Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

11 Νοεμβρίου: Μνήμη του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Περὶ τῆς προσωπικότητος τοῦ ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου


Τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

( Ἀπὸ τὸ βιβλίο του: Ἡ Αντιμετώπισις τῆς Αἱρεσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατὰ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη…)

Καὶ οἱ θέσεις του περὶ σχίσματος

Ε
ἶναι δύσκολο νά μπορέση κανείς νά περιγράψη τούς ἀγῶνες τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὑπέρ τῆς Ὀρθο­δοξίας, τούς διωγμούς καί τά παθήματά του χάριν αὐτῆς, καθώς ἐπίσης, τό ἀκριβές καί ἀνυποχώρητο τῆς προσωπικότητός του καί τόν ἐπηρεασμό τόν ὁποῖον ἀσκοῦσε στήν ἐποχή του σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τόση ἦτο ἡ ἐμπιστοσύνη τήν ὁποία τοῦ ἐδείκνυον καί τό κύρος τό ὁποῖον εἶχε, ὥστε δι’ ὅλα τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας ἐζητεῖτο ἡ γνώμη του καί σέ ὅλα εἶχε τόν πρῶτο λόγο. Αὐτό βεβαίως δέν ἐγίνετο ἐκ μέρους τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ ἀσυνείδητα καί καταναγκαστικά, λόγῳ δηλαδή τοῦ πλήθους τῶν μοναχῶν πού εἶχε καί καθωδηγοῦσε, ἀλλά ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἁγιότητός του, τῆς θεολογικῆς του πληρότητος, καί τοῦ ὑπερβάλλοντος ζήλου του διά νά μήν ἀλλοιωθῆ ἡ ὀρθόδοξος πίστις.
      Ἀνάλογος καί συναφής ἦτο καί ἡ τιμή ἡ ὁποία τοῦ ἀπεδίδετο, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἰς τρόπον ὥστε, ὅπως ἀναφέρεται στόν βίο του, ὁ Πατριάρχης ἁγ. Νικηφόρος ὁ ὁμολογητής κατά τάς ἐπισήμους ἡμέρας μεταξύ τῶν Μητροπολιτῶν καί Ἐπισκόπων, αὐτόν μόνον ἐπροσ­καλοῦσε νά καθίση πλησίον του  στήν τράπεζα διά νά τήν εὐλογήσουν μαζί.[1]
   Ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα, δεῖγμα τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τήν ὁποίαν εἶχον οἱ πάντες εἰς τόν ὅσιο, εἶναι καί αὐτό τοῦ Ἁγ. Πέτρου τῆς Ἀτρώας. Ἐπειδή δηλαδή, ὁ ὅσιος Πέτρος διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἔκανε πάμπολλα θαύματα καί λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχε ὑποβάλλει τό σῶμα του εἰς ἄκραν ἄσκησι καί ταλαιπωρία, ὅλοι ἐνόμιζον ὅτι ἦτο
πλανεμένος καί μάγος. Ἀνέθεσαν λοιπόν στόν ὅσιον Θεόδωρον νά ἐρευνήση τό θέμα. Ἀφοῦ δέ συνωμίλησε μέ τόν ὅσιο Πέτρο καί διεπίστωσε τό ἀκριβές τῆς πίστεώς του καί τοῦ βίου του τήν τελειότητα, ὑπέδειξε εἰς αὐτόν νά κάνη μία συγκατάβασιν, χάριν τῆς ἀδυναμίας τῶν ἄλλων, νά τρώγη δηλαδή ὀλίγον περισσότερο καί νά ἐνδύεται κατά τόν χειμώνα. Σέ ὅλους δέ ὅσους τόν ἐκατηγόρουν ἀπέστειλε ἐπιστολή, μέ τήν ὁποία τούς ἐπέπλητε καί τούς προέτρεπε ἀπό τοῦ λοιποῦ νά μήν κακολογοῦν τόν ἅγιο γέροντα.[2]
Εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅτι τό κῦρος τοῦ ὁσίου καί ἡ ἐμπιστοσύνη τήν ὁποία τοῦ ἐπεδείκνυον ηὐξήθη ὑπερβολικά μετά τήν ἐπάνοδο ἀπό τήν πρώτη ἐξορία. Αὐτό ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ἀπό τόν βιογράφο του, ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι ἐξ αἰτίας τοῦ ἀγῶνος του κατά τῆς μοιχείας κατέστη περισσότερο ξακουστός καί τόν ἀπεδέχοντο ὅλοι ὡς μιμητή τοῦ Προδρόμου καί τοῦ Προφήτου Ἠλία. Αὐτό δέν συνέβαινε μόνο στά πέριξ τῆς πρωτευούσης, ἀλλά καί σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἐνῶ δηλαδή καθ’ ὅλο τόν χρόνο τῆς βασιλείας τοῦ Κων/νου τοῦ Στ΄  ἦτο ἐξορισμένος καί ἐφρουρεῖτο στήν Θεσσαλονίκη, εἶχαν διαφημισθῆ τά κατορθώματά του στίς πιό ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρα­τορίας.
Καί σέ ἄλλο σημεῖο ὁ βιογράφος ἀναφέρει, μετά τήν ἐπάνοδό του ἀπό τήν ἐξορία ὅτι διαφημίσθηκε τώρα πολύ περισσότερο ἡ ὀνομασία τῆς μονῆς τοῦ Σακκουδίωνος (ἦτο ἡ ἀρχική μονή τοῦ ὁσίου) καί ὁ Θεόδωρος ἐδοξάζετο ἀπό ὅλους. Τό ἔργο του δέ αὐτό τῆς διά τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἐξορίας, εἶχε διαδοθῆ σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔτσι ἐδίδαξε ἐμπράκτως τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ διά τόν νόμιμο γάμο καί διά τόν ἄνδρα καί διά τήν γυναῖκα. Διότι ἡ πορνεία καί τά σαρκικά πάθη παγιδεύουν τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό. Ἀπό τό γεγονός αὐτό, καταλήγει ὁ βιογράφος, πολλοί ἐπίσημοι καί μορφω­μένοι ἄνθρωποι ἀπό τήν Κων/πολι καί ὅλες τίς ἄλλες πόλεις συγκεντρώθηκαν πρός τόν διδάσκαλο αὐτό τῆς μοναχικῆς φιλοσο­φίας καί ἔγιναν μαθηταί του. Ὅλους αὐτούς τούς ἐδέχετο ὁ ὅσιος καί τούς κατήρτιζε πρός τήν πνευματική ζωή. [3]
         Ὅλα αὐτά τά λέγομε ὄχι βεβαίως διά νά δοξάσωμε τόν ὅσιο Θεόδωρο, ἀλλά διά νά καταδείξωμε ὅτι ἡ θέσις του καί ἡ δογματική του τοποθέτησις στό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως καί τῆς ἀποτειχίσεως δέν ἦτο ἐπιπολαία, οὔτε εἶχε ἐμπαθῆ καί προσωπικά κίνητρα, ὅπως κάποιοι διέκριναν, ἀλλά ἦτο ἀναγκαία καί παραδοσιακή. Διότι τήν ἐνσωμάτωσι καί παραμονή στήν Ἐκκλησία δέν τήν ἔβλεπε ὡς τυφλή ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Ἐπίσκοπο καί τόν Πατριάρχη ἤ τήν Σύνοδο, ἀλλά ὡς ἐνσωμάτωσι καί πλήρη ἀποδοχή τῆς ἀληθείας καί ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς κακῶς φρονούντας καί πράττοντας. Δι' αὐτόν τόν λόγο δέν ἐφοβήθη νά ἀποσχισθῆ ἀπό Ἐπισκόπους καί Συνόδους, οὔτε ἐθεώρησε ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό αὐτούς ἐσήμαινε καί τήν ἀποκοπή του ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀντιθέτως ἐπίστευε ὅτι τότε εἶναι κάποιος πραγματικό μέλος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν οἰκειοποιεῖται καί ὑπερασπίζεται ἀντί πάσης θυσίας τήν ἀλήθεια καί ὅταν πάντοτε τάσσεται ἀνεπιφυλάκτως μέ τό μέρος της.
Ἴσως φανῆ ὑπερβολικό στό σημεῖο τοῦτο νά ἀναφέρωμε, ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ἦταν ἐναντίον τῶν σχισμάτων. Αὐτός δηλαδή ὁ ὁποῖος τρεῖς φορές ἀπεσχίσθη ἀπό Ἐπισκόπους καί Συνόδους ἦτο καθ' ὑπερβολήν ἐναντίον τῶν σχισμάτων. Ἐθεωροῦσε ὅμως τήν θεραπεία τοῦ σχίσματος ὡς τήν ἐπικράτησι τῆς ἀληθείας καί τήν σ’ αὐτή καί δι' αὐτῆς ἕνωσι τῶν πάντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τῆς θέσεώς του αὐτῆς εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἐρημίτου Θεοκτίστου.
