Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ποιοί διαιρουν την Εκκλησία, «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου...»




δελφοί μου! Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ κάνῃ μία καὶ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Αὐτό, τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἀδιαίρετη καὶ ἔχει ἑνότητα, τὸ παριστάνει καὶ τὸ εἰκονίζει ὁ «ἄρραφος χιτὼν» (Ἰω. 19,23) τοῦ Χριστοῦ.Τὸ χιτῶνα αὐτόν, κατὰ τὴν εὐσεβῆ παράδοσι,τὸν ὕφαναν καὶ τὸν ἔπλεξαν μονοκόμματο ἀπὸ πάνω ὣς κάτω, χωρὶς καθόλου ῥαφή, τὰ ἄχραντα χέρια τῆς Παναγίας. Αὐτὸν φοροῦσε ὁ Κύριος ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κατάλυμά του καὶ διέσχιζε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς ἁγίας γῆς.Ἀλλ᾿ ὅταν βγῆκε ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασι καὶ ὁ Χριστός μας ὡδηγήθηκε πάνω στὸ Γολγοθᾶ γιὰ νὰ σταυρωθῇ, τότε ἄξεστα χέρια στρατιωτῶν ἀφαίρεσαν τὸ χιτῶνα ἀπὸ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἀνέβασαν γυμνὸ στὸ σταυρό. Τὸν ἀφαίρεσαν, ἀλλὰ δὲν τὸν κομμάτιασαν· ἔρριξαν κλῆρο νὰ δοῦν σὲ ποιόν θὰ πέσῃ. Κι αὐτοὶ οἱ δήμιοί του δηλαδὴ τὸν σεβάστηκαν, δὲν τὸν ἔσχισαν. Δὲν τὸ ἐπέτρεψε ὁ Κύριος. Τὸ χιτῶνα αὐτὸν κανείς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν σχίσῃ .Ἀλλ᾿ ἐνῷ κι αὐτοὶ ἀκόμη οἱ σκληροὶ στρατιῶτες τὸν σεβάστηκαν, κάποιοι ἄλλοι ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν κομματιάσουν.

Ποιοί εἶνε οἱ ἔνοχοι αὐτοῦ τοῦ ἀνοσιουργήματος;

 * Στὸ Ἅγιο Ὄρος εἶδα μία εἰκόνα καὶ τρόμαξα. Εἶδα τὸ Χριστὸ γυμνὸ καὶ τὸ χιτῶνα του κομματιασμένο. Ἕνας ἄγγελος στεκόταν δίπλα του καὶ τὸν ρωτοῦσε·

–«Τίς σου τὸν χιτῶνα διέρρηξε;»· ποιός σοῦ ἔσχισε, Χριστέ, τὸ χιτῶνα;

Κ᾽ ἕνας ἄλλος ἄγγελος ἔδειχνε μία μαύρη μορφή, ἕνα σκοτεινὸ ἄνθρωπο, καὶ ἀπαντοῦσε·

–«Ὁ Ἄρειος». Αὐτός, μὲ τὰ διδάγματά του, διέρρηξε τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

Πρῶτοι ἔνοχοι λοιπὸν γιὰ τὸ σχίσιμο τοῦ χιτῶνος τοῦ Χριστοῦ εἶνε ὁ Ἄρειος καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοί. Καὶ σήμερα δὲν εἶνε μόνο ὁ Ἄρειος, ἀλλὰ ἕνα πλῆθος αἱρετικῶν, ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ὀρθοδοξία. Αὐτοὶ ἁρπάζουν μὲ τὰ βρωμερά τους χέρια τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν κομματιάζουν. Ἂν σήμερα ὁ χριστιανισμὸς δὲν σημειώνει ἐντυπωσιακὲς ἐπιτυχίες, μία αἰτία εἶνε ἡ διαίρεσις.

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἑνώσῃ. Κάθε φορὰ ποὺ κάποιος πλήττει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Δαυῒδ ξεκρεμᾷ τὴν κιθάρα του καὶ ψάλλει μελαγχολικά· «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον» (Ψαλμ. 21,19)

 * Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο οἱ αἱρετικοὶ ποὺ σχίζουν τὸν χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Εἶνε καὶ κάποιοι ἄλλοι. Ἐσεῖς οἱ πλούσιοι, ποὺ θὰ φορέσετε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ τὸ Πάσχα τὰ πανάκριβα κουστούμια καὶ φορέματά σας, γιά σκεφτῆτε τὴν ὥρα αὐτή, πόσοι περπατοῦν γυμνοὶ καὶ δὲν ἔχουν ροῦχο γιὰ νὰ ΄ρθοῦν στὴν ἐκκλησία. Ποιός τοὺς τὰ ἀφαίρεσε; Ἡ πολυτέλειά σας! Ἐσεῖς οἱ χορτᾶτοι, γιά σκεφτῆτε, ὅτι σὲ κάποια τρώγλη τῆς πόλεως ἢ τοῦ χωριοῦ σας ὑπάρχουν πεινασμένοι καὶ φτωχοί. Ποιός τοὺς ἀφαίρεσε τὸ ψωμί; Ἡ ἀδικία, ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀσπλαχνία τοῦ κόσμου.Κάθε φορὰ ποὺ ὁ πλούσιος ἁρπάζει τὴ μπου-κιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ φτωχοῦ καὶ τὸν ἀφήνει νηστικὸ καὶ γυμνό, ὁ Δαυῒδ ὁ προφήτης λέει τὸ «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Πρῶτοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ἔπειτα οἱ ἄσπλαχνοι διαπράττουν τὸ μεγάλο ἔγκλημα νὰ σχίζουντὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

 * Τὴν ἀτίμωσι ὅμως καὶ τὸ μαρτύριο, ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστός, τὸ ὑφίστανται ὄχι μόνο ἄτομα καὶ οἰκογένειες ἀλλὰ καὶ ἔθνη μικρὰ καὶ ἀδύνατα. Θυμηθῆτε, ὅσοι ἔχετε κάποια ἡλικία, τί ἔγινε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1941, ᾽42, ᾽43, ᾽44; Θυμηθῆτε, πόσες καταστροφὲς ὑπέστη τὸ γένος μας. «Διεμερίσαντο», Ἑλλάδα, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον». Ἔτσι λέγαμε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ τότε ποὺ ἡ Ἑλλάδα μας βρισκόταν σ᾿ἕνα χάος, τότε ποὺ δίχασαν τὰ παιδιά της κι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἦταν ἡ μία παράταξι κι ἀπὸτὸ ἄλλο ἡ ἄλλη καὶ σκοτώνονταν μεταξύτους. Κομμάτιασαν τὴν πατρίδα μας, τὰ νησιά της, τὰ πελάγη της, τὰ ἀγαθά της, καὶ οἱ Ἕλληνες πεινασμένοι πέθαιναν στοὺς δρόμους.Δὲν εἶχαν οὔτε ἕνα καρβέλι ψωμί, οὔτε μιὰ σταλαγματιὰ λάδι. Δὲν εἶχαν λάδι οὔτε γιὰ τὴν καντήλα, δὲν εἶχαν ἄρτο οὔτε γιὰ ἀντίδωρο καὶ θεία κοινωνία. «Διεμερίσαντο» , ὦπατρίδα μου, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον».

