Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Σχολιασμός των απαντήσεων του «Εν τούτω Νίκα» από τον π.Ευθ. Τρικαμηνά και απάντησις στις ερωτήσεις



ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ « ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Σχολιασμός  τῶν ἀπαντήσεων τοῦ ἱστολογίου «Ἐν τούτῳ Νίκᾳ»
στίς ἐρωτήσεις πού ἐτέθησαν ἀπό τόν ἱερομόναχο Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ
καί  ἀπάντησις τοῦ ἰδίου εἰς τίς νέες ἐρωτήσεις τοῦ ἱστολογίου αὐτοῦ.



       γαπητοί ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ.
Πιθανόν νά σᾶς λυπήσω μέ αὐτά τά ὁποῖα θά ἀναφέρω, πλήν ὅμως τό θεωρῶ ἀναγκαῖο διά νά ξεκαθαριστοῦν ἐξ ἀρχῆς κάποια πράγματα καί νά τεθῆ ὁ διάλογος αὐτός σέ ὑγιεῖς βάσεις.
 Κατ’ ἀρχάς ἀποδεχθήκατε τόν διά συγκεκριμένων ἐρωτήσεων καί ἀπαντήσεων διάλογο καί μάλιστα ἀναφέρατε εἰσαγωγικά τό ὄντως ἀξιέπαινο «Ευχόμαστε ο διάλογος αυτός να είναι ειλικρινής και να μην διεξάγεται δια να λάβει ο καθείς “στεφάνους νίκης” ή δια να εξουθενώσει τον “αντίπαλο”,  αλλά ειλικρινής διάλογος δια να βρεθούν κοινά σημεία δια κοινό αγώνα!». Καί ὀλίγο κατωτέρω: «Τονίζομε ὅτι οἱ ἀπαντήσεις θά πρέπει νά εἶναι σύντομες καί νά ἀφοροῦν μόνο τά ἐρωτήματα» (ἐδῶ). Αὐτές οἱ ὀρθές τοποθετήσεις σας μοῦ δίδουν τό δικαίωμα νά σᾶς ἐπισημάνω ὅτι  αὐτά, τά ὁποῖα εἰσαγωγικῶς ὑποσχεθήκατε, δέν ἐτηρήσατε στίς ἐν συνεχείᾳ ἀπαντήσεις σας. Συγκεκριμένα ἀναφέρω τά ἑξῆς:
         1. Ἡ πρώτη ἐρώτησι ἀπαιτοῦσε νά ἀπαντήσετε συγκεκριμένα ἄν τό «δυνάμει καί ἐνεργείᾳ» ἰσχύη καί διά τά θέματα τῆς πίστεως. Ἡ ἀπάντησίς σας προφανῶς ἔπρεπε νά εἶναι συγκεκριμένη, ὅπως προαναφέρατε εἰς τήν εἰσαγωγή σας καί μάλιστα κατοχυρωμένη, εἰ δυνατόν, εἰς τήν ἁγία Γραφή τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἐσεῖς, ἀντιθέτως καί παραπλανητικῶς, ἀναφέρατε κάποια κείμενα τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, τά ὁποῖα ἦσαν ἐμφανέστατα ἐκτός θέματος, διότι ἀφ’ ἑνός μέν δέν μᾶς ἐνδιέφερε ἡ γνώμη του εἰς τήν παρούσα στιγμή καί ἀφ’ ἑτέρου διότι αὐτήν τήν γνώμη ἐκρίναμε, τήν ὁποία ἔχουν σήμερα καί οἱ περισσότεροι τῶν Γ.Ο.Χ.
Ἄν πάλι λάβωμε ὡς ἀπάντησι τά λόγια σας: «Οπότε όπως και εσείς βλέπετε, δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ερμηνεία οι λόγοι του! Με λίγα λόγια το ημερολογιακό ζήτημα ήταν μία καινοτομία που εφαρμόσθηκε για άλλους σκοπούς (λειτούργησε ως Δούρειος ίππος)  που ήδη έχουμε αναφέρει και αναλύσει σε παλαιότερα κείμενα-απαντήσεις μας. To ημερολόγιο-εορτολόγιο δεν είναι δόγμα, αλλά άπτεται του δόγματος διότι έθιξε την ενότητα των πιστών και των εκκλησιών. Σήμερα απορούμε το πως υπάρχουν ακόμα υποστηρικτές του Νέου ημερολογίου εφ΄ όσον όλοι πια γνωρίζουν τον λόγο που εφαρμόσθηκε!», δέν λαμβάνομε πάλι οὐδεμία ἀπάντησι τῆς ἐρωτήσεως τήν ὁποία ἐθέσαμε, διότι εἰς τήν ἐρώτησι δέν ἐζητούσατε οὔτε ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, οὔτε ἄν ἦταν καινοτομία τό ἡμερολόγιο, οὔτε ἄν ἐχρησιμοποιήθηκε ὡς δούρειος ἵππος, οὔτε τέλος πάντων ἄν ἔθιξε τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν καί τῶν ἐκκλησιῶν.
      Ἄν τέλος ἐπισυνάψωμε καί τά τελευταῖα λόγια σας: «Το αληθές και ξεκάθαρον ερώτημα μάλλον που θέλετε να κάνετε είναι το εξής· δηλαδή αν το “δυνάμει και ενεργεία” ισχύει σήμερα δια τους ανήκοντας εις την Παναίρεση του Οικουμενισμού», πάλι πέραν τοῦ ὅτι εἶστε ἐκτός θέματος, διότι ἡ ἐρώτησις ἀπαιτοῦσε μία ἀπάντησι, τήν ὁποία  δέν ἔχετε δικαίωμα νά μεταφέρετε σέ ἄλλο θέμα, οὔτε βεβαίως εἶστε παντογνῶστες διά νά γνωρίζετε τούς διαλογισμούς τῶν ἄλλων, ἐπί πλέον ἀστοχεῖτε καί εἰς τόν σκοπό τῆς ἐρωτήσεως, στοχαζόμενοι κάτι τό ὁποῖο προφανῶς σᾶς ἐξυπηρετεῖ, διότι ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἐτέθη ἡ ἐρώτησις, εἶναι ἡ διγλωσσία τήν ὁποία χρησιμοποιεῖτε καί μέ τήν ὁποία δύναστε εὐκόλως νά ἵστασθε καί εἰς τίς δύο ὄχθες τοῦ ποταμοῦ καί νά παίζετε, κατά τό δή λεγόμενο, σέ διπλό ταμπλώ. Τό ἴδιο πράττετε, ὅταν γιά παράδειγμα ἀναφέρετε ὅτι: «τό ἡμερολόγιο -ἑορτολόγιο δέν εἶναι δόγμα, ἀλλά ἅπτεται τοῦ δόγματος», ἤ τό ἐπίσης Σιβυλλικόν ὅτι, τό ἡμερολόγιο δέν εἶναι αἵρεσις, ἀλλά τό  ἡμερολογιακό ἅπτεται τῆς αἱρέσεως.
Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί, εἶναι ἡ πρακτική καί τελεία ἐφαρμογή τοῦ «ἥξεις, ἀφήξεις….» καί ἐδῶ ἐντάσσεται τό «δυνάμει καί ἐνεργείᾳ» διά τό ὁποῖο ἐρωτηθήκατε καί τό ὁποῖο, ἄν ἰσχύη, σημαίνει ὅτι ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου δέν εἶναι θέμα πίστεως· καί ἄν πάλι δέν ἰσχύη, σημαίνει ὅτι εἶναι ὄντως θέμα πίστεως, πλήν ὅμως οὔτε ἡ ἁγία Γραφή, οὔτε οἱ ἱεροί Κανόνες, οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶπαν τό παραμικρό  δι’ αὐτό, παρά μόνο τό πλαστό σιγγίλιο τοῦ Νεοσκητειώτου μοναχοῦ Ἰακώβου.
         2. Ἡ δεύτερη ἐρώτησι ἀπαιτοῦσε νά ἀπαντήσετε στό ἄν εἶναι πλαστό ἤ ὄχι τό σιγγίλιο τοῦ Νεοσκητιώτου μοναχοῦ Ἰακώβου. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, σέ προηγούμενο κείμενό σας, ἰσχυριστήκατε ὅτι εἶναι γνήσιο, τώρα θά ἐρχόσαστε σέ ὀξεία ἀντιπαράθεσι μέ τούς ἰδίους τούς Γ.Ο.Χ. καί μάλιστα μέ τήν μεγαλύτερη σήμερα μερίδα των, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Διά νά ἀποφύγετε λοιπόν αὐτόν τόν σκόπελο καί νά μή δείξετε ὅτι μάχεσθε μεταξύ σας, ἀλλά ὅτι ὑπάρχει στούς Γ.Ο.Χ. ἑνιαῖο μέτωπο, ἀπαντήσατε, κατά τό δή λεγόμενο, ἄλλα ἀντί ἄλλων. Εἴπατε συγκεκριμένα: «Ἡ διαφωνία μας γιά τό Σιγγίλιο δέν ἀφορᾶ τόσο τό ἄν εἶναι ἤ δέν εἶναι πλαστό, ἀλλά ἄν κατεδικάστη ἤ ὄχι ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία».
Ἐδῶ μέ αὐτή σας τήν ἀπάντησι καί τή συνέχειά της, ἡ ὁποία εἶναι ἑρμηνεία καί ἐπεξήγησις αὐτῆς τῆς προτάσεως, (συγγνώμη πού τό ἀναφέρομε), μᾶς ὑποτιμᾶτε μέ τόν χειρότερο τρόπο, διότι μᾶς ἀντιμετωπίζετε ὡς ἀνοήτους καί καθυστερημένους, ἤ ὡς νήπια καί μωρά.  Διότι, ὄχι μόνο δέν ἀπαντᾶτε ἐπί τῆς ἐρωτήσεως διά προφανεῖς λόγους, ἀλλά καί μεταφέρετε πάλι ἀλλοῦ τό θέμα, ὥστε νά δώσετε τήν εἰκόνα καί τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀπαντήσατε καί μάλιστα ἀποστομωτικά. Ἔτσι διατηρεῖτε, κατά τό δή λεγόμενο, καί τήν πίτα ὁλόκληρη καί τόν σκύλο χορτᾶτο, δηλαδή καί διατητεῖτε τίς ἀπόψεις σας περί γνησιότητος δῆθεν τοῦ ἐν λόγῳ σιγγιλίου καί δέν ἔρχεσθε σέ ἀντίθεσι μέ τούς Γ.Ο.Χ., οἱ ὁποῖοι δέν συμφωνοῦν μέ τίς ἀπόψεις σας (καί εἶναι ἡ μεγαλύτερη μερίδα) καί, βεβαίως, ἀπαντᾶτε καί σέ ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι στήν προκειμένη περίπτωσι ἔχομε τόν ρόλο τῶν πτωχῶν συγγενῶν καί πρέπει νά δείξωμε ἱκανοποιημένοι, διότι ἐλάβαμε ἔστω μία ἀπάντησι.
         3. Ἡ τρίτη ἐρώτησις πού σᾶς ὑποβάλαμε, ἀδελφοί, εἶναι αὐτή ἡ ὁποία ἔμεινε τελείως ἀναπάντητη, δηλαδή εἶναι αὐτή τήν ὁποία ἐτοποθετήσατε κοινῶς εἰς τά ἀζήτητα (ἤ μᾶλλον ἐν προκειμένῳ εἰς τά ἀσυζήτητα). Ἐδῶ ὄντως ἐπιλέξατε ἕνα νέο τρόπο διαλόγου δι’ ἐρωτήσεων καί ἀπαντήσεων, μέ τό νά ἀπαντήσετε δι’ ἐρωτήσεως. Δηλαδή, ἐνῶ ἐμεῖς ἐρωτοῦμε, λαμβάνομε ὡς ἀπάντησι μία ἐρώτησι: «Ποιούς νά ἐννοεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὡς “λοιπούς πατέρες” πού καί αὐτοί δέν ἠθέλησαν νά μεταθέσουν τήν ἰσημερία;».
         Ἀλλά καί ἄν ἔπρεπε νά δοθῆ μία ἑρμηνεία εἰς τά λόγια τοῦ ἁγίου Νικοδήμου “καί οἱ λοιποί Πατέρες” πάλι ἐσεῖς νομίζω, ἔπρεπε νά τό κάνετε (ἐφ’ ὅσον ἐσεῖς ἐρωτᾶσθε) καί ὄχι ἐμεῖς ἤ ἔστω κάποιος ἄλλος. Ἐμεῖς θά ἐκρίναμε τήν ὀρθότητα τῶν λόγων σας καί τά ἐπιχειρήματά σας, ὅπως κάνομε ἐν προκειμένῳ. Διότι πέραν τοῦ ὅτι δέν ἀπαντᾶτε εἰς τήν ἐρώτησι, ἡ ἰδική μας ἑρμηνεία, προφανῶς, δέν θά σᾶς ἀρέση.