Αὐτός λοιπόν ὁ Θεόκτιστος φαίνεται κατηγορεῖτο ἀπό πολλούς ὅτι ἔχει αἱρετικά φρονήματα, εἰς τρόπον ὥστε ἄλλοι νά τόν ἀποδέχωνται καί ἄλλοι νά τόν ἀποστρέφωνται. Ἔτσι λοιπόν ἐδημιουργήθη σχίσμα στό ὁποῖο συμμετεῖχε καί ὁ λαός, ὁ ὁποῖος εἶχε χωρισθῆ καί αὐτός  σέ δύο μέρη. Ὁ ὅσιος λοιπόν μόλις ἐπέστρεψε ἀπό τήν τρίτη ἐξορία καί πρίν θά λέγαμε καλά  -καλά ἐπουλωθοῦν οἱ πληγές ἀπό τά βασανιστήρια, ἠσχολήθη μέ τήν ἐπούλωσι αὐτοῦ τοῦ σχίσματος. Ἀποστέλλει λοιπόν γράμματα στόν ἐρημίτη καί ζητεῖ ἀκριβῆ ὁμολογία τῆς πίστεώς του καί μάλιστα στά σημεῖα, τά ὁποῖα κατηγορεῖτο.
   Ὁ Θεόκτιστος ἀρχικά δέν ἀπαντᾶ καί ὁ ὅσιος τό ἐκλαμβάνει ὡς ἐνοχοποιητικό στοιχεῖο. Ἐπιμένει ὅμως μέ ἄλλη ἐπιστολή καί τελικῶς ὁ ἐρημίτης ὁμολογεῖ τήν ὀρθόδοξο πίστι καί ἀποκηρύσσει πᾶσαν αἵρεσιν. Ὁ ὅσιος ὅμως δέν ἀρκεῖται μόνον σ’ αὐτή τήν ὁμολογία ἀλλά ἀποστέλλει κάποιους ἀδελφούς, προφανῶς δοκίμους στά τῆς πίστεως, καί ἐξετάζουν τήν πίστιν τοῦ Θεοκτίστου προσωπικά. Τελικῶς δέ, ζητεῖ ἀπό αὐτόν καί ἔγγραφη ὁμολογία ὑπογεγραμμένη καί μέ αὐτή διορθώνει τό δημιουργηθέν σχίσμα.
      Χαρακτηριστικό εἶναι καί εἰς αὐτήν τήν ὑποθεσι, τό κύρος καί ἡ αὐθεντία τοῦ ὁσίου εἰς τήν Ἐκκλησία. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι ζητεῖ ἀπό τόν Θεόκτιστο μόνο τήν μεταξύ των ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας διά τῆς κοινῆς πίστεως, καί αὐτό θά ἐλογίζετο ὡς θεραπεία τοῦ σχίσματος, ὁ ὅσιος δέ θά τόν ἀποκαθιστοῦσε ἐν συνεχείᾳ καί θά τόν ὑπερασπίζετο ὡς γνήσιο μέλος τῆς Ἐκκλησίας. [4]
     Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῆ ἡ ἀναφορά τοῦ ὁσίου διά τό σχίσμα «Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου εἰ τό ἔργον ἔχοις, κενόν σε τῆς βασιλείας ἀποπέμψει τοῦ Θεοῦ, εἰ μή προκαταλάβοις διορθώσασθαι». Μέ τά λόγια αὐτά καί τήν ὑπερβολή τήν ὁποία χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα, φανερώνεται ἐναργέστατα πόσο ἀπεστρέφετο ὁ ὅσιος τό σχίσμα. Αὐτή ἡ ἀναφορά ὁμοιάζει μέ ἀνάλογο μορφή ὑπερβολῆς, τήν ὁποία ἐχρησιμοποίησε ὁ Ἀπ. Παῦλος λέγοντας πρός τούς Γαλάτας «ἀλλά καί ἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλατ. 1,8) διά νά καταδείξη τό πόσο πρέπει νά ἀποστρεφώμεθα αὐτούς οἱ ὁποῖοι διδάσκουν ἀλλότρια καί ὄχι ὀρθόδοξα. Παρομοία ὑπερβολή χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Ἀνήρ δέ τις ἅγιος εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρόν, πλήν ἀλλ’ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δή τοῦτο ἐστίν; Οὐδέ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τήν ἁμαρτίαν ἔφησεν» (PG. 62,85) διά νά καταδείξη παρόμοια μέ τήν ὑπερβολή αὐτή τό πόσο μεγάλο κακό εἶναι τό σχίσμα. Ἀναφερόμενος ἐδῶ ὁ ὅσιος στό ἔργο τοῦ Προδρόμου δέν ἐννοεῖ τήν ἀρετή καί ἁγιότητα, ἀλλά τήν σωματική ἄσκησι καί τούς ἀγῶνες ἐναντίον τῶν παθῶν, τά ὁποῖα προφανῶς εἶναι ἄχρηστα, ὅταν δημιουργήσωμε σχίσμα στήν Ἐκκλησία.
        Δέν πρέπει στήν παροῦσα περίπτωσι τοῦ ἐρημίτου Θεοκτίστου νά μᾶς διαφύγουν δύο σημεῖα λίαν ἐπίκαιρα διά τήν ἐποχή μας. Τό πρῶτο εἶναι τό ὅτι ἐλέγχοντας τήν πίστι τοῦ ἐρημίτου ὁ ὅσιος ἐρευνᾶ ἄν ἀποδέχεται αὐτός καί ἕνα βλάσφημο βιβλίο ἐπωνομαζόμενο τοῦ Ἀντωνίου. Ὡς ἐκ τούτου γίνεται κατανοητό, ὅτι καί μόνον ἡ ἀποδοχή ἀπό τόν ἐρημίτη τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, τό ὁποῖο ἐμπεριεῖχε καί κάποιες αἱρετικές διδασκαλίες, ἦταν ἱκανή νά τόν καταστήση αἱρετικό καί νά τόν ἀποκόψη ἀπό τήν Ἐκκλησία. 
    Ἀντιπαραβαλλόμενο αὐτό μέ τή σημερινή μας ἐποχή ἀποδεικνύει τήν ἄμβλυνσι τοῦ κριτηρίου τῆς πίστεως, δεδομένου ὅτι σήμερα συγγράφονται καί κυκλοφοροῦν μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων πολλά τέτοια βιβλία, τά ὁποῖα οὐδόλως ἀπασχολοῦν τούς ἁρμοδίους καί δή τούς Ἐπισκόπους, ὥστε ἄν μή τι ἄλλο νά ἀποκηρυχθοῦν δημοσίως καί Συνοδικῶς μέ σκοπό τήν περιφρούρησι τῶν Χριστιανῶν. Τέτοια αἱρετικά βιβλία σήμερα συγγράφονται καί ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἐπισκόπους, μέ σκοπό νά ἑδραιωθῆ ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἡ παπική ἐξουσία τῶν Ἐπισκόπων.
      Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι αὐτά τά θέματα τῆς πίστεως τά ὁποῖα ἐλέγχει ὁ ὅσιος στόν ἐρημίτη Θεόκτιστο, εἶναι τά ἴδια ἀκριβῶς, τά ὁποῖα ἔχουν ὡς δόγματα σήμερα οἱ Παπικοί. Αὐτό καταδεικνύει ὅτι τά εἰσήγαγε ἡ Δύσις μετά τό σχίσμα ὡς δόγματά της καί ὅτι δέν ἀποτελοῦν ὀρθόδοξο παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά πλάνες καί αἱρέσεις τῆς Δύσεως. Εἶναι δέ αὐτά τό δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, τό δόγμα τῆς περί τῶν πάντων ἀποκαταστάσεως, τό δόγμα τοῦ καθαρτηρίου πυρός, τῶν ἀξιομισθιῶν τῶν ἁγίων καί τοῦ τέλους τῆς κολάσεως. Αὐτά ὅλα, ἐπειδή ὑπῆρχε φήμη ὅτι τά ἐπίστευε ὁ Θεόκτιστος, ὁ ὅσιος τά ἐλέγχει τονίζοντας ἀναλόγως τήν ὀρθόδοξο διδασκαλία. [5]
       Αὐτός λοιπόν, ὁ τόσο μεγάλος πολέμιος τῶν σχισμάτων ἀπεσχίσθη τρεῖς φορές καί μάλιστα τίς δύο ἀπό ἁγίους Πατριάρχας. Θά ἀναφερθῶμεν διεξοδικῶς εἰς τά σημεῖα τῆς ἀποτειχίσεως καί μή μνημονεύσεως τοῦ ὁσίου, λαμβάνοντας ὑλικό καί ἀπό τόν βίο του, ἀλλά κυρίως ἀπό τίς ἐπιστολές του. Ἐδῶ τοῦτο μόνο ἀναφέρομε, ὅτι μεγαλυτέρα σημασία διά τήν ἐποχή μας ἔχει ἡ ἀποτείχισίς του ἀπό τούς ἁγίους Πατριάρχας, τούς καθ' ὅλα ὀρθοδόξους καί ἀκριβεῖς φύλακας τῆς πίστεως. Διότι ἄν ὁ ὅσιος ἐχωρίσθη, ἐπειδή αὐτός χρησιμοποιοῦσε τήν ἀκρίβεια, ἐνῶ ἐκεῖνοι τήν οἰκονομία, τί πρέπει νά εἰποῦμε δι' ὅλους ἐμᾶς σήμερα, οἱ ὁποῖοι φοβούμεθα νά χωρισθοῦμε ἀπό ἀκραιφνεῖς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἀπό Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ταυτισθῆ πλήρως μέ τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἤλλαξαν τήν πορεία τοῦ πλοίου τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἔστρεψαν πρός Δυσμάς καί εἶναι φορεῖς ἀλλοτρίου καί ὄχι ὀρθοδόξου πνεύματος;
