Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς εν εσχατοις καιροις




«Μεγάλο και Θείο, απόρρητο και ακατανόητο, όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους αγγέλους και τους αρχαγγέλους είναι το γεγονός ότι η φύση μας έγινε διά του Ιησού Χριστού ομόθεος και μας χαρίστηκε  η επάνοδος μας στο καλύτερο. Αυτό είναι το μυστήριο που πιστεύεται αλλά δεν γνωρίζεται...
Παραβαίνοντας την εντολή του Θεού κατεβήκαμε μέχρι τον Άδη και πολλά δεινά μας βρήκαν διαδοχικά. Το γένος μας γεύτηκε τη λύπη και η ζωή μας έγινε γεμάτη οδύνη. Ο Θεός όμως που μας έπλασε με ευσπλαχνία και φιλανθρωπία έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για να μας βρεί, παίρνοντας από την αγία Παρθένο τη φύση μας που την ανακαίνισε. Ο Θεός στέλνοντας τον αρχάγγελο στην Παρθένο την κάνει μητέρα του Χριστού μόνο με τη προσφώνηση που ακούει σήμερα. Αν η σύλληψη του Χριστού θα ήταν από ανθρώπινη επέμβαση ο Χριστός δεν θα ήταν ο νέος άνθρωπος. Τώρα ήρθε και από το Άγιο Πνεύμα γίνεται άνθρωπος και σαρκώθηκε στη μήτρα της παρθένου μένοντας αναλλοίωτος Θεός και τέλειος άνθρωπος...
Η Παρθένος ρώτησε όχι από απιστία αλλά επειδή ζητούσε να μάθει πώς ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αυτό το θαύμα, γι΄αυτό ακριβώς μετά την εξήγηση του αρχαγγέλου εκείνη τρέχει προς τον Θεό και απευθύνεται προς αυτόν. Λέγει λοιπόν στον αρχάγγελο: «αν όπως λες έρθει σ΄εμένα το Άγιο Πνεύμα για να με καθαρίσει περισσότερο και να με δυναμώσει να δεχτώ το σωτήριο έμβρυο, αν με επισκιάσει η δύναμη του Υψίστου που θα μορφώσει μέσα μου ως άνθρωπο αυτόν που είναι Θεός και Βασιλεύς αιώνιος, πιστεύω ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τον Θεό. Λοιπόν, ιδού εγώ η δούλη του Κυρίου ας γίνει σύμφωνα με το λόγο σου». Τότε έφυγε από εκεί ο άγγελος αφού άφησε στην γαστέρα της τον Δημιουργό του κόσμου ενωμένο με την Παρθένο.
Μετά από αυτό το γεγονός η Παναγία είναι το μοναδικό μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσεως είναι η χώρα του αχωρήτου. Αυτήν θα υμνήσουν στο μέλλον μετά το Θεό όλοι οι πιστοί. Αυτή είναι η αιτία κάθε καλού και η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων αγαθών, είναι η αρχή των αποστόλων και το εδραίωμα των μαρτύρων, είναι η δόξα της γης και η τερπνότητα των ουρανίων, είναι το στολίδι όλης της κτίσεως. Από αυτήν ας αποκτήσουμε ελπίδα και εμείς και με τις δικές της αδιάκοπες προσευχές για όλους μας ας έρθει η δόξα και η χαρά εκείνου που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες και σαρκώθηκε από την Παναγία μας. Στον Ιησού Χριστό ανήκει κάθε δόξα και τιμή και προσκύνηση στους αιώνες τον αιώνων.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ Η΄










Η΄ Μέρος


Θά ἔλθω ἐν συνεχείᾳ εἰς τό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Πατέρες 4ου καί 5ου αἰῶνος».

