση τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, τίς δωρεές κορανίων καί πατριαρχικῶν μιτρῶν ὡς και ἁγίων ποτηρίων, τήν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, τους ὁποίους θεωροῦμε ὡς ἐκκλησίες, συμμετέχοντας ἰσοτίμως στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», και πλεῖστα ἄλλα.
Ἡ μειωμένη καί ὑποτονική ἀντίδραση καί ἀντίσταση σε ὅλα αὐτά, πού δέν δικαιολογεῖται οὔτε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή οὔτε ἀπό τήν Πατερική Παράδοση, μέ τήν δικαιολογία τῆς «κόκκινης γραμμῆς τοῦ κοινοῦ ποτηρίου», λειτουργεῖ πρός ὄφελος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ἐν τῇ πράξει ἐπιβάλλουν τήν ἕνωση καί πρό τοῦ κοινοῦ ποτηρίου. Ὅταν ἐπισήμως ἀποφασίσουν τήν διακοινωνία τοῦ κοινοῦ ποτηρίου, θά ἔχει προχωρήσει τόσο πολύ ἡ ἐσωτερική διάβρωση, ὁ εἰρηνισμός καί ὁ ἀγαπισμός τῆς Μεταπατερικῆς Βαπτισματικῆς Θεολογίας, ὥστε δέν θά ὑπάρχουν πλέον πρόσωπα πού θά βλέπουν κόκκινες γραμμές, θά ἐπιβληθεῖ, ὅπως ἀθεολογήτως καί διεστραμμένως ἰσχυρίζονται, ἡ «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ», πού δῆθεν διδάσκει ὁ Μ. Φώτιος, ὁ πρῶτος καί ἀποτελεσματικώτερος πολέμιος καί καθαιρέτης τοῦ Παπισμοῦ.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ διάβρωση καί ἡ ἐσωτερική ἅλωση δέν ἔχουν ἀκόμη γενικευθῆ, ἐκτιμοῦμε ὅτι δέν τους συμφέρει νά προχωρήσουν τώρα στό κοινό ποτήριο. Ἐμεῖς εὐχόμαστε νά προχωρήσουν, ὥστε καί οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων θέτοντες ὡς κόκκινη γραμμή τό κοινό ποτήριο, να συμπαραταχθοῦν μαζί μας, ὥστε με τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ὁμολογητῶν Ἁγίων νά διαλυθεῖ τό σκοτεινό νέφος τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί νά λάμψει και πάλιν ὁ ἥλιος τῆς Ὀρθοδοξίας.


Στήν παράγραφο 5 τονίζεται ἡ κοινή συνεργασία σέ θέματα πρακτικά καί ηθικά.Οὐσιαστικά προωθεῖται ὁ λαϊκός ἤ πρακτικός οἰκουμενισμός. «Ἔχομεν ἤδη τό καθῆκον νά προσφέρωμεν κοινήν μαρτυρίαν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους συνεργαζόμενοι εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς ἀνθρωπότητος».
διαχριστιανική συνεργασία σέ πρακτικούς τομεῖς ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Οἱ οἰκουμενιστές διατείνονται ὅτι τά ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ἠθικά, περιβαλλοντικά, βιοηθικά κ. ἄ.) ὀφείλουν νά μᾶς ἑνώνουν.
Ἡ Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς, ἔδειχνε καί δείχνει πάντα μεγάλη εὐαισθησία σ΄ ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα, ὡστόσο ἡ ἀπό κοινοῦ μέ τούς αἱρετικούς ἀντιμετώπισή τους παρουσιάζει τά ἑξῆς μειονεκτήματα:
α) Ἡ φωνή τῆς ὀρθοδοξίας, ὅταν συμφύρεται, μέ τίς ἄλλες «χριστιανικές» φωνές, χάνει τή διαύγειά της καί ἀδυνατεῖ νά κοινοποιήσει στόν σημερινό ἄνθρωπο τόν δικό της μοναδικό τρόπο ζωῆς, πού εἶναι θεανθρωποκεντρικός, σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀνθρωποκεντρικό τρόπο ζωῆς τῶν ἑτεροδόξων.
β) Ἡ Ἐκκλησία ὑποκύπτει στόν πειρασμό τῆς ἐκκοσμικεύσεως, χρησιμοποιώντας στό κοινωνικότης ἔργο κοσμικές πρακτικές τῶν ἄλλων «ὁμολογιῶν», σέ βάρος τοῦ σωτηριολογικοῦ της μηνύματος. Ἑκεῖνο, ὅμως, πού ἔχει ἀνάγκη ὁ σημερινός ἄνθρωπος, δέν εἶναι ἡ βελτίωση τῆς ζωῆς του μέσω ἑνός ἐκκοσμικευμένου Χριστιανισμοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτός μπορέσει νά ἐξαλείψει ὅλες τίς κοινωνικές πληγές, ἀλλά ἡ ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ θέωσή του μέσα στό άληθινό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
γ) Ὁ ὀρθόδοξος πιστός, βλέποντας τούς ἑτεροδόξους νά συνεργάζονται μέ τούς ἐκκλησιαστικούς του ποιμένες, ἀποκομίζει τήν ἑσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι ἀνήκουν κι αὐτοί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρά τίς δογματικές διαφορές.


