Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

«ΕΜΙΣΗΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ», της Χριστοΰφαντου



«ΕΜΙΣΗΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ...»

Της Χριστοΰφαντου
Πηγή: «Τελεβάντος»

Προφήτης Δαυΐδ μίσησε τήν πονηρευομένην κκλησίαν, δηλαδή τήν σύναξιν καί συναγωγήν τν νθρώπων πού μηχανεύονται, σχεδιάζουν, δρομολογον ργα πονηρά καί νεργον κρως ντίθετα πό τό θέλημα το Θεο.  
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων καί "μετά σεβν ο μή καθίσω» (Ψαλμός κε´, 5). Λαμβάνοντες τήν φράσιν ατήν μεταφέρομε τόν πόνον μας δι σα συμβαίνουν ες μερίδα το κλήρου, τς πολιτείας καί το λαο:
«μίσησα» κκλησίαν, πού συνεργάζεται καί συνδειπνε μέ τόν Καίσαρα καί παρουσιάζεται ες τόν κόσμον ς "χθύος φωνοτέρα καί βατράχου πραγοτέρα."
«μίσησα» κκλησίαν, πού «ρίπτει δωρ ες τόν ονον» της μέ ποτέλεσμα νά κχυδαΐζονται τά σια καί τά ερά.
«μίσησα» κκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν. (Κι ἐσύ, Χριστοΰφαντε, κοινωνεῖς μὲ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν· ὁ ἐπίσκοπός σας ὑποδέχτηκε μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες τὸν ἀρχηγό τῆς πονηρευομένης (ὅπως ἐσὺ τὴν περιγράφεις) αὐτῆς Ἐκκλησίας, τὸν Βαρθολομαῖο. Ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ τὴν ἐμίσησε καὶ μετ’ αὐτῆς οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν, ποία δέν ποκηρύσσει, πατερικ τ τρόπ, τόν πάρατον Οκουμενισμόν καί εκαίρως-καίρως κηρύσσει δθεν «Οκολογικήν Θεολογίαν». (Ἐσύ, ὅμως, Χριστοΰφαντε, κοινωνεῖς μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ τὴν ἐμίσησε καὶ μετ’ αὐτῆς οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν, πού τούς λύκους ρ, λλά δέν προφυλάσσει, μέ κήρυγμα φυπνιστικόν καί ποιμαντικόν, τό ποίμνιόν της πό "στρατεύματα κατοχς", τήν θνοκτονίαν, τόν φελληνισμόν, τήν ποδόμησιν τς παιδείας, τν παραδόσεων, τς στορίας, τς γλώσσης, πό τήν οκογενειοκτονίαν, τήν κοινωνικήν ξαθλίωσιν, νόμους ντιρατσιστικούς, πού σχεδιάζονται νεκεν δθεν νθρωπίνων δικαιωμάτων, ξαιρουμένων μως τν λληνορθοδόξων δικαιωμάτων (γιατί ραγε;)… (Ἐμίσησες, ἀλλὰ ἀποδέχεσαι, Χριστοΰφαντε, ὅλους αὐτοὺς τοὺς ποιμένες, καὶ κοινωνεῖς μαζί τους! Ὁ Δαυΐδ ὅμως, ἄλλα μᾶς διδάσκει. Ἀφοῦ δὲν τὰ τηρεῖς, γιατί τὸν ἐπικαλεῖσαι;).
«μίσησα» κκλησίαν, πού δέν ντιδρ ες τήν νέγερσιν τζαμιν καί νέχεται διαμαρτύρητα νά διδάσκεται τό ντίχριστον σλάμ ες τά ρθόδοξα θεολογικά σπουδαστήρια.
«μίσησα» κκλησίαν, πού δέν διακηρύσσει πώς τά «πάθη τς τιμίας» καί τά πονηρά ργα τς σαρκός, μοφυλοφιλία, συμβίωσις τν μοφύλων καί τά πακόλουθα ατν εναι ο παχθέστερες τν μαρτιν, πού πιφέρουν τήν «ργήν το Θεο πί τούς υούς τς πειθείας». 