     Εἶναι ὄντως ἡ θέσις τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου διά τίς ἡμέρες μας προφητική καί ἀποκαλυπτική. Καί νομίζω πρέπει νά ἀπασχολήση πολύ ὅσους θέλουν νά διατηρήσουν μέ λόγια καί ἔργα τό ὀρθόδοξο φρόνημά των καί νά μήν ὑποταχθοῦν διά μέσου τῶν Ἐπισκόπων στόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου.
     Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει στό σημεῖο αὐτό μεγάλη παραπληροφόρησις καί διαστροφή τῶν λόγων καί τῶν ἔργων τοῦ ὁσίου. Ἴσως τοῦτο συμβαίνει εἴτε ἀπό ἄγνοια, εἴτε ἐπειδή ἐμάθαμε νά ἀποδεχώμεθα ἀνεξέταστα τίς γνῶμες κάποιων μεγαλοσχήμων ἤ πτυχιούχων θεολόγων, εἴτε διότι σέ τελική ἀνάλυσι ἔτσι μᾶς βολεύει στά πάθη μας.  Πρέπει λοιπόν νά ἐρευνηθῆ τί κατά τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου εἶναι σχίσμα καί πότε ἐπιβάλλεται κάποιος νά ἀποτειχισθῆ ἀπό τούς αἱρετικά φρονοῦντες Ἐπισκόπους, προκειμένου νά μήν κάνη σχίσμα, ἀλλά νά παραμείνη ἐνσωματωμένος στή διαχρονική Ἐκκλησία.
     Ἕνα ἄλλο σημαντικό στοιχεῖο τό ὁποῖο ἐχαρακτήριζε τήν προσωπικότητα τοῦ ὁσίου ἦτο ὅτι ὁ ὅσιος δέν προσωποληπτοῦσε, δηλαδή δέν ἐχαρίζετο καί δέν ἐφέρετο εὐνοϊκά στούς ἀνθρώπους ἀναλόγως τῆς θέσεώς των, τοῦ ἀξιώματός των ἤ καί τῆς φυσικῆς συγγενείας. Ἀπεναντίας μάλιστα ἐδίδασκε ὅτι αὐτοί οἱ ὁποῖοι φέρουν τά ἀξιώματα πρέπει πρῶτοι νά πειθαρχοῦν στούς νόμους τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά εἶναι παράδειγμα πρός μίμησι καί ἐπί πλέον θά κριθοῦν πολύ αὐστηρώτερα ἀπό τόν Θεό λόγῳ τοῦ ἀξιώματός των. 
      Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει στό σημεῖο αὐτό ὅτι ὁ ὅσιος δέν ἔμενε μόνο στά λόγια, ἀλλά ἀπεναντίας ὅ,τι ἔλεγε τό ἐφήρμοζε πρῶτος, εἶναι αὐτό τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Στήν δημοσία αὐτή εὐαγγελική παράβασι ὁ ὅσιος ἐφέρθη αὐστηρότατα μέ μεγάλο κόστος καί θυσία καί πρός τόν αὐτοκράτορα Κων/νο τόν ΣΤ’, ὁ ὁποῖος διέπραξε τήν μοιχεία καί πρός τήν παρανόμως στεφανωθεῖσα μέ αὐτόν Θεοδότη, ἡ ὁποία ἦτο ἐξαδέλφη του καί πρός τόν ἱερέα Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε τόν παράνομο γάμο. Γίνεται ὡς ἐκ τούτου κατανοητό ὅτι ὁ ὅσιος χάριν τῆς ἀληθείας ἐθυσίαζε τά πάντα καί ὅτι δέν ἐνδιαφέρετο δι’ ἀνθρώπινες εὔνοιες, ἀλλά μόνο διά τήν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
         Κάτι ἀκόμη τό ὁποῖο πρέπει νά ἀναφερθῆ σχετικά μέ τόν ὅσιο εἶναι ὅτι εἶχε ἄριστη γνῶσι τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων, καθώς ἐπίσης καί ὅλης τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό ἀφ’ ἑνός μέν τοῦ ἔδιδε τό δικαίωμα νά ὁμιλῆ μέ παρρησία, ἀφ’ ἑτέρου ὅ,τι ἐπρέσβευε ἐγίνετο ἀποδεκτό ἀπό ὅλους, ἐξ αἰτίας τῆς ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς κατοχυρώσεώς του. Διότι πάντοτε στήν διδασκαλία του  πρός κατοχύρωσι ἀνέφερε χωρία ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Πατέρες, ἰδιαιτέρως δέ ἀπό τόν Μ. Βασίλειο τόν ὁποῖο ὑπερευλαβεῖτο καί ἔλεγε ὅτι ὅποιος δέν τόν ἔχει μελετήσει εἶναι νήπιος στήν πνευματική ζωή.
         Δέν πρέπει νά παραλειφθῆ ἐπίσης ὅτι αὐτό τό ὁποῖο ἐχαρακτήριζε τόν ὅσιο ἦτο ἡ μεγάλη διάκρισις. Αὐτό τό ἀναφέρομε ἐπειδή ἐμεῖς συνήθως θεωροῦμε διάκρισι νά πολιτευθοῦμε ἔτσι ὥστε νά μήν πάθωμε κάποιο κακό, οὔτε νά ὑποστοῦμε οἱαδήποτε βλάβη. Ὁ ὅσιος ὅμως ὡς διάκρισι ἐθεωροῦσε τό νά μή γίνη κακό στήν Ἐκκλησία καί μάλιστα κακό τό ὁποῖο θά παγιωθῆ καί διά τῆς συνηθείας θά γίνη νόμος. Ἡ διάκρισις λοιπόν τοῦ ὁσίου μέ αὐτό τό ὀπτικό πεδίο τόν ὡδήγησε στούς ἀγῶνες τῆς πίστεως, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἰδική μας διάκρισι, ἡ ὁποία συμφωνεῖ μέ τά πάθη μας, μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀπραξία καί τόν συμβιβασμό ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι στόν ἀγῶνα μέ προκαθορισμένο στόχο καί σκοπό ὥστε νά μήν πάθωμε κάποιο κακό. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου φυσικό νά μήν δυνάμεθα νά κατανοήσωμε τόν ὅσιο, καθ’ ὅσον διαφέρομε ἀπό αὐτόν σέ τόσο βασικές ἀντιλήψεις.
    Αὐτή λοιπόν ἡ διάκρισις καθώριζε τό πότε θά χρησιμοποιήση τήν ἀκρίβεια καί πότε τήν οἰκονομία, ἐπειδή ἡ οἰκονομία εἶναι ἀκρίβεια ὅταν ἐνεργεῖται σωστά κατά τόν χρόνο, τόν τρόπο καί τόν σκοπό καί εἶναι παρανομία ὅταν ἐνεργεῖται λανθασμένα. Αὐτό τό διδάσκει χαρακτηριστικά ἀναφέροντας ἕνα ὡραιότατο παράδειγμα, τήν προσωρινή ἀλλαγή δηλαδή τῆς πορείας τοῦ πλοίου, λόγῳ τῆς σφοδρᾶς καταιγίδος. Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ οἰκονομία (ἡ προσωρινή δηλαδή ἀλλαγή τῆς πορείας) εἶναι ἀκρίβεια, διότι διασφαλίζει τόν τελικό σκοπό στήν ὅλη πορεία τοῦ πλοίου, ἐνῶ ἡ ἀκρίβεια (ἡ πλεύσις δηλαδή τοῦ πλοίου κόντρα στήν καταιγίδα) εἶναι καταστροφή. Μέ αὐτήν λοιπόν τήν διάκρισι, ἡ ὁποία δέν ἀποσκοπεῖ σέ προσωπικά ὀφέλη, ἀλλά ἀντιθέτως ἔχει μεγάλες θυσίες καί ἀποσκοπεῖ στήν ὠφέλεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐπορεύθη ὁ ὅσιος καθ’ ὅλο τό διάστημα τῆς ζωῆς του. Αὐτή ὅμως ἡ διάκρισις τόν ὡδηγοῦσε πάντοτε νά τάσσεται στήν πλευρά ὅπου ὑπῆρχαν οἱ θυσίες καί οἱ κίνδυνοι καί μάλιστα νά ἐπωμίζεται πάντοτε τό μεγαλύτερο βάρος, δηλαδή ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐθυσιάζετο, ἐστήριζε συγχρόνως καί τούς ἄλλους στόν ἀγῶνα ἀπό ὅπου καί ἄν εὑρίσκετο.
    Μέ αὐτά λοιπόν τά βασικά στοιχεῖα τά ὁποῖα χαρακτηρίζουν τήν προσωπικότητα τοῦ ὁσίου καί τά ὁποῖα θά μᾶς χρησιμεύσουν προκειμένου νά τόν κατανοήσωμε καί νά τόν πλησιάσωμε, εἰσερ­χόμεθα στήν παρουσίασι τοῦ βασικοῦ θέματος, τῆς διακοπῆς δηλαδή τῆς μνημονεύσεως διά λόγους πίστεως ἐπεκτεινόμενοι μάλιστα καί σέ ἄλλα συναφῆ μέ αὐτό θέματα, τά ὁποῖα ἔχουν δημιουργηθῆ ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί εἶναι ἐπίκαιρα στίς ἡμέρες μας, ἡ γνῶσις των δέ θά μᾶς καταστήση ὑπευθύνους μέν διά τήν κατάστασι καί πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀναπολογήτους δέ ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ἐάν δέν πράξωμε τά δέοντα.





