Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Δυστυχώς, οι εκ φαντασιώσεων «ψευτιές» του κ. Τελεβάντου συνεχίζονται!



  ΠΟΙΟΣ  ΜΑΧΕΤΑΙ  ΤΟΝ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ  ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ  ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ;
Τοῦ π. Βασίλειου Βολουδάκη

Ἀφοῦ διέστρεψε τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἐπιφάνιου Θεοδωρόπουλου περὶ Ἀποτειχίσεως, ἀφοῦ διέσυρε λαϊκοὺς καὶ ἱερωμένους ἀποδίδοντάς τους κείμενα ποὺ …δὲν ἦσαν δικά τους, τελευταῖα βάλθηκε νὰ διασύρει καὶ τὸν π. Βασίλειο Βολουδάκη.

Μὲ τὸν π. Βασίλειο διαφωνήσαμε ριζικῶς στὸ θέμα τῆς στάσεως ἔναντι τῶν αἱρετικῶν (καὶ στὸ παρὸν ἄρθρο δηλώνει ὅτι μνημονεύει τὸν Οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο), ἀλλὰ δὲν παύει νὰ λέγει ἀλήθειες γιὰ τὸν Πατριάρχη, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπεράσπιση ἔχει ἀναλάβει ὁ κ. Τελεβάντος, παρότι πολλάκις καταφέρεται μὲ κείμενά του κατὰ οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Βαρθολομαίου, σπέρνοντας ἔτσι τὴν σύγχυση στοὺς ἀναγνῶστες!
Τὸ δυστύχημα, πάντως, εἶναι ὅτι καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει αἵρεση, ἀλλὰ παραμένουν σ' αὐτή, κοινωνοῦντες ἢ μνημονεύοντας τὸν αἱρεσιάρχη, διαγράφοντες τὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν αἵρεση!

Ἡ κατοχύρωσις τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλλάδος δὲν πλήττει τὸν Πατριαρχικὸν θεσμόν!


ΠΟΙΟΣ  ΜΑΧΕΤΑΙ  ΤΟΝ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ  ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ;

•    Εἶναι ἀδιανόητον νὰ ταυτίζεται ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης καὶ αἱ ἐνέργειαί του μὲ τὸν Πατριαρχικὸν θεσμόν.
•    Ὁ θεσμὸς οὐδέποτε κρίνεται, ἐπικρίνεται ἢ καθαιρεῖται.
•    Οἱ Πατριάρχαι κρίνονται, ἐπικρίνονται καὶ καθαιροῦνται!

Γράφει ὁ Πρωτοπρ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
Προϊστάμενος τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων Ἀθηνῶν


Θὰ ἦταν περιττὸ τὸ κείμενο αὐτὸ ὡς ἐπεξήγηση τοῦ προσφάτου ἄρθρου μου «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ» ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἀναγνῶστες-θύματα διαστροφέως τῆς Ἀληθείας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰ ἡμερῶν ἐκβιάζονται καὶ ἐξωθοῦνται μέσῳ τῆς ἱστοσελίδος του νὰ πεισθοῦν “σώνει καὶ καλὰ” ὅτι μὲ τὸ ὡς ἄνω ἄρθρο μου κάνω πολεμικὴ καὶ ἐκφράζω τὸ πάθος μου κατὰ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θεσμοῦ τῆς Κων­/πόλεως!
Γιὰ νὰ ἀκριβολογήσω, πρόκειται γιὰ ἕναν καὶ μοναδικὸ Κύπριο δημοσιογράφο, κατοικοεδρεύοντα ἐν Ἀμερική, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐντάξει στὴν “πνευματική” του ζωὴ  –ὡς κύριο, μάλιστα, διακόνημα– τὴν κατασπίλωση καὶ κατασυ­κοφάν­τηση τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν Λαϊκῶν, ποὺ δὲν συμφωνοῦν καὶ δὲν ὑπηρετοῦν τὶς ἐπιδιώξεις του! Καὶ θεωρεῖ ὅτι κάνει καὶ ἱερὸ ἔργο!
