Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Ημερίδα για τον Οικουμενισμό στην Αθήνα





Τὴν Πέμπτη 14/3/2013 πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὸν «Πανελλήνιο Χριστιανικὸ Ὅμιλο Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς» Ἡμερίδα μὲ θέμα «Παγκοσμιοποίηση, Οἰκουμενισμὸς καὶ Οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας» στὴν αἴθουσα «Παρνασσός» (πλατεῖα Καρύτση).
Εἶναι, λοιπόν, μιὰ καλὴ εὐκαιρία νὰ τεθοῦν καὶ πάλι τὰ πρακτικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἐρωτήματα πρὸς τοὺς ἐκλεκτοὺς ὁμιλητὲς τῆς Ἡμερίδος, πέρα ἀπὸ ὅσα θεωρητικὰ θὰ μᾶς παραθέσουν.
Τὸ ζητούμενο ἐν προκειμένῳ, περὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν εἶναι τὸ ἂν εἶναι αἵρεση. Τοῦτο τὸ ἀποδέχονται ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐδῶ καὶ δεκαετίες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος ὀνόμασε τὸν Οἰκουμενισμὸ Παναίρεση. Ἀκόμα καὶ ὁ οἰκουμενιστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τὸ δέχτηκε καὶ τὸ ὁμολόγησε ἀπὸ μικροφώνου τοῦ Ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπαντώντας ἐπίσημα σὲ ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἔγινε (ἀπὸ τὸν π. Κωνσταντῖνο Στρατηγόπουλο): Περὶ τοῦ ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, εἶπε, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει.
Τὸ ζητούμενο, λοιπόν, καὶ καίριο καὶ ἐπεῖγον, δὲν εἶναι τόσο, ἡ ἐνημέρωση τοῦ λαοῦ, ἔτσι μάλιστα, ὅπως ἐπὶ δεκαετίες πραγματοποιεῖται. Διότι ἡ μέχρι τώρα ἐπίσημη ἐνημέρωση, ἀναφέρεται στὸ φάντασμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὄχι στὸν πραγματικὸ καὶ σαρκωμένο Οἰκουμενισμό.
Ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἐκκλησία γνωρίζουν περὶ Οἰκουμενισμοῦ. Γνωρίζουν καὶ τὰ πρωτοκλασάτα ὀνόματα τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως καί, λογικά, εἶναι αὐτοὶ ποὺ (ὡς συνειδητοὶ πιστοί), θὰ ἀντι-δροῦσαν δυναμικὰ στὴν ἐπέκτασή του, ποὺ θὰ βοηθοῦσαν, ὥστε νὰ ἐκδιωχθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ Οἰκουμενιστές, ποὺ θὰ ἐνημέρωναν τὸ περίγυρό τους. Ἄν... Γιατὶ ἐδῶ ἔγκειται τὸ πρόβλημα.
Πῶς δηλαδὴ θὰ ἐνημερώσουν τοὺς ἄλλους, ὅταν οἱ ποιμένες καὶ Ἐπίσκοποι (ποὺ τοὺς ἔχουν μάθει νὰ κάνουν σὲ ὅλα ὑπακοή) ἔχουν κλείσει πεισματικὰ τὸ στόμα καὶ δὲν κατονομάζουν τοὺς Οἰκουμενιστές, μὲ ποικίλες προφάσεις; Ποιά τύχη μπορεῖ νὰ ἔχει μιὰ ἐνημέρωση περὶ ἑνὸς ἀόριστου καὶ ἀόρατου Οἰκουμενισμοῦ; Ποιός θὰ πεισθεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἄσαρκης αἵρεσης, ὅταν ἀποκρύπτονται οἱ φυσικοί της διδάσκαλοι, τὴν στιγμὴ ποὺ καὶ γνωστοὶ νὰ εἶναι οἱ αἱρετικοί, καὶ πάλι ὑπάρχουν ἀμφιβολίες, δισταγμοὶ καὶ φόβος στὴν ἀντιμετώπισή τους; Πῶς πολεμεῖται μιὰ αἵρεση, ὅταν ὁ πιστὸς ἀνενημέρωτος ἀπὸ τὸν ποιμένα, ἀφήνεται νὰ ἐπικοινωνεῖ καὶ νὰ «κοινωνεῖ» μὲ τὸν αἱρετικὸ Ἐπίσκοπο καὶ Πατριάρχη, ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν «λύκο»;
Τὸ ζητούμενο, ἄρα, εἶναι ἡ συγκεκριμενοποίηση τοῦ προβλήματος, ποὺ ἐμποδίζει τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως. Καὶ ἡ καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως, κατὰ τὴν διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῶν ὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι δόλιοι καὶ σπέρνουν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τους μὲ ποικίλους τρόπους καὶ μεθόδους· πότε τὶς κηρύττουν, πότε τὶς ἀρνοῦνται· ἄλλοτε τὶς διαφοροποιοῦν κι ἄλλοτε τὶς συμπληρώνουν· πότε ἐμφανίζονται ὡς συντηρητικοὶ Ὀρθόδοξοι κι πότε ὡς προοδευτικοί, καὶ πάντα προσαρμόζονται ὡς χαμαιλέοντες στὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς.
Καὶ βέβαια, εἶναι φυσικὸ καὶ ἀναντίρρητο, ὅτι τὸν πρῶτο λόγο στὴν ἀποκάλυψη τῶν αἱρετικῶν τὸν ἔχουν οἱ Ποιμένες. Ἀλλὰ δυστυχῶς, σήμερα οἱ Ποιμένες εἶναι λαλίστατοι γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταγγελία τῆς αἱρέσεως. Θέτουν πάνω ἀπὸ τὴν Πίστη στὸ Χριστό, τὸ θρόνο τους καὶ ἀποσιωποῦν τὰ ὀνόματα τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως. Καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι οἱ κυρίως ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν ἐπέκτασή της, γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τῶν πιστῶν.
Προκλήθηκαν ἀντι-οἰκουμενιστὲς Μητροπολίτες, ὁ Ναυπάκτου, ὁ Πειραιῶς, ὁ Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ Μεσογαίας ὀνομαστικά, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας δι’ ἄρθρων στὸ διαδίκτυο, νὰ ἀποκαλύψουν τὰ ὀνόματα τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἀρνήθηκαν. Οὔτε θέλησαν νὰ ἀπαντήσουν, γιατί βάζουν πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν Πίστη τὴν δεσποτικὴ ἐξουσία· γιατί φοβοῦνται καὶ τρέμουν τὸν ἀρχηγέτη τῆς παναιρέσεως πατριάρχη Βαρθολομαῖο.
Προσφυῶς ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, πρίν μιὰ βδομάδα, τὴν ἄρνηση τῶν ποιμένων νὰ λένε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, νὰ κατονομάσουν δηλαδὴ δημόσια καὶ μὲ παρρησία τὰ ὀνόματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, χαρακτήρισε ὡς τὴν «αἵρεση τοῦ  ὀνοματοκρυπτισμο».  Νέος ὁ ὅρος, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν Ὀρθόδοξη διαχρονικὴ Παράδοση, ἀφοῦ οἱ Πατέρες πάντοτε κατονόμαζαν τοὺς αἱρετικούς, γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ τοὺς ἴδιους νὰ προβληματισθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ λάθος του, καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τοὺς συγκεκριμένους αἱρετικοὺς ποιμένες, τοὺς «λύκους» ποὺ μὲ ἔνδυμα προβάτου ἔρχονται γιὰ νὰ κατασπαράξουν τὰ πρόβατα.
Ἡ ἄρνηση τῶν Ποιμένων νὰ ὀνοματίσουν τοὺς αἱρετικούς, εἶναι πράξη ἀφιλάδελφη, ἀφοῦ τοὺς ἀφήνουν στὴν πλάνη τους ἀνεξέλεγκτους, τοὺς ἀφήνουν ἀβοήθητους νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀπώλεια.
Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἐλάχιστη ὑπηρεσία προσφέρει πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς καταπολεμήσεως τῆς αἱρέσεως, ἡ πραγματοποίηση ἄλλης μιᾶς Ἡμερίδος, ἂν αὐτὴ δὲν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ καίριο καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα, ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῶν ὀνομάτων ἐκείνων τῶν «ὀρθόδοξων» ποιμένων ποὺ εἶναι οἱ ἡγέτες τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἐνδεικτικά, θεωροῦμε ὅτι αὔριο, πρέπει νὰ παρακαμφθεῖ τὸ ἄλλο ἀγκάθι ποὺ προκαλεῖ τριβὲς καὶ χωρίζει τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ δυσχεραίνει ἢ ἀκυρώνει τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἀγῶνα μας· τὸ ἂν δηλαδή, πρέπει ἄμεσα νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους ἢ, ἂν πρέπει αὐτὸ νὰ γίνει κατόπιν καταδικαστικῆς ἀποφάσεως Συνόδου. Σημαντικὸ καὶ χρήσιμο εἶναι νὰ ἑστιάσουν οἱ ὁμιλητὲς τὴν προσοχή τους στὸ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει αἵρεση χωρὶς τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ τὴν διδάσκουν καὶ τὴν προωθοῦν. Καὶ κυρίως νὰ καταγγείλουν ὀνομαστικὰ τοὺς αἱρετικοὺς οἰκουμενιστὲς καὶ λατινόφρονες.
Τὸ ὅτι οἱ αἱρετικοὶ χαρακτηρίζονται ὡς τέτοιοι πρὶν καταδικασθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, εἶναι ἡλίου φαεινότερον. Ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος π.χ., ἦσαν αἱρετικοὶ πρὶν καταδικασθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ Ποιμένες καὶ πιστοὶ ἐπεσήμαναν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τους. Ἐξ ἄλλου γι’ αὐτὸ συγκλήθηκε ἡ Σύνοδος, γιὰ νὰ τοὺς καταδικάσει, ἐφ’ ὅσον ἐπέμεναν σ’ αὐτές. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ὀνόμαζαν αἱρετικοὺς καὶ «λύκους», πρὶν καταδικασθοῦν. Ὁ ἅγιος Κελεστῖνος καὶ κυρίως ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐνίσχυε καὶ ἐπαινοῦσε τοὺς πιστοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ποὺ ἀντιτάχθηκαν πρὸς τὸν Νεστόριο, ὡς πρὸς αἱρετικό, πρὶν συγκληθεῖ ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιόδους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας οἱ Ἅγιοι Πατέρες πολεμοῦσαν τὴν ἑκάστοτε ἐμφανιζόμενη αἵρεση στὰ πρόσωπα τῶν συγκεκριμένων αἱρετικῶν, τὰ ὁποῖα κατονόμαζαν καὶ ἔγραφαν λόγους ἐναντίον τῶν «ὀρθοδόξων» στὸ ὄνομα, ἀλλ’ αἱρετικῶν στὸ φρόνημα, ποὺ κατεῖχαν θρόνους Ἐπισκοπικούς, ἀλλὰ ἀπεδεικνύοντο ἐχθροὶ τῆς Πίστεως καὶ ἁρπακτικοὶ «λύκοι», ὡς αἱρετικοί. Ἔτσι ἔκανε π.χ. ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ.
Σήμερα ἔχουμε τοὺς ἀντίστοιχους «ὀρθόδοξους»–αἱρετικούς, τοὺς ἡγέτες δηλαδὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καταδικασθεῖ ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο, ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ διδάσκουν τὶς κακοδοξίες τους, παρὰ τὴν ἐπισήμανση ὅτι αὐτὲς ἀντιβαίνουν πρὸς τὴν διαχρονικὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ Πίστη. Θὰ κατονομάσουμε μερικούς, μαζί καὶ τὶς αἱρετικές τους βλασφημίες, στὶς ὁποῖες ἐμμένουν καὶ διδάσκουν μὲ πεῖσμα καὶ δολιότητα αἱρετικοῦ ἐπὶ δεκαετίες.
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος (Ἀρχοντώνης): Ἀποδέχεται καὶ διδάσκει ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι Ἐκκλησίες, ὅτι ὁ Πάπας καὶ οἱ ἱερεῖς του ἔχουν ἱερωσύνη, ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ οἱ Προτεστάντες ἔχουν Βάπτισμα, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἔχουν τὸν ἴδιο Θεό, κ.ἄ. Αὐτὰ ὅλα, ὅμως, ἔρχονται σὲ ἀντίθεση καὶ καταλύουν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὁμολογοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι πίστη «εἰς ἕνα Θεὸ» Τριαδικό,  πίστη «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν» καὶ εἰς «ἓν βάπτισμα».
Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας): Ἀποδέχεται καὶ διδάσκει τὶς ἴδιες αἱρετικὲς κακοδοξίες μὲ τὸν κ. Βαρθολομαῖο ἤδη ἀπὸ τὸ 1985, καὶ ἐπὶ πλέον κηρύττει μὲ συγγραφὲς καὶ ὁμιλίες, σὲ Ἡμερίδες, Συνέδρια καὶ Συμπόσια τὴν αἵρεση περὶ Πρώτου στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ, κατ’ ἀναλογίαν, περὶ Πρώτου στὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκλησίας. Ἡ τελευταία του αἵρεση, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅπως τὴν ἐδίδαξαν πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδίως ὅμως ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τοὺς τρεῖς θεολογικοὺς λόγους του, καὶ ἐπὶ πλέον ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ Συνόδους τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου.
Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Διδάσκει μὲ μελέτη δημοσιευμένη σὲ ἐκκλησιαστικὸ περιοδικό, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄρθρα ποὺ ἔγραψε ἐναντίον ὅσων τὸν κατήγγειλαν γιὰ τὴν κακοδοξία του, τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «διηρημένης Ἐκκλησίας». Παρὰ τὸν σκανδαλισμὸ ἐπισκόπων, καθηγητῶν καὶ πιστῶν ποὺ τὸν ἤλεγξαν, ἀρνεῖται νὰ ἐπανορθώσει.
Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος: Ἀποδέχθηκε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας ὅτι τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀποτελοῦν ὅλες μαζί, οἱ 350 αἱρετικὲς “ἐκκλησίες” τοῦ Π.Σ.Ε.» καὶ ὅτι ἡ πληθώρα τῶν κακοδοξιῶν τῶν “ἐκκλησιῶν” τοῦ Π.Σ.Ε., εἶναι “διαφορετικοὶ τρόποι διατυπώσεως τῆς ἰδίας Πίστης καὶ ποικιλία Χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”! Πέραν αὐτῶν εἶναι κατὰ πάντα πιστὸς ἀκόλουθος στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, καὶ τοῦ στενοῦ συνεργάτου του στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα.
Τὰ ὀνόματα αὐτὰ εἶναι ἐνδεικτικά, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς ὅσων γράφονται ἐδῶ, δὲν εἶναι νὰ παρουσιάσει τὸν κατάλογο τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν (ὁ ὁποῖος θὰ δημοσιευθεῖ προσεχῶς), ἀλλά, μὲ τὴν μνημόνευση αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων παραδειγμάτων, νὰ θέσει τὸ ἐρώτημα:
Αὐτὲς οἱ διδασκαλίες τῶν παραπάνω Οἰκουμενιστῶν —περὶ «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας», περὶ «ἐκκλησίας τῶν δύο πνευμόνων», περὶ «μετα-πατερικῆς θεολογίας», περὶ τοῦ «Πρώτου» στὴν Ἁγία Τριάδα— καθιστοῦν αἱρετικοὺς ὅσους τὶς διδάσκουν; Ναί, ἢ ὄχι;
Αὐτὲς οἱ κακοδοξίες ὑπάρχουν στὰ γραπτὰ κείμενα καὶ στὶς δημοσιευμένες ὁμιλίες τῶν παραπάνω; Ναί, ἢ ὄχι;
Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ἔχουν ἐρευνηθεῖ καὶ ἐπισημανθεῖ οἱ αἱρετικὲς αὐτὲς διδασκαλίες —ἐξ  ἄλλου μὲ βάση αὐτὲς τὶς καταγεγραμμένες κακόδοξες διδασκαλίες, κι ὄχι μὲ φαντασίες καὶ ὑποθέσεις, θὰ ὁμιλήσουν περὶ Οἰκουμενισμοῦ οἱ ὁμιλητές— γιατί ἀποσιωπῶνται τὰ ὀνόματά τους; Δὲν περιπίπτουν καὶ ὅσοι τὰ ἀποκρύπτουν στὴν (κατὰ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση) αἵρεση τοῦ «ὀνοματοκρυπτισμοῦ»;
Δὲν εἶναι καιρὸς –ἴσως ἡ ἐσχάτη ὥρα– νὰ ἀποκαλυφθοῦν αὐτά, γιὰ νὰ γνωρίσουν καὶ οἱ πιστοὶ καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν κατὰ συνείδηση– ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς;

