Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Το ταμείο του Θεού, Διήγημα, Ντετζιόρτζιο Λαυρέντιου

Τὸ ταμεῖο τοῦ Θεοῦ 

Διήγημα
τοῦ Λαυρεντίου Ντετζιόρτζιο


Τσιγκουνιὲς μεγάλες ἔχουν πιάσει τὸν τελευταῖο καιρὸ τὸν ἄλλοτε ἀνοιχτοχέρη κύριο Εὐδαίμονα. Οὔτε κἂν τὶς δεκάρες του δίνει πλέον στοὺς ἐπαῖτες τοῦ δρόμου.
     Ἀκόμα κι ἐκείνη ἡ ἀξιοπρεπὴς γυναικεία φυσιογνωμία, φασκιωμένη στὸ τσεμπέρι τῆς ἀπελπισίας κι ἀπαγκιασμένη στὸ ἀπόμακρο καὶ ἀπλανὲς βλέμμα της, μὲ τὴν πρόχειρη ταμπέλα «Εἶμαι καρκινοπαθής, βοηθεῖστε με» στὸ στῆθος, ποὺ τακτικὰ τῆς ἔδινε ἕνα ὁλόκληρο εὐρὼ   ―καὶ ντρεπόταν γιὰ τὴν εὐτελὴ ἐλεημοσύνη του―  τὸν ἀφήνει τώρα ἀδιάφορο.
     Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκκλησία δὲν ρίχνει στὸν δίσκο οὔτε δεκάλεπτο.
     Περιέργως πῶς καὶ ξαφνικά, ἔκοψε τὸ πάθος του ν’ ἀγοράζει ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ μὲ τὶς ἑλκυστικὲς προσφορές, βιβλία καὶ cd, ποὺ γέμιζαν τὸ σπίτι ἀτσαλιὰ καὶ προκαλοῦσαν τὶς διαμαρτυρίες τῆς κυρίας Μουρμουρίτσας:
     «Ἐπιτέλους, βρὲ Εὐδαίμων, ἔκανες τὸ σπίτι ἀποθήκη. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοικοκυρέψω...».

μως ἡ μεγάλη δυσαρέσκεια τῆς κυρίας Μουρμουρίτσας εἶναι ἄλλη. Καλὸς ἄνθρωπος ὁ κ. Εὐδαίμων, πιστὸς σύζυγος καὶ τρυφερὸς πατέρας, ἐργατικὸς καὶ τίμιος οἰκογενειάρχης∙ δὲν τὸ ἀνεῖται∙ ἀλλὰ ἰδιότροπος ἄνθρωπος...
     Ἔχει ἀρχὲς καὶ ἀξίες, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει ἢ ἐστω νὰ μετριάσει τὴν ἀφοσίωσή του σ’ αὐτές. Εἶναι νὰ μὴ δώσει κάπου τὴν καρδιά του καὶ νὰ μὴν μπεῖ κάτι στὸ ξεροκέφαλό του!...
     Ὅμως ὁ κ. Εὐδαίμων ἔχει μιὰ συνήθεια, ποὺ τὴν κολακεύει ὡς γυναίκα καὶ ὡς σύζυγο. Θυμᾶται πάντα τὴν ἐπέτειο τοῦ γάμου τους! Τριάντα ἕξι χρόνια ἀνελλιπῶς. Μὲ τὰ λουλούδια του, μὲ τὶς εὐχές του, μὲ τὸ «τὲτ α τὲτ» ἀτμοσφαιρικὸ δεῖπνο τους, μὲ τὰ γλυκόλογά του, μὲ τὰ δωράκια καὶ τὰ δῶρα του, ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς του κάθε φορά.
     Ἴσως ὁ κ. Εὐδαίμων, ἀκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ τρέφει πρὸς τὴν συμβία του, νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὲς οἱ χειρονομίες ἐκδίδουν «ἀπαλλακτικὸ βούλευμα» γιὰ ὅλα τὰ συζυγικὰ παράπονα καὶ τὶς οἰκογενειακὲς γκρίνιες τῆς χρονιᾶς!...
     Ἔ, λοιπόν, φέτος ὑπῆρξαν ἀλλαγές. Θυμήθηκε, βεβαίως, τὴν ἐπέτειό τους ἀλλὰ τὴν τίμησε «στεγνά». Ἡ ἀνθοδέσμη ἦταν λιτή, μόλις ἕνα συμβολικὸ τριαντάφυλλο∙ τὸ συνηθισμένο καὶ ἀναμενόμενο ἀτμοσφαιρικὸ δεῖπνο δὲν ἔγινε σὲ πολυτελὲς ἑστιατόριο, ἀλλὰ ἦταν ἕνα κοινὸ γεῦμα στὴν ταβέρνα τῆς γειτονιᾶς∙ καὶ τὸ δῶρο; ἕνα δωράκι πολὺ εὐτελὲς καὶ ὀλίγον «κίτς»!...
     Ἡ κυρία Μουρμουρίτσα, περισσότερο ἔκπληκτη παρὰ θυμωμένη, δὲν παραπονέθηκε, ὅπως τὸ συνηθίζει∙ τὸν κοίταξε ὅμως ἀνήσυχη κι ἀπορημένη... Ἀλλὰ ὁ κ. Εὐδαίμων δὲν κατάλαβε, ἢ ἔκανε πὼς δὲν κατάλαβε...