[1] «ἀφ' ἧς ἐν μιᾷ τῶν ἐπισήμων, μετά τῶν ἐξεχόντων μητροπολιτῶν, πρός τόν ἁγιώτατον ἀνελθών πατριάρχην, μεγαλοπρεπῶς λίαν κατά τήν ἀναλογίαν τῶν ἀψευδῶν αὐτοῦ δι' εὐσέβειαν ἄθλων, καί τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς πρός αὐτοῦ ἐπηνέγκατο·  διεξιόντος τοῦ ἱερομύστου Νικηφόρου τά ἀξιόπιστα καί ἀληθῆ τῆς τε ἀνδρείας καί παῤῥησίας αὐτοῦ ἐπί πάντων πλεονεκτήματα, τά τε στίγματα τῶν μαστίγων, καί τάς ἐμφρουρίους κακώσεις, καί λιμούς, καί καθημερινούς θανάτους οὕς ἀνέτλη παρά τῶν ὑπασπιστῶν τῆς εἰκονομαχικῆς λύττης ἐν τοῖς πέντε ἔτεσιν τῆς τυραννίδος τοῦ ἀμειλίκτου καί ἀπηνοῦς Λέοντος· καί οὐ τοῖς διά λόγων μόνον ἐπαίνοις τό πρωτεῖον αὐτῷ ἀπεδίδου, ἀλλά πολλῷ μᾶλλον καί δι' αὐτῶν τῶν πραγμάτων· ἐπ' εὐωχίαν γάρ τραπέντες, τήν σύν ἑαυτῷ ἐπί μιᾶς στιβάδος καθίζησιν αὐτῷ μόνῳ παραχωρεῖ, φήσας πρός τούς ἱερούς δαιτυμόνας·  Παραχωρήσατε, ἀδελφοί, τῷ πολυάθλῳ Πατρί ἡμῶν τήν προεδρίαν καθάπερ ἐμοί, κἄν ἥκιστά γε ταύτης ὀρέγηται ὁ σοφός, ἵνα συνημμένως ἄμφω καθήμενοι, τήν τοῦ ἄρτου κλᾶσιν ποιησώμεθα·  ᾧ γάρ πλέον ἐφανερώθη τά τεκμήρια τῆς πρός τόν κοινόν Δεσπότην ἀγάπης, πλέον δήποτε καί ὀφείλεται·  καθώς καί ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις ἔφησεν· διαφορά γάρ ὥσπερ ἐστί τῆς τῶν ἁγίων ζωῆς, οὕτω καί γερῶν ἀναλόγως τοῖς ἑκάστου κατορθώμασιν ἐπιμετροῦντος Θεοῦ τήν ἀντέκτησιν·  καί εἰ παρά Θεῷ τοῦτό γε, ἀκόλουθον ἄν εἴη καί παρ' ἡμῖν τοῖς μετρίοις· οὕτως εἶχε σχέσεως πρός τόν ἐν ἁγίοις Θεόδωρον ὁ τόν ἀρχιερατικόν ταῖς νικηφόροις ἀρεταῖς κατακοσμήσας θῶκον»  (Βίος καί Πολιτεία,  ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου,Ρ.G. 99, 320 Α).