Μὲ ἀπίστευτο καὶ ἀνεξήγητο πάθος, ἐπὶ μία καὶ πλέον δεκαετία, ἐπιτίθεται συστηματικὰ κατὰ τοῦ προσώπου μου, κατασκευάζει φανταστικὲς ἐκδοχὲς τῶν γραπτῶν μου καὶ τῶν ἐνεργειῶν μου καὶ μὲ παρουσιάζει ὡς ρυθμιστῆ τῆς ἀρ­θρογραφίας τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» χωρὶς νὰ ἀνα­χαι­τί­ζεται ἀπὸ τίποτε καὶ ἀπὸ κανένα. Οὔτε Θεὸ φοβεῖται, οὔτε ἀνθρώπους ἐντρέπεται καὶ γι’ αὐτὸ θὰ ἀντιμετωπίση προ­σεχῶς (μὲ δικάσιμον τὴν 3η Δεκεμβρίου 2015) τὴν Ἑλλη­νικὴ Δικαιοσύνη, ὅπως οἱ πνευματικοὶ νόμοι ὁρίζουν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ὁδηγίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, νὰ κρίνονται, δηλαδή, μὲ τὴν Παλαιᾶ Διαθήκη, μὲ τὸ Κριτήριο τῆς Πολιτικῆς Δι­καιο­σύνης.
Εἶναι, λοιπόν, προφανὲς ὅτι τὸ ἐπεξηγηματικὸ ἄρθρο μου αὐτὸ δὲν προορίζεται γιὰ τὸν ἐν λόγῳ δημοσιογράφο –ἀφοῦ ἐκεῖνος πρὸ πολλοῦ “ἐξέστραπται”– ἀλλὰ γιὰ τὰ ἀνυποψίαστα θύματα τῆς γραφίδος του, τὰ ὁποῖα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχουν ἐλλειπῆ θεολογικὴ καὶ ἱστορικὴ ἐνημέρωση καὶ ἔτσι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὶς διαστρεβλώσεις του καί, ἀφ’ ἑτέρου, ἀγνοοῦν τὴν μυθοπλαστική του ἐξειδίκευση καὶ τὴν παντελῆ ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τοῦ ἁγίου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ ὁποίου τολμᾶ νὰ ἐμφανίζεται μα­θη­τής! Ὡστόσο, στὶς ἐπεξηγήσεις μου θὰ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰ τῶν αἰτιάσεων τοῦ Κυπρίου συκοφάντου μου πρὸς ἀποκατάσταση τῆς Ἀληθείας.

Πρὸ τῶν ἐπεξηγήσεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μου ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω κατηγορηματικὰ ὅτι οὐδέποτε ἐπεδίωξα οὔτε ἔλαβα κάποια θέση στὸν «Ὀρθόδοξον Τύπον», πολὺ δὲ περισσότερο οὐδέποτε ἀνέλαβα τὴν καθοδήγησή του, παρ’ ὅτι καὶ προφορικῶς καὶ γραπτῶς εἶχε ἐκφρα­σθεῖ ὁ μακαριστὸς π. Μάρκος Μανώλης μὲ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ πρόσωπό μου. Πάντοτε ἀρκέσθηκα νὰ ἀρθρογραφῶ ἐνυπογράφως, ὁσάκις αἰσθάνομαι  ὅτι ἔχω αὐτὸ τὸ χρέος, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπω σὲ κανένα νὰ μοῦ χρεώνη ἄρθρα ἢ τοποθετήσεις ἄλλων (μὲ ἀρχικὰ ἢ μὴ)  ποὺ δημοσιεύονται στὸν «Ὀρθ. Τύπον», μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ συγκαταλέγομαι στοὺς περιστασιακοὺς ἀρθρο­γρά­φους του, οὔτε, βεβαίως, ἐπιτρέπω σὲ κανένα νὰ “χρεώνη τὸν «Ὀρθ. Τύπον» τὶς δικές μου ἀπόψεις, τὶς ὁποῖες ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος δικαιοῦμαι νὰ ἔχω καὶ νὰ διατυπώνω.