Θεσσαλονίκη, 13 Μαρτίου 2013

«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»


Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΑΣΚΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ








Μιὰ σημαντικὴ ἐξέλιξη γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ μας πράγματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σημειώθηκε τὶς τελευταῖες ἡμέρες στὴν Σερβία, ὅπου μετέβη πρὸς συνάντηση τοῦ Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου καὶ τῆς συνοδείας του, ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς.





Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρῶτος Ἐπίσκοπος ποὺ καθαιρέθηκε ἀπὸ “ὀρθόδοξη Σύνοδο”, ἐξ αἰτίας τῆς ἐναντιώσεώς του κυρίως πρὸς τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτέμιος. Καὶ καθαιρέθηκε χωρὶς ἀποδεδειγμένες κατηγορίες, χωρὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἱεροκανονικὲς διαδικασίες, χωρὶς ἀκρόαση, χωρὶς δίκη, χωρὶς ἀπολογία, μὲ τὴν καταρράκωση δηλαδὴ καὶ περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος εἶναι ὁ μόνος μὴ Ἕλληνας Μητροπολίτης ποὺ ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» καὶ ἔκτοτε, μιμούμενος τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἀρνήθηκε νὰ συμφωνήσει μὲ τὶς προτάσεις συμβιβασμοῦ ποὺ τοῦ ἔγιναν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της καὶ δὲν τοὺς μνημονεύει, ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρεται ἡ κατὰ παράβαση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Ράσκας καὶ Πριζρένης καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἱεραρχία συνεχίζει τὴν Οἰκουμενιστικὴ γραμμή της, συνεργώντας ἢ ἀνεχομένη τὶς πρακτικὲς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὴν ἄδικη ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἱεραρχίας, κατεδίκασαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως οἱ Μητροπολῖτες Αἰτωλοακαρνανίας, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς, οἱ πρωτοστατοῦντες στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρωτοπρεσβύτεροι καὶ καθηγητὲς Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερομόναχοι, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί.

Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ διωκομένου Μητροπολίτη Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτεμίου, εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ στάση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σὲ περίοδο αἱρέσεως «κατεγνωσμένης» (καταδικασμένης) ὑπὸ Συνόδου ἢ Ἁγίων Πατέρων», ὅπως εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία καταλύει διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θεσπισμένα ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ Ἁγίων∙ αἵρεση τήν ὁποία ὁ τελευταῖος Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, γέροντας καί διδάσκαλος τοῦ σεβ. Ἀρτεμίου, χαρακτήρισε «παναίρεση».

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς (ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς τελευταῖες δημοσιεύσεις του), προσέφυγε πρὸς τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Σεβασμιώτατο Ἀρτέμιο καὶ τὴν συνοδεία του, ζητώντας μὲ ἐπιστολή του (ποὺ δημοσιεύουμε στὴ συνέχεια) νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ δέχεται τήν ἄδικη ἀπόφαση –ὅπως ἔκανε μέχρι τώρα, περιμένοντας νὰ κριθεῖ ἡ ὑπόθεσή του τελεσίδικα–  τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρανόμως, παρατύπως καί ἀντικανονικῶς διά τῆς καθαιρέσεως τοῦ ἀπαγόρευσε τὴν τέλεση τῶν Μυστηρίων, ἤ, ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ ἐκτελεῖ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, λειτούργημα καὶ καθῆκον ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ τοῦ τὸ ἐστέρησε ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο μίας Συνόδου, πορευομένης καὶ ἐφαρμόζουσας μεθόδους, διδασκαλίες καὶ ποιμαντικὲς τακτικὲς τῶν «ὀρθόδοξων» Ἀρχιερέων, ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὸ αἴτημα τοῦ π. Εὐθυμίου συνοψίζεται στὴν παρακάτω παράγραφο:

«Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου (Σεβασμιώτατε) εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα».




Ἀφοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος διεξῆλθε τὰ ἔγγραφα καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ ἐστάλη, ἐκάλεσε τὸν π. Εὐθύμιο στὴν Σερβία τὸ τριήμερο 8-10 Μαρτίου 2013. Ὁ π. Εὐθύμιος μετέβη πρὸς συνάντηση αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας του, συζήτησε μαζί του, ἄκουσε τὶς θέσεις του καὶ τὶς πατρικές του προσρήσεις, συλλειτούργησε μαζί του καὶ ἔλαβε τὸ παρακάτω ἔγγραφο, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ ἀνακοινώνει ὅτι αὐτὸς καὶ ἡ Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ράσκας καὶ Πριζρένης στὴν ἐξορία, ὁμοφώνως ἀποφάσισαν:







Στὴ συνέχεια δημοσιεύουμε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Εὐθυμίου, τὴν ὁποία μᾶς ἔστειλε μαζί μὲ τὸ Ἀνακοινωθὲν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου:






ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

ΕΥΘΥΜΙΟΣ  ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ



25 Νοεμβρίου 2012



Σεβασμιώτατε μητροπολίτα Ράσκας καί Πριζρένης,  π. Ἀρτέμιε

τήν εὐχή σας.

Ἔλαβα τό θάρρος νά σᾶς γράψω καί νά ἀπευθυνθῶ σέ σᾶς, ἐξ αἰτίας τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τό ὁποῖον εἶχα προσφύγει καί εἶχα καταθέσει αἴτησι ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ὁποία μέ καθαιροῦσε ἀπό τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης.

Οἱ βασικές κατηγορίες τίς ὁποῖες καί ἐπεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις τῶν Ἐπισκόπων ἦσαν ἡ ἀνυπακοή, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί ἡ ἀποτείχισίς μου ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας δέν ἐδέχθη τήν αἴτησί μου, οὔτε κἄν εἰσῆλθε ἐπί τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, μέ τό αἰτιολογικό ὅτι αὐτή εἶναι καθαρῶς ἐκκλησιαστική ποινή, ἡ ὁποία δέν ἔχει  διοικητικές διαστάσεις (π.χ. μισθοδοσίας, συνταξιοδότησης, οἰκογενειακές ἐπιπτώσεις κλπ.) καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι καθαρά ὑπόθεσις τῆς Ἐκκλησίας.

Σᾶς ἀποστέλλω μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή Σεβασμιώτατε, καί τό ἔγγραφο ὑλικό τό ὁποῖο σχετίζεται μέ ὅσα ἀνωτέρω πολύ περιληπτικά σᾶς περιέγραψα.  Ἐπίσης σᾶς ἀποστέλλω καί κάποιο ὀπτικοακουστικό ὑλικό γιά νά δεῖτε, ἄν καί τά γνωρίζετε, τό πῶς λειτουργοῦν τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια καί τό πόσο ἐνδιαφέρονται γιά τά θέματα τῆς πίστεως.

Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν ἐξέλιξι τῆς ὑποθέσεως καί δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ἤθελα ἐπ’ οὐδενί νά ἐνταχθῶ σέ κάποια παράταξι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἡ κατά βάθος ἐπιθυμία μου ἦταν νά μεταβῶ εἰς τό ἅγιον Ὄρος καί νά τελειώσω τό ὑπόλοιπον τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου εἰς τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἄρχισα τήν μοναχική μου ἀφιέρωσι. Δεδομένου ὅμως τοῦ ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κατά κοινή ὁμολογία, διαρκῶς ἐπεκτείνεται καί προωθεῖται, μέ τελικό σκοπό τήν ἕνωσι καί ἀλληλοπεριχώρησι μετά τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν καί τήν συμπόρευσι καί ἔνταξι τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν παγκόσμια κατάστασι τῆς Νέας Ἐποχῆς, προσέτι δέ τήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων διά πνευματική καθοδήγησι καί ἐπιτέλεσι τῶν στοιχειωδῶν λειτουργικῶν των καθηκόντων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νά μήν καταθέσω τά ὅπλα καί τοιουτοτρόπως δώσω τήν ἐντύπωσι ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι ἐνίκησαν καί ἐξουδετέρωσαν κάποιον ὁ ὁποῖος ἀντιστέκετο στήν αἵρεσι.

Δι αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο Σεβασμιώτατε προσφεύγω σέ ἐσᾶς καί τήν ἀδελφότητά σας. Θά σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τίς σκέψεις μου καί τό τί ζητῶ ἀπό ἐσᾶς.

Ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἐκλήθηκα στό Ἐπισκοπικό καί κατόπιν εἰς τό Συνοδικό  Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο παρουσιάστηκα μέ τόν σκοπό τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεώς μου καί τῆς στηλιτεύσεως τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν ὁποία ἐμφοροῦντο οἱ ἐκκλησιαστικοί Δικαστές, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο «ἕτοιμοι δέ ἀεί πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος» (Β΄ Πετρ. 3,15).  Εἰς αὐτήν μου τήν ἐνέργεια συνηγοροῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε ὅταν ἐκλήθη νά δικασθῆ εἰς τήν Σύνοδο τῆς Τύρου, ἡ ὁποία εἶχε συγκροτηθῆ ἀπό δεδηλωμένους Ἀρειανούς.

Τήν τελική ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου φυσικά δέν τήν ἀνεγνώρισα, διότι ἀποτελοῦσε ἀπόφασι αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μέ κατεδίκασαν ὄχι γιά διάφορα προσωπικά μου παραπτώματα, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή μου καί ἀποτείχισί μου ἀπό αὐτούς, ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν ὁποία αὐτοί ἐμφοροῦντο.

Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι δέν εἶχα τό δικαίωμα νά ἀθωώσω καί νά δικαιώσω ἀπό μόνος μου τόν ἑαυτόν μου, διότι ἐσκέφθηκα ὅτι, πέραν τοῦ ὅτι δέν εἶχα πρός τοῦτο ἁγιογραφικά, κανονικά καί πατερικά ἐρείσματα, θά ἔδινα προσέτι ἐπιχειρήματα στούς Οἰκουμενιστές νά μέ κατηγορήσουν, ὅτι ἔχω κάνει δική μου Ἐκκλησία, δέν ἀναγνωρίζω κανένα κλπ.

Ἐπιτρέψτε μου εἰς τό σημεῖο αὐτό Σεβασμιώτατε νά κάνω μία παρένθεσι καί νά ἀναφέρω ὅτι ἡ ἰδική σας περίπτωσι εἶναι τελείως διαφορετική, διότι ἐσεῖς καταδικαστήκατε χωρίς κἄν νά δικαστῆτε (νά κληθῆτε δηλαδή κανονικά σέ δίκη, νά παραστῆτε, νά προσκομίσετε μάρτυρες, νά ἀπολογηθῆτε κλπ.). Ἡ ποινή λοιπόν πού σᾶς ἐπεβλήθη ἦτο κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτος σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη,  ὁ ὁποῖος γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωσι εἰς τό Πηδάλιο ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«Σημείωσαι δέ, ὅτι ἐπειδή εἰς τήν παροῦσαν Σύνοδον ἔξαρχος ἦτο ὁ Ἀρειανός Εὐσέβειος καί οἱ αὐτοῦ ἀκόλουθοι, διά τοῦτο ἀδιόριστον ἀφῆκε τόν παρόντα Κανόνα, ἵνα βοηθῇ εἰς αὐτούς ἐναντίον τῶν τότε διωκομένων Πατέρων ὑπ’ αὐτῶν, καί μάλιστα κατά τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Διά τοῦτο ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀλλά δή καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κατά τόν Σωκρ. βιβλ. ς΄ Κεφ. 18 κατηγόρησαν τόν Κανόνα τοῦτον πῶς δέν εἶναι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς τῶν Ἀρειανῶν∙ διότι καί τόν Ἀθανάσιον διά τοῦ Κανόνος τούτου ἐκάθῃραν οἱ Εὐσεβιανοί, καί τόν Χρυσόστομον ἐζήτησαν νά καθῄρουν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει κατ’ αὐτοῦ συναχθέντες Ἐπίσκοποι, ἐπειδή τάχα ἀφ’ οὗ καθῃρέθη, ἐπήδησεν εἰς τόν θρόνον, χωρίς νά ψηφίσῃ ἄλλη Σύνοδος τά περί αὐτοῦ. Καί ὁ Πάπας δέ Ἰννοκέντιος εἰς τήν ἐπιστολή ὁποῦ στέλλει πρός τούς Κωνσταντινουπολίτας ὑπέρ τοῦ Χρυσοστόμου κατηγορεῖ τόν τοιοῦτον Κανόνα κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. η΄. Κεφ. κς΄. Καί κατά τόν Δοσίθεον (σελ. 133, περί τόν ἐν Ἱεροσολύμ. Πατριαρχεύσ.), ἐπειδή, λέγω, καί οἱ Ἅγιοι οὗτοι τόν Κανόνα κατηγοροῦσιν, ἡ δέ δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος αὐτόν ἀποδέχεται, ὡς εἴπομεν, καί ἡ ς΄ Οἰκουμενική. Διά τοῦτο κάμνει χρεία νά προσδιορισθῇ, ἵνα μείνῃ ἀκατηγόρητος, ἤτοι, νά μήν ἔχῃ τόπον ἀπολογίας καί ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὁποῦ καθαιρεθῇ α΄. εἰς ἐγκλήματα φανερά καί δίκαια κατά τόν κη΄ Ἀποστολικόν∙   β΄. ὄχι ἀπό Σύνοδον μερικῶν μόνων Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί ἄλλου μέν δικαιοῦντος, ἄλλου δέ καταδικάζοντος, κατά τόν ιδ΄ τῆς ἰδίας ἐν Ἀντιοχείᾳ (τότε γάρ πρέπει ὁ Μητροπολίτης νά καλῇ καί ἀπό τούς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, διά νά θεωρῆται ἡ κρίσις, καί νά λύεται κάθε ἀμφιβολία κατά τόν αὐτόν), ἀλλά ἤ ἀπό τήν Σύνοδον ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί συμφώνως κατακρινόντων, ὄχι διαφωνούντων κατά τόν ιε΄. τῆς αὐτῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἤ ἀπό τήν Σύνοδον τοῦ Πατριάρχου τῆς διοικήσεως∙   γ΄. καί νά ᾖναι παρών ὁ κρινόμενος, καί τόπος ἀπολογίας νά δοθῇ εἰς αὐτόν κατά τόν οδ΄. Ἀποστολ. ἔξω μόνον ἄν ἐπροσκαλέσθη, καί δέν ἠπήντησε κατά τόν αὐτόν Ἀποστολικόν” (Ὑποσ. 2 στόν Δ΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου) καθώς καί “Σημείωσαι, ὅτι καί ἐκ τῶν πραχθέντων ὑπομνημάτων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπί Νεκταρίου Πατριάρχου περί Ἀγαπίου, καί Βαγαδίου τῶν ἀντεχομένων τῆς Ἐπισκοπῆς Βόστρης, ἅπερ ὅρα μετά τήν ἐν Σαρδικῇ Σύνοδον”, γίνεται φανερόν, ὅτι, δέν πρέπει νά καθαιρῇται Ἐπίσκοπος, ἄν δέν ᾖναι παρών εἰς τήν κρίσιν, οὔτε πρέπει νά καθαιρῇται ἀπό τρεῖς Ἐπισκόπους, ἤ δύω, ἀλλά ἀπό τήν ψῆφον τῆς συνόδου τῶν περισσοτέρων τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόπων, ὡς καί οἱ Ἀποστολικοί, φασί, Κανόνες διωρίσαντο, ὁ παρών δηλαδή οὗτος». Ἀλλά καί ὁ Παῦλος (Πράξεων κεφάλ. κε΄ 16) λέγει∙ ὅτι οὐδέ εἰς τούς Ρωμαίους ἦτο συνήθεια νά χαρίζεται ἄνθρωπος εἰς θάνατον (καί ἁπλῶς νά καταδικάζηται), ἄν πρῶτον ὁ κατηγορούμενος δέν ἔχῃ κατά πρόσωπον τούς κατηγόρους του, καί ἄν δέν λάβῃ ἄδειαν νά ἀπολογηθῇ διά τό ἔγκλημά του. “Οὐκ ἔστιν ἔθος Rωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, πλήν ἤ ὁ κατηγορούμενος κατά πρόσωπον ἔχοι τούς κατηγόρους, τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περί τοῦ ἐγκλήματος”. Καί ὁ Νικόδημος εἶπε πρός τούς Ἰουδαίους.  “Μή ὁ νόμος ἡμῶν κρίνῃ τόν ἄνθρωπον, ἐάν μή ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον, καί γνῶ τί ποιεῖ;” (Ἰωaν. ζ΄ 15) φησί γάρ ὁ Θεός περί τοῦ λατρεύσαντος θεοῖς ἑτέροις οὕτω πρός τόν Κριτήν.  Καί ἀναγγελῇ σοι, καί ἐκζητήσεις σφόδρα, καί ἰδού ἀληθῶς γέγονε τό rῆμα.  Γεγένηται τό βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ. Καί ἐξάξεις τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, καί τά ἑξῆς” (Δευτερ. ιζ΄ 4)» (Ὑποσ. 1 τοῦ ΟΔ΄ Κανόνος τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων).

Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ἄριστα ἐπράξατε πού ἀδιαφορήσατε γιά τήν ποινή πού σᾶς ἐπέβαλαν, δεδομένου καί τοῦ ὅτι ὁ διωγμός σας κατευθύνετο ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, λόγῳ τῶν Ὀρθοδόξων θέσεών σας. Ἀπορῶ μάλιστα γιά τό πῶς οἱ ἀντιοικουμενιστές Πατέρες ἐδῶ στήν Ἑλλάδα δέν τό διαδηλώνουν αὐτό ἐμπράκτως, μέ τό νά συλλειτουργοῦν μαζί σας δημοσίως καί εὐθαρσῶς καί νά θέτουν τοιουτοτρόπως τούς ἑαυτούς των μετά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως καί ὄχι μετά τῶν διωκτῶν καί αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων. Διότι μέ τήν στάσι των εἶναι σάν νά ἀναγνωρίζουν ὡς ὑπαρκτή καί κανονική τήν ἀνύπαρκτη ὄντως ποινή.

Εἰς τήν ἰδική μου ὅμως περίπτωσι δέν ἔγιναν ἔτσι τά πράγματα, διότι διεξήχθη σέ πρῶτο καί δεύτερο βαθμό ἡ ἐκκλησιαστική δίκη, παρ’ ὅτι καταγγείλαμε καί στά ἴδια τά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια καί στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας πολλές παρανομίες, οἱ ὁποῖες κατά τήν διαδικασία διεπράχθησαν ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, προκειμένου νά καταλήξουν εἰς τόν ἐπιδιωκόμενο καί προκαθορισμένο σκοπό τους.