Στήν παράγραφο 6 γίνεται λόγος γιά τήν «ἀπό κοινοῦ δέσμευσίν μας νά καλλιεργήσωμεν τήν συνείδησιν τῆς φροντίδος διά τήν δημιουργίαν καί τήν μέριμναν διά τήν προστασίαν της».
Δέν θά πρέπει, ὅμως, νά λησμονοῦμε ὅτι μέ τό πρόσχημα καί ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τῆς δημιουργίας γίνονται διαθρησκειακές συναντήσεις μέ συμπροσευχές, τίς ὁποῖες ἐπιβάλλει ἡ μασονική «Νέα Ἐποχή» καί «Νέα Τάξη Πραγμάτων» τοῦ Ἀντιχρίστου...


Στήν παράγραφο 7 λέγεται ὅτι «καλοῦμεν ὅλους τούς χριστιανούς νά προωθήσουν αὐθεντικόν διάλογον μετά τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, τοῦ Ἰσλάμ καί ἄλλων θρησκευτικῶν παραδόσεων»...
Καθίσταται φανερό ὅτι μέ τά παραπάνω προωθεῖται ὁ διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι κίνηση γιὰ τὴν ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν σ’ ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα, σέ μία Πανθρησκεία. Τελικὸ σκοπὸ ἔχει νὰ ἐξαφανίσει, μέσα σ’ αὐτό τὸ χωνευτήρι, τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἰδίως τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ κατέχει τὴν Ἀλήθεια. Σκοπεύει δὲ στὴν τελικὴ φάση τοῦ σκοτεινοῦ του σχεδίου νὰ ἀντικαταστήσει τὴν λατρεία τοῦ ἑνός Θεοῦ, μὲ τὴν λατρεία τοῦ Σατανᾶ!...
Ἐπιπροσθέτως, ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός ὑποστηρίζει τήν ἄποψη ὅτι τό Ἰσλάμ καί ὁ Ἰουδαϊσμός εἶναι μονοθεϊστικές καί ἀποκαλυπτικές θρησκεῖες. Αὐτή ἡ θέση εἶναι λανθασμένη, διότι οὔτε πιστεύουν στόν μόνο ἀληθινό Τριαδικό Θεό, οὔτε δέχθηκαν ποτέ κάποια ἀποκάλυψη ἀπ’ Αὐτόν. Ἀντιθέτως, δέχονται ἀποκάλυψη ἀπό κάπου ἀλλοῦ, τόν διάβολο, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τό Κοράνιο, πού ὑβρίζει τόν ἐνσαρκωθέντα Θεόν Λόγον ὡς κτίσμα, ἐπαναλαμβάνοντας τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, καί ἀπό τό Ταλμούδ καί τήν Καμπαλᾶ, πού καθυβρίζουν τόν Σωτῆρα Χριστό καί ἐξυμνοῦν τόν Σατανᾶ.
Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ὅτι ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός προσβάλλει τό θεμελιῶδες δόγμα τῆς μοναδικῆς στόν κόσμο ἀποκαλύψεως καί σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων διά Ἰησοῦ Χριστοῦ σέ σχέση μέ τίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, μέ ἀποτέλεσμα αὐτός νά ἀποτελεῖ ἀναβίωση τοῦ ἀρειανισμοῦ. Οὐσιαστικά, ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός εἶναι ἕνας νεοαρειανισμός...


Εικόνα απο την καταστροφή της πυρκαιάς στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ!
Σέ ὅλα τά ἀνωτέρω ἀνατρεπτικά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός ἔστειλε τήν παιδαγωγική του ὀργή καί τιμωρία. Θεωροῦμε ὡς θεοσημεία τόσο τήν ἰσχυρή σεισμική δόνηση, πού ὑπολογίζεται σέ 6,5 βαθμούς τῆς κλίμακας ρίχτερ, καί συντάραξε μία μέρα πρίν τήν ἀνίερη συνάντηση Πάπα-Πατριάρχη, στίς 24-5-2014, στίς 12:30 τό μεσημέρι τή Λήμνο, ὅσο καί τήν πυρκαϊά, πού ξέσπασε μία μέρα μετά τή συνάντηση στίς 27-5-2014 στό Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως στή Βηθλεέμ. Εἶναι φυσικό ὅπου περνάει ὁ Πάπας καί οἱ Οἰκουμενιστές νά σκορποῦν ὅχι τήν εὐλογία τους, ἀλλά τήν ἀλογία τους, καί νά φέρνουν τήν καταστροφή.
Κατακλείοντας, ἐπισημαίνουμε ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι ἀποκηρύττουμε τήν ‘Κοινή Δήλωση’ Πάπα-Πατριάρχη, διότι σέ καμμία περίπτωση δέν ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά ἀποτελεῖ προσωπική ἄποψη τῶν ὑπογραψάντων αὐτήν καί τῶν συνοδειῶν τους. Θεωροῦμε, ἐπίσης, ἐπιτακτική ἀνάγκη τήν ἀρνητική βεβαίως συνοδική τοποθέτηση ἔναντι τῆς ‘Κοινῆς Δηλώσεως’ τόσο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσο καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἀλλά καί τῆς Διπλῆς Συνάξεως τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