[2]«Τότε δή καί Πέτρος ἐκεῖνος ὁ πολύς ἐν ἀσκήσει τε καί τῇ τῶν θαυμάτων διαλάμπων ἀστράψει, ὁ διά τήν ὑπερβάλλουσαν αὐτοῦ ἀσιτίαν, Ἀβούκις εἰκότως ἐπονομασθείς, ἀπό τῆς κατά τόν Ὄλυμπον ὀρείου διαγωγῆς, πρός τόν ὑψηλόν τοῦτον κατεφοίτησεν ἱερομύστην, ἀναθέσθαι αὐτῷ περί τῶν ἐνδιαβαλλόντων αὐτοῦ τόν βίον, καί γόητα ἀποκαλούντων διά τάς γινομένας ὑπ' αὐτοῦ θαυματουργίας·  ὅν ὁ μέγας τῆς διακρίσεως λύχνος δεξάμενος, καί τά περί πίστεως καί τοῦ ἰδίου βίου διερωτήσας ἐμμελέστατα, καί μαθών ὡς κατ' ἄμφω τέλειός ἐστιν ἐν Κυρίῳ ὁ θεράπων τοῦ Χριστοῦ, παρηγγύησεν αὐτῷ ἠπιοφρόνως ἀπογεύεσθαι ὀλιγάκις ἄρτου τε καί οἴνου καί τῶν λοιπῶν ἐδεσμάτων τῆς μοναχικῆς μεταλήψεως, διά τήν φιλεγκλήμονα τῶν ἀσθενεστέρων γνώμην, καί ὑποδήμασι δέ κεχθῆσθαι ἐν ταῖς χειμεριναῖς τροπαῖς·  ἐκείνοις δέ ἐπέστειλεν ἐπιπληκτικώτερον θᾶττον ἑαυτῶν γενέσθαι διά τῆς ἐπιγνώσεως τῆς ἰδίας κακογνωμοσύνης·  καί τοῦ λοιποῦ φυλάξασθαι τοῦ μή κακολογεῖν τόν ἅγιον γέροντα·  ἵνα μή διά τήν πρός τόν ἀσκητήν τοῦ Χριστοῦ δυσμένειαν, παροξύνειν φωραθῶσιν τό ἐνεργοῦν ἐν αὐτῷ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας·  τοιοῦτος ἦν ὁ θεῖος διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας Θεόδωρος, τούς πάντας κερδαίνειν τε Χριστῷ βουλόμενος, κατά τόν εἰπόντα ἅγιον·  Τίς ἀσθενεῖ, καί οὐκ ἀσθενῶ, τίς σκανδαλίζεται καί οὐκ ἐγώ πυροῦμαι; »(Βίος καί Πολιτεία, ὁσ. Θεοδ. Στουδίτου,  P.G. 99, 316 D ).