Ὡς πρὸς τὸ ἐν ἀρχῇ μνημονευθὲν ἄρθρο μου ἔχω νὰ καταθέσω τὰ ἑξῆς:
1. Εἶμαι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ στραφῆ κατὰ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ὡς θεσμοῦ ἢ ὑπὲρ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἢ ὑπὲρ τῆς ἀλλαγῆς τῆς θέσεως ἀριθμήσεώς του μεταξύ των Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων ὡς Πρώτου, θέση ποὺ ἔλαβε μετὰ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054.
2. Τὸ ἄρθρο μου σὲ καμμιὰ παράγραφό του δὲν ἀποδοκιμάζει ἢ ὑποτιμᾶ, οὔτε, βεβαίως, μάχεται τὸν θεσμὸ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ἐξ ἄλ­λου ἔχω ἀπὸ ἐτῶν γράψει ὅτι «εἶναι δεδομένος ὁ σεβασμός μου πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς Ποιμένες της καὶ  ἰδιαιτέρως πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, προσωπικὰ δέ, σὲ κάθε Θ. Λει­τουρ­γία μνημονεύω τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἁγία Πρόθεση. Ὅμως, ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγεται, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς πικραίνει στὴν ἀρχή, ἀλλὰ στὸ τέλος πάντοτε εἰρηνοποιει»(1). Τὸ ἄρθρο μου ἀποπειράθηκε νὰ κα­τοχυρώση τὰ Κανονικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τίποτε ἄλλο! Ἂν κάποιοι προσπα­θοῦν νὰ κάνουν τὸν δόλιο συσχετισμό,  ὅτι ἡ ἀπόλυτη κατοχύρωση τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλη­σίας πλήττει τὸν Πατριαρχικὸ θεσμό, εἶναι δικό τους θέμα ἀλλά, ταὐτοχρόνως, καὶ δικό μας δικαίωμα νὰ καταδικάσουμε τὴν σκοπιμότητά τους.
3. Εἶναι ἀδιανόητο ἀπὸ θεολογικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λογικῆς θεωρήσεως τὸ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν ὁποιον­δή­ποτε θεσμό, τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο κατέχει τὸ ὕπατο ἀξί­ωμα αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Ἐν προκειμένω, εἶναι ἀδι­α­νόητο νὰ ταυτίζεται ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης καὶ οἱ ἐνέργειές του μὲ τὸν Πατριαρχικὸ θεσμό. Ὁ θεσμὸς οὐδέποτε κρίνεται, ἐπικρίνεται ἢ καθαιρεῖται. Οἱ Πατριάρχαι κρίνονται, ἐπικρίνονται καὶ καθαι­ροῦν­ται. Ὑπάρχει πληθὺς Πατριαρχῶν ποὺ κατεκρίθησαν ὡς αἱρετικοὶ καὶ
ἀναθεματίσθηκαν, ὁ θεσμός, ὅμως, τοῦ Πατριαρχείου μένει εἰς τὸν αἰώνα!
4. Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς Πατριαρχικῆς Πράξεως τοῦ 1928 περὶ τῆς ὁμηρίας Μητροπόλεων τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι προσβολὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πατριαρχείου ἀλλὰ ἀποδοκιμασία μιᾶς Πατριαρχικῆς Πράξεως–Κερκόπορτας γιὰ τὴν διεκδίκηση ἐδαφῶν τῆς Πατρίδος μας ἀπὸ ἀλλοεθνεῖς. Ἐπίσης, ἐτόνισα στὸ ἄρθρο μου ὅτι ἡ Πράξη αὐτὴ ἀντίκειται καὶ στὸν Συ­νο­δικὸ Τόμο ἀλλὰ καὶ στὴν πάγια τακτικὴ τῆς Ἐκ­κλη­σίας νὰ «συμμεταβάλλονται τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγ­ματα μὲ τὶς πολιτειακὲς ἐξελίξεις». Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς Πράξεως τοῦ 1828 ἐκ μέρους μου εἶναι ἀμφι­σβή­τηση παρανόμου καὶ Ἀντικανονικῆς Πατριαρ­χι­κῆς Πράξεως καὶ ὄχι προσβολὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πα­τρι­αρχείου. Ἡ ἀνατρεπτικὴ ἄποψη τοῦ Πατριάρχου μας «περὶ τῆς ἀναγκαιότητος καταργήσεως Ἱερῶν Κανόνων ἀκόμη καὶ Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συ­νό­δων»(!), ποὺ ὑποστηρίζει στὴν διδακτορική του διατριβὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ προσβάλλει «ὅλον τὸν θε­σμὸν τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ὄχι ἡ δική μου ἀμφισβήτηση, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ, ὁ συκοφάντης μου δὲν ἔγραψε οὔτε μιὰ λέξη.
Εἶναι, φαίνεται, ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ ποὺ ἔγρα­ψα στὸ ἄρθρο μου «Ὁρατὸς ὁ κίνδυνος Βατικανο­ποιή­σεως τῆς Ὀρθοδοξίας», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸν «Ὀρθ. Τύπον» τῆς 27ης Ἰουλίου 2001 γιὰ νὰ φανῆ καθαρὰ τὸ πνεῦμα τῶν γραφομένων μου ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπός τους:
«Βεβαίως, ἐξ ἀπόψεως ποιμαντικῆς, δηλαδὴ πνευ­μα­τικῆς ὠφελείας τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας, δὲν θὰ μᾶς ἐνο­χλοῦσε καθόλου ὁποιαδήποτε ἀπεμπόλησι διοικητικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τοῦ Πατρι­αρ­χείου, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ διοίκησι ὑπάρχει γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι γιατί ἡ ἐκκλη­σιαστικὴ διοίκησι εἶναι αὐτοσκοπός. Ὅταν, ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀπεμπόλησι τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνεται μὲ σκοπὸ τὴν ὑπαγωγὴ τῶν Ἑλλήνων πιστῶν σὲ μιὰ πιὸ πνευματικὴ Ἐκκλησιαστικὴ διοίκησι ἀλλὰ μὲ στόχο τὴν ἐκκοσμίκευσι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τότε τὸ πρᾶγμα γίνεται σοβαρὸ καὶ ἐπικίνδυνο καὶ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς προδοσίας.
Δὲν συκοφαντοῦμε τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντι­νου­πό­λεως γράφοντας αὐτά, διότι στηριζόμαστε στὴν ὅλη εἰκό­να, ποὺ Αὐτὸ μᾶς ἔχει δώσει ἀλλὰ καὶ στὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης, πρόσφατα, ἀναφερό­με­νος στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπεφάνθη ὅτι Αὐτὴ μαστίζεται ἀπὸ ἐπαρχιωτισμό! Καὶ διερωτώμεθα: Ἀγνοεῖ, ἄραγε, ὁ Παναγιώτατος ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (παρ’ ὅλα μας τὰ χάλια) ἔχει τὸν ἠθικότερο καὶ ἱεροπρεπέστερο κλῆρο ἀπ’ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὴ μεγαλύτερη πνευμα­τικότητα; Ποιὰ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Εὐρώπης ἔχει Αὐτὸς νὰ μᾶς ἐπιδείξη ὡς πρότυπο; Ποιὰ ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν τὸ μοντέλο, ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε, ὥστε νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε «ἐπαρχιῶτες»; Ἐάν, Παναγιώτατε, θεωρεῖτε ἐπαρ­χιωτισμὸ τὴν ἀσυμφωνία μας στὴν κατάργησι τῶν Ἱ. Κανόνων καὶ στὴν υἱοθέτησι κοσμικῶν ἐκδηλώσεων καὶ συμπεριφορῶν, τότε, ναί, εἴμαστε καὶ θέλουμε νὰ παρα­μείνουμε «ἐπαρχιῶτες»!
