Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Πῶς ἀνέχονται οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς τὴν διαστρέβλωση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸν Πειραιῶς κ. Σεραφείμ;



       Περιμέναμε μιὰ τοποθέτηση τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν ἢ τῶν ἱστολογίων ποὺ τοὺς ὑποστηρίζουν, σχετικὰ μὲ τὴν πρωτοφανῆ ἐνέργεια τοῦ Μητροπολίτη Πειραιῶς καὶ τοῦ Ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς νὰ διοργανώσουν μιὰ στημένη Ἡμερίδα, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ διαστρεβλώσουν τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, σχετικὰ μὲ τὴν πρακτικὴ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου ποὺ οἱ Ἅγιοι μας μᾶς παρέδωσαν.
Περιμέναμε ἐκεῖνα τὰ ἱστολόγια ποὺ δὲν ἀφήνουν τίποτα ἀσχολίαστο, καὶ ποὺ μάλιστα ἔχουν ἡρωποιήσει τὸν Μητροπολίτη Πειραιῶς, νὰ πάρουν θέση τώρα, ποὺ ὁ π. Εὐθύμος Τρικαμηνᾶς ἀπέδειξε μὲ παράθεση πολλῶν κειμένων ὅτι ὁ μητροπ. Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ παραποίησε σκόπιμα καὶ κυριολεκτικὰ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΗΣΕ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ἀνέντιμα, ἀνερυθρίαστα καὶ ὡς φαίνεται ἀμετανόητα), μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν θέση τῶν πατέρων τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλοι μετα-πατερικοὶ θεολόγοι διαστρέφουν καὶ διαγράφουν τὴν Ἱερὴ Παράδοση καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας περὶ Ἀποτειχίσεως.
Δυστυχῶς, ὅμως, οὔτε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπεδείχθη ἡ διαστροφὴ ποὺ τόλμησε νὰ κάνει στὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου, οὔτε οἱ Πανεπιστημιακοὶ καθηγητὲς τῆς «Συνάξεως», οὔτε τὰ μέλη τῆς «Συνάξεως», οὔτε τὸ κατ’ εὐφημισμὸν πλέον «Ἀντιαιρετικὸ Γραφεῖο τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς», καὶ ὁ ὑπεύθυνός του π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, ποὺ ὡς φαίνεται εἶχε τὴν πονηρὴ ἔμπνευση τῆς πραγματοποίησης αὐτῆς τῆς Ἡμερίδος!
Ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς διαστροφῆς τῆς διδασκαλίας ἑνὸς Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σοβαρότατο, ἑνὸς Ἁγίου μάλιστα ποὺ ἀγωνίστηκε σὲ καιροὺς παρόμοιους μὲ τοὺς δικούς μας, καιροὺς τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ· ἑνὸς Ἁγίου ποὺ τὸν συναντοῦμε συχνότατα στὴν Λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας (ἀφοῦ πάρα πολλοὶ ὕμνοι εἶναι γραμμένοι ἀπ’ αὐτόν), γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουμε τὴν δημοσίευση τῆς Κριτικῆς μελέτης τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, προτάσσοντας τὸ προχθεσινὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος παραθέτει ἕνα σχετικὸ μὲ τὸ θέμα κείμενο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου καὶ δίδει ἕνα χαρακτηρισμὸ γι’ αὐτόν.

Γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος γιὰ τὸν ἅγιο θεόδωρο: «Ὁ τρόμητος μολογητς τν θεανθρωπίνων ρθοδόξων ληθειν ναγγέλλει ες λους τους νθρώπους λων τν κόσμων:
«Τ γρ κοινωνεν παρ αρετικο προφανς διαβεβλημένου κατ τν βίον λλοτρι Θεο κα προσοικειο τ Διαβόλ». Κατ τν διον ρτος τν αρετικν δν εναι «σμα Χριστο» (γ. Θεοδώρου το Στουδίτου). Δι τοτο, «ς ον θεος ρτος π τν ρθοδόξων μετεχόμενος, πάντας τος μετόχους ν σμα ποτελε. Οτω δ κα αρετικός (ρτος) κοινωνος τος οτω ατο μετέχοντας λλήλων περγαζόμενος, ν σμα ντίθετον Χριστ παρίστησι» (γ. Θεοδώρου το Στουδίτου).
π πλέον, « παρ τν αρετικν κοινωνία ο κοινς ρτος λλ φάρμακον (= δηλητήριον), ο σμα βλάπτον, λλ ψυχν μελανον κα σκοτίζον» (γ. Θεοδώρου το Στουδίτου).
(π τ βιβλίον ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ).



Κριτική στην Εισήγηση του Πειραιώς κ. Σεραφείμ περί Αποτειχίσεως, του π. Ευθ. Τρικαμηνά




Β΄ Μέρος

 Μέ τήν εἰσήγησι αὐτή τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ θά μᾶς δοθῆ ἡ εὐκαιρία, πέραν τοῦ ὅτι θά ἀποκαλύψουμε τίς θέσεις καί τούς σκοπούς τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν (καθ’ ὅσον ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης θεωρεῖται μπροστάρης καί πρωτοπαλλίκαρο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν), νά ὁμιλήσωμε καί γιά βασικά καί φλέγοντα ἐκκλησιαστικά θέματα, τά ὁποῖα ὀφείλουν νά γνωρίζουν ὅλοι οἱ συνειδητοί Ὀρθόδοξοι.

Νομίζουμε κατ’ ἀρχάς ὅτι ἐπελέγη ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὡς δῆθεν συνήγορος τῶν θεωριῶν τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, σκοπίμως· διότι ὑπάρχει ἡ ἐντύπωσις σέ Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές ὅτι  μόνον ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἶναι αὐτός πού ὑπερασπίζεται τήν ἀποτείχισι καί καταπολεμᾶ τόν ἐφησυχασμό καί τό βόλεμα τῶν σημερινῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί, ὡς ἐκ τούτου, ἄν ἀποδείξουν ὅτι αὐτός ὁ ὁμολογητής ἅγιος εἶναι ὑπέρμαχος τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί ὅτι δέν ἀποτειχίσθηκε κατά τήν περίοδο τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, νομίζουν ὅτι θά ἐπικρατήσουν οἱ θεωρίες των καί θά κατασταλοῦν οἱ ἀνησυχίες τῶν Ὀρθοδόξων. Δέν ὑπάρχει ὅμως μεγαλύτερη ἀπάτη καί διαστροφή τῆς ἀληθείας ἀπό αὐτήν.
Διότι, ἄν ἐστηρίζετο ἡ ἀποτείχισις (ὅπως διδάσκουν) καί ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσις τῶν Ὀρθοδόξων σέ ἕναν μόνον ἅγιο, ἀσφαλῶς ἡ πράξις αὐτή τῆς ἀποτειχίσεως θά ἀποτελοῦσε κακόδοξη καινοτομία, ἀφοῦ θὰ ἀντιστρατευόταν τὴν Ἱερά Παράδοσι καί θά ἦτο πλάνη, διότι θά ἐπαρουσιάζετο ὁ ἅγιος αὐτός νά ἀντιστρατεύεται στήν Ἁγ. Γραφή, στούς ἱερούς Κανόνες, στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί σέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.
Τό ἀναφέρομε λοιπόν ἐξ  ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀποτείχισις δὲν ἀποτελεῖ διδασκαλία ἑνός Ἁγίου, ἀλλὰ στηρίζεται κατ’ ἀρχάς στόν ἴδιο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή στήν Ἁγία Γραφή, εἰς τήν ὁποία ὑπάρχουν περισσότερα ἀπό εἴκοσι (20) χωρία, τά ὁποῖα ὁμιλοῦν γιά τήν ἀποτείχισι καί τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες.
Ἡ ἀποτείχισις ἐν συνεχείᾳ (ἄν καί κάθε ἄλλη στήριξι θά ἦτο περιττή, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὁμιλεῖ δι’ αὐτήν) στηρίζεται στούς ἱερούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι περιφρουροῦν καί προστατεύουν τήν Ἁγία Γραφή καί ὁμιλοῦν καί αὐτοί γιά τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες. Στηρίζεται, ἀκόμη, στήν διδασκαλία ὅλων, ἀνεξαιρέτως ὅλων τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί μέ τήν σειρά των ἑρμηνεύουν τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί προστατεύουν ἀπό τήν πλάνη κάθε καλοπροαίρετο πιστό.
Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, δὲν εἶναι ἐφευρέτης καινοτόμων ἐνεργειῶν, ἀλλὰ εἶναι καί αὐτός ἕνας ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος στήν ἐποχή του μέ λόγια καί ἔργα ὑπερασπίσθηκε καί συνοδοιπόρησε μέ τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς· δέν εἶναι ὁ ἀντιρρησίας καί ὁ ἐπαναστάτης,
ὅπως θέλουν νά τόν παρουσιάσουν οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, σέ ὅλα συμφωνοῦν καί συμπορεύονται, ἐφ’ ὅσον εἶναι μεταξύ των ἑνωμένοι καί ἐνσωματωμένοι ἐκκλησιαστικῶς· καί ἐφ’ ὅσον στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει μία μόνο ἑνότης, ἡ ἑνότης τῆς πίστεως.
Ἀπό ὅλα αὐτά γίνεται ἀντιληπτό ὅτι, ἄν οἱ Ἀντιοικουμενιστές καταφέρουν νὰ διαστρέψουν τὴν εἰκόνα ποὺ διαχρονικὰ ἔχει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γιὰ τὸν Ὅσιο καί μᾶς πείσουν ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἶναι ὁ ἀντιρρησίας καί ἐπαναστάτης καί ὁ μόνος ὑπέρμαχος τῆς ἀποτειχίσεως, ἐνῶ, ὅλα τά ἄλλα (δηλαδή ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ ἱεροί Κανόνες καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων) δέν διδάσκουν τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τήν κάθε αἵρεσι (καί μάλιστα τὴν Παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), τότε φέρνουν τὴν Ἱερά Παράδοσι στά μέτρα τους καί τήν παρουσιάζουν συνήγορο τῆς διδασκαλίας τους, δηλαδὴ παρουσιάζουν τούς Ἁγίους νά διδάσκουν τόν ἐφησυχασμό, τό βόλεμα καί τήν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως διά τοῦ χαρτοπολέμου.
Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ὅταν προκαλοῦμε τούς Ἀντιοικουμενιστές νά μᾶς κατοχυρώσουν Ἀγιογραφικῶς, Κανονικῶς καί Πατερικῶς τίς θεωρίες των, κάνουν πώς δέν καταλαβαίνουν· σάν νά τούς ὁμιλοῦμε, κατά τό δή λεγόμενο, κινέζικα, πηγαίνουν ἀλλοῦ τό θέμα, ἐκνευρίζονται καί, τελικῶς, ἐπικαλοῦνται τήν τακτική καί πρακτική τῶν συγχρόνων γερόντων, λές καί οἱ σύγχρονοι γέροντες εἶναι ἀνώτεροι ἀπό τίς Γραφές, τούς Κανόνες καί τούς Πατέρες καί σέ τελική ἀνάλυσι ἀνώτεροι ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό, ὁ Ὁποῖος ὡμίλησε μέ τά στόματα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων.
Στήν προκειμένη περίπτωσι  τῆς εἰσηγήσεώς του, ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, προσπάθησε νά ἀποδείξη ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης οὔτε ἀποτείχισι ἔκανε, οὔτε κἄν διακοπή τῆς μνημονεύσεως· ἁπλῶς (ἰσχυρίστηκε ὁ Πειραιῶς) ὑπῆρξε μία ψυχρότης μεταξύ αὐτοῦ καί τῶν δύο Πατριαρχῶν τῆς ἐποχῆς του, τῶν Ἁγίων δηλαδή Ταρασίου καί Νικηφόρου.
Μέ αὐτόν τόν τρόπο καί τήν μέθοδο προσπάθησε νά ὑπαγάγη τόν ὅσιο στό στρατόπεδο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, καί ἐφησυχαστῶν, καί χαρτοπολεμιστῶν, μέ ἀπώτερο σκοπό, ὅπως ἀναφέραμε, νά καταστείλη τίς ἀνησυχίες τῶν Ὀρθοδόξων γιά τήν ἀλλαγή τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας καί τήν προσαρμογή της στή Ν. Ἐποχή, στήν Παγκοσμιοποίησι καί στήν Πανθρησκεία.
Καταλαβαίνει λοιπόν ἕκαστος ὅτι  εἶναι καθῆκον μας νά ὁμιλήσωμε καί νά ἀποκαλύψωμε ὅλη αὐτήν τήν ἀπάτη, στήν ὁποία ἠθέλησε νά μᾶς ὁδηγήση ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς,
εἰς τρόπον ὥστε νά ἐνημερωθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καί νά προστατευθοῦν ἀπό τούς φυσικούς καί πνευματικούς προστάτες των.
Ἐξ’ ἀρχῆς σημειώνουμε ὅτι, πρός ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, θά ἀναφέρωμε τά γεγονότα καί τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, τά ὁποῖα ἀφοροῦν μόνον τήν μοιχειανική αἵρεσι, ἄν καί σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, ἀλλά καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ὅλων τῶν Ἁγίων, ὅλες οἱ αἱρέσεις εἶναι τό ἴδιο καί ἔχουν τήν ἴδια ἀντιμετώπισι ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτό ἰσχύει φυσικά καί γιά τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Θά ἀναφερθοῦμε ὅμως μόνο στά γεγονότα καί τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν μοιχειανική αἵρεσι, διότι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου εἰς τήν εἰκονομαχική αἵρεσι ἦτο φυσική καί ἐπιβεβλημένη, διότι δῆθεν ἡ εἰκονομαχία εἶχε καταδικασθῆ ἀπό τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
Ὁ ὅσιος ὅμως, ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, δέν ἐστηρίζετο μόνο στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, ἁπλῶς τίς ἀνεγνώριζε, ἐφ’ ὅσον ἦσαν Ὀρθόδοξες, ἀλλά ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις καί στήν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει στήν Ἁγία Γραφή, καί στήν διδασκαλία τῶν ἱερῶν Κανόνων καί ὅλων τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν ἀλάνθαστα τήν Ἁγία Γραφή, δηλαδή τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἄν ὁ ὅσιος ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων καί ἀνέμενε νὰ συγκληθῆ πρῶτα μιά νέα Σύνοδος, ἡ ὁποία θά κατεδίκαζε τήν ἀντιευαγγελική πρακτική-αἵρεσι τοῦ Μοιχειανισμοῦ, ὅπως κάνουν σήμερα οἱ Ἀντιοικουμενιστές, δέν θά ἔπρεπε νά εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς δύο Πατριάρχες· ἀπεναντίας μάλιστα, μέ τή κατοχύρωσι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ἔγινε τό 809 Συνοδικά, θά ἔπρεπε νά εἶχε συνοδοιπορήση μέ τήν αἵρεσι, ἔστω διαμαρτυρόμενος καί χαρτοπολεμώντας καί ἔτσι μάλιστα, θά εἶχε γλυτώσει τίς ἐξορίες, τή διάλυσι τῆς μονῆς του, τήν καθαίρεσί του καί γενικῶς θά ἀπελάμβανε ὅ,τι ἀπολαμβάνουν σήμερα οἱ Ἀντιοικουμενιστές, μέ πρωτοπαλλίκαρο τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς· δηλαδή θά ἀπολάμβανε δόξες, τιμές καί ἀξιώματα, ἀλλά θά ἔχανε τήν ἀπόλαυσι καί τή δόξα τοῦ σταυροῦ καί τήν ἡδονή τοῦ ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν.
Στήν συνέχεια θά καταθέσουμε στοιχεία ἱκανά, πού ἀποδεικνύουν ὅτι σήμερα οἱ Ἀντιοικουμενιστές καί ὁ πρωτοστάτης των, Μητροπολίτης Πειραιῶς, δέν ἀποδέχονται οὔτε τήν διδασκαλία, οὔτε φυσικά τό παράδειγμα καί τήν βιοτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τά ὁποῖα στόν ὅσιο ἦσαν πλήρως ἐναρμονισμένα, εἰς τρόπον ὥστε ὅ,τι ἐδίδασκε συγχρόνως νά τό πράττη καί νά τό ἐφαρμόζη καί, παράλληλα, ὅ,τι ἐφήρμοζε καί ἔπραττε νά ἀποτελῆ τήν διαχρονική διδασκαλία Γραφῶν, Κανόνων καί Ἁγίων.
1. Τό ὅτι λοιπόν  ὁ ὅσιος δέν ἐστηρίζετο σὲ ὅλες στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, οὔτε φυσικά τίς ἀνεγνώριζε, ἄν οἱ ἀποφάσεις των δέν ἦσαν Ὀρθόδοξες καί σύμφωνες μέ τίς Γραφές καί τούς ἱερούς Κανόνες, φαίνεται καθαρά καί ἀπό τήν διδασκαλία του καί ἀπό τή ζωή καί βιοτή του.  Σέ ἐπιστολή του πρός τόν Μάγιστρον Θεόκτιστο κατά τήν περίοδο τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως ἀναφέρει γιά τή Σύνοδο τά ἑξῆς:
«Πολλοί τοίνυν καί ἄλλοι, ἐπειδή τό βούλεσθαι καί αὐτοῖς νόμος ἐστίν οὐ θεῖος, ἀλλά ἀνθρώπινος καί κατηγορούμενος, δεδράκασι καί δράσωσι τυχόν ἕως τοῦ αἰῶνος. ἀλλ᾿ ἡ τοῦ θεοῦ ἐκκλησία μεμένηκεν ἀπήμαντος, κἄν πολλοῖς ἐβλήθη τοξεύμασι, καί πύλαι ᾅδου κατισχῦσαι αὐτῆς οὐ δεδύνηνται. οὐδέ παρά τούς κειμένους ὅρους καί νόμους πράττειν τι καί λέγειν ἀνέχεται, κἄν πολλοί πολλαχῶς ποιμένες ἠφρονεύσαντο· ἐπεί καί συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καί παμπληθεῖς καί ἐκκλησίας θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασιν καί ὑπέρ κανόνων ἐφρόντισαν τό δοκεῖν, κατά κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι· τί δή θαυμαστόν, εἰ καί νῦν πέντε καί δέκα τυχόν ἐπίσκοποι συναχθέντες τόν ὑπό τῶν κανόνων καθῃρημένον κατά δύο αἰτίας ἠθώωσαν, λύσαντες τοῦ ἱερουργεῖν; σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ, φησίν, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐν τῇ ἐρεύνῃ καί φυλακτικῇ τῶν κανόνων καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ᾿ ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καί τῷ κανόνι καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. ἤ δείξωσιν οἱ συνελθόντες τοῦτο πεποιηκότες, καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς, ἤ, <εἰ> οὐ δεικνύουσιν, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί ταῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται· ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ θεοῦ δεδέσθαι φύσιν οὐκ ἔχει, καί ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάσῃ παραβάσει κανόνος ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» (Φατ. 24,66,57 – PG 99,985).
