Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Κατόπιν εορτής ...της Κυριακής της Ορθοδοξίας!




Ο στόχος της εικόνας είναι να αποκαλύψει στους ανθρώπους το υπερκόσμιο, αυτό που βρίσκεται έξω από το φυσικό μας κόσμο. Η ορθόδοξη εικονογραφία δεν ενδιαφέρεται για τον φθαρτό κόσμο αλλά μόνο για τον καινούριο κόσμο που θα έρθει με τη βασιλεία των ουρανών. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της εικόνας είναι η σχηματοποίηση. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τα σώματα, τα βουνά, οι πτυχώσεις των ενδυμάτων, είναι όλα σχηματοποιημένα και οι φωτισμένες επιφάνειες έχουν καθαρά γεωμετρικά σχήματα. Η σχηματοποίηση προσδίδει στο έργο κάτι το εξώκοσμο και υπερφυσικό.
Στόχος της σχηματοποίησης είναι η αλλαγή των φυσικών σχημάτων και χρωμάτων και η μετατροπή τους από υλικά σε πνευματικά, από εφήμερα σε αιώνια. Για παράδειγμα, στην εικόνα του επιτάφιου θρήνου, υπάρχει τέλεια σχηματοποίηση με το σχήμα της καμπύλης να κυριαρχεί. Στα βουνά, στα σώματα των μαθητών, στις πτυχώσεις των ενδυμάτων, στα φρύδια που είναι σαν δύο ημικύκλια, στα μάτια που είναι μεγάλα και αμυγδαλωτά. Οι φωτισμένες επιφάνειες έχουν καθαρό γεωμετρικό σχήμα.

Η λιτότητα είναι ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό. Στην βυζαντινή εικόνα όλα παρουσιάζονται λιτά και χρησιμοποιούνται μόνο τα απαραίτητα. Ο λόγος είναι για να ταιριάζει με το όλο πνεύμα της ορθοδοξίας που χαρακτηρίζεται από την ολιγάρκεια και την εγκράτεια. Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι για να επικεντρώνει την προσοχή στο κεντρικό θέμα της εικόνας και στο μήνυμα που θέλει να στείλει στον πιστό. Ένας άλλος κανόνας της βυζαντινής αγιογραφίας είναι η διαφοροποίηση. Χωρίς η μορφή να χάσει τα βασικά της χαρακτηριστικά παρουσιάζονται με μια αλλοιωμένα, περιβεβλημένα με δόξα και φως.
Για παράδειγμα οι ασκητές που φορούσαν κουρέλια, παρουσιάζονται με καινούρια ρούχα. Ο λόγος είναι γιατί οι εικόνες είναι μέρος του νέου κόσμου, όπου όλα ανακαινίζονται και αναγεννιούνται. Υπάρχουν όμως και μερικές εικόνες που υπερβαίνουν τα όρια της διαφοροποίησης και φτάνουν στην υπερβολή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου ο οποίος σε μια εικόνα παρουσιάζεται με κεφάλι σκύλου, ενώ σε άλλη εικόνα παρουσιάζεται ωραιότατος άντρας που μεταφέρει το Χριστό σαν νήπιο στους ώμους του, ενώ διαβαίνει το ποτάμι. Διαβάζοντας το βίο του μαθαίνουμε ότι ήταν αρκετά άσχημος και περιγράφεται από τους βιογράφους του ως κυνοπρόσωπος (σκυλοπρόσωπος). Είχε μεγάλη σωματική δύναμη και καταγόταν από μια χώρα ανθρωποφάγων. Μαρτύρησε για το Χριστό όταν αρνήθηκε να αλλάξει την πίστη του. Η εξήγηση για τη διαφορά των δύο εικόνων είναι ότι στην πρώτη παρουσιάζεται η ζωή του πριν να γνωρίσει τον Χριστό και στη δεύτερη εικονίζεται η χριστιανική ζωή του.
Το μήνυμα που θέλει να στείλει ο αγιογράφος είναι ότι ο λόγος του Θεού έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει και τα μεγαλύτερα τέρατα σε αγίους και ακόμα ότι στην ορθοδοξία η ασχήμια δεν ταυτίζεται με το κακό αλλά ούτε και η ομορφιά κατ’ ανάγκην με το καλό, όπως συμβαίνει στη δυτική τεχνοτροπία.
Στην βυζαντινή εικονογραφία στην έκφραση των προσώπων δεν φανερώνεται η κακία και το πάθος. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι ληστές και οι δήμιοι, αλλά και ο ίδιος ο Ιούδας εικονίζονται με σεβάσμια πρόσωπα και ήρεμη όψη. Αυτό δείχνει ότι μπορεί η εικόνα ενός προσώπου να είναι αμαυρωμένη από τις πράξεις του, αλλά δεν παύει κάθε πρόσωπο να είναι εικόνα Θεού.