Δὲν εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ σημειῶστε αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ. Τὰ μεγάλα κράτη, τὰ μεγάλα θηρία, ἑτοιμάζονται πάλι νὰ παίξουν ὅπως στὰ ζάρια τὴν τύχη τῆς πατρίδας μας. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ Ἑλλάδα θὰ ὑποστῇ τὴν καταισχύνη. Γυμνώνοντας τὸν φτωχό, γυμνώνεται ὁ Χριστός, γυμνώνεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ πατρίδα,ἡ ἀνθρωπότης. Βάρβαρα χέρια, χειρότερα ἀπὸ τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, σχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ.

 * Ἀλλά, ἀδελφοί μου, πρὶν τελειώσω, θέλω νὰ παρουσιάσω ὅλους τοὺς ἐνόχους. Εἶνε οἱ αἱρετικοί, εἶνε οἱ ἄσπλαχνοι, εἶνε τὰ βάρβαρα μεγάλα κράτη· ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη εὐθύνη τὴν ἔχουμε ἐμεῖς.

Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μία στιγμὴ ἱερή, τὴν ἱερώτερη τῆς ζωῆς σας, ὅταν βρέφη σᾶς πῆραν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες σας καὶ σᾶς ὡδήγησαν στὸ ναό. Σᾶς ἔβγαλαν τὰ ρουχαλάκια σας καὶ σᾶς παρουσίασαν γυμνούς, γιὰ νὰ θυμηθῆτε τὸ γυμνὸ Χριστό. Χέρια ἱερέως σᾶς παρέλαβαν καί, «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», σᾶς βύθισαν τρεῖς φορὲς μέσα στὴνκολυμβήθρα. Κι ὅταν βγήκατε δὲν ἤσασταν τὰ παιδιὰ τοῦ ἄλφα ἢ τοῦ βῆτα, ἀλλὰ υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Χριστοῦ. Πήρατε τιμημένα ὀνόματα. Καὶ σᾶς ἔντυσαν μ᾿ ἕνα ρουχαλάκι ἄσπρο σὰν τὸ χιόνι. Μοιάζατε σὰν τὰ περιστέρια ποὺ πετοῦν στὰ γαλανά μας κύματα. Τὸ ἄσπρο ροῦχο, ποὺ φορέσατε, σημαίνει, ὅτι ἡζωή σας πρέπει νά ᾽νε καθαρὴ σὰν τὸ κρύσταλλο, νὰ λάμπῃ σὰν τὸν ἥλιο. Ἡ ψυχή σας ν᾿ἀγαπήσῃ τὸ Χριστό, νὰ προικιστῆτε μὲ τὶς ἀρετές του. Γι᾿ αὐτὸ τὸ βράδι τῆς Ἀναστάσεως, ἂν θὰ μείνετε μέχρι τέλους –καὶ παρακαλῶ νὰ μείνετε, γιατὶ εἶνε ἀπρέπεια νὰ φύγετε ἀπὸ τὴ μέση τῆς ἀκολουθίας–, θ᾿ ἀκούσετε τὸ «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27). Ἤμασταν γυμνοί, καὶ μᾶς ἔντυσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ὡραία λαμπρὴ φορεσιά του, ποὺ δὲν τὴν ὕφαναν χέρια ἀνθρώ-πων, ἀλλὰ χέρια ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ἐπάνω στοὺς ἀργαλειοὺς τοῦ οὐρανοῦ.Αὐτὸ τὸ ρουχαλάκι τὸ ἄσπρο, ποὺ μᾶς φόρεσαν τὴν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μας, ἐρωτῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ ὅλους ἐσᾶς, τὸ κρατήσαμελευκὸ καὶ καθαρό; Ἄχ, ἀδελφοί μου, δὲν τὸ κρατήσαμε καθαρό. Ἀφήσαμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο νὰ μᾶς τὸ λερώσῃ. Ἀφήσαμε τὸν κόσμο νὰ μᾶς τὸ κομματιάσῃ. Κάθε φορὰ ποὺ ἐσὺ ὁ νέος αὐθαδιάζεις μπροστὰ στὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου κ᾽ ἐσὺ ἡ νέα γιὰ «τριάκοντα ἀργύρια» πουλᾷς τὸν ἀτίμητο θησαυρό σου, σχίζεις τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Ἐσὺ ἡ γυναίκα ποὺ ἀτιμάζεις τὸν ἄντρα σου κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄντρας ποὺ ντροπιάζεις τὸ ὄνομα τῆς οἰκογενείας σου, καὶ κάθε ἁμαρτωλός,σχίζετε τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν σὲ βλέπει ὁ ἄγγελός σου –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι– νὰ βουτᾷς μέσ᾿ στὶς ἀκαθαρσίες τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, λέει· «Διεμερίσαντο», Χριστέ, «τὰ ἱμάτιά σου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν σου ἔβαλον κλῆρον».

Ἀδελφοί μου! Ἂς κλίνουμε μὲ ταπείνωσι τὰ γόνατά μας ἐμπρὸς στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς συγχωρήσῃ, καὶ νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ξεντυθοῦμε τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης», νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν «καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα»(Ἐφ. 4,22-24) , καὶ νὰ πορευθοῦμε πρὸς αὐτόν.

Βοήθησέ μας, Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ «ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον» (Ψαλμ. 103,2). Σύ, ποὺ ντύνεις τὴ γῆ μὲ τὰ ὡραιότερα λουλούδια. Σύ, ποὺ κοσμεῖς τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα. Σὺ πού, ἐνῷ δὲν ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ροῦχα ἀνθρώπινα, ὅταν ἦρθες ἐδῶ στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος, ὑπέστης πρὸς χάριν μας τὴν πιὸ μεγάλη ἀτίμωσι, παρουσιάστηκες γυμνὸς κατάγυμνος, ὅπως σὲ γέννησε ἡ Παναγία μητέρα σου, μπροστὰ στὸν κόσμο. Ἔγινες αἰσχύνη καὶ ντροπὴ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Γυμνώθηκες, γιὰ νὰ μᾶς ντύσῃς. Γυμνώθηκες, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃς ἀγγέλους. Κ᾿ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ γίνουμε ἄγγελοι, κυλιόμαστε μέσα στὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας. Ὦ Κύριε, ἐλέησε καὶ σῶσε μας ὅταν ἔρθῃς νὰ μᾶς κρίνῃς «ἐν τῇ δόξῃ» σου «μετὰ πάντων τῶν ἁγίων» σου (Ματθ.25,31. Λουκ. 9,26. Α΄ Θεσ. 3,13)· ἀμήν.


Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Μοσχάτου - Ἀθηνῶν τὴν Μ. Παρασκευὴ 12-4-1963.

Πηγή: aktines.blogspot.gr/2013/05/blog-post_2151.html

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ

«Ἡ τελική πρᾶξις τῆς ἱστορίας δέν εἶναι

ὁ σταυρός, τό πάθος, ἡ ἀγωνία καί ὁ πόνος.

Εἶναι ἡ ἀνάστασις».



Ο ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ


τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου


 

«Ὡς ἐνιαύσιος ἀμνός, ὁ  εὐλογούμενος ἡμῖν, στέφανος χρηστός ἑκουσίως, ὑπέρ πάντων τέθυται, Πάσχα τό καθαρτήριον· καί αὖθις ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος, δικαιοσύνης ἡμῖν ἔλαμψεν Ἥλιος»

 (Ἀναστάσιμος Κανών, ὠδή δ´).