Ὡς ἐκ τούτου μετά τήν τελική ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί προκειμένου, ὅπως προανέφερα, νά μήν κατηγορηθῶ ὅτι αὐτοδικαιώνω ἐγώ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό μου, προσέφυγα κατ’ ἀρχάς στούς ἀντιοικουμενιστές Πατέρες, δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχαν τότε ἀποτειχισμένοι. Προσέφυγα ἐπίσης καί σέ σεβαστούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ζητῶντας ἀπό ὅλους νά διαδηλώσουν δημοσίως καί γραπτῶς τήν θέσι των διά τήν ὑπόθεσι αὐτή, ἐγώ δέ τήν γνώμη τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων θά τήν ἐξελάμβανα εἰς τήν περίπτωσί μου ὡς γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένων δηλαδή τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστῶν. Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀφ’ἑνός μέν δέν θά ὑπελόγιζα τήν ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὡς ὑπό αἱρετικῶν ληφθεῖσα, ἀλλά τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων, ἀφ’ ἑτέρου δέ δέν θά ἀποφάσιζα ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου, πρᾶγμα ὄντως ἄγνωστο στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.

Παραδόξως λοιπόν, ἐνῶ πολλοί Πατέρες, ἰδιαιτέρως καί προσωπικῶς μοῦ ἔλεγαν καί μέ παρότρυναν νά συνεχίσω νά λειτουργῶ καί νά μήν ὑπολογίσω τήν ποινή πού  ἐπέβαλαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, δημοσίως καί γραπτῶς δέν κατέθεταν αὐτήν τήν γνώμη. Μάλιστα μοῦ ἀνέφεραν καί πολλά ἐπιχειρήματα, ὅπως τό ὅτι ἄν δεχθῶ τήν ποινή, εἶναι σά νά τούς ἀναγνωρίζω, ὅτι τούς δίδω ἀξία ἐνῶ αὐτοί εὑρίσκονται στήν αἵρεσι, ὅτι συνεργῶ στά σχέδιά των, τά ὁποῖα εἶναι ἡ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν, πάταξις κάθε ὀρθοδόξου ἀντιστάσεως κλπ. Αὐτά  ὅλα τονίζω, μοῦ τά ἀνέφεραν προφορικά, γραπτῶς ὅμως καί δημοσίως δέν ἔπαιρναν θέσι γιά εὐνοήτους προφανῶς λόγους.

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καί δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔπαιρναν δημοσίως  θέσι γιά τήν περίπτωσί μου, προσέφυγα εἰς τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἤδη πρό τεσσάρων ἐτῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἦτο  ἕνα ἀνώτατο θεσμικό ὄργανο, τό ὁποῖο ἀνεγνώριζε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμπράκτως, μία δέ ἀκυρωτική ἀπόφασίς του τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων θά με κατωχύρωνε εἰς τό νά συνεχίσω νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, χωρίς δηλαδή νά ἀποφασίσω ἐγώ  διά τόν ἑαυτό μου. Θά ἀποτελοῦσε προσέτι καί ἕνα ράπισμα ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, καί ἀκόμη μία ὁδό τήν ὁποία θά ἠδύναντο εἰς τό μέλλον νά ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι ἀποτειχισμένοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, ἐφ’ ὅσον δηλαδή οἱ ἀντιοικουμενιστές δέν ἔπαιρναν μόνοι των κάποιες βασικές ἀποφάσεις, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεως, σχετικά μέ τίς ποινές πού θά ἔβαζαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι στούς ἀποτειχισμένους.

Δυστυχῶς ὅμως Σεβασμιώτατε, καί ἐδῶ ἰσχύει ἡ παροιμία «κόρακας κοράκου μάτι δέν βγάζει». Διότι, ὅπως γνωρίζετε, πέραν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ Ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ πολιτική καί ἡ δικαστική συνοδοιποροῦν καί ἔχουν κοινό κέντρο κατευθύνσεων, τίς σκοτεινές  δηλαδή δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου ἤδη πρό δύο ἐτῶν εἶχα τήν πληροφορία ἀπό πρόσωπα πού γνωρίζουν ἀπό κοντά τό πῶς κινοῦνται οἱ Συνοδικοί Ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχει δοθῆ ἐντολή καί γραμμή στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας νά μήν ἀσχοληθοῦν μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἀλλά νά ἀφήσουν τά πράγματα ὡς ἔχουν, δηλαδή νά ἀφήσουν ἀσύστολους καί ἀνεξέλεγκτους τούς Ἐπισκόπους, διότι προφανῶς μεταξύ αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει ἀρίστη καί ἄψογος συνεργασία, ἡ ὁποία βεβαίως πάντοτε εἶναι εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ ἀπόφασις λοιπόν του Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τό ὁποῖο  κατ’οὐσία δέν ἠσχολήθη ἐπί τῆς οὐσίας τῆς προσφυγῆς μου, δέν μέ παρεξένεψε, ἀλλά ἀπεναντίας ἐπιβεβαίωσε τά ὅσα πρό διετίας εἶχα πληροφορηθῆ.

Σεβασμιώτατε ἔκανα αὐτή τή μικρή ἱστορική ἀναδρομή εἰς τήν ὑπόθεσί μου, ἀφ’ἑνός μέν γιά νά ἐνημερωθῆτε, ἀφ’ ἑτέρου γιά νά γνωρίζετε τίς θέσεις καί προθέσεις μου καί προσέτι γιά νά φθάσω εἰς τό διά ταῦτα, δηλαδή νά σᾶς ἀναφέρω τό τί ζητῶ ἀπό σᾶς.

Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα.

Ἡ γνώμη σας καί τοποθέτησί σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θά ἀποτελέση γιά μένα τήν θέσι τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου τοῦ ὅτι κατηγορήθηκα ὅτι ὑπάκουσα σέ αἱρετικούς δικαστές, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἀποσκοποῦσαν στό νά ὑποτάξουν κάθε ἀντίστασι ἐναντίον τῆς αἱρέσεως. Τό ὅτι δέν ἀνεγνώρισα τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων φαίνεται ἀπό τήν προσφυγή μου στούς ἀντιοικουμενιστές κατ’ ἀρχάς πατέρες καί κατόπιν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τό ὅτι καί μετά τήν ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου πάντοτε ὑπογράφω καί ὑποσημειώνομαι ὡς Ἱερομόναχος καί κυρίως φαίνεται ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ καί μέχρι σήμερα καί εὐχηθεῖτε ἕως ἐσχάτων πορεία μου καί ἀντίστασί μου στήν αἵρεσι. Μᾶλλον οἱ ἀντιοικουμενιστές πατέρες ἀνεγνώρισαν τήν ποινή  μου, ἐφ’ ὅσον δημοσίως καί γραπτῶς αὐτό δέν τό διαδηλώνουν, ὅπως κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀναγνωρίζουν καί τήν ἰδική σας ποινή ἀπό τήν Σερβική Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δηλαδή δέν συλλειτουργοῦν δημοσίως καί εὐθαρσῶς μαζί σας.

Ἡ ἀπόφασις καί τοποθέτησίς σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου παρακαλῶ ὅπως προσυπογραφῆ καί ἀπό τό δεδιωγμένο ἱερατεῖο τό ὁποῖο σᾶς περιβάλλει καί σᾶς ἀναγνωρίζει ὡς κανονικό Μητροπολίτη Ράσκας καί Πριζρένης, διά νά ἔχη ἡ ἀπόφασις αὐτή τήν μορφή καί τό κῦρος ὄχι ἑνός ἀτόμου, ἀλλά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως Ὁμολογητῶν Πατέρων.

Θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίσετε ὅτι ἐφ’ ὅσον κρίνετε ὅτι διά τίς προαναφερθεῖσες πνευματικές ἀνάγκες πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, ἐγώ κατά τήν ἐπιτέλεσί των δέν θά μνημονεύω, ὅπως διά τῆς ἀποτειχίσεώς μου ἔπραξα μέχρι τώρα, ἀλλά στήν συγκεκριμένη αἴτησι θά ἀναφέρω «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων».

Τέλος ἡ ἀπόφασίς σας αὐτή δέν θά ἔχη δι’ ἐμένα τήν ἔννοια καί θέσι τῆς ἀθετήσεως τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε βεβαίως τήν ἔννοια τῆς ἀθετήσεως τῶν ὅσων οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπιτάσσουν διά τήν θέσι τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς Συνόδου εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀλλά θά ἔχη τήν θέσι τῆς προσωρινῆς ἀπορρίψεως ὄχι τῶν θεσμῶν, ἀλλά τῶν συγκεκριμένων φορέων τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὅσον καί μέχρις ὅτου αὐτοί ἀπορρίπτουν δημοσίως καί Συνοδικῶς διά πλήθους ἔργων καί λόγων τήν Ὀρθοδοξία καί συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι τῶν ἐσχάτων καιρῶν.

Τό κείμενο αὐτό τῆς ἐπιστολῆς μου καθώς καί ἡ ἔγγραφη ἀπόφασί σας ἡ ὁποία θά μοῦ ἀποσταλῆ, ἐφ’ ὅσον ὑπογραφῆ ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό τούς κληρικούς τῆς ἀδελφότητός σας, θά δημοσιοποιηθοῦν σέ ὅλα τά μέσα ἐνημερώσεως (ἰστοσελίδες, ἐκκλησιαστικό τύπο κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε ἀφ’ἑνός μέν νά κατοχυρωθῶ εἰς τό θέμα τῆς συλλογικῆς καί ὄχι τῆς προσωπικῆς μου ἀποφάσεως, διά τήν δικαίωσι καί ἀθώωσί μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἐπιβεβαιωθῆ ἡ θέσις μου ὅτι δέν ἀναγνωρίζω οὔτε ἀποδέχομαι τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί προσέτι νά δηλώσω εὐθέως καί εὐθαρσῶς ὅτι καί ἐγώ συντάσσομαι καί ἀναγνωρίζω τούς δεδιωγμένους ἕνεκα πίστεως Πατέρες καί ἀδιαφορῶ διά τίς ποινές πού ἀντιστοίχως οἱ ἐντόπιοι αἱρετικοί Ἐπίσκοποι τούς ἐπέβαλαν. Αὐτή ἡ παγία θέσις μου Σεβασμιώτατε θά ἰσχύει φυσικά οἱαδήποτε ἀπόφασι θά λάβετε ἐπί τοῦ προβλήματος τό ὁποῖο σᾶς ἀνέθεσα προσωρινῶς νά ἐπιλύσετε, δηλαδή εἴτε θετική, εἴτε ἀρνητική.

Εὐχόμενος ὁ Κύριος νά σᾶς ἐνισχύη εἰς τόν ἀγῶνα σας διά τήν μέχρι τέλους πορεία σας, ὑποσημειώνομαι, ζητώντας τίς εὐχές καί εὐλογίες σας διά τόν ἰδικόν μου ἀγῶνα, καθώς καί τῶν πνευματικῶν μου ἀδελφῶν καί συναγωνιστῶν.



                            Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς





Υ.Γ. Σεβασμιώτατε, τήν παροῦσα ἐπιστολή δέν θά τήν κοινοποιήσω πουθενά μέχρι τῆς ἀπαντήσεώς σας, διά νά μή δεσμευθῆτε στίς ἀποφάσεις πού θά πάρετε, οὔτε φυσικά καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄν εἶναι ἀρνητική ἡ ἀπάντησί σας.
________________________________
Συνημμένα σᾶς ἀποστέλλω:
1.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 4/94 πράξι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀμπελακίων, μέ τήν ὁποία ἀνέλαβα ἐφημεριακά καθήκοντα στό ἐξωκκλῆσι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ Ἀμπελακίων.

2.                Τήν ἀπό 23.09.1999 ἐπιστολή μου πρός τόν Ἐπίσκοπο Λαρίσης κ. Ἰγνάτιο, τήν ὁποία κοινοποίησα μεταξύ ἄλλων καί πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ὁποίας γνωστοποίησα δημοσίως τήν ἀμετάκλητο ἀπόφασί μου, ὅπως διά τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, νά μή συμμετέχω στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

3.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 11/37/6.06.2005 κλήσι ἐμοῦ ὡς κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου Λαρίσης, στήν ὁποία περιλαμβάνονται τά εἰς ἐμένα ἀποδοθέντα παραπτώματα.

