Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Τελωνου και Φαρισαιου

 

+ Μητρ. Σερβιων και Κοζανης Διονυσιου

 

    Ανάμεσα στις παραβολές που είπε ο Ιησούς Χριστός είναι και η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Σ’ αυτή την παραβολή ο ουράνιος Διδάσκαλος με απλά λόγια δίδαξε και είπε για την υπερηφάνεια και για την ταπεινοφροσύνη. Και η Εκκλησία, μπαίνοντας  στο Τριώδιο, διαβάζει την παραβολή αυτή, για να μας υπενθυμίσει πως η ταπεινοφροσύνη είναι το πρώτο σκαλοπάτι στην κλίμακα, που μας ανεβάζει στην πνευματική μας προκοπή και τελείωση. Το Τριώδιο, μέσα στο εκκλησιαστικό έτος, είναι μία περίοδος προσευχής και μετάνοιας των ορθόδοξων χριστιανών από σήμερα ως την εορτή του Πάσχα. Αλλ’ ας ακούσουμε την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου στη δική μας απλή γλώσσα.
    «Είπε ο Κύριος αυτήν εδώ την παραβολή. «Δυό άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος Τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν στον εαυτό του με αυτά τα λόγια. “Θεέ μου, σε ευχαριστώ, γιατί εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, τους κλέφτες, τους άδικους, τους άτιμους ή και σαν τούτον εδώ τον Τελώνη· νηστεύω δυό φορές την εβδομάδα και δίνω το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματα μου”. Κι ο Τελώνης στεκόταν από μακρυά και δεν ήθελε μηδέ τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, μόνο χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε· “Θεέ μου, συγχώρεσε με τον αμαρτωλό”. Σας λέγω λοιπόν πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του δικαιωμένος μπροστά στο Θεό παρά ο άλλος. Γιατί όποιος περηφανεύεται θα ταπεινωθεί κι όποιος ταπεινώνεται θα υψωθεί».
      Ο Ιησούς Χριστός είπε την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου για να καταδικάσει την υπερηφάνεια. Είχε να κάνει με τους Φαρισαίους, που ήσαν άνθρωποι γεμάτοι εγωισμό και υπεροψία· πίστευαν για τον εαυτό τους πως ήσαν δίκαιοι και άγιοι, περιφρονούσαν τους άλλους ανθρώπους και τους έβλεπαν όλους αμαρτωλούς. Αλλά τέτοιοι Φαρισαίοι βέβαια δεν ήσαν μόνο τότε, μα υπάρχουν πάντα, γεμάτοι υποκρισία και φουσκωμένοι από εγωισμό και υπερηφάνεια· αυτοί είναι σίγουροι για την αγιοσύνη τους κι όλους τους άλλους τους βλέπουν αμαρτωλούς. Γιατί τέτοια είναι η υπερηφάνεια· τυφλώνει τους ανθρώπους και τους σηκώνει τα μυαλά, και τους κάνει να βλέπουν τον εαυτό τους εκείνον που δεν είναι. Μα τέτοιους ανθρώπους υπερόπτες και φαντασμένους δεν τους θέλει ο Θεός.
     Έχεις εσύ τη γνώμη πως είσαι δίκαιος και άγιος, πως ξέρεις καλά και εφαρμόζεις πιστά το νόμο του Θεού· πως είσαι προσεκτικός κι αλάθευτος, πως μπορείς να ελέγχεις όλο τον κόσμο και πως δεν μπορούν να σε ψέξουν σε τίποτα. Βλέπεις αν είναι κανένα σκουπίδι στο μάτι του αδελφού σου και δεν βλέπεις το δοκάρι που είναι στο μάτι το δικό σου. Έτσι λοιπόν που το πιστεύεις για τον εαυτό σου κι έτσι που το θαρρείς για τους άλλους, βλέπεις τον εαυτό σου άγιο κι όλους τους άλλους αμαρτωλούς. Είναι πολλών λογιών η υπερηφάνεια των ανθρώπων, μα ο Ιησούς Χριστός με την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου μάς ομιλεί για την υπερηφάνεια, που πολλοί δείχνουν όχι πια απέναντι στους ανθρώπους, μα απέναντι στο Θεό και μάλιστα στην ώρα της προσευχής. Πάνε τάχα για να προσευχηθούν κι εκεί δείχνουν πως μήτε το Θεό σέβονται μήτε τους ανθρώπους αγαπούν. Δεν προσεύχονται για να ζητήσουν από το Θεό, αλλά για να δώσουν· ας λένε «ευχαριστώ», αλλ’ είναι σαν και να ζητούν να τους πει ο Θεός «ευχαριστώ» για την αρετή και την αγιοσύνη τους. Τέτοια προσευχή δεν τη δέχεται ο Θεός.
    Αλλά ο Ιησούς Χριστός είπε την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου όχι μόνο για να καταδικάσει την υπερηφάνεια, αλλά και για να διδάξει την ταπεινοφροσύνη. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη αρετή του χριστιανού και είναι το θεμέλιο, επάνω στο όποιο στεριώνεται και χτίζεται το οικοδόμημα όλων των αρετών. Και τί τάχα είναι η ταπεινοφροσύνη; Να έχουμε πάντα σωστή γνώση και γνώμη για τον εαυτό μας· να ξέρουμε τί είμαστε και τί δεν είμαστε. Όταν το ξέρουμε αυτό καλά, τότε βλέπομε πως πάντα είμαστε πολύ λιγότερο απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να ήμασταν· τότε πειθόμαστε πως οι παραλείψεις και τα σφάλματά μας είναι πολύ περισσότερα και μεγαλύτερα από τις κάποιες τυχόν αρετές μας. Μα κι όταν είμαστε κάτι, κι αυτό δεν είναι δικό μας κατόρθωμα, γιατί ο Θεός είναι που μας δίνει και ζωή και υγεία και νου και περιστάσεις και τα πάντα. Γι’ αυτό η θεία Γραφή λέγει· «Τί έχεις, που δεν το έλαβες; Κι αφού το έλαβες, τί λοιπόν καυχιέσαι;».
     Ταπεινοφροσύνη δεν είναι η ταπεινολογία· να μιλάς και να κάνεις τον ταπεινό, και μέσα σου να είσαι γεμάτος υπερηφάνεια. Ταπεινοφροσύνη αληθινή είναι του Τελώνη, όπως τον βλέπουμε στην παραβολή. Προσεύχεται και μηδέ τα μάτια του τολμά να σηκώσει στον ουρανό, μόνο χτυπά το στήθος του και λέγει τα ίδια λόγια· «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Γιατί η προσευχή τού ταπεινού είναι ολιγόλογη και δεν ζητάει από το Θεό παρά το έλεός του. Ο ταπεινός δεν δικαιώνει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, μα τον καταδικάζει· και ζητάει όχι να τον αμείψει ο Θεός για την αρετή του, μα να τον  λυπηθεί για τις αμαρτίες του. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, στη θεία Λειτουργία και σ’ όλες τις ιερές Ακολουθίες λέγει πολλές φορές το «Κύριε, ελέησον». Αυτή είναι η πιο σύντομη κι η πιο θερμή απ’ όλες τις προσευχές· είναι η προσευχή των ταπεινών και των αληθινά ευσεβών ανθρώπων, η προσευχή του Τελώνη. Τη μεγάλη απόσταση που μας χωρίζει από το Θεό, μόνο το έλεός του τη γεφυρώνει·  μόνο το θείο έλεος, όταν το ζητούμε ειλικρινά και ταπεινά, μας δικαιώνει απέναντι του Θεού και μας σώζει.
     Το ξέρουμε πολύ καλά πως τώρα οι άνθρωποι δεν έχουν διάθεση για να ακούσουν κήρυγμα της Εκκλησίας σαν το σημερινό. Κάπως αλλιώς θέλουν πολλοί και το κήρυγμα στον καιρό μας τάχα πιο συγχρονισμένο, πιο κοινωνικό και πιο πρακτικό. Αλλά η Εκκλησία, όταν σαν και σήμερα ανοίγει το Τριώδιο, ξέρει τί πρέπει να κηρύξει· πρέπει να καλέσει τους χριστιανούς σε πνευματική ετοιμασία για το Πάσχα. Και αρχίζει από πολύ μακρυά, από την ταπεινοφροσύνη, που είναι το πρώτο σκαλοπάτι προς τα επάνω, για κείνους βέβαια που ενδιαφέρονται για την πνευματική τους προκοπή. Εμείς κηρύξαμε προς όλους τους χριστιανούς, γιατί πιστεύουμε πως όλοι θέλουν και επιθυμούν το καλύτερο· και το καλύτερο για τον καθένα μας είναι η χάρη και η σωτηρία μας από το Θεό, την οποία και ευχόμαστε σε όλους. Αμήν.

(Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου (+), «Επί πτερύγων ανέμων» τ. Α΄,  εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

ΠΗΓΗ:  kantonopou

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ
ποὺ μόλις κυκλοφόρησε

Πραγματεύεται τὴν στάση μας ἀπέναντι
στὴν σύγχρονη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
καὶ συγκεκριμένα ἀπέναντι στοὺς ἡγέτες του