 


.               Κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τήν αἰγυπτιακή τυραννίδα ὁ ἰσραηλιτικός λαός προσετάχθη ἀπό τόν Θεό νά φάγῃ τόν πασχάλιο ἀμνό (Ἔξ. ιβ´ 3-10), ὁ ὁποῖος προετύπωνε τό ἀληθινό Πάσχα, «τόν Ἀμνόν τοῦ Θεοῦ τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (πρβλ. Ἰω. α΄ 29) καί θυσιαζόμενο ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας.
Τήν Μ. Παρασκευή θά δοῦμε καί πάλι τόν Κύριό μας ὑψωμένο ἐπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, καταπληγωμένο καί πάσχοντα.
.               Ἡ Ὀρθόδοξος ἁγιογραφία τῆς Σταυρώσεως δέν Τόν παριστᾶ ὡς ἕνα ταλαίπωρο διά σταυροῦ κατάδικο σέ ἐπώδυνο καί ἀτιμωτικό θάνατο, ἀλλά ὡς τόν Θεάνθρωπο Κύριο, πού πονᾶ καί πάσχει ὡς τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλά καί πού ὡς Κύριος τῆς δόξης δεσπόζει τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό καί προτιμᾶ ἀντί τοῦ «Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεύς Ἰουδαίων», τήν γραφή «Ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης». Καί πράγματι, ὁ Κύριός μας ἀνέβηκε ἑκουσίως ἐπάνω στόν Σταυρό ὡς Βασιλεύς πού θυσιάζεται γιά τούς ὑπηκόους του. Συγχρόνως

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Φιλοπαπικός ή αντι-οικουμενιστής πνευματικός;



_________________________________________
Ι. ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ Ι. Μ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 



Πρωτοπρ. π. Νικόλαος Μανώλης



- Ω!!! ήρωα λαέ του Θεού!!!.wmv



(Διάρκεια 00:05:39 Μέγεθος 16 MB, 21-02-2008)



Ἤδη ἀπὸ τὸ 2008 ὁ π. Νικόλαος Μανώλης δίδασκε ὅτι σήμερα –ποὺ εἴμαστε βουτηγμένοι στὴν παναίρεση τῶν ἐσχάτων, τὸν Οἰκουμενισμό– τὸ κριτήριο τῆς ἐπιλογῆς πνευματικοῦ, διαφοροποιεῖται ἀπὸ ἐκεῖνο, ἄλλων ἐποχῶν. Οὐσιαστικὰ δηλαδή, ὁ π. Νικόλαος ἀπὸ τὸ 2008 δίδασκε τὴν κατὰ τοὺς Πατέρες ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ φιλοπαπικοὺς καὶ Οἰκουμενιστὲς γέροντες, ἔστω κι ἂν αὐτοὶ εἶναι πρᾶοι καὶ ἐγκρατεῖς, ἢ αὐστηροὶ πνευματικοὶ καὶ ἐξομολόγοι, ὑπενθυμίζοντάς μας ἔτσι τὸν λόγο τῶν Ἁγίων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου: 

"Πᾶς ὁ λέγων ἢ πράσσων παρὰ τὰ διατεταγμένα, κἂν αξιόπιστος ᾖ, κἂν νηστεύῃ, κἂν παρθενεύῃ, κἂν σημεῖα ποιῇ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ, φθοράν προβάτου κατεργαζόμενος".

Ἀπομαγνητοφωνήσαμε καὶ παραθέτουμε ἕνα μικρὸ τμῆμα τῆς ὁμιλίας ἐκείνης, μὲ τὴν ὑποσημείωση ὅτι, ἂν τότε ἔκρινε ἀναγκαία τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς φιλοπαπικούς, πόσο μᾶλλον αὐτὸ εἶναι ἀναγκαιότατο σήμερα;

«Ἔγινε τὸ 1440 ἡ ἐνθρόνιση στὴν Κων/πολη τοῦ φιλολατίνου Πατριάρχη Μητροφάνους τοῦ Β΄. Ὁ ἐφημέριος ἑνὸς ναοῦ, π. Θεοφύλακτος, ἀντίθετος μὲ τὸν Πάπα, παρευρέθηκε ἀπὸ μακριὰ στὴν ἐνθρόνιση, γιατὶ ἤθελε νὰ δεῖ τὴν τάξη τῆς ἐνθρονίσεως... Ὅταν γύρισε στὴν ἐνορία του πῆγε νὰ κάνει τὸν Ἑσπερινό. Χτυπάει τὴν καμπάνα, ἀρχίζει τὸν Ἑσπερινό, μόνος του. Τὴν ἄλλη μέρα ἦταν Κυριακή. Χτυπάει τὴν καμπάνα, οὐδεὶς ἐνορίτης μέσ’ στὸν ναό. Βρεί, τί γίνεται; Βγαίνει ἔξω, κόσμε, ποῦ εἶστε;

-Φύγε ἀπὸ δῶ, δὲν σὲ θέλουμε, εἶσαι λατινόφρονας».

Ὁ λαὸς δὲν πῆγε στὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ παρευρέθη στὴν ἐνθρόνιση τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου.

«-Βρὲ παιδιά, ὄχι λάθος κάνατε...


Πῶς ἀντιδροῦσε ὁ λαός; Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι, ὄχι ἁπλὰ τοὺς αἱρετικοὺς Παπικοὺς δὲν πρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε, οὔτε τοὺς φιλολατίνους Ὀρθοδόξους δὲν πρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε. Προσέξτε το αὐτό. Καὶ εἶχα δώσει καὶ μιὰ κατεύθυνση, ἂν θυμᾶσθε στὰ πρῶτα μαθήματα στὴ σχετικὴ ἐρώτηση ποὺ μοῦ εἶχε γίνει.

-Ἂν ὁ πνευματικός μου εἶναι φιλοπαπικός;

-Σᾶς εἶχα πεῖ, ἂν θυμᾶσθε, χαρακτηριστικά, φεύγουμε χοροπηδώντας!

-Κι ἂν δὲν ἐκφράζετε;

Ἐγὼ θὰ τὸν ρωτοῦσα.

-Ἅγιε γέροντά μου, ποιά εἶναι ἡ θέση γιὰ τὸν Πάπα. Εἶναι ἔγκυρα τὰ μυστήρια τῶν Καθολικῶν;

Μὰ λέει, «δὲν μοῦ ἀπαντάει».

Τί σημαίνει αὐτό; Τί σημαίνει ποὺ δὲν σοῦ ἀπαντάει;

Σήμερα τὸ κριτήριο δὲν εἶναι, ἂν ὁ παπάς, ὁ πνευματικὸς (καὶ νομίζω ὅτι ἔχω καὶ τὴν μαρτυρία τῶν δύο ἱερέων ποὺ ἔχουμε ἐδῶ)..., ἂν εἶναι αὐστηρός, ἂν εἶναι ἤρεμος, ἂν εἶναι ἅγιος, ἂν εἶναι πρᾶος, ἂν εἶναι ἐγκρατής... Τώρα δὲν ἔχουμε αὐτὴν τὴν πολυτέλεια· τώρα ἕνα εἶναι τὸ κριτήριο: εἶσαι μὲ τὸν Πάπα, πάτερ, ἢ δὲν εἶσαι;

Αὐτὸ εἶναι τὸ κριτήριο στὴν σημερινὴ ἐποχή. Τὸ συναντοῦμε τριγύρω μας στὴν καθημερινότητά μας. Πιστεύω κι ἐσεῖς οἱ ἴδιοι, ὅταν πᾶτε νὰ ἀνοίξετε θέμα ἀντιπαπικό, νὰ εἰσπράττετε ἀπὸ τὴν μία τὴν ἄγνοια τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰρωνεία, καὶ τότε νὰ ἀντιλαμβάνεστε πὼς οἱ σύντροφοί σας, οἱ συγγενεῖς σας, τὸ σόϊ σας ἔχει πολὺ περισσότερη ἀγάπη ἀπὸ σᾶς. Τότε ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ὅλοι στὸ σόϊ σας ἀγαποῦν τοὺς Παπικούς. Μὰ γιατί; Ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν Πάπα (λένε). Νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Πάπα.