Κατωτέρω ἐπίσης στήν ἴδια ἐπιστολή ἀναφέρει ὁ ὅσιος τά ἑξῆς σημαντικά, πού ἀφοροῦν προσωπικά τόν ἅγιο Πειραιῶς καί τούς συναδέλφους του: «οὐκ ἔστιν οὖν, οὐκ ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τήν καθ᾿ ἡμᾶς ἐκκλησίαν οὔτε ἑτέραν παρά τούς κειμένους νόμους καί κανόνας ποιεῖν τι. ἐπεί, εἰ τοῦτο δοθείη, κενόν τό εὐαγγέλιον, εἰκῇ οἱ κανόνες, καί ἕκαστος κατά τόν καιρόν τῆς οἰκείας ἀρχιερωσύνης, ἐπειδή ἔξεστιν αὐτῷ ὡς δοκεῖ μετά τῶν σύν αὐτῷ πράσσειν, ἔστω νέος εὐαγγελιστής, ἄλλος ἀπόστολος, ἕτερος νομοθέτης. ἀλλ’ οὐδαμῶς· παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου, παρ᾿ ὅ παρελάβομεν, παρ᾿ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων· καί τό δύσφημον παρῆμεν λέγειν, ὅ αὐτός εἴρηκεν» (Φατ. 24,67,90 – P.G. 99, 985/88).
Στήν δεύτερη ἐπιστολή του πρός τόν Πάπα Λέοντα γράφει ὁ ὅσιος τά ἑξῆς: «Σύνοδος γέγονεν ἐν τοῖς καθ' ἡμᾶς, ὦ μακαριώτατε, πάνδημος συγκαθεσθέντων καί ἀρχόντων τῶν ἐν τέλει· καί ἡ σύνοδος ἐπ' ἀθετήσει τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» (Φατ. 34,95,24 – P.G. 99,1021/24).
Σέ πολλές ἄλλες ἐπιστολές του, τή Σύνοδο τοῦ 809 τήν ὀνομάζει μοιχοσύνοδο, σύνοδο ἀθετούντων, συνέδριον μοιχομένων κλπ.
Πρέπει λοιπόν πρωτίστως νά μᾶς ἀπαντήση ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, ἄν ἀποδέχεται τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου περί Συνόδου. Διότι ἄν τήν ἀποδέχεται, πρέπει νά ἀπορρίψη ὡς αἱρετική τήν ἰδική του Σύνοδο, στήν ὁποία ἀνήκει ὡς Μητρόπολις Πειραιῶς, ἐπειδή ἀνήκει στό Π.Σ.Ε., ἐπειδή δέν καταδικάζει τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλά στήν οὐσία τήν σιγοντάρει, ἐπειδή συνοδοιπορεῖ μέ τόν Πατριάρχη καί ὅλους τούς Οἰκουμενιστές, ἐπειδή ἀνεγνώρισε ὡς ἅγιο τόν Μασόνο, Οἰκουμενιστή, Πατριδολάτρι, αἱρετικό, ἀντιμοναχιστή κλπ. κλπ., τόν ἐθνομάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης, ἐπειδή τέλος συνοδοιπορεῖ μέ τή Ν. Ἐποχή καί τήν ἰσοπέδωσι τῶν πάντων ἕως τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἄν λοιπόν ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς συνοδοιπορεῖ μέ ὅλους τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές τῆς ἐποχῆς του καί συγχρόνως ἐκθειάζει τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι παίζει θέατρο, εἶναι μέγας ὑποκριτής, χειρότερος μάλιστα ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, διότι αὐτοί, τέλος πάντων, δηλώνουν τί εἶναι ἀπροκάλυπτα, ἐνῶ ὁ Πειραιῶς προσποιεῖται τόν Ὀρθόδοξο, ἐγκωμιάζει τούς Ἁγίους καί κατά τό δή λεγόμενο παίζει σέ διπλό ταμπλώ.
Τό πρόβλημα ὅμως τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, στήν εἰσήγησί του, ἦταν ν’ ἀποδείξη ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δέν ἀποτειχίστηκε λόγῳ τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, οὔτε διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς δύο Πατριάρχες Ταράσιο καί Νικηφόρο, οὔτε διέκοψε τήν μνημόνευσί των κατά τή Θ. Λειτουργία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο διαστρέφοντας τόν ὅσιο, νομίζει ὁ Πειραιῶς ὅτι θά πείση τούς ἀνησυχούντας Ὀρθοδόξους, ὅτι καλῶς βαδίζουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές, ὅτι ἀκολουθοῦν τά ἴχνη τῶν Ἁγίων καί, μάλιστα, τοῦ αὐστηροτέρου καί ἀκριβεστέρου στά θέματα τῆς πίστεως, τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
Ἐξ αρχῆς λοιπόν δηλώνουμε ὅτι, ἔστω καί ἄν αὐτό τό ἀπεδείκνυε ὄχι μέ ψεύδη καί ἀπάτες, ὅπως θά ἀποδείξωμε ὅτι ἔκανε στὴν Εἰσήγησί του, πάλι δέν θά ἔπειθε κανένα συνειδητό καί ἀνησυχοῦντα Ὀρθόδοξο γιά τό ὅτι ἡ πορεία τῶν σημερινῶν Ἀντιοικουμενιστῶν εἶναι ὀρθή καί σύμφωνα μέ τίς Γραφές, τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων· διότι, ἁπλούστατα, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δέν ἀποτειχίστηκε (ἔστω εἴπαμε ὑποθετικά) ἀπό ἁγίους καί ὁμολογητές Πατριάρχες, ἐνῶ αὐτός σήμερα, καί οἱ ἄλλοι Ἀντιοικουμενιστές, δέν ἀποτειχίζονται ἀπό δεδηλωμένους αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Πατριάρχες καί Μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι δέν καταλύουν μία εὐαγγελική ἐντολή (ὅπως τότε τήν ἐντολή τοῦ ἑνός καί νομίμου γάμου), ἀλλά πλῆθος εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, οἱ ὁποῖες ὁμιλοῦν γιά τήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς, καταλύουν πλῆθος ἱερῶν Κανόνων καί ὅλη τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς.
Θέλουμε λοιπόν νά ἐρωτήσουμε τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, ἄν πιστεύη καί ἀποδέχεται τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ἡ λύσις καί κατάλυσις μιᾶς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς σημαίνει τήν διάλυσι ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου, καί τήν ἀποδοχή ἄλλου Εὐαγγελίου, σύμφωνα μέ τήν ἀρχή ὅτι «τό ἐκ μέρους ἀνατρέπει τό ὅλον».
Στήν δεύτερη ἐπιστολή του πρός τόν Πάπα Λέοντα, ὁ ὅσιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πάλιν δέ ὅτι καί ὅλον τό εὐαγγέλιον διά τῶν φθασάντων παρανομιῶν ἠθετήκασιν, ὦ ἱερά καί θεία κορυφή· ἐπεί καί ἕν ἀνόμημα ἀρκεῖ τόν καθόλου νόμον ἀνατρέψαι. πᾶσαι γάρ ἀλλήλων ἔχονται, φησίν ὁ Μέγας Βασίλειος, αἱ ἐντολαί, ὡς ἐν τῇ λύσει τῆς μιᾶς, καί τάς λοιπάς ἐξ ἀνάγκης συγκαταλύεσθαι,  οὐκ ἐξ ἑαυτοῦ τοῦτο, ἀλλ' ἐκ τοῦ φθεγγομένου ἐν αὐτῷ Χριστοῦ λέγων, ὅς φησιν, πᾶς ὁ λύων μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὗτος ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, δηλονότι ἀπολλύμενος. καί ὁ θεσπέσιος Ἰάκωβος, ὃστις, φησί, τελέσει ὅλον τόν νόμον, πταίσει δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος.» (Φατ. 34, 97, 89 – P.G. 99,1024/25).
Στόν μοναχό Ἀρσένιο, ἐπίσης, γιά τό ἴδιο θέμα, ὁ ὅσιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Kαθ' ὧν λυττήσαντες οἱ μοιχειανίζοντες, ἐκεῖνό πως τό γραφικόν αὐτοῖς τοῖς ἔργοις φθέγγονται, ἀπόστα ἀπ' ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι. εἰ γάρ ᾔδεισαν οὐκ ἄν παρέβησαν τά τοῦ Κυρίου ἐντάλματα, οὐκ ἄν παραβάντες, οἰκονομίαν σωτήριον τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ τάς παραβάσεις συνοδικῶς ἐδογμάτιζον, ὑπ' ἀναθέματι τῶν ταύτας μή οὕτω προσιεμένων. ὅπερ ἀσεβές δόγμα τοσοῦτόν ἐστιν, ὡς μή μόνον τό ἱερόν εὐαγγέλιον ἀνατρέπειν, κατά τό ἐκ μέρους φύσιν ἔχειν τό ὅλον ἀνατρέπεσθαι, ἀλλά καί αὐτήν τήν Χριστοῦ οἰκονομίαν ἀναιρεῖν· αἱρετικά γάρ ἀλλήλων τἀναντία. ὅτι δέ ἐναντία ἡ μοιχοζευξία, δογματισθεῖσα σωτήριος οἰκονομία, τῇ θείᾳ, καί ἐπ' ἀναιρέσει τῆς ἁμαρτίας οἰκονομίᾳ, παντί που δῆλον. ἀλλά μέν οὖν καί ἑτέρων ἀσεβημάτων ἐστίν ἐπίμεστος ἡ μοιχοσύνοδος...» (Φατ. 38, 109, 9 – P.G.99, 1041/44).
Στόν ἡγούμενο Θεόφιλο, ἐπίσης, ὁ ὅσιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «τό εὐαγγέλιον διά λύσεως τῆς μιᾶς ἐντολῆς διέλυσαν, τήν λύσιν οἰκονομίαν θεοῦ ἀποφηνάμενοι. εἰ γάρ, ὡς γέγραπται, ὅστις ὅλον τόν νόμον πληρώσει, πταίσει δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος, οὗτοι δέ τό πταῖσμα, μᾶλλον δέ τά πταίσματα τοῦ τε μοιχοῦ καί τοῦ μοιχοζεύκτου, μοιχοσυνδρόμων τε καί ὅλων τῶν μετά μοιχοῦ τήν μερίδα θεμένων (οὐδέ γάρ οἷόν τε ἐξ ἀλλήλων χωρισθῆναι τούς πράξαντας καί τούς συναπαχθέντας) οὐκ ἐνόχους φασίν, ἀλλ’ οἰκονόμους θεοῦ, ἔψευσται ὁ ἀποφηνάμενος ἐνόχους εἶναι...» (Φατ. 39, 112, 26 – PG, 99  1045/48).
Ἄν λοιπόν ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἀποδέχεται τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, πρέπει πάραυτα νά ἀποτειχισθῆ ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι διέλυσαν τό Εὐαγγέλιο διά τῆς λύσεως ὄχι μιᾶς ἀλλά πλείστων εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Ἐπειδή ὅμως δέν ἀποτειχίζεται ἀπό αὐτούς, συνοδοιπορεῖ, ἀλληλοπεριχωρεῖται καί ἀλληλοαναγνωρίζεται, σημαίνει ὅτι δέν ἀποδέχεται τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, ἀλλά ἀπεναντίας προσπαθεῖ νά τόν παρουσιάση ὡς δῆθεν εὐλογοῦντα τήν πορεία του (καί τῶν ἄλλων βεβαίως Ἀντιοικουμενιστῶν) ὡς χαρτοπολεμιστή, ὡς παίζοντα καί αὐτόν σέ διπλό ταμπλώ καί ὡς δίγλωσσο καί διπλωμάτη.
Εἶναι ὅμως πολλά ἀπό αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόδωρος (γιά νά μήν ποῦμε ὅλα), τά ὁποῖα δέν ἀποδέχεται ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, μερικά ἀπό τά ὁποῖα θά παρουσιάσωμε ἀναλύοντας τήν εἰσήγησί του.  Εἶναι ἐπίσης λυπηρό τό ὅτι ἕνας Μητροπολίτης, καί μάλιστα θεωρούμενος  Ἀντιοικουμενιστής, νά ἀγνοῆ καί νά διαστρέφη βασικές ἔννοιες, ὅπως τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σχίσματος, τῆς Συνόδου, τῆς ἀποτειχίσεως κλπ.
Θά προσπαθήσωμε σέ ὅλα αὐτά νά δώσωμε τήν ὀρθόδοξο διάστασι, σύμφωνα πάντοτε μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, τόν ὁποῖο ἀνέλαβε στήν εἰσήγησί του νά διαστρέψη καί νά παραμορφώση ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καί τρόπον τινά νά τόν φέρη στά μέτρα του.
Κατ’ ἀρχάς γιά νά στηριχθῆ στή θεωρία του (ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος δέν ἀποτειχίσθηκε ἀπό τούς δύο Πατριάρχες, Ταράσιο καί Νικηφόρο), χρησιμοποίησε μία μελέτη ἑνός καθηγητοῦ τῆς θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τοῦ Βασιλείου Τσίγκου, μέ τίτλο «Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου – Αὐθεντία καί Πρωτεῖον». Αὐτός ὁ καθηγητής τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἔκανε μεταπτυχιακές σπουδές σέ παπική θεολογική σχολή, γεγονός τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἴδιος στόν πρόλογο τοῦ βιβλίου του: «Ἀργότερα, ὅταν βρέθηκα  γιά μεταπτυχιακές σπουδές σέ Ρωμαιοκαθολική Θεολογική Σχολή τῆς ἀλλοδαπῆς, σέ συζητήσεις μου μέ ὁρισμένους καθηγητές διαπίστωσα πώς, ἀπροσδόκητα, γνώριζαν ἀρκετά καλά τόν ἅγιο Θεόδωρο, ἐπειδή ἀκριβῶς τόν θεωροῦσαν ἕναν ἀνεπιφύλακτο ὑποστηρικτή τοῦ παπικοῦ «πρωτείου» (σελ. 8)».
Βεβαίως τό νά κάνη σήμερα κάποιος μεταπτυχιακές θεολογικές σπουδές παρά τούς πόδας τῶν Παπικῶν εἶναι προτέρημα καί προσόν εἰς τό νά προαχθῆ ὡς καθηγητής στά Ὀρθόδοξα Πανεπιστήμια, κατ’ οὐσίαν ὅμως ἀποτελεῖ ἐξευτελισμό τῆς θεολογίας καί αὐτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὅσον ἀποδέχεται νά διδαχθῆ ἀπό τούς αἱρετικούς καί νά λάβη μεταπτυχιακό τίτλο ἀπό ἀνθρώπους τυφλούς καί πλανεμένους περί τήν πίστιν.
Ἐπίσης θεωρῶ, ὅτι πλέον ἀκατάλληλοι γιά νά κατανοήσουν τούς Πατέρες καί νά ἐξάγουν συμπεράσματα διά τήν ζωή καί τή θεολογία των, εἶναι οἱ καθηγητές τῶν θεολογικῶν σχολῶν, διότι αὐτοί ἔχουν ἐμποτισθῆ μέ τόν ὀρθολογισμό τῆς Δύσεως, δέν ἔχουν τά βιώματα τῶν Ἁγίων, οὔτε ἐσπούδασαν στά Ὀρθόδοξα Πανεπιστήμια, τά ὁποῖα εἶναι τά μοναστήρια καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι δυστύχημα γιά τούς Ἁγίους νά πέσουν στά χέρια  τέτοιων καθηγητῶν.
Πρόσφατα παραδείγματα τῶν λεγομένων εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Σεβήρου ὡς Ὀρθοδόξου ἀπό μεταπτυχιακή ἔρευνα στή θεολογική σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  καί ἡ ὑπερψήφισις  (ἀπό τούς ἁρμοδίους καθηγητές) προτάσεως γιά τήν ἵδρυσι τμήματος Ἰσλαμικῶν σπουδῶν στήν ὡς ἄνω θεολογική σχολή. Ὁ νοῶν νοείτω γιά τήν θεολογία τήν ὁποία διδάσκονται οἱ φοιτητές ἀπό αὐτούς τούς καθηγητές.
Κάποιοι θεολόγοι μᾶς ἀνέφεραν ὅτι εἰσῆλθαν στήν θεολογία μέ λίγη πίστι καί ἐξῆλθαν ἄπιστοι. Πρόσφατα μάλιστα ὁ καθηγητής Βασ. Τσίγκος ἐπιστρατεύθηκε ἀπό τόν ἀρχιοικουμενιστή Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιο ὡς ὁμιλητής σέ ἱερατική σύναξι τοῦ δέσποτα, σχετική μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, προκειμένου νά καθησυχάση τούς ἱερεῖς τοῦ Δεσπότη γιά τήν ὀρθή καί ὀρθόδοξη πορεία του.
Τό ὅτι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς στηρίχθηκε, γιά τήν εἰσήγησί του, στήν μελέτη τοῦ ἐν λόγῳ καθηγητοῦ, τό ἀποδέχθηκε καί ὁ ἴδιος κατόπιν  (στήν πορεία τῆς συζητήσεως), ἀλλά εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ἐφ’ ὅσον χρησιμοποίησε στήν εἰσήγησί του ὁλόκληρα τμήματα, ἐκφράσεις καί συμπεράσματα ἀπό αὐτή τήν μελέτη, χωρίς μάλιστα νά κατονομάση τήν πηγή των.
Τό δυστύχημα γιά τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς εἶναι ὅτι χρησιμοποιώντας, θά λέγαμε στά τυφλά, τμήματα τῆς μελέτης τοῦ Β. Τσίγκου, τά ὁποῖα βεβαίως συνηγοροῦσαν στό ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος δέν ἀποτειχίστηκε ἀπό τούς δύο Πατριάρχες, χρησιμοποιεῖ καί λανθασμένα συμπεράσματα τοῦ ἐν λόγῳ καθηγητοῦ, τά ὁποῖα ἐξάγει ἐκεῖνος αὐθαίρετα καί τά παπαγαλίζει ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς μέ τόν ὁμολογουμένως βαρύγδουπο στόμφο του. Θά ἀναφέρουμε ἕνα–δύο παραδείγματα ἀπό τήν εἰσήγησι τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς καί θά τά σχολιάσωμε ἀναλόγως γιά νά κατανοηθῆ ἡ ρηχότης καί ἐπιπολαιότης του.
Ἀναφέρει στήν εἰσήγησί του λοιπόν τά ἑξῆς: «Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀναφέραμε πρὸς τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο, τοῦ ἀπευθύνει μιὰ σαφῆ προειδοποίηση πώς, ἐὰν δὲν καθαιρεθεῖ ὁ ἱερεὺς Ἰωσήφ, θὰ συμβεῖ μεγάλο σχίσμα στὴν Ἐκκλησία. Τοῦ ὑποδεικνύει ὅτι, ὡς καλὸς ποιμένας καὶ ἐπιστήμονας γιατρός, πρέπει νὰ θεραπεύσει τὸ ποίμνιό του, μὲ τὰ φάρμακα τῆς ἰατρείας ποὺ διαθέτει. Θὰ πρέπει νὰ προτιμήσει νὰ ἐμποδίσει ἕνα πρόβατο, τὸν Ἰωσήφ, ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο γιὰ νὰ κερδίσει τὰ ὑπόλοιπα καὶ νὰ μὴ διακινδυνεύσει ἡ Ἐκκλησία νὰ μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν ψώρα τοῦ ἑνός, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει. Γιὰ τὸν ἱερὸ πατέρα τὸ σχίσμα εἶναι μία μολυσματικὴ ἀσθένεια ποὺ πρέπει νὰ καταπολεμηθεῖ ἀμέσως γιὰ νὰ μὴν προσβληθεῖ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα».