4.                Τό ἀπό 1.03.2005 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου δυνάμει τοῦ ὁποίου στήν προανακριτική ἐξέτασί μου ἀρνοῦμαι τήν βασιμότητα τῶν ἀποδοθέντων παραπτωμάτων.

5.                Τό ἀπό 2.09.2005 Ὑπόμνημά μου πρός τό Ἐπισκοπικό Δικαστήριο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης.

6.                Τό ἀπό 6.06.2007 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου.

7.                Τό ἀπό 18.04.2007 ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου αἴτημά μου περί Ὁμολογίας Πίστεως τῶν μελῶν - Ἐπισκόπων τοῦ Δικαστηρίου.

8.                Τό ἀπό 9.05.2007 ἔγγραφό μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τό ἀναφερόμενο σέ σχετικό φωτογραφικό ὑλικό, στό ὁποῖο ἐμφαίνονται Ἐπίσκοποι–μέλη τοῦ Δικαστηρίου συμπροσευχόμενοι καί ἐπισκεπτόμενοι τόν Πάπα.

9.                Τήν ἀπό 11.11.2008 Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος) καί τούς ἀπό 2.11.2009 ἐνώπιον τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου προσθέτους λόγους ἀκυρώσεως καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 21/2007 προσβαλλομένη ἀπόφασι.

10.              Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 3824/2012 ἀπόφασι τοῦ Δ΄Τμήματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δυνάμει τῆς ὁποίας τό ἐν λόγῳ Δικαστήριο ἐθεώρησε ἀπαράδεκτη τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου γιά τόν λόγο ὅτι ἡ καθαίρεσι ἔχει ἀμιγῶς πνευματικό χαρακτῆρα καί ὡς ἐκ τούτου τό Δικαστήριο δέν ἐξέτασε τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου.

11.              Ὀπτικοακουστικό ὑλικό τῆς δίκης εἰς τό Συνοδικό Δικαστήριο.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ









ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ



Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ



ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ



Γ΄ Μέρος

Θέλω ἐπιπροσθέτως νά ἐπισημάνω τό θέμα πού θίγετε εἰς τό σημεῖο αὐτό, τῆς ὑπερβάσεως δηλαδή τοῦ ὑπό ἐξέτασιν Κανόνος. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς:
«Ἐπίσης εἶναι ἄστοχη ἡ θέση ὅτι τά παραδείγματα τῶν παραπάνω Ἁγίων ἀποτελοῦν ὄχι ἁπλῶς ἐφαρμογή, ἀλλά καί «ὑπέρβαση καί αὐτοῦ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου» (σελ. 38). Ἡ ἔννοια τῆς ὑπερβάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἶναι ἐπινόησις τοῦ π. Εὐθυμίου, διότι πουθενά σέ κανένα Κανόνα δέν υἱοθετεῖται καί ἑπομένως εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ὑπέρβασις κινδυνεύει νά καταντήσει παράβασις ἀπό ὑπερβολικό, μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο, διότι ὁ διάβολος γνωρίζει νά πλανᾶ τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνον ἀπό τά ἀριστερά, ἀλλά καί ἀπό τά δεξιά».
Ἐδῶ πατέρες, ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ ὑπέρβασις τῶν ἱερῶν Κανόνων εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς αὐτό ὅμως τό συμπέρασμα, κατά τήν γνώμη μου, δύναται νά καταλήξη, μόνον ὅποιος δέν ἔχει μελετήσει κανένα ἀπό τούς βίους τῶν Ἁγίων. Διότι οἱ βίοι τῶν Ἁγίων μας εἶναι μία διαρκής καί συνεχής ὑπέρβασις τῶν ἱερῶν Κανόνων καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως· ὅ,τι δέ νομοθετοῦν οἱ ἱεροί Κανόνες εἶναι μέσα στά ὅρια καί τίς δυνατότητες τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Θά ἀναφέρω κάποια ἐλάχιστα παραδείγματα διά νά κατανοήσωμε, ὡς ἀπό τοῦ ὄνυχος τόν λέοντα.
Οἱ ἱεροί Κανόνες νομοθετοῦν νά τηροῦμε τίς καθιερωμένες νηστεῖες, Τετάρτης, Παρασκευῆς, Σαρακοστῶν καί ὡς ἐπιτίμια πολλές φορές γιά διάφορα ἁμαρτήματα (π.χ. οἱ Κανόνες τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ), θέτουν νηστεῖες καί ξηροφαγίες κατά τίς καταλυσίμους περιόδους, γονυκλισίες κλπ. Οἱ Ἅγιοι ὅμως βλέπομε, ὑπερβαίνοντες τά ὅρια αὐτά τῶν Κανόνων καί χωρίς νά ἐκτελοῦν κάποιο ἐπιτίμιο, ἀλλά ἁπλῶς γιά νά καταπολεμήσουν τά πάθη των, ἐνήστευον μέ τελεία ἀφαγία (ἀσιτεία) γιά πολλές ἡμέρες καί μάλιστα κατά τήν διάρκεια ὁλόκληρης τῆς ζωῆς των. Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ τόν ὕπνο των, ὅταν ἐκοιμῶντο εἴτε ἀκουμπισμένοι κάπου, εἴτε ὄρθιοι δεμένοι μέ κάποια σχοινιά, τόσο, ὅπως γράφουν τά συναξάρια των, ὅσο ἐχρειάζετο ὁ ἐγκέφαλος γιά νά μή διασαλευθῆ.
Οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπίσης νομοθετοῦν νά μήν περιφέρωνται οἱ μοναχοί ἄσκοπα ἀπό τόπον εἰς τόπον, χωρίς δηλαδή νά ὑπάρχη ἀνάγκη (π.χ. οἱ Κανόνες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς). Ἔχουμε ὅμως πολλούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔγκλειστοι καθ’ ὅλον τους τόν βίο, ὥστε οὔτε γιά οἱαδήποτε ἀνάγκη (ὅπως ἀσθένεια κλπ.) ἐξήρχοντο τῆς μονῆς ἤ τοῦ κελίου των. Ὑπάρχει ἐπίσης στά συναξάρια πλῆθος Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν αὐτόκλητοι μάρτυρες, δηλαδή παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τῶν εἰδωλολατρῶν καί τῶν δημίων καί ὁμολόγησαν τόν Χριστόν Θεόν ἀληθινόν, χωρίς νά τούς συλλάβουν. Οἱ Κανόνες ἁπλῶς βάζουν ἐπιτίμια εἰς αὐτούς πού θά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, ἀφοῦ τούς συλλάβουν οἱ εἰδωλολάτρες ἤ οἱ αἱρετικοί, οὐδόλως ὅμως ἀπαιτοῦν ἤ ἔστω ὑπονοοῦν τήν ἐκούσιο προσαγωγή τῶν Ἁγίων στούς δημίους.
Οἱ ἱεροί Κανόνες ἀκόμη ἀπαιτοῦν δι’ αὐτούς πού θά αὐτοκτονήσουν καί ἔχουν σώας τάς φρένας των, νά μήν ἐπιτελοῦμε τίποτε ἐκκλησιαστικό (μνημόσυνα, λειτουργίες, τρισάγια) ὑπέρ ἀναπαύσεώς των (ΙΔ΄ Τιμοθέου Ἀλεξανδρ.). Ἔχουμε λοιπόν Ἁγίες, οἱ ὁποῖες ἔπεσαν καί ἐγκρεμίστηκαν ἤ ἐπνίγηκαν ἐκουσίως  καί μέ σώας τά φρένας των, διά νά μήν ἀτιμασθοῦν ἀπό αὐτούς πού τίς συνέλαβον (π.χ. ἁγ. Πελαγία ἡ παρθένος πού ἑορτάζει στίς 8/10, οἱ Ἁγίες Δομνίκη, Βερίνη καί Προσδόκη πού ἑορτάζονται στίς 4/10 κλπ.).
Ἀπό ὅλα αὐτά πού ἀνέφερα γίνεται νομίζω κατανοητό ὅτι αὐτά τά ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε: «Ἡ ἔννοια τῆς ὑπερβάσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἶναι ἐπινόησις τοῦ π. Εὐθυμίου, διότι πουθενά σέ κανένα Κανόνα δέν υἱοθετεῖται καί ἑπομένως εἶναι ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι προφανῶς λάθος, διότι τά διαψεύδουν οἱ βίοι ὅλων τῶν Ἁγίων. Κατ’ αὐτόν, λοιπόν, τόν τρόπο ἀνέφερα ὅτι οἱ Ἅγιοι αὐτοί, τῆς πρώτης περιόδου δηλαδή τῆς εἰκονομαχίας, ὑπερέβησαν τόν Κανόνα, διότι οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ὅτι ἐστηρίχθηκαν στίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου, ἀλλά μόνον στήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί δέν ἀνέμεναν διαγνώσεις διά νά  ἀποτειχισθοῦν.
Ἀλλά κι ἔτσι, ὅπως τά λέτε, πατέρες, νά ἦσαν τά πράγματα καί ἡ αἵρεσις νά ἦταν κατεγνωσμένη, σέ ποιόν Κανόνα ἐστηρίχθηκαν οἱ Ἅγιοι αὐτοί γιά νά ἀποτειχισθοῦν, τήν στιγμή πού ὁ Κανόνας αὐτός τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐθεσπίσθη μετά ἀπό ἑκατό καί πλέον ἔτη; Δηλαδή οἱ Ἅγιοι αὐτοί ἔκαναν ὑπέρβασι ὅλων τῶν Κανόνων ἤ ἦταν Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας νά ἀποτειχίζωνται ἀνέκαθεν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τούς αἱρετικούς; Καί γιατί ἐσεῖς σήμερα ἐρευνᾶτε ἄν ἦταν ἤ ὄχι κατεγνωσμένη αἵρεσις, τήν στιγμή πού δέν ὑπῆρχε ὁ Κανόνας περί ἀποτειχίσεως, καί δέν στέκεσθε στήν οὐσία τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι διδάσκουν τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό ποιμένα, τόν ὁποῖο ὀνομάζουν λύκο καί φαρμακερό φίδι; Προφανῶς θέλετε ὅλα, δηλαδή ἁγ. Γραφή καί ἁγ. Πατέρες νά τά ἐντάξετε καί νά τά στρατολογήσετε στήν δυνητική ἑρμηνεία πού δίδετε ἐσεῖς εἰς τόν Κανόνα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ἀπραξία καί στήν συνοδοιπορία μετά τῆς αἱρέσεως.
Αὐτό ἀποδεικνύεται μέ τήν στάσι σας στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἀφ’ ἑνός μέν ἀναμένετε νά καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἔχετε  καταδικασμένη καί τήν ὀνομάζετε παναίρεσι, συγγράφετε δέ κείμενα καί βιβλία δι’ αὐτήν τήν παναίρεσι, ἐνῶ παράλληλα συνοδοιπορεῖτε ἐκκλησιαστικά μέ τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς καί ἀναγνωρίζετε τούς λύκους ὡς ποιμένες. Ὁ Μητροπολίτης σας (παραδόξως) ἀπό τή μιά τούς ἀναθεματίζει ἐπ’ Ἐκκλησίας, ἐνῶ συγχρόνως τούς ἀναγνωρίζει καί τούς ἐκθειάζει εὐκαίρως ἀκαίρως κλπ. Ὅλα αὐτά προφανῶς δέν ἐντάσσονται στήν ὀρθόδοξο Παράδοσι ἀλλά σέ μία παράδοσι ἰδική σας, στά μέτρα σας, τελείως προσωπική καί ἰδιότυπη.
Στή σελ. 9 γράφετε τά ἑξῆς ἄξια σχολιασμοῦ: «Στήν ἑπομένη παράγραφο (σελ. 28) πολύ σωστά διατυπώνει ὅτι “ἡ ἔκφρασις ‘κατεγνωσμένη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων ἤ Συνόδων’ δέν περιθωριοποιεῖ τήν Ἁγία Γραφή οὔτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία της, ἀλλά σημαίνει τό ἐπιπλέον”. Καί ὄχι μόνο σημαίνει τό ἐπιπλέον, ἀλλά σημαίνει ἐπίσης καί τό ἀντίστροφο. Ὅτι δηλαδή οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή περιθωριοποιεῖ ἤ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία τοῦ Κανόνος. Ἑπομένως, ἡ ἔκφραση, πού διατυπώνει “ἄν ὑπάρξει αἵρεσις, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται στήν Ἁγία Γραφή ἤ ἀκυρώνει κάποια ἐντολή καί διδασκαλία της, πρέπει ἀμέσως νά ἀποτειχισθοῦμε ἀπό τούς φορεῖς της, χωρίς νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό ἄν ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες ἤ τίς Συνόδους” (σελ. 28), εἶναι ἄστοχη καί λανθασμένη. Ἐδῶ ὁ π. Εὐθύμιος ἐπικαλεῖται τήν Ἁγία Γραφή καί μάλιστα τήν ὑπερτέρα αὐθεντία της σέ σχέση μέ τόν Ἱερό Κανόνα, γιά νά περιθωριοποιήσει τόν ἐν λόγῳ Κανόνα. Τό ὅτι μία αἵρεση ἀντιστρατεύεται τήν Ἁγία Γραφή, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι δέν ἔχουν λόγο καί ρόλο. Ἀπεναντίας σημαίνει ὅτι καλοῦνται προπάντων τώρα νά παίξουν κυρίαρχο ρόλο στήν διάγνωση καί ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν ἁρμόδιοι, λόγῳ τοῦ θείου φωτισμοῦ, τόν ὁποῖον διαθέτουν, νά διακρίνουν μέ ἀσφάλεια, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ αἵρεση ἀντιστρατεύεται τήν Ἁγία Γραφή ἤ κάποια ἐντολή της καί νά προχωρήσουν στή συνέχεια στήν καταδίκη της».
Ἐδῶ πατέρες, μᾶλλον δέν κατανοήσατε τί ἐννοῶ μέ τό «ἐπί πλέον» καί δι’ αὐτό προφανῶς γράφετε ὅτι «πολύ σωστά διατυπώνει». Ἄν τό κατανοούσατε, μᾶλλον θά ἐλέγατε ὅτι λανθασμένως τά διατυπώνω. Χρησιμοποιώντας ὅμως πάλι, τά γυαλιά τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί ὄχι τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τελικά καταλήγετε εἰς τό ὅτι καί δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις τῆς ἁγ. Γραφῆς νά ὑπάρξη, πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι ἔχουν τόν λόγο.
Δέν μᾶς διευκρινίζετε ὅμως, τί γίνεται, ὅταν αὐτοί οἱ συγκεκριμένοι γιά σᾶς «ἅγιοι» Πατέρες, δέν διαθέτουν τόν θεῖο φωτισμό καί ὄχι μόνον δέν ἐξασκοῦν τόν ρόλο τους, ἀλλά ἀπεναντίας συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι, τήν προωθοῦν καί τήν ἀποδέχονται πλήρως. Τότε προφανῶς οἱ πιστοί, ἀκολουθώντας  τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἀναμένουν πότε θά συνέλθουν οἱ Πατέρες καί ἡ Σύνοδος, ἐνῶ μέχρι τότε βεβαίως ἀκολουθοῦν τήν αἵρεσι καί ἀναγνωρίζουν τούς αἱρετικούς ὡς ποιμένας των.
Τό «ἐπί πλέον» λοιπόν τό ἀναφέρω ἐννοώντας ὅτι,  ἐφ’ ὅσον ὑπάρξη δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις τῆς ἁγ. Γραφῆς, ἡ καταδίκη τῆς αἱρέσεως αὐτῆς ἀπό τή Σύνοδο εἶναι κάτι τό «ἐπί πλέον», ἐφ’ ὅσον ἡ ἴδια ἡ ἁγ. Γραφή μᾶς διδάσκει νά ἀπομακρυνώμεθα καί νά ἀναθεματίζωμε κάθε ἕναν πού διδάσκει κάτι ἀντίθετο, ὄχι μόνον Ἐπίσκοπος, ἀλλά καί ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ἄν εἶναι αὐτός.
Ἐσεῖς τώρα, πατέρες, διδάσκετε ἀντίθετα ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, ἐφ’ ὅσον υἱοθετεῖτε τήν διάγνωσι τῆς αἱρέσεως ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας συνοδικῶς καί τήν μέχρι τότε ἀναμονή μας. Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια, ἐπί παραδείγματι, γιά τόν Αὐστραλίας Στυλιανό, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο, καί ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἕνα μεγάλο παραμύθι, καί ὁ Χριστός δέν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀναμάρτητος, ἀλλὰ κατέκτησε τὴν ἀναμαρτησία ὀλίγον κατ' ὀλίγον, μέ ἀγῶνες καί θυσίες, πρέπει νά γίνη διάγνωσις ἀπό τούς εἰδικούς γιά νά διαπιστωθῆ ἡ αἵρεσις καί μετά νά ἰδοῦμε τί θά κάνωμε, ἄν δηλαδή ὅπως ἰσχυρίζεσθε, θά τοῦ κάνωμε ὑπακοή ἤ ὄχι.
Τό ἴδιο κατά τήν γνώμη σας συμβαίνει καί μέ αὐτούς πού συνοδικῶς ἀπεφάσισαν τήν ἔνταξί μας στό Π.Σ.Ε., τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, χωρίς αὐτοί νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία κλπ. Θὰ κάνωμε δηλαδή ὑπακοή  καὶ θά τά ἀποδεχθοῦμε, ἐφ’ ὅσον τά ἀποδέχεται θεωρητικά καί πρακτικά ἡ Ἱερά Σύνοδος.
Ὅλα αὐτά, ὅμως, εἶναι ἀντίθετα ἀπό τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων καί δι’ αὐτό προφανῶς τά χρησιμοποιεῖτε γιὰ νὰ κατοχυρώσετε τίς ἀντιπαραδοσιακές θέσεις σας,  στηριζόμενοι μόνον στόν ὀρθολογισμό.
Ἐπιπροσθέτως εἰς τό σημεῖο αὐτό, αὐτά πού γράφετε, «Καί ὄχι μόνο σημαίνει τό ἐπιπλέον, ἀλλά σημαίνει ἐπίσης καί τό ἀντίστροφο. Ὅτι δηλαδή οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή περιθωριοποιεῖ ἤ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλεύεται τήν αὐθεντία τοῦ Κανόνος» εἶναι  λάθος· διότι ἁπλούστατα ἡ ἁγ. Γραφή δέν μπορεῖ νά «περιθωριοποιεῖ ἤ νά ἐπιβουλεύεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τήν αὐθεντία τοῦ κανόνος», ἐπειδή αὐτή ἐγράφη πρίν ἀπό τούς Κανόνες καί ἐπειδή αὐτοί συντάχθηκαν μέ βάσι τήν ἁγ. Γραφή καί πρός τόν σκοπό τῆς περιφρουρήσεώς της. Προφανῶς λοιπόν, αὐτά τά γράφετε ἐξισώνοντας τήν ἁγ. Γραφή μέ τούς ἱερούς Κανόνες γιά νά στηρίξετε τήν θέσι σας, ὅτι γιά κάθε αἵρεσι τόν μοναδικό λόγο τόν ἔχει ἡ Σύνοδος διά τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἀνεύθυνοι, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Στήν ἴδια σελίδα 10 γράφετε τά ἑξῆς: «Ὁ π. Εὐθύμιος στήν συνέχεια (σελ. 30) προσπαθεῖ νά δώσει ἀπάντηση στό ἐρώτημα, πότε ὁ αἱρετικός, ὁ ὁποῖος κηρύττει “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας αἵρεσιν”, παύει νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὀρθή ἡ θέσις ὅτι ὁ αἱρετικός, πού θά πλανηθεῖ ἀπό μιά αἱρετική διδασκαλία, καθίσταται ἀμέσως ξένος πρός τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἕνα ἄρρωστο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά ἐπαναφέρει μέ διαφόρους τρόπους (νουθεσίες κ.λ.π.) στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καί νά τό θεραπεύσει ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς αἱρέσεως. Ἐάν δέ ὁ αἱρετικός ἐξακολουθεῖ νά ἐπιμένει πεισματικά στίς αἱρετικές του διδασκαλίες, τότε τόν ἀποκόπτει ἀπό τό Σῶμα της ἐπίσημα διά τοῦ ἁρμοδίου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου της, δηλαδή τῆς Συνόδου. Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μέσα στούς κόλπους της ἄρρωστα μέλη εἴτε ἐξαιτίας αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, εἴτε ἐξαιτίας ἄλλων, ἠθικῆς φύσεως ἁμαρτημάτων, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἐφ. 5,27, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ π. Εὐθύμιος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξαιτίας τῆς Κεφαλῆς της, τοῦ Χριστοῦ, καί ἐξαιτίας τῶν μελῶν της ἐκείνων, πού ἔχουν θεραπευθεῖ ἀπό τήν νόσο τῆς ἁμαρτίας ἤ τῆς αἱρέσεως, δηλαδή τῶν Ἁγίων, καί ὄχι ἐξαιτίας τῶν μελῶν της, πού βρίσκονται ἀκόμη ὑπό θεραπείαν. Οὔτε μποροῦμε νά θεωρήσουμε τήν Ἐκκλησία “ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστη” (σελ. 30-31), ἐπειδή ἔχει μέσα στούς κόλπους της, μέχρι τήν ὁριστική ἀποκοπή τους, πολλά ἤ ὀλίγα,  ἄρρωστα μέλη λόγῳ αἱρέσεως».
Ἐδῶ, πέραν τοῦ ὅτι, ὅ,τι γράφετε εἶναι ἀμάρτυρο καί ἀστήρικτο ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς, θεωρεῖτε τήν Ἐκκλησία ἄσπιλο καί ἄμωμο μόνον ἐξ’ αἰτίας τῆς κεφαλῆς της καί ἐξ’ αἰτίας τῶν θεραπευμένων μελῶν της, δηλαδή τῶν Ἁγίων της. Παραλείπετε ὅμως, ἴσως ἐσκεμμένα, νά ἀναφέρετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος βασικά ἐξ’ αἰτίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Δηλαδή ἄν μία Ἐκκλησία δημοσίως καί συνοδικῶς ἀκολουθήση μία αἵρεσι ἤ ἀποδεχθῆ μία αἱρετική διδασκαλία, παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξ’ αἰτίας τῆς πίστεως. Αὐτό τό ἀναφέρει θαυμάσια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὡς ἑξῆς: «Τό γάρ μή ἔχειν σπίλον ἤ ρυτίδα, ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν, οὕτω νοείτω, τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα, οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῖς αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Βασίλειος» (Φατ. 28,79,123).
 Ἄλλο, λοιπόν, εἶναι τό νά ἔχη κάποιος ἀποδεχθῆ μία αἵρεσι καί ἄλλο εἶναι νά ἀποδεχθῆ τήν αἵρεσι συνοδικῶς μία τοπική Ἐκκλησία.  Τότε ἡ Ἐκκλησία αὐτή παύει νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως. Δυστυχῶς ὅμως, πατέρες, ταυτίζετε ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες μέ τήν αἵρεσι καί δι’ αὐτό ὁδηγεῖσθε σέ λάθος συμπεράσματα. Βλέπετε ὅμως ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες παιδαγωγοῦν ὅλους τούς ἁμαρτωλούς μέ διάφορα ἐπιτίμια π.χ. στέρησι Θ. Κοινωνίας, νηστεία κλπ. Τόν αἱρετικό ὅμως τόν ἀποκόπτουν ἀπό τήν Ἐκκλησία ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι δέν εἶναι ἁπλῶς ἄρρωστος, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες, ἀλλά νεκρός. Ἡ νέκρωσις λοιπόν ἐπέρχεται διά τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες ἁμαρτίες περιέχουν στόν βαθμό τους μία ἀσθένεια μικρή ἤ μεγάλη. Ἡ ἀποκοπή λοιπόν ἀπό τή Σύνοδο τοῦ νεκροῦ, ἐξ’ αἰτίας τῆς αἱρέσεως, μέλους δέν ἔχει τήν ἔννοια ὅτι μέ τήν ἀποκοπή ἐπέρχεται ἡ νέκρωσις, οὔτε βεβαίως ὅτι ἄν δέν συνέλθη ἡ Σύνοδος νά τό ἀποκόψη αὐτό εἶναι ζωντανό. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ξεκάθαρα ὅτι διά τῆς αἱρέσεως ἐπέρχεται ἡ νέκρωσις εἰς αὐτόν πού τήν ἀποδέχεται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι αὐτό τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἐδέχθηκε ὅλες τίς ἄλλες κατηγορίες, ὅτι δηλαδή ἦταν ἁμαρτωλός, δέν ἐδέχθηκε ὅτι εἶναι αἱρετικός καί τό ἐδικαιολόγησε λέγοντας ὅτι ἡ αἵρεσις σέ ἀποκόπτει ἀπό τόν Θεό: «Ἀπῆλθον ποτέ τινές πρός τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα· ἤκουσαν γάρ ὅτι μεγάλην ἔχει διάκρισιν· καί θέλοντας δοκιμάσαι αὐτόν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῷ· σύ εἶ Ἀγάθων; ἀκούομεν περί σοῦ ὅτι πόρνος εἶ καί ὑπερήφανος· ὁ δέ εἶπε· ναί, οὕτως ἔχει. Λέγουσι πάλιν αὐτῷ· σύ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καί κατάλαλος; ὁ δέ εἶπεν· ἐγώ εἰμι· οἱ δέ πάλιν· σύ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καί ἀπεκρίθη· οὐκ εἰμί αἱρετικός. Καί παρεκάλεσαν αὐτόν λέγοντες· εἰπέ ἡμῖν, διατί τοσαῦτα εἴπομέν σοι καί κατεδέξω, τοῦτον δέ τόν λόγον οὐκ ἐβάστασας; Λέγει αὐτοῖς· τά πρῶτα ἐμαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ μου· τό δέ αἱρετικός, χωρισμός ἐστιν ἀπό Θεοῦ. Οἱ δέ ἀκούσαντες τήν διάκρισιν αὐτοῦ ἐθαύμασαν καί ἀπῆλθον οἰκοδομηθέντες» (Εὐεργεντινός, Β΄ τόμ. Ὑπόθεσις β΄, σελ. 56).
 Ἐσεῖς ὅμως δυστυχῶς, πατέρες, ἀντίθετα ἀπό τούς Ἁγίους,  ἐθεωρήσατε τήν αἵρεσι ὡς μία ἀσθένεια, ὅπως ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες. Καί δι’ αὐτό καταλήγετε εἰς τό συμπέρασμα: «Οὔτε μποροῦμε νά θεωρήσουμε τήν Ἐκκλησία “ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστη” (σελ. 30-31), ἐπειδή ἔχει μέσα στούς κόλπους της, μέχρι τήν ὁριστική ἀποκοπή τους, πολλά ἤ ὀλίγα, ἄρρωστα μέλη, λόγῳ αἱρέσεως».
Ἡ Ἐκκλησία, πατέρες, εἶναι ἀνομοιόμορφη κατά τήν πίστι, ὅταν ἐπισήμως καί συνοδικῶς ἀποδεχθῆ μία αἵρεσι ἤ χαράξη μία αἱρετική πορεία, ἐπειδή δέν ἔχει τήν πίστι τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Δέν εἶναι δηλαδή ἀνομοιόμορφη ἐσωτερικά, ἀλλά διαχρονικά. Τώρα, ἄν ἐσεῖς πιστεύετε ὅτι ἔχετε τήν πίστι τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων, ἐνῶ ἀνήκετε στό Π.Σ.Ε., ἐνῶ ἔχετε ἀναγνωρίσει τά μυστήρια τῶν Παπικῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν, ἔχετε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μετ’ αὐτῶν διά τῶν συμπροσευχῶν καί συνιερουργιῶν, ἔχετε ἄρει τά ἀναθέματα πού ἐκεῖνοι ἐπέβαλαν κλπ., αὐτό νομίζω πρέπει νά τό ἐρευνήσετε καί νά διαπιστώσετε  τί διδάσκουν οἱ Ἅγιοι καί ὄχι τί πιστεύετε ἐσεῖς.
Κατωτέρω στήν σελ. 10 ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Ἡ ἀπόφαση  τῆς Συνόδου δέν ἔχει ἁπλῶς μόνον τήν ἔννοια τῆς “ἀποδοχῆς”, ἀλλά ἐπιπλέον, ἀφ’ ἑνός μέν τῆς διαγνώσεως μιᾶς ἀρρωστημένης καταστάσεως, πού ἔχει καταστεῖ ἀνίατος, καί ἀφ’ ἑτέρου τῆς διασφαλίσεως τοῦ ὑπολοίπου ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ἀπό τήν ἀρρώστεια τῆς αἱρέσεως».
Ἐδῶ ὁμολογεῖτε ὅτι μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου διασφαλίζεται τό ὑπόλοιπο ὑγιές ἐκκλησιαστικό σῶμα. Στήν αἵρεσι τώρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀνομάσατε παναίρεσι, κατά τήν ὁποία δέν λαμβάνεται μία τέτοια ἀπόφασις ἀπό τήν Σύνοδο ἐπί δεκαετίες, τί συμβαίνει μέ τό ἐκκλησιαστικό σῶμα; Καί ὅταν ἐπί πλέον (ἀκόμη χειρότερα) ἡ Σύνοδος αὐτή λαμβάνει ἀποφάσεις ὑπέρ τῆς αἱρέσεως τί γίνεται μέ τό ὑγιές ἐκκλησιαστικό σῶμα; Τί εἴδους ποιμένες εἶναι αὐτοί πού δέν τό διασφαλίζουν; Πῶς δέ, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους καί τούς ἱερούς Κανόνες, θά διασφαλισθῆ γιά νά μή γίνη βορά τῶν ποιμένων (προβατόσχημων λύκων), ἐφ’ ὅσον εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι αὐτοί εἶναι οἱ φορεῖς τῆς αἱρέσεως; Πρέπει εἰς αὐτά τά σημεῖα νά μᾶς ἀπαντήσετε ἔχοντας, ὅμως, ὡς ὁδηγό ὄχι τήν λογική σας, ἀλλά τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους.
Στή συνέχεια γράφετε, πατέρες, πολλά γιά νά μᾶς πείσετε ὅτι μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ἐπέρχεται ἡ ἀποκοπή τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ πάλι ταυτίζετε τίς ἄλλες ἁμαρτίες μέ τήν αἵρεσι, προσπαθώντας νά δώσετε τόν ἀποφασιστικό ρόλο γιά τήν ἀποκοπή στήν Σύνοδο. Γράφετε τά ἑξῆς: «Ὅπως γιά παράδειγμα, ἕνας ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας, θεωρητικά καθίσταται μέν ψευδεπίσκοπος, λόγῳ τῆς σαρκικῆς πτώσεώς του, ὡστόσο ὅμως μέχρις ὅτου καθαιρεθεῖ συνοδικά, θεωρεῖται κανονικός ἐπίσκοπος καί ἐξακολουθεῖ νά τελεῖ ἔγκυρα μυστήρια, παρά τήν ἀναξιότητά του. Μόνον ὅταν καθαιρεθεῖ συνοδικά παύει νά εἶναι ἐπίσκοπος, διότι τότε χάνει τήν χάριν τῆς Ἱερωσύνης. Ἑπομένως, ἡ συνοδική πράξη τῆς καθαιρέσεως καί στή συνέχεια τῆς ἀποκοπῆς τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει τυπικό, ἀλλά οὐσιαστικό χαρακτῆρα».
Στά ἁμαρτήματα αὐτά πού ἀναφέρετε, πατέρες, δέν εἶναι νομοθετημένη ἡ ἀποτείχισις, ἀλλά ὄντως χρειάζεται ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Τί σχέσι ἔχουν ὅμως ὅλα αὐτά μέ τήν αἵρεσι; Μήπως εἴδατε κάπου ἡ ἁγ. Γραφή ἤ οἱ Ἅγιοι νά τά ταυτίζουν, ἤ ὅπως κάνετε ἐσεῖς, νά τά φέρουν ὡς παράδειγμα, ὡσάν νά ἐπρόκειτο περί αἱρέσεως, ἤ νά ἀναφέρουν ὅτι ὁ πόρνος ἐπίσκοπος εἶναι λύκος ἤ φαρμακερό φίδι; Ἐδῶ νομίζω ὑπάρχει μία ἠθελημένη σύγχυσις τῶν πραγμάτων, προκειμένου νά σταθῆ, ὡς μέ δεκανίκια, ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Στή συνέχεια, καί ἔπειτα ἀπό τά ἱστορικά παραδείγματα πού ἐπικαλεῖσθε, ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Κατά παρόμοιο τρόπο ὁ αἱρετικός, πού θά νοσήσει ἀπό τήν γάγγραινα τῆς αἱρέσεως, καθίσταται ἀνάξιος τῆς ἀρχιερωσύνης (ψευδεπίσκοπος). Ἐξακολουθεῖ, ὅμως, παρά τήν ἀρρώστια του, νά εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ὥστε λοιπόν ἡ αἵρεσις εἶναι ἀρρώστια ὅπως ἡ πορνεία καί ὁ φόνος καί δέν εἶναι θάνατος πνευματικός, ἐνῶ ὁ αἱρετικός εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τή Σύνοδο. Γιατί ὅμως δέν ἀναφέρετε ποῦ τό εὑρήκατε αὐτό γραμμένο καί γιατί νά τόν ἀποκόψη ἡ Σύνοδος ἄν εἶναι ἄρρωστο μέλος καί ὄχι νεκρό; Ἄν δέ, σύμφωνα μέ τά ἰατρικά παραδείγματα τῆς γάγγραινας, ἡ Σύνοδος ἀποκόπτει τό νεκρό μέλος, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν νεκρώνεται τό μέλος αὐτό λόγῳ τῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τή Σύνοδο ἀλλά λόγῳ τῆς αἱρέσεως στήν ὁποία ἔχει ὑποπέσει. Ἄν ὅμως εἶναι νεκρό τό μέλος πρίν τό ἀποκόψει ἡ Σύνοδος, τότε πῶς εἶναι, ὅπως ἀναφέρετε, μέλος τῆς Ἐκκλησίας; Ἔχει νεκρά μέλη ἡ Ἐκκλησία; Ὁ Θεός σύμφωνα μέ τό χωρίο (Ματθ. 22,32) εἶναι Θεός νεκρῶν ἤ ζώντων;
Πρέπει ὅλα αὐτά νά μᾶς τά ἐξηγήσετε πατέρες, διότι ἡ λογική σας καί τά ἰατρικά παραδείγματα πού ἐπικαλεσθήκατε χωρίς ἀναφορές στίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, εἶναι ἀσυμβίβαστα. Πρέπει ἐπίσης νά μᾶς ἀναφέρετε τί γίνεται, ὅταν ἡ Σύνοδος δέν ἀποκόψει τόν αἱρετικό ἀπό τό σῶμα της, ἀλλά ἀπεναντίας τόν ἐπιβραβεύει, ὅπως συμβαίνει στίς ἡμέρες μας· εἶναι δηλαδή καί αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας; Τί γίνεται ἐπίσης, ὅταν μία τοπική Ἐκκλησία ἀποδέχεται ἐπισήμως καί συνοδικῶς μία αἱρετική διδασκαλία ἤ χαράσσει μία αἱρετική πορεία; Εἶναι αὐτή ἡ τοπική Ἐκκλησία μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ;
Θά μποροῦσα, πατέρες, πολλά νά ἀναφέρω γιά ὅλα αὐτά πού γράφετε καί ἰσχυρίζεσθε, πλήν ὅμως τό θεωρῶ περιττό καί ἄσκοπο, διότι τὰ ἐπιχειρήματά σας δὲν στηρίζονται στὴν ἐκκλησιαστική Παράδοση· καὶ ὁ,τιδήποτε δέν θεμελιώνεται εἰς τήν ἁγ. Γραφή καί τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι μετέωρο καί ἐκπίπτει ἀπό μόνο του.
Θά  σχολιάσω στὴ συνέχεια δι’ ὀλίγων, τήν κριτική σας στά γραφόμενα τοῦ βιβλίου μου εἰς τό θέμα τοῦ ὅτι κάθε πιστός γίνεται κριτής ἤ δικαστής πρός συνοδικῆς κρίσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Γράφετε τά ἑξῆς: «Πέρα γιά πέρα ἄστοχοι καί ἐσφαλμένοι εἶναι ἐπίσης καί οἱ ἰσχυρισμοί του, ὅτι στήν “περίπτωση τῶν θεμάτων τῆς πίστεως ὁ κάθε πιστός γίνεται κριτής καί δικαστής πρό συνοδικής κρίσεως του ἀτάκτως περπατοῦντος ἐπισκόπου καί 'στέλλεται' ἀπό αὐτόν σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: «Παραγγέλομεν δέ ὑμῖν...» (σελ. 41-42). Ἀλλοίμονο, ἄν ὁ κάθε πιστός μεταβληθεῖ σέ κριτή καί δικαστή καί τοποθετήσει ἔτσι τόν ἑαυτό του ὑπεράνω Συνόδων καί Πατέρων καί ἔχει τήν ἀξίωση νά κρίνει τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως του κάθε ἐπισκόπου».
Ἤθελα ἐδῶ νά σᾶς ἐρωτήσω, πατέρες, τό ἑξῆς: Μέ βάσι ἔστω τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὅταν ἀποτειχίζεται ὁ κάθε κληρικός καί πιστός ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, δέν γίνεται κριτής τῆς ἀκεραιότητος τῆς πίστεώς του; Ἤ μήπως ἐδῶ κατ’ οὐσίαν ἀναιρεῖτε καί τήν δυνητική ἔστω ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Δυστυχῶς μὲ ὅσα ἰσχυρίζεσθε εἶναι σίγουρο ὅτι τὴν ἔχετε καταργήσει, προκειμένου νά γίνουν τά ἄνω κάτω στήν Ἐκκλησία.
Ἐδῶ ἐπιτέλους, ὅμως, ἀναφέρετε καί ἕνα Κανόνα καί γράφετε τά ἑξῆς: «Στούς πιστούς αὐτούς, πού θά φθάσουν σέ μιά τέτοια κατάσταση πλάνης καί ὑπερηφανείας ἁρμόζει ὁ λόγος τοῦ ΞΔ' (64ου) Κανόνος τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “Τί σεαυτόν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν;”».
Ἐδῶ κατ’ ἀρχάς δεικνύετε ὅτι δέν ἔχετε κατανοήσει τήν ἀποτείχισι καί τόν σκοπό της. Ὁ σκοπός λοιπόν τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι ἡ προσωπική διασφάλισις τοῦ κάθε πιστοῦ μέχρις ὅτου συνέλθει ἡ Σύνοδος καί βάλει τά πράγματα στή θέσι των. Αὐτό ἐσεῖς, δυστυχῶς, τό ὀνομάζετε στό σημεῖο αὐτό «κατάστασι πλάνης καί ὑπερηφανείας». Προφανῶς ἡ ἀπλανής καί ταπεινή κατάσταση εἶναι ἡ συμπόρευσις τοῦ κάθε πιστοῦ μέ τήν αἵρεσι μέχρι νά συνέλθη ἡ Σύνοδος.
Ὁ Κανόνας αὐτός πάλι τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς πού ἀναφέρατε, τί σχέσι ἔχει μέ τό ὑπό ἐξέτασιν θέμα τῆς αἱρέσεως; Ἔχει κάποια λογική συνάφεια; Δὲν κατανοεῖτε ὅτι αὐτός ἀναφέρεται στούς λαϊκούς, αὐτούς πού διδάσκουν δημοσίως καί ἐπ’ Ἐκκλησίας, καί τρόπον τινά προαρπάζουν τό διδακτικό ἀξίωμα τῶν Ἐπισκόπων καί ἱερέων; Ἐσεῖς βεβαίως τόν προσαρμόσατε καί τόν συρράψατε καί διά τά θέματα τῆς πίστεως.
Ἀπό ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἀναφέρατε, πατέρες, φαίνεται ὅτι ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, ἐσεῖς τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖτε, εἶναι νά ὑπάρχη τάξις καί ἡσυχία στήν Ἐκκλησία, νά βασιλεύη ὁ συνοδικός θεσμός, νά μήν γινώμεθα κριτές τῆς ἀκεραιότητος τῆς πίστεως τοῦ Ἐπισκόπου, κι ἡ ἀκεραιότητα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως ἄς γίνει κομμάτια! Προφανῶς γιά νά διευκολύνωνται οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τό ἔργο τους καί νά μήν ἀντιμετωπίζουν προβλήματα.
Φαίνεται ἐν συνεχείᾳ εἰς τά γραφόμενά σας, ὅτι σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ ἀντίληψις περί τῆς «ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως». Γράφετε συγκεκριμένα στήν σελ. 13 τά ἑξῆς: «Κάτι ἀνάλογο μέ τήν παραπάνω φράση θέλει νά ἐκφράσει ὁ π. Εὐθύμιος, ὅταν ὁμιλεῖ περί τῆς “ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως”. Μέ τήν φράση αὐτή θέλει νά δηλώσει ὅτι τό ἔνστικτο τοῦ κάθε πιστοῦ καί ὄχι ἡ γνώμη καί ἡ κρίσις πνευματικῶν ἀνδρῶν καί θεοφόρων Πατέρων, καλεῖται νά γίνει κριτής καί ὁδηγός στήν ἀποτείχιση καί ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο».
Καί ἀφοῦ ἀπαριθμεῖτε τά κείμενά μου εἰς τά ὁποῖα ὁμιλῶ διά τό θέμα αὐτό, καταλήγετε ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀντίληψις αὐτή εἶναι καινοφανής καί ξένη πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὐδείς Ἱερός Κανών ὁμιλεῖ περί “ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως”. Μία τέτοια θεώρηση καί ἀντιμετώπιση, πού βασίζεται στό ἔνστικτο, οὐσιαστικά καταργεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες, τό Πηδάλιο καί τίς Ἅγιες Συνόδους, ὁδηγεῖ σέ προτεσταντικές νοοτροπίες, ὅπου ὁ κάθε πιστός γίνεται ὁ ἴδιος ἡ Παράδοση, ἡ Ἐκκλησία.  Κάθε πιστός γίνεται ἕνας Πάπας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά ἀποφασίζει σέ θέματα πίστεως, χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό κανένα καί ἀπό πουθενά».
Εἶναι ὁλοφάνερο, πατέρες, πέραν τοῦ ὅτι πάλι καταθέτετε ἀμάρτυρες καί ἀστήρικτες ἀπόψεις, ὅτι ἐσεῖς, ὅταν στό τιμόνι τοῦ πλοίου εὑρίσκεται ἕνας τυφλός καί τό κοπάδι τῶν προβάτων τό καθοδηγεῖ ἕνας λύκος, μπορεῖτε νά εἶστε ἥσυχοι καί ἀμέριμνοι καί νά μήν ἀντιδρᾶτε ὡς ἐξ ἐνστίκτου ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπερχομένου κινδύνου. Καί φαίνεται, ἐπιπροσθέτως, ὅτι, τήν ὕπαρξι τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν θεωρεῖτε ὡς κάτι ἁπλό καί φυσιολογικό, μολονότι ἀποκαλέσατε τόν Οἰκουμενισμό παναίρεσι. Ἡ ἐξ ἐνστίκτου λοιπόν ἀποτείχισις εἶναι ἡ προσωπική ἀσφάλεια τοῦ κάθε πιστοῦ, ὅταν ἡ Σύνοδος δέν συνέρχεται γιά  νά καταδικάση τήν αἵρεσι.
Αὐτήν λοιπόν τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι ποὺ ἐσεῖς ἀπορρίπτετε,  τήν διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πρόεδρος τῆς Συνόδου ἡ ὁποία  ἐθέσπισε τόν ὑπό ἐξέτασιν Κανόνα. Λέγει λοιπόν ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους» (ΕΠΕ 12,400,31).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος, προκειμένου γιά τήν φυγή ἀπό τόν αἱρετικό ποιμένα, χρησιμοποιεῖ τήν λέξι «ἀποπηδῶ». Ἡ λέξις αὐτή στό λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἔχει τίς ἑξῆς ἔννοιες: «πηδῶ ἀπό τινός, καταλείπω, ἀποσκιρτῶ, ἐξέρχομαι ἀπό τήν φυσικῆς μου θέσεως, τρέχω πηδῶν, τινάσσομαι ἐπάνω ἤ ὀπίσω». Στό οὐσιαστικό ἐπίσης «ἀποπήδησις» ἔχει τίς ἔννοιες: «τίναγμα πρός τά ὀπίσω ἤ πρός τά ἄνω, ὡς ὅταν ρίψῃς σφαίραν μεθ’ ὁρμῆς ἐπί τοῦ ἐδάφους ἤ ὡς ὅταν δύο σώματα συγκρουόμενα τινάσσονται ὀπίσω». Ἡ λέξις αὐτή λοιπόν, πατέρες, καθώς καί ἡ παρομοίωσις τοῦ αἱρετικοῦ ποιμένος μέ τόν λύκο, ποῦ ἄραγε ὁδηγοῦν; Ἤ μήπως δίδουν περιθώρια ἄλλης ἑρμηνείας πέραν τῆς ἐξ ἐνστίκτου ἀποτειχίσεως;
Τό ἴδιο γιά τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀπομάκρυνσι ἀναφέρει καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος παρομοιάζει τούς  αἱρετικούς μέ φίδια. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Φύγωμεν οὖν τούς τάς πατρικάς ἐξηγήσεις μή παραδεχομένους, ἀλλά παρ’ ἑαυτῶν πειρωμένους εἰσάγειν τά ἐναντία, καί τάς μέν ἐν τῷ γράμματι λέξεις περιέπειν ὑποκρινομένους, τήν δέ εὐσεβῆ διάνοιαν ἀπωθουμένους· καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως. Ὁ μέν γάρ ἐνδακών τό σῶμα θανατοῖ πρόσκαιρα, τῆς ἀθανάτου ψυχῆς χωρίσας· οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὀδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει, καί προσφεύγωμεν τοῖς ὑποτιθεμένοις τά εὐσεβῆ καί σωτήρια, ὡς συνάδοντα ταῖς πατρικαῖς παραδόσεσι» (ΕΠΕ, 10,356).
 Οἱ ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου «...καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως» καί ἐπίσης «Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει», τί ἄλλο μπορεῖ νά σημαίνουν παρά τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι; Πῶς ἀπομακρύνεται κάποιος ἀπό ἕνα φίδι; Περιμένει ἄραγε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ἤ μήπως κυττάζει, ὅπως ἀναφέρετε, νά μήν κρίνη τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τοῦ κάθε Ἐπισκόπου; Καί ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τονίζει ὅτι ἡ παραμονή μας κοντά στούς αἱρετικούς μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό «οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὁδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς».
Δέν μπορῶ ὅμως εἰλικρινά πατέρες, νά κατανοήσω τό πῶς σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισις καί δέν σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ παραμονή κοντά στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Ἐπίσης, πῶς ἀναφέρετε ὅτι ἡ στάσις αὐτή τῶν πιστῶν «εἶναι καινοφανής καί ξένη πρός τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας» ἐνῶ ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία πουθενά δέν διδάσκεται ἀπό τούς Ἁγίους, εἶναι γιά σᾶς προφανῶς ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας.
 (Συνεχίζεται)