Μοῦ ἔλεγε κάποια... Ἄφησέ τα αὐτὰ τὰ θέματα· αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς παπάδες, δὲν ἀφοροῦν τὸ ποίμνιο, σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο πρέπει νὰ τὸ ξεκαθαρίσουμε τὸ θέμα.

Ὅχι. Τὸν κόσμο ἀπασχολοῦν. Γιατὶ τὰ πράγματα σφίγγουν.

http://katanixis.blogspot.gr/2013/04/wmv_8267.html


Τὸ περιστατικὸ ποὺ μνημόνευσε στὴν ἀρχὴ ὁ π. Νικόλαος, τὸ αναφέρει καὶ ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς στὸ γνωστὸ βιβλίο του περὶ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου. Τὸ παραθέτουμε:

«Ὁ μέγας ἐκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος μᾶς περιγράφει στά ἀπομνημονεύματά του καί μία θαυμάσια ἀντίδρασι καί ἀποτείχισι τοῦ λαοῦ ἀπό τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας των. Ὁ ἱερεύς αὐτός, ἀπό ἁπλή, θά λέγαμε, περιέργεια, ἠθέλησε νά ἰδῆ πῶς γίνεται ἡ ἐνθρόνισις τοῦ νέου Πατριάρχου. Ὅταν λοιπόν, κατά τήν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας ἀπεβίωσε ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ, ἐξελέγη μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορος ὁ Λατινόφρων καί ἑνωτικός Κυζίκου Μητροφάνης. Κατά τήν πομπή αὐτή καί τελετή ἦτο παρών καί ὁ Λατίνος Ἐπίσκοπος Χριστοφόρος. Ὁ Συρόπουλος περιγράφει τά γεγονότα καί τά σχετικά μέ τόν ἱερέα Θεοφύλακτο ὡς ἑξῆς:
"Ἡτοιμάσθη τοίνυν Κυζίκου καί ἐδέξατο τό μήνυμα· προσεκαλέσατο δέ καί τόν Τραπεζοῦντος καί τόν Ἡρακλείας παραγενέσθαι ἐν τῷ μηνύματι, καί οὐκ ἦλθον. Τῇ τετράδι οὖν, καθἥν ἀποδίδοται ἑορτή τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, ἥτις ἥν καί τετάρτη τοῦ Μαΐου, ἦλθεν εἰς τά βασίλεια καί προεβλήθη παρά τοῦ βασιλέως πατριάρχης. Παρῆμεν δέ καί ἡμεῖς καί ἐν τῷ μηνύματι καί ἐν τῇ προβλήσει καί προεπέμπομεν αὐτόν εἰς τό πατριαρχεῖον· παρῆν δέ καί τοῦ πάπα λατινεπίσκοπος Χριστοφόρος παρὅλην τήν ὁδόν πλησιάζων τῷ δεξιῷ μέρει τοῦ πατριάρχου καί μηδόλως αὐτοῦ ἀφιστάμενος. Τοῦτο δέ καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ καί ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ.  Προσθήσω δέ καί τι μικρόν ἀφήγημα πρός παράστασιν τοῦ πρός τήν ὀρθοδοξίαν θερμοῦ ζήλου τοῦ εὐσεβοῦς καί χριστιανικωτάτου τοῦδε λαοῦ καί ἄλλως χαρίεν.
»Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ πατριάρχου πρόβλησις· ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον (οὐδέ γάρ ἐκέκτητο) καί ἦλθεν εἰς τά βασίλεια, καί ἰδών τήν πρόβλησιν, ἦλθε μεθ' ἡμῶν μέχρι καί τοῦ πατριαρχείου. Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τό ἴδιον οἴκημα, καί κατά τήν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ἐσήμανεν (ἦν γάρ ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως), καί οὐδείς ἦλθεν εἰς τόν ναόν αὐτοῦ· ὡσαύτως καί εἰς τόν ὄρθρον, καί οὐδείς ἦλθε· ἐξεδέχετο δέ καί εἰς τήν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν, καί οὐκ ἔφερε· διό οὐδέ ἐλειτούργησεν· Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καί ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; Οἱ δέ ἔλεγον αὐτῷ· Διότι ἠκολούθησας καί σύ τῷ πατριάρχῃ καί ἐλατίνισας. Ἔλεγεν οὖν ἱερεύς· Καί πῶς ἐλατίνισα; ἐγώ ἀπῆλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τήν τάξιν μόνον ἥν οὐδέποτε εἶδον, καί οὔτε ἐφόρεσα οὔτε ἔψαλα οὔτε τι ἱερατικόν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα; Οἱ δέ εἶπον·  Ἀλλ' ἀνεμίχθης καί συνοδοιπόρεις μετά τῶν λατινισάντων ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου καί ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ. Τότε ἠγανάκτησεν, ἵνα δυσωπῇ αὐτούς μεθ' ὑποσχέσεων ἐνόρκων, ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τόν πατριάρχην ἤ εἰς τούς πλησιάζοντας αὐτῷ, καί μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἰ οὖν ὥσπερ ἥδυσμά τι προσετέθη τοῦτο τῷ λόγῳ, ἀλλ' οὖν καί ἐκ τοῦτου ἔξεστι τοῖς βουλομένοις τεκμαίρεσθαι ὁποίαν τινά διάθεσιν ἔχει Θεοῦ χάριτι περί τά ὑγιῆ τῆς Ἐκκλησίας δόγματα ὁ χριστιανικώτατος ὅδε λαός καί ὅπως ἀποστρέφεται καί μισεῖ τά νόθα τε καί ἀλλότρια" (ὅπ. ἀν. σελ. 554).
   Ἀπό τήν περιγραφή αὐτή φαίνεται ἡ στάσις τοῦ λαοῦ καί ἡ συμβολή του εἰς τήν ἀποκατάστασι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ λαός ὄχι μόνο ἐγνώριζε τήν πίστι του, ἀλλά καί τήν στάσι πού ἔπρεπε νά κρατήση ὅταν αὐτή ἐπροδίδετο. Καί ἡ στάσις αὐτή ἦτο ἡ ἀποτείχισις. Ὁ λαός της Κων/πόλεως ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἦτο πλησίον στόν Πατριάρχη ὁ λατινοεπίσκοπος, ἐπίστευσε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἀποδέχεται τόν Λατινισμό καί τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου τήν ἐδέχετο μέ ἀπέχθεια. «Τοῦτο δέ (τό γεγονός τῆς παρουσίας τοῦ λατινεπισκόπου) καί πλείονα μέμψιν ἀπό τοῦ λαοῦ καί ἀποστροφήν προὐξένει τῷ πατριάρχῃ, ὡς ἀποδεχομένῳ τόν λατινισμόν, καί ἐδέχετο λαός τήν εὐλογίαν τοῦ πατριάρχου λίαν ἀηδῶς, τινές δέ καί ὑπεχώρουν ἵνα μή θεωρῶσι τήν εὐλογίαν αὐτοῦ». Ἡ ἀξιοθαύμαστη ἐπιπλέον ἀντιμετώπισις τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ἱερέως Θεοφυλάκτου, οἱ ὁποῖοι αὐθόρμητα, χωρίς συνεννόησι, χωρίς προετοιμασία, χωρίς νά ἐρωτήσουν τόν πνευματικό καί νά πάρουν εὐλογία, χωρίς νά ὑπολογίσουν ἄν θά μείνουν μία τέτοια ἑορτάσιμο ἡμέρα ἀλειτούργητοι κλπ. ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες πρέπει νά λειτουργῆ μέσα μας ὡς ὀρθόδοξο ἔνστικτο, κάτι δηλαδή σάν τό τίναγμα τοῦ χεριοῦ μας, ὅταν ἔλθη σέ ἐπαφή μέ τή φωτιά».