Αὐτό ἀκριβῶς τό τμῆμα τῆς εἰσήγήσεώς του ὁ Πειραιῶς τό ἀντέγραψε ἀπό τήν σελ. 8 τῆς μελέτης τοῦ Βασ. Τσίγκου. Τό λάθος καί τοῦ καθηγητοῦ καί τοῦ Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος παπαγαλίζει, ἔγκειται εἰς τό  ὅτι δέν εἶναι τό σχίσμα ἡ μολυσματική ἀσθένεια πού πρέπει νά καταπολεμηθῆ, ἀλλά ἡ αἵρεσις ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας προκαλεῖται τό σχίσμα. Τό σχίσμα εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι, λόγῳ τῆς αἱρέσεως, εἶναι σωτηρία, παραμονή διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στήν Ἐκκλησία, ὁμολογία καί φυσικά μαρτύριο. Γιά τόν καθηγητή ὅμως καί τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς εἶναι μολυσματική ἀσθένεια «πού πρέπει νά καταπολεμηθεῖ» γιά νά μήν «προσβληθεῖ ὁλόκληρο τό ἐκκλησιαστικό σῶμα». Τόσο πολύ σέ βάθος κατενόησαν τόν ὅσιο!
Τό ὅτι ὁ ὅσιος προειδοποιεῖ τόν Πατριάρχη γιά τό ἐπερχόμενο σχίσμα, αὐτό τό πράττει  γιά νά διορθώση ὁ Πατριάρχης, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, τήν αἰτία τῆς αἱρέσεως.  Τό σχίσμα λοιπόν γιά θέματα πίστεως εἶναι ἡ ἀποτείχισις ἀπό τήν αἵρεσι καί εἶναι ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως σώζουσα ὁδός, ἡ ὁμολογία καί τό μαρτύριο, ἐνῶ τό σχίσμα γιά διάφορα ἄλλα ἐκκλησιαστικά θέματα, ὄχι θέματα πίστεως, ἀλλά ἰάσιμα κατά τόν Μ. Βασίλειο καί εὐκολοϊάτρευτα κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (στόν πρῶτο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου), αὐτό τό σχίσμα ἀποτελεῖ θανάσιμη ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατά τόν Χρυσόστομο ἅγιο δέν ξεπλένεται οὔτε μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου.
Ἐδῶ ὁ καθηγητής καί ὁ Μητροπολίτης ταυτίζουν τά δύο σχίσματα, προφανῶς σκοπίμως, διά νά ὑπαγάγουν τούς Ὀρθοδόξους στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐξ αἰτίας δῆθεν τοῦ φόβου τοῦ σχίσματος· δηλαδή, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, νά τούς βάλουν στό στόμα τοῦ λύκου, γιά νά ἀποφύγουν τάχα τό σχίσμα, πού, ἐξάλλου, ἤδη ὑφίσταται, ὡς ἀπόσχισις ἀπό τήν ἀλήθεια.
Στό σημεῖο αὐτό ἄθελά του, βεβαίως, ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς παρουσιάζει καί μία ἄλλη διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τήν ὁποία δέν ἀποδέχεται καί μέ πεῖσμα πολεμεῖ.  Εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου περί μολυσμοῦ. Ἀναφέρει λοιπόν τά λόγια τοῦ ὁσίου σέ μετάφρασι ὅπως τά ἐπῆρε ἀπό τόν καθηγητή: «Θὰ πρέπει νὰ προτιμήσει νὰ ἐμποδίσει ἕνα πρόβατο, τὸν Ἰωσήφ, ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο γιὰ νὰ κερδίσει τὰ ὑπόλοιπα καὶ νὰ μὴ διακινδυνεύσει ἡ Ἐκκλησία νὰ μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν ψώρα τοῦ ἑνός, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει».
 Καταγράφομε ὁλόκληρο τό συγκεκριμένο κείμενο τοῦ ὁσίου λόγῳ τῆς μεγάλης σημασίας του: «...ἀλλ᾿ ἐλέησον, ὁ ποιμήν ὁ καλός, ἀλλά βοήθησον, ὁ ἰατρός ὁ ἐπιστήμων, τήν ποίμνην σου, τά πρόβατά σου, τάς ἐκκλησίας σου, τρόποις σοφίας σου, λόγοις συνέσεώς σου, φαρμάκοις ἰατρείας σου τό ἕν πρόβατον ἀπεῖρξαι μόνης τῆς ἱερουργίας καί τά ὅλα κερδῆσαι, καί μή τῇ τοῦ ἑνός ψώρᾳ λυμανθῆναι τήν ἐκκλησίαν, ἥν περιεποιήσατο ὁ Κύριος καί θεός ἡμῶν τῷ οἰκείῳ αἵματι» (Φατ. 25,70,83, P.G.99, 989/ 92).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ἡ ψώρα τοῦ ἑνός, ἄν δέν θεραπευθῆ διά τῆς καθαιρέσεως, θά προσβάλλη καί θά μολύνη ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει ὁ ὅσιος ὅτι, ἄν ἀφεθῆ νά λειτουργῆ ὁ καθηρημένος ἱερέας Ἰωσήφ θά μολυνθῆ τό ἅγιον θυσιαστήριο: «μηδέ χραίνεσθαι τό θεῖον θυσιαστήριον καθῃρημένου λειτουργία».
Ὁ Μητροπολίτης ὅμως Πειραιῶς, τό ἐπί τῶν αἱρέσεων γραφεῖο τῆς Μητροπόλεώς του καί, φυσικά, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἀντιοικουμενιστές, δέν δέχονται τήν διδασκαλία αὐτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, περί μολυσμοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές. Εἶναι ἴσως μεγαλύτεροι θεολόγοι ἀπό τόν ὅσιο, ἤ αὐτό ἀπαιτεῖ νά πιστεύουν καί νά διδάσκουν, ἡ θεωρία τους περί τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος.
Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ἐπίσης ὁ ὅσιος πρός τήν Σπαθαρέαν Μαχαρᾶ, γιά τήν μοιχειανική πάλι αἵρεσι, διδάσκει ὅτι μολύνεται τό μυστήριον τῆς Θ. Λειτουργίας μέ μόνη τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου: «Γνωστόν δέ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν μοιχειανῶν ἐστι. φείσαιο τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς κεφαλῆς. ἔφης δέ μοι, ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. καί τί περί τοῦτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. Πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (Φατ. 553, 847, 31- P.G.99,1668).
Ὁ Πειραιῶς ὅμως καί οἱ ἄλλοι Ἀντιοικουμενιστές κατά τό δή λεγόμενο, τό βιολί βιολάκι τους∙ ἰσχυρίζονται ὅτι δέν ὑπάρχει μολυσμός ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.  Κατά τά ἄλλα διατείνονται ὅτι ἀκολουθοῦν τούς Ἁγίους, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἀπαιτοῦν οἱ Ἅγιοι νά ἀκολουθοῦν αὐτούς.
Θά ἐπιμείνουμε στό τμῆμα αὐτό τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, διότι, ἄθελά του πάντα, προσδιορίζει τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου. Θά ἐφαρμόσωμε τά λόγια τοῦ Κυρίου «ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε, πονηρέ δοῦλε» (Λουκ. 19,22), μόνο πού ἀντί τοῦ «δοῦλε» θά βάλουμε τή λέξι «δέσποτα»! Λέγει λοιπόν τά ἑξῆς: «Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀναφέραμε πρὸς τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο, τοῦ ἀπευθύνει μιὰ σαφῆ προειδοποίηση πώς, ἐὰν δὲν καθαιρεθεῖ ὁ ἱερεὺς Ἰωσήφ, θὰ συμβεῖ μεγάλο σχίσμα στὴν Ἐκκλησία. Τοῦ ὑποδεικνύει ὅτι, ὡς καλὸς ποιμένας καὶ ἐπιστήμονας γιατρός, πρέπει νὰ θεραπεύσει τὸ ποίμνιό του, μὲ τὰ φάρμακα τῆς ἰατρείας ποὺ διαθέτει. Θὰ πρέπει νὰ προτιμήσει νὰ ἐμποδίσει ἕνα πρόβατο, τὸν Ἰωσήφ, ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο γιὰ νὰ κερδίσει τὰ ὑπόλοιπα καὶ νὰ μὴ διακινδυνεύσει ἡ Ἐκκλησία νὰ μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν ψώρα τοῦ ἑνός, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει. Γιὰ τὸν ἱερὸ πατέρα τὸ σχίσμα εἶναι μία μολυσματικὴ ἀσθένεια ποὺ πρέπει νὰ καταπολεμηθεῖ ἀμέσως γιὰ νὰ μὴν προσβληθεῖ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα».
Ἡ προϋπόθεσις λοιπόν, σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ ὁσίου, γιά νά μή γίνη μέγα σχίσμα, ἦταν νά καθαιρεθῆ ὁ ἱερέας Ἰωσήφ.  Αὐτό φυσικά ὄχι μόνο δέν ἔγινε, ἀλλά τό ἑπόμενο ἔτος, τό 809, συγκροτήθηκε νέα τοπική Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀποκατέστησε τόν Ἰωσήφ καί καθήρεσε τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί τόν ἀδελφό του Ἰωσήφ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Αὐτό τό ἀναφέρει κατωτέρω ὁ Πειραιῶς, δανειζόμενος τά κείμενα πάντα καί ἀντιγράφοντας τόν καθηγητή Β. Τσίγκο (σελ. 82-83):
«Τ 809 συνεκλήθη νέα τοπικ σύνοδος στν Κων/πολη, ποία, δυστυχς, ποκατέστησε κ νέου τν ερέα ωσφ κα κατεδίκασε σ ξορία τν σιο, γιατ δν εχε δεχθε τν σκηση τς οκονομίας, τν ποία κατ καιρος φήρμοζε κκλησία, πως λεγε Σύνοδος ατή.
Τν πομένη μέρα τς Συνόδου, στέλνει μία νέα πιστολ στν πατριάρχη Νικηφόρο, θέλοντας ν το κθέσει τς θέσεις του. Φαίνεται π ατ τ γεγονς τι δν εχε συμμετάσχει στν συγκεκριμένη σύνοδο. πιχειρηματολογία του εναι σχεδν δια μ ατν τς προηγουμένης πιστολς στν διο πρν να χρόνο. ν πρώτοις το κφράζει τν σεβασμό του κα τν προειδοποιε τι, ν δν καθαιρεθε ερέας ωσήφ, περγάζεται μεγάλο σχίσμα ες τν κκλησία. «Μέγα σχίσμα ργάζει ν τ καθ’ μς κκλησί», γράφει χαρακτηριστικά...».
Τό μέγα λοιπόν σχίσμα, τό ὁποῖον προειδοποίησε ὅτι θά γίνη ὁ ὅσιος, ἔγινε ἤ δέν ἔγινε, ἐφ’ ὅσον δέν καθαιρέθηκε ὁ ἱερέας Ἰωσήφ, ἀλλά συνοδικῶς ἀπεκατεστάθη; Καί τί ἦταν τό μέγα αὐτό σχίσμα;  Ἡ ψυχρότητα στίς σχέσεις των ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ καθηγητής Β. Τσίγκος (σελ. 90) καί ἐπαναλαμβάνει στήν εἰσήγησί του ὁ Πειραιῶς χρησιμοποιώντας τίς ἴδιες τίς ἐκφράσεις του Τσίγκου; Ἐδῶ πραγματικά ἡ δυάς τῶν μεγάλων θεολόγων καί ἑρμηνευτῶν τοῦ ὁσίου βάλθηκε νά μᾶς τρελλάνη. Εἶναι πρωτοφανές νά ὁμιλῆ ὁ ὅσιος γιά μέγα σχίσμα καί αὐτοί νά τό ἑρμηνεύουν ὡς μία ψυχρότητα στίς σχέσεις των καί «ἔλλειψη κοινωνίας σέ αὐστηρά προσωπικό ἐπίπεδο», σύμφωνα πάντα μέ τούς νέους ἑρμηνευτές τοῦ ὁσίου.
Ἐδῶ λοιπόν διαφεύγει σκοπίμως τῆς προσοχῆς τῶν νέων ἑρμηνευτῶν τοῦ ὁσίου ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ 809, πλήν τῆς ἀθωώσεως καί ἀποκαταστάσεως τοῦ μοιχοζεύκτου ἱερέως Ἰωσήφ, καθήρεσε καί ἀναθεμάτισε τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη. Ὁ ἀναθεματισμός αὐτός τῆς Συνόδου τοῦ 809, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἀπό τόν ὅσιο σέ πολλές ἐπιστολές του  (π.χ.  33. Πρός τόν Πάπα Ρώμης Λέοντα, 34. Πρός τόν αὐτόν Πάπα, 35. Πρός τόν ἡγούμενο Βασίλειο, 36. Πρός τόν Εὐπρεπιανό καί τοῖς σύν αὐτῷ, 38. Πρός τόν μοναχό  Ἀρσένιο, 39. Πρός τόν ἡγούμενο Θεόφιλο, 48. Πρός τόν μοναχό Ἀθανάσιο κλπ.), ὁ ἀναθεματισμός λοιπόν αὐτός τοῦ ὁσίου ἀπό τήν συγκεκριμένη Σύνοδο τί σημαίνει; Μήπως ψυχρότητα στίς σχέσεις των καί «ἔλλειψι κοινωνίας σέ αὐστηρά προσωπικό ἐπίπεδο»; Ὅταν κάποιον τόν ἀναθεματίζουμε δέν τόν ξεχωρίζουμε συγχρόνως ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί τόν τοποθετοῦμε στόν χῶρο καί τήν μερίδα τοῦ διαβόλου; Οἱ νέοι ὅμως ἑρμηνευτές τοῦ ὁσίου τόν ἀναθεματισμό του καί τήν ἐπίσημο ἀπό τή Σύνοδο κατάταξί του στό στρατόπεδο τοῦ διαβόλου, τά θεωροῦν «ψυχρότητα στίς σχέσεις των» καί «ἔλλειψι κοινωνίας σέ αὐστηρά προσωπικό ἐπίπεδο»!
Ὁ ὅσιος ὅμως στίς προαναφερόμενες ἐπιστολές του, ἐπισημαίνει ὅτι, κατ’ οὐσίαν, ἡ Σύνοδος αὐτή ἀναθεμάτισε καί τούς Ἁγίους μέ πρῶτο τόν τίμιο Πρόδρομο, διότι καί αὐτός δέν ἐδέχθη τή μοιχεία τοῦ Ἡρώδου. Πάντως ὁ ἀναθεματισμός τοῦ ὁσίου ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ 809 σημαίνει γιά κάθε ἐχέφρονα ὄχι ἁπλῶς ἀποτείχισι, ἀλλά ἀποτείχισι στήν αὐστηρότερή της μορφή, δηλαδή ἀποτείχισι καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Ὡς ἐκ τούτου τά περί ψυχρότητος εἶναι φλυαρίες  τοῦ καθηγητῆ καί τοῦ δεσπότη.
Ἴσως ὅμως καί νά τόν συμφέρη νά τά ἰδῆ ἔτσι τά πράγματα ὁ δέσποτας, διότι καί αὐτός ὑπογράφει διαζύγια κατά συρροή, καί ἄνευ τοῦ ἑνός καί μοναδικοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, καί ὑπογράφει τίς ἄδειες τῶν μοιχικῶν γάμων, σύμφωνα μέ τά κελεύσματα καί τίς ἐντολές τοῦ κράτους. Δηλαδή εἶναι κατ’ οὐσίαν ὑπέρμαχος καί συνεχιστής τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, μαζί φυσικά μέ ὅλους τούς συναδέλφους του. Κατά τά ἄλλα μεγαλορρημονεῖ καί ἐκθειάζει τόν ὅσιο, ἐνῶ κατ’ οὐσίαν εὑρίσκεται στό ἀντίθετο στρατόπεδο.
   Θά συνεχίσωμε ὅμως νά κρίνωμε κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου τόν δεσπότη ἐκ τῶν λόγων του. Ἀκολουθώντας πιστά τήν μεγάλη θεολογική κεφαλή, τόν καθηγητή Β. Τσίγκο, συνεχίζει τήν εἰσήγησί του ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἀναφέροντας τά ἑξῆς:
«Ὅπως μαρτυρεῖται στὰ κείμενα, ὁ ἀδελφός τοῦ Θεοδώρου Ἰωσήφ τὸν εἶχε συμβουλεύσει νὰ ἐπιδείξει μετριοπάθεια καὶ διαλλακτικότητα καὶ νὰ μὴν ἀπομονωθεῖ. Τοῦ εἶχε προτείνει νὰ μὴν διανοηθεῖ νά δημιουργήσει κατάσταση σχίσματος στὴν Ἐκκλησία ἐξ αἰτίας τῆς πτώσεως ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ ἱερέα Ἰωσήφ.
Ὁ ὅσιος ὅμως Θεόδωρος, ἀπαντᾶ στὸν ἀδελφό του ὅτι μιὰ τέτοια τοποθέτηση τὸν βρίσκει μὲν σύμφωνο, ἀλλά, τοῦ γράφει ἐν συνεχείᾳ, ἀσφαλῶς ἐξ  αἰτίας ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν ἀποσχιζόμαστε ἀπὸ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία, πλὴν ὅμως ἀποσχιζόμαστε ἀπὸ ὅσους ἐπεκύρωσαν τὴν πράξη τῆς μοιχείας. Γιατὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου. Ἐὰν εἶναι Ἐκκλησία, τότε πράγματι εἴμαστε ἀποσχισμένοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐξ αἰτίας ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ ἑνώθηκε μὲ αὐτὴν καὶ δὲν δεχόμαστε τὸ τελέσαντα τὸν μοιχικὸ γάμο. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, οἱ ἴδιοι πραγματικὰ ἀποσχίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐξ  αἰτίας ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἑνώθηκε μὲ αὐτούς. Αὐτὰ περιγράφονται στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 43 ἐπιστολή του».
   Αὐτά εὑρίσκονται μέ ὁρισμένες συντμήσεις (ἐξ’ αἰτίας προφανῶς τοῦ περιορισμένου χρόνου τῆς Ἡμερίδας) στίς σελίδες 87-88 τῆς ἐκτενοῦς μελέτης τοῦ καθηγητοῦ.