     Ἡ γενική εἰκόνα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι, ἐπειδή πρόκειται γιά ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα μᾶς διασώ- ζουν οἱ ἅγιοι πατέρες καί οἱ ἱστορικοί συγγραφεῖς, προσπα- θεῖτε, πατέρες, νά ἑρμηνεύσετε τά γεγονότα αὐτά σύμφωνα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, βοηθούμενοι ἀπό τήν ἀσάφεια, τίς γενικότητες τῆς περιγραφῆς καί ὁπωσδήποτε τό πέρασμα πολλῶν αἰώνων καί, ἔτσι, φαίνεται ὅτι κινεῖσθε πιό ἄνετα, ὅταν πρόκειται γιά ἱστορικά γεγονότα, παρά ὅταν πρόκειται γιά συγκεκριμένη διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς ἤ τῶν ἁγ. Πατέρων.
 Ὅταν δέ ἕνα ἱστορικό γεγονός δέν ταιριάζει μέ τίποτε στήν δυνητική ἑρμηνεία, ἐκεῖ ἐπιστρατεύετε τόν ὀρθολογισμό τήν ἐξίσωσι τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα θέματα, ἤ τό ἀπομονώνετε ὡς κάτι μεμονωμένο, τό ὁποῖο δέν ἐκφράζει τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί βεβαίως πολλά τέτοια ἱστορικά γεγονότα τά προσπερνᾶτε ἀσχολίαστα, ἀναφέροντας ὅτι ἡ ἀπάντησις ἔχει δοθῆ ἀπό τά προηγούμενα. 
       Διά τόν λόγο αὐτό, πατέρες, κρίνοντας τήν μελέτη σας, μοῦ δίδετε τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀναφέρεσθε σέ ὅσα νομίζετε ὅτι δίδετε ἱκανοποιητική ἀπάντησι, σέ ὅσα γεγονότα νομίζετε ὅτι δύνασθε νά ἐλιγχθῆτε καταλλήλως καί σέ ὅσα τά προσαρμόζετε σέ διάφορες θεωρίες, τίς ὁποῖες κατασκευάσατε μόνοι σας, ὅπως αὐτή τῆς ἐξισώσεως τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἐγώ ἀπεναντίας στόν σχολιασμό τῆς μελέτης σας, ἄν σέ κάτι δέν ἀπαντῶ, εἶναι γιατί κρίνω ὅτι δέν ἔχω ἀντίρρησι στό συγκεκριμένο σημεῖο τῆς μελέτης σας ἤ, τίς περισσότερες φορές, διότι θεωρῶ ὅτι, ναί μέν δέν συμφωνῶ, ἀλλά πρόκειται γιά δευτερεῦον θέμα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἄν ἀπαντοῦσα γιά ὅλα αὐτά θά ἐμάκρυνε πολύ ὁ λόγος μου καί ὁπωσδήποτε θά ξεφεύγαμε ἀπό τά πρωτεύοντα. Δι’ αὐτό καί σᾶς ἐπισημαίνω τίς ἐλλείψεις αὐτές τῆς κριτικῆς μελέτης σας καί σᾶς παρακαλῶ, ἄν κι ἐσεῖς, στήν ἀπάντησί μου αὐτή, διαπιστώσετε ὅτι παραλείπω νά ἀπαντήσω σέ κάτι οὐσιῶδες καί πρωτεῦον, νά μοῦ τό ὑποδείξετε διά νά δευτερολογήσω μόνον ἐπί τῶν θεμάτων αὐτῶν.
       Σχολιάζοντας, λοιπόν, τό κεφάλαιο αὐτό τῆς μελέτης σας ἀναφέρω τά ἑξῆς: Σχετικά μέ τίς περιγραφές τῶν διωγμῶν τῶν Ὀρθοδόξων καί τίς ἀποτειχίσεις των ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες, τά ὁποῖα περιγράφει ὁ Μ. Βασίλειος γράφετε τά ἑξῆς: «Ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, καθοδηγούμενος ἀπό τόν Ἅγιο, εἶχε διακόψει κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους καί τούς ὁμόφρονάς των καί προτιμοῦσε νά προσεύχεται στήν ἔρημο, ἐγκαταλείποντας τούς ναούς, τούς ὁποίους εἶχαν καταλάβει οἱ Ἀρειανοί».
Ἐδῶ πατέρες, κάνετε σημαντικά λάθη καί δείχνετε ὅτι μέσα σας ὑπάρχει σύγχυσις τῶν γεγονότων πού περιγράφει ὁ ἅγιος, ἐνῶ ἔχετε ξεκαθαρίσει τήν ὁδό τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, τήν ὁποία θέλετε νά ἀκολουθήσετε. Διότι ὁ ἅγιος δέν περιγράφει τήν κατάστασι τῆς μητροπόλεώς του, ἀλλά τήν κατάστασι πού ἐπικρατοῦσε σέ ὅλη τήν ἀνατολική αὐτοκρατορία. Πῶς λοιπόν συμπεραίνετε ὅτι ὁ πιστός λαός ἐκαθοδηγεῖτο ἀπό τόν ἅγιο; Μήπως τούς καθοδηγοῦσε ἐκ τοῦ μακρόθεν μέ τά σημερινά μέσα ἐπικοινωνίας, ἤ μήπως ὁ ἅγιος εἶχε τήν αἴγλη καί τήν δόξα πού τοῦ ἔχουμε ἀποδώσει σήμερα, ἤ ἔστω πού τοῦ ἀποδόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὅταν –μετά τόν θάνατό του φυσικά–, ἐκτιμήθηκε δεόντως τό ἔργο του καί οἱ ἀγῶνες του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας; Καί ἄν ὁ ἅγιος καθοδηγοῦσε τούς Ὀρθοδόξους ἐκ τοῦ μακρόθεν, διατί τέλος πάντων ἐζήτησαν οἱ κάτοικοι τῆς Κων/πόλεως νά σταλῆ ἐκεῖ, πρός ἐνίσχυσι καί καθοδήγησί των, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος εὑρῆκε, ὅπως περιγράφει, τό ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀποδεκατισμένο καί ἀνεπίσκοπο;
          Τό ὅτι ὁ ἅγ. Βασίλειος δέν εἶχε τήν θέσι καί τήν ἰσχύ, πού ἐκ τῶν ὑστέρων τοῦ ἀπεδόθη, φαίνεται ἀνάγλυφα καί ἀπό τό ὅτι κατηγορήθη διά πράξεις του, ὄχι ἀπό τούς ἐχθρούς του, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς τούς αὐστηρούς Ὀρθοδόξους καί, μάλιστα, σέ σημεῖο πού νά σκανδαλισθοῦν καί προβληματισθοῦν καί οἱ μοναχοί τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας του. Δι’ αὐτό ἀναγκάσθηκε νά ἀπολογηθῆ τρόπον τινά πρός τούς μοναχούς του μέ ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Τοῖς ὑφ’ ἑαυτόν ἀσκηταῖς» (ΕΠΕ 3,98).
Κατηγορήθηκε ἐπίσης ἀπό τούς συγχρόνους του αὐστηρούς Ὀρθοδόξους, διότι γιά κάποιο χρονικό διάστημα –κατ’ οἰκονομίαν– δέν ἐκήρυττε δημοσίως τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Κατηγορήθηκε ἀκόμη καί γιατί δέν διέκοπτε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Εὐστάθιο Σεβαστείας, ὁ ὁποῖος εἶχε προσχωρήσει στόν Ἀρειανισμό κλπ. Δι’ ὅλους αὐτούς τούς λόγους καί, βεβαίως, διά τίς τεράστιες μὲ τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀποστάσεις τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ ἅγιος ἦτο ἀδύνατον νά καθοδηγῆ τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτός νά διακόψη τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους. Ἄρα λοιπόν, αὐτό ἀποτελεῖ μία πρόχειρη ἑρμηνεία καί μία πρόφασι γιά νά δικαιολογήσετε τήν  ἀποτείχισι τῶν Ὀρθοδόξων, μέ βάσι πάντοτε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
     Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Σχετικά μέ τήν διαγωγή αὐτή τοῦ Ἁγίου καί τοῦ ποιμνίου του ἔχουμε νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς: Τό ποίμνιο δέν ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του, βασιζόμενο στήν δική του κρίση, ἀλλά ἔχει ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό του τόν μεγάλο φωστήρα τῆς Καισαρείας καί ἄλλες ὁσιακές μορφές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης».
Ἐδῶ πάλι, πατέρες, παρουσιάζετε ὡς ποίμνιο τοῦ ἁγίου τούς ἀποτειχισμένους Ὀρθοδόξους ὅλης τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπί πλέον δέ, θέλετε νά παρουσιάζετε τούς Ὀρθοδόξους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὡς ἕνα ποίμνιο ἄβουλο, ἄγευστο τελείως στά θέματα τῆς πίστεως, ἀκατάρτιστο παντελῶς, σέ σημεῖο πού νά ἄγεται καί νά φέρεται ἀπό κάποιον ἐκκλησιαστικό ἡγέτη καί νά τόν ἀκολουθῆ τυφλά, δηλαδή ἕνα ποίμνιο, κατά τό δή λεγόμενο, κομμένο καί ραμμένο στά μέτρα τῶν σημερινῶν Χριστιανῶν.
Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ἄβουλο ποίμνιο, ἀλλὰ γιὰ ἕνα ποίμνιο ζωντανό, τό ὁποῖο ἐνδιαφέρεται γιά τά θέματα τῆς πίστεως καί κυρίως εἶναι ἕτοιμο νά πάθη γιά τήν πίστι του καί νά ὑποστῆ τίς μαρτυρικές συνέπειες τῆς ὁμολογίας του. Ἄρα τό ποίμνιο αὐτό ἐγνώριζε ποιούς νά ἀκολουθήση, μέ ποιούς νά συνταχθῆ καί ἀπό ποιούς νά ἀπομακρυνθῆ. Ἄν τό ποίμνιο, λοιπόν, αὐτό ἦτο ὅπως οἱ ὑπόλοιποι πιστοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν καί συμβιβάστηκαν μέ τήν αἵρεσι, ἀκολούθησαν τούς αἱρετικούς ποιμένες, ἀναμένοντας ἴσως τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἤ ἐσκέφθησαν νά μήν ἀποτειχισθοῦν γιά νά μήν κάνουν σχίσμα ἤ νά μήν προαρπάσουν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου κλπ., ὅπως σκέπτεσθε ἐσεῖς σήμερα, θά ἐπιτυγχάνετο ἄρα ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Θά ἠδύναντο μόνοι των, οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες, νά ἐπαναφέρουν εἰς τόν ὀρθόδοξο δρόμο τίς ἐκτροχιασμένες τοπικές Ἐκκλησίες καί, κυρίως, θά ἔφθαναν εἰς τό σημεῖο νά συγκροτήσουν τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της ἐπεκύρωσε τήν Α΄ Οἰκουμενική καί ἔδωσε, τρόπο τινά, τήν νίκη εἰς τήν Ὀρθοδοξία;
Τό ποίμνιο, λοιπόν, αὐτό ἐγνώριζε τήν πίστι του καί μέ ποιούς ἔπρεπε νά συνταχθῆ· τόν ρόλο του ἐν καιρῷ αἱρέσεως· τόν μαρτυρικό δρόμο τόν ὁποῖο ἔπρεπε νά ἀκολουθήση. Καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς δέν ἦτο, ὅπως τόν θέλουν οἱ Οἰκουμενιστές σήμερα, τό νά μήν ἀσχολῆται δηλαδή ὁ πιστὸς μέ τά θέματα τῆς πίστεως, ἀλλά νά θεωρῆ ὅτι, ἁρμόδιοι δι’ αὐτά, εἶναι μόνον οἱ ποιμένες, τὸ νά κάνη τυφλή ὑπακοή στούς Ἐπισκόπους, νά ἀσχολῆται μόνο μέ τά πνευματικά του καθήκοντα καί γιά τά ἄλλα δὲ (ὡς νά μήν εἶναι καί ἐκεῖνα πνευματικά) νά κάνη ἁπλῶς προσευχή, νά τά λύση μαγικά ὁ Θεός κλπ. ἤ, ὅπως τό θέλετε ἐσεῖς πατέρες, νά ἀκολουθῆ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ θεωρία τοῦ βολέματος.
Τήν ἀποκαλῶ ἔτσι, διότι ἀποκλείει τήν ἀποτείχισι καί ὁδηγεῖ στήν συμπόρευσι μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες, καί στήν ἀναγνώρισι αὐτῶν μέχρις ἀποφάσεως της Συνόδου, ἤ εἰς τό νά θεωρῆ ὅτι τό ποίμνιο κάνει σχίσμα διά τῆς ἀποτειχίσεως, ἤ ὅτι ἐξέρχεται τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία δυστυχῶς ἔχετε ταυτίσει μέ τούς Οἰκουμενιστές ποιμένες, ἤ ὅτι διά τῆς ἀποτειχίσεως προαρπάζει τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, δέν σέβεται τόν συνοδικό θεσμό κλπ.
Ἀλλὰ ἡ φράσις σας «τό ποίμνιο δέν ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του, βασιζόμενο στήν δική του κρίση» ἔχει καὶ ἄλλη ἀνάγνωσι, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ σωστότερη γιά τότε καί γιά σήμερα. Δὲν «ἐνεργεῖ αὐθαίρετα, ἀπό μόνο του», ὅταν στηρίζεται στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στήν Ἱερά Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν αὐτήν τήν Παράδοσι τήν ἔχει βιώσει, τὴν ἔχει κάνει κτῆμα του. Στὴν ἴδια Παράδοσι τὴν ὁποία ἀκολουθοῦσε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος.
        Ἀπό ὅλα αὐτά, πατέρες, νομίζω γίνεται κατανοητό, ὅτι τό ποίμνιο τό ὀρθόδοξο, πού ἀποτειχίσθηκε ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες, βασίσθηκε στήν ἰδική του κρίσι καί στήν ὀρθόδοξο διαπαιδαγώγησί του, διότι ἄν, ὅπως ἀναφέρετε, δέν εἶχε δική του κρίσι, θά ἦτο καί ἀνεύθυνο καί, κυρίως, θά ἦσαν ἀνεύθυνοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν τούς αἱρετικούς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, μετά τήν ἀποκατάστασι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν ἐτιμωρήθησαν καί ἄρα, αὐτό γιά σᾶς, εἶναι σημεῖο ἀποδεικτικό ὅτι δέν ἔσφαλαν  ὅσοι ἀκολουθοῦσαν τήν ἐποχή ἐκείνη τούς αἱρετικούς ποιμένες.
   Θά ἤθελα ὅμως, στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνω, σχολιάζοντας τήν λογική μέ τήν ὁποία κάνετε τήν κριτική σας μελέτη. Τό ποίμνιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀναφέρετε ὅτι ἀκολουθοῦσε καί εἶχε «ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό τόν μεγάλο φωστῆρα τῆς Καισαρείας καί ἄλλες ὁσιακές μορφές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης». Αὐτές τίς ὁσιακές μορφές δέν τίς ἔχουμε καί ἐμεῖς σήμερα, ὡς ἀπλανεῖς καί ἀσφαλεῖς ὁδηγούς, ἐφ’ ὅσον ἡ διδασκαλία των εἶναι διαχρονική; Τί μᾶς ἐμποδίζει, δηλαδή, κι ἐμᾶς σήμερα νά ἀκολουθήσωμε, ὅπως τό ποίμνιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τίς ὁσιακές αὐτές μορφές στήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, τήν ὁποία ἐχαρακτηρίσατε εὐστόχως ὡς παναίρεσι; Διότι, ἐάν ἡ καθοδήγησι τῶν ὁσιακῶν μορφῶν ἦταν μόνο γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, τότε ματαίως τούς μελετοῦμε, ματαίως τούς θεωροῦμε φωστῆρες, οἱ ὁποῖοι «τήν οἰκουμένην πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι κατέρδευσαν», ματαίως ἀσχολούμεθα μέ τήν διδασκαλία των. Διότι  ἡ διδασκαλία ὅλων αὐτῶν τῶν ὁσιακῶν μορφῶν εἶναι, κοντολογίς, μακρυά ἀπό κάθε αἱρετική διδασκαλία καί ἀπό κάθε αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Ἄν ἐσεῖς πατέρες, εὑρῆτε μέσα στήν διδασκαλία  αὐτῶν τῶν Ἁγίων, ἔστω καί ἕνα χωρίο, τό ὁποῖο νά λέγη τά ἀντίθετα, ὅπως π.χ. παραμονή καί ἀναγνώρισι, μνημόνευσι καί πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δηλαδή δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἄν λέγω, εὑρῆτε ἔστω καί ἕνα χωρίο τῶν Ἁγίων αὐτῶν, τό ὁποῖο νά συμφωνῆ μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, τότε ἐγώ προσωπικά εἶμαι ἕτοιμος νά ἀναιρέσω ὅσα σᾶς καταμαρτυρῶ, ὅσα ἔγραψα στό βιβλίο μέ τό ὁποῖο ἀσχοληθήκατε στήν κριτική σας μελέτη καί, κυρίως, εἶμαι ἕτοιμος νά ἀκολουθήσω τήν ὁδό τοῦ βολέματος, δηλαδή τήν δυνητική αὐτή ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ εὔκολη λύσις.