Συμβολισμοί της εικόνας
 Μάτια: Τα μάτια ζωγραφίζονται μεγάλα και ζωηρά, φανερώνοντας ψυχική ένταση γιατί είδαν τα μεγάλα και τα υπερκόσμια.
Αυτιά: Μερικές φορές παρουσιάζονται μεγάλα γιατί άκουσαν τις εντολές του Κυρίου.
Μύτη: Παρουσιάζεται πολλές φορές μεγαλύτερη από το κανονικό και μακρόστενη γιατί έχει μυρίσει την πνευματική ευωδία της Αγίας Τριάδας.
Στόμα: Σχεδιάζεται μικρό και πολλές φορές καλύπτεται από μουστάκι για να δείξει ότι το εικονιζόμενο πρόσωπο περιορίστηκε στην απαραίτητη τροφή. Δείχνει επίσης ότι το σώμα δεν έχει πλέον ανάγκη της γήινης τροφής για να ζήσει γιατί έχει μετατραπεί σε όργανο του Αγίου Πνεύματος.
Μέτωπο: Είναι πλατύ, ψηλό, με μια ελαφριά παραμόρφωση, η οποία φανερώνει το βάθος της σκέψης και της σοφίας του εικονιζόμενου προσώπου.
Χέρια: τα δάκτυλα των χεριών είναι συχνά υπερβολικά μεγάλα, ενώ το χέρι που ευλογεί, πολλές φορές, έχει τις διαστάσεις της κεφαλής. Αυτό τονίζει τη σημασία του αντικειμένου που κρατούν ή εκείνου που δείχνουν. Για παράδειγμα τα δάκτυλα του χεριού που κρατά το Ευαγγέλιο είναι μεγάλα για να δείξουν τη μεγάλη σημασία του βιβλίου που κρατούν. Το χέρι του Ιωάννη του Πρόδρομου που δείχνει το Χριστό να έρχεται για να βαπτιστεί, έχει το δείκτη του αρκετά μεγάλο.
Σώμα: Το σώμα συχνά εξαφανίζεται κάτω από τα ενδύματα γιατί τα ενδύματα δεν στολίζουν πλέον το σώμα αλλά τις ψυχές των εικονιζόμενων.
Ενδύματα: Οι πτυχώσεις των ενδυμάτων δεν φανερώνουν την φυσική κίνηση αλλά τον πνευματικό παλμό της ύπαρξης του εικονιζόμενου προσώπου.
Φυτά και κτίρια: Δεν έχουν αξία από μόνα τους αλλά είναι σημάδια που τονίζουν τη θέση των σωμάτων και το συμβολισμό της παράστασης.
Χρώματα: Πολλές φορές τα χρώματα των εικόνων είναι αφύσικα. Μπορεί κανείς να δει κόκκινα άλογα, μπλε ή μοβ βράχια που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Αυτό βοηθά τον θεατή να περάσει σε μια άλλη διάσταση, υπερκόσμια και πνευματική. Έτσι το χρώμα δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο αλλά ένα λεξικό που βοηθά το θεατή να ανιχνεύσει τα βαθύτερα μηνύματα της εικόνας. Το λευκό είναι σύμβολο του φωτός και της καθαρότητας. Το μαύρο συμβολίζει το μυστήριο, το μπλε την δροσερότητα και τη διαύγεια, το πράσινο την ελπίδα, το κίτρινο τη θεία δόξα και λαμπρότητα, το κόκκινο, τη φλόγα και τη ζεστασιά του μυστηρίου και το γαλάζιο τις ακτίνες του θείου φωτός.
Καλυμμένα με ύφασμα χέρια: Η κάλυψη με ύφασμα των χεριών αγίων και αγγέλων γίνεται για να τονιστεί η ιερότητα του προσώπου που προσεγγίζεται και η ευλάβεια των εικονιζόμενων. Για παράδειγμα, στην εικόνα της βάφτισης βλέπουμε τους αγγέλους να έχουν σκεπασμένα τα χέρια τους με ένδυμα καθώς τα απλώνουν προς το Χριστό. Στην εικόνα της Υπαπαντής ο Συμεών έχει καλυμμένα τα χέρια του με τα άμφια του για να δεχτεί στην αγκαλιά του το βρέφος Χριστό.
Ο Σταυρός που κρατούν οι Μάρτυρες: Συμβολίζει το μαρτυρικό θάνατο που είχαν.
Άγιοι που κρατούν πάπυρους: Είναι όσιοι ασκητές ή ιεράρχες ή εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι οποίοι μας άφησαν γραπτούς λόγους. Πάνω στον πάπυρο γράφεται ένα απόφθεγμα από τη διδασκαλία τους.
Ανοικτή Παλάμη: Στους άγιους μάρτυρες συμβολίζει την άρνηση της ειδωλολατρίας, ενώ στην Παναγία και τον Τίμιο Πρόδρομο εκφράζει δέηση.
Ύφασμα που συνδέει οικοδομήματα μεταξύ τους: Δείχνει ότι ο χώρος όπου έγινε το γεγονός που εικονίζεται ήταν κλειστός. Επειδή όμως στη βυζαντινή αγιογραφία επικρατεί η διαφάνεια, ακόμα και τα γεγονότα που έγιναν σε κλειστούς χώρους, πάντα εικονίζονται έξω.
Το γυμνό σώμα φαίνεται σαν ντυμένο: Στη βυζαντινή τέχνη το ντυμένο σώμα δεν φαίνεται πιο σεμνό από το γυμνό. Αυτό το πετυχαίνει ο αγιογράφος με τη σχηματοποίηση, γιατί παριστάνει τα διάφορα μέλη του σώματος σαν να είναι σκαλισμένα πάνω σε ξύλο χωρίς σάρκα.
Οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι μοιάζουν με τους ανθρώπους: Οι αρχάγγελοι και οι άγγελοι μοιάζουν με τους ανθρώπους γιατί όσες φορές εμφανίστηκαν σε ανθρώπους, παρουσιάστηκαν με ανθρώπινη μορφή. Οι αρχάγγελοι φορούν ιερατικά άμφια διακόνου, κρατούν στο ένα χέρι κοντάρι και στο άλλο ένα δίσκο με το ιερό μονόγραμμα. Οι άγγελοι φορούν αρχαιοελληνικά ρούχα με χιτώνα.
Τα Χερουβείμ: ζωγραφίζονται με παράξενα σχήματα σαν πύρινοι τροχοί, περασμένοι ο ένας μέσα στον άλλο και έχουν τέσσερις φτερούγες όπως εμφανίστηκαν στο όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ.
Τα Σεραφείμ: εικονίζονται με έξι φτερούγες και νεανικό πρόσωπο όπως εμφανίστηκαν στο όραμα του προφήτη Ησαΐα.