Ὥστε λοιπόν, (ὅπως εἶπε ὁ Πειραιῶς) ὁ ἅγιος Ἰωσήφ εἶχε προτείνει στόν ὅσιο νά μήν διανοηθῆ νά δημιουργήση κατάστασι σχίσματος στήν Ἐκκλησία. Πιστεύω εἰλικρινά ὅτι ἄν ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἔρριχνε, ἔστω καί μία φευγαλέα ματιά, σ’ αὐτή τήν ἐπιστολή δέν θά τολμοῦσε νά  ἀναφέρη τέτοιες ἀνοησίες. Μᾶλλον (γιά νά τό διατυπώσω ρεαλιστικά) ἄν καταλάβαινε τί ἔγραφε, προκειμένου νά τό ἐκφωνήση μέ στόμφο στήν εἰσήγησί του, θά προτιμοῦσε νά τό θάψη στά τρίσβαθα ντουλάπια τοῦ γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεώς του. Διότι αὐτά, τά ὁποῖα ἀνέφερε στό σημεῖο αὐτό τῆς εἰσηγήσεώς του, ἀποτελοῦν τήν πλέον τρανή ἀπόδειξι τοῦ ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές γράφουν στά παλαιά τους ὑποδήματα τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων, ἤ μᾶλλον σύμφωνα μέ τόν ὅσιο, ἔχουν δημιουργήσει ἄλλο εὐαγγέλιο, εἶναι οἱ νέοι εὐαγγελιστές καί νέοι Ἀπόστολοι καί κηρύσσουν ἄλλο Χριστό, ὁ ὁποῖος διδάσκει ἀντί γιά σταυρό καί θυσία, τόν ἐφησυχασμό καί τό βόλεμα.
Ἡ δεύτερη λοιπόν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ, στήν ὁποία ἀπαντᾶ ὁ ὅσιος  μέ τήν παροῦσα ὑπό ἐξέτασι ὑπ’ ἀριθμ. (43), φαίνεται ὅτι ἦτο γεμάτη ἐπαίνους γιά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, σέ σημεῖο μάλιστα, πού μέ ἄκρα εὐγένεια νά διαμαρτύρεται ὁ ὅσιος: «Καί ἡ δευτέρα (ἐπιστολή) πάσης γνώσεως καί ταπεινώσεως, ἕν ἔχουσα μόνον ψεκτόν, τούς περί ἐμέ τόν δείλαιον ἀναξίους ἐπαίνους» (Φατ. 43,124,4 –P.G.99,1064). Ἦτο λοιπόν γεμάτη ἐπαίνους ἡ ἐπιστολή αὐτή γιά τόν ὅσιο καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀταίριαστο ἀπό τή μιά νά τόν ἐπαινῆ καθ’ ὑπερβολήν, σέ σημεῖο μάλιστα πού ὁ ὅσιος νά διαμαρτύρεται, καί ἀπό τήν ἄλλη νά τοῦ λέγη: «νά μήν διανοηθεῖ νά δημιουργήσει κατάστασι σχίσματος στήν Ἐκκλησία ἐξ’ αἰτίας τῆς πτώσεως ἑνός ἀνθρώπου».
Τήν ἔκφρασι «νά μήν διανοηθεῖ» (ποὺ ἀποτελεῖ αὐθαίρετη ἑρμηνεία τοῦ καθηγητῆ Τσίγκου), τήν λέμε σέ κάποιον ἐπιπόλαιο, τόν ὁποῖο θέλουμε νά συμμαζέψουμε καί διορθώσουμε ἀπό τά λάθη του καί ἀποτελεῖ περισσότερο ἀπειλή παρά ὑπόδειξι. Τώρα πῶς τήν χρησιμοποίησε ὁ καθηγητής καί τήν παπαγάλισε ὁ Μητροπολίτης, αὐτό ἐξηγεῖται μόνον ἄν ὑποθέσωμε ὅτι θέλησαν νά φέρουν τόν ὅσιο στά μέτρα των καί νά τόν ὑπαγάγουν στό στρατόπεδό τους, ὁ μέν καθηγητής στό στρατόπεδο τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὁ δέ Μητροπολίτης σ’ αὐτό τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Στήν ἐπιστολή λοιπόν αὐτή, ἐξηγεῖ ὁ ὅσιος τίς οἰκονομίες πού ἔκαναν μέχρι τώρα διά τήν ὑπόθεσι τοῦ μοιχοζεύκτου Ἰωσήφ, σέ σημεῖο μάλιστα πού αὐτό νά τό ἐκλάβουν οἱ ἀντίθετοι ὡς ἀδυναμία, ὥστε νά γίνουν σκληρότεροι καί νά ἁμαρτάνουν περισσότερο: «ἀλλ’ ὅμως εἰ καί ἡμεῖς δι’ οἰκονομίαν τοσοῦτον κατηγόμεθα, ἐκεῖνοι τοὐναντίον τῇ σκληρότητι συνεπαίροντο τῇ ἁμαρτίᾳ...» (Φατ. 43,125,35 - P.G.99,1064/ 65).
Ἀκουέτωσαν ταῦτα οἱ Ἀντιοικουμενιστές!
Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἀναφέρει ὅτι ὁ καιρός τῆς οἰκονομίας ἐτελείωσε, διότι ἡ οἰκονομία δέν γίνεται πάντοτε πρός οἰκοδομήν: «Ὧστε καιρός ἄρτι ἐκεῖνο ἡμᾶς, ἠγαπημένε, λέγειν∙ ἕως πότε οἰκονομήσεις; καί, οἰκοδομῆσαί ποτε προθυμήθητι∙ καί κατά τόν θεῖον Βασίλειον ἀκριβείᾳ κανόνων ἡμᾶς δουλεύειν...» (Φατ. 43, 126,42 - P.G.99,1065). Ὁ καιρός ὅμως τῆς οἰκονομίας (ἤ μᾶλλον τῆς παρανομίας) γιά τούς Ἀντιοικουμενιστές δέν ἐξαντλείται ποτέ.
Ἐρχόμαστε τώρα στό ἐπίμαχο χωρίο, τό ὁποῖο θά ἀποδειχθῆ καί ὁ τάφος τῆς πορείας τοῦ Ἀντιοικουμενισμοῦ, τό ὁποῖο μέ τήν βροντώδη φωνή του ἐξεστόμισε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς περίτρανα, χωρίς προφανῶς νά καταλαβαίνει τί λέγει: «Ἀσπασταί δέ μοί καί ὁμογνωμονικαί αἱ τρεῖς σου τιμίαι ῥήσεις· ἥ τε τοῦ δι' ἑνός ἀνθρώπου ὑπόπτωσιν μή σχίζειν τάς ἐκκλησίας, ἥ τε τοῦ μή συγκοινωνεῖν τῇ λύσει τοῦ τοιούτου καί ἡ ἐκ παντός ἀδιαβλήτου ἱερέως μεταλαμβάνειν, οὕτως ἐχούσης πάντως τῆς διανοίας» (Φατ. 43,126,46 - P.G.99,1064).
Οἱ τρεῖς λοιπόν ρήσεις (προτάσεις) πού εἶχε προτείνει ὁ ἅγιος Ἰωσήφ δέν ἦταν οὔτε ἐντολές, οὔτε διαταγές, οὔτε τελεσίγραφα, δεδομένου ὅτι τότε οἱ Πατέρες συνεβουλεύοντο καί συνεργάζοντο διά τό δέον γενέσθαι καί αὐτό, βεβαίως, καταδεικνύει τήν ἀρετή τῆς ταπεινώσεώς των, ἐνῶ ἀντιθέτως σήμερα ἀκολουθοῦμε τήν ὁδό τοῦ βολέματος, τοῦ συμβιβασμοῦ καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ, δημιουργοῦμε θεωρίες ξένες πρός τήν Ὀρθοδοξία (π.χ. δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, θεωρία περί μή μολυσμοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς κλπ.) καί δέν δεχόμεθα καμμία ὑπόδειξι, ὡς Πάπες ἰσάξιοι τοῦ Βατικανοῦ, καί ἐπί πλέον θέλουμε καί τούς Ἁγίους συνηγόρους στίς παρανομίες μας. Αὐτό τουλάχιστον ἐγώ καταλαβαίνω ἀπό τό συγκεκριμένο πατερικό κείμενο. Τώρα ἄν ὁ καθηγητής καί ὁ δέσποτας καταλαβαίνουν ἄλλα, ἄς μᾶς τό ἀποδείξουν, πλήν ὅμως νά μᾶς ἑρμηνεύσουν ὁλόκληρη τήν ἐπιστολή καί νά ἰδοῦμε, ποῦ κατά τό δή λεγόμενο κολλάει, τό «νά μήν διανοηθεῖ (ὁ ὅσιος) νά δημιουργήσει κατάσταση σχίσματος στήν Ἐκκλησία».
Οἱ τρεῖς προτάσεις λοιπόν τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ ἦσαν οἱ ἑξῆς:
1. Νά μήν ἀποσχιζώμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησία ἐξ  αἰτίας τῆς πτώσεως ἑνός ἀνθρώπου.
2. Νά μήν συμμετέχωμε στήν ἀθώωσί του καί
3. Νά μεταλαμβάνωμε μόνον ἀπό ἱερεῖς ἀδιαβλήτους.
Ὁ ὅσιος ἀπαντᾶ ὅτι εἶναι σύμφωνος καί ἀποδέχεται τίς τρεῖς προτάσεις τοῦ ἀδελφοῦ του, ἐξηγεῖ ὅμως μέ ποιές προϋποθέσεις: «Κα σγγνωθ μοι, δελφ, ο διδακτικς, λλ πρς τ κοιν συμφρον διατρανοντι τν λγον. κατ τν πρτην ο δι' να νθρωπον ποσχζομεν τς κκλησας τς π βορρ κα δυσμν κα θαλσσης, κα μντοι κα τς νταθα δλον τι, πλν τν μοιχοκυρτων· ο γρ οτοι κκλησα Κυρου. ε δ κκλησα, ποσχζομεν τς κκλησας δι' να νθρωπον συνημμνον ατ, λγω δ τν μοιχοζεκτην μ προσιμενοι. πειδ δ οκ κκλησα θεο, ποσχζουσιν ατο ς ληθς δι' να νθρωπον συνημμνον ατος τ κκλησίᾳ το θεο, κενοις παρεοικτες τος ν τ χρονογρφ κειμνοις, μν μ σχιζομνων ατς δι τν τοιοτον. κατ τν δευτραν ο κοινωνομεν τ λσει ατο δλον τι, μ κοινωνοντες τος προδλως λσασιν ατν. ε δ κενοις κοινωνομεν, συγκοινωνομεν τ λσει ατο. λλ' πε κενοις θεοπρεπς ο συγκοινωνομεν λσασιν, σφαλς ρα ο συγκοινωνομεν τ λσει ατο. κατ τν τρτην κ παντς ερως διαβλτου μεταλαμβνομεν. δι τοτο δ κ το ωσφ ο μεταλαμβνομεν, ς διαβεβλημνου ατο δημοσίᾳ· διαβεβλημνοι δ' ν εεν πντως κα ο τοτ συλλειτουργοντες καθρημν ντι. ε δ κ τν τοιοτων μεταλαμβνομεν ς ξ διαβλτων, διβλητος ν εη κα ωσφ συλλειτουργν ατος. πε δ διαβεβλημνος ς ληθς κα παρ' ατο ο μεταλαμβνομεν, δλον τι οδ κ τν συνιερουργοντων ατ, σατως ντων διαβεβλημνων» (Φατ. 43,126,51 - P.G.99,1065/68).
Ἑρμηνεύοντας λοιπόν ὁ ὅσιος τήν πρώτη πρότασι τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ, δηλώνει ὅτι δέν ἀποσχίζεται ἀπό κανέναν ἄλλον παρά μόνο ἀπό αὐτούς πού ἔπεσαν στήν μοιχειανική αἵρεσι. Αὐτοί, δηλώνει ἀπερίφραστα, διά τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ἐξῆλθον τῆς Ἐκκλησίας· «οὐ γάρ οὗτοι ἐκκλησία Κυρίου». Ἄν ὅμως ὑποτεθῆ ὅτι αὐτοί εἶναι  μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τότε, ἐγώ, λέγει ὁ ὅσιος, ἀποσχίζομαι ἀπό αὐτήν τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί γιά ἕναν ἄνθρωπο, πού ἑνώθηκε παρανόμως μέ αὐτήν. Ἐπειδή ὅμως, συνεχίζει ὁ ὅσιος, αὐτοί λόγῳ τῆς αἱρέσεως δέν εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου, αὐτοί κατ’ οὐσίαν ἀπέσχισαν τούς ἑαυτούς των ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐξ  αἰτίας ἑνός ἀνθρώπου πού εἶναι ἑνωμένος μαζί τους. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ἐμεῖς δέν ἀποσχιζόμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Πρέπει τώρα νά μᾶς διευκρινίση ὁ δέσποτας, ἄν ἀποδέχεται αὐτήν τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, διότι αὐτός εἶναι ἑνωμένος ὄχι μέ ἕναν ἀλλά μέ πάμπολλους αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους καί Πατριάρχες. Αὐτός πιστεύει (ὅπως καί ὅλοι φυσικά οἱ Ἀντιοικουμενιστές) ὅτι ἡ Ἐκκλησία εὑρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου εὑρίσκεται,  ὑπάρχει καί ὑφίσταται μακριά ἀπό τήν αἵρεσι.
Ὁ δέσποτας κι οἱ Ἀντιοικουμενιστές πιστεύουν ὅτι οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου μέχρι νά τούς καταδικάση ἡ Σύνοδος, ἐνῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι αὐτοί διά τῆς αἱρέσεως ἐξέπεσαν καί δέν εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ δέσποτας  πιστεύει ὅτι κάνουν σχίσμα ὅσοι ἀποτειχίζονται ἀπό τούς αἱρετικούς, ὅτι πρέπει πρῶτα νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις καί οἱ αἱρετικοί ὀνομαστικά, ὅτι αὐτοί πού ἀποτειχίζονται εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως πρέπει νά δοθῆ μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία (δηλαδή μέσα ἀπό τήν αἵρεσι), ὅτι τέλος πάντων δέν ὑπάρχει οὔτε κἄν μολυσμός ἀπό αὐτήν τήν πνευματική συνουσία, συνεύρεσι καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, ἐνῶ ὁ ὅσιος ὅλα αὐτά τά ἀπορρίπτει σάν παγίδα καί τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ καί διδάσκει ὅτι διά τῆς ἀληθινῆς πίστεως εἶσαι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί, γιά νά διατηρηθῆ κάποιος ὡς ἀληθινό καί ζωντανό μέλος της, πρέπει νά ἀποτειχισθῆ ἀπό κάθε αἱρετικό, διότι ὁ αἱρετικός ἔχει ἐκπέσει ἀπό μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἕνωσις καί ἐνσωμάτωσις μέ τούς αἱρετικούς (Οἰκουμενιστάς) καθιστᾶ κάποιον ἔκπτωτο ἀπό τήν Ἐκκλησία, διότι κατ’ οὐσίαν διά τῆς ἐνσωματώσεως αὐτῆς ἀποδέχεται καί αὐτός τήν αἵρεσι, ἐπειδή μία ἑνότης μόνον ὑπάρχει, ἡ ἑνότης τῆς πίστεως.
Δέν θά ἐπεκταθῶ στίς ἄλλες δύο προτάσεις τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ καί στήν ἑρμηνευτική διδασκαλία των ἀπό τόν ὅσιο, ἄν καί ἔχουν καί αὐτές πολύ θεολογικό καί δογματικό ἐνδιαφέρον, ἰδίως ἡ τρίτη, διά νά μήν ἀπομακρυνθῶ ἀπό τήν εἰσήγησι τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, πλήν ὅμως ἐδῶ θά κάνω μία παρένθεσι γιά νά τονίσω μία παγίδα, στήν ὁποία προσπαθοῦν νά μᾶς ρίξουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές.
Ἡ παγίδα αὐτή εἶναι τό ὅτι ἐπιδιώκουν νά μᾶς ὁδηγήσουν στή νεοεποχίτικη θεωρία τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος, διά μέσου κάποιων παραδειγμάτων, τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά ἀνασύρουν ἀπό τά σκοτεινά βάθη τῆς ἱστορίας.  Ἐπειδή δηλαδή δέν ἔχουν κανένα, ἀπολύτως κανένα, ἔρεισμα στήν ὁλοκάθαρη διδασκαλία τῶν Γραφῶν, τῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων, (μάλιστα ἡ διδασκαλία αὐτή εἶναι σάν κεραυνός καί δίστομη μαχαίρα ἐναντίον των, ὅπως π.χ. ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τήν ὁποία προαναφέραμε), ἐφεῦρον τό ἀπατηλό τέχνασμα, νά ψάχνουν τήν ἱστορία καί νά ἀνιχνεύουν κάποια σκοτεινά σημεῖα της, τά ὁποῖα μέ λίγη φαντασία παρουσιάζουν ὅτι συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς θεωρίας τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ χαρτοπολέμου. Τό ἂν αὐτά τά παραδείγματα ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν εἶναι ἀπό τούς Ἁγίους, αὐτό βεβαίως οὐδόλως τούς ἐνδιαφέρει· τά παρουσιάζουν, ὅμως, σάν τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι τῶν πιστῶν, ἐπειδή δῆθεν συνηγοροῦν στίς θεωρίες των.
Ἐδῶ θά πρέπει νά τονίσωμε ὅτι οἱ ὁδοδεῖκτες γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι τῶν πιστῶν δέν εἶναι κάποια σκόρπια παραδείγματα, οὔτε ἀκόμη κάτι πού μπορεῖ νά ἔπραξαν οἱ Ἅγιοι, χρησιμοποιώντας τήν ὁδό τῆς οἰκονομίας, λόγῳ κάποιας μεγάλης ἀνάγκης στήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἡ ὁδός καί ἡ πορεία, γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι τῶν Ὀρθοδόξων, καθορίζεται ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν, τῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων. Αὐτά τά τρία πρέπει νά εἶναι σύμφωνα γιά νά ἀποτελοῦν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Θά ἀναφέρωμε κάποια παραδείγματα πρός κατανόησι τῶν λεγομένων.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος σαφῶς διδάσκει σέ πολλά σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν του ὅτι ἡ περιτομή δέν χρειάζεται, ἔχει καταργηθῆ στήν Καινή Διαθήκη, ἔχει ἀντικατασταθῆ μέ τό ἅγιον Βάπτισμα, ὅτι ἰσχύει ἡ πνευματική περιτομή τῆς καρδιᾶς κλπ. Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Παῦλος ἀναγκάζεται γιά κάποιους λόγους οἰκονομίας νά προβῆ στήν περιτομή τοῦ ἀποστόλου Τιμοθέου (Πράξ. 16,3).