ἀνάγκη ἀπομακρύνσεως τῶν πιστῶν ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ἐπιτακτική· γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας πάντα –πορευόμενη τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων– κατεδείκνυε καὶ κατονόμαζε τοὺς αἱρετικοὺς καὶ μὲ κηρύγματα, συγγράμματα, φυλλάδια καὶ ἐγκυκλίους σήμαινε συναγερμό, ὁσάκις ἀντιλαμβανόταν τὴν ὕπαρξη καὶ δράση τους. Ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐγρήγορση γιὰ τὴν προφύλαξη τῶν πιστῶν, φρόντιζε νὰ συναντᾶ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ –ἀπὸ εἰλικρινῆ ἀγάπη– νὰ συζητᾶ καὶ νὰ διαλέγεται μαζί τους, ὥστε, ἐὰν ἔδειχναν καλὴ διάθεση, νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ἐπανέλθουν πάλι στὴν Ἐκκλησία.
Αὐτὴ τὴν πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας τὴν χάσαμε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνα, γιατὶ χάσαμε τὸ ὀρθόδοξο αἰσθητήριο καὶ ὑποτιμήσαμε τὸν θανατερὸ κίνδυνο ἐκ τῆς νεοφανοῦς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ δολιότητα τῆς παπικῆς προπαγάνδας καὶ ἡ πολυδιάσπαση στὸ προτεσταντικὸ χῶρο συνήργησαν καὶ κατόρθωσαν νὰ προσεταιρισθοῦν ἡγετικὰ πρόσωπα τῆς ἐμπερίστατης –στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνος– Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί, ἀπὸ κοινοῦ, νὰ βαδίσουν τὸ δρόμο τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Πολλοὶ πνευματικοὶ Πατέρες διαπίστωσαν τὸν κίνδυνο καὶ προσπάθησαν μὲ συμβουλές, ὁμιλίες καὶ ἑκατοντάδες κείμενα νὰ τὸν καταδείξουν καὶ νὰ διεγείρουν τὶς συνειδήσεις. Ὅμως, ἡ διακριτική, κατ’ ἀρχάς, διείσδυση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ παραπλάνηση τῶν πιστῶν μὲ πρόσχημα τὴν πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς ἀγάπη, ἡ ἀναδίπλωσή τους κάθε φορὰ ποὺ ὑπῆρχε ἰσχυρὴ ἀντίδραση ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ κ.λπ., ἐπέτρεψε τὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως στὸν ὀρθόδοξο κόσμο, τὴν περαιτέρω καὶ παράλληλη ἐκκοσμίκευση τῶν πιστῶν καὶ τὴν χαλαρή τους σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Ἔτσι, οἱ ἡγετικὲς ὁμάδες τῶν «ὀρθόδοξων» οἰκουμενιστῶν προχώρησαν στὸ ἑπόμενο στάδιο, τὴν ἐπιθετικὴ πλέον ἐπιβολὴ τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ὡς μολυσματικὴ νόσος πλήττει σήμερα ἕνα μεγάλο μέρος τῶν πιστῶν.
Ἡ διάβρωση δέ, εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε ἀκόμα καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἱερεῖς καὶ ἁγιορεῖτες Πατέρες, ποὺ πρὶν μιὰ δεκαετία συνιστοῦσαν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς «ὀρθοδόξους», (τότε ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς ἦταν ἀκόμα στὰ σπάργανα), τώρα νὰ διεξάγουν ἕνα ἀναποτελεσματικὸ ἀγῶνα, καὶ νὰ συνιστοῦν προσευχὴ καὶ ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ ὑπακοὴ στοὺς οἰκουμενιστὲς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους!
Στηρίζουν, μάλιστα, αὐτήν τους τὴν πρόταση σὲ ἕνα ἱερὸ κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ΙΕ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ὁ κανόνας αὐτὸς διδάσκει τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ἐπισκόπους· αὐτοί, ὅμως, τὸν ἑρμηνεύουν ὡς προαιρετικό.
Σὲ αὐτὸ τὸ κρίσιμο σημεῖο γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἔρχεται τὸ νέο βιβλίο τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ ὁποίου παρελαύνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὰ κείμενά τους, δίνουν ξεκάθαρη ἀπάντηση στὸ ζωτικὸ αὐτὸ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία πρόβλημα. Ἡ θέση τοῦ βιβλίου, δηλαδή, εἶναι πὼς ἡ ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι κοινὴ θέση καὶ ἔμπρακτη διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων· θέση ποὺ τὴν ἐπισφράγισαν πολλάκις μὲ τὴν ζωή τους· εἶναι θέμα ὁμολογίας καὶ σωτηρίας.
Τὸ μεγάλο προσὸν τοῦ βιβλίου εἶναι, ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖ μιὰ νομικίστικη νομοκανονικὴ ἐπιχειρηματολογία γιὰ νὰ ἀποστομώσει τοὺς ἔχοντας διαφορετικὴ τοποθέτηση. Ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση, μὲ λιτὸ λόγο, ἑκατοντάδες πατερικὰ καὶ ἁγιολογικὰ κείμενα, καταθέτει τὴν μαρτυρία τῶν Ἁγίων, ἔχοντας ἀφετηρία καὶ ὁδηγό του –κατ’ ἀρχὰς– τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη (στοῦ ὁποίου τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ συγγράμματα χρόνια ἐντρυφᾶ).
Μὲ τοὺς Ἁγίους, λοιπόν,  ὁδηγούς, μᾶς ἐξηγεῖ στὸ βιβλίο του ὁ π. Εὐθύμιος, πὼς ἡ ὑποχρεωτικὴ τήρηση τοῦ συγκεκριμένου ἱεροῦ κανόνα εἶναι ὁλοφάνερη, ὅπως αὐθεντικὰ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων. Πὼς ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς δὲν ἀποτελεῖ μιὰ καινοτομία στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ καθιερώθηκε τὸν ἔνατο αἰῶνα, ἐποχῆς θεσπίσεως τοῦ ἱεροῦ κανόνα. Ἀντίθετα ὁ ἱερὸς κανόνας συνοψίζει τὴν διδασκαλία καὶ «συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων» (Consensus Patrum), ἡ ὁποία ἐφαρμοζόταν ὄχι μόνο πρίν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν θέσπιση τοῦ ΙΕ΄ κανόνα καὶ ὡς καὶ τὸν προηγούμενο αἰῶνα, πρὶν ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀλλοιώσει τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια καὶ ὁδηγήσει σεβαστοὺς σύγχρονους γέροντες νὰ τὸν ἀξιολογήσουν –κατ’ οἰκονομίαν– ὡς προαιρετικό.
Συγκεκριμένα οἱ Πατέρες διδάσκουν ἀπὸ κοινοῦ, πὼς οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ ἀπομακρύνονται ἐκκλησιαστικὰ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ὄχι μόνο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο –γιατὶ γι’ αὐτοὺς ἡ ἀπομάκρυνση εἶναι αὐτονόητη– ὅσο, καὶ κυρίως, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀρχίσει νὰ διαδίδουν τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τους (ἔργῳ καὶ λόγῳ) ὑπούλως καὶ ἀνεντίμως. Δηλαδή, ἐνῶ θεωροῦνται καὶ μνημονεύονται ὡς Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ Πατριάρχες, στὴν οὐσία εἶναι ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοποιμένες· καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο εἶναι πλέον ἐπικίνδυνοι.
Εἶναι, λοιπόν, φοβερὸ νὰ ἐρίζουμε σήμερα γιὰ τὴν ὑποχρεωτικότητα ἢ τὴν προαιρετικότητα ἑνὸς κανόνος, καὶ νὰ μὴν βλέπουμε ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ἡ συμπερίληψη ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως στὸ θέμα. Πὼς ὁ ΙΕ΄ κανόνας δὲν κάνει τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ καταγράφει τὴν αὐτονόητη καὶ ἐξ ἐνστίκτου ἀντίδραση τῶν πιστῶν, κάθε φορὰ ποὺ ἐμφανιζόταν μιὰ καινούργια αἵρεση. Ἐρίζουμε γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ ἢ μὴ ὑποχρεωτικὸ τοῦ κανόνος, καὶ δίνουμε τὴν εὐκαιρία στοὺς οἰκουμενιστὲς νὰ ὀργανώνονται καλύτερα, νὰ διεισδύουν ὅλο καὶ περισσότερο στὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, νὰ ἀλλοιώνουν ὅλο καὶ περισότερο τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα, ὅπως συμπεραίνει κανεὶς βλέποντας τὴν ἀνυπαρξία ἀντιδράσεων στὴν λαίλαπα τῶν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων καὶ ἑτεροθρήσκων συμπροσευχῶν, οἱ ὁποῖες πλέον διαπράττονται ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως.
Εὐχαριστοῦμε τὸν π. Εὐθύμιο γιὰ τὸ βιβλίο αὐτὸ καὶ ἐλπίζουμε, πὼς ἡ μελέτη τοῦ νέου βιβλίου, θὰ πληροφορήσει γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως στὸ θέμα· θὰ προκαλέσει γόνιμο προβληματισμὸ καὶ ἐποικοδομητικὸ διάλογο, καὶ θὰ βοηθήσει τοὺς καλοπροαίρετους ἀναγνῶστες νὰ ἀναθεωρήσουν τὶς λανθασμένες τοποθετήσεις ποὺ ἀπὸ ἄγνοια ἢ κακὴ κατανόηση ἔχουν ἐπικρατήσει· καὶ τέλος, πὼς θὰ συντελέσει νὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς (σ’ αὐτοὺς τοὺς κρίσιμους καιροὺς) ἀπαιτεῖται ἑνότητα καὶ ἐπίκληση τοῦ θείου ἐλέους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν «ἔσχατη αἵρεση τῆς ἱστορίας», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο.
Σημάτης Παναγιώτης


ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΕΧΟΥΝ ΩΣ ΕΞΗΣ:

Πρόλογος................................................................... 13
Α΄.           Ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί προ-
σέγγισις τῶν νοημάτων του...................................... 17
Β΄ Ἡ σύγκρισις τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας
Συνόδου μέ ἄλλους καί ἡ ἐκ ταύτης ὑποχρεωτική
ἐφαρμογή του. ......................................................... 53
Γ΄. Ἡ στάσις τῶν Ὀρθόδοξων πρός τούς κηρύσσοντας αἵ-
ρεσι ἐπισκόπους. Ἡ πρακτική ἐφαρμογή του 15ου Κα-
νόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνοδοῦ διαχρονικά....... 75
1. Ἡ Καινή Διαθήκη διά τήν στάσι τῶν πιστῶν ἀπένα-
ντι στούς αἱρετικούς................................................ 76
2. Ἡ συμφωνία τῶν ἀποστολικῶν Πατέρων διά τήν
ἀπομάκρυνσι ἀπό αἱρετικούς ψευδοποιμένες............. 78
3. Ἡ διαχρονική ἐφαρμογή τοῦ 15ου Κανόνος ἀπό τούς
μετά τόν γ΄ αἰῶνα μεγάλους Πατέρες...................... 80
   α΄. Ὁ Μέγας Βασίλειος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 81
   β΄. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 87
   γ΄. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. . . . . . . . . . . . . 94
   δ΄. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος. . . . . . . . . . . . . . . 101
   ε΄. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. . . . . . . . . . . . . 106
   ϛ΄. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. . . . . . . . . . . . . 114
   ζ΄. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων 130
   η΄. Ἡ Ἀποτείχισις στά χρόνια τῆς Εἰκονομαχίας . . . 131
        i. Πρώτη Περίοδος: Ἡ ἀντιμετώπισις ἀπό τήν Ζ΄
       Οἰκουμενική Σύνοδο ὅσων δέν ἀποτειχίστηκαν
       καταδεικνύει τήν ὑπάρχουσα Παράδοσι . . . . . . 131
       ii. Δεύτερη Περίοδος τῆς Εἰκονομαχίας . . . . . . . . 137
θ΄. Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. . . . . . . . . . . . . . 143
ι΄. Ὁ Μέγας Φώτιος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 147
ια΄. Ἡ ἐφαρμογή τοῦ 15ου Κανόνος σέ ἐπίπεδο Το-
πικῶν Ἐκκλησιῶν. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 150
ιβ΄. Ἡ ἀποτείχισις τῶν Ἁγιορειτῶν ἐπί Πατριάρχου
Ἰωάννου τοῦ Βέκκου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 155
ιγ΄. Ἡ ἀποτείχισις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ. . . 169
ιδ΄. Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος: Διδασκαλία περί Ἀποτειχί-
σεως ἔμπρακτος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 183
ιε΄. Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: Οἱ ἀγῶνες καί ἡ
ἀποτείχισίς του . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 198
4. Τό Αὐτοκέφαλο τοῦ 1850: Μιά κακή καί λανθασμέ-
νη ἀποτείχισις, πού ἰσοῦται μέ σχίσμα.................. 220
5. Ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί οἱ δύο ἀπο-
τειχίσεις τοῦ 20ου αἰῶνος.................................... 222
α΄. Ἡ ἀποτείχισις τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. . . . . 227
β΄. Ἡ ἀποτείχισις τῶν Ἁγιορειτῶν ἀπό τόν Πατριάρ-
χη Ἀθηναγόρα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 258
Δ΄. Ἡ σύγχρονος ἐκκλησιαστική κατάστασις ἐν σχέσει μέ
τόν 15ον Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ... 275
α΄. Ὁ φόβος ὅτι ἡ ἀποτείχισις θα ὁδηγήση σέ σχίσμα 281
β΄. Ὁ φόβος ὅτι ὁ ἀποτειχιζόμενος ἐξέρχεται τῆς
Ἐκκλησίας. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 285
γ΄. Ἡ ἄποψις τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου Κα-
νόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου . . . . . . . . . . 287
δ΄. Τό ὅτι θά μνημονεύωμε «ἄχρι καιροῦ» μέ τελευ-
ταῖο ὅριο τό «κοινό ποτήριο». . . . . . . . . . . . . . . . 299
ε΄. Τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν μολυνόμεθα, οὔτε συμμε-
τέχομε εἰς τήν αἵρεσι, ἄν δέν ἀποτειχισθοῦμε, ἐφ’
ὅσον ἔχωμε ὀρθόδοξο φρόνημα. . . . . . . . . . . . . . 300
στ΄. Ὁ φόβος μήπως καταλήξωμε ὡσάν τίς παρατά-
ξεις καί τά σχίσματα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν . 302
ζ΄. Ἡ θεωρία τῆς συντεταγμένης ἀποτειχίσεως μέ
τούς στρατηγούς πρωτοστάτας εἰς αὐτήν. . . . . . 303
η΄. Ὁ φόβος τῶν πνευματικῶν ἐπιπτώσεων (ποινῶν,
καθαιρέσεων, στερήσεως μυστηρίων κλπ.). . . . . 306
θ΄. Τό ἐπιχείρημα ὅτι οἱ λαϊκοί δέν ἀποτειχίζονται,
ἀλλά μόνον οἱ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι καί μνημονεύουν 307
ι΄. Τό ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ἔχει κα-
ταδικασθῆ ὑπό Συνόδου ὡς αἵρεσις, καί ὡς ἐκ
τούτου δέν ἀποτελεῖ καταδικασμένη αἵρεσι. . . . 308
Ἐπίλογος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 313

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Το ΜΕΓΑ ΧΑΣΜΑ μεταξύ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ και αγίου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


«ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ   ΚΑΙ   ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ   ΣΤΟΝ   ΙΔΙΟ   ΧΡΙΣΤΟ»!!!

ΤΑΔΕ ΕΦΗ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ
Α.Π.Π ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.  κ. Χ. ΑΤΜΑΤΖΙΔΗΣ
 Διαμαρτυρία πιστοῦ ἀπέτρεψε συμμετοχὴ ἱερωμένων σὲ συμπροσευχές


   Συμπροσευχὴ πραγματοποιήθηκε στὶς 21/1/2012 στὴν Θεσσαλονίκη, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν Ὀρθόδοξοι, Παπικοί, Ἀγγλικανοί, Εὐαγγελικοὶ καὶ Ἀρμένιοι. Ἡ συμπροσευχὴ ἔγινε στὸν Καθολικὸ Καθεδρικὸ Ναὸ τῶν Λαζαριστῶν τῆς «Ἀσπίλου Συλλήψεως τῆς Θεοτόκου». Καὶ μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Ναοῦ, δηλώνει τὴν ἀντίστοιχη αἵρεση τῶν Παπικῶν. Κι ὅμως, στὴν οἰκουμενιστικὴ αὐτὴ βραδιὰ καὶ στὴν συμπροσευχή, συμμετεῖχε ὡς κεντρικὸς ὁμιλητὴς ὁ «ἐπίκουρος καθηγητὴς θεολογίας στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χαράλαμπος Ἀτματζίδης», ὁ ὁποῖος ἔκανε καὶ τὴν ἀκόλουθη δήλωση στὸ TV100 THESSALONIKI:
    «Εἶναι μία συνήθεια, ἡ ὁποία γίνεται σχεδὸν κάθε χρόνο ἀπὸ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καὶ τὶς χριστιανικὲς κοινότητες τῆς Θεσσαλονίκης. Ὅλοι οἱ χριστιανοί, ποὺ ἔχουν  ἕνα  κοινὸ  «πιστεύω»  στὸν Ἰησοῦ Χριστό,  δηλ. ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Εὐαγγελικοί, συγκεντρωνόμαστε γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦμε καὶ νὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεό... Ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς συμπροσευχῆς εἶναι νὰ θυμηθοῦμε τὶς ρίζες μας καὶ τὴν κοινή μας θρησκευτικὴ καταγωγή, ἡ ὁποία πολὺ παλιὰ μᾶς ἕνωνε ὅλους, ἐνῶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα μᾶς διέσπασε γιὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι (κατὰ τὴν γνώμη μας) δὲν εἶναι καὶ τόσο πολὺ δικαιολογημένοι. Αὐτή, ὅμως, ἡ προσπάθεια βασίζεται, ἐρίζεται στὴν κοινὴ θέληση τῶν ἡγητόρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δηλ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας πατριαρχείου, τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν ἐπισκοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Εὐαγγελικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἀρμενίων, γιὰ μιὰ κοινὴ προσπάθεια νὰ βροῦμε κοινὰ σημεῖα ἐπαφῆς καὶ ἐπικοινωνίας».
     Μὲ τὶς συμπροσευχές, κ. καθηγητά, «θὰ θυμηθοῦμε» ἢ θὰ ξεχάσουμε ἐντελῶς τὶς ρίζες μας; Ἂν πιστεύουμε στὸν ἴδιο Χριστό, τότε γιατί οἱ ἑτερόδοξοι ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία; Τὸ κορυφαῖο δόγμα τῶν Παπικῶν πὼς ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, δὲν μᾶς παρουσιάζει ἕνα διαφορετικὸ Χριστό, ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ὁ ἴδιος μᾶς παρουσίασε;
    Κρίμα ποὺ δὲν ζούσατε τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ! Γιατὶ θὰ μπορούσατε νὰ τὸν διδάξετε μὲ ἕνα ταχύρρυθμο σεμινάριο, ὥστε νὰ μὴ ἐκφράζεται ὁ Ἅγιος μὲ τὶς παρακάτω φονταμενταλιστικὲς ἐκφράσεις ἐναντίον τῶν φίλων σας Παπικῶν.
     Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔγραψε ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ τὰ συγκρίνουμε μ’ αὐτὰ ποὺ ἐσεῖς κι οἱ ὁμοϊδεάτες σας τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Βόλου πιστεύετε.
      Κι ἀποφασίστε:  Ἢ  ἐσεῖς  ἔχετε  δίκιο  ἢ  ὁ  Ἅγιος!