ΣΧΟΛΙΑ:
* Γιατί γιὰ ἕνα τόσο σημαντικὸ θέμα δὲν μιλᾶ ὁ περὶ πάντων λαλίστατος Μητροπ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ;
* Ὁ π. Ἄγγελος ἀρκεῖται νὰ δηλώσει ὅτι καταδικάζει τὴν «Κοινὴ Δήλωση» Πάπα-Πατριάρχη καὶ ὅτι θεωρεῖ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ πάρουν θέση οἱ Ἱεράρχες καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος! Δεδομένου ὅτι γνωρίζει πολὺ καλὰ πὼς οἱ Ἱεράρχες δὲν θὰ πάρουν θέση (παρόμοιες προσκλήσεις ἀπηύθυνε καὶ ὁ Μητροπολίτης του, ἀλλ’ εἰς ὦτα κωφῶν Ἐπισκόπων!) καὶ ἀσχέτως τῶν θέσεων ποὺ θὰ πάρουν οἱ ἄλλοι, αὐτὸς γιατὶ ἐπιμένει νὰ ἀποκρύπτει τὴν ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου (παλαιότερα τὴν πολέμησε μετὰ τοῦ π. Παύλου), ἀφοῦ ὁ ἴδιος (θεωρώντας την ὡς προαιρετική) δὲν θέλει νὰ τὴν ἀκολουθήσει;
Ἀποδέχτηκε ὁ π. Ἄγγελος ὅτι ὁ σεισμὸς καὶ τὰ γενόμενα στὴν Βηθλεέμ (ἡ φωτιὰ δηλ. στὸν Ναὸ τῆς Γεννήσεως) ἀποτελοῦν θεοσημεῖες: «ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός ἔστειλε τήν παιδαγωγική του ὀργή καί τιμωρία». Λοιπόν, οὔτε τὰ αἴσχη καὶ οἱ ραγδαίως κλιμακούμενες βλασφημίες τῶν Οἰκουμενιστῶν, οὔτε ἡ «φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ» προβληματίζουν τοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστές, ὥστε νὰ ἐπανεξετάσουν τὸ θέμα τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου πού, πρὶν τὸ ἐγκαταλείψουν, τὸ θεωροῦσαν ὡς ἄμεση προτεραιότητα;
* Παραδόξως ὁ π. Ἄγγελος παραθέτει τὴν γνώμη τοῦ π. Θεοδώρου Ζήζη, διὰ τῆς ὁποίας ἀντικρούεται ὡς λανθασμένη ἡ κακόδοξη θέση τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, ὅτι διακοπὴ μνημοσύνου ἐπιτρέπεται μόνο ὅταν προχωρήσουν οἱ Οἰκουμενιστὲς στὸ «κοινὸ ποτήριο» (intercommunion), ποὺ ἀποτελεῖ κατὰ τὸν κ. Σεραφεὶμ τὴν «κόκκινη γραμμή»! Ὁ π. Θεόδωρος θεωρεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ θέση ἔχει ὁδηγήσει σὲ «μειωμένη καί ὑποτονική ἀντίδραση καί ἀντίσταση σε ὅλα αὐτά, πού δέν δικαιολογεῖται οὔτε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή οὔτε ἀπό τήν Πατερική Παράδοση, μέ τήν δικαιολογία τῆς «κόκκινης γραμμῆς τοῦ κοινοῦ ποτηρίου», (καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ θέση) λειτουργεῖ πρός ὄφελος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ἐν τῇ πράξει ἐπιβάλλουν τήν ἕνωση καί πρό τοῦ κοινοῦ ποτηρίου»! Μήπως εἶναι καιρὸς ὁ π. Ἄγγελος καὶ ὁ π. Θεόδωρος νὰ ἐπανεξετάσουν τὴν θέση τους ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστική-κανονικὴ στάση τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀπεγκλωβίσουν –ὅσους πιστοὺς ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν σωτηρία τους– ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές;
Π.Σ.