Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ κ. Π. ΤΕΛΕΒΑΝΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ

Η ιστοσελίδα «Ορθόδοξο Παρατηρητήριο» προέβη σε επίθεση εναντίον μας με αφορμή την αποτείχιση. Η επίθεση αυτή δεν είχε κανένα θεολογικὸ επιχείρημα και συγχρόνως ήταν μη αναμενόμενη, αφού κάναμε ό,τι μας δίδασκαν μέχρι τώρα πνευματικοί πατέρες, εν οις και ο πνευματικός τους π. Σαράντης. Ως εκ τούτου αναγκασθήκαμε να απαντήσουμε. Το «Ο.Π.», όμως, φέρθηκε αντιδεολογικά, αφού δεν δημοσίευσε το απαντητικό κείμενό μας, που τελικά δημοσιεύτηκε σε άλλο blog.
Ταυτόχρονα με το «Ο.Π.» δεν παρέλειψε και ο κ. Π. Τελεβάντος (ο οποίος επί μήνες αντιτίθεται στην αποτείχιση) να αναρτήσει άρθρο με τίτλο «Μας λείπει πολύ ο Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος». Με αυτό, σχολίαζε αρνητικά την ενέργεια της αποτείχισης και μιλούσε υποτιμητικά και υβριστικά για όσους την πραγματοποίησαν, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Πλείστες όσες ασχημίες, που συμβαίνουν σήμερα», όπως  «οι αποτειχίσεις …ούτε που θα απετολμούντο αν ήταν εν ζωή ο π. Επιφάνιος». Τώρα που αυτός λείπει «ο κάθε κατεργαρέος σηκώθηκε από τον πάγκο του και ασχημονεί ανενόχλητος»!
Κάποιοι αναγνώστες με σχόλιά τους, μας προέτρεπαν να απαντήσουμε.Έγραψαν:
«Αποφάνθηκε ο μέγας θεολόγος και σχολιαστής και κριτής των πάντων, ο εξ Αμερικής κ. Τελεβάντος, περί του κειμένου της αποτειχίσεως. Το μελέτησε κι έβγαλε τα συμπεράσματά του. Αξίζει να τα σχολιάσετε 17 Μαρτίου 2011 11:48 π.μ.».
«Η Συντονιστική Επιτροπή πρέπει να απαντήσει και στον Τελεβάντο, όχι μεροληψίες μόνο στο Ο.Π.  17 Μαρτίου 2011 10:48 μ.μ.».
«Τί θα γίνει δεν θα απαντήσει στον Τελεβάντο η Συντακτική Επιτροπή; Βρήκαν και απαντούν στους μη θεολόγους θα πουν κάποιοι. Ο κόσμος ζητά απάντηση και στον Τελεβάντο που θεωρεί ως ασχήμια την αποτείχιση»    18 Μαρτίου 2011 2:34 μ.μ.». (apotixisi.blogspot.com).

Βεβαια, δεν είναι στις προθέσεις μας, ούτε θα αναλωθούμε να απαντάμε σε κάθε ένα που έχει διαφορετική άποψη, έστω κι αν μας υβρίζει ή μας υποτιμά. (Οι ύβρεις καλό μας κάνουν). Ειδικά δεν είχαμε πρόθεση να απαντήσουμε στον κ. Π. Τελεβάντο (Π.Τ.), ο οποίος εδώ και πολύ καιρό, χωρίς θεολογικά επιχειρήματα, με απόλυτο τρόπο και μη λαμβάνοντας υπόψιν του τα επιχειρήματα της αντίθετης άποψης, έχει αποφανθεί ότι η αποτείχιση είναι ένα «μέτρο παντελώς αχρείαστο» τώρα, και γνωμοδοτεί ότι όσοι την θεωρούν επιβεβλημένη, αυτοί κατέχονται από «λύσσα αποτείχισης»· πως αυτοί «κουβαλούν αφειδώς νερό στο μύλο του Διαβόλου και του Οικουμενισμού» και προτρέπουν σε «άκαιρες μη κατά Θεόν και μη συντεταγμένες αποτειχίσεις» που ισοδυναμούν με «εκκλησιαστικό έγκλημα», και γι' αυτό είναι «σφοδρότατα αντίθετος με τις μη συντεταγμένες αποτειχίσεις… επειδή ακυρώνουν τον αντιοικουμενιστικό αγώνα και μας καθιστούν περίγελο των πονηρών δαιμόνων».