Η αγία και Μεγάλη Τετάρτη

"Πόρνη προσῆλθε σοι..."


 
 
+Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε
Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης
Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους
 
Ἡ τελευταία Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τετάρτης εἶναι ἡ κατακλείς καί τό ἐπιστέγασμα ὁλοκλήρου τῆς  περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Μᾶς ἀποκαλύπτει τί θαυμαστά ἔργα ἠμπορεῖ νά ἐπιτελέση καί πόσες παγίδες καί πειρασμούς προξενεῖ, ὅταν ἀπουσιάζει ἀπό τήν ζωή μας.
Τό ζεῦγος τῶν γεγονότων τῆς ἡμέρας εἶναι: Ἡ ἁμαρτωλή γυναῖκα καί ὁ μαθητής Του, ὁ Ἰούδας, ὁ ἀνατροπεύς τῆς μετανοίας. Ἡ ἁμαρτωλή εὑρίσκεται στήν χειρότερη κατάστασι τῆς ἠθικῆς πτώσεώς της, στήν ἀκολασία, ἐνῶ ὁ Ἰούδας στήν τιμιώτερη θέσι: εἶναι μαθητής τοῦ Δεσπότου.
Ἡ μετάνοια τήν ἁμαρτωλή γυναῖκα τήν ἀνυψώνει καί τήν κάνει μυροφόρο, ἐνῶ τόν Ἰούδα ἡ φιλαργυρία τόν καταβιβάζει στήν πλέον ἀπαίσια πτῶσι. Τόν κάνει προδότη τοῦ Διδασκάλου Του καί τέλος τόν ὁδηγεῖ στόν ἀπαγχονισμό του. Αὐτή ἡ ἀλλαγή τῶν δύο καταστάσεων μᾶς γεμίζει τήν καρδιά ἀπό φόβο καί ἀγωνία γιά τήν σωτηρία μας, ἀλλά καί συγχρόνως ἀπό ἐμπιστοσύνη καί ἐλπίδα στήν μεγάλη δύναμι τῆς μετανοίας.
  Ἄς σταματήσουμε πιό σχολαστικά πάνω σ᾿ αὐτές τίς δύο καταστάσεις.
    Οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ἰδιαίτερα, καί ὁ ἑβραϊκός λαός γενικά, εἶχαν πίστι ὅτι αὐτοί ὡς λαός ἐκλεκτός καί τηρητής τοῦ Νόμου πού ἦτο, ἦσαν προορισμένοι αὐτεπαγγέλτως νά εἶναι καί κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ὁ Σωτήρ σέ ἀλλεπάλληλες εὐκαιρίες τούς ἔδειξε ὅτι αὐτή ἡ πίστις τους εἶναι ἐσφαλμένη.
  Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, αὐτό ἀκριβῶς θέλει νά ἐκφράση: Ἕνας ἁμαρτωλός κι ἕνας δίκαιος μέ θέσεις καί ἔργα στήν ζωή τους, ξαφνικά ἀλλάζουν τίς θέσεις τους, λόγῳ τῆς ψυχικῆς τους ἀντιθέσεως. Οἱ γεωργοί τοῦ ἀμπελῶνος, ὅπως λέγει ἡ Παραβολή, στήν ἀρχή εἶχαν ἐμπιστοσύνη στόν οἰκοδεσπότη τοῦ ἀμπελῶνος, ἀλλά κατόπιν ἄκουσαν τήν σταθερή ἀπόφασι τοῦ Κυρίου:
"Διά τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τούς καρπούς αὐτῆς"
(Ματ.21,43).
Ὁ μαθητής Ἰούδας καί ἡ πόρνη πού μνημονεύονται τήν Μεγάλη Τετάρτη μᾶς ἐκφράζουν ἀκόμη πληρέστερα αὐτό τό πρᾶγμα. Ὁ μαθητής γνωρίζει καλλίτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον τόν Κύριόν του. Εἶχε ζήσει χρόνια μαζί Του, εἶχε ἰδεῖ θαύματα, εἶχε ἀκούσει τόσες θαυμαστές διδασκαλίες καί μ᾿ ὅλα αὐτά, ἔγινε δοῦλος τῆς φιλαργυρίας καί κατήντησε σέ αἰώνια  ψυχική του ἀπώλεια.
Ἀντίθετα, ἡ ἀποξενωμένη, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν της γυναῖκα, προσκομίζοντας μόνο μέ μεγάλη μετάνοια τά δάκρυά της καί τό πολυτίμητο μῦρο, γίνεται μυροφόρος καί ἑτοιμάζει τά δέοντα γιά τόν ἐνταφιασμό τοῦ Κυρίου καί τό ἔργο της αὐτό διαλαλῆται πάντοτε σ᾿ ὅλο τόν κόσμο πρός ἀνάμνησιν (Μαρκ.14,9).
Ἡ ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου θέτει πάντοτε ἐνώπιόν μας αὐτές τίς δύο καταστάσεις: τοῦ μαθητοῦ καί τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ἡ ἀλλαγή προῆλθε ἀπό τήν μετάνοια τῆς πόρνης καί τήν πτῶσιν τοῦ Ἰούδα, λόγῳ τῆς φιλαργυρίας.
 
"Πόρνη προσῆλθε σοι, 
μύρα σύν δάκρυσι κατακενοῦσα σου,
ποσί Φιλάνθρωπε,
 καί δυσωδίας τῶν κακῶν
λυτροῦται τῇ κελεύσει σου...
μαθητής ὁ ἀχάριστος βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε...".
(Κάθισμα ὄρθρου τῆς ἡμέρας).
 