Δυστυχῶς, ὅμως, δέν ἀναφέρετε τίποτε σχετικό μέ τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο νά ἐδίδαξαν οἱ ὁσιακές αὐτές μορφές. Ἄρα λοιπόν, ὑπολαμβάνω ὅτι θά τίς θεωρῆτε, τίς ὁσιακές αὐτές μορφές, ὡς ἀπλανεῖς ὁδηγούς μόνο γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, ἐνῶ σήμερα ἔχουμε ἄλλους ἀπλανεῖς ὁδηγούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί ἀκόμη παρά πέρα. Ἐννοῶ δηλαδή ὅτι  τελικά, πατέρες, ἀκολουθεῖτε κι ἐσεῖς στήν πράξι τήν μετα-πατερική θεολογία, τήν ὁποία καί προσφάτως καταδικάσατε θεωρητικά σέ ἡμερίδα τῆς Μητροπόλεώς σας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς δόγμα της ὅτι, τά ὅσα ἐδίδαξαν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεων παλαιότερα, δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν στίς ἡμέρες μας.
     Ἐν συνεχείᾳ γράφετε τά ἑξῆς: «Ἀλλά καί ὁ Μέγας Βασίλειος δέν ἐνεργεῖ καί αὐτός αὐθαίρετα. Ἔχει καί αὐτός ὡς ἀσφαλῆ καί ἀπλανῆ ὁδηγό του τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικης Συνόδου, ἡ ὁποία κατεδίκασε ὄχι μόνο τήν αἵρεση, ἀλλά καί τόν Ἄρειο καί τούς ὁμόφρονάς του».
Εἰλικρινά πατέρες δέν δύναμαι νά κατανοήσω τό πνεῦμα σας καί τήν διδασκαλία σας. Μήπως ἐννοεῖτε, μέ αὐτά πού γράφετε, ὅτι ὁ ἅγιος καί Μέγας Βασίλειος δέν εἶχε τό χάρισμα τῆς πίστεως, τό χάρισμα τῆς ὁμολογίας καί τῆς διακρίσεως, τό χάρισμα τῆς γνώσεως καί τῆς ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν, δηλαδή δέν εἶχε ὁ ἅγιος ὅλα αὐτά τά χαρίσματα καί κυρίως τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔτσι ἄβουλα ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;
Ἐγώ πατέρες, πιστεύω ὅτι οἱ Ἅγιοι δέν στηρίζονται στίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου, ἀλλά στηρίζουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἐφ΄ ὅσον εἶναι ὀρθόδοξες, ὅπως ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, πολεμοῦν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ὅταν αὐτές εἶναι αἱρετικές. Αὐτό σημαίνει ὅτι, καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου νά μήν ὑπῆρχαν, πάλι ὁ ἅγιος τήν ἴδια στάσι θά τηροῦσε ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. Τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τίς ἀκολουθοῦσε καί τίς ἀπεδέχετο, ἐπειδή ἦσαν ὀρθόδοξες, δέν τίς ἀκολουθοῦσε, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό, δηλαδή ὡσάν αὐτός νά ἔχη ἄγνοια καί ἀκολουθῆ τόν ἀπλανῆ ὁδηγό. Στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων στηρίζονται, ὅσοι εἶναι ἄγευστοι ὡς πρός τά θέματα τῆς πίστεως, ὅσοι ἔχουν ἄγνοια τῶν Γραφῶν καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων καί, βεβαίως, ὅσοι ἀκολουθοῦν τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ βολέματος. Ἄν τώρα θέλετε νά παρουσιάσετε ὅτι ἦταν τέτοιος ὁ ἅγιος Βασίλειος, ἐγώ θά σᾶς ἀποδείξω μέ τίς λίγες  γνώσεις μου, ὅτι τά πράγματα δέν εἶναι ἔτσι, ἀλλά ἐντελῶς ἀντίθετα.
Μέ τήν ἔννοια αὐτή κι ἐσεῖς πατέρες, ἀλλά καί τόσοι ἄλλοι ἐχαρακτηρίσατε αὐτήν τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, ὡς παναίρεσι καί δέν ἀναμένετε τήν ἀπόφασι κάποιας Συνόδου νά τό διακηρύξη γιά νά τό πιστεύσετε. Ἄν τώρα κάποια Σύνοδος τό διακηρύξη θά στηρίξετε αὐτήν τήν ἀπόφασί της, ἐνῶ ἄν κάποια Σύνοδος διακηρύξη ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι πρόοδος, ἔξοδος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό περιθώριο καί τήν ἐσωστρέφεια, ἀγάπη πρός πάντας κλπ., πιστεύω μιὰ τέτοια συνοδική ἀπόφασι, θά τήν πολεμήσετε, διότι ἔχετε γνώσι περί τῆς αἱρέσεως καί δέν ἀναμένετε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό γιά νά μή θεωρηθῆ, ὅπως γράφετε γιά τόν ἅγιο, ὅτι βαδίζετε αὐθαίρετα.
Ἀπό ποῦ, λοιπόν, θά διαπιστώσωμε ὅτι ὁ ἅγιος Βασίλειος δέν ἐστηρίζετο ὡς σέ ἀπλανῆ ὁδηγό στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἀλλά ἐγνώριζε τήν ὀρθόδοξο πίστι καί δέν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς, ποὺ δὲν εἶχε καταδικάσει ἀκόμα Σύνοδος; Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε, ὄχι βεβαίως ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, τήν ὁποία εἶχε ἤδη τότε καταδικάσει ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀλλά ἀπό τήν αἵρεσι τῶν Πνευματομάχων, ἡ ὁποία καταδικάσθηκε μετά τόν θάνατό του, κατά τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
Ὁ Μ. Βασίλειος, ὅπως εἶναι γνωστό δέν ἐπολέμησε μόνο τόν Ἀρειανισμό, ὁ ὁποῖος μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀναζωπυρώθηκε σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά γίνη ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα, ἀλλά ἐπολέμησε καί τήν αἵρεσι ἡ ὁποία, κατ’ ἀναλογίαν μέ τούς Ἀρειανούς, ἐδίδασκε ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα δέν εἶναι Θεός, ἀλλά κτίσμα, ὅπως δηλαδή οἱ Ἀρειανοί ἐδίδασκαν γιά τόν Χριστό.
     Ὁ Μ. Βασίλειος μέ τήν διδασκαλία του καθώρισε τήν ὀρθόδοξο πίστι, σχετικά μέ τό Ἅγ. Πνεῦμα, σέ τόσο τέλειο καί ἀπόλυτο βαθμό, ὥστε νά γίνη ἡ διδασκαλία του τό πρότυπο καί ὁ ὁδηγός τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία τελικά ἀποφάσισε ὅ,τι ὁ Ἅγιος ἐδίδασκε. Θά παραθέσωμε  κάποια δείγματα τῆς διδασκαλίας του γιά νά διακρίνωμε τήν χάρι πού εἶχε ὁ ἅγιος εἰς τά θέματα τῆς πίστεως.
    Κατ’ ἀρχάς σέ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Πρός τήν Ἀντιοχέων Ἐκκλησίαν», ἀκροτελεύτια ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπειδὴ δὲ ἀδιόριστός ἐστιν ὁ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λόγος, οὔπω τότε τῶν πνευματομάχων ἀναφανέντων, τὸ χρῆναι ἀναθεματίζεσθαι τοὺς λέγοντας τῆς κτιστῆς εἶναι καὶ δουλικῆς φύσεως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐσίγησαν. Οὐδὲν γὰρ ὅλως τῆς θείας καὶ μακαρίας Τριάδος κτιστόν» (ΕΠΕ 1,340).
 Ὁ ἅγιος, προηγουμένως, εἶχε ἀναφέρει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως τό εἶχε διατυπώσει ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐδῶ, ἀναφέρει ὅτι, ἡ διδασκαλία τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς περί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, εἶναι γενική καί ἀόριστος, διότι τότε δέν εἶχε παρουσιασθῆ ἡ αἵρεσις τῶν Πνευματομάχων.  Πρέπει λοιπόν, τώρα πού ἐμφανίσθηκε ἡ αἵρεσις, νά ἀναθεματίζωνται ὅσοι διδάσκουν ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα εἶναι κτιστῆς φύσεως, διότι δέν ὑπάρχει τίποτε κτιστόν εἰς τήν Ἁγ. Τριάδα. Δηλαδή ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει τόν ἀναθεματισμό τῶν Πνευματομάχων, χωρίς νά ὑπάρχη ἀπόφασις Συνόδου, ἔστω καί κάποιας τοπικῆς, ἡ ὁποία, ἄν ὑπῆρχε, θά τήν ἀνέφερε ὁ ἅγιος ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό καί φυσικά τά πρακτικά τῶν Συνόδων.
     Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Διακόνοις θυγατράσι Τερεντίου Κόμητος» ὁ ἅγιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα πεπιστεύκατε· μὴ προδῶτε ταύτην τὴν παρακαταθήκην. Πατέρα τὴν πάντων ἀρχήν· Υἱὸν Μονογενῆ, ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα, ἀληθινὸν Θεόν, τέλειον ἐκ τελείου, εἰκόνα ζῶσαν, ὅλον δεικνύντα ἐν ἑαυτῷ τὸν Πατέρα· Πνεῦμα Ἅγιον, ἐκ Θεοῦ ὑπάρχον, τὴν πηγὴν τῆς ἁγιότητος, δύναμιν ζωῆς παρεκτικήν, χάριν τελειοποιόν, δι' οὗ υἱοθετεῖται ἄνθρωπος καὶ ἀπαθανατίζεται τὸ θνητόν, συνημμένον Πατρὶ καὶ Υἱῷ κατὰ πάντα, ἐν δόξῃ καὶ ἐν ἀϊδιότητι, ἐν δυνάμει καὶ βασιλείᾳ, ἐν δεσποτείᾳ καὶ θεότητι, ὡς καὶ ἡ τοῦ σωτηρίου βαπτίσματος παράδοσις μαρτυρεῖ. Οἱ δὲ κτίσμα λέγοντες ἢ τὸν Υἱὸν ἢ τὸ Πνεῦμα ἢ ὅλως αὐτὸ εἰς τὴν λειτουργικὴν καὶ δουλικὴν κατάγοντες τάξιν μακράν εἰσι τῆς ἀληθείας, ὧν φεύγειν προσήκει τὰς κοινωνίας καὶ ἐκτρέπεσθαι τοὺς λόγους ὡς δηλητήρια ὄντα ψυχῶν» (ΕΠΕ 2,372).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος κάνει σαφῆ καί συνοπτική διδασκαλία περί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί, ἐν τέλει, διδάσκει στίς διακόνισσες αὐτές νά φεύγουν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, ὅσων διδάσκουν εἴτε γιά τόν Υἱό, εἴτε γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα ὅτι εἶναι κτίσμα. Κανονικά, σύμφωνα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἔπρεπε πρῶτα νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις καί μετά νά γίνη ἡ ἀποτείχισις. Ὁ ἅγιος, ὅμως, εἴπαμε ὅτι δέν στηρίζεται στίς ἀποφάσεις Συνόδων, προκειμένου γιά θέματα πίστεως, ἀλλά διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό, ἐφ’ ὅσον διαπιστωθοῦν τά αἱρετικά του φρονήματα, διότι ἡ πίστις εἶναι «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις» (Ἰούδα 3) καί ὀφείλουν οἱ Χριστιανοί, καί δή οἱ κληρικοί, νά τήν γνωρίζουν, ὥστε νά προστατεύωνται ἀπό τούς αἱρετικούς.
      Στήν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος πρός τούς μοναχούς του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἴ τις τὸν αὐτὸν Πατέρα λέγει καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ἓν πρᾶγμα πολυώνυμον ὑποτιθέμενος καὶ μίαν ὑπόστασιν ὑπὸ τριῶν προσηγοριῶν ἐκφωνουμένην, τὸν τοιοῦτον ἡμεῖς ἐν τῇ μερίδι τῶν Ἰουδαίων τάσσομεν. Ὁμοίως καὶ εἴ τις ἀνόμοιον λέγει κατὰ τὴν οὐσίαν τὸν Υἱὸν τῷ Πατρὶ ἢ εἰς κτίσμα κατάγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἀναθεματίζομεν καὶ ἐγγὺς εἶναι τῆς Ἑλληνικῆς τιθέμεθα πλάνης» (ΕΠΕ 3,108).
Ἐδῶ παρομοίως, ὁ ἅγιος ἀναθεματίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι «εἰς κτίσμα κατάγουν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» καί τούς τοποθετεῖ πλησίον τῶν εἰδωλολατρῶν, φυσικά χωρίς νά ὑπάρχη ἀπόφασις Συνόδου, ἔστω τοπικῆς.
Σέ ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Τοῖς ἐν Ταρσῷ Πρεσβυτέροις», ὁ ἅγιος ἀκροτελεύτια ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπεὶ οὖν πολλὰ στόματα ἤνοικται κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καὶ πολλαὶ γλῶσσαι ἠκόνηνται εἰς τὴν κατ' αὐτοῦ βλασφημίαν, ἀξιοῦμεν ὑμᾶς, ὅσον ἐστὶν ἐφ' ὑμῖν, εἰς ὀλίγον ἀριθμὸν περιστῆσαι τοὺς βλασφημοῦντας καὶ τοὺς μὴ λέγοντας κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν, ἵνα μόνοι καταλειφθῶσιν οἱ βλάσφημοι καὶ ἢ καταισχυνθέντες ἐπανέλθωσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ ἐπιμένοντες τῇ ἁμαρτίᾳ ἀναξιόπιστοι ὦσι διὰ τὴν ὀλιγότητα. Μηδὲν τοίνυν πλέον ἐπιζητῶμεν, ἀλλὰ προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, κἂν ἐκείνῃ συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μηδὲ κοινωνικοὺς αὐτῶν εἶναι τοὺς λέγοντας. Πέρα δὲ τούτων ἀξιῶ μηδὲν ἐπιζητεῖσθαι παρ' ἡμῶν» (ΕΠΕ 3,252).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει στούς Πρεσβυτέρους τῆς Ταρσοῦ νά μήν δέχωνται εἰς ἐκκλησιαστική κοινωνία ὅσους πιστεύουν ὅτι εἶναι κτίσμα τό Ἅγιον Πνεῦμα. Μάλιστα, ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος καί λέγει ὅτι, προκειμένου νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικά, νά ζητοῦν ὁμολογία πίστεως σέ δύο πράγματα. Πρῶτον, ἄν συμφωνοῦν μέ τίς ἀποφάσεις τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καί δεύτερον, ἄν ὁμολογοῦν ὅτι δέν εἶναι κτίσμα τό Ἅγ. Πνεῦμα. Ἄν δέ δέν ὁμολογήσουν καί τά δύο αὐτά νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς.
     Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ἐπίσης, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται στήν Ταρσώ καί ἐπιγράφεται «Τοῖς ἐν Ταρσῷ περί Κυριακόν» ὁ ἅγιος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἔστι δέ, ὡς ἐμαυτὸν πείθω, τὰ οὔτε ὑμῖν ὑπεναντία καὶ τοῖς προειρημένοις τῶν ἀδελφῶν αὐτάρκη πρὸς πληροφορίαν ταῦτα, ὁμολογεῖν ὑμᾶς τὴν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθεῖσαν πίστιν τῶν ἐν Νικαίᾳ ποτὲ συνελθόντων καὶ μηδεμίαν τῶν ἐκεῖ λέξεων ἀθετεῖν, ἀλλ' εἰδέναι ὅτι τριακόσιοι δέκα καὶ ὀκτώ, ἀφιλονείκως συνιόντες, οὐκ ἄνευ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργείας ἐφθέγξαντο, προσθεῖναι δὲ τῇ πίστει ἐκείνῃ καὶ τὸ μὴ χρῆναι λέγειν κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μὴ μέντοι μηδὲ τοῖς λέγουσι κοινωνεῖν, ἵνα καθαρὰ ᾖ τοῦ Θεοῦ ἡ Ἐκκλησία μηδὲν ζιζάνιον ἑαυτῇ παραμεμιγμένον ἔχουσα» (ΕΠΕ 3, 256). Καί ἐδῶ παρομοίως τά αὐτά διδάσκει καί ἀπαγορεύει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους πιστεύουν ὅτι εἶναι κτίσμα τό Ἅγ. Πνεῦμα.
       Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῆ ὅτι γιά τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ὁ Μ. Βασίλειος, πέραν τῆς διδασκαλίας του εἰς τίς ἐπιστολές του, ἔχει συγγράψει καί μία ὁλόκληρο πραγματεία, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτενεστάτη καί καταλαμβάνει τό μισό μέρος τοῦ 10ου  τόμου τῆς ΕΠΕ.  Ἀπό ὅλα αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ἐγνώριζε πλήρως τήν ὀρθόδοξο πίστι δέν ἐπερίμενε τίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου ὡς ἀπλανῆ ὁδηγό καί, ὄχι μόνο δέν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικά μέ ὅσους εἶχαν κάποια αἱρετική διδασκαλία, ἀλλά  ἀκόμη καί τούς ἀναθεμάτιζε, ἔστω καί ἄν δέν εἶχε καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις ἀπό Σύνοδο.