Παρόλο που δεν θέλαμε να απαντήσουμε, θα το κάνουμε, γιατί κάποιοι αδελφοί μας —αν μείνουν αναπάντητες οι θέσεις του κ. Π.Τ.— ίσως θεωρήσουν  ότι έχει δίκιο να εκφράζεται έτσι, για την σχετική διδασκαλία και πράξη της Εκκλησίας περί αποτειχίσεως, καθόσον μάλιστα, ο κ. Π.Τ. στηρίζεται και χρησιμοποιεί ως Ευαγγέλιο, θέσεις ενός αγιασμένου ανθρώπου, του π. Επιφάνιου Θεοδωρόπουλου, τις οποίες καπηλεύεται  αναμειγνύοντάς τες με τη δική του λογική. Έτσι, την παρερμηνεία και διαστρέβλωση της διδασκαλίας και του π. Επιφάνιου και των Πατέρων της Εκκλησίας, θα θεωρήσουν ως την αληθινή διδασκαλία.
Ο κ. Π.Τ. επιτυγχάνει με την διδασκαλία του περί αποτειχίσεως (πιστεύουμε χωρίς να το επιδιώκει) να παραμερίζει την Πατερική διδασκαλία για τη στάση του πιστού απέναντι στους αιρετικούς και να διαβάλλει την εφαρμογή του μέτρου της αποτείχισης. Αυτό καταδεικνύεται από τους όρους, που κατά καιρούς και αποσπασματικά εκφράζει και θέτει, και οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στους Ιερούς Κανόνες, όπως π.χ. οι παρακάτω προϋποθέσεις:
«Η Εκκλησιαστική Ιστορία είναι μάρτυρας ότι στην αποτείχιση καταφεύγουμε μόνον αν υπάρχουν απαραιτήτως (οι εξής) προϋποθέσεις: 1.) Αν έχουν εξαντληθεί όλα τα άλλα μέσα αντίστασης, και 2.) Αν υπάρχει τρόπος να ελεχθεί η πορεία της ώστε να μην καταλήξει σε σχίσμα…, και αν γίνει ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΑ ώστε να έχει δόκιμον αρχή και δόκιμον τέλος».
Ασφαλώς η εκκλησιαστική ιστορία άλλες προϋποθέσεις θέτει, όπως παρουσιάσαμε στα κείμενα περί αποτειχίσεως. Ο θέσεις και οι προϋποθέσεις, όμως, που θέτει ο κ. Π. Τ. είναι εξαιρετικά υποκειμενικές, με σκοπό να αποκλείσει την αποτείχιση γι’ αυτή τη χρονική στιγμή, που κατά την δική του γνώμη δεν είναι ο κατάλληλος καιρός.
Αν όμως, υιοθετηθούν οι όροι που θέτει, θα μπορούν οι οικουμενιστές επίσκοποι (και ο ίδιος) να ισχυρίζονται για δεκαετίες ακόμα, ότι «δεν έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα αντίστασης» κι ας έχει μετατραπεί σε «Ουνιτική» η Ορθόδοξη Εκκλησία με τις συμπροσευχές, τις κοινές λιτανείες, τις αρτοκλασίες, τις ημι-ενώσεις και τα ημι-συλλείτουργα, κ.λπ.