Πρέπει κάποτε νὰ εἰποῦμε τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους. Δὲν εἶναι σεβασμός το νὰ καταπιέζουμε τὴν ἀγα­νά­κτησί μας καὶ νὰ μὴν ἀρθρώνουμε λέξι, ἐκφράζοντες τὴν ἀντίθεσί μας πρὸς τοὺς πατέρες μας, ὅταν αὐτοὶ αὐθαι­ρετοῦν. Ὅταν αὐτοὶ καταπιέζουν, ὄχι μόνο τὴ θεολογία, ποὺ μᾶς δίδαξε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ τὴν ἁπλὴ λογική μας.
Ἡ ἁπλῆ λογική μας διαμαρτύρεται, ὅταν ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ διαβάζουμε τὴν πρόσφατη δήλωσι τοῦ Πατριάρχου πὼς ἡ Συνοδικὴ Πρᾶξι τοῦ 1928 «εἶναι κείμενο ἱερὸ καὶ ἀμετάβλητο» καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη διαβάζουμε τὰ λόγια τοῦ ἴδιου Πατριάρχου —μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο Του «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων»— νὰ διακηρύσσουν: «Δέν δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχη διατάξεις ἀπα­γο­­ρευ­ούσας τὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ναοὺς τῶν ἑτερο­δό­ξων καὶ τὴν μετ’ αὐτῶν συμπροσευχὴν καθ’ ἣν στιγ­μὴν αὕτη διὰ τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς προ­σεύ­χε­ται ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτῶν διὰ τὴν τελικὴν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ ἐλπίδι»(!) καὶ γι’ αὐτὸ εἰσηγεῖται ὅτι «εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἐγκριθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ ὑπὸ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ Κῶδιξ τῆς Ὀρθο­δό­ξου Ἐκκλησίας (σημ.: δηλαδὴ μιὰ κωδι­κοποί­ησι=πα­ρα­ποίησι τῶν Ἱ. Κανόνων), ἐφ’ ὅσον οὗτος διὰ νὰ ἀντα­πο­κρι­θῆ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ —ὅστις εἶναι νὰ ὑπρετήσῃ κυρίως πρακτικοὺς σκοποὺς— θὰ τροποποιήσῃ καὶ θὰ καταργήσῃ ἀναποφεύκτως κανόνας τῶν Οἰκουμενι­κῶν Συνόδων»(!)
Διαμαρτύρεται ἡ λογική μας γιατὶ ταξινομῶντας ὅλα αὐτὰ μὲ τὸ ἁπλοϊκὸ μυαλό μας διαπιστώνουμε ὅτι κατὰ τὸν Πατριάρχη μας εἶναι ὄχι ἁπλῶς φυσικὸ ἀλλὰ καὶ «ἐπι­βε­βλημένον» νὰ τροποποιήση ἡ Ἐκκλησία ἢ καὶ νὰ καταρ­γήση Κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτο νὰ ἀκυρωθῇ μιὰ ἁπλῆ Πατριαρχικὴ Πρᾶξι, ἡ ὁποία οὔτε οἰκουμενικὸ κῦρος ἔχει, οὔτε πρακτικὴ ἀξία ἔχει σήμερα, μᾶλλον δὲ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν Ἑνότητα τῆς Ἱεραρχίας μας ἀλλὰ καὶ ὅπλο στὰ χέρια τῶν Τούρκων εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Ἂν εἶναι αὐτὴ λογική, τότε τί χρειάζεται νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν ἱστορία καὶ τὴ θεολο­γία;».