Ὁ ἴδιος ἐπίσης, ἐνῶ ἐδίδασκε ὅτι δέν χρειάζεται νά τηροῦμε καμμία ἀπό τίς διαταγές τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, οἱ ὁποῖες σχετίζονται μέ τίς θυσίες, τούς καθαρισμούς κλπ., ὑπέβαλε κατ’ οἰκονομίαν τόν ἑαυτόν του στίς διατάξεις τοῦ ἑβραϊκοῦ ἁγνισμοῦ, διά νά μήν σκανδαλιστοῦν οἱ ἐξ Ἑβραίων Χριστιανοί (Πράξ. 21,20-26). Ἐδῶ τά παραδείγματα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου σαφῶς διαφέρουν.  Ἡ διδασκαλία ὅμως εἶναι ἡ ἀκριβής ὁδός καί ὄχι τά παραδείγματα, διότι τά παραδείγματα αὐτά ἀφοροῦν κάποιες οἰκονομίες περιστατικές κατά τίς ὁποῖες ἔκρινε ὁ Ἀπόστολος ὅτι ἔτσι ἔπρεπε νά ἐνεργήση.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπίσης στήν διδασκαλία του κηρύττει σαφῶς καί ἀριδήλως τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, σέ σημεῖο μάλιστα νά μήν ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅποιον δέν τήν ἀποδέχεται καί δέν τήν ὁμολογεῖ. Ὁ ἴδιος ὅμως ἀναγκάσθηκε κατ’ οἰκονομίαν γιά κάποιο χρονικό διάστημα νά μήν κηρύττη τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο ἦτο αἰτία νά κατηγορηθῆ ἀπό πολλούς αὐστηρούς Ὀρθοδόξους τῆς ἐποχῆς του καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μοναχούς τῆς ἐπαρχίας του. Ἡ πρᾶξις ὅμως αὐτή δέν εἶναι ἡ σώζουσα ὁδός ἐν καιρῷ αἱρέσεως, διότι ἔγινε κατ’ οἰκονομίαν γιά λόγους πού ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος ἔκρινε, ἀλλά ἡ σώζουσα ὁδός εἶναι ἡ διδασκαλία περί Ἁγίου Πνεύματος τοῦ ἁγίου.
Ὅλα αὐτά πολύ ὡραῖα τά ἀναφέρει σάν παραδείγματα ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐξηγῶν μάλιστα τήν ἔννοια καί τά ὅρια τῆς οἰκονομίας καί ἀναφερόμενος στήν μοιχειανική αἵρεσι: «οκονομας γρ ρος, ς οσθα, μτε τι τν κειμνων θετεν καθλου, μτε φ' οἷόν τε μικρν φεναι κατ καιρν κα λγον, ς ντεθεν ερεν τ ζητομενον τεχνς, πρς τ σφοδρτερον πγεσθαι τ πργματι κα ζημιοσθαι τ τελετερα. κα τοτο δεδιδγμεθα ν μν τος ποστλοις παρ το Παλου, γνισαμνου κα περιτεμντος τν Τιμθεον, ν δ τος πατρσι παρ το Μεγλου Βασιλεου, προσηκαμνου τ λμμα το Οὐάλεντος κα ποσιωπσαντος πρς καιρν τν “θες” φωνν γυμνν π το Πνεματος. λλ' οτε Παλος μεινεν γνιζμενος οτε Βασλειος τι προσηκμενος τ το Οὐάλεντος δρον κα μ κηρττων θεν τ Πνεμα· τοναντον μν μφτεροι πρ κατρων θαντους αρησμενοι φανονται» (Φατ. 24,64,23 - P.G.99,981/84).
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τόν ἅγιο Μάξιμο, γιά τόν ὁποῖο ἰσχυρίζονται οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὅτι δῆθεν γιά κάποιο χρονικό διάστημα δέν εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Μονοθελῆτες τῆς ἐποχῆς του. Σαφῶς ὅμως στή διδασκαλία του ἀναφέρει ὅτι, ἔστω καί ἄν ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί οἱ τοπικές Ἐκκλησίες συμφωνήσουν στήν αἵρεσι, αὐτός δέν θά ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά μαζί των, ἀλλά θά μείνη ἀποτειχισμένος ἔστω καί μόνος του. Καί ἐδῶ πάλι ἡ ὁλοκάθαρη καί διαυγέστατη διδασκαλία τοῦ ἁγίου ἀποτελεῖ ὁδηγό γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων καί ὄχι τά παραδείγματα, τά ὁποῖα προσάγουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές καί προσπαθοῦν νά τά κατοχυρώσουν στίς σκοτεινές σελίδες τῆς ἱστορίας.
Ὅλα αὐτά τά ἀναφέραμε διότι καί στήν προκειμένη περίπτωσι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καί ὁ κανονάρχης καθηγητής Β. Τσίγκος προσπαθοῦν (μάλιστα ταχυδακτυλουργικῶς) νά παρουσιάσουν τόν ὅσ. Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ὅτι δῆθεν δέν εἶχε ἀποτειχισθῆ, δέν εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς δύο Πατριάρχες καί ὅλους τούς αἱρετικούς μοιχειανούς, δέν διέκοψε τήν μνημόνευσί των κλπ. Ἡ διδασκαλία ὅμως τοῦ ὁσίου, τήν ὁποία ἄθελά του παρουσίασε ὁ δέσποτας, καί τήν ὑπόλοιπη πού ἀποσιώπησε καί θά τήν παρουσιάσουμε ἐμεῖς, ἀποδεικνύει ὅτι ψεύδονται καί ἐξαπατοῦν μέ τά ψεύδη τούς Ὀρθοδόξους. Πῶς ἄλλωστε ὁ ὅσιος θά ἠδύνατο νά βαδίση ἀντίθετα στήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν, τῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων;
Στή συνέχεια τῆς εἰσηγήσεώς του ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, μετά δηλαδή τήν ἀναφορά του στόν ἅγ. Ἰωσήφ καί στίς προτάσεις του, καί προκειμένου νά δικαιολογήση τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου καί νά τήν προσαρμόση μέ τίς ἰδέες καί τή γραμμή τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Αὐτὸ σημαίνει γιὰ τὴν Ἐκκλησία στὴν καθολική της διάσταση, ἡ ὁποία παραμένει πιστὴ στὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὅσιος καὶ ἱερὸς πατήρ, εὑρίσκεται σὲ ἀδιάκοπη καὶ ἀδιάπτωτη κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία», τά ὁποῖα πάλι δανείσθηκε ἀπό τό βιβλίο τοῦ πάτρωνος καθηγητοῦ (σελ. 89).
Μέ ὅλα αὐτά τώρα τά ὁποῖα λέγουν οἱ μεγάλοι σύγχρονοι αὐτοί θεολόγοι μᾶς ἀναγκάζουν νά τά σχολιάζωμε δυσμενῶς γιατί δέν ἔχουν τό ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ποιά δηλαδή εἶναι ἡ Ἐκκλησία στήν καθολική της διάστασι καί ποιά εἶναι στήν τοπική της διάστασι; Ἐδῶ παρουσιάζουν τρόπόν τινα δύο Ἐκκλησίες, μία στήν τοπική διάστασι, μέ τήν ὁποία προφανῶς ὁ ὅσιος δέν εἶχε κοινωνία καί μία στήν καθολική διάστασι, μέ τήν ὁποία εἶχε «ἀδιάκοπη καί ἀδιάπτωτη κοινωνία».  Καί ἡ μέν της καθολικῆς διαστάσεως «παραμένει πιστή στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ», ἐνῶ αὐτή τῆς τοπικῆς διαστάσεως, ἀπό τήν ὁποία ὁ ὅσιος ἀποτειχίσθηκε, προφανῶς δέν παρέμενε πιστή στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.
Ἐφ’ ὅσον ὅμως στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε πίστιν  «εἰς Μίαν,        Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», περί ποίας πρόκειται; τῆς καθολικῆς διαστάσεως ἤ τῆς τοπικῆς; Καί τέλος πάντων οἱ Ἀντιοικουμενιστές σήμερα, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἑνωμένοι (διά τῆς κοινωνίας) μέ τούς Οἰκουμενιστές, ἀσφαλῶς λόγῳ τῆς αἱρέσεως πού ἀκολουθοῦν, δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τῆς καθολικῆς διαστάσεως πού ἀνῆκε ὁ ὅσιος, οὔτε ἀκόμη θά ἀνῆκαν εἰς αὐτήν τήν Ἐκκλησία οἱ δύο Πατριάρχες Ταράσιος καί Νικηφόρος, μέ τούς ὁποίους ὁ ὅσιος διέκοψε γιά κάποιο χρονικό διάστημα τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία.
Ἀπό ὅλα αὐτά τά ἀδιέξοδα θά μᾶς βγάλη ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος μέ τήν διδασκαλία του. Σέ ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Βασίλειο μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί δέν εἶναι ἄλλη στήν καθολική της διάστασι καί ἄλλη στήν τοπική, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ δέσποτας καί ὁ καθηγητής. Ἀπό αὐτήν τήν Ἐκκλησία ἀπορρίπτονται καί ἐκπίπτουν ὅσοι ἔχουν  ἐκπέσει σέ οἱαδήποτε αἵρεσι, χωρίς συνοδικές διαδικασίες. Αὐτή ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει, διασώζεται καί θά διασώζεται  εἰς τούς αἰώνας, ἔστω καί ἄν παραμείνουν εἰς αὐτήν τρεῖς Ὀρθόδοξοι μαζί μέ τήν ἀληθινή πίστι, διότι ἀνάμεσά των θά εἶναι ὁ Χριστός:
«Tό γάρ μή ἔχειν σπίλον ἤ ῥυτίδα, ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν, οὕτω νοείτω, τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα. Οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῖς αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Βασίλειος· πρός ἅ Παῦλος ὁ μέγας, οὐδέ συνεστιᾶσθαι τοῖς τοιούτοις παραχωρεῖ. ἐπεί ἀπό τῶν ἀποστόλων καί κατόπιν, πολλαχῶς πολλαί αἱρέσεις προσεῤῥάγησαν αὐτῇ καί ῥυπάσματα ἄθεσμα καί ἀκανόνιστα ἐπεπόλασαν, ὥσπερ καί τό νῦν· ἀλλά μήν αὐτή τῷ προειρημένῳ τρόπῳ ἄσχιστος καί ἀμώμητος διαμεμένηκεν, καί διαμενεῖ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὑπεξαιρουμένων καί ἀποπεμπομένων πάντων ἀπ' αὐτῆς τῶν κακῶς φρονησάντων ἤ πραξάντων· ὥσπερ ἐξ ἀσείστου καί παραλίου πέτρας τά προσρήσσοντα κύματα» (Φατ. 28, 79, 123 - P.G.99,1001/04).
Καί ἐπίσης συμπληρωματικά ἀπό ἐπιστολή πρός τόν ἡγούμενο Θεόφιλο: «Διό ὑπομιμνήσκω, ὡς ἐλάχιστος ἀδελφός καί τέκνον μή σιγήσωμεν, ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα, μή φεισώμεθα τῶν κάτω ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω, μή θῶμεν σκάνδαλον τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστί καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατά τούς ἁγίους, ἵνα μή τῇ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν» (Φατ. 39, 114,76 - P.G.99,1049).
Βλέπουμε στήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου γιά τήν Ἐκκλησία δέν χωράει αἵρεσις, οὔτε αἱρετικοί εἶναι μέλη της, ἀλλά αὐτή παραμένει μέ κέντρο τόν Χριστό καί τήν ἀλήθεια, ἔστω καί ἄν παραμείνουν τρεῖς Ὀρθόδοξοι εἰς αὐτήν. Ἀντιθέτως στήν Ἐκκλησία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν χωροῦν καί συνυπάρχουν οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές μέ τούς Ἀντιοικουμενιστές, γιατί προφανῶς τήν Ἐκκλησία τους τήν ὥρισαν Ἐπισκοποκεντρικῶς καί ὄχι Χριστοκεντρικῶς. Ἀπό αὐτήν τήν διαστροφή τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας προέρχονται καί πηγάζουν καί οἱ ὑπόλοιπες διαστροφές περί τῆς δυνητικῆς δηλαδή ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, περί τῆς συνοδικῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως, περί τοῦ σχίσματος πού δημιουργοῦν ὅσοι ἀποτειχίζονται, περί μή μολυσμοῦ ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνυπάρξεως μέ τούς αἱρετικούς κλπ.
Κατωτέρω συνεχίζοντας στήν εἰσήγησί του ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς τήν κανονάρχησι τοῦ καθηγητοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας ὡς συγκεκριμένη μορφὴ διαμαρτυρίας σὲ καμία περίπτωση δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἴδιος ἔθετε ἑαυτὸν ἔξω ἢ πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπιδιώκοντας νὰ δημιουργήσει κάποια αὐτοκέφαλη ἢ ἀνεξάρτητη παρεκκλησία. Στὰ σχετικὰ κείμενα δὲν ὑπάρχει καμία ἐπαρκὴς μαρτυρία γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός. Ἡ πρόσκαιρη ἀκοινωνησία ἢ διαφορετικὰ ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας τοῦ ἱεροῦ πατρὸς δὲν συνεπάγεται κατ’ ἀνάγκην καὶ μυστηριακὴ ἀποχή, ἀλλὰ διακοπὴ καὶ ἔλλειψη κοινωνίας σὲ αὐστηρὰ προσωπικὸ ἐπίπεδο. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν κοινωνοῦσε, ἦταν ἀκοινώνητοι, ὑπῆρξε μιὰ ψυχρότητα στὶς σχέσεις τους, κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἄγνωστο καὶ πρωτόγνωρο, δυστυχῶς, καὶ στὴν δική μας καθημερινὴ ἐμπειρία», τά ὁποῖα πάλι δανείζεται ὁ δέσποτας ἀπό τήν σχετική μελέτη τοῦ καθηγητοῦ (σελ. 90).
Κατ’ ἀρχάς ἡ διακοπή τῆς κοινωνίας δέν εἶναι «συγκεκριμένη μορφή διαμαρτυρίας», διότι γίνεται λόγῳ αἱρέσεως, ἀλλά εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος παραμονῆς στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι «ὁ στῦλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄Τιμ. 3,15) καί ὄχι τῆς πλάνης, τῆς ἀπάτης καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κατόπιν φαίνεται ἐδῶ ὁλοφάνερα ὅτι τήν Ἐκκλησία τήν βλέπει πάλι ὁ δέσποτας μέ τόν αἱρετικό ἐπισκοποκεντρικό τρόπο, διότι διά τῆς ἀληθοῦς πίστεως δέν θέτει κάποιος τόν ἑαυτόν του ἔξω ἤ ἐπάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε δύναται νά δημιουργήση ἄλλη Ἐκκλησία, καθ’ ὅσον αὐτή ὑπάρχει ὡς ἐκ Θεοῦ ἱδρυθεῖσα καί ἀνήκουν εἰς αὐτήν ὅσοι διατηροῦν καί ἀποδέχονται μέ λόγια καί ἔργα τήν ἀληθινή Ὀρθόδοξο πίστι.
Ἔπειτα, πῶς ἐβγάλατε ἄλλες θεωρίες γιά τήν ἔννοια τῆς ἀκοινωνησίας, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία καί σήμερα ὅταν κάποιον τόν ἔχουμε ἀκοινώνητο σημαίνει ὅτι δέν ἔχουμε καμμία κοινωνία μέ αὐτόν, οὔτε ἐκκλησιαστική, οὔτε πολύ περισσότερο μυστηριακή; Τί εἴδους ἀκοινωνησία εἶναι αὐτή, ὅταν ὑπάρχει μία ἁπλή ψυχρότης στίς σχέσεις των, ἐνῶ κατά τά ἄλλα ἔχουν κανονική μυστηριακή κοινωνία; Μήπως στήν ἀκοινωνησία δίδουν αὐτή τήν ἔννοια οἱ ἱεροί Κανόνες ἤ ἐξάγατε δικές σας θεωρίες γιά τόσο σοβαρά ἐκκλησιαστικά θέματα, γιά νά δικαιολογήσετε τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου καί νά τήν μεταλλάξετε σέ ἁπλή ψυχρότητα στίς σχέσεις των;
Ἐδῶ πράγματι εἰσάγετε (ὁμιλῶ συγκεκριμένα καί γιά τίς δύο θεολογικές κεφαλές) καινά δαιμόνια καί διδασκαλίες, τίς ὁποῖες δέν τίς γνωρίζουν οὔτε οἱ Γραφές, οὔτε οἱ Κανόνες, οὔτε οἱ Πατέρες. Εἶναι σά νά λέτε, ἐπί παραδείγματι, ὅτι ἐμεῖς σήμερα οἱ ἀποτειχισμένοι ἔχουμε μία ψυχρότητα στίς σχέσεις μας μέ τούς Οἰκουμενιστές καί κατά τά ἄλλα ἔχουμε μυστηριακή κοινωνία. Λησμονεῖτε ἐδῶ, πάλι σκοπίμως, ὅτι ὁ ὅσιος ἀναθεματίσθηκε ἀπό τή Σύνοδο τοῦ 809, γεγονός τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἀπεκόπη ὁριστικά καί αἰώνια ἀπό ὅλους τούς Μοιχειανούς. Πῶς τώρα συνάδει ὁ ἀναθεματισμός μέ τήν ψυχρότητα στίς σχέσεις των, αὐτό μόνο οἱ νεόκοποι θεολόγοι μποροῦν νά μᾶς τό ἐξηγήσουν.
Νομίζω τελικῶς ὅτι ἀδικήθηκε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καθώς καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, μέ τήν εἰσήγησί του αὐτή.  Θά ἦταν ἴσως καλύτερα νά ἔκανε μία εἰσήγησι μέ θέμα ὄχι τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἀλλά τόν Ἰωάννη τόν Βέκκο, διότι αὐτός θά ἐταίριαζε καλύτερα στά μέτρα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, ἐνῶ ὁ ὅσιος δέν ταιριάζει καί ἀναγκάζονται νά κατασκευάσουν καινούριες θεωρίες, ἄγνωστες στούς Πατέρες, γιά νά τόν φέρουν στά μέτρα των.
Τό ἴδιο ἐπρότεινε καί ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός στή Σύνοδο Φλωρεντίας–Φερράρας πρός τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐζητοῦσαν τρόπους καί ἐρείσματα γιά νά ἑνωθοῦν μέ τούς Παπικούς.  Σέ μία τέτοια σύναξι τῶν Ὀρθοδόξων τούς ἐδιάβασε κάποιο σχετικό κείμενο ἀπό τόν Καβάσιλα. Δέν τούς ἄρεσε φυσικά, γιατί Καβάσιλας ἦτο αὐστηρός, καί τότε ὁ ἅγιος Μᾶρκος τούς εἶπε νά διαβάσουν τόν Ἰωάννη τόν Βέκκο, διότι ἐκεῖ θά εὕρισκαν αὐτό πού ζητοῦσαν, καί πράγματι αὐτός τούς ἄξιζε γιά ὁδηγός.