Επίσης, κανείς δεν είναι παντογνώστης και δεν μπορεί να ελέγξει ή να εγγυηθεί ότι στην πορεία της μια αποτείχιση, δεν θα «καταλήξει σε σχίσμα». Όπως κάθε χριστιανός, δεν μπορεί να γνωρίζει αν, κάποιες οριακές ενέργειές του, θα έχουν το αποτέλεσμα που υπολογίζει. Εφαρμόζει τους Ιερούς Κανόνες και τις Ευαγγελικές Εντολές, όσο πιο πιστά μπορεί, και αφήνεται στο έλεος του Θεού και ελπίζει στην βοήθειά Του. Η μόνη εγγύηση, λοιπόν, είναι η πιστή εφαρμογή της διδασκαλίας των σχετικών Ιερών Κανόνων και των Αγίων πατέρων που διδάσκουν πως, σε περίοδο κηρυσσομένης αιρέσεως, δεν επικοινωνούμε με εκείνους τους ποιμένες της Εκκλησίας που αιρετίζουν ή  επικοινωνούν με τους αιρετίζοντες, και φοβούνται τόσο πολύ τους οικουμενιστές, ώστε δεν τολμούν ούτε το όνομά τους να ψελλίσουν!
Είναι φανερόν, λοιπόν, πως αν —όσοι πιστοί αποτειχίστηκαν στην πορεία της Εκκλησίας— ελάμβαναν υπ’ όψιν τους την δυτικότροπη λογική του κ. Τελεβάντου, δεν θα γινόταν ποτέ και καμιά αποτείχιση.
Να υπενθυμίσουμε, εδώ, ότι ο κ. Π.Τ. είχε υποσχεθεί ότι θα απαντήσει σε κείμενο δεκάδων σελίδων περί αποτειχίσεως ενός εξ ημών, στο οποίο με παραδείγματα από την εκκλησιαστική ιστορία παρουσιαζόταν η αναγκαιότητα της αποτειχίσεως, ένεκα της ταχείας επεκτάσεως της αιρέσεως του Οικουμενισμού και της χειμερίας νάρκης των Ιερών Συνόδων όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Και όχι μόνο της χειμερίας νάρκης, αλλά και της διακινήσεως της αιρέσεως από το κέντρο της «ορθοδοξίας», το Φανάρι, με πρωτοστάτες τον ίδιο τον πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον θεωρητικό του Οικουμενισμού μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα.
Ο κ. Π. Τελεβάντος επέλεξε να μην τηρήσει την υπόσχεσή του· δεν θέλησε δηλαδή να εξηγήσει θεολογικά, γιατί η εφαρμογή ενός Ιερού Κανόνα πλησιάζει να είναι δαιμονική πράξη, γιατί οι χιλιάδες απλοί άνθρωποι, που στην ιστορία της Εκκλησίας αποτειχίστηκαν μιμούμενοι ή ακολουθούντες τους Αγίους Πατέρες, προέβησαν σε λάθος ενέργεια. Και έπρεπε να απαντήσει συστηματικά και αποδεικτικά και όχι αποσπασματικά και αφοριστικά, αν το κίνητρό του ήταν η αγάπη στα πρόσωπά μας, για να μας προφυλάξει ακριβώς από το «κακό» της αποτειχίσεως, για την σωτηρία μας και το καλό της Εκκλησίας. Εκατοντάδες κείμενα και σε καθημερινή βάση γράφει για ποικίλα θέματα, δεν βρήκε λίγο χρόνο να απαντήσει ολοκληρωμένα σε κάτι που είχε υποσχεθεί να το κάνει;
Βέβαια, εμείς δεν περιμέναμε την δική του ετυμηγορία. Απευθυνθήκαμε σε άλλους πνευματικούς Πατέρες και τους θέσαμε τον περί αποτειχίσεως προβληματισμό μας, και κανείς δεν διετύπωσε θεολογικό εκκλησιαστικό λόγο, ο οποίος να έρχεται σε αντίθεση με την ενέργεια της αποτειχίσεως, αφήνοντάς μας να πράξουμε κατά συνείδηση. Ο κ. Π.Τ., όμως, ως ο μόνος ειδικός, επανελάμβανε τις αστήριχτες προσωπικές του θέσεις. Το μόνο επιχείρημά του (επιχείρημα ανθρώπου ετάζοντος καρδίας ακόμα και ενός τεθνεώτος;) ήταν, πως τάχα, αν ζούσε σήμερα ο π. Επιφάνιος δεν θα την ενέκρινε, ωσάν ο π. Επιφάνιος να τίθεται πάνω από όλους τους Αγίους και Ομολογητές Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο π. Επιφάνιος, βέβαια, για ποιμαντικούς λόγους είχε τότε εκφράσει κάποιες θέσεις αρνητικές για την αποτείχιση, αφού εφοβείτο μήπως καταλήξει σε σχίσμα, ή μήπως προσχωρήσουν μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις αλληλομαχόμενες παρατάξεις του Παλαιού Ημερολογίου. Όμως, ο π. Επιφάνιος, παρά τις όποιες επιφυλάξεις, ο ίδιος ανατρέπει το επιχείρημά του κ. Π.Τ. και διδάσκει, ότι όταν κηρύττεται αίρεση, ο πιστός μπορεί να αποτειχιστεί. Και ενώ αυτὴ την θέση του π. Επιφανίου την αναφέρουμε στο εκτεταμένο κείμενο περί αποτειχίσεως (υποσημείωση 55 στο apotixisi.blogspot.com/2011/03/blog-post_14.html), ο κ. Τελεβάντος στο κείμενό του την αποκρύπτει, και παραθέτει ένα απόσπασμα του π. Επιφανίου, που δίνει στον αναγνώστη διαφορετική και μονομερή εντύπωση.