     Ὁ ἅγ. Γρηγόριος δίδασκε, πὼς οἱ λέγοντες τὸ Πνεῦμα καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἐκπίπτουν «τῆς ἀνωτάτου Τριάδος», ἐκπίπτουν καὶ «τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως», ἐκπίπτουν τῆς κοινωνίας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος», ἐκπίπτουν «τῆς υἱοθεσίας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος» (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις   Γρ. Παλαμᾶ, Ἔργα, 1, σελ. 110, 120).
     Δίδασκε, πὼς τὸ σχίσμα, ἡ πτῶσις τοῦ παπισμοῦ, εἶναι ἔργον τοῦ δεινοῦ καὶ ἀρχεκάκου ὄφεως, ὅστις «διὰ τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων περὶ Θεοῦ καινὰς εἰσφέρει φωνὰς» (σελ. 68, 70). Εἶναι «τὰ βαθέα τοῦ σατανᾶ, τὰ τοῦ πονηροῦ μυστήρια... Ἀλλ’ ἡμεῖς διδαχθέντες ὑπὸ τῆς θεοσοφίας τῶν πατέρων..., οὐδέποτ’ ἂν ὑμᾶς (τοὺς λατινόφρονες) κοινωνοὺς δεξαίμεθα», ὅσο χρόνο «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγητε» (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπ. παρ., 74).
    Οἱ Παπικοὶ φέρονται κατὰ τὸν ἴδιο δόλιο καὶ «φίλερι» τρόπο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὣς σήμερα. Ὅπως καὶ τότε, ἔτσι καὶ τώρα ἐμμένουν στὶς πλᾶνες τους καὶ μᾶς ρωτᾶνε: Γιατί «ἡμᾶς ἐτεροδόξους οἴεσθε;» (=γιατί μᾶς θεωρεῖτε αἱρετικούς, ὅπ. π. σελ. 82), ἀφοῦ τὴν ἴδια πίστη, τὸν ἴδιο Χριστὸ πιστεύουμε; Δυστυχῶς, αὐτὸ ποὺ ἄλλοτε ἔλεγαν οἱ Παπικοί, σήμερα τὸ ἰσχυρίζονται καὶ οἱ «ὀρθόδοξοι», οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ὑπηρετοῦν τὴν οὐνίτικη-οἰκουμενιστικὴ τακτικὴ τῶν Παπικῶν. Γιὰ τοῦτο καὶ ἔχουν ἄλλο φρόνημα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει «τῶν εὐσεβούντων τὸ πλήρωμα» (ὅπ. π.), οἱ πιστοί, δηλ., οἱ ὁποῖοι μιμούμενοι (τὸ κατὰ δύναμιν) τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, τολμοῦν νὰ ποῦν:
     «Τὸ τῶν εὐσεβούντων πλήρωμα χεῖλος γεγονότες ἓν ἐπ’ ἀγαθῷ, πύργον εὐσεβείας ᾠκοδόμησεν, δυσσεβείας νοητοῦ κατακλυσμοῦ παντάπασιν ἀνωτέρου» (=τὸ πλήρωμα τῶν εὐσεβῶν, μεταβαλλόμενοι χάριν τοῦ ἀγαθοῦ εἰς ἕνα στόμα, οἰκοδόμησαν πύργον εὐσεβείας, ἀνώτερον εἰς ὅλα ἀπὸ τὸν νοητὸν κατακλυσμὸν τῆς ἀσεβείας, ὅπ. παρ. σελ. 82, 83).
    Μὲ «ὀρθόδοξον ὁμοφροσύνη», λοιπόν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ «ἀσφαλοῦς ὀχυρώματος ἱστάμενοι τοὺς «ἀπεναντίας τῶν ὀρθῶν δογμάτων φερομένους..., εὐστοχώτατα καὶ γενναιότατα βαλοῦμεν, ἅμα δὲ καὶ λυσιτελῶς αὐτοῖς, εἰ βούλοιντο», (=θὰ χτυπήσωμεν εὐστοχότατα τοὺς ἀντιθέτους στὰ ὀρθὰ δόγματα, καὶ μάλιστα αὐτὴ ἡ ἐναντίωσή μας, μπορεῖ νὰ ἀποβεῖ ὠφέλιμη καὶ γι’ αὐτούς, ἐὰν τὸ θελήσουν, ὅπ. π.).
     Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος: «Μετὰ δὲ τοῦτο  τὰς  ἀποδείξεις  τῆς  ἀληθείας... προσκομίσωμεν αὐτοῖς» οὓς «τὸ λογικὸν τῆς εὐσεβείας περιτείχισμα καὶ βαλεῖ καὶ πατάξει καὶ τροπώσεται, εἰ δὲ βούλει, καὶ ἰάσεται» (=τὸ εὐσεβὲς πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας θὰ τοὺς χτυπήσει καὶ θὰ τοὺς πατάξει καὶ θὰ τοὺς κατατροπώσει, ἐὰν δὲ θέλεις, καὶ θὰ τοὺς θεραπεύσει, ὅπ. π.). Διότι «τοιοῦτος ὁ τῶν θείων θεῖος ὅρος οὗτος, οὐ περιβάλλει μόνον τοὺς ἐμμένοντας καὶ καθίστησιν ἐν ἀσφαλείᾳ ἀλλὰ καὶ προπολεμεῖ καὶ ἀνυποστάτως ἀντιτάττεται τοῖς ἐπανισταμένοις» (=διότι, τοιοῦτος εἶναι ὁ θεῖος ὅρος τῶν θείων· ὄχι μόνο περιβάλλει καὶ διασφαλίζει τοὺς ἐμμένοντας εἰς αὐτόν, ἀλλὰ ὑπερασπίζεται ἐπίσης καὶ ἀντιτάσσεται ἀκαταμαχήτως εἰς τοὺς μαχομένους αὐτόν» (ὅπ. π.).
     Σὲ ἄλλο σημεῖο, διαπίστωνε ὁ Ἅγιος, ὅτι ἐθελοντικῶς οἱ Λατίνοι παραμένουν εἰς τὴν πλάνην τους καὶ καμία δύναμις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ τοὺς μετακινήσει, ἔστω καὶ ἐὰν παρέμβουν Ἄγγελοι: «Ἐθελοντὰς δὲ κειμένους ὀνήσει τὸ παράπαν οὐδέν, κἄν παρ᾿ αὐτῶν τῶν οὐρανίων νόων σκευάζηταί τε καὶ προσάγηται τὸ τῆς ψευδοδοξίας ἴαμα» (ὅπ. παρ., 184).

     Θά ἀναφέρουμε καί ἕνα ἀκόμη χωρίο ἀπό τόν μεγάλο ἀντιλατίνο Ἅγιο γιά νά καταδείξουμε μέ τό παράδειγμα πού ἀναφέρει πόσο μεγάλη εἶναι ἡ πτώση τῶν Λατίνων:
«Τό μέν οὖν ὀρθοῦ διαπεσεῖν κοινόν ἐγένετο ταῖς ἐκκλησίαις ἁπάσαις, ἄλλοτε ἄλλῃ διά τοῦ μακροῦ χρόνου λυμηναμένου τοῦ χείρονος. Τό δέ διαπεσοῦσαν μηκέτ᾿ ἐπανελθεῖν μόνης τῆς τῶν Λατίνων ἐγένετο, καίτοι μεγίστης τε καί κορυφαίας οὔσης καί τῶν πατριαρχικὼν θρόνων ἐξόχου περιωπῆς· καί ταὐτόν ταύτῃ συμβέβηκε, μεγίστῃ τῶν ἐκκλησιῶν οὔση, τῷ μεγίστῳ τῶν ζώων ἐλέφαντι. ῞Ον φασι μηδ᾿ ὕπνου καιρόν ἐπ᾿ ἐδάφους ἀνακλίνεσθαι πρός ἄνεσιν, τοῖς δέ πλαγίοις ἄρθροις μικρόν ἐποκλάζοντα διαναπαύεσθαι· ἄν δέ πού τι παθών καταπέσῃ, μηκέτ’ ἀνίστασθαι δύνασθαι. ᾿Αλλά τοῖς μέν ἐλέφασι τό βάρος τοῦ σώματος αἴτιον καί ἡ πολυσαρκία δύσχρηστός τε οὖσα καί κάτω πιέζουσα, καθάπερ τις ἐπικειμένη μόλυβδος πολυτάλαντος, τοῖς δέ Λατίνοις ὁ τύφος οἶμαι τό μόνον, μικροῦ δέω λέγειν, πάθος ἀνίατον, ὃ καί τῷ μόνῳ πονηρῷ κρίμα κατὰ τὸν ἀπόστολον ἰδιαίτατον· δι᾿ ὃ κἀκεῖνος εἰς αἰῶνας ἀνίατος... (=Τό νά ἐκπίπτουν ἀπὸ τὸ ὀρθόν φρόνημα ὑπῆρξε κοινὴ μοίρα ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, καθὼς διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὸ κακὸν ἐλυμαίνετο ἄλλοτε ἄλλην ἀπὸ αὐτάς. Τὸ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ὅμως ποτὲ μετὰ τὴν πτῶσιν ὑπῆρξε περίπτωσις μόνον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Λατίνων, μολονότι εἶναι ἡ μεγίστη καὶ κορυφαία καὶ κατέχει τὴν ἐξοχωτέραν περιωπὴν τῶν πατριαρχικῶν θρόνων.  Καί συνέβη εἰς αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο ἡ μεγίστη τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅ,τι συνέβη εἰς τό μέγιστο τῶν ζώων, τόν ἐλέφαντα. Λέγουν δι' αὐτόν ὅτι δὲν κατακλίνεται εἰς τὸ ἔδαφος δι' ἀνάπαυσιν κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ ὕπνου, ἀλλὰ ἀναπαύεται μὲ τὸ νὰ λυγίζῃ ἁπλῶς τὰ δύο πλάγια ἄκρα. Ἂν δὲ πάθῃ κάτι καὶ πέσῃ κάτω, δὲν δύναται νὰ σηκωθῇ πλέον. Ἀλλὰ εἰς μὲν τοὺς ἐλέφαντας αἴτιον εἶναι τὸ βάρος τοῦ σώματος καὶ ἡ παχυσαρκία, ἡ ὁποία εἶναι ἀνοικονόμητος καὶ πιέζει πρὸς τὰ κάτω, ὡσὰν βαρυτάτη μόλυβδος εὑρισκομένη ἐπάνω τους, εἰς δὲ τοὺς Λατίνους νομίζω ὅτι εἶναι μόνον ὁ τύφος, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδυνάμην νά εἴπω ὅτι εἶναι πάθος ἀνίατον, τό ὁποῖον κατά τόν ἀπόστολον εἶναι τό ἰδιαίτερον κρίμα μόνον τοῦ πονηροῦ (Ἰακ. 4,16), ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου καὶ ἐκεῖνος εἶναι ἀνίατος εἰς τοὺς αἰῶνας( Περὶ τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, λόγ. β΄, ΕΠΕ 1,- σελ. 182).
    Καὶ θὰ τελειώσουμε μὲ μιὰ ἀκόμα φράση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου: «Ἦν ἄρα τῶν δικαιοτάτων μηδὲ λόγου ἀξιοῦν ὑμᾶς, εἰ μὴ τοῦ προστιθέναι τῷ ἱερῷ συμβόλῳ παύσησθε» (=Θὰ ἦταν ἀσφαλῶς δικαιότατον νὰ μὴ κάνουμε μαζί σας καμιὰ συζήτηση, ὅσο χρόνο συνεχίζετε νὰ ἔχετε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὴν προσθήκη τοῦ filioque, ὅπ. π., σελ. 84)
    Βλέπετε, κ. Ἀτματζίδη, νὰ ὑπάρχει οἱαδήποτε σχέση μεταξὺ τῆς δικῆς σας διδασκαλίας καὶ αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ;