Ἐνῶ ἡ μοναχή Κασσιανή στό περίφημο Δοξαστικό τῶν Ἀποστίχων μᾶς ἐκφράζει τήν ψυχική ἀνησυχία πού εἶχε καί τόν ὀδυρμό τῆς πόρνης μπροστά στά πόδια τοῦ Κυρίου.
Ἡ ἀθάνατη διδασκαλία πού προκύπτει ἀπό τά γεγονότα αὐτῆς τῆς ἡμέρας δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωσι νά τήν ξεχνᾶμε. Αὐτό πού συνέβη μέ τόν Ἰσραήλ καί τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, τό ἴδιο μπορεῖ νά γίνη στόν Νέο Ἰσραήλ μέ τούς Χριστιανούς καί τούς ἱερούς Λειτουργούς τους, ἱερεῖς καί μοναχούς. Δέν ὁδηγεῖ στήν σωτηρία μόνο ἡ ἀντίληψις ὅτι εἴμεθα λαός ἐκλεκτός, Χριστιανοί, ἱερεῖς κλπ., ἀλλά ποιά θά εἶναι ἡ ἀπάντησις στήν πρόσκλησι γιά ἐσωτερική ζωή, μετάνοια  καί ταπείνωσι. Γι᾿ αὐτό οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν συχνά ὅτι καλλίτερα ἕνας ἁμαρτωλός ταπεινός, παρά ἕνας ὑπερήφανος δίκαιος.
Στό τέλος τῆς Νηστείας ἡ μνημόνευσις τῆς πόρνης καί τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα ἔχει μία ἰδιάζουσα ἐξήγησι. Πλησιάζουμε τό Ἅγιο Πάσχα, μετά ἀπό μία μακρά περίοδο προετοιμασίας μέ πολλούς κόπους. Ἄς μήν εἴμεθα ἀπράγμονες καί ἀδιάφοροι. Μία ἀπροσεξία μας μπορεῖ νά ἀφανίσει ὅλο τό κέρδος τῆς ψυχῆς μας, ὅπως ἔγινε μέ τό πάθος τῆς φιλαργυρίας τοῦ Ἰούδα.
Ἐπίσης ὁ φορτωμένος μέ πολλές ἁμαρτίες καί ἀποξενωμένος ἀπό τόν Θεό ἄνθρωπος, ἔχει κι αὐτός ἐλπίδα σωτηρίας. Μία εἰλικρινής μετάνοια καί ἀπάρνησις τῆς κακίας ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς, ἠμπορεῖ νά τόν ἀξιώση τῆς συγχωρήσεως, ὅπως συνέβη μέ τήν πρώην "δυσώδη καί βερβορωμένη ἐκπεσοῦσα γυνή".
Μέ φόβο καί ἐλπίδα λοιπόν, ἄς ἐργαζώμεθα τήν σωτηρία μας. Μέ φόβο, λόγῳ ἀσθενείας καί καχεξίας τῆς ἀνθρωπίνες φύσεώς μας, μέ ἐλπίδα δέ, χάρις στήν δύναμι τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία μᾶς ἀνορθώνει καί στήν ἀπέραντη εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, μπροστά στήν ὁποία καμμία ἁμαρτία δέν ἀνθίσταται. Καί ὁ Ἰούδας ἠμποροῦσε νά συγχωρηθῆ, ἐάν μετανοοῦσε. Μᾶς τό πιστοποιεῖ ἡ ἁμαρτωλή γυναῖκα, ἡ ὁποία χύνοντας τά πολλά δάκρυά της, λυτρώθηκε ἀπό τήν δυσωδία τῶν παθῶν της.
  Τό αὐτό ὁμοίως μᾶς δείχνει καί ὁ ἄλλος μαθητής, ὁ Πέτρος, ὁ ὁποῖος μετά τήν τριττή ἄρνησί του καί τά πικρά δάκρυά του, ἔλαβε τήν συγχώρησι ἀπό τόν Κύριο, ὅπως ἡ πόρνη.
Ἡ Μεγάλη Τετάρτη εἶναι σκοτεινή καί λυπηρά ἡμέρα, λόγῳ τῆς διαβουλεύσεως τοῦ Ἰούδα γιά τήν πώλησι τοῦ Ἰησοῦ καί τῆς ἀποφάσεως τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων γιά τόν φόνο Του, καθώς μᾶς λέγει καθαρώτερα τό τροπάριο τῆς προφητείας στήν Τριθέκτη αὐτῆς τῆς ἡμέρας:
 
"Σήμερον τό πονηρόν συνήχθη συνέδριον,
καί κατά σοῦ κενά ἐμελέτησε.
Σήμερον ἐκ συμφώνου τόν βρόχον Ἰούδας ἀρραβωνίζεται·
Καϊάφας δέν ἄκων ὁμολογεῖ,
ὅτι εἷς ὑπέρ πάντων ἀναδέχῃ τό πάθος ἑκούσιον.
Λυτρωτά ἡμῶν, Χριστέ ὁ Θεός δόξα σοι".
 
Γι᾿ αὐτό τό ἐλεεινό ἔργο τοῦ μαθητοῦ καί τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τόν Μεσσία, πού τόσο Τόν περίμεναν, ἡ Ἐκκλησία πενθεῖ ὅλες τίς Τετάρτες τοῦ ἔτους ἐπιβάλλοντας νηστεία καί προσευχή. Καί τοῦτο διότι ἡ ἁμαρτία τῆς πωλήσεως καί ἀρνήσεως τοῦ Δεσπότου, δέν ἐξαφανίσθηκε μέ τόν θάνατο τοῦ Ἰούδα, ἀλλά συνεχίζεται στούς αἰῶνες καί βαρύνει μέ τήν ἴδια ἐνοχή τούς Χριστιανούς. Διότι καί αὐτοί, ὅπως ὁ ἑβραϊκός λαός, ἀξιώθηκαν τῶν μεγίστων δωρεῶν τοῦ Δεσπότου, τήν ἐξαγορά ἐκ τῆς ἁμαρτίας, τήν τιμή τής μαθητείας καί ὅμως πωλοῦν τόν Δεσπότη μέ τά ἄτιμα χρήματα καί τίς μάταιες ἐπιδιώξεις τοῦ παρόντος αἰῶνος.
Λύτρωσαι, Κύριε, τίς ψυχές μας ἀπό τέτοιου εἴδους ἀνομίες!
 
ἀπόσπασμα από τό βιβλίο
Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε
Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους
ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ  ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ
Μετάφρασις-Ἐπιμέλεια
Ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου 2003


Ἐπιμέλεια κειμένου  Αναβάσεις

πηγή

Τρίτη 30 Απριλίου 2013



Μεγάλη Τρίτη βράδυ
Ὁμιλια Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Οἴμοι! ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει…»
«Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα  Σωτήρ μου;» (Μ. Τετ. δοξ. ἀποστ. αἴν.)

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/wp-content/uploads/2013/04/%CE%97-%CE%91%CE%B3.-%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B7.jpg