      Πρέπει ἀκόμη νά ἀναφερθῆ καί ἕνα σημαντικό τμῆμα ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ ἁγίου, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι ὁ ἅγιος δέν ἤθελε τήν συνοδική καταδίκη τῆς αἱρέσεως ἤ ὅτι δέν ἐσέβετο τόν συνοδικό θεσμό, ἐβάδιζε αὐθαίρετα κλπ. Σέ ἐπιστολή του ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Πρός Ἰταλούς καί Γάλλους» ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πλήν γε ὅτι τάχους χρεία πρὸς τὸ περισώσασθαι τοὺς ὑπολειφθέντας καὶ παρουσίας ἀδελφῶν πλειόνων, ὥστε πλήρωμα εἶναι συνόδου τοὺς ἐπιδημοῦντας, ἵνα, μὴ μόνον ἐκ τῆς τῶν ἀποστειλάντων σεμνότητος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ οἰκείου ἀριθμοῦ, τὸ ἀξιόπιστον ἔχωσιν εἰς διόρθωσιν· οἳ καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ γραφεῖσαν παρὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν πίστιν ἀνανεώσονται καὶ τὴν αἵρεσιν ἐκκηρύξουσι καὶ ταῖς Ἐκκλησίαις τὰ εἰρηνικὰ διαλέξονται τοὺς τὰ αὐτὰ φρονοῦντας συνάγοντες εἰς ὁμόνοιαν» (ΕΠΕ 3,90).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος μετά τή θρηνώδη περιγραφή τῆς καταστάσεως τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τήν Ἀνατολή, ζητεῖ ἀπό τούς δυτικούς Ἐπισκόπους νά βοηθήσουν εἰς τήν συγκρότησι μεγάλης καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος αὐτή μέ τό κύρος της θά ἀνανεώση καί θά ἐπιβεβαιώση τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς, θά ἀποκηρύξη τή νέα αἵρεσι τῶν Πνευματομάχων καί θά φέρη τήν ὁμόνοια στίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἡ ὁποία θά ἑδράζεται ἐπί τῆς ἀληθοῦς πίστεως.
     Ἐδῶ πρέπει νά θαυμάσωμε, πατέρες, τήν θεολογική ἀκρίβεια τοῦ ἁγίου. Δέν ζητεῖ τήν Σύνοδο διά νά καταδικάση τήν αἵρεσι, ὑπό τήν ἔννοια τήν ὁποία ἐσεῖς διδάσκετε, δηλαδή γιά νά ξεκινήση ἡ ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες (διότι αὐτό ὁ ἅγιος τό εἶχε κάνει μόλις παρουσιάστηκε ἡ αἵρεσις τῶν Πνευματομάχων), ἀλλά γιά νά περιβάλλη ἡ Σύνοδος μέ τό κύρος της τά ὀρθόδοξα δόγματα καί γιά νά ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι γύρω ἀπό τήν Σύνοδο, ὑπό τήν προϋπόθεσι, ὅτι αὐτή θά ὀρθοτομήση τόν λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή θά ξεριζώση ὅλα τά νόθα δόγματα καί τίς αἱρετικές διδασκαλίες, μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. Βλέπουμε δηλαδή, ὅτι ὁ ἅγιος δέν ἦτο διατεθειμένος νά ἀκολουθήση τίς ἀποφάσεις οἱασδήποτε Συνόδου, ἔστω καί Οἰκουμενικῆς, ἄν αὐτή δέν ἐπεκύρωνε τά ὀρθόδοξα δόγματα.
        Εἰς τό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφέρωμε ὅτι ἡ Α΄ Οἰκουμενική τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Βασιλείου δέν εἶχε τό κύρος καί τήν ἰσχύ τήν ὁποία ἔχει σήμερα.  Αὐτό τό κύρος τό ἀπέκτησε μετά τήν κατοχύρωσι καί ἀναγνώρισι ἀπό τή Β΄ Οἰκουμενική. Δι’ αὐτό, στό παρατεθέν ἀνωτέρω χωρίον, ὁ ἅγιος ἀναφέρει γιά τήν νέα μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία ἔπρεπε να συγκροτηθῆ «οἵ καί τήν ἐν Νικαίᾳ γραφεῖσαν παρά τῶν πατέρων ἡμῶν πίστιν ἀνανεώσονται». Δηλαδή δέν θά τήν ἀνανεώσουν ὑπό τήν ἔννοια τῆς διορθώσεως, ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια τῆς κατοχυρώσεως καί ἀναγνωρίσεως.
Τό ὅτι ἡ Α΄ Οἰκουμενική δέν εἶχε τό κύρος τό ὁποῖο τῆς προσεδόθη ἐκ τῶν ὑστέρων, φαίνεται καί ἀπό τόν πόλεμο πού ὑπέστη ἀπό τούς Ἀρειανούς μέ τόν σκοπό τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀποφάσεών της. Εἶναι καταγεγραμμένες πρός τόν σκοπό αὐτό, στά πρακτικά τῶν Συνόδων, δέκα ἑπτά (17) Σύνοδοι Ἀρειανῶν καί Ἡμιαρείων, οἱ ὁποῖες διεκδικοῦσαν νά ὑποσκελίσουν καί νά ἀκυρώσουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας. Φυσικά, ἄν ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας εἶχε τό κύρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς καί τό κύρος πού τῆς προσέδωσαν μετέπειτα οἱ Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι, δέν θά ἐτόλμων οἱ αἱρετικοί, οὔτε κἄν θά διενοοῦντο νά προσβάλλουν τίς ἀποφάσεις της. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεως. Οἱ αἱρετικοί συνέταξαν πλῆθος Συμβόλων πίστεως, τά ὁποῖα ἐμάχοντο τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας.
       Ὅλα αὐτά τά ἀνέφερα, διότι μέ τά γραφόμενα εἰς τήν κριτική σας μελέτη δίδεται τήν ἐντύπωσι ὅτι τό κύρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς ἦταν τότε αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι σήμερα, καί ὅτι οἱ Πατέρες καί ὁ λαός ἐστηρίζοντο  στίς ἀποφάσεις της γιά ὅ,τι ἔπραττον. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Πολύ σωστά ἐδῶ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἅγιος διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἀρειανούς τῆς ἐποχῆς του, ἔστω καί ἄν αὐτοί δέν εἶχαν ἀναθεματιστεῖ ὀνομαστικά ἀπό Σύνοδο. Καί τοῦτο διότι ἐφ' ὅσον ἡ Α' Οἰκουμενική διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἄρειο, αὐτό σημαίνει ὅτι κατ' ἐπέκτασιν διακόπτει κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ κάθε ἄλλον μεταγενέστερο ἀρειανόφρονα κληρικό, ἔστω καὶ ἂν αὐτός ὁ συγκεκριμένος κληρικὸς δὲν ἔχει ἀναθεματιστεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία».
Τό κύρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας ἦταν τήν ἐποχή ἐκείνη ἀνά πᾶσα στιγμή ἕτοιμο νά ἀνατραπῆ.  Εἶναι γνωστό ὅτι ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν Ἄρειο, ὁ ὁποῖος ἀναθεματίσθηκε ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Νικαίας, μέ τήν παρέμβασι τοῦ αὐτοκράτορος καί τίς ψεύτικες καί ὕποπτες δηλώσεις μετανοίας, εἶχε ἀποφασισθῆ νά τόν δεχθοῦν σέ κοινωνία οἱ Ὀρθόδοξοι, προκειμένου νά εἰρηνεύσουν τά πράγματα. Τότε ἔγινε τό γνωστό θαῦμα,  κατόπιν προσευχῆς τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, καί ἐχύθηκαν τά σπλάγχνα τοῦ Ἀρείου στό λουτρό, λίγο πρίν τή Θεία Λειτουργία καὶ συλλειτουργία Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Ἄν λοιπόν, οὔτε γιά τόν ἴδιο τόν Ἄρειο δέν ἴσχυον οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἤ ἔστω ἠδύναντο ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀλλαγοῦν, πολύ περισσότερο δέν ἴσχυον γιά τούς ὑπολοίπους Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀναθεματίστηκαν ὀνομαστικῶς  ἀπό τήν Σύνοδο.
Οἱ Ὀρθόδοξοι λοιπόν, τήν ἐποχή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἐστηρίζοντο εἰς τήν ὀρθόδοξο καί ἀληθινή πίστι καί στό κύρος τῆς ἁγ. Γραφῆς, ἡ ὁποία, ἀφ’ ἑνός μέν καθώριζε τήν ἀληθινή πίστι, ἀφ’ ἑτέρου ἐδίδασκε γιά τίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς. Ὅλα αὐτά πατέρες, τά ὁποῖα γράφετε, ὅτι δηλαδή ὁ ἅγιος ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας εἶναι λάθος γιά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι, ἄν ὁ ἅγιος ἐστηρίζετο στίς ἀποφάσεις αὐτές, οἱ Ἀρειανοί ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις πλῆθος Συνόδων Ἀρειανικῶν καί Ἡμιαρείων, ὁπότε καί αὐτοί ἦσαν μέ τήν σειρά των κατοχυρωμένοι διότι ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις κάποιων Συνόδων.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σήμερα εἶναι κατοχυρωμένοι καί οἱ Οἰκουμενιστές, διότι διακηρύσσουν  εὐκαίρως ἀκαίρως, καί εἰδικά ὅταν πιέζονται ἀπό τίς διαμαρτυρίες κάποιων ἀντιοικουμενιστῶν, πώς ὅ,τι πράττουν εἰς τά θέματα τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τῶν συμπροσευχῶν, τῶν κοινῶν δηλώσεων, ἀκόμη καί τῆς συμμετοχῆς των στό Π.Σ.Ε. κλπ., στηρίζονται στίς ἀποφάσεις Πανορθοδόξων Συνόδων, τίς ὁποῖες αὐτοί οἱ ἴδιοι συνεκάλεσαν γιά νά εἶναι κατοχυρωμένοι καί νά μή δείχνουν ὅτι βαδίζουν μέ τήν προσωπική πρωτοβουλία κάποιων.
Ἀκόμη θά ἔλεγα, συνοδικῶς ἀποφασίζεται καί γιά τό ποιούς θά ἀποστείλουν ὡς ἀντιπροσώπους εἰς τούς διαλόγους αὐτούς. Καί ἰσχυρίζονται μάλιστα, ὅτι μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο ὑποτίθεται κατευθύνει τήν Σύνοδο, ἐπιλέγονται καὶ ἀποστέλλονται πάντοτε οἱ πιό κατάλληλοι, ἐνῶ εἶναι γνωστὸ καὶ σὲ σᾶς, ὅτι στέλλονται οἱ πλέον ἐνδοτικοί καὶ ἀκατάλληλοι, οἱ σπουδάσαντες καὶ ἀνατραφέντες στὰ σπουδαστήρια του Βατικανοῦ καί τῆς Δύσεως Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι, οἱ  βετεράνοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
 Ἄρα λοιπόν, ὁ τρόπος σκέψεώς σας εἶναι λάθος γιά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι  ἀναπαράγετε τήν ἴδια σκέψι καί  τακτική τῶν Οἰκουμενιστῶν, νά στηριζώμεθα δηλαδή στίς ἀποφάσεις «κάποιων» Συνόδων καί νά θεωροῦμε ὅτι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο εἴμεθα κατοχυρωμένοι.
      Ὁ ἅγιος λοιπόν, ἐστηρίζετο στήν ἁγ. Γραφή καί δέν ἐδέχετο οὐδεμία ἀπόφασι οἱασδήποτε Συνόδου, οὔτε ἀγγέλου ἀπό τόν οὐρανό κατά τόν Παῦλο, ἄν δέν ἦτο σύμφωνος ἡ ἀπόφασις αὐτή μέ τήν ἁγ. Γραφή καί μέ τήν ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστι τοῖς Ἁγίοις. Ἐστήριζε, ὅμως, τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, διότι ἦσαν κατά πάντα ὀρθόδοξες, ἤθελε καί προετοίμαζε τήν σύγκλισι νέας Συνόδου, πρός κατοχύρωσι τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας καί καταδίκη τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων, ἀπό τούς ὁποίους ἤδη εἶχε ἀποτειχισθῆ καί ἐδίδασκε ὅλους τούς Ὀρθοδόξους νά πράττουν τό ἴδιο.
    Εἶναι λοιπόν, πατέρες, τελείως διαφορετικό τό νά στηρίζη κάποιος ἅγιος τίς ἀποφάσεις μίας Συνόδου ἀπό τό νά στηρίζεται εἰς αὐτές. Διότι εἶναι διαφορά τακτικῆς ἀγῶνος, ἐπειδή στήν μία περίπτωσι, ἔτσι πράττουν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι μέ διάκρισι στηρίζουν τίς ἀποφάσεις τῶν ὀρθοδόξων Συνόδων καί ἡ δεύτερη, εἶναι μέθοδος τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἀπό τίς ἀποφάσεις κάποιων Συνόδων, προκειμένου νά κατοχυρώνωνται, νά θεωροῦνται ἀνεύθυνοι καί νά προχωροῦν ἀνενόχλητοι στήν ἐπιβολή τῆς αἱρέσεως.
Στήν περίπτωσι αὐτή τοῦ ἁγ. Βασιλείου, θεωρῶ ὅτι ἄριστα προσαρμόζεται ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἐφ’ ὅσον βεβαίως τόν ἀπαλλάξομε ἀπό τήν παγίδα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας του, διότι ἐδῶ ἔχομε κατεγνωσμένη αἵρεσι, ἀλλά ἡ ἀποτείχισις ἔγινε πρό συνοδικῆς κρίσεως τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων. Νομίζω δέ ὅτι ἐμπλέκετε ὅλους τούς ἄλλους Κανόνες γιά νά συσκοτίσετε τά πράγματα, διότι ἀκόμη καί σέ ἄλλους Κανόνες νά ἐστηρίζετο ὁ ἅγιος, πάλι ὅλοι αὐτοί οἱ Κανόνες στηρίζουν τό κύρος τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας, ἐφ’ ὅσον πρόκειται γιά ἀποτείχισι κατεγνωσμένης αἱρέσεως, ἡ ὁποία γίνεται πρό συνοδικῆς κρίσεως τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων.
    Κατωτέρω γράφετε τά ἑξῆς: «Πάντως Συνοδική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, εἴτε ὀνομαστικά εἴτε μή ὀνομαστικά, εἶναι ἀπαραίτητη καί πουθενά σέ καμμιά περίπτωση δέν ὑπάρχει διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (ἀποτείχιση) χωρίς καταδίκη τῶν αἱρετικῶν» (σελ. 26-27). Ἀνωτέρω στή σελ. (25) γράφετε: «Πολύ σωστά ἐδῶ στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἅγιος διέκοψε κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἀρειανούς τῆς ἐποχῆς του, ἔστω καί ἄν αὐτοί δέν εἶχαν ἀναθεματιστεῖ ὀνομαστικά ἀπό Σύνοδο». Δέν δύναμαι καί ἐδῶ πατέρες, νά παρακολουθήσω τήν σκέψι σας.  Καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς μελέτης σας γράφετε ὅτι χρειάζεται ὁπωσδήποτε ἡ ὀνομαστική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, προκειμένου νά ἀποτειχισθοῦμε. Τώρα, στήν περίπτωσι τοῦ ἁγ. Βασιλείου, πού δέν ὑπάρχει ὀνομαστική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, ἀντί νά παραδεχθῆτε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κλασσική, θά λέγαμε, μορφή τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, ἀναφέρετε ἄλλες δικαιολογίες, προφανῶς γιά νά δικαιολογήσετε τό δυνητικό τοῦ Κανόνος.
Νομίζω ὅτι, τελικά, ἡ δυνητική αὐτή ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος σᾶς ἀναγκάζει κάθε τόσο νά ἀναιρῆτε αὐτά, τά ὁποῖα πρό ὀλίγου ἰσχυρίζεσθε, καί κυρίως νά περιπίπτετε σέ πλάνες, νά χρησιμοποιῆτε τίς μεθόδους καί τήν τακτική τῶν αἱρετικῶν καί δή τῶν Οἰκουμενιστῶν καί βεβαίως (τό κυριώτερο καί ἄκρως ἀπογοητευτικό) νά μήν μπορῆτε νά κατανοήσετε καί νά ἑρμηνεύσετε οὔτε τήν ἁγία Γραφή, οὔτε τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
(Συνεχίζεται)
     Α΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/02/blog-post_22.html