Συγκεκριμένα σημειώναμε στο κείμενό μας, παραθέτοντας τη θέση του π. Επιφανίου: «Ακόμα και οπ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (του οποίου το βιβλίο “Τα Δύο Άκρα” έχει δεχθεί αυστηρή κριτική για την “οικονομία” που υποδεικνύει εκεί), διδάσκει πως όταν ο επίσκοπος “κηρύσση αιρετικά φρονήματα, τότε είνε αιρετικός”, έστω κι αν η Εκκλησία δεν τον έχει ακόμα καταδικάσει επίσημα. “Μία τοιαύτη περίπτωσις είνε η περίπτωσις του Πατριάρχου. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έχει κηρύξει αιρετικά φρονήματα”. Σ’ αυτήν την περίπτωση και μετά από προσευχή, διαμαρτυρίες και αγώνα εναντίον του έχει ο πιστός χριστιανός “το δικαίωμα, προβαίνων έτι περαιτέρω, να παύση το μνημόσυνον αυτού,  συμφώνως τω ΙΕ’ Κανόνι της Πρωτοδευτέρας Συνόδου”».
Τι παραπάνω πράξαμε ως πιστοί, από ό,τι συμβούλευε ο π. Επιφάνιος;
Να θυμήσουμε στον κ. Τελεβάντο  κάποιο σχόλιο που απευθυνόταν στον ίδιο (31.1.2010) και έλεγε: «Ο π. Επιφάνιος έγραφε, ότι έπρεπε να ανεχθούμε τον Αθηναγόρα, γιατί μετά τον θανατό του τα πράγματα θα άλλαζαν, (ενώ) και αν γινόταν Αποτείχιση θα υπήρχε ένα σχίσμα που δύσκολα θα γιατρευόταν. Ο Αθηναγόρας πέθανε και οι διαδοχοί του τον ακουλούθησαν στην πορεία του Οικουμενισμού (και πλειοδότησαν), οπότε το επιχείρημα του π. Επιφανίου αποδείχθηκε πολύ ανθρώπινο».