Ἀπόψε Μεγάλη Τρίτη. Σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας παρατηρεῖται μία ἐξαιρετικὴ συῤῥοή. Ὄχι τόσο γιὰ προσευχή, γιὰ θρῆνο, γιὰ ψυχικὴ συμμετοχὴ στὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ὅσο γιατὶ τοὺς ἑλ­κύει τὸ γνωστὸ τροπάριο. Αὐτὸ γίνεται ὁ μαγνήτης. Μερικοὶ μάλιστα στὶς μεγάλες πόλεις χρονομετροῦν πόσο θὰ διαρκέσῃ.
Ἀλλὰ τὰ τροπάρια δὲν εἶνε κοσμικὰ τραγού­δια. Δὲν ἔγιναν γιὰ καλλιτεχνικοὺς σκοπούς, γιὰ νὰ τέρψουν μουσικῶς τὰ αὐτιά. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἄλλο σκοπό. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε ᾠδεῖο. Ὁ ὀρθόδοξος ναός, ἐν ἀν­τιθέσει πρὸς τοὺς παπικοὺς μὲ τὰ ἁρμόνια καὶ τοὺς προτε­στάντες μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσι­κὴ καὶ τὶς ἄλ­λες αἱρέσεις, ὁ ὀρθόδοξος ναὸς δὲν καλ­λιερ­γεῖ τὴν τέρψι τῶν αἰσθήσεων. Ὁ ψάλτης δὲν εἶνε τραγουδιστὴς σὰν αὐτοὺς ποὺ ἐμ­φα­νίζονται στὰ κέντρα. Ὁ ψάλτης πρέπει νὰ αἰ­σθάνεται κατάνυξι, νὰ κλαίῃ. Ἂν δὲν πιστεύῃ καὶ δὲν αἰσθάνεται αὐτὰ ποὺ ψάλλει, νὰ μὴ γίνεται ψάλτης. Γνώρισα ἕνα ψάλτη, τὸν ἀ­είμνη­στο Σακελλαρίδη, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔψαλλε ἔκλαιγε καὶ συγκινοῦσε τὸ ἐκκλησίασμα.
Δὲν ἔγιναν λοιπὸν οἱ ὕμνοι γιὰ νὰ ἐπιδεικνύ­ωνται οἱ ψάλτες καὶ νὰ εὐ­φραίνωνται οἱ ἐκ­κλησιαζόμενοι αἰσθητι­κῶς καὶ μουσικῶς. Δὲν εἶνε σκοπὸς τὰ τροπά­ρια, εἶνε μέσο. Αὐτοὶ ποὺ ἔφτειαξαν τὰ τρο­πάρια, ἅγιοι θεοκίνητοι ἄνθρω­ποι, σκοπὸ εἶχαν νὰ κεν­­τήσουν τὴ συνείδησι τοῦ ἐνόχου, νὰ ἐμ­πνεύσουν ἰδέες μεγάλες καὶ ὑ­ψηλές, νὰ διεγείρουν αἰσθήματα ἅγια καὶ ὑπέ­ροχα, ὅπως τὸ «γνῶθι σαυτόν», τὴ συναίσθη­σι τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ τῆς ματαιότητος τῶν ἀνθρωπίνων, πρὸ παν­τὸς δὲ τὴν ἐλπίδα στὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ κάθε ἁμαρτω­λό. Ἐκεῖ ἀποβλέπει ἡ ποίησις τῶν ὀρθοδόξων.
Αὐτὰ γενικὰ γιὰ τὴ θρησκευτικὴ ποίησι. Καὶ τώρα ἂς ἔλθουμε στὸ συγκεκριμένο ποίημα.
* * *
Τί εἶνε τὸ ποίημα αὐτό; Εἶνε ἕνα διαμάντι ποὺ ἀπαστράφτει, ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα δείγματα τῆς ὀρθοδόξου ποιήσεώς μας. Ποιός εἶνε ὁ ποιητής; Ὑπάρχουν διάφορες γνῶμες μεταξὺ τῶν φιλολόγων καὶ τῶν θεολόγων. Οἱ περισσότερες συγκλίνουν, ὅτι ποιητὴς εἶνε μία ὑπέροχη γυναίκα τοῦ Βυζαντίου, ἡ Κασσι­ανή. Ἡ δημιουργία τοῦ ποιήματος συνδέεται μὲ ἕ­να ἐπεισόδιο τῆς Βυζαντινῆς ἱστορίας.
Νοερῶς βρισκόμαστε στὸ 830 μ.Χ., στὴν πρωτεύουσα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, στὰ ἀνάκτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Πόσο φθαρτὰ καὶ μάταια εἶνε τὰ ἐγκόσμια! Ἴσως στὸ μέρος ἐκεῖνο, ποὺ ἦταν τὰ ἀνάκτορα τοῦ Βυζαντίου, τώρα νὰ εἶνε κάποιος τούρκικος κα­φενὲς καὶ κάποιος Τοῦρκος νὰ ῥουφᾷ νωχε­λῶς τὸ ναργιλέ του… Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ λεγό­με­νο Τρίκλινον, τὴν περίφημη αἴθουσα τῶν ἀ­νακτόρων τοῦ Βυζαντίου, ἕνας νεαρὸς αὐτοκράτωρ ἐπάνω στὸ ἄνθος καὶ τὴ λάμψι τῆς νεότητός του, ὁ Θεόφιλος, περιμένει ἐναγωνίως. Περιμένει νὰ ἐκλέξῃ τὴ νύφη, τὴν μέλλουσα σύζυγό του, ποὺ θὰ γινόταν καὶ ἡ μέλλουσα βασίλισσα τοῦ κράτους.
Στὸ Τρίκλινο ἔχει συγκεντρωθῆ ὅ,τι ἐκλεκτὸ ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ὁ γυναικεῖος κόσμος τῆς αὐτοκρατορίας· νεάνιδες, ἄνθη – κρίνα τῆς ἀνοίξεως, ἀναμένουν τὴ στιγμὴ τῆς ἐκ­λογῆς. Τὰ αἰσθήματα πάλλουν καὶ οἱ καρδιὲς χτυποῦν. Ὁ νεαρὸς Θεόφιλος κρατάει στὰ χέρια του ἕνα χρυσὸ μῆλο, γιὰ νὰ τὸ δώ­σῃ ὡς βραβεῖο σ᾽ ἐκείνην ποὺ θὰ ἐκλέξῃ.
Ἀπ᾽ ὅλες τὶς νέες τὰ βλέμματά του ἑλκύει μία ἔξοχος καλλονή, ἡ Κασσιανή. Τὴν πλησι­άζει. Ἀλλὰ πρὶν τῆς δώσῃ τὸ μῆλο, τῆς ἀπευθύ­­νει ἕνα ἐρώτημα, ποὺ περιέχει μὲν ἀλήθεια ἀλ­λὰ θίγει τὴ γυναικεία ἀξιοπρεπεία. –«Ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ φαῦλα;», ἀπὸ γυναῖκα ἐ­πήγασαν τὰ κακά; Ὁ λόγος αὐτὸς ὑπονοεῖ τὴν Εὔα καὶ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκφρασις μισογυνισμοῦ. Ἀλλὰ ἡ Κασσιανή, εὐφυεστάτη καὶ ἑτοιμόλογος, δὲν δέχθηκε τὸ πλῆγμα αὐτὸ τοῦ Θεοφίλου. Ἀπολογουμένη ἐκ μέρους τοῦ γυναικείου κόσμου καὶ ἔχον­τας ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ἰδεώδη γυναῖκα, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀπαντᾷ στὸν Θεόφιλο· «Ἀλλὰ καὶ ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ κρείττω», ἀλλ᾽ ἀπὸ γυναῖκα προέρχεται καὶ ὅ,τι καλύτερο.