Οι άγγελοι: έχουν συνήθως σγουρά μαλλιά δεμένα με μια κορδέλα. Η κορδέλα συμβολίζει το καθαρό τους μυαλό , την τέλεια τους αγνότητα και τη συγκέντρωση τους γύρω από τα θεία.
Όλες οι εικόνες ζωγραφίζονται κατά μέτωπο (enface) ή σε στροφή κατά τρία τέταρτα. Η κατά μέτωπο στάση βυθίζει το βλέμμα στα μάτια του θεατή και του μεταδίδει την εσωτερική κατάσταση του εικονιζόμενου. Το ίδιο γίνεται και με τη στροφή κατά τρία τέταρτα γιατί στόχος της βυζαντινής εικονογραφίας είναι η επικοινωνία με το θεατή. Μας βλέπουν και μας καλούν με το βλέμμα τους σε δημιουργία αγαπητικής σχέσης και κοινωνίας. Αντίθετα οι δαίμονες και οι αμαρτωλοί εμφανίζονται σε κατατομή (profil). Σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις εικονίζονται και άγιοι σε κατατομή (profil), όπως π.χ. ο απόστολος Θωμάς που ψηλαφίζει τα χέρια του Χριστού. Σ’ αυτή την περίπτωση δείχνει ότι οι άγιοι είναι απασχολημένοι με κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον που τους απορροφά πλήρως την προσοχή.
Τα πρόσωπα των Αγίων: Καθένα έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το κάνουν να διαφέρει από τα άλλα. Αυτό δίνει στον πιστό την αίσθηση ότι απέναντι του έχει μια ζωντανή παρουσία, ένα πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο.
Το φως στην εικόνα: Το φως στην εικόνα δεν είναι το φυσικό φως του ήλιου αλλά ένα ουράνιο, θείο φως. Γι αυτό το πρόσωπο φωτίζεται κεντρικά και σκιάζεται περιφερειακά, γύρω-γύρω, κοντά στο έντονο περίγραμμα του προσώπου. Αντίθετα στην δυτική ζωγραφική το φυσικό φως πέφτει λοξά και δημιουργεί σκιές. Το φως στη βυζαντινή εικόνα δεν έρχεται από κάποια εξωτερική πηγή αλλά πηγάζει από τα πρόσωπα που λάμπουν και φωτίζουν και τη φύση. Ο αγιογράφος προχωρεί από τα πιο σκοτεινά στα πιο φωτεινά χρώματα τόσο στα ρούχα και το δέρμα όσο και στα αντικείμενα της εικόνας προσθέτοντας έτσι διαδοχικά στρώματα φωτισμού. Έτσι η εικόνα η βυζαντινή είναι σαν να πλάθεται με το φως, σε αντίθεση με τη δυτική ζωγραφική όπου η εικόνα πλάθεται με τη σκιά. Ο βυζαντινός αγιογράφος δεν σκιάζει, δεν προσθέτει δηλαδή σκοτάδι στο έργο του αλλά μόνο φως.
Οι δαίμονες: Στη δυτική τέχνη ο διάβολος εμφανίζεται φοβερός, δυνατός, απαίσιος και αποκρουστικός. Στην βυζαντινή τέχνη ο διάβολος δεν εμφανίζεται αποκρουστικός για να μην προκαλεί ταραχή στη ψυχή την ώρα της προσευχής. Δεν παρουσιάζεται δυνατός και φοβερός αλλά μικρόσωμος και συρρικνωμένος γιατί ο Χριστός τον νίκησε και τον έκανε μηδαμινό και ασήμαντο. Επίσης είναι μαυριδερός γιατί ταυτίζεται με το σκοτάδι.
Το χρυσό φόντο της εικόνας: Το χρυσό φόντο της εικόνας εξαφανίζει τις τρεις διαστάσεις του χώρου και κάνει τα σώματα πνεύμα. Ο άνθρωπος γίνεται ανάλαφρος και τα σώματα είναι σαν βυθισμένα στο αιθέριο χρυσάφι του θείου φωτός.
Το φωτοστέφανο: Συμβολίζει την ακτινοβολούσα δόξα του εικονιζόμενου προσώπου και την ανεξάντλητη ροή του θείου φωτός σ’ εκείνον που ζει σε στενή σχέση με το θεό.
Η προοπτική: Η προοπτική είναι ελεύθερη και δεν υπακούει σε φυσικούς νόμους. Το μέγεθος των προσώπων και των πραγμάτων δεν εξαρτάται αν βρίσκονται κοντά μας η μακριά μας αλλά από το πόσο σπουδαία είναι. Ο χώρος είναι συμβολικός και διαφορετικός από τον φυσικό. Δεν υπάρχουν πράγματα ή πρόσωπα που κρύβονται πίσω από άλλα όπως γίνεται στους δυτικούς πίνακες. Για παράδειγμα στην εικόνα της βάπτισης τα βουνά φαίνονται σαν να είναι κοιταγμένα από πάνω και οι κορυφές τους είναι στραμμένες προς το θεατή. Οι άγγελοι που βρίσκονται στη δεύτερη σειρά πίσω από την πρώτη σειρά αγγέλων ζωγραφίζονται πιο πάνω για να μην κρύβονται από τους μπροστινούς. Ο ποταμός φαίνεται σαν να είναι όρθιος και δεν χάνεται στο βάθος. Επειδή, δεν ισχύει ο νόμος της ευθύγραμμης διάδοσης του φωτός τα εικονιζόμενα δεν αφήνουν πίσω τους σκιές. Επίσης με την έλλειψη βαρύτητας τα εικονιζόμενα παρουσιάζονται χωρίς βάρος και όγκο.
Η έννοια του χρόνου: Ο χρόνος στη βυζαντινή τέχνη διαφοροποιείται και αλλοιώνεται. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενώνονται και όλα τα γεγονότα είναι διαχρονικά. Για παράδειγμα στην εικόνα της Πεντηκοστής ο Παύλος παρουσιάζεται να κάθεται σε μια από τις πρώτες θέσεις παρόλο που ιστορικά δεν ήταν παρόν. Η εξήγηση είναι ότι η Πεντηκοστή δεν είναι μια χρονική στιγμή για την εκκλησία. Άρχισε εκείνη τη μέρα αλλά συνεχίζεται γιατί Πεντηκοστή είναι η συνεχής παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησία.

Πηγή: http://www.orthodoxosnaos.org/simvolismosei.html

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Οι δύο ...Πνεύμονες της Εκκλησίας!


Μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ ἢ μὲ τὴν Ὀρθοδοξία;





«Ἐκεῖνος ποὺ δὲν συμπράττει μαζί μου εἶναι ἐχθρός».

Ἁγίου ωάννου τοῦ Χρυσοστόμου



  (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Ὁμιλ. ΜΑ΄, σ. 685-7, Ἔργα 10, Πατε-ρικαὶ Ἐκδ. “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”).

Μήπως εἶναι καιρὸς νὰ ἐνδιαφερθοῦν οἱ Ἐπίσκοποι γιὰ τὴν αἵρεση, ὅπως ὁ Ἅγιος Κύριλλος;

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ γεννήθηκε πιθανῶς τὸ ἔτος 313 μ.Χ. στὰ Ἱεροσόλυμα. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Μαξίμου τοῦ Γ΄ (333-348 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 348 μ.Χ., εἴτε διότι ὁ Μάξιμος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς, εἴτε διότι πέθανε.
     Ὁ Ἅγιος ἀρχικὰ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὶς δογματικὲς «λεπτολογίες» καὶ ἀπέφευγε ἐπιμελῶς τὸν ὅρο «ὁμοούσιος». Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀρειανὸς Μητροπολίτης Κασαρείας Ἀκάκιος ἐνέκρινε τὴν ἐκλογή του καὶ τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο. Ἀλλὰ συνέβη καὶ ἐδῶ, ὅτι ἀργότερα καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Μελετίου, Πατριάρχου Ἀντιοχείας (τιμᾶται 12 Φεβρουαρίου). Ὁ Ἅγιος δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ κλίματος τῆς ἐποχῆς, ὡς πρὸς τοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες καὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς ἀρχιερατείας του ἀποδείχθηκε μὲ τὶς περίφημες Κατηχήσεις του, ὑπερασπιστὴς τῶν Ἀποφάσεων καὶ τῶν Ὅρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
     Τοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἐξῇρε καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ ἔτους 382 μ.Χ.: «Τῆς δὲ γὲ μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον Κύριλλον ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν. Κανονικῶς τὲ παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς Ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα».
       Ἡ δογματικὴ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ὑπῆρξε ἡ πρώτη αἰτία ρήξεως μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀκάκιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Τήρηση και υπέρβαση του Νόμου!


γίου ωάννου Χρυσοστόμου



 Ἀλλ' ἐκεῖνο, φησὶ, χάριτος μόνον ἦν. Διὰ γὰρ τοῦτο μάλιστα δίκαιος ἂν εἴης θαρρεῖν. Εἰ γὰρ ἔνθα χάρις ἦν μόνη, συνήργησεν, ἔνθα καὶ πόνους ἐπιδείκνυσθε, οὐ πολλῷ μᾶλλον συμπράξει; εἰ ἀργοῦντα ἔσωσεν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ἐργαζομένῳ βοηθήσει; Ἀνωτέρω μὲν οὖν ἔλεγον, ὅτι ἀπὸ τῶν ἀδυνάτων καὶ τοῖς δυσκόλοις ὀφείλεις θαρρεῖν· νυνὶ δὲ ἐκεῖνο ἐρῶ, ὅτι ἐὰν νήφωμεν, οὐδὲ δύσκολα ταῦτα ἔσται. Ὅρα γάρ· θάνατος πεπάτηται, διάβολος κατέπεσεν, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας ἐσβέσθη, τοῦ Πνεύματος ἡ χάρις ἐδόθη, ἡ ζωὴ εἰς ὀλίγον συνεστάλη, τὰ φορτικὰ ἐπιτέτμηται. Καὶ ἵνα μάθῃς ταῦτα καὶ διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν, σκόπει πόσοι ὑπερηκόντισαν τὰ προστάγματα τοῦ Χριστοῦ· σὺ δὲ καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ δέδοικας; Ποίαν οὖν ἕξεις ἀπολογίαν, ὅταν ἑτέρων ὑπὲρ τὰ σκάμματα πηδώντων, ὀκνῇς πρὸς τὰ νενομισμένα αὐτός; Σοὶ μὲν γὰρ παραινοῦμεν ἐλεημοσύνην διδόναι ἀπὸ τῶν ὄντων, ἕτερος δὲ καὶ τὰ ὄντα ἅπαντα ἀπεδύσατο· σὲ σωφρόνως ζῇν ἀξιοῦμεν μετὰ τῆς γυναικὸς, ἕτερος δὲ οὐδὲ ὡμίλησε γάμῳ· καὶ σὲ μὲν παρακαλοῦμεν μὴ βάσκανον εἶναι, ἕτερον δὲ ἔχομεν καὶ τὴν ψυχὴν ὑπὲρ ἀγάπης ἐπιδιδόντα τὴν ἑαυτοῦ· καὶ σὲ μὲν παρακαλοῦμεν συγγνωμονικὸν εἶναι καὶ μὴ βαρὺν τοῖς ἁμαρτάνουσιν, ἄλλος δὲ ῥαπιζόμενος καὶ τὴν ἑτέραν ἔστρεψε σιαγόνα.

 Τί οὖν ἐροῦμεν, εἰπέ μοι; τί δὲ ἀπολογησόμεθα, μηδὲ ταῦτα ποιοῦντες, ἑτέρων τοσοῦτον ὑπερβαινόντων ἡμᾶς; οὐκ ἂν δὲ ὑπερέβησαν, εἰ μὴ πολλὴ τοῦ πράγματος ἦν ἡ εὐκολία. Τίς γὰρ τήκεται, ὁ φθονῶν τοῖς ἑτέρων ἀγαθοῖς ἢ ὁ συνηδόμενος καὶ χαίρων; τίς ὑποπτεύει πάντα καὶ τρέμει διηνεκῶς, ὁ σώφρων, ἢ ὁ μοιχεύων; τίς ἐν ἐλπίσιν εὐφραίνεται χρησταῖς, ὁ ἁρπάζων ἢ ὁ ἐλεῶν καὶ τῶν ἑαυτοῦ μεταδιδοὺς τῷ δεομένῳ; Ταῦτ' οὖν ἐννοοῦντες, μὴ ναρκῶμεν πρὸς τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς δρόμους, ἀλλὰ μετὰ προθυμίας ἁπάσης ἀποδυσάμενοι πρὸς τὰ καλὰ ταῦτα παλαίσματα, ὀλίγον κάμωμεν χρόνον, ἵνα τοὺς διηνεκεῖς καὶ ἀμαράντους λάβωμεν στεφάνους· ὧν γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(γίου ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τ Κατ Ματθαον Εαγγέλιον, μιλ. ΛΘ΄, Ἔργα 10, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς).

Παρά τις ειρωνείες και τους χλευασμούς, θα συνεχίσουμε...




«Φύγωμεν ον τος τς πατρικάς ξηγήσεις μή παραδεχομένους λλά παρ’ αυτν πειρωμένους εσάγειν τά ναντία· …καί φύγωμεν μλλον φεύγει τις πό φεως. μέν γάρ νδακών τό σμα θανατο πρόσκαιρα, τς θανάτου ψυχς χωρίσας· ο δέ τς ψυχς ατς λαβόμενοι τος δοσι χωρίζουσιν ατήν το Θεοπερ στί θάνατος αώνιος τς θανάτου ψυχς.

Φεύγωμεν ον τούς τοιούτους πάσ δυνάμει, καί προσφεύγωμεν τος ποτιθεμένοις τά εσεβ καί σωτήρια, ς συνάδοντα τας πατρικας παραδόσεσι».
 (γιος Γρηγόριος Παλαμς, ΕΠΕ, 10,356).

Δυστυχῶς, καθημερινῶς διαπιστώνουμε τὴν «ἀφάνταστη ἐλαφρότητα» τῶν Ἐπισκόπων καί τινων ἄλλων, ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῆς Παναίρεση τῆς ἐποχῆς μας, τὸν Οἰκουμενισμό. Ἐνῶ συνειδητὰ δὲν ἀσχολοῦνται πλέον μὲ τὴν αἵρεση, ἀσχολοῦνται, ὅμως, μὲ ὅσους τοὺς ὑπενθυμίζουν τὸ καθῆκον τους, νὰ ὁμολογοῦν καὶ νὰ ὑπερασπίζονται τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καί, ἐπίσης, νὰ συνιστοῦν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Τὸ αὐτὸ ποιοῦν καὶ τινες λαϊκοί, ποὺ βολεύονται μὲ αὐτὴν τὴν μορφὴ ἀγῶνος (τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς μὴ θυσίας) ποὺ διδάσκουν οἱ πνευματικοί τους Πατέρες,  καὶ ἀρκοῦνται στὸν χαρτοπόλεμο.
Ὡς ἐκ τούτου –ὅσο κι ἂν αὐτὸ κουράζει καὶ παρὰ τὴν λύπη, γιὰ τὴν ἐναντίωση ποὺ ἐπιδεικνύουν οἱ ἄλλοτε συναγωνιστές– θὰ συνεχίσουμε τὴ δημοσίευση κειμένων, ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές (οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς ἄλλους αἱρετικούς) παρέχει μολυσμὸ καὶ ἔχει σχέση μὲ τὴν σωτηρία μας.
Θὰ συνεχίσουμε νὰ ρωτᾶμε: Ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ἔχει ζωὴ δεκαετιῶν, ποὺ ἐπεκτείνεται ἁλματωδῶς, ποὺ μελετητὲς τῶν ἔργων τῶν ἡγετῶν της παρουσιάζουν συνεχῶς καὶ νέες πτυχές της, πού, πλέον, τὴν ἀνέχονται οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ πολλοὶ ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι, αὐτὴ λοιπὸν τὴν Παναίρεση, ποιοί Ὀρθόδοξοι τὴν ἀκολουθοῦν, τὴν ὑποστηρίζουν καὶ τὴν διδάσκουν;
Γιατί ἀρνοῦνται οἱ Ποιμένες νὰ τοὺς κατονομάσουν; Γιατί δὲν τοὺς ἐγκαλοῦν, δὲν ἀπαιτοῦν τὴν ἐκδίωξή τους; Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ καθῆκον τους; Μήπως δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν, ποιοί εἶναι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ποιοί οἱ Ὀρθόδοξοι, τί ἀνήκει ἀπὸ τὶς καθημερινὲς πράξεις μας καὶ τὰ πιστεύματά τους στὴν αἵρεση, καὶ τί ἀνήκει στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη; Ἢ φοβοῦνται κάτι καὶ δὲν τολμοῦν νὰ μιλήσουν;
Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ ἀνατρέψουν μόνο φιλοσοφικοθεολογικὰ τὶς ρίζες της, καὶ μὲ περισσή οἴηση εἰρωνεύονται ποικιλοτρόπως τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περὶ μολυσμοῦ καὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ἢ συκοφαντοῦν ὅσους τὸ κάνουν, δίνοντας μονοσήμαντες ἑρμηνεῖες καὶ ἀλλοιώνοντας σκοπίμως καὶ ἀνεντίμως τὰ λόγια μας.
Στὴ σημερινὴ ἀνάρτηση θὰ παραθέσουμε κάποια ἁγιοπατερικὰ κείμενα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπισημαίνεται ἡ ἐπικινδυνότητα καὶ ἡ μολυσματικότητα τῆς αἱρέσεως, καὶ καταδεικνύεται ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
αἵρεση δὲν εἶναι κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιπαρέλθουμε, ἐνδιαφερόμενοι ΜΟΝΟ γιὰ τὴν θεραπεία τῶν παθῶν, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία μας, διότι αὐτὴ κατορθώνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη· κι ὅταν ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη ἀλλοιώνεται, ἔστω καὶ ἐλάχιστα (πόσο μᾶλλον ἂν ἀλλοιώνεται συστηματικὰ καὶ πολυχρόνια), ὅταν ἀφήνεται νὰ μολύνεται ἀπὸ τὶς κακόδοξες διδασκαλίες καὶ πρακτικές, τὰ φρικτὰ ἀκούσματα καὶ θεάματα τῶν συνευρισκομένων ὡς ἀδελφῶν, τάχα, μελῶν τῶν «ἀδελφῶν» Ἐκκλησιῶν, τέλος, ὅταν ροκανίζεται μέχρι καταργήσεως ἐπισήμως τὸ Δόγμα περὶ «Μίας» Ἐκκλησίας, τὸ Δόγμα περὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας ποὺ μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέχει, τότε ὑποβαθμίζεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἀκόμα, ὅταν δὲν ἀκολουθοῦμε τοὺς Πατέρες ποὺ διδάσκουν τὴν ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, πόσο ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴ σωτηρία μας;

Τ Α   Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α :

«Εἰ μὴ δυνατὸν ἐν ἐκκλησίᾳ προϊέναι διὰ τοὺς ἀπίστους, κατ' οἶκον συνάξεις, ὦ ἐπίσκοπε, ἵνα μὴ εἰσέρχηται εὐσεβὴς εἰς ἐκκλησίαν ἀσεβῶν· οὐχ ὁ τόπος γὰρ τὸν ἄνθρωπον ἁγιάζει, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος τὸν τόπον. Ἐὰν δὲ ἀσεβεῖς κατέχωσιν τὸν τόπον, φευκτέος ἔστω σοι διὰ τὸ βεβηλῶσθαι ὑπ' αὐτῶν· ὡς γὰρ οἱ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν, οὕτως οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσιν. Εἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ συναθροισθῆναι δυνατόν, ἕκαστος παρ' ἑαυτῷ ψαλλέτω, ἀναγινωσκέτω, προσευχέσθω, ἢ καὶ ἅμα δύο ἢ τρεῖς· “Ὅπου γὰρ ἂν ὦσι, φησὶν ὁ Κύριος, δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν”. Πιστὸς μετὰ κατηχουμένου μήτε κατ' οἶκον προσευχέσθω· οὐ γὰρ δίκαιον τὸν μεμυημένον μετὰ τοῦ ἀμυήτου συμμολύνεσθαι. Εὐσεβὴς μετὰ αἱρετικοῦ μήτε κατ' οἶκον συμπροσευχέσθω· “Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;”. Πιστὸς ἢ πιστὴ δούλοις συναφθέντες ἢ ἀφιστάσθωσαν ἢ ἀποβαλλέσθωσαν».
(ΔΙΑΤΑΓΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΔΙΑ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ, Constitutiones apostolorum (fort. compilatore Juliano Ariano): Book 8, chapter 34, line 12 - chapter 35, line 4).

«Ταῦτα ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων Νικηφόρος … παρεκάλει τῇ ζύμῃ μὴ συμφύρεσθαι τῶν αἱρετιζόντων, ἀπέτρεπεν ὡς ἰὸν καὶ ὡς κύημα ἐχιδνῶν τὰ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν ἀλλόφυλα προφεύγειν ἀμβλώματα. "οὐ γάρ", ἔλεγε, "σωματικὸν ἐπάγουσι μώλωπα φαρμάκοις ἰατρικῆς ὑπείκειν δυνάμενον· τοῖς τῆς ψυχῆς δὲ μυχοῖς ἐνιεῖσι τὸν κίνδυνον, τὴν ἐξ ἐπιπολῆς ἀναινόμενα μότωσιν…"».

«Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ μετανοίας καὶ κατανύξεως).

Μ. Βασίλειος διδάσκει, πὼς μεγαλύτερη βλάβη προέρχεται ὄχι τόσο ἀπὸ κάποιες ἁμαρτίες ἠθικῆς ὑφῆς, ὅσο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῆς αἱρέσεως, τῆς κατὰ πρόσωπον δηλαδὴ ἐναντιώσεως πρὸς τὸν Θεὸν τῶν κακοδοξούντων: «Εἰ δὲ ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ἠθικοῖς σφαλλομένων τοσαύτη ἐστὶν ἡ βλάβη, τί χρὴ λέγειν περὶ τῶν περὶ Θεοῦ κακοδοξούντων, οὓς ἡ κακοδοξία οὐδὲ ἐν τοῖς ἄλλοις ὑγιαίνειν ἐᾷ, παραδιδομένους ἅπαξ δι' αὐτὴν τοῖς τῆς ἀτιμίας πάθεσιν;» (Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατ’ Ἐπιτομήν, Ἐρώτησις κʹ).

πως λοιπόν, οἱ ψυχικὰ μολυσμένοι μᾶς ἐπηρεάζουν καὶ μᾶς μολύνουν, ἔτσι καὶ οἱ ψυχικὰ ὑγιεῖς, οἱ κατὰ Θεὸν πορευόμενοι καὶ τὶς Ἐντολὲς τηροῦντες, οἱ ἅγιοι μᾶς παιδαγωγοῦν, μᾶς καθοδηγοῦν καὶ μᾶς ἁγιάζουν, ὅπως στὸ βίο ἄλλου ἁγίου διαβάζουμε: «Εἰ δέ τις σχήματι ἢ λόγοις τὸν Χριστὸν φιλοσοφεῖ, μὴ προσέχετε αὐτῷ. …Εἴ τις εὑρεθῇ πόθῳ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ ἐργαζόμενος καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ συμφωνῇ τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ λόγοις, πάντοτε ἔχων καρδίαν συντετριμμένην κατευτελίζει ἑαυτὸν νυκτὸς καὶ ἡμέρας. Καὶ ὁ τοιαῦτα ποιῶν, οὗτος ἐν ἀληθείᾳ στήκει, καὶ τῷ τοιούτῳ προσκολληθήσεσθε καὶ ὡς πατέρα καὶ διδάσκαλον καὶ ἀδελφόν …ἑαυτοῖς προσλαμβανώμεθα… Ὁ γὰρ κολλώμενος ἁγίοις ἁγιασθήσεται.  Καὶ πάλιν· “Μετὰ ἀνδρὸς θυμώδους μὴ συναυλίζου, μήποτε μάθῃς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ λάβῃς βρόχους τῇ ψυχῇ σου”· “φθείρουσι γὰρ ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί”.  Ἐὰν δὲ προσκολλᾶσαι, τῷ ἀγαθῷ καὶ συνετῷ προσκολλοῦ» (Callinicus Biogr., ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΥΠΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΡΟΥΦΙΝΙΑΝΑΙΣ).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς παραγγέλλει νὰ μὴ δίνουμε τὴν Θ. Μετάληψη στοὺς αἱρετικούς, οὔτε νὰ λαμβάνουμε τὴ δική τους: «Πάσῃ δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα, μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν μήτε διδόναι. “Μὴ δῶτε γὰρ τὰ ἅγια τοῖς κυσίν”, φησὶν ὁ Κύριος, “μηδὲ ρίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων”, ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων…μυστηρίων, κεφ. ιγ΄).

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης πάλι, λέγει ὅτι ἡ μετάληψη τῶν αἱρετικῶν εἶναι φάρμακο «μελαῖνον καὶ σκοτίζον» τὴν ψυχή: «ἡ παρὰ τῶν αἱρετικῶν κοινωνία οὐ κοινὸς ἄρτος, ἀλλὰ φάρμακον, οὐ σῶμα βλάπτον, ἀλλὰ ψυχὴν μελαῖνον καὶ σκοτίζον» (Ἐπιστ. κδ΄, Ἰγνατίῳ τέκνῳ, l. 9-10). Τέτοιο σκοτισμὸν δὲν ἔλαβε καὶ ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ κοινώνησε κατὰ τὸ Μυστικὸν Δεῖπνο;

 Ὁ Μ. Βασίλειος πάλι, λέγει ὅτι ὁ συμφυρμὸς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ἀδιαφορία στὰ θέματα ἐπικοινωνίας μαζί τους «μᾶς στερεῖ τὴν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ»:
«Διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν ...νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰς αὐτὰ ἀδιαφορία μᾶς στερεῖ τὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ» [Ταῦτα οὖν παρακαλοῦμεν ...τῆς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνίας ὑμᾶς ἀπέχεσθαι, εἰδότας ὅτι τὸ ἐν τούτοις ἀδιαφορεῖν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ παρρησίαν ἡμῶν ἀφαιρεῖται] (Οὐρβικίῳ μονάζοντι, ἐπιστ. σξβ΄).

«Μὴ οὖν καθεσθῆτε μετὰ συνεδρίου ματαιότητος αὐτῶν, καὶ μὴ ἰχνηλατήσητε τρίβον διανοίας αὐτῶν. Οὐ διαφέρει γὰρ δαίμονι συνοικῆσαι, ἢ μετὰ ἀποστάτου ἀνδρὸς παρανόμου· ἐφορκιζόμενος γὰρ ὁ δαίμων, ὑποσταλεὶς φεύξεται, μὴ ἰσχύων μεῖναι ἔνθα Χριστὸς κατ' αὐτοῦ ὀνομάζεται» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Τοῦ ὁσίου Ἐφραῒμ διαθήκη).

«Αρετικός στιν ποιμήν; Λύκος στί· φυγεν ξ ατο καί ποπηδν δεήσει, μηδ’ πατηθναι προσελθεν, κν μερον περισαίειν δοκ· φύγε τήν κοινωνίαν ατο καί τήν πρός ατόν μιλίαν ς όν φεως· …φεύγειν ον παντί σθένει διά τατα προσήκει τούς τοιούτους» ( Μεγας Φωτιος, ΕΠΕ 12, 400,31).

γ. Μάξιμος ἔφυγε πὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ Παλάτι ἐξαιτίας τῆς αἱρέσεως τν Μονοθελητν γιά νά μήν χη καμμία πικοινωνία μέ τούς αρετικούς ( αἵρεση τότε, δν εχε ἀκόμα καταδικαστε, κα ρα ο πίσκοποι σαν ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ, πως σήμερα ο Οκουμενιστές)! Τήν πικοινωνία δέ ατή τήν θεωροσε μολυσμό τς ψυχς του. Γράφει ὁ βιογράφος του «καταλεπει μν παντα, ψυχς σπερ κονωσιν (μολυσμό) τ τος τοιοτους νεστρφθαι οἰόμενος».

Ἀλλὰ καὶ οἱ π Βέκκου γιορετες Πατέρες σ πιστολή τους (πρίν φυσικά Βέκκος καθαιρεθε) γράφουν: «Καί μέγας πατήρ μν καί μολογητής Θεόδωρος Στουδίτης τατα λέγει πρός τινα, διά τς τιμίας ατο πιστολς·φης δε μοι τι δέδοικας επεν τ πρεσβυτέρ σου, μή ναφέρειν τόν αρεσιάρχην, καίτοι περί τούτου επεν σοι τό παρόν, ο καταθαρρ· πλήν τι μολυσμόν χει κοινωνία κ μόνου το ναφέρειν ατόν, κν ρθόδοξος εη ναφέρων”».