    Πέρασαν ἀπὸ τότε 700 χρόνια καὶ οἱ Λατίνοι, ὅπως ἀκριβῶς «προφήτευσε» ὁ Ἅγιος, ὄχι μόνον ἔμειναν ἀμετακίνητοι, ἀλλὰ καὶ ἐπαγίωσαν τὶς θέσεις τους, καὶ αὔξησαν τὶς αἱρέσεις τους. Καὶ σήμερα, οἱ μεταπατερικοὶ καὶ οἰκουμενιστὲς θεολόγοι καὶ ἐπίσκοποι ἰσχυρίζονται ὅτι  ...βρῆκαν τὸν τρόπο νὰ «ξαναενωθοῦμε»: Διὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!!!
  Καὶ πάλι κρίμα, ποὺ γεννήθηκαν τέτοια θεολογικὰ ἀναστήματα κάποιους αἰῶνες ἀργότερα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους.  Ἂν εἶχαν ζήσει τότε τέτοιου μεγέθους νόες, ὅπως ὁ κ. Ἀτματζίδης, ὁ κ. Καλαϊτζίδης, ὁ μητροπ. Περγάμου κ.  Ἰω. Ζηζιούλας, ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος θὰ εἶχαν κατανοήσει ὅτι ἡ λύση τοῦ προβλήματος ἦταν ἡ δικιά τους ἐμπνεύσεως «ἀγάπη», οἱ Διάλογοι καὶ οἱ συμπροσευχές, καὶ δὲν θὰ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ πολεμική-φονταμενταλιστικὴ τακτική· ἔτσι, μάλιστα, θὰ ἀπέτρεπαν τὸ δράμα τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διατήρησής του, στὸ ὁποῖο μᾶς ὁδήγησαν (κατὰ τὸν κ. Βαρθολομαῖο) οἱ «προπάτορες ἡμῶν» ἅγιοι Φώτιος, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ὅποιοι ἄλλοι μικρόνοες ἅγιοι! Καὶ τώρα θὰ εἴχαμε τὴν «εὐτυχία» νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι Ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι, νὰ ἀποτελοῦμε μιὰ «ὄμορφη» οἰκουμενιστικὴ συντροφιά!
                                      * * *
    μως ὑπῆρχε καὶ κάτι ἄλλο φέτος. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφωνήτρια τοῦ ἴδιου καναλιοῦ:
   «Αἰσθητὴ ἦταν ἡ παντελὴς ἀπουσία ἀπὸ τὴν συμπροσευχή, ἐκπροσώπου τῆς ἑλληνικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἐρωτηθεὶς σχετικὰ ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος δήλωσε: “Δὲν εἶναι μέσα στὴν τάξη τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, νὰ συμμετέχει σὲ θρησκευτικὲς τελετὲς ἢ συμπροσευχὲς μὲ ἑτερόδοξους καὶ πολὺ περισσότερο μὲ ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν”».
   Ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε, ὅτι μετὰ τὴν περυσινὴ συμπροσεχὴ στὸν ἴδιο χῶρο, ἐπειδὴ σ’ αὐτὴν συμμετεῖχαν καὶ ὀρθόδοξοι ἱερωμένοι (ἐκπρόσωποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου) ὁ βυζαντινολόγος κ. Μάριος Πηλαβάκης, διεμαρτυρήθη μὲ ἄρθρο ποὺ δημοσίευσε ὑπὸ τὸν τίτλο: «Ὠμὴ ἐπέμβασις τοῦ κ. Βαρθολομαίου εἰς τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης». Ἡ διαμαρτυρία του φαίνεται πὼς εἶχε ἀποτέλεσμα, καὶ γι’ αὐτὸ φέτος, ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης φρόντισε, ὥστε νὰ μὴν παραστοῦν ὀρθόδοξοι ἱερωμένοι στὶς συμπροσευχές, διότι «μὲ τὰς συμπροσευχὰς συμμετέχεις εἰς τὴν αἵρεσιν, εἰς τὰς κακοδοξίας καὶ τὴν διαστρέβλωσιν τοῦ Εὐαγγελίου ἐπιχειρῶν δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ διασώσης τὸ ναυάγιον τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων διὰ τοῦ Λαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ» (Γ. Ζερβός, Ὀρθόδ. Τύπος, 20/1/2012).
    Ἂν σὲ παρόμοιες ἐνέργειες προέβαιναν δεκάδες χριστιανοί, ὁμολογοῦντες ἔτσι τὴν Πίστη τους, ὅλοι ἐμεῖς δηλ., ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ἄραγε θὰ τολμοῦσαν οἱ οἰκουμενίζοντες ἐπίσκοποι νὰ συνεχίζουν τὶς συμπροσευχές τους; Ἀσφαλῶς ὄχι. Πόσῳ μᾶλλον, ἂν μάλιστα αὐτὸ γινόταν ἀπὸ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες; Ἀλλά, ἀντὶ γιὰ τέτοιες ἀντιδράσεις, μᾶς ἔπεισαν νὰ κάνουμε ὑπακοή. Μιὰ κακὴ ὑπακοή, ποὺ γιγαντώνει τὴν δεσποτοκρατία, τὸν κληρικαλισμὸ καὶ τὸν Οἰκουμενισμό.

ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΩΣΙΣ «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»

ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ -ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ

(ΜΙΚΡΑ ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ)

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     1.

Σκοπῶμεν οὖν λοιπόν μεμετρημένως τήν τροφήν, τήν πόσιν, τόν ὕπνον, εἴ τι ἄλλο, ὡς μή καταδυναστεύεσθαι τήν ψυχήν, ἀλλ' ἔχειν κατά τοῦ σώματος τά νικητήρια. ....
Οὐκοῦν ἔντρομοι ἀεί καί ἔμφοβοι ἐσόμεθα συστέλλοντες ἑαυτούς ἀπό τῶν αἰσθήσεων, ἀπό ἀκοῆς ματαίας, ἀπό ὁράσεως βλαβερᾶς, ἀπό ὀσφρήσεως θηλυνούσης, ἀπό παντός πονηροῦ ἐπιτηδεύματος, ὅλους δι’ ὅλου ἑαυτούς ἀνατιθέμενοι τῷ ἁγίῳ Θεῷ, ὅπως εὐαρεστοῦντες αὐτῷ κληρονόμοι γενώμεθα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     2.

Τοῦτο ἔστι τοῦ μυστηρίου τό συμπέρασμα· νεκρούς εἶναι τῷ κόσμῳ, ζῶντας δέ τῷ Θεῷ· καί διά τοῦτο ὀφείλομεν καί μετά τό πάσχα νήφειν καί ἐγρηγορέναι, προσεύχεθαι καί κατανύσσεσθαι, δακρύειν καί φωτίζεσθαι, «πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι» περιφέρειν, καθ’ ἑκάστην ἀποθνήσκειν τῇ προθέσει, ἀεί ἐκδημεῖν ἐκ τοῦ σώματος καί ἐνδημεῖν πρός τόν Κύριον, διά τῆς ἀναχωρήσεως τῶν τῆς σαρκός φρονημάτων. Μή εἴπῃς· «ἄρτι τεσσαρακοστή οὐκ ἔστιν». Ἀεί τεσσαρακοστή ἐστι τῷ νήφοντι. Μή εἴπης· «ἐχρόνισα ἐν τῇ ἀσκήσει καί δεῖ ἀναπαύσεως». Οὐκ ἔστιν ἀνάπαυσις ἐνταῦθα. Μή εἴπῃς· «γεγήρακα ἐν τῇ ἀρετῇ καί οὐ φοβοῦμαι». Φόβος ἀεί τροπῆς· καί πολλούς γεγηρακότας ἐν ἀρετῇ, ἐν μιᾷ καιροῦ ροπῇ κατέσπασεν ὁ Σατανᾶς εἰς βάραθρον ἁμαρτίας. «Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μή πέσῃ», καί ὁ δοκῶν πεφυλάχθαι βλεπέτω μή ἀφυλακτήσῃ. Ἔστω οὖν καί φυλακή καί προσοχή καί μέτρον, καί καθ’ ὕπνον, καί κατά βρῶσιν, καί κατά πόσιν, καί κατά πᾶν ὁτιοῦν ἄλλο, ἵνα ὑπωπιάζηται καί δουλαγωγῆται τό σῶμα, ἵνα μή, ὥσπερ πῶλος εὐπαθῶν καί ἐνδακών τόν χαλινόν, ὤσειεν ἡμᾶς κατά κρημνοῦ ἁμαρτίας.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     3.

Εἰσί γάρ, εἰσί τινες, οἵ μωμοσκοποῦσι τήν ὁμολογίαν τοῦ Χριστοῦ ὡς παραίτιον εἶναι πορνείας· ὅ καί φρίττω λέγειν. Καί φασι· «κρεῖσσον ἐστι κοινωνῆσαι τῇ αἱρέσει, ἤ ἑλέσθαι τόν ὑπέρ Χριστόν διωγμόν»· ὧν τό κρίμα ἔνδικον, καί ἡ βουλή κατά τήν βουλήν Βαλαάμ τοῦ θέντος σκάνδαλον ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. Δύο τοίνυν εἰσί πορνεῖαι· μία μέν ἡ ἐπί τῇ πίστει, ἑτέρα δέ ἡ ἐπί τῷ σώματι. Ὁ γοῦν ἁλούς τῇ αἱρετικῇ κοινωνίᾳ, οὗτος ἐστιν ὁ ἐκπορνεύσας εἰς Θεόν, καί συνεκπορνεύειν δύναται καί τῷ σώματι. Οὐκοῦν πλανῆται οἱ τά τοιαῦτα λέγοντες καί φρεναπάται, παγιδεύοντες τάς ἀστηρίκτους ψυχάς....
Τοιαύτη οὖν ἀγαπήσει ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον καί οὕτως ἠγαπήθη ὑπό τῶν ἁγίων σφοδρῶς τε καί ἀκαθέκτως. Ἡμεῖς δέ, ἐπειδή χλιαρῶς ἀγαπῶμεν αὐτόν, διά τοῦτο ἁλισκόμεθα τοῖς πονηροῖς λογισμοῖς καί ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρκός, ἀσπαζόμενοι ὀδύνην ἀνθ'ἡδονῆς, καί πικρίαν ἀντί γλυκύτητος, καί ταραχήν ἀντί εἰρήνης. Ἀλλ' ἀνανηπτέον, ἀδελφοί, καί καθαρτέον τήν ψυχήν ἐκ τῶν τοιούτων ὀλεθρίων ἐπιθυμιῶν, ὡς ἄν ἔχωμεν τόν Χριστόν ἔνοικον. Ὅπου γάρ καθαρότης, ἐκεῖ ὁ Χριστός· καί αὕτη ἐστίν ἡ μακαρία καί ἐπέραστος ζωή· καί οὕτω πολιτευόμενοι κληρονομήσομεν βασιλείαν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     5.

Ἡ πάλη ἡμῖν, πρός τόν παριστάμενον διωγμόν, ὅς ἀπειλῶν ἀπειλεῖ τοῦτο κἀκεῖνο, ὡς ἀκούομεν. Εἰ οὖν ἐν τοῖς ἐλάττοσιν ἀνεύθετοι ὦμεν, πῶς ἐν τοῖς μείζοσιν εὐδοκιμήσομεν; «Ὁ ἐν ὀλίγῳ πιστός, καί ἐν πολλῷ πιστός ἐστι», καθά φησιν ὁ Κύριος. Ἐπεί οὖν ὑμεῖς καί ἐν πολλῷ καί ἐν ὀλίγῳ, χάριτι Χριστοῦ, πιστοί ὤφθητε καί καθ' ὑποταγήν καί καθ'ὁμολογίαν, μηδετέρως σκάζοιτε· ἀλλ' ἀμφοτέρωθεν τέλειοι γίνοισθε, κατηρτισμένοι εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν..

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     6.

Ὅτι μετά τήν ἀνάστασιν βρώσεως ἥψατο, καίτοι μή δεομένης τῆς ἁγίας σαρκός αὐτοῦ· ἀλλ' ὅμως, ἵνα τήν ἀνάστασιν πιστώσηται, καί ἔφαγε καί ἔπιε καί ἐψηλαφήθη τήν πλευράν, καί τοῖς νομίσασιν αὐτόν πνεῦμα εἶναι τάδε φησίν· «Ἴδετε τάς χεῖράς μου καί τούς πόδας μου, ὅτι αὐτός ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε ὅτι πνεῦμα σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει, καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα». Τί φῄς πρός ταῦτα, ὦ χριστομάχε; Εἰ σάρκα καί ὀστέα ἔχει, οὐκ ἔχει καί τό ἐξεικονίζεσθαι; Εἰ οὖν τό δεύτερον οὐκ ἔχει οὐδέ τό πρότερον ἔσχεν. Ἀλλά μήν αὐτός ἑαυτῷ μαρτυρεῖ καί τό ἐξεικονίζεσθαι κατά τό σιωπώμενον· ἑκάτερα γάρ ἀλλήλων ὁμολογητικά πέφυκεν εἶναι. Ἀλλ' οἱ μέν Εἰκονομάχοι ἴσα τῶν Μανιχαίων φρονοῦντες ἴσην καί «τίσουσιν δίκην ὄλεθρον αἰώνιον», ὡς γέγραπται·

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     8.