5. Κατηγοροῦμαι ἀπὸ τὸν κακόπιστο καὶ ἀδαῆ δημοσιογράφο ὅτι πολεμῶ τὸ αἰχμάλωτο Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως μὲ τὸ νὰ θέλω νὰ τοῦ ἀφαι­ρε­θοῦν οἱ «Νέες Χῶρες» (ἔτσι ἀνθελληνικὰ ὀνομάσθη­καν οἱ Βόρειες περιοχὲς τῆς Πατρίδος μας ὥστε εὔ­κολα νὰ γίνουν σύντομα καὶ “Ἄλλες Χῶρες”!») καὶ οἱ Χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖες –σημειω­τέον– μέχρι τὸ 1922 ἦσαν στὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Γιατί κατη­γο­ροῦμαι ἀντὶ νὰ ἐπαινεθῶ; Πότε καὶ ποῦ ἀκούσθηκε στὴν παγκόσμια Ἱστορία ὅτι στοὺς αἰχμαλώτους πρέ­πει νὰ δίδονται ἐξουσίες; Γιὰ ποιόν, ἄραγε, λόγο τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων  –παρ’ ὅτι  εἶναι «ἡ Μή­τηρ τῶν Ἐκκλησιῶν»– μετὰ τὴν αἰχμαλωσία του, ἀπὸ Πρῶτο τὴ τάξει ποὺ ἦταν ἔλαβε τὴν Πέμπτη θέ­ση στὴ σειρὰ τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν; Ἁπλούστατα, διότι κάθε νουνεχὴς ἄνθρωπος ἀντι­λαμ­βάνεται ὅτι οἱ ἐξουσίες τῶν αἰχμα­λώτων εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐξουσίες τῶν ἐξουσιαστῶν τους, ἐξου­σίες αὐτῶν ποὺ τοὺς αἰχμαλώτισαν! Ποι­όν, λοιπόν, ἐξυπηρετοῦν οἱ ὑπερεξουσίες τοῦ Πατρι­αρχείου Κων­σταν­τινουπόλεως, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Τουρ­κία καὶ τὴν Ἀμερική;
Ἀπτόητος, ὅμως, ὁ κατήγορός μου, συνεχίζει: «Δὲν βλέπετε ὅτι συρρικνώθηκε ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Πόλης σὲ 3.000 ἀνθρώπους καὶ ὅτι κλείνουν οἱ Ἐκκλησίες καὶ πληθαίνουν τὰ Τζαμιά;»
Βεβαίως καὶ τὰ βλέπουμε, ἀπαντοῦμε, ἀλλὰ βγά­ζου­με ἐντελῶς ἀντίθετα συμπεράσματα. Οἱ 3000 Ἕλληνες ἀπόμειναν στὴν Πόλη ἔχοντας ὁ Πατριάρχης ὑπερε­ξου­σίες. Καὶ οἱ Ἐκκλησίες ἔκλεισαν καὶ τὰ Τζαμιὰ πλη­θαί­νουν ἔχοντας ὁ Πατριάρχης ὑπερεξουσίες. Καὶ ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης ἔκλεισε καὶ δὲν ξαναανοίγει, καὶ ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ ἀπειλεῖται νὰ ξαναγίνη Τζαμὶ (ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ὅπως φανερώνουν οἱ Μιναρέδες της!), ἔχον­τας ὁ Πατριάρχης ὑπερεξουσίες! Καὶ οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκ­κλη­σίες τῆς Εὐρώπης ἔγιναν στὴν πλειοψηφία τους Φρά­γκικες, ὅπως καὶ οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας, ἔχοντας ὁ Πατριάρχης ὑπερεξουσίες!