Και με τον ανθρώπινο φόβο για ενδεχόμενο σχίσμα, αφήσαμε τον Οικουμενισμό να εξαπλώνεται συνεχώς (και εσχάτως καθημερινά) και με τέτοιο ρυθμό, που πλέον δεν προλαβαίνουμε να μετρήσουμε τις συμπροσευχές και τις αιρετικές θέσεις των κορυφαίων του Οικουμενισμού Αρχιερέων. Και θα επαναλάβουμε, αν τότε, στις πρώτες εμφανείς οικουμενιστικές ενέργειες, ο π. Επιφάνιος μιλούσε για αιρετικό πατριάρχη, τι θα πούμε σήμερα μπροστά σε αυτό το όργιο των οικουμενιστικών εκδηλώσεων και των αιρετικών ή πανθρησκειακών τοποθετήσεων όχι μόνο του πατριάρχη Βαρθολομαίου, αλλά και των άλλων πατριαρχών και επισκόπων;
Όσοι έχουν διαβάσει το κείμενό μας περί αποτειχίσεως, γνωρίζουν ότι έχουμε απαντήσει σε όλα αυτά που μας καταλογίζει ο κ. Π. Τελεβάντος (άσχετα αν ο ίδιος γράφει σαν να μην τα διάβασε) και καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούμε να επαναλαμβάνουμε κάθε τόσο τα αυτονόητα. Ως εκ τούτου, δεν θα καταναλώνουμε χρόνο, για να απαντάμε σε θέσεις που έχουν ήδη απαντηθεί. Εξάλλου προβήκαμε στην αποτείχιση κάτω από την πίεση και τον έλεγχο της συνειδήσεώς μας, που δυστυχώς, δεν εφαρμόζαμε, ούτε ελάχιστα έστω, από αυτά που μας άφησαν ως παρακαταθήκη οι άγιοί μας, οι οποίοι αποφεύγοντας την επικοινωνία με τους αιρετικούς, θυσίαζαν ακόμα και αυτή τη ζωή τους.
Αν εξαιρέσουμε, λοιπόν, την επιμονή του κ. Τελεβάντου να μας κατηγορεί, επειδή με προσωπικό κόστος ακολουθούμε την επιταγή Ιερού Κανόνα (καθόσον, μάλιστα, εμείς δεν τον πιέσαμε να πράξει το ίδιο σεβόμενοι την ελευθερία του), έχουμε παρατηρήσει ότι κατά τα άλλα —στον αγώνα δηλαδή, υπερασπίσεως της Πίστεως— συμφωνούμε. Τούτο φαίνεται καθαρά σε άρθρο με τίτλο «Άμβλυνση του Ορθοδόξου Κριτηρίου», που δημοσίευσε πρόσφατα ο κ. Π.Τ. στο ιστολόγιό του (13/3/2011), το οποίο έφερε την υπογραφή του περιοδικού της αδελφότητος «Ο ΣΩΤΗΡ»· εκεί διαβάζουμε:
«...Υπάρχει βεβαίως και… ο ευσεβής λαός, ο οποίος αγωνίζεται να διατηρεί με τη Χάρη του Θεού ανεπηρέαστο το Ορθόδοξο κριτήριο και φρόνημά του. Ο πιστός αυτός λαός είναι “ο υπερασπιστής της θρησκείας”, όπως τον χαρακτήρισαν οι Πατριάρχες της Ανατολής το έτος 1848 σε επιστολή τους στον τότε Πάπα Πιο τον Θ', που ήθελε να υποτάξει και αυτός στο εξουσιαστικό πρωτείο του την Ορθοδοξία. Ο λαός μας, του τόνισαν, “εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού”. Κατόπιν όλων αυτών το συμπέρασμα μας βγαίνει φυσικά και αβίαστα. Εφόσον ο αυτοέλεγχος παρουσιάζει δείγματα αμβλύνσεως του Ορθοδόξου φρονήματός μας, είναι ανάγκη να μετανοήσουμε. Τί αναφορά θα δώσουμε εν ώρα Κρίσεως…; Πώς θα αντικρίσουμε τον Μέγα Αθανάσιο, τον Μέγα Φώτιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, πού δεν δέχονταν κανένα συμβιβασμό με τους αιρετικούς, όσοι μάλιστα τους χαρακτηρίσαμε ως φανατικούς; Η Πίστη μας είναι πολύτιμο τάλαντο και δώρο του Θεού ιερό και δεν έχουμε δικαίωμα, όποιοι κι αν είμαστε, να κάνουμε εκπτώσεις και συμβιβασμούς».
Τον ίδιο προβληματισμό, λοιπόν, θέτουμε κι εμείς. Πώς θα αντικρίσουμε εν ώρα κρίσεως  τους αγίους αυτούς που δίδαξαν με το παράδειγμά τους «λόγοις και έργοις» την αποτείχιση από την αίρεση;

Η Συντακτική Επιτροπή
Σημάτης Παναγιώτης, Ξανθά-Νάκου Χριστίνα, Γεωργίτσης Κωνσταντίνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.