Ὁ γοῦν ρυπαίνων τήν σάρκα οὐκ ἔστι μέλος Χριστοῦ, ὁ μνησικακῶν οὐκ ἔστι μέλος Χριστοῦ, οὐ μήν οὐδέ ἄξιος μετέχειν τῶν ἁγιασμάτων·



ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     9.

Οὐκ ἠκούσατε τί πέπονθεν ὁ ἐλεεινός Εὐπρεπιανός; Ἄρτι γάρ ἡμῖν ἀνηγγέλη ὅτι τέθνηκε, καί τέθνηκε, φεῦ τῆς ἐμῆς ταλαιπωρίας! οὐ τόν πρόσκαιρον, ἀλλά τόν αἰώνιον θάνατον, συμπλακείς τῇ Εὔᾳ, καί ταύτῃ τόν βίον ἀπορρήξας. Ὤ τί πέπονθεν ὁ τάλας! Ἴστε ὅπως ηὔγει πρότερον ὁ λύχνος, ὑπέρ κεφαλῆς αὐτοῦ, τῆς τε εὐπιστίας καί εὐδρομίας. Οὐχί συναπεκλείσθη μοι πάλαι ὁμολογητικῶς; Οὐκ εἰς οἰκονόμου προήχθη βαθμόν ἐν τῷ Σακκουδίωνι; Οὐκ ἐπί τῇ παρούσῃ ὁμολογίᾳ ἀπεδύσατο πρός ἀγῶνας, δίς μαστιχθείς καί ἐνεγκών ἄριστα;
Εἶτα τί; ἔχων ὡς οἰκονόμος τό γλωσσοκόμον τοῦ μοναστηρίου καί τά ἐν αὐτῷ βαλλόμενα, θελχθείς τῷ χρυσίῳ καί περιπαρείς τῇ φιλαργυρίᾳ, κατά τόν Ἰούδαν, προὔδωκεν, οἴμοι! τόν Χριστόν. Τοῦτο μέν ἀποδυσάμενος τό τῆς παρθενίας ἐπάγγελμα· τοῦτο δέ γιεζικῶς ὠνησάμενος ἀγρούς καί ἀμπελῶνας, βόας καί πρόβατα, καί κληρονομήσας οὐ τήν λέπραν ἐκείνου μόνον, ἀλλ' ὡς οἶμαι, καί τό δεινότερον. Ἴδε, ἀδελφοί μου, τί εἰργάσατο ἡ φιλαργυρία. Φύγωμεν τό πάθος, παρακαλῶ, ὡς προδοσίας ἐργαστήριον. Ἴδε τί ἐξετέλεσεν ἡ ἀπιστία. Φύγωμεν τό σκότος ὡς ἀπορρῆσσον τῆς συναφείας τοῦ Δεσπότου· φύγωμεν καί πᾶν ἄλλο πάθος τό πολιορκοῦν τήν ἐλεεινήν ψυχήν· θυμόν λέγω, φθόνον, ὀργήν, φιλαυτίαν, ἰδιογνωμοσύνην, ἀφιδιασμόν. Φεύγετε τό μεμονωμένοι τυγχάνειν, ἵνα φύγητε τήν ἐπηρτημένην παρά Κυρίου ἀράν· «Οὐαί γάρ, φησί, τῷ μόνῳ ὅτι ἐάν πέσῃ οὐκ ἐστιν ὁ ἐγείρων αὐτόν». Ὅπερ πέπονθε περί οὗ ὁ λόγος· εἰ γάρ ἦν ὁ συνών αὐτῷ, κἄν πέπτωκεν, εἶχεν ἄν ἐξ ἐπικουρίας τοῦ συνόντος πάλιν ἀναστῆναι, πάλιν ἀποκλαύσασθει τήν ἁμαρτίαν. Ἐπεί δέ οὐκ ἔσχεν, ὤλετο ὁ ἐλεεινός πορευθείς εἰς τόν ἴδιον τόπον. Κλαυθμοῦ καί ὀδύνης, ἀδελφοί, ἄξιον τό τραγῴδημα· φόβου καί τρόμου τό ὑπόδειγμα. «Ὁ στήκων, φησί, βλεπέτω μή πέσῃ»· ὁ εὐδρομῶν σκεπτέσθω μή ὑποσκελισθῇ ἀναθεωρῶν τόν σκελισμόν τοῦ πρίν εὐδρομήσαντος. Τάχα ἐδόκει τις ἄγγελον πίπτειν ἤ τόν ἀδελφόν ἐκεῖνον· ἀλλ'ἴσως ἀπονυστάξας πέπτωκε· καί τό αἴτιον, ἡ φιλαργυρία.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     10.

Ἆρ' οὖν οἱ δι' αἵματος μόνοι μάρτυρες; Οὐμενοῦν, ἀλλά καί οἱ διά βίου ἐνθέου πολιτευόμενοι· φησί γάρ ὁ Ἀπόστολος· «περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς». Ὁρᾷς ὅτι συλλήβδην μάρτυρας ἀπεκάλεσε πάντας τούς τῆς ὁσιότητος ἐραστάς καί τόν δι'ὑπομονῆς θλιβερόν βίον ἕλκοντας; Τοιγαροῦν, ὦ ἀδελφοί, καί ἡμεῖς ἐν τῷ μαρτυρίῳ τούτῳ καταλελογίσμεθα· ἐν γάρ τῷ στέργειν ἡμᾶς καί ὑπομένειν τό πολύθλιπτον τοῦ σταυροφόρου βίου, ἐν τῷ φρουρεῖν ἡμᾶς τό παρθενικόν ἐπάγγελμα, τό ἀνεξάρνητον τῆς ἀθλητικῆς ὑποταγῆς, μαρτυροῦμεν ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ· μαρτυροῦμεν ὅτι κρίσις ἔστι καί ἀνταπόδοσις· μαρτυροῦμεν ὅτι λόγον ὑφέξομεν, ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, τῶν βεβιωμένων ἡμῖν, ἀντικαθιστάμενοι τῷ διαβόλῳ, τῷ ἐχθρῷ τοῦ Χριστοῦ, τιμωροῦντι οἱονεί καί μαστίζοντι ταῖς ἐπιφοραῖς τῶν ἐπαλλήλων λογισμῶν καί ὀλλυμένων ἡδονῶν ἐξαρνήσασθαι ἡμᾶς μή εἶναι Θεόν·

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     15.

Μανθάνω δέ ὅτι ἐν Ρώμῃ καί τάς κλεῖς τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου διά τιμῆς ἄγουσι· καίτοι γε ὁ Κύριος οὐ κλεῖς αὐτῷ δίδωσιν αἰσθητάς, ἀλλά τάς διά λόγου, εἰς τό δεσμεῖν καί λύειν· οἱ δέ ἀργυρᾶς πεποιηκότες ταύτας προτιθέασιν εἰς προσκύνησιν· τοσαύτη οὖν ἐστιν αὐτῶν ἡ πίστις. Κἀκεῖ ἡ ἀρραγής πέτρα τῆς πίστεως τεθεμελιωμένη κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου· ἐνταῦθα δέ, ὡς ἔοικε, πλεονάζει ἡ ἀπιστία καί ἀνομία. Διά τοῦτο ὁ ταπεινός ἐγώ ἀλγυνόμενος τήν καρδίαν καί δεδιώς τό τῆς σιωπῆς κρίμα, ἐξ ἀναγκαίου φθέγγομαι ἅ φθέγγομαι βραχέα καί ὀλιγοστά· εἰ γάρ οἱ ἑτερόδοξοι οὐ παύονται, ἰδίᾳ τε καί δημοσίᾳ, ἐγγράφως τε καί ἀγράφως, γλῶσσαν βλάσφημον κινεῖν κατά τοῦ Χριστοῦ, ἡμεῖς οὐδέ οἴκοι καθήμενοι ὁμιλήσομεν πρός ἀλλήλους τά προσήκοντα; Καί πῶς οἴσομεν τήν ὀργήν Κυρίου; πῶς δέ μιμησόμεθα τούς πατέρας ἡμῶν, οἵ ἐν τοῖς ὁμοίοις καιροῖς τό ὑποσιωπᾶν καί ὑποστέλλεσθαι προδοσίαν ἀληθείας ἔφασαν εἶναι; Οὐκοῦν λαλητέον καί ἀκουστέον καί προσεκτέον λόγῳ τε καί ἔργῳ·

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     19.

Ἐπειδή δέ οἷον τό ἄρχον καί τό ἀρχόμενον, παρακαλῶ, οἱ εἰς κεφαλήν καί κανόνα τοῖς ἄλλοις κείμενοι, ὁσίως καί δικαίως καί εὐσεβῶς ζήσωμεν, δι' ἑαυτῶν τούς ἄλλους εἰς ὀρθοτομίαν καί λόγου καί βίου ἀπευθύνοντες.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     22

Τό δέ αἴτιον τῆς ἀποδημίας, ὡς ἴστε, ὁ θάνατος ἐγεγόνει τοῦ μακαρίου μητροπολίτου Ἰωάννου τῆς Χαλκηδόνος, ὅς τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνισάμενος καί δρόμον τελέσας καί τήν πίστιν τηρήσας ἐνεδήμησε πρός Κύριον, λαμπρόν τόν τῆς ὁμολογίας ἀπενεγκάμενος στέφανον, σύν τοῖς προλαβοῦσιν ἁγίοις πατράσι καί ἀδελφοῖς ἡμῶν. Ἐπειδή δέ ἐκβράσας ἐτελεύτησεν, ἠπορήκασί τινες λέγοντες· «Εἴ καλός, πῶς οὐ καλῶς ἀπεβίω;». 'Αλλ' ἐοίκασιν οἱ τοιοῦτοι ἀγνωσίαν νοσεῖν· τό γάρ καλόν καί κακόν οὐκ ἐν τῷ τοιῶσδε ἤ τοιῶσδε ἀποβιῶναι κρίνεται, ἀλλ'ἐν τῷ τήν πίστιν ἔχειν ὀρθόδοξον καί τόν βίον ἀκαταγνωστον. Ὡς ὅγε ταῦτα κτησάμενος κἄν ὑδεριῶν ἀποπνεύσῃ, κἄν ἐκβράσας, κἄν ὁτιοῦν ἄλλο δεινοπαθήσας, εἴτε κατά γῆν εἴτε κατά θάλασσαν, οὐδεμίαν ἐντεῦθεν ἕξει τήν δυσφημίαν. Ταῦτα γάρ οὐκ ἐφ'ἡμῖν, ἀλλ'ἐν τοῖς ἀθεωρήτοις τοῦ Θεοῦ κρίμασιν ἀπόκειται, ὅς οἶδε πῶς ἑκάστου τίθησι τό συμφέρον, κατά τε προθεσμίαν ζωῆς καί τρόπον ἀποβιώσεως.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     35.

Οὕτως οὖν μέγιστόν ἐστι τό τῆς παρθενίας κατόρθωμα, ὡς καί αὐτῆς ἁπτόμενον τῆς κορυφῆς τοῦ οὐρανοῦ. εἰς δύο γάρ · διῃρημένου τοῦ ἀνθρωπίνου βίου εἴς τε γάμον καί ἀγαμίαν· ὁ μέν γάμος τόν κάτω κόσμον συνίστησιν, ἡ δέ ἀγαμία τόν ἄνω συμπληροῖ· καί ὁ μέν τῇ φθορᾷ δουλεύειν ὑπόκειται, ἡ δέ τῇ ἀφθαρσίᾳ συναστράπτειν ἠξίωται. Καί ὥσπερ εἰ ἄνθρωπόν τις ὑπόπτερον ἴδοι, εἰκότως ἄν ἀποθαυμάσειε πῶς τό μέν ἀνθρώπου, τό δέ ἀγγέλου εἶδος ἔχοι· οὕτως οὖν καί ὁ τήν παρθενίαν ἀσκῶν ξένον τι θέαμα καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις καθέστηκεν. Ἐν σαρκί ἐστι καί ὑπέρ τήν σάρκα, ἐν κόσμῳ καί ὑπέρ τόν κόσμον, καθό καί ἀποτετάχθαι τῷ κόσμῳ λέγεται, ὡς ὑπερκοσμίως ζῆν αἱρούμενος.

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     39.

Ἀδελφοί καί πατέρες, οὐδέν μακαριώτερον τοῦ βίου ἡμῶν, καί οὐδέν ὑψηλότερον τῆς πολιτείας ἡμῶν, εἴ γε καθώς ὀνομαζόμεθα πολιτευόμεθα. Ἀλλά μή ἐναντίως τῷ ὀνόματι τήν πολιτείαν ἔχωμεν· μοναχός γάρ ἐστιν ὁ πρός Θεόν μονον βλέπων καί Θεοῦ μόνου ἐφιέμενος καί Θεῷ μόνῳ προσκείμενος καί Θεόν μόνον θεραπεύειν προαιρούμενος, εἰρήνην τε ἔχων πρός Θεόν καί εἰρήνης τοῖς ἄλλοις αἴτιος γινόμενος· ᾧ δέ ταῦτα μή πάρεστι, τοὐναντίον δέ ζῆλος καί ἔρις καί διχοστασίαι, «τυφλός ἐστι μυωπάζων, κατά τό γεγραμμένον, λήθην λαβών τοῦ καθαρισμοῦ τῶν πάλαι αὐτοῦ ἁμαρτιῶν· ».

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ     46.