Τί ἐρεῖ πρὸς ταῦτα; Ποιὸν ὠφέλησαν οἱ Πατριαρχικὲς ὑπερεξουσίες, παρεκτὸς τοὺς Τούρκους, τοὺς Ἀμερι­κα­νοὺς καὶ τοὺς Φραγκολατίνους; Δικαιολογεῖται, ἄραγε, τέτοια τύφλωση σὲ ἀνθρώπους ποὺ –ὑποτίθεται– μάχον­ται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Παρὰ τὸ «φτωχό μου ἀντι­οιουμενιστικὸ βιογραφικό», ὅπως κακεντρεχῶς μὲ εἰ­ρω­νεύεται –ἐνῶ ἀγνοεῖ, ποιὰ καὶ πόσα εἶναι τὰ δη­μο­σιεύματά μου–, ἕως ἐκεῖ βλέπω. Αὐτός, μὲ τὸ πλούσιο ἀντιοικουμενιστικό του βιογραφικὸ βλέπει ὅτι ὁ θανά­σιμος κίνδυνος τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προέρχεται ἀπὸ κάποια …«σταγονίδια» οἰκουμενιστῶν τοῦ “γλυκοῦ νεροῦ” Ἑλλήνων Μητρο­πο­λιτῶν(ποὺ παριστάνουν τοὺς οἰκουμενιστὲς γιὰ νὰ “ἀρέ­σουν” στὸ Πατριαρχεῖο), καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν φωληὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἐπιτελεῖο τοῦ Πα­τριαρ­χείου Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ὁποῖο ἐνορχηστρώνει ὅλη αὐτὴν τήν, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰουστίνον Πόποβιτς, «νέαν προδοσίαν τοῦ Χριστοῦ, νέαν σταύρωσιν τοῦ Κυρίου, μόνον οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ξυλίνου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ τοῦ παπικοῦ οὐμανισμοῦ»(2), ἀπειλεῖ ὅποιον Μητροπολίτη τῆς δικαιοδοσίας του δέ­χεται ἑτεροδόξους στὴν Ὀρθοδοξία καὶ κλωνοποιεῖται μὲ ἀπίστευτους ρυθμοὺς καὶ “νεοεκκλησιολογικές” ἐπι­νο­ήσεις, καταλαμβάνοντας τοὺς Ἐπισκοπικοὺς θρόνους ὅλης τῆς Οἰκουμένης;
6. Γιὰ λόγους ἱστορικῆς μνήμης καὶ προσδοκίας τῆς ἄρσεως τοῦ ἐπιτιμίου, ποὺ ἐπέβαλε ὁ Οὐρανὸς ἐπὶ τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, εἶμαι ἀντίθετος σὲ ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ τῆς σειρᾶς τῶν Πατριαρχείων. Τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, παρὰ τὴν αἰχμαλωσία του, πρέπει νὰ μείνη στὴν μετὰ τὸ Σχίσμα Πρωτοκαθεδρία του. Πρωτοκαθεδρία τιμῆς καὶ ὄχι διοικητικῆς ὑπεροχῆς, ἀπηλλαγμένο ἀπὸ διοικητικὲς ἐξουσίες ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθο­δο­ξίας, καθαρὸ ἀπὸ μολυσμοὺς συμπροσευχῶν μὲ ἑτεροδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, προσηλωμένο στὸν Σταυρὸν τῆς αἰχμαλωσίας του, ἐν προσευχὴ καὶ ἀδι­α­κόπῳ Θ. Λειτουργία, δίδων τὴν καλὴν μαρτυρίαν, εὐωδιάζον καὶ ἀποπνέον τὴν Ὀρθόδοξη πνευ­μα­τι­κό­τητα. Τότε καὶ μόνον τότε, ἀπερίσπαστη ἡ Ὀρθο­δο­ξία θὰ ἀφεθῆ –ἐλευθέρα ἀπὸ τὶς πολιτικὲς σκοπιμό­τητες τῶν Πλανηταρχῶν καὶ τῶν Μεγάλων Δυνά­με­ων– νὰ ἀναδείξη τὶς ἅγιες ἡγετικὲς Ὀρθόδοξες Ἐπι­σκοπικὲς προσωπικότητες, οἱ ὁποῖες πάντοτε ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα γιὰ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια, ἀνάταση καὶ σωτηρία τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ!


Ὑποσημειώσεις:
1. Ἡ Ἀλήθεια Φῶς (χωρὶς) Φανάρι, Περιοδικὸ «Ἐνοριακὴ Εὐλογία», τεῦχος 15, Ὀκτώβριος 2003.
2. Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ.159, Ἀθῆναι 1969 
Πηγή: "Ομολογία"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.