Αὐτὸς ὁ διαξιφισμὸς μεταξὺ τοῦ ἀνδρικοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς γυναικείας ἀξιοπρεπείας διεξήχθη στὰ ἀνάκτορα. Ἀλλὰ εἶνε γνωστό, ὅτι ὁ ἄντρας εἶνε ὑπερήφανος καὶ θέλει νὰ ἔχῃ ὑποταγμένη τὴ γυναῖκα. Γι᾽ αὐτὸ δὲν τὸν εὐχαριστεῖ νὰ ἔχῃ γυναῖκα εὐφυᾶ· θέλει ἡ γυναίκα του νὰ εἶνε κατωτέρας διανοήσεως, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ τὴν ὑποτάσσῃ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεόφι­λος, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι στὸ βάθος τῆς ὡ­ραίας αὐτῆς γυναίκας ὑπῆρχε σπινθηροβολοῦσα εὐφυΐα, κοντοστάθηκε· ἄλλαξε ἐ­πιλο­γὴ καὶ ἔδωσε τὸ μῆλο ὄχι στὴν Κασσιανή, ἀλ­λὰ στὴν Θεοδώρα, ποὺ ἦταν ἐπίσης ὡ­ραία ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ σπινθηροβόλο πνεῦμα τῆς Κασσιανῆς. Ἡ σεμνὴ Θεοδώρα ἦταν ἐκείνη ποὺ συνετέλεσε στὴν ἀναστήλωσι τῶν ἱε­ρῶν εἰκόνων καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Καὶ ἡ Κασσιανὴ τί ἔγινε; Ὦ κορίτσια, ποὺ τρέμετε μήπως χάσετε τὸν μνηστῆρα καὶ κάνετε τὰ πάντα νὰ τὸν κατακτήσετε, ἡ Κασσι­ανή, ἰδοὺ τὸ ἔξοχο ὑπόδειγμά σας. Δὲν εἶνε σπάνιο στὴ ζωὴ ἕνας ἀνεύθυνος νέος, ἀφοῦ τρυγήσῃ τὰ κάλλη σας, νὰ σᾶς ἐγκαταλείψῃ. Καὶ λοιπόν τί; Νομίζετε, ὅτι ἡ ζωὴ πλέον δὲν ἔχει νόημα καὶ εἶστε γιὰ τὸν κάδο τῶν ἀχρήστων; Πόσο ἀπατᾶσθε! Ἡ εὐτυχία σας δὲν εἶνε ἕνας ἄντρας. Ὄχι. Ὅπως καὶ τοῦ ἀντρὸς ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε μιὰ γυναίκα. Ἡ εὐτυχία τοῦ ἀντρὸς ἢ τῆς γυναικὸς εἶνε πέρα ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, τὶς ἡδονὲς καὶ τὰ θέλγητρα, πάνω ἀπ᾽ τὴ γῆ, πέρα ἀπ᾽ τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, σὲ ἕναν ἀπέραντο κόσμο. Καὶ σ᾽ αὐ­τὸν τὸν αἰώνιο κόσμο μᾶς ἀνοίγει σήμερα τὰ μάτια ἡ Κασσιανή.
Ἡ Κασσιανὴ μπορεῖ νὰ ἀπέτυχε στὸν ἔρωτα, ἀλλὰ πέτυχε στὴ ζωή. Ἡ ἀποτυχία τοῦ ἔρωτος ὑπῆρξε γι᾽ αὐτὴν μία ἀρίστη ἐπιτυχία στὸν προορισμὸ τῆς ζωῆς της. Διότι τί ἔκανε; Οὔτε δηλητήριο πῆρε, οὔτε πῆγε νὰ πέσῃ ἀ­πὸ τοὺς βράχους, οὔτε νὰ πνιγῇ στοὺς ποταμούς; Ἔδειξε μεγαλεῖο, ψυχικὸ ἡρωισμό. Ἀ­ποσύρθηκε μακριὰ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, στὴν ἔρημο, κ᾽ ἐκεῖ πέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωή της. Καὶ ἐπειδὴ εἶχε χάρισμα, ἔγραψε ὕμνους· καρπὸς τοῦ ποιητικοῦ ταλάντου της εἶνε καὶ τὸ ποίημα αὐτὸ ποὺ τόσο μᾶς συγκινεῖ.
Εἶνε βασισμένο στὸ περιστατικὸ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ποὺ ἔκλαψε μπροστὰ στὸ Χριστό, τοῦ ἔπλυνε τὰ πόδια μὲ μύρα καὶ μὲ τὰ δάκρυά της, καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ πλούσια μαλλιά της. Αὐτὴ τὴ γυναῖκα ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν στὸ ποίημά της ἡ Κασσιανή.
Τὸ νόημα τοῦ ποιήματος. Κύριε, εἶμαι μιὰ γυναίκα ἁ­μαρτωλή. Ἔφταιξα πολύ. Σὰν τὴν Εὔα, ποὺ ἁ­μάρτησε καὶ μόλις ἄκουσε τὰ βήματά σου στὸν παράδεισο κρύφτηκε ἀπὸ φόβο. Σὰν τὴν πόρνη, ποὺ ἦλθε μπροστά σου καὶ ἔχυσε τὰ πολύ­τιμα μύρα της. Μοιάζω σὰν ἕνα κουρέλι. Ζῶ μέσα σ᾽ ἕνα σκοτάδι, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἥλι­ος, δὲν ὑπάρχει φεγγάρι, δὲν ὑπάρχει ἄστρο. «Νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας». Ὑποφέρω, Κύριε, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μου. Ἀλλὰ δὲν ἀπελπίζομαι. Ἔρχομαι σ᾽ ἐσένα. Ἔρχομαι σὰν τὴν μυροφόρο. Ἔρχομαι σὰν τὴ μετανοημένη ἁμαρτωλή. Σύ, Χριστέ, ποὺ ἔφτειαξες τὰ ποτάμια, σὺ ποὺ ἔφτειαξες τοὺς ὠκεανούς, σὺ ποὺ ἔφτειαξες τὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων, δός μου ἕνα δάκρυ νὰ χύσω μπρὸς στὰ πόδια σου. Δός μου, Χριστέ, τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ μὲ δεχτῇς στὸ βασίλειό σου.
Καὶ πρὸς τὸ τέλος λέει αὐτὸ τὸ φιλοσοφικώτατο· «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;». Ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὰ ἁ­μαρτήματά μου; εἶνε ἀμέτρητα. Μόνο ἡ ἄβυσ­σος τῶν κριμάτων καὶ τοῦ ἐλέους σου μπορεῖ νὰ τὰ καλύψῃ καὶ νὰ μοῦ χαρίσῃ τὴν σωτηρία.
* * *
Δὲν ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, μόνο οἱ ἔρωτες τῆς γῆς. Θὰ εἴμαστε πολὺ μικροί, ἂν περι­ορισθοῦμε σ᾽ αὐτούς. Ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο.
Νέοι! Δὲν θὰ αἰσθανθῆτε τὸ μεγαλεῖο τῆς ζωῆς, ἐὰν δὲν γευθῆτε τὸν μεγάλο ἔρωτα τῶν ψυχῶν, τὸν ἔρωτα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐὰν ἀ­γαπᾷς τὸ παιδί σου, τὴ γυναῖκα σου, τὰ γράμματα, τὴν ἐπιστή­μη, τὴν ποίησι, τὴ ζωγραφική, καλὰ κάνεις· νὰ τὰ ἀγαπᾷς, ὁ Θεὸς τὰ ἔδω­σε. Ἀλλὰ περισσότερο καὶ μὲ φλογερὴ καρδιὰ νὰ ἀγαπᾷς τὸν Ἐσταυρωμένο. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· «Ἦλθα στὸν κόσμο ν᾽ ἀνάψω φωτιά» (Λουκ.12,49).
Ὦ ψυχές, αἰσθανθῆτε αὐτὸ τὸν ἔρωτα. Κλεῖ­στε μέσ᾽ στὴν καρδιά σας τὸ Χριστό, γιὰ νὰ αἰσθανθῆτε κάθε εἴδους μεγαλεῖο.
Ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ χύσουμε ἕνα δάκρυ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ ποῦμε κ᾽ ἐ­μεῖς σὰν τὸ λῃστή· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ­ταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 21-4-1970 βράδυ)