Μέγα οὖν ἅπαν κατόρθωμα, καί εὐχῆς τῆς ἀνωτάτω κατακτήσασθαι· οὐμενοῦν τοσοῦτον ὅσον τό τῆς παρθενίας. Παρθενία γάρ ἐστιν ἡ ἐν παραδείσῳ πρώτιστα ἐκλάμψασα πρίν ἤ τούς προπάτορας ἡμῶν κατασοφισθῆναι ὑπό ὄφεως. Παρθενία ἐστίν ἡ μήτηρ Χριστοῦ χρηματίσασα· παρθενία ἐστίν ἡ τούς ἀνθρώπους ἀγγέλους ἀπεργαζομένη, εἴπερ ὁ μέν γάμος ἐκ φθορᾶς ἄρχεται καί εἰς φθοράν καταλήγει· ἡ δέ παρθενία εἰς ἀφθαρσίαν τόν κόσμον ἀνίστησι. Πῶς οὖν αὐτήν κτησόμεθα, εἴποι τις ἄν; πῶς δ'ἄν ἄλλως ἡ ἐν μυρίοις πόνοις τε καί ἱδρῶσιν; Ὅπου γάρ μέγα τό κατόρθωμα, ἐκεῖ μεγίστης καί σπουδῆς χρεία. Τοίνυν, καθάπερ μάχαιρα ὀξεῖα τέμνειν οἶδε τούς προσβάλλοντας, τόν αὐτόν δή τρόπον καί ἡ ψυχή τῷ θείῳ φόβῳ, ὥσπερ τινί πυρί χαλκευθεῖσα καί τῷ τῶν δακρύων ὕδατι στομωθεῖσα, τεμνέτω καί σκυλευέτω τούς δαιμονιώδεις λογισμούς·

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ

 
ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
ΠΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Ὅποιος τοὺς   ὀνομάσει «Οἰκουμενιστές», κινδυνεύει νὰ τὸν σύρουν στὰ δικαστήρια  (κατὰ δήλωση τοῦ μητροπολ. Σιατίστης Παύλου)
   δῶ καὶ μιὰ  δεκαετία σὲ ἑκατοντάδες ἀριθμοῦνται τὰ κείμενα ποὺ ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὶς μεταφράσεις τῶν ἱερῶν κειμένων (ἁγιογραφικῶν ἢ λειτουργικῶν), ἀρκετὲς δὲ εἶναι καὶ οἱ ὁμιλίες ἢ τὰ συνέδρια ποὺ ἔχουν διεξαχθεῖ γιὰ τὸ φλέγον αὐτὸ θέμα ποὺ ἀφορᾶ κυρίως τοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀποτέλεσε ἰδιαίτερη εἴδηση ἡ πραγματοποίηση ἑνὸς ἀκόμα συνεδρίου-Ἡμερίδας, τὸ ὁποῖο μάλιστα ἔγινε στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, τῆς ὁποίας οἱ θέσεις στὸ θέμα εἶναι γνωστές.
    Παρόλα αὐτά, ἔτσι ὅπως ἐξελίχθηκαν τὰ πράγματα, ἀξίζει νὰ ἀναφερθοῦμε σ’ αὐτό, ὄχι γιατὶ πρόσθεσε κάτι περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι μέχρι τώρα γνωρίζαμε γιὰ τὸ θέμα, ἀλλὰ γιατὶ μᾶς ἔκανε νὰ συνειδητοποιήσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, τὴν φθοροποιὸ δράση τῆς Ἀκαδημίας, τοῦ προέδρου της Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιου καὶ ὅποιων ἐπισκόπων «ταιριάζουν καὶ συμπεθεριάζουν» μαζί του.
   Κατ’ ἀρχὰς νὰ χαιρετήσουμε τὴν παρουσία καὶ τὶς θαυμάσιες εἰσηγήσεις τῶν δύο εἰσηγητῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς θέσεις τοῦ κ. Ἰγνάτιου καὶ τοῦ κ. Καλαϊτζίδη· δηλαδή τῶν κ. Κωνσταντίνου Χολέβα καὶ Φώτη Σχοινᾶ. Κι ἂς μᾶς κατηγορήσουν γιὰ ἰδεολογιοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ, ἐκεῖνοι ποὺ πορεύονται τὴν «πλατεία ὁδὸ» τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς κάθε μεταπατερικῆς θεολογίας, ἀφοῦ, ὅποιος σήμερα τολμήσει –ἐμμένοντας στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη– νὰ τὴν ὑπερασπιστεῖ, κατηγορεῖται ἀμέσως γιὰ φονταμενταλισμὸ ἢ ἰδεολογιοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ!
     Μάλιστα στὴν ὡς ἄνω Ἡμερίδα, καταγράφτηκε κι ἕνας νέος χαρακτηρισμός, ἀναφερόμενος σ’ ὅσους ἀντιτίθενται στὴν μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων· τὸν πρωτακούσαμε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ μητροπολίτη Σιατίστης κ. Παύλου: «Καταλήγοντας, (εἶπε) νομίζω πὼς πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀκοῦμε τοὺς ἄλλους, θὰ πρέπει νὰ σεβόμαστε τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ἔννοια νὰ μὴν τοὺς ἀποδίδουμε τὶς δικές μας ἐπιθετικὲς τάσεις. Κάποιοι (εἶπε) μίλησαν γιὰ “νεοβαρλααμισμό”... Εὔκολο καὶ γιὰ μένα» εἶναι νὰ τοὺς ἀποκαλέσω  «“νεο-μονοφυσίτες”»!
     Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὁ μὴ ἔχων ἐπιθετικὲς τάσεις καὶ τάχα σεβόμενος τοὺς ἄλλους Σεβασμιώτατος Σιατίστης, μ’ αὐτὸ τὸν χαρακτηρισμὸ φωτογράφιζε (ἄθελά του;) καὶ τὸν προηγούμενο ὁμιλητὴ κ. Χολέβα, τοῦ ὁποίου οἱ ὀρθόδοξες τοποθετήσεις ἑρμηνεύονται (σύμφωνα μὲ τὴν λογικὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου) ὡς νεομονοφυσιτισμός. Βέβαια, ὁ κ. Χολέβας, εἶχε ἤδη δώσει ἐκ τῶν προτέρων ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση. Εἶχε πεῖ: «Μιὰ μικρὴ ἔνσταση στὸ Δελτίο Τύπου, εἶδα νὰ ἀναφέρει ὅτι θὰ συζητήσουμε γιὰ δύο τάσεις. Ἐγὼ δὲν νιώθω τάσεις, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει ἡ ἐπίσημη ἄποψη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ποὺ λέει ὅτι τίποτε δὲν ἀλλάζει καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀλλάζει χωρὶς συνοδικὴ ἀπόφαση. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχουν κάποιες μεμονωμένες φωνές. Τάσεις θὰ λέγαμε ὅτι οἱ μισοὶ εἶναι ἔτσι, οἱ μισοὶ εἶναι ἀλλιῶς». Ὄζει νεο-μονοφυσιτισμοῦ, λοιπόν (κατὰ τὸν κ. Παῦλο) καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος(!) ποὺ μὲ Δελτίο Τύπου, ἀρνήθηκε νὰ υἱοθετήσει τὶς ἐτσιθελικὲς δεσποτικὲς ἐνέργειες 2-3 ἐπισκόπων;
                                     
                                       * * *
  Βέβαια, μὲ αὐτὸ τὸ σημείωμα-ρεπορτάζ, δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν δύο πλευρῶν (λίγο ὡς πολλοὶ γνωστά), ἀφοῦ οἱ εἰσηγήσεις θὰ δημοσιοποιηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου. Θὰ μείνουμε σ’ ἐκεῖνο ποὺ δημιούργησε αἴσθηση στὸ ἀκροατήριο, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὶς παρεμβάσεις τῶν ἀκροατῶν. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, ἀπὸ τή συμπεριφορά κάποιων ὁμιλητῶν, ἰδίως τοῦ Μητροπολίτη Σιατίστης Παύλου, ὁ ὁποῖος μᾶς ξάφνιασε μὲ τὶς θέσεις του, μιᾶς καὶ εἴχαμε σχηματίσει ἄλλη ἄποψη γι’ αὐτόν.
   Καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε στὸν Σιατίστης κ. Παῦλο, γιατὶ ὑποτίθεται ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ὁμιλοῦν ὡς ἐκφραστὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς θεοφώτιστοι ὁδηγοί μας κι ὄχι  ὡς πειραματιστὲς στὶς πλάτες τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Ἕνας πιστός, «δικαιοῦται» νὰ ἔχει ἀπορίες καὶ ἐρωτήματα καὶ ἐσφαλμένες θέσεις, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλα αὐτά, τὰ καταθέτει στοὺς ποιμένες πρὸς λύση. Ὅταν, ὅμως, βλέπει, πὼς αὐτοὶ ἐκφράζονται ἀντιεκκλησιαστικά, κι ἀντὶ νὰ λύνουν περιπλέκουν περισσότερο τὰ θέματα, τότε ἔχει ὑποχρέωση νὰ φέρνει τὸ θέμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα.
    Τὸ γεγονὸς στὸ ὁποῖο ἀναφερόμαστε ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅταν ἄρχισε ἡ συζήτηση, ἕνας ἀκροατὴς (ὁ κ. Ντετζιόρτζιο, πρόεδρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἑνώσεως «Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος») ἔκανε μιὰ καίρια ἐπισήμανση. Εἶπε:
    