[3] καί οὕτω μᾶλλον ὁ μέγας Θεόδωρος διαβοητότερος καθίσταται, μιμητής τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος, καί Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, οὐ μόνον ἐν τοῖς περιοίκοις, ἀλλά καί πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης˙ ἐν γάρ τῇ Θεσσαλονικέων τόν ἅπαντα χρόνον τῆς Κωνσταντίνου βασιλείας περιφρουρούμενος πόλει, εἰς τάς ἐξωτάτω χώρας τά τῶν ἰδίων κατορθωμάτων ἀπέπεμπε προτερήματα.....(P.G. 99, 256 Β,C).
   ....διαφημίζεται δέ κατά τό μᾶλλον ἔτι ἡ τοῦ Σακκουδίωνος προσηγορία καί Θεόδωρος ἐν τοῖς ἁπάντων ἐμεγαλύνετο στόμασιν˙ καί τό ἔργον αὐτοῦ τῆς διά Θεόν ὑπερορίας εἰς πᾶσαν διατρέχει τήν ὑπ’ οὐρανόν˙....ἐκ δέ τούτου πολλοί τῆς μεγαλωνύμου πόλεως οἰκήτορες, καί μέντοι καί τῶν ἐξωτέρων πολιχνῶν καί ἀστυγειτόνων ἄνδρες, οὐ μόνον τῶν ἡμετέρων, ἀλλά καί τῆς ἀπό τῶν ἔξωθεν ὁρμωμένων παιδείας ἐπισημότατοι, πρός τόν μέγαν τοῦτον συνεῤῥύησαν παιδοτρίβην, μοναχικῆς φιλοσοφίας ἐν πείρᾳ γενέσθαι προθέμενοι˙ οὕς ὁ θεῖος τῆς εὐσεβείας διδάσκαλος ἀσμένως ὑποδεχόμενος, τοῖς τῆς ἐμπράκτου σοφίας αὐτοῦ κατήρδευσε νάμασι.... (P.G. 99,  257 C).