    Ἀκόμη εἶστε ἐκτός θέματος, διότι ἡ ἐρώτησι ἀπαιτοῦσε νά ἀπαντήσετε, διατί δέν συμπεριλήφθησαν εἰς τό Πηδάλιο τοῦ ἁγ. Νικοδήμου οἱ “ἱεροί” Κανόνες μέ τά ἀναθέματα, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου καί ὄχι, γιατί δέν μετέθεσαν οἱ Πατέρες τήν ἰσημερία, ἐνῶ ἔβλεπαν ὅτι αὐτή εἶχε στήν πρᾶξι μετατεθεῖ.
      Τέλος ἄν ἐπί τοῦ θέματος τούτου θέλετε καί τήν ἰδική μας θέσι καί τοποθέτησι (μιά καί ὁ ἅγιος Νικόδημος δέν ζεῖ εἰς τήν γῆ διά νά τόν ἐρωτήσωμε) ἐπειδή, ἄν καί ἐκτός θέματος, θίγει ὅμως κάποια σημεῖα, τά ὁποῖα ἑκάστη πλευρά δύναται νά τά ἑρμηνεύση κατά τό δοκοῦν, ἀναφέρομε τά ἑξῆς:
Ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου «καί οἱ λοιποί Πατέρες» οὐδόλως ὑπονοεῖ τούς πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκρότησαν τίς τρεῖς Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος, ὅπως ἐσεῖς ἐκλαμβάνετε, ἀλλά τούς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί δέν συμμετεῖχαν στίς ἑπόμενες Οἰκουμενικές, τίς ὁποῖες ὁ Ἅγιος ἀναφέρει «…ὅτι καί αἱ Οἰκουμενικαί σύνοδοι ὅπου μετά τήν πρώτη ἔγιναν καί οἱ λοιποί Πατέρες». Δηλαδή τίς ἑπόμενες Οἰκουμενικές Συνόδους καί τούς λοιπούς Πατέρες ὁ ἅγιος τούς
ἐκλαμβάνει ὡς μία ὀντότητα καί τήν γνώμη των σύμφωνο. Ἔπειτα, ὅταν στήν πατερική γραμματεία ὁμιλοῦμε γιά Πατέρες, ἐννοοῦμε σαφῶς τούς Ἁγίους καί τέτοιοι δέν ἀναφέρονται ὅτι ὑπῆρχαν στίς τρεῖς Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος και, ἄρα, ὁ ἅγιος δέν ὁμιλεῖ δι’ αὐτούς. Ἀκόμη οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἀποτελοῦν συλλογική καί ὄχι μεμονωμένη θέσι τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δέ συλλογικές καί συνοδικές ἀποφάσεις δέν δύναται ὡς ἐκ τούτου νά εἶναι «οἱ λοιποί Πατέρες» τούς ὁποίους ἀναφέρει ὁ ἅγιος.
     Τό σημαντικώτερο ὅμως ὅλων εἶναι ὅτι, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ἐν προκειμένῳ ὅτι οἱ Οἰκουμενικές, μετά τήν Α΄, Σύνοδοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν ἠθέλησαν νά μεταθέσουν τήν ἰσημερία ἀπό τήν 21η Μαρτίου, ὅπου τήν ηὗρεν ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Σαφῶς λοιπόν μετάθεσις τῆς ἰσημερίας εἶναι νά τήν ἐτοποθέτουν οἱ Ἅγιοι, ἐφ’ ὅσον αὐτή κατέβαινε στίς 18 π.χ. Μαρτίου ἤ στίς 15 ἐν συνεχείᾳ ἤ στίς 11 κλπ. Δηλαδή  μετάθεσι, ἐννοεῖ ὁ ἅγιος, τήν ἀλλαγή τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἰσημερίας, σύμφωνα μέ τά μετέπειτα δεδομένα. Ἄρα λοιπόν ἡ τοποθέτησίς της πάλι εἰς τήν 21η Μαρτίου, εἰς τήν ὁποία τήν ἐτοποθέτησε ἡ Α΄ Οἰκουμενική, μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, σαφῶς δέν ἀπαγορεύεται, διότι δέν πρόκειται περί μεταθέσεως τῆς ἰσημερίας, ἀλλά περί τοποθετήσεως εἰς τήν θέσι τήν ὁποία εἶχε κατά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
     Τέλος ὅλα ὅσα ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος, σαφῶς τά συνδέει μέ τό Πάσχα καί ἐκεῖ ἑστιάζει τήν παρανομία τῶν Λατίνων. Αὐτό τό ἀναφέρει καθαρά διά μίαν ἀκόμη φορά ἐν συνεχείᾳ τῶν λόγων τά ὁποῖα ἀναφέρατε ὡς ἑξῆς: «…Μάλιστα δέ καί προξενεῖ ἡ ἀκρίβεια αὕτη εἰς τούς Λατίνους δύο μεγάλας ἀτοπίας, τό νά ἑορτάζουν δηλαδή τό Πάσχα, ἤ μετά Ἰουδαίων, ὅπερ ἐναντίον ἐστίν εἰς τόν παρόντα ἀποστολικόν κανόνα ἤ πρό τῶν Ἰουδαίων». Ἡ ἀλλαγή λοιπόν τοῦ ἑορτολογίου, ἦτο ἡ παρανομία, καί ὄχι τοῦ ἡμερολογίου.
         Ὅλα ὅσα ἀνέφερα, ἀδελφοί, ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα διά νά ἐνημερωθοῦν οἱ καλοπροαίρετοι ἀναγνῶστες τῶν δύο ἱστολογίων, τά ὁποῖα ἐδεσμεύθησαν νά δημοσιεύουν τίς ἐρωτήσεις καί ἀπαντήσεις, καί νά μήν νομισθῆ ὅτι ἀπαντήσατε ἐπί τῶν ἐρωτήσεων, ἀλλά ὅτι ἁπλῶς ἐδώσατε κάποιες ἀπαντήσεις, ὄχι ὅμως ἐπί τῶν συγκεκριμένων ἐρωτήσεων.
        
Ἔρχομαι ἐν συνεχείᾳ εἰς τίς ἀπαντήσεις τῶν ἰδικῶν σας ἐρωτήσεων:
         1) Ἀναφέρομε ὅλη τήν πρώτη ἐρώτησί σας, διά νά ἔχουν οἱ ἀναγνῶστες τῶν ἱστολογίων σαφῆ εἰκόνα ὡς πρός τήν ἀπάντησι:
Οι Πατέρες της Συνόδου του 1848 αναφέρουν αναθεματίζοντες εκ νέου την αίρεσιν του Παπισμού: “Το φρικτόν τούτο ανάθεμα, αδελφοί και τέκνα εν Χριστώ αγαπητά, ουκ εκφωνούμεν ημείς σήμερον, αλλ΄ εξεφώνησεν πρώτος ο Σωτήρ ημών”, εξεφώνησεν ο θείος Παύλος» (Εγκυκλίου Ορθοδόξων Πατριαρχών 1848, Μ. 40, 411). Διατί λοιπόν οι Πατέρες να επαναλάβουν το ανάθεμα κατά της Παπικής αιρέσεως εφ΄ όσον ήδη είχε αναθεματισθεί από παλαιότερους Πατέρες και Συνόδους; Πόσο μάλλον όταν τούτο το ανάθεμα το εξεφώνησεν πρώτος ο Σωτήρ ημών αλλά και ο Απόστολος Παύλος κατά τους ιδίους Πατέρες;
         Α. Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τοῦ 1848 δέν ἐξεφώνησαν τό ἀνάθεμα κατά τῆς Παπικῆς αἱρέσεως διά νά ἀρχίση νά ἰσχύη αὐτό ἀπό τό 1848, ὡς τάχα νά μή ἦσαν ἤδη ἀναθεματισμένοι οἱ Παπικοί γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις τους καί νά χρειαζόταν τό ἀνάθεμα αὐτῆς τῆς Συνόδου. Οὔτε, ἐπειδή οἱ προηγούμενες Σύνοδοι, μετά τό σχίσμα, ἀνεθεμάτισαν τούς Παπικούς, γι’ αὐτό τό λόγο αὐτοί ἦσαν ἀναθεματισμένοι. Οὔτε ἐπανέλαβαν τό ἀνάθεμα διά νά δώσουν τάχα περισσοτέραν ἰσχύν εἰς αὐτό τό ἀνάθεμα τῶν προηγουμένων Συνόδων. Οὔτε, πολύ περισσότερο, ἐπειδή οἱ Παπικοί, ὡς αἱρετικοί, ἦσαν ἀναθεματισμένοι «δυνάμει», μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου ἔγιναν ἀναθεματισμένοι «ἐνεργείᾳ». Ἀλλά ἀντιθέτως ἡ Σύνοδος τοῦ 1848 διεκήρυξε καί ἐπανέλαβε τὸ ἰσχύον ἀνάθεμα. Καί ἴσχυε, λόγῳ τῆς πτώσεως τῶν Παπικῶν εἰς τίς αἱρέσεις. Δηλαδή τό διεκήρυξαν, ὄχι διά νά τό ἐνεργοποιήσουν, ὡς δῆθεν ἀνενέργητον, ἀλλά διά νά δείξουν πρός τόν λαό ὅτι ἰσχύει καί ὅτι δέν εἶναι ἰδική των ἡ ἀπόφασις, ἀλλά τοῦ Χριστοῦ. Ἐξ ἄλλου, ὅλες οἱ Σύνοδοι ἐπανελάμβαναν τὰ ἀναθέματα τῶν Πατέρων τῶν προηγουμένων Συνόδων.
Β. Ἡ ἐξαγγελία τοῦ ἀναθέματος διά θέματα πίστεως γίνεται ἀπαραιτήτως διά νά δειχθῆ ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου μέ ὅλη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί τήν ἁγία Γραφή. Δηλαδή διά τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν αἱρετικῶν συντιθέμεθα μετά τῶν Ὀρθοδόξων.  Αὐτό τό ἀναφέρει θαυμάσια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ πολλές περιπτώσεις καί μάλιστα διά τήν μοιχειανική αἵρεσι ὡς ἑξῆς: «ἀλλά καί ἄλλος εἴ τις εἴη τούτοις ὁμώνυμος, ὅμως αἱρετικός κατά τήν ἐκείνων αἵρεσιν ἤ ἑτέραν, κἄν ἐπίσκοπος, κἄν ἀσκητής, κἄν ὁστισοῦν, ἀνάθεμα ἔστω. ἀλλά καί εἴ τις μή ἀναθεματίζοι εὐκαίρως κατά τό ἀναγκαῖον πάντα αἱρετικόν, εἴη τῆς αὐτῶν μερίδος» (Φατ. 34,99, σελ. 138)· καθώς ἐπίσης: «ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ῥήματι, ἀναθεματίζει» (Φατ. 49,142 σελ. 84).
         Γ.  Ὁ ἀναθεματισμός τῶν αἱρετικῶν γίνεται, ἔστω καί ἄν ἔχη ἐκφωνηθεῖ ἀπό τόν Κύριο καί ἀπό τίς Συνόδους, διά νά προστατευθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τήν αἵρεσι καί εἰδικά οἱ ἁπλοί καί  μή γνωρίζοντες τά τῆς πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀνάγκη τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν πρέπει νά γίνη διά νά τεθοῦν σέ ἐνέργεια οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά διά τούς λόγους τούς ὁποίους προαναφέραμε. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ ἀποτείχισις δέν γίνεται ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, μέχρι νά καταδικασθῆ ὑπό Συνόδου καί νά γίνη ἐνεργείᾳ ἔκπτωτος ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπό αὐτόν ὁ ὁποῖος διά τῆς αἱρέσεως ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν Ἐκκλησία καί εἶναι ψευδεπίσκοπος καί ψευδοδιδάσκαλος καί πρό τῆς καταδίκης του ὑπό τῆς Συνόδου και, ἐπίσης, καί πρός τόν σκοπό νά παραμείνουν οἱ ἀποτειχισμένοι διά τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο εἰς τήν Ἐκκλησία.  Ἄν ἴσχυε ὅμως τό «δυνάμει καί ἐνεργείᾳ» καί διά τά θέματα τῆς πίστεως, θά ἔπρεπε πρῶτα νά καταδικασθῆ καί μετά νά γίνη ἡ ἀποτείχισις, ἐπειδή προφανῶς αὐτός ἦτο ἀκόμη μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή κοντολογίς, ἡ αἵρεσις ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Δι’ αὐτό καί ὅταν εἶναι ἄδικη ἡ ἀπόφασις αὐτή τῆς Συνόδου δέν ἰσχύει.
     Τέλος, τό ὅτι ἰσχύουν οἱ ἀναθεματισμοί τοῦ Χριστοῦ τό ἀναφέρει πολύ εὔγλωττα καί μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος τοῦ 1848 ὀλίγο ἀνωτέρω ἀπό τό τμῆμα τῆς ἀποφάσεως τήν ὁποία εἰς τήν ἐρώτησί σας ἀναφέρατε ὡς ἑξῆς: «…καί ὁ τολμῶν ἤ πρᾶξαι ἤ συμβουλεῦσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα διά τό βλασφημεῖν εἰς τό Πνεῦμα τό ἅγιον κλπ.». Καί ἐπίσης, ὀλίγο κατωτέρω, «Ἅπαντες οὖν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν, κατά τόν ψαλμωδόν, “κατάραν ὡς ἱμάτιον”, κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοί ἔτυχον εἶναι· “κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω, εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζηται παρ’ ὅ παρελάβετε”» (Ἰωαν. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, σελ.1002).

         2) Ἀναφέρω τήν δεύτερη ἐρώτησί σας, ὅπως ἐτέθη, διά νά γίνη κατανοητή καί ἡ ἀπάντησις:
«Ο Άγιος Νικόδημος δεν αναφέρει ούτε την Η΄ επί Μεγάλου Φωτίου Σύνοδο αλλά ούτε και την Θ΄ οι οποίες μάλιστα περιέχουν σημαντικότατες αποφάσεις! Μήπως πρέπει και οι φιλοοικουμενιστές να υιοθετήσουν το λεγόμενό σας λέγοντας ως επιχείρημα ότι δεν αναφέρονται οι δύο Σύνοδοι ούτε έστω ακροθιγώς, ούτε καν υπονοούνται στο Πηδάλιο από τον Άγιο; Γιατί ο Άγιος δεν αναφέρει τις τόσο σημαντικές αυτές Συνόδους που μάλιστα έχουν Οικουμενικό κύρος;».
         Ἐδῶ ἔγινε κάποια παρανόησις, ἀδελφοί, διότι τήν ἐπί ἁγίου Φωτίου Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τήν ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος μετά ἀκριβῶς τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ὡς τήν «ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συστᾶσα Σύνοδο». Ἀναφέρει στά προλεγόμενα τήν συγκρότησί της, τούς ἐκπροσώπους τῶν Πατριαρχῶν, χρονολογία συστάσεως, ὅτι ἐπεκύρωσε τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο κλπ. Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει καί τούς τρεῖς ἱερούς Κανόνες τούς ὁποίους ἐξέδωσε καί τήν ἑρμηνεία των. Ἀναφέρει ἐπίσης στήν ὑποσημείωσι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι ἐνῶ ἐξεκίνησε καί συνεκροτήθη ὡς Οἰκουμενική καί μάλιστα ὡς Η΄ Οἰκουμενική τήν ὠνόμασε ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός στή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, τελικῶς κατετάγη ὡς τοπική, ἐπειδή δέν ἐξέδωσε ὅρο δογματικό, ὅπως συνέβη μέ τίς ἄλλες οἰκουμενικές Συνόδους.
    Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν λεγομένην Θ΄ Οἰκουμενική δέν τήν ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος εἰς τό Πηδάλιον, διότι αὐτή ἡ Σύνοδος δέν ἐξέδωσε ἱερούς Κανόνες. Τέτοιες Σύνοδοι Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖες συνεκροτήθησαν καί κατεδίκασαν αἱρέσεις καί αἱρετικούς, εἶναι πολλές, καί δέν ἀναφέρονται εἰς τό Πηδάλιον, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι δέν ἐξέδωσαν ἱερούς Κανόνες. Διότι Πηδάλιον, ὁ ἅγιος, δέν ὠνόμασε τίς Συνόδους, ἀλλά τούς ἱερούς Κανόνες τούς ὁποίους αὐτές ἐξέδωσαν. Αὐτό φαίνεται καθαρά εἰς τόν τίτλο τόν ὁποῖο ἔθεσε ὁ ἅγιος «Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἤτοι Ἅπαντες οἱ Ἱεροί καί Θεῖοι Κανόνες τῶν Ἁγίων Πανευφήμων Ἀποστόλων κλπ».
      Εἰς τήν περίπτωσι ὅμως τῶν Συνόδων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος ἔχομε Κανόνες καί μάλιστα, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, μέ ἀναθέματα. Ἐπί πλέον Κανόνες, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦν κάτι πρωτόγνωρο, διά τό ὁποῖο δέν εἶχαν ὁμιλήσει οἱ προηγούμενες Σύνοδοι καί ἔπρεπε, ὡς ἐκ τούτου, νά ἀναφερθοῦν εἰς τό Πηδάλιο διά νά προστατευθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι.  Νομίζω λοιπόν ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί σας καί οἱ παραλληλισμοί μέ τίς Συνόδους, ἐπί ἁγίου Φωτίου τό 879 καί ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι ἄνευ ἐρείσματος καί ἐτέθησαν διά νά δικαιολογηθῆ ἡ ἀπουσία τῶν Κανόνων τῶν Συνόδων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος ἀπό τό Πηδάλιο.
Ἐπί πλέον, παραδόξως, οὔτε ὁ Ἰ. Καρμίρης, οὔτε ὁ π. Ἰωάν. Ρωμανίδης ἀναφέρουν κάτι δι’ αὐτές τίς Συνόδους στά ἀντίστοιχα ἔργα των «Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας» καί ἀσφαλῶς δέν τό κάνουν διά νά χαρισθοῦν εἰς τούς Παπικούς ἤ τούς Οἰκουμενιστές, διότι ἀναφέρουν ἄλλες Συνόδους καί τίς ἀποφάσεις των, οἱ ὁποῖες εἶναι καταπέλτες ἐναντίον τῶν Παπικῶν, τῶν Προτεσταντῶν κλπ. ὅπως π.χ. οἱ Σύνοδοι τοῦ 1838, τοῦ 1848 κλπ.
        
3) Ἀναφέρω τήν 3η ἐρώτησι διά νά κατανοηθῆ ἡ ἀπάντησις ἀπό τούς ἀναγνῶστες:
«Πως ανέχεσθε και γιατί ακολουθείτε έως και σήμερα ένα ημερολόγιο-εορτολόγιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως το “πρώτο βήμα” προς την “ποθητήν Κοινωνίαν των Εκκλησιών”, όπως οι ίδιοι “'Οικουμενιστές” τότε ομολογούσαν;».
     Εἰς τήν ἐρώτησι αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ὄντως ἀξιόλογος καί σημαντική καί δύναται ἐπί πλέον, ἐφ’ ὅσον δοθοῦν ἐξηγήσεις, κατατεθοῦν ἐνστάσεις κλπ. νά γίνη αἰτία κατανοήσεως καί προσεγγίσεως τῶν διϊσταμένων ἀπόψεων, ἔχω νά ἀναφέρω τά ἑξῆς:
         Κατ’ ἀρχάς γίνεται μία συγκεκριμένη παρανόησις ἐκ μέρους τῶν Γ.Ο.Χ. (πιστεύω ἠθελημένη καί μέ συγκεκριμένο σκοπό) νά ταυτισθῆ τό ἡμερολόγιο μέ τό ἑορτολόγιο καί βλέπω εἰς τήν ἐρώτησι τήν ὁποία μοῦ ὑποβάλατε ἀδελφοί, νά χρησιμοποιῆτε τήν ἴδια γραμμή καί τακτική. Ἐγώ πιστεύω ὅτι αὐτά σαφῶς ξεχωρίζουν τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο καί κάθε συσχέτισις καί ταύτισις, ἀποσκοπεῖ σέ παραπληροφόρησι καί ἀποδοχή λανθασμένων ἀπόψεων. Καί ἀναφέρω ἐπί τούτου συγκεκριμένα τά ἑξῆς:
         Τό ἡμερολόγιο ἀσχολεῖται μέ τόν χρόνο καί τοποθετεῖται μέσα στόν ἐνιαύσιο κύκλο, ὥστε νά τόν διαιρῆ σέ μῆνες, ἑβδομάδες, ἡμέρες, ὧρες κλπ. Τό ἑορτολόγιο πάλι ἔχει ὡς ἀντικείμενο τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας καί τοποθετεῖται μέσα στό ἡμερολόγιο, ὥστε νά ἐπαναλαμβάνονται, καθ’ ἡμέρα, ἤ καθ’ ἑβδομάδα, ἤ ἐτησίως κλπ. οἱ ἐκκλησιαστικές ἑορτές καί προσευχές πρός διδασκαλία, λατρεία κλπ. τῶν πιστῶν. Τό ἑορτολόγιο, ἐπί πλέον (κινητῶν καί ἀκινήτων ἑορτῶν), δύναται νά προσαρμοσθῆ σέ ὁποιοδήποτε ἡμερολόγιο, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐνιαύσιος κύκλος εἶναι ἕνας καί ὁ αὐτός σέ ὅλα τά ἡμερολόγια καί ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπός του εἶναι ἡ ἐπισήμανσις καί ὑπενθύμισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν γεγονότων μέσα στόν ἐνιαύσιο κύκλο.  Ἡ προσαρμογή τοῦ ἑορτολογίου σέ ὅλα τά ἡμερολόγια τό κάνει σαφῶς νά διαφέρη καί νά μήν ταυτίζεται μέ αὐτά.
       Θά ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, τό ὁποῖο, πιστεύω, δύναται νά δώση μία πρακτική εἰκόνα πρός κατανόησι τοῦ θέματος καί τῶν σαφῶς διακριτῶν ὁρίων μεταξύ ἡμερολογίου καί ἑορτολογίου. Ἔχομε ἕνα ρολόϊ (παραδοσιακό, μέ τούς δεῖκτες καί τούς ἀριθμούς στήν περιφέρεια τοῦ κύκλου) τό ὁποῖο δέν μᾶς προσδιορίζει τίς ὧρες καί τά λεπτά, ὡς συνήθως, ἀλλά στήν περιφέρεια εἶναι καταγεγραμμένος, ἀντί τῶν ὡρῶν καί λεπτῶν, ὅλος ὁ ἐνιαύσιος κύκλος, δηλαδή οἱ 365 ἤ 366 ἡμέρες τοῦ χρόνου. Ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο βασικούς δεῖκτες μετακινεῖται προσδιορίζοντας τίς ἡμέρες καί ὁ δεύτερος μετακινεῖται ἀργά προσδιορίζοντας τά ἔτη. Ὅλα λοιπόν τά ἡμερολόγια ἀντιπροσωπεύουν καί ἀπεικονίζουν τούς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ καί προσδιορίζουν καί καταμετροῦν τόν χρόνο στόν ἐνιαύσιο κύκλο. Τό ἑορτολόγιο ὅμως δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τούς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ, ἀλλά εἶναι τοποθετημένο στήν περιφέρεια καί μᾶς προσδιορίζει καί ὑπενθυμίζει τήν κάθε ἡμέρα ἤ καί ὥρα, ποῖο γεγονός ἐκκλησιαστικό θά ἐνθυμηθοῦμε, θά τιμήσωμε, θά ἑορτάσωμε κλπ.
Ἄν ὑποθέσωμε πάλι ὅτι οἱ δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ὑποθέσαμε ἀρχικά, ἀντιστοιχοῦν στό ἡμερολόγιο, μετροῦν λανθασμένα τόν χρόνο καί δέν ἀνταποκρίνονται στήν πραγματικότητα (ἰσημερίες, ἐποχές κλπ.) καί θελήσωμε νά διορθώσωμε τό λάθος, θά τοποθετήσωμε τούς δεῖκτες στήν πραγματική των θέσι, ὥστε νά ἀνταποκρίνωνται ἀληθῶς εἰς τόν εὑρισκόμενο στήν περιφέρεια ἐνιαύσιο κύκλο. Τό ἑορτολόγιο ὅμως εἰς τήν περίπτωσι αὐτῆς τῆς διορθώσεως, οὔτε θίγεται, οὔτε μεταβάλλεται, οὔτε ἔχει οὐδεμία ἐπίπτωσι ἀπό αὐτήν τήν ἀλλαγή καί διόρθωσι. Καί φυσικά δέν δύναται νά ἔχη κάποια ἐπίπτωσι εἰς τήν περίπτωσι αὐτή, διότι δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τούς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ, ἤ μᾶλλον ἔχει τήν σχέσι τήν ὁποία ἔχουν οἱ δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ὡς πρός τούς ἀριθμούς οἱ ὁποῖοι εἶναι καταγεγραμμένοι στήν περιφέρεια. Τό ἑορτολόγιο δύναται νά θιχθῆ ἀνεξάρτητα ἀπό τήν διόρθωσι τοῦ ἡμερολογίου, ἄν π.χ. τό μετακινήσω στήν περιφέρεια ἤ ὅλο μαζί ἤ κάποια σημεῖα του, ὅπως ἔκαναν οἱ Παπικοί καί ἄλλαξαν τό ἑορτολόγιό τους μαζί μέ τό ἡμερολόγιο καί στίς ἀκίνητες ἀλλά κυρίως στίς κινητές ἑορτές. Ἄν λοιπόν διορθώσω τό ἡμερολόγιο, ἐπειδή προσδιορίζει λανθασμένα τόν χρόνο, χωρίς νά πειράξω τό ἑορτολόγιο, νομίζω δέν ὑπάρχει κανένα, ἀπολύτως κανένα πρόβλημα. Ἄν πάλι προσδώσω ἱερότητα στό ἡμερολόγιο, νομίζω ὅτι εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι σφάλλω καίρια εἰς τήν εὐσέβεια, ὅπως θά ἔσφαλα ἄν, γιά παράδειγμα, προσέδιδα ἱερότητα στό ξύλο τῆς εἰκόνας, ἀσχέτως δηλαδή μέ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, γεγονός κλπ.
     Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί τά ἔγραψα καί τά ἐπεσήμανα, ἐπειδή οἱ Γ.Ο.Χ. λανθασμένως ἤ καί σκοπίμως, ταυτίζουν αὐτά τά δύο τόσο διακριτά καί ἀνεξάρτητα πράγματα καί εἶναι ἕνα ἀπό τά σημεῖα τῆς ἀντιπαραθέσεώς μας, γιά τά ὁποῖα, ἀνεξαρτήτως ἀπό τίς ἐρωτοαποκρίσεις, θά ἤθελα ἐπί τοῦ θέματος τούτου τήν ἄποψί σας. Ἡ ἰδική μου ἄποψις ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι εἰς τήν περίπτωσι τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου, οὐδόλως ἐθίχθη τό ἑορτολόγιο, οὔτε στίς ἀκίνητες, οὔτε πολύ περισσότερο στίς κινητές ἑορτές.  Ἄρα λοιπόν εἶναι λάθος ὁ ἰσχυρισμός σας ὅτι ἀκολουθῶ ἄλλο «ἡμερολόγιο-ἑορτολόγιο», τό ὁποῖο ἀναφέρετε εἰς τήν τρίτη ἐρώτησι.  Τό ἀληθές εἶναι ὅτι ἀκολουθῶ ἄλλο ἡμερολόγιο, ἀλλά τό ἴδιο ἑορτολόγιο, τό ὁποῖο ὑπῆρχε καί διεμορφώθη διαχρονικά εἰς τήν Ἐκκλησία, χωρίς νά ἀλλάξη μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, ὅπως προανέφερα, ἀπολύτως τίποτε εἰς τό ἑορτολόγιο.
         Συνεχίζοντας τήν ἀπάντησι τῆς τρίτης ἐρωτήσεως ἀναφέρω τά ἑξῆς, ἐξηγῶντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἀκολουθῶ τό Νέο Ἡμερολόγιο καί ἐφ’ ὅσον σαφῶς τό διεχώρισα ἀπό τό ἑορτολόγιο.
      1. Ἀκολουθῶ τό Νέο Ἡμερολόγιο, διότι στήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπό τῆς ἀλλαγῆς του διεστράφη καί ἐκακοποιήθη, τρόπον τινα, ἀπό τούς Γ.Ο.Χ. μέ τήν δογματοποίησί του, τήν ταύτησί του μέ τό ἑορτολόγιο, τήν ἱερότητα τήν ὁποία τοῦ προσέδωσαν, μέ τούς μύθους πού περιέπλεξαν ὅτι δῆθεν τό ἐθέσπισε ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος κλπ.
         2. Ἀκολουθῶ τό Νέο Ἡμερολόγιο διότι, αὐτό καθ’ ἑαυτό, δέν μᾶς προσεγγίζει μέ τούς αἱρετικούς, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπό τήν πορεία τῆς ἀλλαγῆς του μέχρι τώρα καί, ὅπως ἀποδεικνύεται σαφῶς ἀπό τούς πέντε (5) καί πλέον αἰῶνες μετά τό σχίσμα μέ τούς Παπικούς, (συγκεκριμένα ἀπό τό σχίσμα τοῦ 1054 ἕως τό 1580) πού ὑπῆρχε σαφῶς διαχωρισμός ἐκκλησιαστικός Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, ἐνῶ συγχρόνως ὑπῆρχε τό ἴδιο ἡμερολόγιο καί κυρίως τό ἴδιο ἑορτολόγιο κινητῶν καί ἀκινήτων ἑορτῶν.
         3. Ἀκολουθῶ τό Νέο Ἡμερολόγιο διότι, ἐπειδή δέν ἀποτελεῖ θέμα πίστεως, οὔτε μέ βλάπτει ὡς πρός τήν εὐσέβεια, μέ βοηθᾶ συγχρόνως νά μήν χρησιμοποιῶ δύο ἡμερολόγια (ἄλλο για τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ἄλλο γιά τήν πολιτική, καθημερινή κλπ.), τό ὁποῖο ἀναγκάζονται νά κάνουν οἱ ἀκολουθοῦντες τό Π. Ἡμερολόγιο.
         4. Ἀκολουθῶ τό Ν. Ἡμερολόγιο διά νά μήν δώσω ἀφορμή πρός κατηγορία εἰς τούς Οἰκουμενιστές καί διά τοῦ ἡμερολογίου παραπλανήσουν τόν λαό ὅτι ἀνήκω στά σχίσματα τοῦ Π. Ἡμερολογίου στίς παρατάξεις κλπ. Ἐπειδή, καλῶς ἤ κακῶς, ἔτσι ἔχει ἐπικρατήσει νά θεωρῆται σήμερα τό Π. Ἡμερολόγιο.
         5. Ἀκολουθῶ τό Ν. Ἡμερολόγιο, ἐπειδή σήμερα αὐτό βοηθᾶ τόν λαό στήν ἀποτείχισι ἀπό τήν αἵρεσι, συνδυαζόμενο μέ τήν καθημερινή του ζωή καί μέ τό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας.  Ἄν δηλαδή ἀκολουθοῦσα τό Π. Ἡμερολόγιο θά ἤμουν ὑποχρεωμένος νά τό ἀπαιτήσω καί ἀπό τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖο ἀποτειχίζονται ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί, τοιουτοτρόπως, θά ἐδυσκόλευα ἀφάνταστα τήν ἀποτείχισί των σέ σημεῖο, πιστεύω, ἀκυρώσεώς της. Διότι οἱ ἀποτειχισμένοι ἀπό τήν αἵρεσι εἶναι ὅλοι οἱ ἀκολουθοῦντες σήμερα τό Ν. Ἡμερολόγιο και, πρακτικά, ἡ ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου θά ἦτο μᾶλλον δυσκολότερη παρά ἡ ἀποτείχισι ἀπό τήν αἵρεσι.
         6. Ἀκολουθῶ, τέλος, τό Ν. Ἡμερολόγιο διά νά καταδείξω καί ἀποδείξω ἐμπράκτως ὅτι αὐτό δέν ἀποτελεῖ θέμα πίστεως, οὔτε μέ βλάπτει εἰς τό ἐλάχιστο εἰς τήν εὐσέβεια, ἐφ’ ὅσον διώκομαι ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς τοῦ Ν. Ἡμερολογίου καί προσέτι κατηγοροῦμαι ἀπό τούς ἀκολουθοῦντας τό Π. Ἡμερολόγιο. Διά νά καταδείξω ἐμπράκτως, ἐπί πλέον, ὅτι ἡ προσέγγισις σήμερα καί ἕνωσις τῶν Ὀρθοδόξων δέν πρέπει νά συσχετισθῆ μέ κάποιο ἡμερολόγιο, ἐφ’ ὅσον οἱ Οἰκουμενιστές μέ κακό σκοπό τό ἄλλαξαν καί οἱ Γ.Ο.Χ. τό ἐκακοποίησαν σέ σημεῖο πλάνης καί αἱρέσεως, ἀλλά μέ τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διά τούς ἀκολουθοῦντας τό Ν. Ἡμερολόγιο καί τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τίς Συνόδους καί τά σχίσματα διά τούς τοῦ Π. Ἡμερολογίου.
         Ἄν ἀδελφοί, σέ αὐτά τά ὁποῖα ἔγραψα κάπου ἔσφαλα ἤ ἤμουν ἐκτός θέματος κλπ., σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ τό ἐπισημάνετε, ὅπως ἔκανα κι ἐγώ εἰς τίς δικές σας ἀπαντήσεις καί, τέλος πάντων, νά κρίνετε καί κατακρίνετε ἐλεύθερα καί δημόσια μέ Ὀρθόδοξα κριτήρια τίς θέσεις μου.
        
Θά θέσω τέλος καί ἐγώ τρεῖς ἐρωτήσεις εἰς τίς ὁποῖες, σύμφωνα μέ τόν τρόπο πού ἐπιλέξαμε νά διεξαχθῆ αὐτός ὁ διάλογος μεταξύ μας, πρέπει νά ἀπαντήσετε.
        
1η Ἐρώτησις:
  Θέλομε νά μᾶς πῆτε ἐν καιρῷ αἱρέσεως (π.χ. αἵρεσις Οἰκουμενισμοῦ) τί, ἡ Ἁγ. Γραφή, οἱ ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἀπαιτοῦν καί ἐπιβάλλουν διά νά παραμείνη κάποιος ὡς ὀργανικό μέλος εἰς τήν Ἐκκλησία.
       Θέλομε ἐπί τούτου νά ἐπισημάνωμε ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ γνῶμες συγχρόνων θεολόγων καί κληρικῶν,  εἴτε τοῦ Παλαιοῦ εἴτε τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ἀλλά ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς πρωτίστως, τῶν ἱερῶν Κανόνων ἑπομένως καί τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀκολούθως.
         Ὡς ἐκ τούτου πρέπει νά ἐπισημάνωμε μέ βάσι τά ἀνωτέρω, ἄν γιά νά ἀνήκω ἐν καιρῷ αἱρέσεως στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀρκετή ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς ἤ πρέπει ὁπωσδήποτε νά κάνω καί ἄλλα πράγματα (π.χ. νά ἀλλάξω τό ἡμερολόγιο, νά ἐνταχθῶ σέ μία Σύνοδο τοῦ Παλαιοῦ κλπ.).
         Ἡ δεύτερη καί τρίτη παράγραφος ἐτέθησαν διά νά σᾶς βοηθήσουν ἀδελφοί, νά μήν διολισθήσετε ἀπό τό θέμα, ὅπως συνέβη μέ τίς προηγούμενες ἐρωτήσεις.
        
2η  Ἐρώτησις:
   Ἐφ’ ὅσον ἀποτειχισθῆ κάποιος ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θέλομε νά μᾶς ἀναφέρετε μέ ποίους θά ἔχη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, μέ ὅλους δηλαδή τούς ἀποτειχισμένους ἤ μέ κάποια μερίδα ἀπό αὐτούς (π.χ. αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τό Π. Ἡμερολόγιο, ἤ αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταγμένοι σέ κάποια Σύνοδο τοῦ Π. Ἡμερολογίου); Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀπάντησίς σας θά ἀφορᾶ τήν σημερινή διαμορφωμένη ἐκκλησιαστική κατάστασι. Καί πάλι ἡ ἀπάντησίς σας θέλομε νά ἑδράζεται σέ κοινή ἀποδεκτή διδασκαλία (Ἁγία Γραφή, ἱερούς Κανόνες, Ἁγίους Πατέρες), διότι ἐν προκειμένῳ οἱ ὑπόλοιπες θέσεις καί διδασκαλίες δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν.
        
3η Ἐρώτησις:
     Θέλομε νά μᾶς ἀναφέρετε σέ ποία διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων στηρίζεται ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὕπαρξις καί λειτουργία τῶν Συνόδων τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου.
         Ἄν δηλαδή ὑπάρχη τέτοια διδασκαλία, ὁπότε ἡ ὕπαρξις καί λειτουργία τῶν Συνόδων εἶναι κατοχυρωμένη, κάθε ἕνας ὁ ὁποῖος ἀποτειχίζεται ἀπό τήν αἵρεσι, ὀφείλει συγχρόνως νά ἐνταχθῆ σέ κάποια Σύνοδο, διά νά εἶναι ἀσφαλής καί σωστή ἡ ἀποτείχισίς του.
         Ἄν, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, δέν ὑπάρχη τέτοια διδασκαλία, εἶναι παράνομος ἡ ὕπαρξις καί λειτουργία τῶν Συνόδων τοῦ Π. Ἡμερολογίου καί ὡς ἐκ τούτου ἐπισφαλής ἡ παραμονή τῶν πιστῶν εἰς αὐτές.
         Θέλω τέλος, νά σᾶς ἀναφέρω ἀδελφοί τοῦ ἱστολογίου «Ἐν Τούτῳ Νίκα», ὅτι ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀποστείλετε τόν σχολιασμό σας εἰς τίς ἰδικές μας ἀπαντήσεις, καθώς καί τίς νέες σας ἐρωτήσεις, οἱ ἀπαντήσεις μας στά νέα κείμενά σας, θά σᾶς ἀποσταλοῦν, Θεοῦ θέλοντος, μετά τό Πάσχα, λόγῳ ἀνειλημένων ὑποχρεώσεων (ἐξομολογήσεως, λειτουργικῶν καθηκόντων κλπ.).
         Εὐχόμενος τά βέλτιστα διά τήν κατ’ ἄμφω ὑγεία,
        
Σᾶς χαιρετῶ μέ τήν ἐν Κυρίῳ ἀγάπη.

                                  Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς
        

                          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.