«μίσησα» κκλησίαν, πού, ν ες θέματα πίστεως καταντ τήν οκονομίαν παρανομίαν μέ τό νά καταργ πρακτικά ντελς τούς Κανόνας, π.χ. μνηστεύοντας τά κωλύματα ερωσύνης, κλπ., ες θέματα μως ξουσίας καί δικαιοδοσίας ψάχνει καί τήν τελευταίαν ποπαράγραφον το τελευταίου "ποκανόνος" διά νά περασπισθ τά «δικαιώματά» της. (Ἐσύ, ὅμως, Χριστοΰφαντε, ἀντὶ νὰ μισήσεις αὐτοὺς ποὺ κατεξουσιάζουν τοὺς πιστούς, ἔχεις κηρύξει (μετὰ τῶν συμμάχων σου) πόλεμο σὲ ἐκείνους ποὺ διώκουν, καθαιροῦν καὶ ἀφορίζουν οἱ Ἐπίσκοποι αὐτῆς τῆς πονηρευομένης Ἐκκλησίας· κι ἕνας ἀπὸ τοὺς διῶκτες εἶναι καὶ ὁ Ἐπίσκοπός σου).
«μίσησα» κκλησίαν, πού κάνει περικοπές, λλαγές, λλοιώσεις… ες τάς λειτουργικάς διατάξεις, ες τάς καθιερωμένας κολουθίας, ες τά Τυπικά, κλπ., (μεταφράσεις τν Λειτουργικν κειμένων, κλπ.) θέλοντας δθεν νά βοηθήσ καί νά οκονομήσ τούς πιστούς μέ ποτέλεσμα, ντί νά βοηθ καί νά κκλησιαστικοποι τούς πιστούς, νά τούς ποκόπτ πό τήν κκλησιαστικήν κρίβειαν.
«μίσησα» κκλησίαν, πού μνηστεύει μαρτίας, πως ες θέματα ποφυγς τεκνογονίας, προγαμιαίων σχέσεων, κλπ.
«μίσησα» κκλησίαν, πού ο ποιμένες της εναι μόνον «θρόνων διάδοχοι» καί οχί ταυτοχρόνως καί «τρόπων μέτοχοι». (Ὁμολογεῖς, δηλαδή, Χριστοΰφαντε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ψευδεπίσκοποι, κι ὅμως, μετ’ ὀργῆς ἀποκρούεις τὴν Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτούς, τρομάζεις στὴ σκέψη τῆς Διακοπῆς τοῦ Μνημοσύνου τους· ἀλλ’ ὁ Δαυΐδ «ἐμίσησε» καὶ μετ’ αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας οὐκ ἐκάθισε).
«μίσησα» κκλησίαν ρισμένων κληρικν, τν ποίων συμπεριφορά εναι παγιωμένη ες «δύο μέτρα καί δύο σταθμά» καί ο ποοι προσκολλνται μέν ες τό «γράμμα το νόμου», ταν δέ ατό ντιβαίν ες τά «καλά καί συμφέροντα», νακαλύπτουν μέ συγκίνησιν τό «πνεμα το νόμου». 
«μίσησα» κκλησίαν, πού πιτρέπει νά καλλιεργται τό γκάθι το ρρωστημένου "Γεροντισμο" καί νά αξάν τό τριβόλι τς πνευματικς ξαρτήσεως πό ρισμένους ατοτιτλοφορουμένους "διορατικούς Γεροντάδες", μέ παρενέργειες προσωπολατρίας. (Γιὰ κοίταξε, Χριστοΰφαντε, δίπλα σου. Μήπως τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὸ Γέροντά σου;).
«μίσησα» κκλησίαν, που μερίδα δυστυχς το γγελικο τάγματος τν μοναχν μετετράπη ες νεοεποχητικόν χημα καί δούρειον ππον τς Ερωπαϊκς νώσεως καί λλων «εεργετν», πού χουν μεταλλάξει τάς μοναχικάς ποσχέσεις ες σχέσεις διεθνος καί γχωρίου μάρκετινγκ. Μάλιστα, καθ ν στιγμήν ν ψυχρ θίγεται καί προσβάλλεται τό ρθόδοξον Δόγμα, ποδομεται ρθόδοξος Παράδοσις, προωθεται κκοσμίκευσις τς κκλησίας, κλπ., ατοί ντί νά στηλιτεύουν μέ σθένος καί νυποχώρητον καί διαπραγμάτευτον λόγον τά κακς κείμενα, βουβάθησαν, διότι πέκτησαν τήν «νοεράν νοχον σιωπήν»…
«μίσησα» κκλησίαν μερίδος λαϊκν, ο ποοι "κχριστιανίζονται" μόνον τάς Κυριακάς, ν τόν πόλοιπον χρόνον φέρωνται ς εδωλολάτρες, χοντες μάδα αματος Α "Φαρισαϊσμο" καί φαινομενικήν συμπεριφοράν «Καλο Σαμαρείτου» ες τήν κκλησίαν. Τελνες, σωθεν ες τάς Λειτουργικάς συνάξεις καί Φαρισαοι ξωθεν ες τούς κοσμικούς κύκλους. Κατά τά λλα, διαλαλον δημόσια, τι δθεν τούς νοχλε σιωπή τς κκλησίας διά τά τεκταινόμενα…
