Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Ήδη διδάσκεται η πεμπτουσία του Οικουμενισμού! Φανταστείτε τί θα γίνει με τα νέα θρησκευτικά!





    Τὸ βιβλίο Θρησκευτικῶν τῆς Γ΄ Γυμνασίου μὲ τὴ σημερινὴ μορφή του κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὸ 2013 (ἀριθ. σύμβασης: Π757-13-02).
    Δεῖτε, λοιπόν, τί ἤδη διδάσκονται οἱ μαθητές, πρὶν ἀκόμα ἔρθουν τὰ ἑπόμενα «Τετράδια μαθητή» (ἐδῶ) καὶ τὰ νέα βιβλία, ποὺ θὰ «βαρέσουν διάλυση» γιὰ τὸ μάθημα καὶ θὰ δυσκολεύονται πλέον νὰ τὸ διδάσκουν κι ὅσοι προσπαθοῦσαν νὰ τὸ κρατήσουν σὲ ὀρθόδοξα πλαίσια!
     Στὸ μάθημα 35 λοιπόν –εἶναι τὸ τελευταῖο μάθημα στὸ σχολικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἀπὸ πολλοὺς δὲν γίνεται, εἴτε συνειδητά, εἴτε λόγῳ ἔλλειψης χρόνου– εἶναι ἀποτυπωμένη καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸ διδάσκεταιπεμπτουσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τὰ παιδιά, δηλαδή, διδάσκονται ὅτι ὑπάρχει μιὰ ὀρθόδοξη Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 (ὅπως δίνεται ἡ ἐντύπωση στὸ μαθητή) καὶ ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες διηρημένες. «Μαθαίνει» δηλαδή, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ΜΙΑ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχουν κι ἄλλες ἑκατοντάδες Ἐκκλησίες ποὺ ἀνήκουν στὸ Π.Σ.Ε. καὶ ἀναγνωρίζουν τὸ Χριστὸ ὡς Σωτήρα τους.
    «Μαθαίνει» ἐπίσης γιὰ τὸ πόσο καλὸς καὶ ὀρθόδοξος εἶναι ὁ οἰκουμενιστὴς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ποὺ ἄρχισε διάλογο ἀγάπης μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες! «Μαθαίνει» ὅτι τὰ ἀναθέματα μεταξὺ Ὀρθόδοξης καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν ἐπιβληθεῖ μὲ τὸ σχίσμα τοῦ 1054, ἔχουν ἀπὸ τὸ 1964 καταργηθεῖ (χωρὶς καμιὰ πληροφόρηση ὅτι ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἔγινε, παρότι οἱ αἰτίες τοῦ σχίσματος παραμένουν καὶ πολλαπλασιάζονται!) καὶ ὅτι σὲ ἔνδειξη καλῆς θελήσεως μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐπιστρέφονται τὰ ἅγια λείψανα ποὺ κατέχουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ στοὺς Ὀρθοδόξους.
       Φανταστεῖτε τί θὰ γίνει μὲ τὰ νέα θρησκευτικά!






35. Το όραμα και οι προσπάθειες για την ενότητα των χριστιανών

    Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως εποχή του διαλόγου και της ένωσης των Eκκλησιών, επειδή καταβάλλονται προσπάθειες από τις διαιρεμένες χριστιανικές Εκκλησίες (τις διαφορετικές χριστιανικές «Ομολογίες», όπως ονομάζονται) να προσεγγίσουν η μια την άλλη, να συσφίξουν τις σχέσεις τους και να αγωνιστούν για την ένωσή τους. Η προσπάθεια αυτή για ενότητα αποτελεί για την Εκκλησία επιταγή του ίδιου του Χριστού, ο Οποίος εξέφρασε ως τελευταία του επιθυμία το να είναι όλοι οι χριστιανοί ενωμένοι.

Α. Η εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920

…Το περιεχόμενο της εγκυκλίου
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απηύθυνε τον Ιανουάριο του 1920 μια εγκύκλιο επιστολή «προς τις Εκκλησίες του Χριστού σ' όλο τον κόσμο». Στην εγκύκλιο αυτή τονιζόταν η ανάγκη να εκλείψει κάθε δυσπιστία, ώστε
να ενισχυθεί η αγάπη, που είναι προϋπόθεση για την επίτευξη της ένωσης. Η εγκύκλιος καλούσε όλες τις Εκκλησίες να συνεργαστούν για μία εθνική συνάντηση, προτείνοντας μάλιστα την ίδρυση μιας «κοινωνίας» Εκκλησιών κατά τα πρότυπα της Kοινωνίας των Εθνών.
Β. Η ίδρυση και το έργο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.)

Ο δρόμος προς την ίδρυση του Π.Σ.Ε.
Μετά από την άρνηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να συμμετάσχει στις ενωτικές προσπάθειες των χριστιανικών Εκκλησιών, η Ορθόδοξη Εκκλησία στράφηκε προς τον Προτεσταντισμό, ο οποίος (όπως τονίσαμε σε προηγούμενη ενότητα) είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για διάλογο με την Ορθοδοξία.

Έτσι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Προτεσταντικές Εκκλησίες διοργάνωσαν δύο συνέδρια που προετοίμασαν τη συνεργασία τους και οδήγησαν στην ίδρυση του Π.Σ.Ε. στο Άμστερνταμ το 1948. Εκεί πραγματοποιήθηκε η ένωση των δύο κλάδων συνεργασίας («Ζωή και Eργασία»/«Πίστη και Tάξη»). Οι Εκκλησίες διατήρησαν την αυτονομία τους μέσα στο νέο μεγάλο οργανισμό. Στο Καταστατικό του Π.Σ.Ε. καθορίστηκε ότι μέλη του μπορεί να είναι οι Εκκλησίες που αναγνωρίζουν τον Χριστό ως Σωτήρα.

Οι στόχοι του Π.Σ.Ε.
Το Π.Σ.Ε. επιδίδεται σε ποικίλες δραστηριότητες με σκοπό την προσέγγιση των Εκκλησιών (σύγκληση συνεδρίων και παρεμβάσεις σε θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος) και η συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σ' αυτές είναι εντονότατη.

Γ. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δραστηριοποιείται για την ενότητα
Μέχρι τη σύγκληση της Β' Βατικανής Συνόδου στη Ρώμη (1962-1965) δεν είχε σημειωθεί ούτε ένα βήμα προσέγγισης Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Η Β' Βατικανή Σύνοδος, όμως, τόνισε την ανάγκη να εγκαινιασθεί ο διάλογος με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στο πλαίσιο αυτό, το 1964 συναντήθηκαν στα Ιεροσόλυμα ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας Α'. Οι δύο πνευματικοί ηγέτες προσευχήθηκαν μαζί, ώστε η συνάντησή τους αυτή να αποτελέσει την αρχή για ουσιαστικό διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Αργότερα (1967 και 1968) αντάλλαξαν επισκέψεις σε Ρώμη και Κωνσταντινούπολη.
Σε ένδειξη καλής θέλησης, οι δύο Εκκλησίες αποφάσισαν να άρουν (καταργήσουν) τα αναθέματα που είχαν επιβληθεί κατά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ. Επίσης, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέστρεψε πολλά λείψανα αγίων, που είχαν μεταφερθεί από την Ανατολή στη Δύση κατά την περίοδο των Σταυροφοριών. Η προσέγγιση των δύο Εκκλησιών εγκαινίασε ένα νέο πνεύμα που ονομάστηκε «οικουμενικό».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.