«Βλέπω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων, τὸ ἀντιμετωπίζουμε σὰν ἕνα αὐτόνομο ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα αὐτόνομο ζήτημα. Ἡ προσπάθεια καὶ ἡ ἐπιδίωξη τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων, γίνεται παράλληλα μὲ μία προσπάθεια νὰ ἀπορρίψουμε τοὺς Ἁγίους Πατέρες ὡς ξεπερασμένους, νὰ φέρουμε μιὰ ἀνατροπὴ στὴν ὀρθόδοξη πίστη μας, νὰ τὰ φτιάξουμε μὲ τοὺς αἱρετικούς, νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς “ἐκκλησίες”... (Δηλαδή) τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως ἔχει εἰσαχθεῖ στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς κατεύθυνσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προωθοῦν τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ».
     Αὐτὴν τὴν θέση ὑποστήριξαν καὶ ἄλλοι, κάποιος μάλιστα θύμισε, πὼς τέτοιες ἀλλαγὲς μπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν σὲ νέο σχίσμα, ὅπως τὸ παλαιοημερολογιτικό. (Καὶ μὴ ξεχνᾶμε, ὅτι κι ἐκεῖνο, ἦταν δάχτυλος τῶν οἰκουμενιστικῶν σχεδιασμῶν).
    Οἱ γενικὲς αὐτὲς ἐκτιμήσεις καὶ θέσεις ἐνόχλησαν τὸν μητροπολίτη Σιατίστης, ὁ ὁποῖος (ὅπως προαναφέραμε) εἶχε πεῖ «πὼς πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀκοῦμε τοὺς ἄλλους, θὰ πρέπει νὰ σεβόμαστε τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ἔννοια νὰ μὴν τοὺς ἀποδίδουμε τὶς δικές μας ἐπιθετικὲς τάσεις». Κι ἀντὶ νὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἀνατρέψει τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά, ξεκίνησε ὁ ἴδιος μιὰ ἐπίθεση, μιλώντας ἀκόμα καὶ γιὰ κατάθεση δικαστικῆς ἀγωγῆς στά δικαστήρια!!!
    Εἶπε ὁ κ. Παῦλος: «Δὲν ἔχω ἀντίρρηση ν’ ἀκούω τὶς ἀπόψεις τῶν ἄλλων... Ὑπάρχει κάτι ποὺ μὲ ἐνοχλεῖ ἂν καὶ πρέπει νὰ τὸ συγχωρῶ. Τὸ νὰ ἀμφισβητοῦνε τὶς προθέσεις μου. Λοιπόν, ἡ πρόθεσή μου δὲν εἶχε καμία σχέση μὲ ὅσα εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Ντετζιόρτζιο σχετικά, ὅτι αὐτὸ τὸ θέμα ἔχει σχέση μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ, μ’ ὅλα αὐτά. Γιὰ νὰ καταλάβετε πόσο μ’ ἐνοχλεῖ, ἂν αὐτὸ δὲν ἦταν στὰ ὅρια τῆς συζήτησης, ἀλλὰ ἦταν μιὰ κουβέντα ἐκτός, θὰ τοῦ ἔκανα ἀγωγή. Τὴν ψυχή μου δὲν ἐπιτρέπω σὲ κανένα νὰ τὴν θίγει (σ.σ. Τὴν θίγετε, ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε, ἐπιμένοντας -δὲν ἀμφιβάλλουμε, ἀσφαλῶς ἀπὸ ποιμαντικὸ ἐνδιαφέρον- ἀλλ’ ἀδιάκριτα νὰ ταυτίζεσθε μὲ τοὺς οἰκουμενιστικοὺς κύκλους καὶ εὐνοώντας οἰκουμενιστικοὺς σχεδιασμούς). Καὶ εἶναι παρὰ πολὺ σημαντικὸ νὰ μάθουμε νὰ σεβόμαστε τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι νὰ θεωροῦμε ὅτι εἶναι δεδομένη ἡ ἄποψη τους, γιατὶ ἐμεῖς θὰ τὸν κρίνουμε.
   Ντετζιόρτζιο: Ἀντὶ νὰ μὲ πείσετε Σεβασμιώτατε, ...σὰν ποιμένας καὶ πατέρας θὰ μὲ πηγαίνατε στὰ δικαστήρια; Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, πατέρα».
    Μιὰ ἀκροάτρια προσπαθησε νὰ πάρει τὸ λόγο καὶ ὁ Σεβασμιώτατος τὴν σταμάτησε:
      «Σιατίστης Παῦλος: Ἀκοῦστε κάτι, τώρα μιλάω ἐγώ.
Ἀκροάτρια: Καλά, μία σκέψη...
     Σιατίστης Παῦλος: Καμία. Μετά.
     Ἀκροάτρια: Καλά, ἐντάξει.
    Σιατίστης Παῦλος: Λοιπόν... Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ σᾶς πείσω γιὰ τίποτα. Δὲν ἐπεχείρησα ποτέ μου νὰ ἀποκτήσω ὀπαδούς (σ.σ. μόνο ὑπηκόους). Καὶ ἡ μεγαλύτερη τιμή μου εἶναι τὸ νὰ μὲ ἀμφισβητοῦνε (σ.σ. γιὰ νὰ σᾶς δίνουν τὸ δικαίωμα νὰ κάνετε παρεπιμπτόντως καὶ καμιὰ ἀγωγή). Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ καρδία ἡ δική μου καὶ ἡ σχέση μου μὲ τὸ Θεό (σ.σ. μήπως καὶ ἡ σχέση σας μὲ τοὺς οἰκουμενιστές;). Ἀλλοίμονο ἂν περίμενα ἀπ’ τὸν καθένα ποὺ κρίνει μὲ δικά του κριτήρια... (σ.σ. Σωστά. Ἂν ὅμως σᾶς κρίνει μὲ κριτήρια ἐκκλησιαστικά;) Σέβομαι τὸ βίωμά σας, ὅμως εἶναι πάρα πολὺ ἐπικίνδυνο πάντοτε νὰ ἀπολυτοποιοῦμε τὸ προσωπικό μας βίωμα... (σ.σ. Ἐνῶ ἐσεῖς, ποὺ ὅλη τὴν εἰσήγησή σας τὴν στηρίξατε σὲ προσωπικὰ βιώματα καὶ προσωπικοὺς πειραματισμοὺς λειτουργικῶν μεταφράσεων στὰ κεφάλια τῶν «προβάτων» σας, ἐσεῖς λοιπόν, μπορεῖτε ὡς ἀλάθητος νὰ ἀπολυτοποιεῖτε τὸ προσωπικό σας βίωμα). Αὐτὸ ἤθελα νὰ τονίσω κι ὄχι ὅτι θὰ σᾶς πήγαινα στὸ δικαστήριο. Τὸ εἶπα ἀκριβῶς γιὰ νὰ σᾶς δώσω αὐτὸ νὰ καταλάβετε (σ.σ. Τὸ καταλάβαμε. Πῶς δὲν τὸ καταλάβαμε;).
      »Γιατὶ  εἶναι  ἄλλο  πρᾶγμα... αὐτὸ  ποὺ  εἶπα,  ἡ  ἀγωνία  γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἀμέσως νὰ σοῦ κολλᾶνε μιὰ ταμπέλα οἱ ἄλλοι. Αὐτὲς τὶς ταμπέλες δὲν τὶς δέχομαι μὲ τίποτα... Δέχομαι τὴν ὁποιαδήποτε ἀπόρριψη, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει·  τὴν ἀκούω, τὴν προσέχω, (σ.σ. Πῶς γίνετε νὰ θυμώνετε γιὰ τὶς ταμπέλες -ποὺ δείχνουν ἀπόρριψη-, καὶ νὰ μὴν σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἀπόρριψη; Καὶ πῶς γίνεται νὰ μὴν σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἀπόρριψη καὶ ταυτόχρονα νὰ τὴν προσέχετε; Εἶναι λογικὴ αὐτή, ἢ τρικυμία ἐν κρανίῳ; Πάντως ἐμεῖς, δὲν σᾶς κολλήσαμε ταμπέλα, Σεβασμιώτατε, ἀντίθετα, ὅπως καλὰ καταλάβατε, ἀπορρίψαμε τὶς θέσεις σας, γιατὶ  –ἐνδεχομένως–  ἄθελά σας ὑπηρετεῖτε τοὺς οἰκουμενιστές) κοιτάω ἂν ὄντως μὲ ἀφορᾶ, γιατὶ κανείς μας δὲν εἶναι ἀλάθητος, οὔτε κι ἐγὼ εἶμαι ἀλάθητος, ἀλλὰ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα αὐτό... (σ.σ. ἀφοῦ δέχεσθε μὲ τόση ταπείνωση, πὼς δὲν εἶσθε ἀλάθητος, γιατί δὲν ἐξετάζετε, μήπως ἡ θέση μας εἶναι σωστή, ἀλλὰ ἀμέσως τὴν ἐκλαμβάνετε ὡς ἐπίθεση καὶ ἐπικόλληση ταμπέλας στὸ ἱερὸ πρόσωπό σας;  Μήπως τελικά ἰσχύει αὐτό πού κάποτε εἶχαν πεῖ ὁ καθηγητής Μ. Φαράντος, καί ὁ μητροπολίτης Καλαβρύτων Ἀμβρόσιος, ὅτι δηλαδή ὁ Παπισμὸς ἔχει ἕνα Πάπα, καὶ ἡ Ὀρθοδοξία, τόσους, ὅσους κι οἱ δεσποτάδες; Μήπως δὲν ἔχετε μελετήσει τὸ φαινόμενο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴ δράση τῶν Οἰκουμενιστῶν συνεπισκόπων σας; Κι ἂν ναί, γιατί δὲν καταβοήσατε κατὰ «Βαρθολομαίου τοῦ αἱρετίζοντος οἰκουμενιστοῦ πατριάρχου», ὥστε νὰ τοὺς προφυλάξετε; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι χρησιμοποιεῖτε τὶς μεταφράσεις γιὰ νὰ τραβήξετε τοὺς νέους στὴν Ἐκκλησία (ἁγνὸ ποιμαντικὸ ἐνδιαφέρον τὸ λέμε τώρα!), καὶ νὰ μὴν ἔχει περάσει ἀπὸ τὸ ἱερὸ μυαλό σας ἡ σκέψη, ὅτι τοὺς ἑτοιμάζετε γιὰ τὰ σαγόνια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;).
     »Νὰ σᾶς τὸ πῶ μὲ ἕνα ἄλλο παράδειγμα: εἶναι σὰν νὰ ἔχεις ἕνα καθαρὸ τραπεζομάντηλο καὶ νὰ τὸ πιάνει ὁ ἄλλος μὲ λασπωμένα χέρια καὶ νὰ τὸ λερώνει. (σ.σ. Ποιό καθαρὸ τραπεζομάντηλο, Σεβασμιώτατε; Αὐτὸ ποὺ ἔχουν  καταλεκιάσει οἱ οἰκουμενιστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου, κι ἔχει βουτήξει ὁ κ. Βαρθολομαῖος καὶ ὁ κ. Ζηζιούλας στὸν δυσώδη βοῦρκο τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;). Ἐκεῖ ἔχω τὴν ἀντίδραση καὶ τὴν ἀντίσταση.
   »Τώρα γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀπαντήσω στὴν ἀρχὴ λίγο δικολαβίστικα: ἐσεῖς (σ.σ. ρωτᾶ) δέχεσθε ὅλες τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου; Δὲν τὶς σέβεσθε. (σ.σ. Πολὺ καλὰ τὸ καταλάβατε, Σεβασμιώτατε. Ἀσφαλῶς καὶ δὲν τὶς σεβόμαστε ὅλες. Ἰδίως ἐκείνη ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου, ποὺ ἀθώωσε τὸν συνάδελφό σας κ. Μπεζενίτη καὶ τὴν ἄλλη, ποὺ ζητοῦσε οἱ ἐπίσκοποι νὰ μποροῦν νὰ ἔχουν τό γνωστό “κουσούρι”).
      Ἀκροάτρια: Αὐτὸ εἶναι ἄλλοθι.
  Σιατίστης Παῦλος: Ὄχι δὲν εἶναι καθόλου ἄλλοθι. Γιατὶ ἡ Σύνοδος: ἢ πραγματικὰ εἶναι θεόπνευστη ἢ δὲν εἶναι. (σ.σ. Ἀπό καὶ ποῦ ἡ Σύνοδος καὶ οἱ Δεσποτάδες θεόπνευστοι, Σεβασμιώτατε; Ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴν θεοπνευστία οἱ παραπάνω ἀποφάσεις; Κι ἂν θέλετε νὰ ξέρετε μὲ μιὰ πρόχειρη ἔρευνα, σημειώσαμε ἄλλες 20 μὴ θεόπνευστες ἀποφάσεις. Ἀλλὰ γιατί ξύνετε πληγὲς Σεβασμιώτατε; Μᾶς σπρώχνετε νὰ ξεσκονίσουμε τὰ ἀρχεῖα τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐν συνόδῳ συνάξεών σας; Ἂν τὸ κάνουμε, τότε θὰ γελάσει καὶ τὸ παρδαλό κατσίκι μὲ κάποιες θεόπνευστες ἀποφάσεις σας! Βέβαια, δηλώνουμε, πὼς ὅλες τὶς ἀποφάσεις ποὺ στοιχοῦν στὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τὶς δεχόμαστε).
      »Ὁπότε,  λοιπόν,  ἐγὼ  δὲν  ἔχω  ἀντίρρηση,  θὰ  σᾶς ἀπαντήσω γι’ αὐτό, δὲν πάω νὰ ξεφύγω, ἀλλὰ θέλω νὰ προσέξετε σεῖς, κι ὄχι γιὰ μένα, ἀλλὰ γιατὶ στὴν πραγματικότητα ὁ Θεὸς μᾶς κρίνει ὅλους μας, ποιὲς εἶναι οἱ προθέσεις μας. Ἐγὼ ἄκουσα, θὰ μᾶς τὴν πεῖ ὁ Ἅγιος Δημητριάδος ποὺ ἦταν συνοδικὸ μέλος, ποὺ εἶπε (σ.σ. ἡ Σύνοδος) πὼς ἐμμένει στὴν γλῶσσα, αὐτὴ ποὺ ἰσχύει μέχρι σήμερα, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶπε ὅτι θ΄ ἀνοίξει μιὰ συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ θέμα (ἄλλο συζήτηση, Σεβασμιώτατε, κι ἄλλο ἡ ἐφαρμογὴ στὴν πράξη τῆς μεταφράσεως τῶν ἱερῶν κειμένων στὴ Λατρεία, στὴν ὁποία ἐσεῖς ἔχετε προχωρήσει). Κι ἀκριβῶς, λοιπόν, στὴν συζήτηση, πῶς θὰ συμμετέχεις; συμμετέχεις διανοητικά; (σ.σ. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε τὸ μυαλὸ ὁ Θεὸς Σεβασμιώτατε). Εἶπα κάτι προηγουμένως· εἶπα ὅτι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ τὸ κάνω ἐγώ· θέλω νὰ δῶ, θέλω αὔριο στὴν Σύνοδο σὰν ποιμένας νὰ μεταφέρω –γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος μας– νὰ μεταφέρω ἀκριβῶς τὸ (δίλημμα) ποὺ ἔχει τὸ ποίμνιό μας... (Ἄρα, λοιπόν, καλὰ ἔκαναν οἱ αἱρετικοὶ καὶ δοκίμαζαν πρῶτα τὶς αἱρέσεις τους, πρὶν ἀποφασίσει μιὰ Σύνοδος γι’ αὐτές. Μόνο, ποὺ μετὰ τὴν δοκιμή, δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἀλήθεια! Δέν φοβᾶστε τό κόστος, Σεβασμιώτατε;)
     Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι μερικὲς φορὲς δὲν συζητᾶμε σὰν ἀδελφοὶ γιὰ νὰ βροῦμε τὴν ἀλήθεια, ἀλλ’ ὡς ἀντίπαλοι ποὺ προσπαθοῦμε νὰ συντρίψουμε τὸν ἄλλο... (σ.σ. Ποιός θέλει νὰ συντρίψει τὸν ἄλλο Σεβασμιώτατε, ἐκεῖνος ποὺ θέτει τὸν προβληματισμό του γιὰ ἕνα θέμα καὶ ζητᾶ ἀπάντηση, ἢ ἐκεῖνος ποὺ ὠμὰ καὶ κατάμουτρα δηλώνει πὼς δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.....; Ἐκεῖνος ποὺ ζητᾶ καὶ περιμένει τὴν πατρικὴ συμπεριφορὰ ἀπὸ ἕνα ποιμένα ἢ ὁ ποιμένας ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἀγωγές, ὑπονοώντας τό προκλητικό: “ἔλα ἔξω νὰ τὰ ποῦμε”; Τὸ παραθέτουμε –γιὰ τὴν ἀκρίβεια– ὅπως τὸ εἴπατε: «ἂν αὐτὸ δὲν ἦταν στὰ ὅρια τῆς συζήτησης, ἀλλὰ ἦταν μιὰ κουβέντα ἐκτός, θὰ τοῦ ἔκανα ἀγωγή»!!!).
  ...Εἴμαστε ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, μποροῦμε νὰ προβληματιζόμαστε. (Ὡς πρὸς τὶς μεταφράσεις) δὲν ἀπορρίπτω τίποτα, σχεδὸν τὰ περισσότερα τὰ δέχομαι... Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι δὲν μιλᾶμε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐγὼ τὸ θέμα τὸ βλέπω σ’ ἕνα καθαρὰ ποιμαντικὸ ἐπίπεδο κι ἐπιμένω νὰ τὸ λέω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν μπορεῖς νὰ μιλᾶς θεωρητικὰ γιὰ τοὺς νέους, ἅμα δὲν καθίσεις νὰ μιλήσεις μαζί τους..., ὁπότε αἰσθάνομαι ὅτι ὅταν ἔχεις μιὰ ἐμπειρία ζωντανή..., πιστεύω λοιπόν πὼς ἂν αὔριο μιὰ Σύνοδος ἔλθει, γιατὶ ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ εἶπε αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶπε θὰ ἀνοίξουμε ἕνα διάλογο, καὶ τί θὰ ποῦμε στὸν διάλογο; Αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος, (ἂν ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανὴ) καὶ τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἐπισκόπων: νὰ ἀκούσω ἐγὼ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς μου τί λένε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, πῶς βλέπουν..., τί λέει ἡ ἐνορία τους κι αὐτὸ νὰ μεταφέρω.
     Ἔτσι, λοιπόν, δὲν ὑποτιμᾶμε τὴν Σύνοδο, δὲν παρακούομε τὴν Σύνοδο, ἁπλὰ θέλουμε νὰ διευκολύνουμε τὴν Σύνοδο, γιατὶ πιστεύω πὼς αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀπόφαση ποὺ ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ θέλει μέχρι τώρα νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ γινότανε καὶ λέει τὸ συζητᾶμε. (σ.σ. Καὶ πρὶν τὸ συζητήσετε στὴ Σύνοδο, ἐσεῖς κάνετε ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ἡ Σύνοδος· ἀλλὰ ἀπὸ πότε ὁ διάλογος μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετασθεῖ ἕνα πρόβλημα, ἑρμηνεύεται ὡς ἔγκριση καί ἐφαρμογή  τοῦ ὑπό συζήτηση προβλήματος;).
     Ὅσο ἀφορᾶ τὸ θέμα ποὺ συζητᾶμε παρεπιπτόντως, ἐγὼ πιστεύω πὼς ἂν ἡ Σύνοδος ἀπεφάσιζε κάτι, μιὰ μοναδικὴ κι ἑνιαία, ἕνα μοναδικὸ ἑνιαῖο κείμενο...».
   Τώρα,  ἂν πρέπει  νὰ γίνεται  ἡ Θεία Λειτουργία μὲ μετάφραση ἢ ὄχι, συνέχισε ὁ Σιατίστης κ. Παῦλος, «τὸ ψάχνω. Ἂν αὔριο πεισθῶ ὅτι ὄντως κάνω λάθος θὰ τὸ σταματήσω. (σ.σ. Φοβερόν; Ἔχει τὴν ὑπόνοια ὅτι μπορεῖ νὰ κάνει λάθος χρησιμοποιώντας μεταφρασμένα λειτουργικὰ κείμενα, –ὡσὰν τὸ θαῦμα νὰ μὴ συντελεῖται ἂν δὲν κατανοοῦμε πλήρως τὰ ἀκουόμενα· εἶναι εἰς γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ποὺ λέει: ὄχι στὶς μεταφράσεις, καὶ πὼς ἐν καιρῷ θὰ ἐξετάσουμε τὸ θέμα· γνωρίζει ὅτι σεβαστοὶ ποιμένες καὶ ἀξιόλογοι θεολόγοι ἔχουν καταδείξει ποῦ ἔγκειται τὸ πρόβλημα· γνωρίζει, ἐπίσης, ὅτι ἡ μετάφραση εὐνοεῖ τὴν ἀποκοπή μας –ἰδίως τῶν νέων– ἀπὸ τὴ γλῶσσα τῶν Πατέρων [πρόβλημα ποὺ δὲν ἀντιμετωπίζουν οἱ ξενόγλωσσοι χριστιανοί]·  καὶ ἐν τέλει, γνωρίζει [πρέπει νὰ γνωρίζει] ὅτι οἱ μεταφράσεις ἀποτελοῦν ὅπλο ἀλλοιώσεως τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως στὰ χέρια τῶν παλιῶν καὶ τῶν νέων μισσιοναρίων, καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ, ἐπιμένει στὶς μεταφράσεις, ρίχνοντας νερὸ στὸ μύλο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κι ὄχι μόνο, καὶ πεισματικὰ λέει: ἐγὼ θὰ δοκιμάζω!).
    Θὰ ἤθελα, ὅμως, μὲ τὴν ἴδια εἰλικρίνεια, ἂν κάποιοι πειστοῦν ὅτι ὑπάρχει κάποια ἀνάγκη, νὰ μὴν τὴν πετάξουν μὲ εὐκολία, γιὰ νὰ δικαιώσουν τοποθετήσεις τὶς ὁποῖες ἔχουνε».
     Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ συμπεριφορά καί οἱ ἀπόψεις τοῦ Ποιμένος κ. Παύλου. Ἂν κάπου τὸν ἀδικήσαμε, θὰ περιμένουμε τὸν ἀντίλογό του. Τὴν ἐντύπωσή μας ἐκφράσαμε, μὲ ἔντονο τρόπο, ποὺ πρέρχεται ἀπὸ τὶς δικές του προκλητικές θέσεις, ἀντιθέσεις καὶ αὐτοαναιρέσεις.
     Δέν πρέπει ὡστόσο νὰ παραλείψουμε νὰ σχολιάσουμε καὶ τὴν  συμπεριφορά τοῦ ἄλλου θερμοῦ ὑποστηρικτοῦ -ὁμιλητοῦ ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων, κ. Σταύρου Ζουμπουλάκη, ποὺ  κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἦταν προκλητική καὶ ἀπαράδεκτη. Πρῶτον διότι, ἀφ’ ἑνός μὲν ἀράδιασε ἕνα σωρὸ ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ τί συνέβη στὶς ἄλλες θρησκεῖες καὶ τὰ ἄλλα δόγματα σχετικά μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν «ἱερῶν τους κειμένων», δίδοντας πολὺ λίγο χρόνο στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ δεύτερον, διότι μιλῶντας ἀπό καθέδρας καὶ μὲ στόμφο παρατήρησε πὼς ὅτι εἶναι νὰ γίνει, πρέπει νὰ γίνει γρήγορα, ὅσο ἀκόμη ὑπάρχουν πιστοί, ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι, ἀφοῦ δρομολογήθηκε ἡ λειτουργικὴ αὐτὴ ἀναγέννηση (μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται) εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε, καὶ κάθε προσπάθεια ἀναχαίτισής της καί ἀντίδρασης εἶναι περιττή! Διαπίστωση καὶ λόγος ποὺ ἀπογοητεύει τοὺς πιστοὺς καὶ ἀποδυναμώνει κάθε διάθεση ἀγῶνος. Δυστυχῶς ἡ παπική-οἰκουμενιστικὴ συμπεριφορά ἐντοπίζεται καὶ στοὺς λαϊκούς!
    Τέλος, θὰ κλείσουμε μὲ δυὸ μαργαριτάρια τοῦ ἄξιου συνεργάτη τῶν ἀπανταχοῦ οἰκουμενιστῶν, τοῦ κ. Καλαϊτζίδη, διευθυντῆ τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, καὶ  δεξὶ χέρι τοῦ κ. Ἰγνάτιου,  ὁ ὁποῖος, ἐπίσης, σκανδάλισε τὸ κοινὸ μὲ τὴν προκλητική του συμπεριφορά:
     Καλαϊτζίδης (Συντονιστὴς τῆς συζητήσεως): «Ὑπάρχει ἕνα ζήτημα ποὺ λέει, ὅτι ὅσοι προβαίνουν σὲ μεταφράσεις, μεταγλωττίσεις κ.λπ. παραβιάζουν ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου (σ.σ. Ἀλήθεια, δὲν γνωρίζατε κ. Καλαϊτζίδη ὅτι τὸ Δελτίο Τύπου τῆς Ἱ. Συνόδου ἀποτελεῖ Ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου; Μήπως τὸ γνωρίζατε, κύριε, ἀλλὰ κατὰ αὐτὸν τὸν «εὐφυιῆ» τρόπο θελήσατε νὰ τὴν ὑποβαθμίσετε;). Θὰ παρακαλοῦσα θερμὰ τοὺς δύο σεβαστοὺς ἐπισκόπους νὰ μᾶς ποῦν, ἂν ὄντως ὑπάρχει ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου ἢ μιλᾶμε γιὰ ἕνα Δελτίο Τύπου... Ἀπ’ ὅσο γνωρίζω εἶναι ἕνα Δελτίο Τύπου, δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόφαση τῆς Ἱ. Συνόδου ποὺ νὰ ἀπαγορεύει.
     Χολέβας: Τὸ Δελτίου Τύπου ἐκφράζει τὴν ἄποψη τῆς Ἱ. Συνόδου...
     Καλαϊτζίδης: Συγχωρεῖστε με κ. Χολέβα, σᾶς ἄκουσα, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλλω ἕνα ἐρώτημα;
     Φωνές: Ἀχρηστεύετε τὸ Δελτίο Τύπου;
     Καλαϊτζίδης:  Μπορῶ νὰ πῶ;  Ἡ Ἱ. Σύνοδος ἔχει ἀπόφαση ἢ Δελτίο Τύπου;...
    Χολέβας:  Ὑπάρχει ἀπόφαση Συνόδου (14.04.2010), εἶναι ξεκάθαρο. Τὰ Δελτία Τύπου ἐκφράζουν ἀποφάσεις Ἱ. Συνόδου.
    Στὴν ἀπάντηση τῶν ἐρωτήσεων τῶν ἀκροατῶν, ὁ ἕνας ἐκ τῶν εἰσηγητῶν κ. Φ. Σχοινᾶς ἐπεξηγεῖ κάποια ἐρώτηση.
     Σχοινᾶς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑνωμένη.
                                  Ἐδῶ παρεμβαίνει ὁ κ. Καλαϊτζίδης.
     Καλαϊτζίδης: Εἶναι (σ.σ. ἑνωμένη ἡ Ἐκκλησία);
     Σχοινᾶς: Εἶναι.
     Καλαϊτζίδης: Τὸ βλέπετε;...
     Σχοινᾶς: Εἶναι.
     Καλαϊτζίδης: (Δὲν ἀκούγεται)
     Σχοινᾶς: Ἐὰν δὲν εἶναι...
     Καλαϊτζίδης: (Δὲν ἀκούγεται).
    Σχοινᾶς:  Προσέξτε, ὅλον τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα.
     Καλαϊτζίδης: Γίνεται καὶ ξεγίνεται ἑνότητα.
     Σχοινᾶς: Προσέξτε, εἶναι σὰν νὰ λέτε, ὅτι ἀπέτυχε τὸ Ἅγ. Πνεῦμα.
    Καλαϊτζίδης: Δὲν ἀκούγεται... Προσέξτε γιατὶ θὰ πέσετε σὲ σφάλμα. Γίνεται καὶ ξεγίνεται ἡ ἑνότητα. Δὲν εἶναι εἶναι δεδομένη...
    Σχοινᾶς: Ἡ ἑνότητα ὑπάρχει μονίμως...
    Καλαϊτζίδης: Ἡ ἑνότητα τοῦ σώματος (σ.σ. τῆς Ἐκκλησίας)· ὄχι δὲν ὑπάρχει μονίμως. Ἐγὼ αὐτὸ ἔμαθα ἀπὸ τὸν δάσκαλο μου τὸν Ματσούκα.
     Ἀκροατής: Λάθος.
    Σχοινᾶς: Ἐντάξει, τὸ δάσκαλό σου τὸ Ματσούκα... (δὲν ἀκούγεται).
     Καλαϊτζίδης: Δὲν ἀκούγεται...
  Σχοινᾶς: ...ἀλλὰ σήμερα εἶναι τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.
    Καλαϊτζίδης: ...αὐτὰ εἶναι πολὺ λεπτὰ ζητήματα...
   Σχοινᾶς: Σήμερα εἶναι τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (σ.σ. ὁ ὁποῖος λέγει) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἑδράζεται στὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγ. Τριάδος, καὶ ὅπως εἶναι ἑνωμένο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ 2 φύσεις νὰ διαχωριστοῦν σὲ αὐθυπόστατες ὑποστάσεις, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθεῖ ἡ Ἐκκλησία...
    Καλαϊτζίδης: Δὲν λέει μόνο αὐτό, ξαναδιαβάστε το...
   Σχοινᾶς: Ναί. Τὸ θέμα μὲ τὴν νεωτερικότητα. Ἔχουμε τρία παραδείγματα τοῦ φιλοσοφεῖν. Τὸ ἀρχαῖο ποὺ εἶναι τὸ ὀντολογικό. Προηγεῖται τὸ ὂν καὶ ἕπεται τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο. Στὴν νεωτερικότητα ἐπικρατεῖ τὸ ὑποκειμενοκρατικό. Ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο, εἶναι ὁ ἔσχατος κριτὴς τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ λάθους, τὸ ὁποῖο στὴν βάση του εἶναι τελείως ἀντιχριστιανικό. Τώρα, προσέξτε, τὸ μετανεωτερικό εἶναι τὸ ἐπικοινωνιοκεντρικὸ καὶ τὸ γλωσσικό. Ὅ,τι ἀποφασίσει ἡ κοινότης, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια... Ξέρετε ποῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγηθοῦμε μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἂν τὰ υἱοθετήσουμε μέσα στὴν Ἐκκλησία;
     ...Ἡ μετανεωτερικότητα ἔχει τρομερὴ ἀβεβαιότητα...  Ἔ, ἂς μείνει κάτι σταθερό, κι αὐτὸ ἂς εἶναι ἡ Ἐκκλησία».
Ὀρθόδοξος Χριστιανικὸς Ἀγωνιστικὸς Σύλλογος
           «Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης»