Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

«Το εν τούτοις αδιαφορείν την επί του Χριστού παρρησίαν ημών αφαιρείται»


Μ. Βασίλειος – Επιστολή (262)

προς Μοναχόν Ουρβίκιον


Ν. ΣΑΚΑΛΑΚΗ 

Η επιστολή αυτή ως περιεχόμενο αποτελεί σύνθεση επισκοπικής–πνευματικής ποιμαντικής και θεμελιωδών στοιχείων–αξόνων της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας–Οντολογίας.
Κεντρική φιλοσοφία της επιστολής είναι ο Ορθόδοξος τρόπος υπάρξεως και λειτουργίας μιας μοναχικής αδελφότητας.
Οι θέσεις του Μ. Βασιλείου απηχούν την συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας για τον Μοναχισμό.
Για τον Μ. Βασίλειο Μοναχισμός και Εκκλησία δεν νοούνται αντιθετικά. Η Πίστη και η ζωή της Εκκλησίας πρέπει να είναι η καθημερινή καταγραφή μιας μοναχικής αδελφότητας και όχι μόνο μια εσωτερική ασκητική. Από την ορθή πίστη ξεκινά και βρίσκει τελείωση κάθε μοναχική αρετή. Ακόμη και ο πλέον απρόσιτος αναχωρητής δεν βρίσκεται έξω από την Εκκλησιολογική σφαίρα που περιγράφει–αναλύει ο Μ. Βασίλειος. Όλοι οι πιστοί συγκροτούν «μια Εκκλησία
κοινοβιακή», επισημαίνει ο αγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης (Επιστολή 53, P.G. 99), ενώ ο Ι. Χρυσόστομος λέγει σχετικά: «αγίους ποίησον δια της του Πνεύματος δόσεως και των ορθών δογμάτων» (Ε.Π.Ε., τόμος 14 σελ. 590). Επειδή οι ρίζες του Μοναχισμού είναι ευαγγελικές (Λουκ. 10,42. 14,33 κ.α.), πρέπει να υπάρχει ταυτότητα πίστεως μεταξύ των μοναχών, μεταξύ του Επισκόπου και ποιμνίου και, κυρίως, μεταξύ επισκόπου και Ευαγγελίου. Ο μοναχός δεν διαβαίνει στο αληθινό Πάσχα αντιστεκόμενος μόνο στη διαβρωτική ενέργεια των παθών αλλά προσφέροντας και την αυθεντική ομολογία πίστεως, ως υπόδειγμα ορθοδόξου βίου, δηλ. «αιδέσιμος εν πάσιν εκ του κάλλους της πολιτείας αυτού».
Για την επιστολή αυτή οι υπεύθυνοι Πανεπιστημιακοί καθηγητές σε σχόλιό τους γράφουν (Ε.Π.Ε., τόμος 2): «Η επιστολή αυτή, γραφείσα το 377, δεικνύει όλον το μεγαλείον της ψυχής του Μ. Βασιλείου. Γράφει προς τον Ουρβίκιον, προφανώς προϊστάμενον μοναχικής κοινότητας, εις απάντησιν επιστολής του, να επικοινωνή αφόβως και ελευθέρως μαζί του, διότι η υπεροχή των ανθρώπων, κρίνεται μόνο επί τη βάσει του φόβου των ενώπιον του Θεού. Ταυτοχρόνως δε φροντίζει με λεπτότητα ν’ απαλείψη μερικάς αιρετικάς αντιλήψεις, αι οποίαι εκυκλοφορούσαν εις το περιβάλλον του Ουρβικίου και ίσως εγένοντο δεκταί και από αυτόν τον ίδιον».
Πιστεύω, ότι το μεγαλείο του Μ. Βασιλείου βρίσκεται, κυρίως, στις εκκλησιολογικές ομολογιακές θέσεις του και όχι μόνο στην αυθεντικότητα των διαπροσωπικών (εν Χριστώ) σχέσεων των μελών της Εκκλησίας που εισηγείται, ως επίσκοπος–ποιμένας, στον μοναχό Ουρβίκιο.
Γράφει ο Ι. Πατήρ στον επίλογο της επιστολής του: «Ταύτα ουν παρακαλούμεν διορθώσεώς τε τυχείν εκκλησιαστικής και της προς τους αιρετικούς κοινωνίας υμάς απέχεσθαι, ειδότας ότι το εν τούτοις αδιαφορείν την επί του Χριστού παρρησίαν ημών αφαιρείται». Σε μετάφραση: «Συνεπώς παρακαλούμεν να υποβληθούν εις Εκκλησιαστικήν διόρθωσιν αυταί αι γνώμαι (οι αιρετικές) και να απέχετε της κοινωνίας με τους αιρετικούς, γνωρίζοντες ότι το να αδιαφορώμεν εις αυτά, αφαιρεί την ενώπιον του Χριστού παρρησίαν ημών».
Στον επίλογο αυτό φανερώνεται το αυθεντικό περιεχόμενο του ομολογιακού ήθους, ως τρόπος βίωσης της πνευματικής ζωής. Υπογραμμίζει ο Μ. Βασίλειος, στα πεδία Εκκλησιολογία και πνευματική ζωή, την ορθόδοξη στάση απέναντι σε μια αίρεση και όχι μόνο στην αίρεση του Αρείου, που καταδίκασε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος πενηνταδύο (52) χρόνια πριν από το 377.
Στο ιστορικό και θεολογικό πεδίο οι παράγοντες που προσδιορίζουν τη στάση έναντι μιας αιρέσεως είναι, σύμφωνα με το Μ. Βασίλειο: «Καταδίκη της αίρεσης και θεραπεία στις επιρροές της, με ταυτόχρονη απομάκρυνση από τους αιρετικούς και όχι μόνο από τον στοχασμό τους.
Χρειάζεται δηλ. επί πλέον και η απομάκρυνση των πιστών από την εκκλησιαστική λειτουργική «υπόσταση» της αίρεσης, όπως δηλ. ορίζει και ο μεταγενέστερος 15ος Κανόνας της Α-Β Συνόδου.
Επειδή οι δύο προηγούμενες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις–παράγοντες εκφράζουν οπωσδήποτε προθέσεις τότε, εάν δεν εφαρμοσθούν, από αδιαφορία ή σκοπιμότητα, το πνευματικό αποτέλεσμα είναι (νομοτέλεια): Υπάρχει αφαίρεση της παρρησίας (ημών) ενώπιον του Χριστού. «Το εν τούτοις αδιαφορείν την επί του Χριστού παρρησίαν ημών αφαιρείται», τονίζει κατηγορηματικά ο Ι. Πατήρ.
Αναμφίβολα, ο γραμματικός–συντακτικός στοχασμός προσεγγίζει το αληθινό νόημα της λέξεως «παρρησία», που χρησιμοποιεί ο Ι. Πατήρ.
Στο χωρίο Μαρκ. 8,32 διαβάζουμε: «και παρρησία τον λόγο ελάλει» (τα έλεγε αυτά με θάρρος και ξεκάθαρα).
Στο χωρίο Ιωάν. 7,4 διαβάζουμε επίσης: «ουδείς γαρ τι εν κρυπτώ ποιεί και ζητεί αυτός εν παρρησία είναι» (γιατί κανένας δεν κάνει τίποτα στα κρυφά και ο ίδιος να επιζητεί να έχει δημόσια δράση).
Επίσης στο Πραξ. 2,29: «Άνδρες αδελφοί, εξόν ειπείν μετά παρρησίας προς υμάς» (άντρες αδελφοί, μου επιτρέπεται να σας μιλήσω με θάρρος και χωρίς δισταγμό).
Τέλος, στην προς Εφ. 3,12, διαβάζουμε: «Εν ω έχομεν την παρρησίαν και προσαγωγήν» (Χάρη στο Χριστό έχουμε το θάρρος και την ελευθερία να προσέλθουμε στον Θεό). (Βλέπε και Εβρ. 3,6. 4,16. 10,19,35 και Α΄ Ιωάννου 2,28. 3,21. 4,17. 5,14).
Ετυμολογικά: παν-ρήσις (λόγος, ομιλία)
(Βλέπε λεξικό κ. Αναστάσιος Χατζηαργυρός)
Όταν, λοιπόν, υπάρχει αλλοίωση του Ορθοδόξου Χριστιανικού ήθους–δόγματος, τότε «αφαίρεση παρρησίας» σημαίνει Από-Χριστοποίηση της πνευματικής ζωής δηλ. στέρηση Θείας Χάριτος, όπως μας πληροφορεί το χωρίο Εφεσ. 3,12 (4η Ερμηνεία της λέξεως). Γι’ αυτό, πριν ακόμη υπάρξει Συνοδική καταδίκη μιας αιρέσεως, ήδη λειτουργεί ο πνευματικός νόμος άρσης της Θ. Χάριτος από τον αιρετικό, όπως διδάσκει ο Μ. Βασίλειος. Οπότε,  είτε «αιρετίζων» ονομασθή κάποιος είτε αιρετικός, όταν έχει αποδεχθεί μια αίρεση, τότε νομοτελειακά το αποτέλεσμα είναι η αφαίρεση της Θ. Χάριτος. Συμπερασματικά, όταν ισχύει «Το εν τούτοις αδιαφορείν την επί του Χριστού παρρησίαν ημών αφαιρείσθαι» (Μ. Βασίλειος) για έναν αδιάφορο πιστό ή συμβιβασμένο με την αίρεση, τότε αναλογιζώμεθα τι πνευματικές επιπτώσεις υπάρχουν στους θεράποντες της αίρεσης;
Σήμερα, πολύ λίγοι έχουν ευθυγραμμισθεί στην πνευματική γραμμή του Μ. Βασιλείου έναντι της αιρέσεως του Οικουμενισμού. Μέγα το πλήθος των «εν τούτοις αδιαφορούντων», οι οποίοι παρ’ όλα αυτά είναι… εντός Εκκλησίας!
Εύστοχα ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης υπογραμμίζει: «Ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως –ο Θεός οίδε– προδοσία εις ευρείαν κλίμακα συντελείται εν τοις κόλποις της Εκκλησίας» (Εκκλησιαστικός Στρουθοκαμηλισμός, σελ. 45).

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.