Συνεχίζει τήν εἰσήγησί του ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἀκουλουθώντας τήν ἴδια τακτική, δανειζόμενος τά κείμενα ἀπό τή μελέτη τοῦ ποδηγέτου καθηγητοῦ:
«Ἀποτελεῖ, βέβαια, ἀναντίρρητη πραγματικότητα καὶ ἀμετακίνητη βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις δὲν θὰ τιμοῦσε γιὰ τόσους αἰῶνες κάποιον σχισματικὸ ὡς Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερὸς πατὴρ δὲν ἦταν σχισματικός, ἢ ἔστω πρόσκαιρα σχισματικὸς χάριν τῆς ἀληθείας, ὁ ὁποῖος ἀργότερα μετενόησε καὶ ἐπέστρεψε. Θὰ πρέπει ἐπιπροσθέτως νὰ ἀναφερθεῖ τὸ γεγονὸς δὲν καταδικάστηκε ὡς σχισματικὸς ἀπὸ καμία ἔγκυρη σύνοδο τῆς ἐποχῆς του. Ἐξίσου ἀληθὲς εἶναι ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τὰ ἑκατοντάδες κείμενά του, δὲν παρουσιάζεται νὰ ἐπικροτεῖ, ἢ νὰ ὑποκινεῖ, ἢ νὰ προτρέπει σὲ σχίσμα, σὲ ἀνταρσία κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Στὶς ὀξύτατες διαμαρτυρίες του ποὺ συχνὰ προέβαλε, δὲν παρασύρθηκε, ὥστε νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὴ μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας ἢ νὰ δημιουργήσει ἀνεξάρτητη καὶ ἀδέσποτη, ἀνεπίσκοπη φατρία ἢ κοινότητα. Ἦταν ἀσφαλῶς καὶ παρέμεινε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ἀνυποχώρητος ὑπέρμαχος τῆς ἀληθείας, τῆς Πίστεως, χωρὶς ὡστόσο νὰ ἀντιποιηθεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία ἢ νὰ προσχωρήσει σὲ ἀνταγωνιστικὲς καὶ παράλληλες κινήσεις ἱδρύοντας ἐνδεχομένως κάποια ἄλλη Ἐκκλησία», (σελ. 91 τῆς ὡς ἄνω μελέτης τοῦ καθηγητοῦ).
Μέ αὐτά πού ἰσχυρίζονται ἀμφότεροι ἐδῶ, εἶναι σάν νά  θεωροῦν σχίσμα τήν ἀποτείχισι καί νά θέλουν τρόπόν τινα νά ἀπαλλάξουν ἀπό αὐτήν τήν κατηγορία τόν ὅσιο. Ἡ Ἐκκλησία δι’ αὐτό ἀκριβῶς ἐτίμησε τόν ὅσιο καί τόν ἀνέδειξε, διότι ἐκράτησε τήν ἀληθινή πίστι καί ἀποτειχίσθηκε, ὅταν διεπίστωσε ὅτι ἡ παρανομία αὐτή τοῦ αὐτοκράτορος, ἔγινε νόμος καί διεδόθη ταχύτατα σέ πολλούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μέ τήν δικαιολογία αὐτῆς τῆς πράξεως τοῦ αὐτοκράτορος, τήν ὁποία εὐλόγησε ἡ Ἐκκλησία, ἐγκατέλιπον τίς γυναῖκες των καί ἔπαιρναν ἄλλες, σύμφωνα μέ τίς ὀρέξεις καί τά πάθη των.
Ἡ αἰτία  τῆς ἀποτειχίσεώς του δηλαδή, δέν ἦταν ὁ παράνομος γάμος τοῦ αὐτοκράτορος, ὅπως ψευδῶς ἰσχυρίζονται καί ὁ καθηγητής καί ὁ δέσποτας, ἀλλά ἡ διάδοσις τῆς πνευματικῆς αὐτῆς νόσου σέ πολλούς, καθώς καί ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησις τῆς παρανομίας, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐσήμαινε τήν ἀκύρωσι τοῦ Εὐαγγελίου διά τῆς ἀκυρώσεως μιᾶς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς καί, κατ’ ἐπέκτασιν, τήν ἀκύρωσι τῆς σωτηρίας τῶν τότε καί τῶν μετά ταῦτα ἀνθρώπων.
Αὐτά τουλάχιστον ἀναφέρουν ὡς αἰτίες ἀποτειχίσεως τοῦ ὁσίου καί οἱ δύο βιογράφοι του, τούς ὁποίους ἐπιμελῶς ὁ δέσποτας δέν συνεβουλεύθη, διά νά κατανοήση τουλάχιστον τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου, ἀλλά παραδόξως ἀκολούθησε κατά πόδας τόν ὀρθολογισμό τῶν καθηγητῶν, διότι προφανῶς αὐτοί βοηθοῦν τήν ἐπικράτησι τῶν θεωριῶν τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Παρατηρεῖται πάλι ἐδῶ ἡ σταθερή θεώρησις  τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τοῦ δεσπότη καί τοῦ καθηγητοῦ ἐπισκοποκεντρικῶς, καθ’ ὅσον παρουσιάζουν τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου ὡς σχίσμα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι ὡς ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν αἵρεσι.
Θά πρέπει εἰς τό σημεῖο αὐτό νά καταθέσωμε τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού πιστοποιοῦν τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου μέ ὅλες τίς ἐκκλησιαστικές διαστάσεις της (ἀκοινωνησία, διακοπή μνημονεύσεως, ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν αἵρεσι καί ἀκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν Μοιχειανῶν). Θά ἠδυνάμεθα βεβαίως πολλά ἀκόμη νά ἀναφέρωμε σχολιάζοντας καί κρίνοντας τά λεγόμενα τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, ἀλλά θεωρῶ ὅτι καί αὐτά τά ὁποῖα κατέγραψα εἶναι ἀρκετά γιά νά πεισθῆ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης γιά τήν ἀπάτη αὐτῆς τῆς στημένης εἰσηγήσεως.
Ἐνημερώνοντας ὁ ὅσιος τόν ἡγούμενο Θεόφιλο διά τό ὅτι ἡ δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις ἔστω καί μιᾶς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς ἀποτελεῖ αἵρεσι, τοῦ ὑποδεικνύει κατόπιν τόν τρόπο τῆς ἀποτειχίσεως διά τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως: «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς, μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας· ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτῇ μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ' ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὔπω σύνοδος ἦν, οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα∙ καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως, ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ.
ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσι ὀρθοδόξοις παῤῥησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις, μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων, ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ. καί γε δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως Θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν Θεόν. ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. καί ἐάν ἡ σή στεῤῥότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παῤῥησιασάμενος δυνάμει Θεοῦ, ὡς ἅγιος, πλήν τελείας αἱρέσεως, ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι; καί ἐάν τό μοναδικόν τάγμα οὐχ ἡγήσηται πάντα σκύβαλα· μοναστήρια λέγω, καί πάντα τά περί αὐτά· πῶς λαϊκός καταφρονήσει γυναικός, τέκνων καί τῶν ἄλλων;» (Φατ. 39, 113,51 - P.G.99,1048/49).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκοντας τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι ἀναφέρει ὅτι ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως (τῆς μοιχειανικῆς) οἱ Ὀρθόδοξοι φεύγουν μακριά ἀπό τήν αἵρεσι, δηλαδή ἀπομακρύνονται ἀπό τούς αἱρετικούς. Αὐτό σημαίνει, συνεχίζει ὁ ὅσιος, ὅτι δέν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς, οὔτε τούς μνημονεύουν στά μυστήρια καί εἰδικά στή Θ. Λειτουργία.  Οἱ παραβάτες αὐτῶν τῶν ἐντολῶν καί αὐτῆς τῆς Παραδόσεως τιμωροῦνται ἀπό τίς ποινές πού ἐκφωνήθηκαν ἀπό τούς Ἁγίους, προφανῶς κατά τίς Οἰκουμενικές καί τοπικές Συνόδους, μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἁπλῆς ἑστιάσεως (δηλαδή εἰς τό νά καθίσουν ἁπλῶς νά συμφάγουν μέ τούς αἱρετικούς).
Ἐν συνεχείᾳ ὁ ὅσιος ἀναφέρει τήν αἰτία πού καί αὐτοί στήν μονή τοῦ Στουδίου ἐμνημόνευον προηγουμένως καί ἐξηγεῖ ὅτι: «ὅτι οὔπω σύνοδος ἦν, οὐδέ ἐκφωνητόν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα. Καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως, ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ.». Τώρα ὅμως, συνεχίζει, πού ἡ αἵρεσις καί ἡ ἀσέβεια «ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον, διά συνόδου εἰς τοὐμφανές», δηλαδή ἔγινε φανερή καί διά Συνόδου κατωχυρώθη, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι πρέπει μέ παρρησία νά διακόψουν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί τήν μνημόνευσι τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ὁμοφρόνων των.  Καί ἐπικαλεῖται, ὅπως πάντοτε πράττει ὁ ὅσιος γιά νά κατοχυρώση αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει, τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί ἐδῶ συγκεκριμένα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 
Εἶναι πολύ σημαντική αὐτή ἡ διδασκαλία τοῦ Χρυσορρήμονος ἁγίου καί νομίζω ὅτι εἶναι σά νά τήν ἀπευθύνη σήμερα στούς Ἀντιοικουμενιστές: «ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο»· δηλαδή θά λέγαμε σήμερα ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἅγιος διδάσκει ὅτι δέν εἶναι μόνο ἐχθροί τοῦ Θεοῦ οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλά καί οἱ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτῶν Ἀντιοικουμενιστές, διδαχή τήν ὁποία καί ἐμεῖς πρέπει νά  ἀποδεχώμεθα.
Προέβην σέ μία σύντομη ἑρμηνεία καί μετάφρασι τοῦ τμήματος αὐτοῦ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ὁσίου, διότι ἐδῶ ἀναφέρει, πότε καί γιατί ἐμνημόνευε καί πότε καί γιατί ἐσταμάτησε τήν μνημόνευσι.  Ὁ δέσποτας ὅμως καί ὁ καθηγητής, ἐπειδή θέλουν νά φέρουν τόν ὅσιο στά μέτρα τους, ἐπικαλοῦνται μόνο τίς ἐπιστολές ἐκεῖνες τίς ὁποῖες ἔστειλε ὁ ὅσιος κατά τήν περίοδο πού ἐμνημόνευε καί ἔθαψαν κυριολεκτικά ὅλες τίς ὑπόλοιπες, διότι προφανῶς ἤθελαν νά «ξεδοντιάσουν» καί «ξενυχιάσουν» τόν λέοντα καί νά τόν παρουσιάσουν σάν ἕνα ἁπλό ἀγριοκάτσικο. Μᾶλλον ὅμως, ὅπως προείπαμε, τόν Βέκκο ἔπρεπε νά παρουσιάση στήν εἰσήγησί του ὁ ἅγιος Πειραιῶς, διότι αὐτός  δέν ἐχρειάζετο «ξεδόντιασμα»καί «ξενύχιασμα», ἀλλά ἐταίριαζε ἀπόλυτα στά μέτρα των.
Σέ ἐπιστολή του, ἐπίσης πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ὁ ὁποῖος προσφάτως εἶχε μεταφερθῆ σέ ἄλλη φυλακή ἐξ αἰτίας τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ὁ ὅσιος ἐπιλύει κάποιες ἀπορίες τίς ὁποῖες προφανῶς τοῦ ὑπέβαλε ὁ Ναυκράτιος σχετικά μέ τήν ἀντιμετώπισι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Δηλαδή, τί πρέπει νά κάνη ὁ Ὀρθόδοξος, ὅταν βρεθῆ σέ μία Λειτουργία καί ἐκεῖ μνημονεύεται ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος, ἤ ὅταν προσκληθῆ ἀπό κάποιον νά λειτουργήση, ἤ ὅταν τοῦ παραχωρήσουν ἕναν ἰδιωτικό ναό κλπ. Εἶναι ἄκρως σημαντικές οἱ ἀπορίες καί οἱ ἀπαντήσεις πού δίδει ὁ ὅσιος, διότι δέν ἀποδεικνύουν μόνο τήν πλήρη ἀποτείχισί του, ἀλλά καί τήν ἄκρα προσήλωσί του στήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων καί ὅτι τό ζήτημα τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως δέν ἦτο μία προσωπική του διένεξις μέ τόν Πατριάρχη καί τόν αὐτοκράτορα, ἀλλά εἶχε λάβει πανορθόδοξες διαστάσεις:
«Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων∙ ἡ πρώτη, περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ' ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον, προαπεκρίθη σοι· πλήν καί αὖθις∙ εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ, καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν, καί ψαλμωδίαν, καί εὐλογίαν βρωμάτων, καί τοῦτο κατ' οἰκονομίαν, οὐ μέν τοι εἰς θείαν μετάληψιν. δεῖ δέ ἐπερωτᾷν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως· ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη∙ τό γάρ φαίην σε διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν Πατέρων, μή ἐπερωτᾷν περί καιροῦ οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων. τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
Ἡ δευτέρα, περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι, καί μεθ' ὧν χρή. ὑπακουστέον καί ἰτέον, καί συμψαλτέον δηλονότι εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλτῳδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. καί μήν καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων, μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι∙ προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾷν ἐν πᾶσι διά τῆν λυττῶσαν αἵρεσιν.
Ἡ τρίτη, εἰ λάβοι τις παρά τινος Ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ' ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν, καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν. τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον· λειτουργεῖν δέ, οὔ. Εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
Ἡ τετάρτη, εἰ Ἐκκλησία ἐστίν ἐφ' ᾗ ὁ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι, ἤ ἐν σανίσι· προσήκει αὐτό τεθῆναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος, καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον. οὐ προσήκει, ἀλλ’ ἤ  μᾶλλον κατά ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ.
Ἡ πέμπτη, εἰ καθ' ὁδόν τύχοι ὀρθόδοξον ὑπό τινος ἱερωμένου ἤ λαϊκοῦ προσκληθῆναι εἰς συνεστίασιν, εἴη δέ καιρός ψαλμῳδίας· πῶς ἔστι διαγενέσθαι; εἶπον, καί πάλιν λέγω· αἱρέσεως ἐπικρατούσης, καί μή καταβληθείσης δι' ὀρθοδόξου συνόδου, ἀναγκαῖον τό διερωτᾷν, ἐπί τε τῆς θείας μεταλήψεως, καί κοινῆς ἐστιάσεως· καί οὐδείς καιρός πρός ταῦτα, αἰδοῦς καί ἀωρίας. λαβεῖν μέν γάρ ἄρτον ἁπλῶς παρά τοῦ τυχόντος, οὐκ ἀναγκαῖον εἰς ἐρώτησιν· καί παρ' αὐτῷ ἑστιαθῆναι, καταμόνας τυχόν καί κοιτασθῆναι, εἰ μήγε προεγνωσμένος ἐστίν ἐν αἱρέσει ἤ κακίᾳ∙ περί δέ τῶν λοιπῶν ἐξ ἀνάγκης ἐρωτητέον.
Ἡ ἕκτη, εἰ κατά πάροδον εὑρόντα ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν πλησιάζουσαν κώμῃ ἤ πόλει, δέον αὐτόν εὔξασθαι ἐκεῖ, ἤ καί καταλῦσαι, φεύγοντα ὑφέστιον γενέσθαι λαϊκοῖς.  καί εὐκτέον, καί καταλυτέον, εἴγε μόνη ἐστίν· ἀλλά καί εἰς οἰκίαν λαϊκοῦ, ἤ ἱερωμένου, ὡς εἴρηται κατεπειγούσης ἀναγκαίας ὥρας, ἀδιάφορόν ἐστι μεῖναι καί ἑστιαθῆναι καθ' ἑαυτόν ἄνευ ἐρωτήσεως καί λαβεῖν τά πρός χρείαν, εἴ γε ὡς εἶπον, μή εἴη ὁ ὑποδεχόμενος προεγνωσμένος τῷ ὑποδεχθέντι ἀσεβῶν ἤ ἀνομῶν. πλήν δέ ἀνάγκης, οὐ καλόν ὡς ἔτυχε τά προῤῥηθέντα καταδέξασθαι, ἀλλ' ἐρωτᾷν καί παρά τῷ ὀρθοδόξῳ καταλύειν, καί εἰ χρεία, παρ' αὐτοῦ ἐφόδια αἴρειν· οὕτω γάρ ὁ Κύριος ἐντέλλεται διά τῶν ἁγίων αὐτοῦ.» (Φατ. 40, 117,78 - P.G.99,1053/56).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει νά μήν συμπροσεύχωνται κἄν μέ τούς αἱρετικούς μοιχειανούς, νά μήν λειτουργοῦν οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς στούς ναούς ὅπου ἐλειτούργησαν ἐκεῖνοι, οὔτε κἄν μέ ἄλλο ἀντιμίνσιο, ἀλλά νά προτιμοῦν ἕνα καθαρό δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ, νά ἐρωτοῦν διά τήν πίστι των αὐτούς πού πρόκειται νά συμφάγουν προκειμένου νά κάνουν κοινή προσευχή, καί φυσικά νά μήν κοινωνοῦν ἀπό ἱερέα πού μνημονεύει τόν μοιχειανό Ἐπίσκοπο, ἔστω καί ἀπό φόβο.
Μήπως δέσποτα καί κ. καθηγητά, ὑπάρχει μία πιό αὐστηρή καί πιό σκληρή θά λέγαμε μορφή ἀποτειχίσεως, τήν ὁποία ὁ ὅσιος ἐδίδασκε νά τηροῦν καί οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί; Ἐσεῖς τόν παραμορφώσατε καί τόν διαστρέψατε τόσο, ὥστε ἰσχυρίζεσθε ὅτι δῆθεν ποτέ δέν διέκοψε τήν μνημόνευσι, ἐνῶ αὐτός διδάσκει καί τόν τελευταῖο ὀρθόδοξο, κληρικό καί λαϊκό νά ἔχουν πλήρη ἀποτείχισι ἀπό τούς μοιχειανούς κληρικούς καί Ἐπισκόπους, μέχρι βαθμοῦ ἑστιάσεως.
Ὡς ἐκ τούτου ἀντιλαμβανόμαστε  ὅτι  ἔχετε  πρόγραμμα  καί  σκοπό  νά  διαστρέψετε ὅλη τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, προκειμένου νά μᾶς ὑπαγάγετε στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία σημειωτέον εἶναι ἀσυγκρίτως χειρότερη κι ἐπικινδυνώτερη ἀπό τήν μοιχειανική αἵρεσι.
Πολύ σημαντικό εἶναι καί τό ἀμέσως ἑπόμενο τμῆμα τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς πρός τόν Ναυκράτιο, στήν ὁποία ὁ ὅσιος θεωρεῖ ἄκυρα καί τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν μοιχειανῶν. Φαίνεται ὁ Ναυκράτιος εἶχε δώσει μία πρόχειρη ἀπάντησι σέ κάποιον ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε θέσει τήν ἐρώτησι τί νά κάνη, ἐπειδή εἶχε δεχθῆ νά χειροτονηθοῦν κάποιοι ἱερεῖς τῆς μονῆς του καί νά γίνουν καί ἐγκαίνια κάποιου ναοῦ ἀπό ἕναν μοιχειανό Ἐπίσκοπο. Ὁ Ναυκράτιος λοιπόν ἀπάντησε σέ ἐκεῖνον τόν ἡγούμενο προχείρως μέ τήν προοπτική νά ἐρωτήση τόν ὅσιο Θεόδωρο γιά μία σίγουρη καί ἀσφαλῆ τοποθέτησι καί συμβουλή. Ὁ ὅσιος λοιπόν ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς:
«Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἁρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί ἀπολώλαμεν. διά τί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά Θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. ἤ διά τί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν, ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές, οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς Θεοῦ. εἰ δέ πνεῦμα ζήλου Θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι· μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ' αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ  μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος. τεθέντος δέ θυσιαστηρίου ἐν τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ, οὐδέν τό κωλύον λειτουργεῖν ἐκεῖσε.» (Φατ. 40, 119,129 - P.G.99,1056/57).