Δ΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8517.html

Ε΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_15.html

ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ:  http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_19.html

       Ζ΄ ΜΕΡΟΣ:     http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_5267.html

Ομιλία π. Ευθύμιου στη Σερβία



Ἐπίσκεψη τοῦ π. Εὐθύμιου στὴν Σερβία
στὸν διωκόμενο μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιο
καὶ τὸ ποίμνιό του ποὺ ἐξυπηρετεῖται
στὶς 15 ἐπίγειες Κατακόμβες
 
Ἐκκλησία-Κατακόμβη





Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία-Προσφώνηση π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ
νώπιον τοῦ μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιου, τῶν ἱερέων καὶ τῶν πιστῶν


Σεβαστὲ Μητροπολίτα Ράσκας καὶ Πριζρένης, σεβαστοὶ πατέρες, ὀρθόδοξο ἱερατεῖο δεδιωγμένο διὰ τὴν Πίστι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀγαπητὲς ἀδελφές, τὸ μικρὸ ποίμνιο, τὸ ὁποῖο –κατὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου– εὐδόκησε ὁ Κύριος νὰ δώσει σ’ αὐτὸ τὴν Βασιλεία, οἱ δεδιωγμένοι «ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολὺ ποὺ ἔχω τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐλογία νὰ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας.
  Σήμερα εἶναι ἡ τρίτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου καὶ ἡ Ἐκκλησία μας διδάσκει τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν Δευτέρα παρουσία του καὶ τὴν τελικὴ κρίσι ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ κρίσις αὐτὴ τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος ὅτι θὰ γίνει στὴν Δευτέρα παρουσία, θὰ εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἀπολαβὴ τῶν μισθῶν καὶ τῶν κόπων ποὺ ἕκαστος ἐδῶ στὴ γῆ θὰ πράξει. Κατ’ οὐσίαν ὅμως κρινόμαστε ἐδῶ στὴ γῆ ποὺ ζοῦμε τώρα.
Ἡ κρίσις αὐτή, ὅταν ὑπάρχει καὶ αἵρεσις μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἔχει ἕναν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα, γιατὶ κρινόμαστε καὶ διὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως. Μάλιστα οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι, ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις, γιὰ τὸ πρῶτο ποὺ κρινόμεθα καὶ κατακρινόμεθα, ἂν δὲν κρατήσωμε ὀρθόδοξο στάση, εἶναι διὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως καὶ ὕστερα δι’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα.
Νὰ ἔρθω ὕστερα στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ νὰ μεταφέρω τὸν λόγο, μετὰ τὴν μικρὴ αὐτὴ εἰσαγωγὴ γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, στὰ δικά μας.
  Γνωρίζετε, Σεβασμιώτατε καὶ Πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὴ δική μου ὑπόθεση, κατὰ τὴν ὁποία ἐδιώχθηκα ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ δικάστηκα καὶ καταδικάστηκα, διότι δὲν τοὺς ἐμνημόνευα, καθόσον ἀκολουθοῦσαν τὴν αἵρεση. Ἡ ποινὴ ποὺ μοῦ ἐπέβαλαν τῆς καθαιρέσεως, δὲν εἶχε κανονικὰ ἐρείσματα, δὲν ἐστηρίζετο πουθενά, διότι ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις, ὀφείλουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε καὶ ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Ἐκκλησία-Κατακόμβη
Τὸ παράδοξο εἶναι, Σεβασμιώτατε καὶ ἀγαπητοὶ Πατέρες, ὅτι καὶ οἱ λεγόμενοι ἀντι-οἰκουμενιστὲς στὴν Ἑλλάδα,  ἐτήρησαν τὴν στάσι τῆς σιωπῆς στὸ δικό μου θέμα, καί κατ’ οὐσίαν συμφωνοῦσαν σιωπηλὰ μὲ τὴν ἀπόφασι. Δι’ αὐτὸ τὸν λόγο εὑρέθηκα ἀνάμεσά σας, προσφεύγοντας στὴν ἀγάπη σας, θεωρήσας ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ νὰ καταθέσω τὰ ὅπλα καὶ νὰ φανεῖ ὅτι νικοῦν στὴν περίπτωσή μου οἱ αἱρετικοί, καὶ ζητώντας νὰ οἰκονομήσετε προσωρινὰ τὴ δική μου περίπτωση, ἕως ὅτου (ὅπως λένε οἱ Πατέρες) ἔρθει Ὀρθόδοξος Σύνοδος στὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον θὰ καταδικάσει τὴν αἵρεσι, γιὰ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ἡ Σύνοδος, καὶ κατόπιν θὰ δώσει τελικὴ λύσι καὶ στὸ δικό μου πρόβλημα.
Παρόμοιο παράδειγμα εἶναι ἐκεῖνο τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία, ὅταν συνῆλθε, κατεδίκασε τὸν Νεστόριο ὡς αἱρετικό (καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν), καὶ κατόπιν ἀπέδωσε τοὺς θρόνους καὶ τοὺς τόπους τῶν ἱερέων ποὺ αὐτὸς εἶχε καθαιρέσει, ἐπειδὴ ἐκρατοῦσαν ὀρθόδοξο στάσι. Αὐτὸ ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸν γ΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ μιλάει γιὰ τοὺς δεδιωγμένους καὶ καθηρημένους ἀπὸ τὸν Νεστόριο νὰ ἔxουν πάλι τοὺς ἱερατικούς των βαθμούς.
 Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζητoῦσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη σας, ἐφ’ ὅσον μελετήσετε τὰ κείμενα ὅλα καὶ ἀποφανθεῖτε —καὶ προσωπικῶς καὶ συλλογικῶς μέ τοὺς πατέρες—   ὅτι εἶναι ἄδικη ἡ ποινὴ καὶ παράνομη καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξυπηρετῶ τὰ πνευματικά μου τέκνα καὶ τοὺς πνευματικούς μου ἀδελφοὺς ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκομαι, μοῦ δώσατε τὴν εὐλογία νὰ τελῶ τὰ ἱερατικά μου καθήκοντα καὶ μάλιστα αὐτὸ τὸ ὑπογράψατε σὲ κάποιο ἔγγραφο, τὸ ὁποῖο ἐσεῖς ὁ ἴδιος γράψατε.
Εὐχηθεῖτε, Σεβασμιώτατε καὶ ἀγαπητοὶ πατέρες, νὰ κρατήσω τὴν πίστι καὶ νὰ συνεχίσω κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο· νὰ μὴν ὑποστείλω τὴν σημαία τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔτσι νὰ τελειώσω τὴ ζωή μου, ἔχοντας πολλὲς ἐλπίδες ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἵλεως γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μου, ἐπειδὴ θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀνάμεσα στοὺς δεδιωγμένους, ὅπως εἴσαστε καὶ ἐσεῖς.
Εὐχηθεῖτε γιὰ τὰ πνευματικά μου τέκνα καὶ τοὺς πνευματικούς μου ἀδελφούς, ποὺ εἶναι στὴ ἀγαπητή σας Ἑλλάδα, νὰ κρατήσουν κι αὐτοὶ τὴ σημαία τῆς Πίστεως στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια τῶν ἐσχάτων καιρῶν, καὶ θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζετε πὼς ὅ,τι ὑπάρχει ἐκεῖ, στὸ ὁποῖο ἐμεῖς εὑρισκόμεθα, εἶναι καὶ δικό σας· τὸ μικρὸ μοναστῆρι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Γι’ αὐτὸ θὰ θέλαμε σὲ κάποια ἔξοδό σας ἀπὸ τὴν Σερβία καὶ ἐρχόμενος στήν ἀγαπητή  σας Ἑλλάδα, νὰ περάσετε νὰ μᾶς εὐλογήσετε, νὰ μᾶς ἁγιάσετε καὶ νὰ δείξουμε ἔτσι καὶ στὴν πράξη τὴν πνευματικὴ καὶ λειτουργική μας ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει θεωρητικὰ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι καὶ πρακτικὰ μὲ τὴν λειτουργικὴ ἐπικοινωνία.
Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν ἀγάπη σας, καὶ τοὺς σεβαστοὺς πατέρες καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μᾶς ξεχνᾶτε στὶς προσευχές σας καὶ στὶς Λειτουργίες, ὡς δικά σας πλέον πνευματικὰ τέκνα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑποχρέωση πλέον νὰ εὔχεσθε γιὰ τὴν σωτηρία τους.
Σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ.


Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Το Οικουμενιστικό μόλυσμα επεκτείνεται



 , τῆς ὑποκρισίας, τὴν ὁποία ἀπὸ δῶ καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἰσπράττουμε ἀπὸ «ὀρθόδοξα» χείλη!

Ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ στὸ νέο Ἀνακοινωθέν του, κατηγορεῖ τὸν αἱρετικὸ Πάπα γιὰ «ἔκδηλο καταφρόνησι» καὶ ἀγένεια πρὸς τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο!

Τὴν ἀνθρώπινη ἀγένεια ὁ Πειραιῶς, τὴν βλέπει καὶ τὴν καυτηριάζει, τὴν βλασφημία ὅμως, τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τὸν προδοτικὸ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ρόλο του, τὸν παραβλέπει καὶ τὸν ἀμνηστεύει. Ἡ παρουσία τοῦ Πατριάρχη στὴ Ρώμη, στὴν ἐγκαθίδρυση ἑνὸς αἱρετικοῦ «ἐπισκόπου», καὶ ἄρα ἀμετανοήτου ἐχθροῦ τῆς Πίστεως καὶ τοῦ Χριστοῦ, οὐδόλως στενοχωροῦν τὸν κ. Σεραφείμ! Θὰ ἐπαναλάβω τὸ αὐτονόητο: Ποιός Ἅγιος Πατέρας θὰ ἔφτανε σ’ αὐτὸ τὸ κατάντημα; Φαντάζεται κανεὶς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, νὰ παρίσταται σὲ ἐνθρόνιση αἱρετικοῦ; Λεπτομέρειες ἐνοχλητικὲς γιὰ τοὺς σύγχρονους Ἀρχιερεῖς ὅλα αὐτά.

Ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Πειραιῶς δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορηθεῖ γιὰ ἀφέλεια ἢ γιὰ ἄγνοια, ἄρα ὅ,τι κάνει τὸ κάνει σκοπίμως, ἐκλαμβάνουμε τὴν τακτική του νὰ τὰ βάζει μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα, νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ κατονομάζει ποικίλες καὶ ἀπίθανες καταστάσεις καὶ πρόσωπα, ἀλλὰ νὰ μὴ κατονομάζει τοὺς προβατόσχημους λύκους, τοὺς Οἰκουμενιστές, καὶ τὸν ἡγέτη τους, καὶ τοὺς βοηθούς του, αὐτὴ του τὴν τακτικὴ ἐκλαμβάνουμε ὡς ἀντορθόδοξη ἐνέργεια, ποὺ τὸν κατατάσσει στὸ χῶρο τῶν κρυπτο-Οἰκουμενιστῶν ἢ στὴν αἵρεση τοῦ «ὀνοματοκρυπτισμοῦ», ὅπως ἐπιτυχῶς ἐχαρακτήρισε ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης (κι ὄχι ἐμεῖς), ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται νὰ κατονομάσουν τοὺς αἱρετικούς.

Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ἀπεκάλεσε τὸν Πάπα «Ἁγιότατον, θεοπρόβλητον» (βλασφημώντας στὸν Τριαδικὸ Θεό, ὡς Αὐτὸς νὰ ἐξέλεξε ἕναν αἱρετικό!!!), ἐνῶ ἀποκάλεσε τὸν Πάπα «Πρωθιεράρχην  τῆς  προκαθημένης τῆς ἀγάπης σεβασμίας Ἐκκλησίας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης», ἐνῶ ἐβεβαίωσε ὅτι αὐτὸς (ὁ “ὀρθόδοξος” Πατριάρχης) καὶ ὁ Πάπας (ὁ αἱρετικὸς ἡγέτης) «πορεύονται ὁμοῦ οἱ ποιμένες καί οἱ πιστοί (ὀρθόδοξοι καὶ Παπικοὶ) τήν ὁδόν τῆς ἀληθείας» (ἄρα καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἔχουν τὴν ἀλήθεια!), ἐνῶ εἶπε ὅλα τοῦτα τὰ βλάσφημα, μὲ αὐτὰ δὲν ἀσχολήθηκε καθόλου ὁ Πειραιῶς. Ἔστρεψε ἀλλοῦ τὴν προσοχὴ τοῦ Ποιμνίου του, μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπαράδεκτες ἐνέργειες τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Ἔσπευσε νὰ ἐρευνήσει τὸ ...παρελθὸν τοῦ Πάπα! Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί; Μήπως καὶ δὲν γνωρίζαμε ὅτι ὁ Πάπας εἶναι αἱρετικός, καὶ περιμέναμε νὰ μάθουμε ἀπὸ τὸν Πειραιῶς λιγότερες ἢ περισσότερες λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν ζωήν τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου, γιὰ νὰ ἀποφασίσουμε ἂν εἶναι αἱρετικός;

Τὸ γράψαμε προχθὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουμε. Ὁ Πειραιῶς παίζει ἀποπροσανατολιστικὸ ρόλο, οἰκουμενιστικὰ παιχνίδια. Συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα (γιὰ νὰ πάρουμε κι αὐτὴ τὴν ἐκδοχή). Παρὰ τὶς παρακλήσεις, τὶς προκλήσεις καὶ τὶς ὀχλήσεις, ἀρνεῖται νὰ ἐλέγξει τὸν Πατριάρχη, τὸν κυρίως ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἐμπέδωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρνεῖται νὰ κατονομάσει αὐτὸν ποὺ προάγει ἐκ τῶν ἔσω τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (παρόλο ποὺ καὶ ὁ Πειραιῶς παραδέχεται τὴν ὕπαρξή της)· οἱ ὑψηλὲς «Ἐντολὲς» ποὺ εἰκάζουμε πὼς ἔχει, εἶναι νὰ μὴν κατονομάσει τοὺς αἱρετικοὺς ἡγέτες, συμμάχους τοῦ Πατριάρχη. Καὶ γιὰ νὰ ἀποπροσανατολίσει τοὺς πιστούς, ἀσχολεῖται μὲ τὸ παρελθὸν ἑνὸς γνωστοῦ καὶ παμπάλαιου αἱρετικοῦ, ὅπως εἶναι ὁ ἑκάστοτε Πάπας. Καὶ ἀφήνει ἔτσι ἀνενόχλητο τὸν κ. Βαρθολομαῖο νὰ ἀποκαθαίρει τὸν Πάπα ἀπὸ τὸ στίγμα τοῦ αἱρετικοῦ, μέσῳ τῶν ἀσπασμῶν καὶ τῶν προσφωνήσεων, νὰ τὸν ἐνδύει μὲ φορέματα καὶ φωτοστέφανο ἁγιότητος, νὰ θέτει στὸ πρόσωπο ἑνὸς λύκου τὸ κώδιον (τὸ ντύμα) τοῦ προβάτου.

Παραθέτουμε κάποια ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ἐναντίον τοῦ Πάπα καὶ ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενιστῆ Πατριάρχη, τὸν ὁποῖο μάλιστα χαρακτηρίζει ὡς τὸν «μόνον ἀληθῆ Ἐπίσκοπο» (παρόλο ποὺ ὁ Πειραιῶς ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως» ποὺ ἐμμέσως καταγγέλλει τὸν Πατριάρχη ὡς αἱρετικό).

«Ἑπομένως ἡ ἔκδηλος καταφρόνησις πού ἐπέδειξε ὁ συγκεκριμένος πρός τόν μόνον ἀληθῆ Ἐπίσκοπο πού παρίστατο κατά τήν «ἐνθρόνισή» του, Πάνσεπτο Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο, τόν ὁποῖον δημοσίως οὔτε εὐχαρίστησε ὀνομαστικῶς διά τήν παρουσίαν Του οὔτε ἐτίμησε διά προβεβλημένης θέσεως ὅπως θά ἔδει καί ὅπως ἔπρατταν οἱ Προκάτοχοί του ἀλλά ἰησουϊτικῶς τόν ἐδεξιώθη ἰδιωτικῶς διά γεύματος ὅπως ἐγράφη καθώς καί ἡ ἀνέντιμος καί προκλητική συμμετοχή τοῦ Οὐνίτου ψευδοδιακόνου καί τῶν Οὐνιτῶν ψευδεπισκόπων πού γιά μία εἰσέτι φορά ἐπέρρωσαν τό διαρκές ἔγκλημα τῆς Οὐνίας καί τόν ἀντίχριστο βιασμό τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Ἐκκλησίας συνάδουν ἀπολύτως μέ τά ἀνωτέρω καταγγελόμενα.

Αὐτά τά ἐλάχιστα ὡς ἀπάντηση στούς ἀγαπητούς ἀδελφούς πού ὁμιλοῦν περί «καλῶν προθέσεων» τοῦ καταληψία τοῦ Πρεσβυγενοῦς θρόνου τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί πού ἔσπευσαν μέ ὕβρεις ἄνευ ἐπιχειρημάτων νά κακοχαρακτηρίσουν προγενέστερο κείμενό μου γεγονός γιά τό ὁποῖο ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτου θά ἀποδώσουν ἀσφαλῶς λόγον διότι οἱ πράξεις μας καί οἱ λόγοι μας θά μᾶς κρίνουν ἐνώπιόν Του».

Σημάτης Παναγιώτης

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ Ζ΄











Ζ΄ Μέρος

Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ, ἀφήνοντας τόν Χρυσορρήμονα, εἰς τόν Μ. Φώτιο, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν προήδρευσε τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐξέδωσε τόν περί ἀποτειχίσεως Κανόνα.
Ὁ Μ. Φώτιος λοιπόν εἰς τόν λόγον του «Περί τῆς τοῦ ἁγ. Πνεύματος μυσταγωγίας» ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Καί οὐδέ τῶν τοῦ θεσπεσίου Παύλου φρίττουσι φωνήν, ἥν αὐτοί κατά τῶν Πατέρων αὐτῶν μετά πολλῆς ἀπορρίπτουσι τῆς κακουργίας. Καί γάρ οὗτος ὁ τήν ἐξουσίαν λαβών δεσμεῖν καί λύειν καί τοῦ δεσμοῦ φοβερόν ἅμα καί κραταιόν (μέχρι γάρ αὐτῆς ἀναφέρεται τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν), οὗτος δή μεγάλη καί διαπρυσΐῳ κέκραγε τῇ φωνῇ∙ “Κἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐαγγελιζόμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω”.
»Παῦλος ἡ ἀσίγητος τῆς Ἐκκλησίας σάλπιξ ὁ τοσοῦτος καί τηλικοῦτος τούς παρά τό Εὐαγγέλιον ἕτερόν τι τολμῶντας φρόνημα λαβεῖν καί παρεισάγειν τῷ ἀναθέματι παραπέμπει, καί οὐ τούς ἄλλους μόνον, οἵτινες τοῦτο τολμήσειαν, ἀραῖς ἀνυπερβλήτοις ὑπάγει, ἀλλά καί ἑαυτόν, ἔνοχος εἰ ὀφθείη, πρός τήν ἴσην συνωθεῖ δίκην. Καί οὐδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τῆς ἀποφάσεως περιγράφει, ἀλλά καί τόν οὐρανόν αὐτόν ἐρευνᾷ∙ κἄν ἄγγελον εὕρῃ τοῖς ἐπί γῆς ἐκεῖθεν ἐπιστάντα καί ἕτερόν τι παρά τό εὐαγγελικόν εὐαγγελιζόμενον κήρυγμα, τοῖς ὁμοίοις δεσμοῖς ὑποβάλλει καί τῷ διαβόλῳ παραπέμπει» (ΕΠΕ 4,396,30).
Ἐδῶ, ὁμολογεῖ κατ’ ἀρχάς ὁ Μ. Φώτιος ὅτι ὁ Παῦλος ἔλαβε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς ἀναφέρετε πατέρες, τήν ἐξουσία τοῦ νά παραπέμπη στήν Σύνοδο τούς αἱρετικούς. Μάλιστα ἀναφέρει ὁ ἅγιος, ἡ ἐξουσία του ἐπεκτάθηκε καί στόν οὐρανό, ἐφ’ ὅσον δηλαδή ἀναθεματίζει καί ἀγγέλους, ἄν κηρύττουν κάτι ἀντίθετο στό εὐαγγελικό κήρυγμα. Ἀναφέροντας ἐν συνεχείᾳ τό χωρίον τοῦ Παύλου (Γαλατ. 1,8) τό ἑρμηνεύει λέγοντας ὅτι «τούς παρά τό Εὐαγγέλιον ἕτερον τι τολμῶντας φρόνημα λαβεῖν καί παρεισάγειν τῷ ἀναθέματι παραπέμπει».
Ἄρα λοιπόν, ὅλους αὐτούς, ὁ Παῦλος τούς παραπέμπει εἰς τό ἀνάθεμα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Φώτιο καί ὄχι στήν Σύνοδο. Τά λόγια τοῦ ἀπ. Παύλου ὁ Φώτιος τά ἀναφέρει ὡς καταδικαστική ἀπόφασι: «Καί οὐδέ μέχρι τούτου τό φοβερόν τῆς ἀποφάσεως περιγράφει». Ἐν συνεχείᾳ ἐπεκτείνει τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου στόν οὐρανό: «ἀλλά καί τόν οὐρανόν αὐτόν ἐρευνᾷ». Στήν ἔρευνα τοῦ οὐρανοῦ ἐξετάζει τό φρόνημα τῶν  ἀγγέλων: «κἄν ἄγγελον εὕρη τοῖς ἐπί γῆς ἐκεῖθεν ἐπιστάντα καί ἕτερόν τι παρά τό εὐαγγελικόν εὐαγγελιζόμενον κήρυγμα...». Αὐτούς τούς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν ἄλλο φρόνημα ἀπό τό εὐαγγελικό «τοῖς ὁμοῖοις δεσμοῖς ὑποβάλλει καί τῷ διαβόλῳ παραπέμπει».
Ἀπ’ ὅτι φαίνεται λοιπόν, πατέρες, ἐσεῖς περιωρίσατε τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου ἤ μᾶλλον τήν καταργήσατε καί τήν ἀποδώσατε στήν Σύνοδο, πρᾶγμα τό ὁποῖον σημαίνει γιά τίς ἡμέρες μας, ὅτι τήν ἐξουσία τοῦ Παύλου τήν ἀποδώσατε στούς ἴδιους τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία σας, πρέπει νά καταδικάσουν πρῶτα τήν αἵρεσί των καί ἔπειτα τούς ἑαυτούς των. Ἄν δέν ἔχετε κατανοήσει τό πόσο ἀπέχετε ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί μάλιστα αὐτήν πού ἑρμηνεύει τήν ἁγ. Γραφή, τουλάχιστον νά σᾶς πείση ἡ κατάστασις στήν ὁποία ἔχει ὁδηγηθῆ ἡ Ὀρθοδοξία, διότι οἱ ἀντιοικουμενιστές ἐνστερνίστηκαν τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί μέ βάσι αὐτήν πολεμοῦν μέ χαρτοπόλεμο τούς αἱρετικούς.
Καί κάτι ἀκόμη τό ὁποῖο ἀνίχνευσα εἰς τόν Μ. Φώτιο, ὑπάρχει ὅμως καί εἰς τό Συνοδικό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς. Πρόκειται γιά τό ἔργο τοῦ Φωτίου «Σύνταγμα τῶν Κανόνων» (Τίτλος Α΄ Κεφαλ. 2) καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων καινοτομηθέντα καί πραχθέντα ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα» (ΕΠΕ 10,30).
Ἐδῶ θέλω νά προβληματισθῆτε, πατέρες, εἰς τό ἑξῆς. Πῶς εἶναι δυνατόν οἱ Πατέρες αὐτοί, συνοδικῶς διασκεψάμενοι, νά ἀναθεματίζουν πέραν τῶν ἄλλων καί κάθε μελλοντική καινοτομία καί νά μήν ἔχη αὐτήν τήν ἐξουσία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Διότι ἐσεῖς διδάσκετε ὅτι, διά νά ἔχη ἰσχύ ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Παύλου, πρέπει νά ἐπιληφθῆ ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία θά κρίνη καί θά καταδικάση τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε πολύ περισσότερο δέν ἰσχύει ὁ μελλοντικός ἀναθεματισμός τῶν Πατέρων αὐτῶν καί μάλιστα, γιά καινοτομίες πού ἀφοροῦν τήν διδασκαλία τῶν ἁγ. Πατέρων καί τήν ἐκκλησιαστική Παράδοσι. Στήν περίπτωσι ὅμως αὐτή, τό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς εἰς τό ὁποῖο ἀναφέρεται αὐτός ὁ ἀναθεματισμός, εἶναι λάθος καί συνεπῶς κακῶς τό ἐδιάβασε ὁ Μητροπολίτης σας προσφάτως κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Εἰς ὅλα αὐτά τά ἀδιέξοδα καί τά ἀσυμβίβαστα θά ὁδηγῆσθε διαρκῶς, πατέρες, μέχρις ὅτου ἀπορρίψετε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Διότι καί ὁ ἀπ. Παῦλος ἔχει αὐτήν τήν ἐξουσία νά ἀναθεματίζη τούς αἱρετικούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, καί οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς ἔχουν τήν ἐξουσία νά ἀναθεματίζουν τούς μελλοντικούς αἱρετικούς, καί ἀκόμη καί μεμονωμένοι Πατέρες.
Ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐν προκειμένῳ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «ἀλλὰ καὶ ἄλλος εἴ τις εἴη τούτοις ὁμώνυμος, ὅμως αἱρετικὸς κατὰ τὴν ἐκείνων αἵρεσιν ἢ ἑτέραν, κἂν ἐπίσκοπος, κἂν ἀσκητής, κἂν ὁστισοῦν, ἀνάθεμα ἔστω. ἀλλὰ καὶ εἴ τις μὴ ἀναθεματίζοι εὐκαίρως κατὰ τὸ ἀναγκαῖον πάντα αἱρετικόν, εἴη τῆς αὐτῶν μερίδος» (Φατ. 34, 99, 138). Καί σέ ἄλλη ἐπίσης ἐπιστολή ὁ ὅσιος ἀναφέρει: «Ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει κἄν οὔ ρήματι, ἀναθεματίζει» (Φατ. 49, 142,85). Σημειωτέον ὅτι καί τά δύο αὐτά χωρία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἶναι ἀπό ἐπιστολές πού τίς ἀπέστειλε κατά τήν χρονική περίοδο τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως.
Ἐσεῖς πατέρες, ἀντιθέτως πρός τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, θεωρεῖτε ἀναθεματισμένους μόνον ἐκείνους γιά τούς ὁποίους θά ἐκφωνήσει ἡ Σύνοδος συγκεκριμένως καί ὀνομαστικῶς τό ἀνάθεμα, ἀφοῦ ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ἐξετάσει τήν αἵρεσι σάν τόν χειροῦργο ἰατρό, ὁ ὁποῖος θά ἀποκόψη τό τμῆμα αὐτό τοῦ σώματος τό ὁποῖο ἔχει γάγγραινα. Δηλαδή, οἱ ἀναθεματισμένοι ἀπό τόν ἀπ. Παῦλο καί τούς Ἁγίους, εἶναι γιά σᾶς ἀναθεματιστέοι.
Φυσικό λοιπόν εἶναι, ἐφ’ ὅσον ἡ Σύνοδος ἔχει αὐτήν τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν, ἔχει καί τήν ἐξουσία τοῦ λύειν, ὁπότε ἡ περί τόν Ἀθηναγόρα Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου κατά τό 1965 προέβη στήν λεγομένη ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων μέ τούς Παπικούς. Ἄν λοιπόν αὐτά εἶναι τά θέματα τῆς κάθε Συνόδου καί ἄν τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τήν ἔχετε μεταφέρει ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς ἁγίους Πατέρας στήν ἐνδημοῦσα Σύνοδο, τότε ἀσφαλῶς πρέπει νά ἀναγνωρίζετε καί τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, διότι διαφορετικά εἶστε ἀνακόλουθοι, δηλαδή δέν ἀκολουθεῖτε αὐτά πού διδάσκετε.

Θά ἀναφερθῶ κατωτέρω στή συνέχεια τῆς κριτικῆς σας μελέτης,  τό κεφάλαιο τῆς ὁποίας ἐπιγράφεται «Ἀποστολικοί Πατέρες». Ἡ γενική εἰκόνα καί αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, πλήν τοῦ ὅτι ἀρχίζετε τήν κάθε ἐπιχειρηματολογία ἔχοντας προσδιορισμένο σκοπό, νά καταλήξετε δηλαδή στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, εἶναι ἐπί πλέον εὐδιάκριτος ἡ προχειρότης μέ τήν ὁποία κατασκευάζετε αὐτήν τήν ἐπιχειρηματολογία. Ἐννοῶ ὅτι τά ἐπιχειρήματα πού προσάγετε εἶναι λανθασμένα καί προσπαθεῖτε νά τά στηρίξετε ἀποκλειστικά καί μόνο μέ τόν ὀρθολογισμό. Τελικά τό συμπέρασμα πού ἐξάγετε ταιριάζει βεβαίως ἀπόλυτα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἀλλά δέν ταιριάζει καθόλου μέ τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν. Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ ἀναλυτικά γιά νά γίνω σαφής.
Τό χωρίο αὐτό τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (2,19) τό σχολιάζετε καί ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Κατ' ἀρχήν στό χωρίο αὐτό δέν γίνεται λόγος ἀποκλειστικά περί αἱρετικῶν ποιμένων, ἀλλά περί πονηρῶν ποιμένων, πού εἶναι μία γενικότερη ἔκφρασις, διότι πονηροί ποιμένες δέν εἶναι μόνον οἱ αἱρετικοί, ἀλλά γενικότερα ἄνθρωποι διεφθαρμένοι, πού μέ τήν ζωή καί τά ἔργα τους, σκανδαλίζουν καί καταστρέφουν τίς ψυχές τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τους».
Αὐτό τό ὁποῖον ἀναφέρετε, πατέρες, εἶναι λάθος, διότι ἐδῶ οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ὁμιλοῦν μόνο γιά αἱρετικούς. Γιά νά τό ἀντιληφθῆτε πρέπει νά σκεφθῆτε ὅτι μόνο γιά θέματα πίστεως, δηλαδή αἱρέσεως, ἡ ἁγ. Γραφή καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἀπαιτοῦν τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς τούς ποιμένας. Γιά ὅλα τά ἄλλα θέματα, ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι νά μήν τούς κρίνωμε, ἀλλά νά ἀναμένωμε τήν κρίσι τῆς Συνόδου. Θά σᾶς ἀναφέρω τό χαρακτηριστικό χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ξεχωρίζει τούς πονηρούς ποιμένες σέ αἱρετικούς καί σ’ αὐτούς πού ἔχουν ἄλλα ἁμαρτήματα. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλός φησι· Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπών, Ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν, τότε εἶπε, Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δὲ βίου ἕνεκεν, μὴ περιεργάζου. Καὶ τοῦτο οὐκ οἴκοθεν λέγω τὸ ὑπόδειγμα, ἀλλ' ἀπὸ τῆς θείας Γραφῆς» (ΕΠΕ 25,370-PG 63,231.
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διαχωρίζει τούς πονηρούς ποιμένες α) σέ αἱρετικούς καί β) σ’ αὐτούς πού ἔχουν  διάφορα ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα.  Ἀπό μέν λοιπόν τούς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι σφάλλουν περί τήν πίστι, παραγγέλλει ἀμέσως νά φεύγωμε ἀπό κοντά τους. Ἄν ὅμως ἔχουν διάφορα ἄλλα ἁμαρτήματα, μᾶς διδάσκει νά μήν τά ἐξετάζωμε. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν καί ἐδῶ οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ὁμιλοῦν περί πονηρῶν ποιμένων, ἀπό τούς ὁποίους πρέπει ἀμέσως νά ἀπομακρυνθοῦμε, σημαίνει ὅτι οἱ πονηροί αὐτοί ποιμένες σφάλλουν εἰς τήν πίστι, δηλαδή εἶναι αἱρετικοί. Διότι ἄν ἐπρόκειτο νά σφάλλουν σέ ἄλλα θέματα, δέν θά τούς ἀπεκάλουν φθορεῖς, οὔτε λύκους, οἱ ὁποῖοι θά κατασπαράξουν τά λογικά πρόβατα, οὔτε βεβαίως θά ἀπαιτοῦσαν τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Ἄρα λοιπόν, αὐτά τά ὁποῖα γράφετε εἶναι λάθος καί προφανῶς τά γράφετε, ἐπειδή τά θέματα τῆς πίστεως καί ὅλα τά ἄλλα θέματα τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἐπισκόπου, τά ἔχετε κατατάξει στήν ἴδια κατηγορία καί προτείνετε τήν ἴδια ἀντιμετώπισι, σύμφωνα μέ ὅλο τό σκεπτικό σας καί εἰδικά μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Οἱ Ἀποστολικές ὅμως Διαταγές τά ξεχωρίζουν καί μάλιστα διδάσκουν τήν προσωπική εὐθύνη τοῦ κάθε πιστοῦ καί τόν ἄμεσο κίνδυνο πού διατρέχει, ὅταν δέν ἀπομακρύνεται ἀμέσως ἀπό ἕναν αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό, πατέρες, εἶναι ξεκάθαρη διδασκαλία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί δέν θά ἔπρεπε τόσο πρόχειρα καί ἀβασάνιστα νά γράφετε αὐτά τά πράγματα. Ἀναφέρουν λοιπόν τά ἑξῆς: «να μήποτε επ λαϊκός, τι γώ πρόβατόν εμι καί ο ποιμήν καί οδένα λόγον μαυτο πεποίημαι· ποιμήν ψεται, καί ατός μόνος εσπραχθήσεται τήν πέρ μο δίκην σπερ γάρ τ καλ ποιμένι τό μή κολουθον πρόβατον λύκοις κειται ες διαφθοράν, οτ τ πονηρ ποιμένι τό κολουθον πρόδηλον χει τόν θάνατον, τι κατατρώξεται ατό! διό φευκτέον πό τν φθορέων ποιμένων».
Δηλαδή τονίζουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία, ὅταν ὁ λαϊκός δέν ἀπομακρυνθῆ ἀμέσως ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Οἱ δικαιολογίες πού θά προβάλλουν οἱ λαϊκοί, ἀναφέρουν οἱ Διαταγές, εἶναι ὅτι ἐγώ εἶμαι πρόβατο καί ὄχι ποιμένας, καί δέν ἔχω καμμία εὐθύνη εἰς αὐτήν τήν ὑπόθεσι∙ ὁ ποιμένας θά φέρη τήν εὐθύνη καί αὐτός θά τιμωρηθῆ γιά τήν ἰδική μου ζημία. Οἱ δικαιολογίες τίς ὁποῖες, ἀναφέρετε ἐσεῖς, πατέρες, ὑπερασπιζόμενοι τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος εἶναι παρόμοιες.
Ἀναφέρετε ἀμέσως κατωτέρω τά ἑξῆς: «Ὅπως τονίσαμε παραπάνω στό κεφάλαιο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, δέν εἶναι ἱκανό καί ἁρμόδιο τό κάθε πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά διαγνώσει μέ ἀσφάλεια τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ ἐπισκόπου, πού κατηγορεῖται γιά αἵρεση». Ἀναφέρατε σέ ἄλλα σημεῖα τῆς κριτικῆς μελέτης σας καί ἄλλες δικαιολογίες, ὅτι δηλαδή δέν ὑπάρχει Κανόνας πού νά τιμωρῆ ὅσους δέν ἀποτειχίστηκαν, ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι προαρπάζουν τήν κρίσι τῆς Συνόδου, ὅτι τό ἔργο τῆς διαγνώσεως τῆς αἱρέσεως εἶναι ἔργο τῶν Ἐπισκόπων καί δή τῆς Συνόδου κλπ.
            Ὁ σκοπός λοιπόν τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν εἶναι νά δηλώση τήν εὐθύνη πού ἔχει ὁ κάθε πιστός λαϊκός· εὐθύνη τόσο μεγάλη πού νά κινδυνεύη ἡ σωτηρία του, ἐάν ἀκολουθῆ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο καὶ γιὰ νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ αὐτόν, ἀναμένει τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ἐνῶ ἐσεῖς, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, τόν ἀποκοιμίζετε καί τοῦ συνιστᾶτε ἀναμονή στήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου∙ τόν καθησυχάζετε ὅτι δέν πρόκειται νά βλαφθῆ ἀκολουθώντας αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο∙ τόν φοβίζετε ὅτι θά κάνη σχίσμα, θά βγῆ ἐκτός Ἐκκλησίας κλπ., καί στήν καλύτερη περίπτωσι τοῦ συνιστᾶτε πόλεμο μέ χαρτοπόλεμο. Πόσο ἀλήθεια διαφέρει ἡ διδασκαλία σας ἀπό αὐτή τῶν ἁγ. Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Ἁγίων! 
            Οἱ Ἀποστολικές Διαταγές διδάσκουν ὅτι ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος εἶναι λύκος καί θά κατασπαράξη τόν πιστό, κι ἐσεῖς διδάσκετε: «δέν εἶναι ἱκανό καί ἁρμόδιο τό κάθε πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά διαγνώσει μέ ἀσφάλεια τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ ἐπισκόπου». Οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ἐπιτάσσουν «Διό φευκτέον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων» κι ἐσεῖς τά ἐντελῶς ἀντίθετα: «Τό ἔργο τῆς διαγνώσεως καί τῆς κρίσεως ἀνήκει στούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται Συνοδικῶς νά κρίνουν τόν κατηγορούμενο ἐπίσκοπο».
            Τελικῶς φθάνετε εἰς τό σημεῖο νά κακοποιήσετε τελείως τό κείμενο αὐτό τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν καί νά τό φέρετε στά μέτρα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Γράφετε τά ἑξῆς: «Ἑπομένως τήν φράση τοῦ χωρίου τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, “...διό φευκταῖον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων”, θά πρέπει νά τήν ἑρμηνεύσουμε ὡς ἑξῆς: “Φευκταῖον ἀπό τῶν φθορέων ποιμένων, τῶν ὁποίων τά διεφθαρμένα ἔργα ἤ ἡ διεφθαρμένη διδασκαλία, ἔχουν διαγνωσθεῖ καί κατακριθεῖ ἀπό Σύνοδο ἐπισκόπων». Προφανῶς πατέρες, μόλις γίνει ἡ διάγνωσις τῆς Συνόδου μεταμορφώνεται ὁ Ἐπίσκοπος σέ λύκο, ἀποκτᾶ δόντια κοφτερά καί εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τούς πιστούς. Ἐνῶ πρίν καταδικασθῆ, κατὰ τὴν κρίση σας, ἦταν ἀρνάκι ἄκακο! Τώρα, τί πειράζει, ἐάν αὐτό δέν τό διδάσκει ἡ ἁγ. Γραφή, οἱ Ἀποστολικές Διαταγές καί ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι; Ἀρκεῖ πού προσαρμόζεται στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
            Ἐν συνεχείᾳ γιά νά καταδείξετε τό πόση ἀσφάλεια ὑπάρχει στόν ἐφησυχασμό καί στήν ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα πόσο λανθασμένη εἶναι ἡ ἑρμηνεία, πού δίδει ὁ π. Εὐθύμιος στό παρόν χωρίο, ἄς σκεφθοῦμε τήν ἀντίθετη περίπτωση. Τήν περίπτωση δηλαδή, πού ὁ ἐπίσκοπος ἄδικα κατηγορεῖται μέ συκοφαντικές κατηγορίες, γιά δῆθεν ἠθικά παραπτώματα ἤ γιά διδασκαλίες του, πού, ἐπειδή παρανοήθηκαν, θεωρήθηκαν ὡς αἱρετικές. Τί γίνεται, λοιπόν, στήν περίπτωση αὐτή; Ποιός παίρνει τήν εὐθύνη τόσο γιά τὶς ἄδικες κατηγορίες ἑνός ἀθώου ἀνθρώπου ἤ τό χειρότερο γιά τό σχίσμα, πού θά ἐπακολουθήσει ἐξαιτίας τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ποιμνίου ἀπό ἕναν ἄξιο ἐπίσκοπο; Καί δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ἄδικων, συκοφαντικῶν κατηγοριῶν ἤ παρανοήσεων».
Ἐδῶ προσπαθεῖτε νά ἀνακόψετε τήν ὀρθόδοξο πορεία, πού διδάσκει ἡ ἁγ. Γραφή καί ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι, ὡς πρός τήν ἀντιμετώπισι τῶν αἱρετικῶν, βάζοντας ὡς τροχοπέδη τήν ὑποθετική περίπτωσι τῆς ἀδίκου κρίσεως διά τά φρονήματα καί τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου· καί θέτετε ὡς δεδομένο ὅτι στήν περίπτωσι αὐτή θά γίνη σχίσμα καί τρόπον τινά οἱ πιστοί θά ἀπομακρυνθοῦν ἐκκλησιαστικά ἀπό ἕναν ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο.
            Αὐτό βεβαίως δέν εἶναι κἄν πρόβλημα, διότι εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι τῆς λανθασμένης κρίσεως τῶν πιστῶν ὡς πρός τά φρονήματα τοῦ Ἐπισκόπου, θά δώση ὁ Ἐπίσκοπος ἀμέσως τίς δέουσες ἐξηγήσεις περί τῆς πίστεώς του, θά κάνη δηλαδή δημοσίως ὁμολογία πίστεως, καί ἀμέσως ἡ κατάστασις θά διορθωθῆ. Δηλαδή ἡ ὁμολογία πίστεως χρειάζεται σέ περίπτωσι πού ἀμφιβάλλουμε γιά τήν πίστι κάποιου καί ὄχι βεβαίως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κάνουν ὁμολογία πίστεως, ἐνῶ στήν πράξι νά ἀκολουθοῦν τούς αἱρετικούς ἀναμένοντες τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
            Ἀλλά ἐγώ θά σᾶς ἔλεγα, πατέρες, ὅτι καί στήν περίπτωσι ἀκόμη πού ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει ἀγαθή προαίρεσι καί σέ κάτι ἔσφαλε, τό ὁποῖο εἶναι θέμα πίστεως καί σκανδαλίζει τούς πιστούς, ἀμέσως τό διορθώνει καί πάλι λύεται τό θέμα. Ἄν γιά παράδειγμα, σκανδαλίζωνται οἱ πιστοί, γιατί ἔκανε ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, ἀμέσως τά ἐπαναφέρει ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα καί ταυτίζεται μέ τούς πιστούς στήν Ὀρθοδοξία. Ἄν σκανδαλίζωνται γιά τίς συμπροσευχές, ἀμέσως τίς διακόπτει καί εἰρηνεύει τό ποίμνιο. Ἄν σκανδαλίζωνται γιά τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, γιά τούς θεολογικούς διαλόγους, γιά τήν συμμετοχή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἰσότιμο μέλους στό Π.Σ.Ε., γιά τήν ἀποδοχή τῆς λεγομένης βαπτισματικῆς θεολογίας κλπ., ἀμέσως διορθώνει τά σημεῖα αὐτά, εἰς τά ὁποῖα ἐγκαλεῖται, καί ὄντως ἔχει χαράξει ἄλλη πορεία καί ἐπανέρχεται πάραυτα ἡ εἰρήνη καί μάλιστα χαίρεται καί ὁ οὐρανός εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι.
            Δηλαδή ἐσεῖς, πατέρες, θέσατε θέμα ἀδίκου κρίσεως τῶν πιστῶν διά τά φρονήματα καί τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου κι ἐγώ σᾶς τονίζω ὅτι καί σέ ἄδικο κρίσι ἤ σέ δικαία κρίσι δέν ὑφίσταται πρόβλημα σχίσματος, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει ἀγαθή προαίρεσι καί, μέ γνώμοντα τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τοποθετηθοῦν τά πράγματα εἰς τήν θέσι των. Ἄρα λοιπόν, οἱ ἐπιπτώσεις τῆς ἀποτειχίσεως σὲ ὅλες τίς περιπτώσεις ἔχουν θετικό καί εὐεργετικό ἀποτέλεσμα, διότι δίδουν τήν εὐκαιρία στόν Ἐπίσκοπο νά ἐλέγξη τήν πορεία του, τήν πίστι του καί τήν γραμμή πλεύσεως τήν ὁποία ἔχει χαράξει στήν τοπική Ἐκκλησία τήν ὁποία ποιμαίνει.
Οὕτως λοιπόν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τόν προβληματισμό αὐτόν τόν θέτετε μόνο καί μόνο προκειμένου νά ἀλλάξετε τήν ὀρθόδοξο πορεία τῶν πιστῶν καί νά τούς ὁδηγήσετε στόν ἐφησυχασμό, στήν ἀδράνεια ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι στόν χαρτοπόλεμο. Διότι, ἄν ὑπῆρχε ἐκ μέρους σας ἀγαθή πρόθεσις, δέν θά θέτατε αὐτόν τόν προβληματισμό, ὁ ὁποῖος, ἀφ’ ἑνός μέν εἶναι τελείως ὑποθετικός, ἀφ’ ἑτέρου, γνωρίζετε πατέρες πολύ καλά ὅτι δέν ἔχει καμμία ἰσχύ στήν περίπτωσι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀρθότατα ὀνομάσατε «παναίρεσι».
Ἄν ὑπῆρχε λοιπόν ἐκ μέρους σας ἀγαθή πρόθεσις θά θέτατε π.χ. τόν προβληματισμό γιά τό πόσο συμμετέχουμε στήν αἵρεσι ἀκολουθώντας ἤ μνημονεύοντας αἱρετικούς Ἐπισκόπους, γιά τό ἄν βοηθᾶμε μέ τήν στάσι μας στήν καταστολή ἤ στήν ἐξάπλωσι τῆς αἱρέσεως ἤ κυρίως θά προβληματιζόσαστε γιά τήν εὐθύνη τήν ὁποία ἔχομε σέ ὅλη αὐτή τήν ὑπόθεσι. Ἐσεῖς τώρα, πατέρες, θέτετε ἕναν προβληματισμό, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐσίαν δέν πρέπει νά ὑφίσταται καί παραβλέπετε τά τεράστια σωτηριολογικά προβλήματα τά ὁποῖα ὑπάρχουν.

            Στή συνέχεια ἀσχολεῖσθε μέ τό χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του (ΒΕΠΕΣ 2,291), ὅπου εἰλικρινά, κι ἐδῶ πατέρες, κυριολεκτικά «τά κάνατε θάλασσα». Εἶναι τέτοιες οἱ ἑρμηνευτικές σας ἀκροβασίες, πού ἀδυνατεῖ νά τίς συλλάβη ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τό χωρίο τοῦ ἁγίου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἰ δὲ οἱ τοὺς ἀνθρώπινους οἴκους διαφθείροντες θανάτῳ καταδικάζονται, πόσῳ μᾶλλον οἱ τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν νοθεύειν ἐπιχειροῦντες, αἰώνιαν τίσσουσιν δίκην. Ὁμοίως δὲ καὶ πᾶς ἄνθρωπος ὁ τὸ διακρίνειν παρὰ θεοῦ εἰληφῶς, κολασθήσεται, ἀπείρω ποιμένι ἐξακολουθήσας καὶ ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος».
Προκειμένου λοιπόν νά «ἐξουδετερώσετε» τόν ἅγιο καί νά ὑπαγάγετε τήν διδασκαλία του στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος γράφετε τά ἑξῆς ἑρμηνευτικά σχόλια: «Στό χωρίο αὐτό ὁ Ἅγιος θεωρεῖ ἀξιοκατάκριτο τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, πού, ἐνῶ ἔχει λάβει ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, δέν ἀπομακρύνεται ἀπό ἄπειρο ποιμένα καί ἀποδέχεται τίς ψευδεῖς διδασκαλίες του ὡς ἀληθεῖς. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος ὁμιλεῖ γιά τήν εἰδική περίπτωση τοῦ ἄνθρωπου ἐκείνου, πού ἔχει τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Δέν ἀναφέρεται στούς ἄνθρωπους, πού δέν ἔχουν αὐτό τό χάρισμα. Καί αὐτοί βέβαια ἀποτελοῦν τήν συντριπτική πλειοψηφία, διότι πολύ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν ἀξιωθεῖ νά λάβουν ἕνα τέτοιο χάρισμα».
Ὥστε λοιπόν πατέρες, ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά τούς χαρισματούχους· ἐνδιαφέρεται νά σωθοῦν μόνον αὐτοί καί ἀδιαφορεῖ γιά τούς ὑπολοίπους, ἄν δηλαδή θά σωθοῦν ἤ θά πᾶνε στά τάρταρα. Πῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ὁμιλεῖ δι’ αὐτούς, εἶναι δυνατόν αὐτοί οἱ χαρισματοῦχοι καί διακριτικοί νά μήν ἔχουν τήν στοιχειώδη γνώσι, ἡ ὁποία παρέχεται διάχυτα μέσα στήν ἁγ. Γραφή, ὅτι δηλαδή πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν ἀμέσως ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες; Ἐπί πλέον διατί, ἐφ’ ὅσον αὐτοί ἔχουν τό χάρισμα, δέν τούς συμβουλεύει νά καθοδηγήσουν καί τούς ὑπολοίπους πού δέν ἔχουν τό χάρισμα, ὥστε νά σωθοῦν καί αὐτοί;
Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁμολογεῖτε, πατέρες, ὅτι οἱ ὑπόλοιποι μή χαρισματοῦχοι «ἀποτελοῦν τήν συντριπτική πλειοψηφία» παρουσιάζετε τόν ἅγιο νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία τῶν ὀλίγων ἤ ἐλαχίστων καί νά ἀδιαφορεῖ γιά τούς πολλούς.  Δηλαδή παρουσιάζετε στήν Ἐκκλησία ἕνα ἰδιότυπο εἶδος ρατσισμοῦ ἤ ἐλιτισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος ὡς χαρισματοῦχος συμβουλεύει τούς ὁμοίους του χαρισματούχους γιά τό πῶς νά ἀντιμετωπίζουν τούς αἱρετικούς ποιμένες.
Τά πράγματα ὅμως πατέρες, δυστυχῶς, ἤ μᾶλλον εὐτυχῶς, δέν ἔχουν ἔτσι ὅπως τά ἐφανταστήκατε. Διότι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου «πᾶς ἄνθρωπος ὁ τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς» ἀναφέρεται σὲ  ὅλους τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διαφέρουν ἀπό τά ἄλογα ζῶα, ἔχουν ψυχή καί νοῦν σκεπτόμενο καί δύνανται, ὡς ἐκ τούτου, νά διακρίνουν τούς καλούς ἤ  τούς κακούς ποιμένες καί μάλιστα τούς Ὀρθοδόξους ἀπό τούς αἱρετικούς. Αὐτή ἡ πρωταρχική χάρις, ὁ ἁπλός φωτισμός καί ἡ γενική διάκρισις ὑπάρχει σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται εἰς τόν κόσμο σύμφωνα μέ τό χωρίο (Ἰωάν. 1,9): «Ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἐν προκειμένῳ ἀναφέρει τά ἑξῆς ἑρμηνεύοντας τό χωρίο αὐτό τοῦ Ἰωάννου:
«Καί πῶς φωτίζει λέγει πάντα ἄνθρωπον, ὁποῦ βλέπομεν πολλούς ἐσκοτισμένους; ὅσον εἰς τοῦ λόγου του, ὅλους τούς φωτίζει. Διότι εἰπέ μου, δέν εἶναι ὅλοι λογικοί; δέν ἠξεύρουν πάντες τό καλόν, καί τό κακόν, ἐκ φύσεως; δέν ἔχουν ὅλοι δύναμιν νά γνωρίσουν  τόν κτίστην ἀπό τά κτίσματα; εἰς τόσον ὅτι ὁ λόγος ὁποῦ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, καί μᾶς διδάσκει ἐκ φύσεως, ὁ ὁποῖος λέγεται καί νόμος φυσικός, οὗτος λέγεται τό φῶς, ὁποῦ μᾶς ἐδόθη ἀπό τόν Θεόν. Εἰ δέ τινες, εἰς κακόν ἐχρειάσθηκαν τόν λόγον, ἐσκότισαν τόν ἑαυτόν τους; Μερικοί δέ οὕτω λύουσι τήν φιλονεικίαν ταύτην, καί λέγουσιν, ὅτι φωτίζει ὁ Κύριος, πάντα ἄνθρωπον ὁποῦ ἔρχεται εἰς τόν Κόσμον∙ ἤγουν εἰς τάξιν καλυτέραν, καί σπουδάζει νά στολίσῃ τήν ψυχήν του, καί νά μή τήν ἀφήσῃ ἄκοσμον, καί ἀκαλῆ, ἤγουν  ἀστόλιστην καί ἄσχημην» (Ἑρμηνεία εἰς τά τέσσαρα  ἱερά Εὐαγγέλια, τόμ. Β΄σελ. 137).
Ἄρα λοιπόν ἐδῶ, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς Χριστιανούς καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς, πατέρες, ἐφανταστήκατε, στούς ἐλάχιστους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν κατόπιν ἀγῶνος καί κόπου τό εἰδικό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἄλλωστε ἡ λέξις «πᾶς» δέν εἶναι δυνατόν νά χρησιμοποιηθῆ γιά τούς ἐλαχίστους καί τούς ἀνήκοντας εἰς μίαν εἰδικωτάτη ἐξαίρεσι, ἀλλά εἰς τούς πολλούς ἤ εἰς ὅλους. Ἔτσι βλέπομε νά χρησιμοποιῆται ἡ λέξις αὐτή καί στήν ἁγ. Γραφή π.χ. (Ματθ. 3,10): «Πᾶν οὖν δένδρον μή ποιοῦν καρπόν καλόν ἐκκόπτεται», δηλαδή ὅλα τά δένδρα τά ὁποῖα δέν κάνουν καρπό καλό. Ἐπίσης (Ματθ. 5,22): «πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔστω τῇ κρίσει», δηλαδή ὅλοι οἱ ὀργιζόμενοι ἀδίκως εἶναι ἔνοχοι.  Ἀκόμη τό (Μαρκ. 13,20): «οὐκ ἄν ἐσώθη πᾶσα σάρξ», δηλαδή δέν θά ἐσώζετο κανένας, ἄν ὁ Κύριος δέν ἐπεριώριζε τόν χρόνο κατά τίς ἡμέρες τοῦ Ἀντιχρίστου.  Ἐπίσης  τά χωρία: «Πᾶς ὁ ἀπολύων γυναῖκα» (Λουκ. 16,18), «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν» (Λουκ. 18,14), «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων» (Ἰωαν. 3,20), «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου» (Ἰωαν. 4,13) κλπ. Ποτέ δηλαδή ἡ ἀόριστη ἀντωνυμία πᾶς–πᾶσα-πᾶν δέν τίθεται, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, γιά νά δηλώση τήν ἐξαίρεσι τῆς ἐξαιρέσεως, ἀλλά γιά νά δηλώση τούς πολλούς ἤ ὅλους.
            Ἄν ἐπίσης ἐξετάσωμε λογικά τό θέμα, ὁ ἅγιος θά πρέπει νά ἐνδιαφέρεται μᾶλλον διά τούς πολλούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κάποιο εἰδικό χάρισμα καί ὡς ἐκ τούτου χρειάζονται καθοδήγησι, καί νά τούς ἐπισημάνη τόν κίνδυνο πού διατρέχουν ἀκολουθώντας ἐκκλησιαστικά ἕναν αἱρετικό ποιμένα. Αὐτοί δέ οἱ ἁπλοί Χριστιανοί κινδυνεύουν νά ἐπηρεασθοῦν ἀπό τήν διδασκαλία αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου καί ὄχι οἱ χαρισματοῦχοι καί διακριτικοί. Σέ ὅλους αὐτούς τούς ἁπλούς Χριστιανούς ἐσεῖς, πατέρες, δυστυχῶς συνιστᾶτε ὑπομονή καί ἀναμονή στήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἐνῶ ὁ ἅγιος τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο τόν θεωρεῖ λύκο ἀπό τόν ὁποῖο πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν πρωτίστως οἱ ἁπλοί Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Δι’ αὐτό προφανῶς δέν ἀσχοληθήκατε καθόλου μέ τό ἑπόμενο χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου τό ὁποῖο ὑπάρχει εἰς τό βιβλίο πού σχολιάζετε καί πού ἀποκαλεῖ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο προβατόσχημο λύκο «φθοράν προβάτων κατεργαζόμενος». Ἴσως πατέρες, δυσκολευτήκατε νά τό προσαρμόσετε στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί δι’ αὐτό τό ἀφήσατε ἀσχολίαστο. 
Σᾶς ἀναφέρω, ἐπί πλέον, ἕνα ἀκόμη χωρίο τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ παρομοίως διά τήν στάσι τῶν πιστῶν ἔναντι τῶν αἱρετικῶν: «Μή πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου, οἱ οἰκοφθόροι “βασιλείαν θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν”. εἰ οὖν οἱ κατά σάρκα ταῦτα πράσσοντες ἀπέθανον, πόσῳ μᾶλλον, ἐάν τις πίστιν θεοῦ ἐν κακῇ διδασκαλίᾳ φθείρῃ, ὑπέρ ἧς Ἰησοῦς Χριστός ἐσταυρώθη; ὁ τοιοῦτος, ρυπαρός γενόμενος, εἰς τό πῦρ τό ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καί ὁ ἀκούων αὐτοῦ» (ΒΕΠΕΣ 2, Ἐπιστ. Πρός Ἐφεσίους 267 σελ).
Ὁ ἁγ. Ἰγνάτιος ἐδῶ, σαφῶς διδάσκει ὅτι στό πῦρ τό ἄσβεστο θά καταδικασθῆ ὄχι μόνον αὐτός πού διαφθείρει τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ (δηλ. ὁ αἱρετικός), ἀλλά ἐπιπλέον καί «ὁ ἀκούων αὐτοῦ». Βλέπετε, πατέρες, ὅτι ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἐναποθέτουν τήν εὐθύνη καί τόν κίνδυνο πού διατρέχουν ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες στούς ἰδίους τούς πιστούς, καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς πράττετε, μέ τό νά τά μεταφέρετε στή Σύνοδο, οὔτε φυσικά ὑπαινίσσεται ὁ ἅγιος ὅτι αὐτά θά ἰσχύουν μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
Τελειώνοντας ἀναφέρω τίς παραλείψεις σας καί σ’ αὐτό τό κεφάλαιο. Αὐτές συνοψίζονται εἰς τό ὅτι δέν ἀναφέρετε ἔστω καί ἕνα χωρίο ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές καί τούς ἀποστολικούς Πατέρες, τό ὁποῖο νά ταιριάζη  ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσεται τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Γιά παράδειγμα, νά ἀναφέρη τήν παραμονή τῶν πιστῶν κοντά στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, μέχρι νά ἀποφασίση ἡ Σύνοδος δι’ αὐτόν, ἤ ὅτι, μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός γίνεται λύκος, ἤ ὅτι ὁ κάθε πιστός εἶναι ἀνεύθυνος, ἐφ΄ ὅσον ἀναμένει τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου κλπ. Εἶναι ὁλοφάνερο, πατέρες ὅτι, ἐφ’ ὅσον δέν δύνασθε νά στηρίξετε τίς θεωρίες σας στήν ἁγ. Γραφή καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, καταφεύγετε στόν ὀρθολογισμό καί στίς ἀκροβατικές ἑρμηνεῖες.
 (Συνεχίζεται)








Δ΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8517.html

Ε΄ ΜΕΡΟΣ:    http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_15.html
ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ:  http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_19.html