«μίσησα» κκλησίαν, πού πιτρέπει τήν προσβολήν το νθρωπίνου προσώπου καθώς καί τά γκλήματα μέσ τν μβλώσεων, τς ξωσωματικς γονιμοποιήσεως, τς εθανασίας, κλπ., μέ τό πικάλυμμα καί τήν «βοήθειαν» τς κατευθυνομένης Βιοηθικς πιστήμης, ποία καθορίζει τά πλαίσια τν φαρμογν τς ατρικς.
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων», πού ποδέχεται, ν νόματι δθεν τς ζως, τόν λεγόμενον «γκεφαλικόν θάνατον» ς σόκυρον το βιολογικο θανάτου καί τήν πρακτικήν τν μεταμοσχεύσεων ζωτικν ργάνων πό «γκεφαλικά νεκρούς», δηλαδή πό ζντες. (Ναί, ἀλλὰ ἐμίσησες καὶ κάποιους (ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους) ποὺ πολεμοῦν τὰ περὶ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου; Ὄχι βέβαια. Ἀντίθετα κοινωνεῖς μὲ αὐτοὺς τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ διδάσκουν μὲ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα τὶς δολοφονίες ἀθώων καὶ τὴν σύγχρονη "Ἱερὰν" Σύνοδο ποὺ μὲ Ἐγκύκλιο σιγοντάρει τὶς δολοφονίες!).
«μίσησα» κκλησίαν, πού, ν νόματι δθεν το ατεξουσίου, νέχεται τόν πολιτικόν γάμον καί σιωπ ες τήν θεολόγητον ποτέφρωσιν τν νεκρν.
«μίσησα» κκλησίαν, πού ρισμένοι, κόμη καί θεολόγοι, προβάλλουν δικήν των αρετικήν νθρωπολογίαν (ξελικτική Δημιουργία), πού θεωρε τι νθρωπος προέρχεται πό τόν πίθηκον, καί κάποιοι μάλιστα θέλουν νά τήν κατοχυρώσουν παρερμηνεύοντας καί διαστρέφοντας τούς Πατέρας.
«μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων», πού ποτροπιάζει ες κάθε πάρχουσαν κοινωνικήν σθένειαν καί μολύνεται πό κάθε όν τς Νέας ποχς.
«μίσησα» τήν «κκλησίαν πονηρευομένων», πού δέν κηρύσσει Χριστόν καί τοτον σταυρωμένον καί ναστάντα. 
«μίσησα»... Οαί τος πονηρευομένοις…
(Δὲν τοὺς ἐμίσησες, Χριστοΰφαντε, ἀντίθετα τοὺς ἀγαπᾶς, ἀφοῦ κοινωνεῖς μαζί τους. Νά, τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνεις, ἂν εἶχες μισήσει (τὴν βλασφημία τους, ἀσφαλῶς, κι ὄχι τοὺς ἴδιους) καὶ ἤθελες νὰ «συμμιαίνεσαι αὐτοῖς» διὰ τῆς κοινωνίας. Τὸ διδάσκουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, κι ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἐφραίμ: «Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε». Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ μετανοίας καὶ κατανύξεως, l. 29-36).
Κριτήρια γνησιότητος καί αθεντικόν δεγμα καρδίας γαπώσης τόν Χριστόν καί τήν κκλησίαν Του, μεταξύ τν λλων, εναι τό «μισον μσος», τό ποον εναι πέρτερον πάσης «γάπης», πόνος καί ποστροφή πού θά πρέπ νά ασθάνεται κάθε ρθόδοξος πιστός πρός τήν ποικίλην μαρτίαν, πλάνην καί αρεσιν. 
Εθε λοι μας νά μισήσωμε κάθε «κκλησίαν πονηρευομένων», δηλαδή νά μήν συναναστραφομε καί συνεργασθομε ποτέ μέ τούς σεβες νθρώπους ατο το "συναφιο", νά μή γίνωμε μέλη τς «κλίκας» ες τήν ποίαν πιπολάζει μαρτία. Τοτέστιν, νά μισήσωμε τήν μαρτίαν, χι τόν νθρωπον καί νά γαπήσωμε ,τι μς διδάσκει «Μία γία Καθολική καί ποστολική κκλησία».

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Βαρυσήμαντη επιστολή της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους για τα «ανοίγματα» του Πατριάρχη με τον Πάπα


P8240029
Πηγή: "Ἀκτίνες"
ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ Ι. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓ. ΟΡΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ «ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ
Βαρυσήμαντη επιστολή έστειλε η Ι. Κοινότητα Αγ. Όρους στον Οικουμενικό Πατριάρχη, με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι τον Νοέμβριο, κατά την εορτή του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα.
Μεταξύ άλλων οι Αγιορείτες αναφέρουν ότι είναι τουλάχιστον καινοφανή όσα συνέβησαν στο Φανάρι και μάλιστα ο λειτουργικός ασπασμός του Πατριάρχη με τον Πάπα, ενώ η αγιορείτικη παράδοση είναι γεμάτη από παραδείγματα αγίων που μίλησαν για την πλάνη και την αίρεση των Λατίνων. Επίσης είναι πολλοί Αγιορείτες, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Πρώτος, που μαρτύρησαν γιατί δεν δέχθηκαν να «συμφρονήσουν με τους Λατινόφρονες».
Η συνέχιση του θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς, που επιμένουν στις αιρετικές τους δοξασίες, έχει ως μόνο αποτέλεσμα τον σκανδαλισμό των πιστών, αναφέρουν στη συνέχεια.
Τέλος προειδοποιούν τον Πατριάρχη και υπενθυμίζουν ότι πριν από πενήντα χρόνια οι περισσότερες αγιορείτικες μονές διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν εκείνος προχώρησε στην άρση των αναθεμάτων με τους παπικούς.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής, το οποίο μόλις πρόσφατα έγινε γνωστό.
Θα απαντήσει ο Πατριάρχης στους Αγιορείτες;
Σημειώνουμε ότι είναι σεβαστή η στάση της Ι. Κοινότητας του Αγίου Όρους να μη κοινοποιεί τα κείμενα των επιστολών της. Για θέματα όμως που αφορούν την Ορθόδοξη Πίστη μας, όπως αυτής της επιστολής, είναι καλό να γίνονται γνωστά, αφού όλοι οι πιστοί θέλουν να γνωρίζουν τις θέσεις του Αγίου Όρους.

ΚΑΡΥΑΙ  ΤΗι  18ῃ/31ῃ Δεκεμβρίου 2014
ΑΡΙΘ. ΠΡΩΤ. Φ.2/7/3012

Τῇ Αὐτοῦ Θειοτάτῃ Παναγιότητι
Τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ
Κυρίῳ κῳ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ωι
Πανσεβάστῳ Πατρὶ ἡμῶν καὶ Δεσπότῃ

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,
Τὴν Ὑμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα βαθυσε­βάστως ἐν Κυρίῳ προσαγορεύομεν, ὑποβάλλοντες τὸ υἱϊκὸν ἡμῶν σέβας καὶ τὰς ταπεινὰς εὐχὰς διὰ τὴν ἐπὶ θύραις ἐπιτολὴν τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, νυχθημερὸν μνημονεύοντες τοῦ σεπτοῦ Ὑμῶν ὀνόματος ἐν ταῖς πρὸς Κύριον ταπειναῖς δεήσεσιν ἡμῶν.
Ἀξιωθέντες ἐγκαταβιοῦν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Κυρίας Θεοτόκου Περιβόλιον, τελοῦντες τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας ἤ ἀναγινώσκοντες τὰ τῶν θεοφόρων πατέρων συγγράμματα, ἄλλοτε μὲν τιμῶμεν τὸν ἐν ἁγίοις ἱερομάρτυρα Κοσμᾶν τὸν Πρῶτον καὶ τοὺς σὺν Αὐτῷ, διότι μὲ τὴν ὁμολογίαν καὶ τὸ αἷμα των «ἐτήρησαν ἄμωμον τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς πλάνης καὶ τῆς αἱρέσεως» «μὴ θελήσαντες συγκοι­νωνῆσαι καὶ συμφρονῆσαι τοῖς Λατινόφροσι» (τροπάριον τρίτης ὠδῆς  καὶ Κοντάκιον), ἄλλοτε δὲ μετὰ τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου μακαρίζομεν τὸν Ἅγιον Μάρκον Ἐφέσου τὸν Εὐγενικόν, διότι «ὤφθη ἀνένδοτος ταῖς τῶν ἐναντίων ἐπιφοραῖς, τῆς θείας πίστεως λυμαινο­μένης τοῖς παραχαράκταις Λατίνοις» (Δοξαστικὸν μικροῦ ἑσπερινοῦ) καὶ ἄλλοτε ἀναγινώσκομεν τὸν Ὅσιον Σιλουανὸν ἀναβοῶντα: «Πόσον μακάριοι εἴμεθα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ διότι ὁ Κύριος ἔδωκεν ἡμῖν τὴν ζωὴν ἐν Πνεύματι... Πιστεύω μόνον εἰς τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι εἰς Αὐτὴν εὑρίσκεται ἡ χαρὰ τῆς σωτηρίας, ἥτις ἀποκτᾶται διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐν Χριστῷ»!
Ἀνατραφέντες εἰς τὴν πνευματικὴν ταύτην παράδοσιν καὶ μελετῶντες τοὺς ἀγῶνας τῶν πάλαι τε καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων πατέρων διὰ τὴν ἀκαινοτόμητον τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας πίστιν, δυσκολευόμεθα νὰ κατα­νοήσωμεν τὰ διατρέξαντα κατὰ τὰς ἑορτίους ἡμέρας ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρω­τοκλήτου, τοῦ Πατριάρχου ἡμῶν, κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἱερωτάτην στιγμὴν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἐξελθόντος ἐκ τοῦ ἱεροῦ βήματος διὰ νὰ δώσῃ λειτουργικὸν ἀσπασμὸν εἰς τὸν ἐνδεδυμένον τὸ ὠμόφορον Πάπαν Ρώμης, ὅστις καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν προσευχήν!
Ἀκροώμενοι τὴν ἀνησυχίαν τῶν ἐνα­σκου­μένων ἐν τῇ Ἁγιωνύμῳ Πολιτείᾳ πατέρων καί ἀδελφῶν, ἐκφράζομεν τὸν συνέχοντα ἡμᾶς προβληματισμόν, διότι τὰ ὡς ἄνω  πληγώνουν τὸ ὀρθόδοξον δογματικὸν καὶ λειτουργικὸν αἴσθημα καὶ προκαλοῦν σύγχυσιν εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἀνὰ τὸν κόσμον χριστιανῶν, ἐπαναλαμβανόμενα δὲ δίδουν τὴν αἴσθησιν ὅτι οὐδὲν ὠφελοῦν ἀλλὰ μᾶλλον σκανδαλισμὸς γίνεται, δεδομένης τῆς στασιμότητος τοῦ ἀπὸ δεκαετιῶν ἀρξαμένου θεολογικοῦ διαλόγου, ὥστε τὸ ὅραμα τῆς ἐν ἀληθείᾳ καὶ μιᾷ πίστει ἑνώσεως, νὰ φαντάζῃ ὡς ἀνέφικτος πραγματικότης, ὅτε δὲ μάλιστα πολλοὶ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀπογοητευμένοι ἐκ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἐμφορουμένης ἐκ τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν δοξασιῶν τοῦ παπισμοῦ, ἀναζητοῦν διέξοδον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ὡς Ἱερὰ Κοινότης, Παναγιώτατε, ἐθεωρήσαμεν υἱϊκὸν ὄφλη­μα ἵνα μεταφέρωμεν τὴν ἀγωνίαν ἡμῶν, ἐπιποθούντων ἵνα παραμείνῃ ἀπαρα­σά­λευτος ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης τῶν ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξων καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἁγιο­ρει­τικοῦ Σώματος, διότι, δὲν ἀποκρύπτομεν ὅτι ἰδιαιτέρως μᾶς θλίβει καὶ ἀνησυχεῖ τὸ ἐνδεχόμενον ἀναβιώσεως τῶν ἐνταῦθα πρὸ πεντηκονταετίας διαδραματισθέντων γεγο­νότων, τὰ ὁποῖα βεβαίως καὶ ἀπευχόμεθα, ὑφιστάμενοι εἰσέτι τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας αὐτῶν, ὡς ἄλλωστε ἀνεφέρθη Ὑμῖν καὶ διὰ τοῦ ὑπ᾽ ἀρ. Φ2/7/1679/18.7.2014 ἱεροκοι­νοτικοῦ ἡμῶν γράμματος.
Γινώσκοντες τὸ βαρὺ φορτίον, τὸ ὁποῖον ἐπωμίζεσθε, ὑποβάλλομεν ταῦτα μετὰ πόνου καὶ συνοχῆς καρδίας, υἱϊκῶς παρακαλοῦντες ὅπως πατρικῶς φροντίσητε ἵνα ἀναπαύητε τὰς συνειδήσεις τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε», ἐξαιτούμενοι τὰς πατριαρχικὰς Ὑμῶν εὐχὰς καὶ κατασπαζόμενοι βαθυσεβάστως τὴν Τιμίαν Ὑμῶν Δεξιάν