Ὁ Ἐπίσκοπος λοιπόν αὐτός πού ἔκανε τίς χειροτονίες στή μονή εἶχε ὀρθόδοξο φρόνημα καί μάλιστα ἔκλαιγε καί ὠδύρετο λέγοντας «κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος καί ἀπολώλαμεν», εὑρίσκετο ὅμως μέσα στήν αἵρεσι, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ ὁσίου, διότι ἐμνημόνευε αἱρετικό Μητροπολίτη  «ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές...». Ὁ ὅσιος λοιπόν ἐξ αἰτίας καί μόνο τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Μητροπολίτου διδάσκει ὅτι εἶναι αἱρετικές οἱ χειροτονίες καί συνεπῶς ἄκυρες: «διατί προκειμένης τῆς αἱρέσεως (τῆς μοιχειανικῆς) εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν;... οὐχ οἷον τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ». Συνιστᾶ δέ ἐν τέλει στόν ἡγούμενο νά διακόψη τήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου, νά μήν λειτουργῆ στήν ἁγία Τράπεζα τήν ὁποία αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἐγκαινίασε, ἀλλά κατ’ οἰκονομίαν νά τοποθετήση ἄλλο ἀντιμίνσιο σέ ἄλλη ἁγία Τράπεζα.  Ἐπίσης διδάσκει ὅτι, ἄν ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ἀπετειχίζετο ἀπό τούς Μοιχειανούς, θά ἠδύναντο οἱ χειροτονίες του νά γίνουν δεκτές: «διατί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλεια, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα».
Ἐδῶ λοιπόν ὁ ὅσιος, τονίζομε, δέν δέχεται ὡς ἔγκυρα οὔτε τά μυστήρια τῶν Μοιχειανῶν αἱρετικῶν καί μάλιστα ἐξ αἰτίας καί μόνον τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἐνῶ ἐπαναλαμβάνουμε, οἱ δόκιμοι  θεολόγοι καί μελετητές του τόν ἐμφανίζουν ὡς ὁ ἴδιος δῆθεν νά μήν διέκοψε ποτέ τήν μνημόνευσι.
Δέν πιστεύω ὅτι θά ἠδύνατο νά ὑπάρξη μεγαλύτερη διαστροφή τῆς ἀληθείας ἀπό αὐτήν. Ὅπως ἐπίσης πιστεύω ὅτι ὁ δέσποτας δέν εὐθύνεται καί πολύ δι’ αὐτό, διότι ὁ καημένος εὑρῆκε πρόχειρα τά κείμενα τοῦ καθηγητοῦ, διεπίστωσε μέ χαρά ὅτι ταιριάζουν εἰς τίς θεωρίες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί τά ἐπαρουσίασε θριαμβευτικά καί μέ τόν χαρακτηριστικό πομπώδη τρόπο του θεωρώντας ὁ δυστυχής ὅτι κατήγαγε νίκη κατά τῶν Ἀποτειχισμένων, ἐνῶ στήν οὐσία κατήγαγε τόν ὅσιο στά μέτρα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί ἀκόμη χειρότερα.
Σέ ἄλλη πάλι ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ὁ ὅσιος λύει κάποιες ἀπορίες, οἱ ὁποῖες εἶναι πολύ σημαντικές, διότι ἀναφέρονται στήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου καί μέχρι ποίου σημείου ὀφείλομε νά διερευνοῦμε τήν πίστι αὐτῶν τούς ὁποίους μνημονεύομε: «Περί δέ τῶν ἄλλων πεύσεων (εἰ ὁ ἐπίσκοπος οὐχ εὕρηται εἰς τήν μοιχοσύνοδον, καλοίη δέ αὐτήν ψευδοσύλλογον, μνημονεύοι δέ τόν ἐν αὐτῇ εὑρεθέντα μητροπολίτην αὐτοῦ ἐκ τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδοξοῦντος εἰ χρή κοινωνεῖν) ἀπεκρίθην καί δι' ἑτέρων, τῶν πρός Εὐόδιον γραμμάτων, ὅτι ναί, οἰκονομίας χάριν, μόνον μή συλλειτουργοῦντος αὐτοῦ αἱρετικοῖς. εἰς οὐδέν γάρ ἐστι, μνημονευομένου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδόξου ὄντος, κἄν ἐκείνου φόβῳ αἱρετικόν ἀναφέροντος τόν οἰκεῖον μητροπολίτην. τοῦ τοιούτου πρεσβυτέρου καί εἰς παννυχίδα προσκαλουμένου, ἰτέον, καί ἐκκλησίαν παρ' αὐτοῦ δεδομένην ληπτέον καί εἰς αὐτήν ἐρχομένου αὐτοῦ λειτουργῆσαι, παραχωρητέον ἤ καί μνημονεῦσαι νεκρόν, ὀρθόδοξον μέντοι, συγχωρητέον καί ἐν αὐτῇ λειτουργεῖν τόν λαβόντα, οὐδέν κωλυτέον. εἰ δέ αἱρετικόν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἄν μακαρίζῃ, κἄν ὀρθοδοξῇ, τῆς μέν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δέ κοινῆς τραπέζης, ἐπ' ἄν ἐκεῖ δέει μνημονεύοι, ὧδε δεκτέον τάχα καί εὐλογοῦντα αὐτόν καί συμψάλλοντα· ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ, ἤ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ, εἴτε τινί ἄλλῳ συνιερουργῇ  ἤ ἐν γνώσει μεταδίδοι. εἰ ἐσθίει τις μετά τοῦ μοιχοζεύκτου, ἤ μεθ' ἑτέρου αἱρετικοῦ ἀδιαφόρως, φυλακτέον μή συνεστιᾶσθαι τοῖς τοιούτοις, κἄν ὑποκρίνωνται ὀρθοδοξεῖν∙ οὐ γάρ φυλάσσουσι τό πρόσταγμα τοῦ ἀποστόλου, τοῖς τοιούτοις, λέγοντος, μηδέ συνεσθίειν. πλέον, οὐκ ἐξερευνητέον, εἴ μετά τοῦ συνεστιαθέντος τῷ αἱρετικῷ ὅσδε συνεστιάθη, ζητεῖν, καί μετά τοῦδε ἕτερος, κἀντεῦθεν ἀνασειράζειν τόν λόγον καί ἀφίστασθαι πάντων. ἐθελόγνωμον τό χρῆμα καί οὐ τῶν ἁγίων∙ μέχρι γάρ τούτου, φησί, στῆθι, καί οὐχ ὑπερβήσῇ. μή γάρ οὐκ ᾔδεισαν ταῦτα ἐξερευνᾷν καί διαγγέλεσθαι ἡμῖν; ἀλλ' οὐδαμῶς. διό οὐκ ἐσθλόν μεταβαίνειν ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν. μεθ' οὗ δέ οὐκ ἐσθίομεν, οὐδέ δῶρον τούτου δεκτέον, εἴπερ διδαχθείς, ἅπαξ καί δίς ἀδιαφοροίη, καί οὐ πείθεται ἡμῖν.» (Φατ. 49, 143, 111 - P.G.99,1088/89).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος ἐπιτρέπει κατ’ οἰκονομίαν νά κοινωνῆ κάποιος ἀπό ἱερέα, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ὀρθόδοξο μέν Ἐπίσκοπο, πλήν ὅμως αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἀπό φόβο μνημονεύει τόν αἱρετικό Μητροπολίτη του.  Πρέπει ὅμως ὁπωσδήποτε ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός νά μήν συλλειτουργῆ μέ αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί Μητροπολίτες: «...μόνο μή συλλειτουργοῦντος αὐτοῦ αἱρετικοῖς».
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός μνημονεύει ἀπό φόβο τόν αἱρετικό Μητροπολίτη, πέραν τούτου ὅμως δέν ἔχει καμμία ἄλλη ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὅταν ὅμως ὁ ἱερεύς μνημονεύει αἱρετικόν Ἐπίσκοπο ἤ ὁ Ἐπίσκοπος αἱρετικόν Μητροπολίτη, ἀπό αὐτούς δέν κοινωνοῦμε, ἔστω καί ἄν παρουσιάζωνται μέ τά λόγια καί τίς ὁμολογίες  ὡς Ὀρθόδοξοι: «εἰ δέ αἱρετικόν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἄν μακαρίζῃ, κἄν ὀρθοδοξῇ, τῆς μέν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον...».
 Ἡ μνημόνευσις λοιπόν τοῦ Ἐπισκόπου κατά τή Θ. Λειτουργία καί τά Μυστήρια εἶναι τό βασικό σημεῖο, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει τήν ἐγκυρότητα ἤ μή τοῦ μυστηρίου καί τό γνώρισμα γιά τό ἐάν κάποιος πρέπει νά κοινωνήση ἀπό αὐτόν τόν ἱερέα ἤ ὄχι.  Ἐδῶ ὁ ὅσιος θέτει τά ὅρια τά ὁποῖα δέν πρέπει νά ξεπερνοῦμε ὅταν ἐρευνοῦμε τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, διότι, ἄν περάσωμε αὐτά τά ὅρια, ἐπισημαίνει, θά ἀπομακρυνθοῦμε ἀναγκαστικῶς ἀπό ὅλους «...καντεῦθεν ἀνασυράζειν τόν λόγον καί ἀφίστασθαι πάντων. ἐθελόγνωμον τό χρῆμα καί οὐ των ἁγίων∙ μέχρι γάρ τούτου φησί στῆθι καί οὐχ ὑπερβήσῃ».  Παρ’ ὅλα αὐτά κατηγορήθηκε ὁ ὅσιος ἀπό τόν καθηγητή καί τόν δέσποτα, ὅτι δέν διέκοψε τήν μνημόνευσι.
Μία ἀκόμη ἐπιστολή στήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ ὅσιος διά τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν Μοιχειανῶν εἶναι καί αὐτή πού ἔχει ἀποδέκτη τήν Σπαθαρέα Μαχαρᾶ.  Αὐτή τήν καταγράψαμε καί πρίν γιά τό θέμα τοῦ μολυσμοῦ, ἐπειδή ὅμως βασικά ἀναφέρεται εἰς τό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν Μοιχειανῶν, τήν σημειώνουμε πάλι χωρίς περαιτέρω σχολιασμούς:
«Ἂν δέ διά πταισμά τις ἔχῃ τό ἀκοινώνητον, δηλονότι τότε ἐκεῖνος κοινωνήσῃ, ὁπότ’ ἄν πληρωθῇ αὐτῷ τό ἐπιτίμιον. εἰ δέ διακρίνηται αὖ πάλιν δι’ αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον∙ τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ. Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπός καί κατ’ αὐτό πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις. γνωστόν δέ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν μοιχειανῶν ἐστι. φείσαιο τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς κεφαλῆς. ἔφης δέ μοι, ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. καί τί περί τοῦτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (Φατ. 553, 846,25- P.G.99,1668).
Ἀναφέρομε  μόνον ὅτι πάλι ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ἡ μνημόνευσις τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου δημιουργεῖ πρόβλημα ἐγκυρότητος τοῦ μυστηρίου.
Σέ ἄλλη ἐπιστολή ἐπίσης πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ὁ ὅσιος περιγράφει τό μαρτύριο ἑνός ἡγουμένου στήν περιοχή τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τόν ἐκεῖ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδή αὐτός ἀρνεῖτο νά τόν μνημονεύση, λόγῳ τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Εἰς αὐτήν τήν ἐπιστολή ὁ ὅσιος στιγματίζει μέ τά πλέον μελανά χρώματα τήν στάσι τῶν μοιχειανῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου νά ὑποτάξουν τούς ἀποτειχισμένους καί νά τούς ἐξαναγκάσουν νά τούς μνημονεύσουν καί διά τῆς μνημονεύσεως νά τούς ἀναγνωρίσουν ὡς Ἐπισκόπους, τούς ὑπέβαλον σέ διάφορα βασανιστήρια.  Μάλιστα τόν συγκεκριμένο ἡγούμενο τόν ἐβασάνισαν μέσα στόν ἴδιο τό ναό ὁ ὁποῖος ἐτιμᾶτο στούς Ἀρχαγγέλους. Ἐδῶ ὁ ὅσιος ὀνομάζει τόν συγκεκριμένο Ἐπίσκοπο «ἀλλοτριοεπίσκοπο, τῶν θηρίων ὠμότερο, μαθητή τοῦ διαβόλου, τύραννο κλπ.», τόν δέ ναό εἰς τόν ὁποῖο ἔγινε τό μαρτύριο «πραιτώριο Πιλατικόν».
Ἀναφέρομε ὅλο τό σχετικό τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς, διότι ἀποτελεῖ μία θαυμασία περιγραφή μαρτυρίου, μόνο καί μόνο ἐξ αἰτίας τῆς μνημονεύσεως καί γιά νά ἀνοίξουν τά μάτια τους καί ὁ καθηγητής καί ὁ δέσποτας, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ὅσιος δέν διέκοψε τήν μνημόνευσι.  Δηλαδή τήν διέκοψαν ἄλλοι λόγῳ  τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, τήν ὁποία ὁ ὅσιος ἀπεκάλυψε, ἐστηλίτευσε καί πρωτοστάτησε ἐναντίον της, ὁ ὅσιος τούς ἐκθειάζει ὡς μάρτυρες, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν διέκοψε τήν μνημόνευσι σύμφωνα μέ τούς νέους θεολόγους καί ἑρμηνευτές τοῦ ὁσίου:
«Ἐπί δέ τόν κολοφῶνα τοῦ λόγου μέτειμι. τίς οὕτω ἀκήκοε σχεδόν παράνομα καί ἔκτοπα χριστιανός, ἅ ὑπό τῶν δυσωνύμων μοιχειανῶν γεγένηται, λεγομένων μέν ἱεραρχῶν, ὄντων δέ ἀνιέρων ὑπό πάσης ἀποστολικῆς καί Πατρικῆς φωνῆς, καί ἄνευ τῆς αἱρέσεως; τύπτων οὕτω τίς τέτυφεν ἀνθρώπων (οὐ λέγω χριστιανική χείρ, ἀλλά βαρβαρική), δίς ἑκατοντάσι πρός ἑξήκοντα καί ἕξ μαστίγων, εἶτα μετ' οὐ πολύ, δίς δύο ἑκατοντάσι βουνεύρων ἐπί τόν νῶτον, ὡς ὁ γενναῖος γε ἀρχιεπίσκοπος, μᾶλλον δέ ἀλλοτριοεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καί οὐ τῶν ἀγελαίων τινά, ἀλλά μονάζοντα, καί τοῦτον ἡγούμενον, καί μάλα τόν εὐλαβέστατον, τοὔνομα Εὐθύμιον, τόν τῆς εὐθυμίας ὄντως φερώνυμον; ἐξέστη ἐπί τούτῳ ὁ οὐρανός· καί ἔφριξα ἐγώ ὁ τάλας, οἶμαι δέ καί πᾶς τις τῶν ἀνθρώπων τήν φυσική ἡμερότητά τε καί ἐλεημοσύνην ἔχων καί ἀκούων. ὅς εἰς τύπον Χριστοῦ ὀφείλων κεῖσθαι, καί τυπτόμενος μή ἀντιτύπτειν, καί τῶν θηρίων ὠμότερος γέγονεν, οὔ τι που ἴχνος χριστιανικόν φέρων, πολλοῦ γε εἰπεῖν ἱεραρχικόν. Καί ὑπέρ τίνος ὁ δαρμός; ἵνα τόν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητήν πείσῃ συνθέσθαι ἀναφέρειν αὐτόν ὡς ἱεράρχην. ἀλλ' ὤ τῆς γενναιότητος καί κραταιότητος τοῦ μάκαρος! (οὕτω γάρ δίκαιον εἰπεῖν), ὅτι καί μετά τοσαύτας πληγάς καί αἵματος ἁγίου ῥύσιν, ὡς φοινίσσεσθαι τά πέλματα τῶν ποδῶν τῶν ἐκεῖσε παρόντων, καί οἰονεί πηλοποιεῖσθαι τό πορφύρεον κονίαμα εἰς οἰκοδομήν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, κείμενος ἤδη βραχύ ἄπνους καί ἄφωνος, καί ἐρωτηθείς παρά τῶν κολαστῶν μνημονεύειν τόν τύραννον, φημί, ἀλλ' οὐκ ἀρχιεπίσκοπον, οὔ, φησίν ὁ μακάριος, οὕτω μέχρι θανάτου σχεδόν οὐ παρατρέψας τόν νοῦν, οὐ παρεκκλίνας τι τῶν ὀρθοδόξως ἐγνωσμένων αὐτῷ. Μικροῦ δή παρέδραμέ με ἀναγκαῖόν τι, ὅτι καί ὁ ναός τοῦ Θεοῦ πραιτώριον γέγονε Πιλατικόν. ἐκεῖσε γάρ, ἔφης, ἤτοι εἰς τό λεγόμενον τοῦ Ἀρχαγγέλου ἱερόν δόμον, τετύφθαι τόν μάρτυρα· ὅν οἱ μέν ἀτίθασοι τιμωροί εἴασαν ἡμιθνῆτα· τίς δέ χριστομίμητος λαβών ἐπί τόν ἴδιον οἶκον καί ταῖς αἱμοῤῥαγίαις καί ξεσμοσαρκίαις προσπλάσας κώδιον ἀρνοῦ ἀρτισφαγοῦς ἐζωοπύρησε τόν ἄνδρα, μικρόν δέ καί κατά βραχύ ἀναῤῥώσας, ἐξαπέστειλε λάθρᾳ διά τήν καλοῦσαν ἐντολήν, πεφευγότος τοῦ θανέντος ἤδη καί παραδόξως ἐξεγερθέντος εἰς στήλην ὀρθοδοξίας καί θρίαμβον τῶν κακοδόξων. Τί τούτων ἀσεβέστερον; τίς δέ παρά ὀρθοδόξων εἰς αἱρετικόν τοιαῦτα πέπραχεν; ἀλλ' ἵνα φανῇ κἀντεῦθεν αὐτῶν ἡλίκη ἡ ἀσέβεια τῶν μοιχειανιζόντων, καί τίς τίνος μαθητής, Χριστοῦ μέν ὁ τυπτόμενος κατ' αὐτόν καί φέρων, διαβόλου δέ ὁ τύπτων οὕτω ἱεράρχης καί ἔνθεν ἐκφοβεῖν βουλόμενος, καί ἐκδικῶν τά κατ' αὐτόν. οὗ ῥυσθείημεν τῆς μερίδος, ἀδελφέ, τοῦ δέ πρώτου εἴημεν σύν πᾶσιν εὐσεβέσι.» (Φατ. 51, 151, 12 - P.G.99,1096/97).
Ἐδῶ λοιπόν, δηλώνει ὁ ὅσιος ὅτι, ἡ μαστίγωσις καί τό μαρτύριο, ἔγινε γιά νά ἀναγκασθῆ ὁ ἡγούμενος νά μνημονεύση τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, μετά δέ τό μαρτύριο  καί ἐνῶ ἦτο σχεδόν ἄπνους καί ἄφωνος «ἐρωτηθείς παρά τῶν κολαστῶν μνημονεύειν τόν τύραννον, φημί, ἀλλ’ οὐκ ἀρχιεπίσκοπον, οὐ, φησίν ὁ μακάριος».  Αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης τόν ὁποῖον δέν ἐμνημόνευε ὁ ἡγούμενος πιθανόν νά ἦτο ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ, τόν ὁποῖο καθήρεσαν στή μοιχειανική Σύνοδο τοῦ 809 μαζί μέ τόν ὅσιο.