κ. Εὐδαίμων φέτος ἔκανε κι ἄλλα περίεργα πράγματα γι’ ἀνοιχτοχέρη ἄνθρωπο. Ἄλλαξε τὶς πάγιες συνήθειές του καὶ τὶς γνωστὲς συμπεριφορές του...
     Στὶς γιορτὲς τῶν παιδιῶν καὶ τῶν ἐγγονιῶν του, τὰ Χριστούγενα, τὴν Πρωτοχρονιά, τὸ Πάσχα, συνήθιζε νὰ χαρίζει δῶρα ἢ νὰ κερνάει χρηματικὰ ποσά, ἄλλοτε μικρὰ κι ἄλλοτε μεγάλα. Φέτος τὰ δώρα του εἶναι «φτηνιάρικα». Στοὺς μεγάλους τὰ ἔκοψε τελείως καὶ στὰ παιδιὰ τὸ χαρτζιλίκι μειώθηκε δραματικά...
     Ὅλοι στενοχωρήθηκαν καὶ γκρίνιαξαν γιὰ τὶς περικοπές, ἀλλὰ ὁ κ. Εὐδαίμων δὲν ἔδωσε καμμίαν ἐξήγηση, δὲν ἀνέφερε καμμία δικαιολογία.
     Ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ὁ κύριος Εὐδαίμων ἔβγαλε καινούργια «χούγια». Ἡ οἰκογένειά του δὲν ἀπόρησε πολύ, οὔτε κι ἔγινε ἰδιαίτερη κουβέντα γι’ αὐτό.
     Ὁ κ. Εὐδαίμων, ἄλλωστε, συνήθιζε κάθε τόσο νὰ παρουσιάζει νέα «χούγια», καινούργιες ἀπόψεις καὶ ρηξηκέλευθες ἀντιλήψεις. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν παρακολουθήσουν. Ὅποτε ἐπιχείρησε ―με λαχτάρα, εἶναι ἀλήθεια― νὰ τοὺς κάνει κοινωνοὺς τῶν ἰδεῶν του, νὰ τοὺς ἐξηγἠσει σχετικά, ἐκεῖνοι δὲν κατάλαβαν κι ἔμειναν μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅσο γερνάει τόσο περισσότερο παραξενεύει, ἂν καὶ ὅσο τὸν θυμοῦνται πάντα ἔτσι παράξενος ἦταν... Καὶ ὁ κ. Εὐδαίμων, μὲ πολὺ λύπη καὶ ἀπογοήτευση, ἔπαψε πλέον νὰ τοὺς ἐξηγεῖ.

τσι, λοιπόν, ἄρχισε τὸ νέο βιολί του. Μόλις γύριζε στὸ σπίτι ἄδειαζε τὶς τσέπες του∙ ξεχώριζε τὰ κέρματα ἀπὸ πενηντάλεπτο καὶ κάτω καὶ τὰ ἔριχνε σ’ ἕνα σακκούλι.
     Τὶς Κυριακὲς διάλεγε κέρματα ἀπὸ ἕνα ἕνα εὐρὼ καὶ κάτω. Τὶς γιορτὲς διάλεγε κέρματα ἀπὸ δύο εὐρὼ καὶ κάτω. Τὶς καθημερινὲς ὑπολόγιζε τὸ κόστος τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν περιοδικῶν, ποὺ δὲν ἀγόραζε πιά, κι ἔριχνε τὸ ποσὸν στὸ σακκούλι.
     Στὶς γιορτὲς τῶν παιδιῶν του ὑπολόγιζε τὰ ποσὰ ποὺ θὰ τοὺς ἔδινε ἢ θὰ ξόδευε γιὰ νὰ τοὺς ἀγοράσει δῶρα καὶ τὰ ἔριχνε στὸ σακκούλι∙ τοὺς ἐπιδαψίλευε μόνον τὶς εὐχές του.
     Στὶς γιορτὲς τῶν ἐγγονιῶν του ὑπολόγιζε τὰ ποσὰ ποὺ θὰ ξόδευε γιὰ δῶρα καὶ χαρτζιλίκια, ἀφαιροῦσε τὰ μισὰ καὶ τὰ ἔριχνε στὸ σακκούλι∙ μὲ τὰ ὑπόλοιπα οἰκονομοῦσε τὴ χαρά τους.
     Ἡ κυρία Μουρμουρίτσα στερήθηκε τὴν πολυτέλεια τῆς ἐπετείου τους∙ ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴν ἐπέτειό τους.
     Καὶ τὸ σακούλι φούσκωνε καὶ φούσκωνε καὶ παρα- φούσκωνε μὲ κέρματα καὶ χαρτονομίσματα.

Δυὸ ὀλοστρόγγυλα τεράστια μάτια γεμάτα ἔκπληξη κι εὐγνωμοσύνη, ἕνα ἀμήχανο κι ἀπορημένο χαμόγελο, δυὸ χείλη στεγνὰ ποὺ ψέλλιζαν εἰλικρινεῖς εὐχαριστίες καὶ καρδιακὲς εὐχὲς, ἔστεκαν πάνω ἀπὸ τὴν πρόχειρη πινακίδα τῆς καρκινοπαθοῦς∙ καὶ κάτω ἀπὸ τὴν πινακίδα, δυὸ χέρια σκελετωμένα κρατοῦσαν ἕναν μισανοιγμένο φάκελο, φουσκωμένο μὲ χαρτονομίσματα...
     Ὁ κύριος Εὐδαίμων μόλις ποὺ ἔπνιξε τὸν λυγμὸ τῆς συγκινήσεώς του.

Πῆρε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸ ἀναστημένο πρόσωπο ποὺ ἔλαμπε χαρὰ καὶ κοίταξε μὲ ἀμηχανία πέρα μακριά, στὸ πουθενά...

     Εὐχήθηκε βιαστικὰ «Καλὰ Χριστούγεννα καὶ καλὴ ὑγεία» μέσ’ ἀπ’ τὰ δόντια του∙ ἔκανε ἀπότομα μεταβολὴ καὶ τό ‘βαλε σχεδὸν στὰ πόδια, καταντροπιασμένος!
     Ἕναν ὁλόκληρο χρόνο εἶχε μαζέψει στὸ σακκούλι του, στὸ πουγγὶ τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸ ἔκρυβε στὸ εἰκονοστάσι του, μόνον χίλια διακόσια εὐρώ...


Σημείωση: Πρβλ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Λόγος περὶ ἐλεημοσύνης, στὸ: Migne, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμ. 51, σελ. 953-962.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.