[4]  «Ἡ τοῦ Κυρίου ἐντολή, ἡ ἀπαιτοῦσα ἡμᾶς ἀγαπᾶν ἀλλήλους καί τοσοῦτον, ὅσον τήν ψυχήν τιθέναι ὑπέρ ἀλλήλων, ἠνάγκασέν με, ἀδελφέ πνευματικέ, καί πάλιν ἐπιστεῖλαί σοι, πονοῦντα περί τῆς σωτηρίας σου καί ἀκούοντα διαίρεσιν εἶναι σχισματικήν μεταξύ ὑμῶν καί ἑτέρων ἀδελφῶν οὐ τήν τυχοῦσαν, ἀλλά καί λίαν χαλεπήν, ὥστε καί συναπορραγῆναι εἰς δύο μέρη ἀντικείμενα τόν ἀγελαῖον λαόν, ἑκατέρου ἑκατέροις προσκειμένου καί πόρρῳ ἀφισταμένου τῆς ἀλληλούχου κοινωνίας. Καί τοῦτο ὅλον ἔργον τοῦ σατανᾶ, τοῦ ἀρχαίου ἀνθρωποκτόνου, καί τοῦτο σκάνδαλον μέγα· ............... Καί θαυμάζω πῶς ἡ τιμιότης σου, ἀσκοῦσα καί προσκειμένη θεῷ ἐν τοσούτοις ἔτεσιν, ἀφροντίστως ἔχει περί τοῦ κινδύνου τούτου· ὅς, εἰ μή διορθωθῇ διά πάσης σπουδῆς σου καί ἐπιμελείας, οὐ μόνον κενήν πᾶσάν σου τήν ἄσκησιν ἐργάσεται, ἀλλά καί πόρρω σε θεοῦ ποιήσει, ὅ μή γένοιτο.
Διά τοῦτο, ἀδελφέ, φιλαδέλφως κινηθείς πρό τριῶν ἐτῶν, ἡνίκα ἐπλησίασα τοῖς αὐτόθι ἀπό Σμύρνης ἐπανιών καί τό σχίσμα μεμαθηκώς, ἔγραψα σοι ἅπερ ἀκήκοα καί ὡς δεῖ σε φρονεῖν περί τῆς ἀληθείας καί ὡς φυγεῖν τόν ἐπηρτημένον κίνδυνον τοῦ σκανδάλου καί οὐκ ἀντέγραψάς μοι· καί πάλιν δεδήλωκα καί οὐκ ἀπεκρίθης μοι. Καί τοῦτο κατηγορία ἐναργής τοῦ μή θέλειν σε θεόν θεραπεύειν μηδέ ὀρθοποδεῖν περί τήν ἀλήθειαν. Καί, συγχώρησον, μή καταγανακτήσῃς μου λέγοντος τό ἀληθές·......... ἰδού ἐγώ ὁ τάλας, καίπερ μή ἰδών σε πώποτε, ἀλλ᾿ ὅτι ἀδελφός κατά Χριστόν, οὐκ ἤνεγκα τήν ἀκοήν φόβῳ θεοῦ, ἐλεγμῷ δέ ἤλεγξα, παρακαλῶν παρεκάλεσα, ἀποδυόμενος τό κρίμα καί φιλῶν τήν σωτηρίαν σου. πῶς αὐτός ὁ ἐγκληθείς καί τοῦ σχίσματος πατήρ οἴσεις τό κρίμα; πῶς δέ ἀπολογήσῃ τῷ Χριστῷ, ὑπέρ τοσούτου λαοῦ εὐθυνόμενος; ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου εἰ τό ἔργον ἔχοις, κενόν σε τῆς βασιλείας ἀποπέμψει τοῦ θεοῦ, εἰ μή προκαταλάβοις διορθώσασθαι.
Τίς δέ ἡ διόρθωσις; εἰ μέν οἷόν τε σοῦ αὐτοῦ παρόντος, εἰ δέ μή, δι᾿ ἀποστόλου σου ἀπολογία γραμματική περί ὧν πρότερον ἐνεκλήθης,ἀθωῶν ἑαυτόν διά τῆς ἀπολογίας καί ὑποδεικνύων ὀρθήν τήν πίστιν καί τήν ἐφ᾿ ἅπασιν ὀρθοτομίαν τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Καί οὕτως γινομένης ὁμονοίας ἐν Κυρίῳ, οὐ λέγω μετά τοῦδε καί τοῦδε, ἀλλά μετ᾿ ἐμοῦ μόνου τοῦ ταπεινοῦ, ἤρθη τό σκάνδαλον ἐκ μέσου καί συνήφθη τά διεστῶτα· καί ὁ Κύριος ἐν μέσῳ ἡμῶν καί οὐ βλασφημούμενον τό ὄνομα αὐτοῦ δι᾿ ἡμᾶς, οὐ λέγω ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς χριστιανοῖς. Κἄν τινες διαφέρωνται, μετά τήν εἰς ἀλλήλους συμφωνίαν διδαχθήσονται καί συναφθήσονται δι᾿ ἡμῶν αὐτῶν τῶν ταπεινῶν, ὑπερασπιζομένων σου ὡς ἐμαυτῶν. Καί ἵλεως ἔσται θεός καί ὁ βίος σου οὕτω μακάριος καί τό τέλος σου αἰνετόν καί τά ἐγκαταλείμματά σου ἐν δικαιοσύνῃ.
               ᾿Ιδού δευτέρα ἡ ἐπιστολή μου αὕτη ἡ εὐτελής. Καί εἰ μέν δράσεις τά δέοντα, δηλῶν καί ἀπολογούμενος περί πάντων ὧν ἐγκαλῇ, ἐκερδήθης ὁ ἀδελφός ἡμῶν, κυριολέκτως εἰπεῖν, καί χαίρομεν ἐπί σοί μέγα οἱ ταπεινοί· εἰ δέ, ὅπερ ἀπείη, ἐμμείνῃς ἐν τῇ αὐτῇ σιωπῇ καί ἀπειθείᾳ, βαστάσοις τό κρίμα αἰώνιον, ἄπρακτα ἀσκῶν, μᾶλλον δέ ὀλεθρίως σχίζων τόν λαόν τοῦ θεοῦ διά τῆς οἰκείας ἰδιοπραγίας. ἡμεῖς δέ προσέξομεν τῷ ἀποστόλῳ λέγοντι, αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος». (ὁσ. Θεοδ. Στουδίτου  Ἐπιστ. 485. Θεοκτίστῳ ἐρημίτῃ, Φατοῦρος  σελ.712, 1- P.G.99, 1440 C).

[5] «Δεξάμενος τό γραμματεῖον τῆς τιμιότητός σου καί ἀναγνούς εἰς ὑπήκοον τοῦ θεοφιλεστάτου ἀρχιεπισκόπου καί ἀδελφοῦ μου ἅμα τοῖς συνοῦσιν ἀδελφοῖς εὐχαρίστησα ὁ ταπεινός τῷ Κυρίῳ, ὅς ἔκλινεν τήν καρδίαν σου γράψαι ὀρθῶς τό τῆς πίστεως σύμβολον· τό γάρ ὁμολογεῖν δέχεσθαι τήν παλαιάν καί νέαν διαθήκην καί πάντα τά ὑπό τῶν ἁγίων πατέρων παραδεδομένα τῂ ἐκκλησίᾳ τοῦ θεοῦ κεφαλαιωδῶς ἡ ὀρθότης ἐστί τῆς πίστεως. ἐπειδή δέ καί αἱρετικοῖς ἔστι ταῦτα λέγειν, οὐ μήν εὑρίσκεσθαι κατά τούς λόγους αὐτῶν ὀρθοτομοῦντας τόν λόγον τῆς ἀληθείας, διά τοῦτο καί παρά τῶν πεμφθέντων ἀδελφῶν, καί μάλιστα παρά τοῦ ἀββᾶ Σωσιπάτρου, ἐπεζητήσαμεν τό ἀκριβές, καθά καί ἐζήτησας ἐν τοῖς γράμμασι, διά τό μή πάντα ἐγχωρεῖν ἀπαγγέλειν τήν ἐπιστολήν, καί εὕρομεν χάριτι Χριστοῦ ἀπαγγέλοντας αὐτούς ὀρθοφρόνως τά παρά σοῦ αὐτοῖς παρατεθέντα.
Τίνα δέ ταῦτα; Δεῖν γάρ ἐν κεφαλαίοις ἐπισημανθῆναι. Πρῶτον περί τῆς ἁγίας Θεοτόκου· φασί γάρ λέγειν σε ὅτι πρό τῶν αἰώνων ἡ παρθένος. Τοῦτο ἐπειδή ἀρνεῖσαι μήτε λέγειν μήτε δέ φρονεῖν, ἀλλ᾿ ὁμολογεῖν ἐξ ἀνδρός καί γυναικός ᾿Ιωακείμ καί ῎Αννης τετέχθαι αὐτήν, εὖ ἄν ἔχοι. Δεύτερον περί τοῦ Κυρίου, ὅτι οὐκ ἐσταυρώθη· ἐπειδή δέ ὁμολογεῖς ἐσταυρῶσθαι αὐτόν κατά τάς γραφάς, εὖ ἄν ἔχοι. Τρίτον περί τῶν ἀγγέλων καί τῶν δαιμόνων, ὅτι μετά τήν κρίσιν ἀποκατάστασις ἔσται πάλιν καί γενήσεται μία ποίμνη, εἶς ποιμήν. Καί ἐπειδή τοῦτο ἀπαρνεῖσαι καί ὁμολογεῖς αἰώνιον εἶναι καί τήν κρίσιν καί τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, εὖ ἄν ἔχοι. Τέταρτον περί μοναχοῦ ἑνός, ὅτι δύναται τῆς κολάσεως ῥύσασθαι ἑκατόν πεντήκοντα κρινομένους. Καί ἐπειδή τοῦτο ἀπαρνεῖσαι καί λέγεις μήτε μετάνοιαν εἶναι μετά θάνατον μήτε τινά τόν δυνάμενον ἐξελέσθαι ἀπό τῆς θεοῦ ἀπονεμηθείσης ἑκάστῳ κολάσεως, εὖ ἄν ἔχοι. Πέμπτον περί βιβλίου τοῦ ἐπιλεγομένου τοῦ ᾿Αντωνίου, ὅτι λέγεις εὐαπόδεκτον εἶναι, ἐν ᾧ πολλά βλάσφημα, ὡς ἡμεῖς αὐτοί ἀναγνόντες ἔγνωμεν. Καί τοῦτο ἐπείπερ ὁμολογεῖς ἀποβάλλεσθαι ὡς ἀλλότριον τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ καί μηκέτι μήτε ἔχειν μήτε ἀναγιγνώσκειν μήτε σέ μήτε τούς μετά σοῦ, εὖ ἄν ἔχοι. Καί εὐλογητός ὁ θεός, ὁ ποιησάμενος καθαρισμόν ἐν ὑμῖν τῶν προειρημένων σκανδάλων, καί εὐλογημένον τό ὄνομα τῆς δόξης αὐτοῦ, τό πεῖσάν σε εἰπεῖν χωρικόν εἶναι καί ἀμαθῆ καί εἴκειν κατά πάντα καί πείθεσθαι τῷ λόγῳ τῆς ταπεινώσεώς μου» (ὁσ. Θεοδ. Στουδίτου Ἐπιστ. 490. Θεοκτίστῳ ἐρημίτῃ, Φατοῦρος  722,  P.G. 99,  1525 C).

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος11/11/17, 4:53 μ.μ.

    Ο όσιος Θεόδωρος διέκοψε πράγματι δύο φορές την κοινωνία με τους εκκλησιαστικώς προϊσταμένους του, τους αγίους Ταράσιο και Νικηφόρο, εξ αιτίας του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορος, όμως η πράξις του αυτή κατακρίθηκε από τους αγίους Πατέρας. Οι δύο πατριάρχαι δεν εκήρυξαν αιρετικές διδασκαλίες, ούτως ώστε να δικαιολογήται η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους· απλά ανέχθηκαν κατ' οικονομία τον ιερέα Ιωσήφ, ο οποίος ετέλεσε τον βασιλικό γάμο, με σκοπό να προστατεύσουν την Εκκλησία από το αυτοκρατορικό μένος και την εκδίκησι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμος11/11/17, 7:30 μ.μ.

      Κάνεις μεγάλο λάθος, Ανώνυμε. Όχι μόνο δεν κατακρίθηκε η πράξη του Αγίου από τους Αγίους Πατέρες, αλλά αντίθετα οι δύο Πατριάρχες αναγνώρισαν το λάθος τους και έτσι συνέχισε την κοινωνία μαζί τους ο Άγιος.
      Ι.

      Διαγραφή

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.