Ὁ ὅσιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἅγ. Ἰωσήφ μετά τήν καθαίρεσί του ἀπό τόν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, γράφει καί γιά ἕναν ἄλλον ἡγούμενο ὀνόματι Θεόσωστον, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἐξεδιώχθη ἀπό τή μονή του, διότι δέν ἐδέχθη νά ἔχη ἐκκλησιαστική κοινωνία καί νά μνημονεύση τόν διάδοχο τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ: «...Μή διαλείποις ὑπερευχόμενος τῆς ταπεινώσεώς μου κραταιῶς, ἀδελφοπάτορ μου καλέ καί ὁσιώτατε. γίνωσκε ἐνσταθέντα τόν Θεόσωστον, τοῦ μή κοινωνῆσαι αὐτόν ἐκ τοῦ ἀνιέρως ἀνελθόντος εἰς τόν θρόνον σου, καί ἐκδιωχθέντα νεανικῶς ἐκ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ.» (Φατ. 43, 127, 89 - P.G.99,1068).
Θά ἀναφέρωμε τέλος ἕνα τμῆμα ἀπό ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τόν Ὕπατο Δημήτριο, ἡ ὁποία ἔχει καταχωρηθῆ στίς ἐπιστολές τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, πιστεύω ἀπό λάθος, διότι ὁμιλεῖ ἐξ ὁλοκλήρου γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔχει γίνει καί μέ τήν ἐπιστολή πρός τήν Σπαθαρέα Μαχαρᾶ, τήν ὁποία προαναφέραμε. Εἰς αὐτό τό τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς ὁ ὅσιος ἐξηγεῖ μέ θαυμαστό τρόπο, γιατί κάποιοι μνημονεύονται στήν ἐκκλησία, ἐνῶ εἶχαν περιπέσει σέ βαριές καί θανάσιμες ἁμαρτίες, ὅτι ἡ μνημόνευσις αὐτῶν γίνεται μόνο καί μόνο ἐπειδή αὐτοί εἶχαν ὀρθόδοξο πίστι καί τονίζει ὅτι ἡ ὀρθόδοξος πίστις εἶναι τό βασικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο ἄν δέν ὑπάρχη, ἀπαγορεύεται κάποιον νά τόν μνημεύσωμε κατά τή Θ. Λειτουργία τά μνημόσυνα κλπ.:
«Ἀλλ’ ἐπί τό κατεπεῖγον ὁ λόγος. ἐλυπήθησαν, φησί, τινές διά τόν δεύτερον Ἡρώδην, (δηλαδή τόν αὐτοκράτορα Κων/νον τόν ΣΤ’) ὅτι ὀρθόδοξος ἦν καί ἡ ἐκκλησία μνημονεύει αὐτοῦ. πρῶτον μέν, Ἡρώδην σύνηθες λέγειν τούς κρατοῦντας, καθά φησιν ὁ Θεολόγος, ἐάν Ἡρώδῃ παραστῇς, σιώπησον˙ ...περί δέ τοῦ ὅτι ὡς ὀρθόδοξος μνημονεύεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐδέν προσίσταται τῷ εὐαγγελίῳ, ἐπεί μνημονεύεται καί Οὐαλεντινιανός, ἀλλ’ οὐ κατά τό δύο ὁμοῦ γυναῖκας ἔχειν παρανόμως, ἀλλά κατά τήν ὀρθήν πίστιν˙ καί Ἰοβιανός, ἀλλ’ οὖ, καθώς ἱστορεῖται, ὅτι ἀρρενοφθόρος ἦν˙ καί Νικηφόρος, ἀλλ’ οὐ καθό πλεονέκτης. καί πολλοῦ ἐστι λέγειν περί τῶν ἄλλων, οἵ, κἄν τά ἄλλα διαβεβλημένοι, διά δέ τήν ὀρθοδοξίαν μόνον μνήμης ἔτυχον ἐκκλησιαστικῆς» (Φατ. 443, 623, 9 – 625,51 - P.G.99,1657/60).
Ἐδῶ πρέπει ἐπί πλέον νά παρατηρήσωμε τήν ἀξιοθαύμαστη θέσι τοῦ ὁσίου, ὁ ὁποῖος τόν Αὐτοκράτορα Κων/νο τόν Στ΄ πού ἔγινε μοιχός μέ τόν παράνομο γάμο του, δέν τό θεωρεῖ αἱρετικό, ἀλλά ἁπλῶς ἁμαρτωλό καί διά τοῦτο διδάσκει ὅτι δύναται νά μνημονεύεται στήν Ἐκκλησία ὡς ὀρθόδοξος. Αὐτούς ὅμως οἱ ὁποῖοι συνήργησαν εἰς τό νά κατοχυρωθῆ συνοδικῶς ἡ μοιχεία καί νά ἀκυρωθῆ ἡ Εὐαγγελική ἐντολή καί δι’ αὐτῆς τό Εὐαγγέλιο, τούς θεωρεῖ αἱρετικούς, διδάσκει τήν ἀποτείχισι ἀπό αὐτούς, τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεώς των κλπ., καθώς καί τό ὅτι ἐπίσης γιά νά μνημονευθῆ κάποιος στήν Ἐκκλησία πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἔχη ὀρθόδοξο πίστι, ἔστω δηλαδή καί ἄν εἶναι ἁμαρτωλός. Αὐτό σημαίνει ὅτι πολύ περισσότερο δέν πρέπει νά μνημονεύωμε τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους στή Θ. Λειτουργία, τίς ἀκολουθίες καί τά Μυστήρια, διότι πέραν τῶν ἄλλων διά τῆς μνημονεύσεως αὐτῆς ταυτιζόμεθα μαζί τους κατά τήν πίστι.
Αὐτά διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, τά ὁποῖα φυσικά δέν δέχονται   οἱ Ἀντιοικουμενιστές.
   Τελικῶς πρίν καταλήξει ὁ δέσποτας στή μόνιμη ἐπωδό τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν περί τῶν συγχρόνων γερόντων, εἰσηγήθηκε καί τά ἑξῆς: «Πέραν αὐτοῦ ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι στὶς περισσότερες πολλοὶ σύγχρονοι, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται Γνήσιοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὁμιλοῦν καὶ παραπέμπουν συχνὰ σὲ κειμενικὲς μαρτυρίες τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἀλλὰ ἀκολουθοῦν, δυστυχῶς, μιὰ προκρούστεια μέθοδο, ἀφοῦ συστηματικά, μὲ ἀποσπασματικές, ἐπιλεκτικὲς καὶ συνθηματολογικὲς φράσεις, ἀποσιωποῦν καὶ ἀποφεύγουν νὰ ἀναφερθοῦν σὲ ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος συναφῶν κειμένων καὶ ὀρθοδόξων ἐκκλησιολογικῶν θέσεων τοῦ ἱ. Πατρός, οἱ ὁποῖες ἀναπτύσσονται μὲ σαφήνεια σὲ ὅλα τὰ συγγράμματά του».
Ἐδῶ πραγματικά εἶναι κατά τό δή λεγόμενο νά γελάη καί τό παρδαλό κατσίκι. Διότι αὐτήν ἀκριβῶς τήν «προκρούστεια μέθοδο» καί τήν ἀποσιώπησι ὅσων δέν ἐξυπηρετοῦν τήν γραμμή τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν τήν χρησιμοποιεῖ μονίμως καί κατ’ ἐξακολούθησιν ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καί φυσικά ὁ καθηγητής ὁ ὁποῖος τόν ἐκανοναρχοῦσε. Αὐτά δηλαδή τά ὁποῖα καταλογίζει στούς ἄλλους  συνθέτουν τόν καθρέπτη τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του. Μόνο πού, ὅπως προαναφέραμε, ἀπό ἀφέλεια καί χωρίς νά πολυπραγμωνήση τά ἀντέγραψε γιά νά ἐκφωνήση τήν εἰσήγησί του, ἀνέφερε καί διδασκαλίες τοῦ ὁσίου, οἱ ὁποῖες ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἔχουν ἐκτροχιασθῆ ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, ἡ ὁποία εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγ. Γραφῆς, τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων.
Καί βεβαίως ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ προβαίνει στήν ἀποθέωσι τῆς αἱρέσεως τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ καί τῆς ταυτίσεως τοῦ Ἐπισκόπου μέ τήν Ἐκκλησία, ἀσχέτως ἄν αὐτός εἶναι αἱρετικός.  Εἰσηγεῖται τά ἑξῆς:
 «Σεβασμιώτατε, γαπητο πατέρες, δελφο κα δελφές,
Ο θεοι Πατέρες δν πέκοπταν αυτος π τν κοινωνία του μ τν πίσκοπό τους κα τν κκλησία, λλ παρέμεναν ντς ατς, στω κα διαφωνώντας ντονα ν λόγοις, ργοις κα συγγραφας, γιατ νύστακτη μέριμνά τους, γωνία κα γνοιά τους, εχαν χαρακτρα ποιμαντικ κα τ κριτήριό τους ταν ταλάντευτα θεραπευτικό, σωτηριολογικό, καθς ταν κα παρέμεναν μέχρι τέλους ληθινο ποιμένες το ρχιποίμενος».
Αὐτά κατάλαβε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀντιγραφή πού ἔκανε ἀπό τήν μελέτη τοῦ καθηγητοῦ Τσίγκου. Ἔτσι λοιπόν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἦλθε στά μέτρα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, ἡ Ἐκκλησία στά μέτρα καί τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενιστῶν (Ἐπισκοποκεντρική), ὁ ἀγώνας τῶν Ἁγίων ἐναντίον τῆς αἱρέσεως στά μέτρα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν (χαρτοπόλεμος) καί ἡ ποιμαντική τους μέριμνα, ἡ ἀγωνία των καί τό ἀταλάτευτο θεραπευτικό τους κριτήριο ἦταν νά ἀφήσουν τούς πιστούς στό στόμα τῶν λύκων (τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων) μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου (δηλαδή μέ τά σημερινά δεδομένα εἰς αἰῶνας αἰώνων).
Συνεχίζοντας ὁ δέσποτας τόν ὕμνο τῆς ἐπισκοποκεντρικῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐπαναλαμβάνουν μὲ τὸ δικό τους τρόπο... «Μὴ φύγεις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία· ἐὰν ὅμως φύγεις ἡ αἰτία δὲν θὰ ὀφείλεται στὴν Ἐκκλησία. Ἐὰν μείνεις μέσα σ’ αὐτήν, ὁ λύκος τῆς αἱρέσεως δὲν τολμᾶ νὰ σὲ βλάψει. Ἐὰν δὲ ἐξέλθεις θὰ σὲ κατασπαράξει καὶ αὐτὸ θὰ ὀφείλεται στὴν δική σου μικροψυχία. Τίποτα δὲν εἶναι ἴσο μὲ τὴν Ἐκκλησία». Εἶναι εἰς τὸν εξαίρετο λόγο τῆς πρὸς Εὐτρόπιον «ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρέθη καί περί Παραδείσου».
Ἐδῶ ὁ δέσποτας ἔβαλε στόχο νά φέρη στά μέτρα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί ὅλους τούς Ἁγίους. Ὅλοι γνωρίζομε ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Εὐτροπίου δέν ἔχει καμμία, ἀπολύτως καμμία σχέσι μέ τά θέματα τῆς πίστεως.  Ὁ Εὐτρόπιος ὅταν εἶχε τήν ἐξουσία καί τήν εὔνοια τῆς βασιλίσσης, κατώρθωσε μέ νόμο νά θεσπίση τήν κατάργησι τοῦ ἀσύλου τῶν ναῶν. Ὅταν κατόπιν ὁ στρατηγός Γαϊνᾶς ἐκέρδισε τήν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου, ἐπέτυχε τήν ἀπομάκρυνσι τοῦ Εὐτροπίου, ὁ ὁποῖος καταδιωκόμενος κατέφυγε στόν καθεδρικό ναό καί κρατοῦσε τό θυσιαστήριο. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τότε μέ παρέμβασί του ἐπανέφερε τό ἄσυλο τοῦ ναοῦ καί ἔτσι ὁ Εὐτρόπιος ἐγλύτωσε τή σύλληψι. Ὅταν ἀργότερα ὁ Εὐτρόπιος ἐβγῆκε ἀπό τό ναό, προκειμένου νά φύγη κρυφά ἀπό τήν Κων/πολι, ἀνεγνωρίσθη καί συνελήφθη. Ἐν συνεχείᾳ καταδικάσθηκε σέ ἐξορία στήν Κύπρο καί τελικά καταδικάσθηκε σέ θάνατο.  Αὐτά τά ἱστορικά στοιχεῖα ἀναφέρονται στήν εἰσαγωγή τῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀπό τήν ὁποία ὁ δέσποτας ἀνέφερε παραφρασμένα κάποια λόγια του (ΕΠΕ 33,9,10).
Ἐδῶ ὁ δέσποτας ἔχει κάνει μία ἀθέμιτη καί κακόβουλη ἀλλοίωσι καί διαστροφή τοῦ γράμματος καί τοῦ πνεύματος τοῦ λόγου τοῦ Ἁγίου. Δηλαδή αὐτά πού εἶπε γιά τόν Εὐτρόπιο, ἐπειδή ἐβγῆκε ἀπό τό ναό καί συνελήφθηκε, τά ἀναφέρει ὁ δέσποτας ὅτι τά εἶπε προκειμένου νά διδάξη ὁ ἅγιος νά μήν ἀπομακρυνώμεθα ἐκκλησιαστικά ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἀλλά νά παραμένωμε ἐνσωματωμένοι μέ αὐτούς κατά τόν τύπο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Αὐτή ἡ δόλια καί πονηρή μέθοδος εἶναι ὄντως γνωστή καί στό γραφεῖο τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἐπειδή συνέβη πολλές φορές οἱ ὑπεύθυνοι αὐτοῦ, ὅσα οἱ Κανόνες καί οἱ Πατέρες ἀναφέρουν γιά ὅλα τά ἄλλα θέματα, αὐτοί τά συρράπτουν καί τά προσαρμόζουν ὅτι δῆθεν ἀφοροῦν στά θέματα τῆς πίστεως.
Παρουσιάζομε κατωτέρω τό ἐπίμαχο κείμενο στήν πρωτότυπη μορφή του, γιά νά φανῆ ἡ διαστροφή καί τήν δολιότητα τοῦ δεσπότου: «Μή λέγε ὅτι προεδόθη ἀπό τῆς Ἐκκλησίας ὁ προδοθείς∙ εἰ μή ἀφῆκε τήν ἐκκλησίαν, οὐκ ἄν προεδίδετο.  Μή λέγε, ὅτι καί κατέφυγε καί παρεδόθη∙ οὐχ ἡ Ἐκκλησία αὐτόν ἀφῆκεν, ἀλλ’ αὐτός τήν ἐκκλησίαν ἐφῆκεν. Οὐκ ἔνδοθεν παρεδόθη, ἀλλ’ ἔξωθεν. Διά τί κατέλιπε τήν ἐκκλησίαν; Ἐβούλου σώζεσθαι; Ὤφειλες κατέχειν τό θυσιαστήριον. Οὐκ ἦσαν ἐνταῦθα τοῖχοι, ἀλλά Θεοῦ πρόνοιαν ἡ ἀσφαλιζομένη. Ἁμαρτωλός ἦς; Οὐκ ἀποπέμπεταί σε ὁ Θεός∙ οὐκ ἦλθε γάρ καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν. Πόρνη ἐσώθη, ἐπειδή πόδας κατέσχεν. Ἠκούσατε τοῦ σήμερον ἀνεγνωσμένου; Ταῦτα δέ λέγω, ἵνα μηδέποτε εἰς Ἐκκλησίαν καταφεύγων ἀμφιβάλῃς. Μένε εἰς Ἐκκλησίαν, καί οὐ προδίδοσαι ἀπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό  Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία. Ἐάν μέν γάρ ᾖς ἔσω, ὁ λύκος οὐκ εἰσέρχεται∙ ἐάν δέ ἐξέλθῃς, θηριάλωτος γίνῃ∙ ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν»(ΕΠΕ 33, 108,15).
Ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς στήν παράφρασι ἐπικαλέσθηκε τά ἑξῆς: «Ἐάν μείνεις μέσα σ’ αὐτήν ὁ λύκος τῆς αἱρέσεως δέν τολμᾶ νά σέ βλάψει» ἐνῶ ὁ ἅγιος εἶπε τά ἑξῆς: «Ἐάν μέν γάρ ἦς ἔσω ὁ λύκος οὐκ εἰσέρχεται». Βλέπουμε ὅτι ὁ ἅγιος δέν ὡμίλησε γιά αἵρεσι, ἀλλά τήν αἵρεσι τήν συνέρραψε τεχνηέντως ὁ δεσπότης, προκειμένου νά καταδείξη ὅτι ὁ ἅγιος ἐδίδασκε τό νά παραμένωμε ἐνσωματωμένοι μαζί μέ τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, δηλαδή νά εὑρισκώμεθα μονίμως εἰς τό στόμα τοῦ λύκου. Ἄλλωστε στήν περίπτωσι τοῦ Εὐτροπίου δέν ὑπῆρχε θέμα αἱρέσεως καί ἀποτειχίσεως ἐξ αὐτῆς, ὅπως  ἐτίθετο στήν εἰσήγησι τοῦ δεσπότου.
Τελικῶς ὁ δέσποτας καταλήγει νά ἐπικαλῆται, γιά νά δέση κατά τό δή λεγόμενο τό θέμα, τήν τακτική τῶν συγχρόνων γερόντων. Δι’ αὐτά ἔχουμε ὁμιλήσει πάλιν καί πολλάκις καί δέν νομίζω ὅτι πρέπει ἐκ νέου νά ἀναφέρωμε τά ἴδια πράγματα. Ἄλλωστε καί οἱ Παλαιοημερολογίτες, καί οἱ Οἰκουμενιστές, καί οἱ Παπικοί ἀκόμη, ὁμιλοῦν γιά τέτοιους γέροντας καί ἁγίους, τούς ὁποίους ὁ καθένας ἀναλόγως προβάλλει, γιά νά ἐξυπηρετήση τούς ἰδικούς του σκοπούς.
Νομίζω ἐν τέλει ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑποδεικνύουμε εἰς τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. Σεραφείμ τίς διαστροφές καί κακόβουλες ἀλλοιώσεις τοῦ γράμματος καί τοῦ πνεύματος τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὀφείλει  ἤ νά δευτερολογήση καί νά ἀποδείξη ὅτι εἶναι λανθασμένες οἱ θέσεις μας, ἤ νά ζητήση δημοσίως ἤ ἔστω κατ’ ἰδίαν, ἐλλείψει θάρρους καί παρρησίας, συγγνώμη ἀπό τόν Ὅσιο γιά τήν διαστρέβλωσι καί παραμόρφωσι τῆς διδασκαλίας του.
 Θά συνεχίσουμε σύν Θεῷ μέ κριτική ἀναφορά  στήν εἰσήγησι τοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη.
                                                                          12/1/2015
                                                                     ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ
 ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.