Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Σκέψεις καί προβληματισμοί σχετικά μέ τό Παλαιό Ημερολόγιο καί αναφορά στήν σύγχρονη εκκλησιαστική κατάστασι


Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

         Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖο θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἐμμονὴ τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς τὸ Ἰουλιανὸ Παλαιὸ ἡμερολόγιο, οὔτε οἱ πλάνες εἰς τὶς ὁποῖες ἔχουν περιπέσει ἐξ αὐτῆς τῆς ἐμμονῆς, ἀλλὰ τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀσθένεια ἔχει, τρόπον τινά, μεταδοθῆ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχει ἐπηρεάσει καὶ κάποιους ἀποτειχισμένους ἀπὸ τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωροῦν καὶ αὐτοὶ τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου σὰν κάτι οὐσιῶδες, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὄχι τὸ νὰ ἀκολουθοῦμε ὅλοι ἕνα Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι τὸ Παλαιό (Ἰουλιανό).
Συμβαίνει ἐπίσης συχνὰ οἱ Ἀποτειχισμένοι αὐτοὶ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, νὰ συμπεριφέρωνται ἀνάρμοστα σὲ ὅσους δὲν διακατέχονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀσθένεια καὶ τὸ σύνδρομο τοῦ ἡμερολογίου, μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀπόψεις των, νὰ τοὺς ἐπηρεάσουν καί, τρόπον τινά, νὰ ἀποδεχθοῦν ὡς ὀρθὸν κάτι τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύουν.
Καὶ ἐδῶ βέβαια φαίνεται ἡ βλάβη, ἡ ὁποία ἔχει ἐπέλθει ἀπὸ τὴν ὅλη ἱστορικὴ πορεία τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ ὁποία συνοψίζεται στὸ νὰ πολεμοῦμε καὶ νὰ ἐπικεντρώνουμε τὸν ἀγῶνα μας σὲ θέματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμιά, ἀπολύτως καμιὰ σχέσι μὲ τὴν σωτηρία μας, νὰ διαιρούμεθα ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ ἀφήνωμε τὰ οὐσιώδη, δηλ. τὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἢ νὰ γινώμεθα ἀνυπόληπτοι καὶ ἀναξιόπιστοι στοὺς προβληματισμένους καὶ εὑρισκομένους στὴν αἵρεσι, ἐξ αἰτίας τῶν διαστάσεών μας καί, τρόπον τινά, νὰ δίδωμε εἰς αὐτοὺς ἀφορμές, διὰ νὰ δικαιολογοῦν τὴν συνείδησί των παραμένοντας στὴν αἵρεσι.
Τὸ θέμα τὸ ὁποῖο θέλω νὰ παρουσιάσω εἰς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι ὁ προβληματισμὸς τῶν Πατέρων σχετικὰ μὲ τὴν τοποθέτησι τῆς ἰσημερίας ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἰς τὴν 21η Μαρτίου, ἐφ’ ὅσον μεταγενέστερα ἔβλεπαν ὅτι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ μετετίθετο πρὸς τὰ πίσω. Ἐπίσης νὰ καταδειχθῆ, τί οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν καὶ μὲ ποιό σκεπτικό, καὶ τί ἄλλαξε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τὴν διόρθωσι τοῦ σφάλματος τοῦ Παλαιοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου.
Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ θὰ μεταφέρω ἕνα κείμενο ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῶν Κανόνων Ράλλη-Ποτλῆ, τὸ ὁποῖο εἶναι τοῦ Ματθαίου Βλαστάρη καὶ θὰ κάνω τοὺς ἀπαραίτητους σχολιασμούς, προκειμένου νὰ γίνη κατανοητό, καὶ μάλιστα μεταφερόμενο τὸ θέμα αὐτὸ στὶς ἡμέρες μας. Ὡς γνωστὸν ὁ Ματθαῖος Βλάσταρης εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐγκρίτους κανονολόγους, ἔζησε τὸν 14ο  αἰῶνα καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συχνὰ ἀναφέρεται στὸ Πηδάλιο εἰς αὐτόν, μεταφέροντας τὶς ἀπόψεις του ἐπὶ τῶν ἱερῶν Κανόνων κ.λπ.
Διὰ νὰ γίνη κατανοητὴ ἡ σκέψις τοῦ Μ. Βλάσταρη θὰ παραθέσω ὅλο τὸ τμῆμα ἀπὸ τὸ κεφάλαιο τὸ ὁποῖο ἐπιγράφεται «Περὶ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας» καὶ κατόπιν θὰ τὸ σχολιάσω τμηματικά.
«…ἐν αἷς δὲ ἡμέραις ὁ Χριστὸς τῷ οἰκείῳ θανάτῳ τὸν θάνατον ἐθανάτου, τρίτην καὶ εἰκοστὴν διανύοντος αὐτοῦ, περὶ μέσην ἐκείνην νύκτα· ὅτε δὴ τὸ τῶν Πατέρων τουτὶ κανόνιον ἐγεγόνει, τῇ α΄. τούτου καὶ κ΄. τὰ τῆς ἰσημερίας ἀπήντα· νῦν δ’ ἐφ’ ἡμῶν, ὡς δεδήλωται, ἡ ιη΄. Ταύτην ὁλοσχερῶς ὁρᾷ γινομένην· τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἡ ἐπὶ τῇ τῶν φωστήρων κινήσει βραχυτάτη ἔλλειψις κατὰ μικρὸν προσγινομένη ἀπέτεκε, καὶ τὰ φῶτα ὀπισθόρμητα γίνεσθαι παρασκεύασεν. Οὐ μὴν παρὰ τοῦτο μεταποιεῖν τὸν τῶν Πατέρων προσήκει κανόνα· οὔτε γὰρ οἷόν τε συνθεῖναι ἕτερον, οὕτω σαφῶς δεικνύντα τοῖς πᾶσι τοὺς εἰρημένους περὶ τὸ Πάσχα διορισμούς· ἀλλὰ καὶ ἢν ἐθελήσαιμεν, ὥς τινες, μεταθεῖναι, δυσὶν αὐτὸν ἡμέραις ὑποβιβάσαντες, ἀρξάμενοι δηλονότι ἀπὸ τοῦ ‚ϛωμα΄. ἔτους, πρὸς τῷ μηδὲ πάντας δυνατὸν εἶναι ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὰ Χριστιανῶν πρεσβεύοντας πεῖσαι μεταμαθεῖν αὐτόν, ἔτι καὶ μετὰ τδ΄. πάλιν ἔτη, καὶ αὖθις μετὰ τοσαῦτα, καὶ ἀεὶ οὕτως ἡ αὐτὴ παρακολουθήσει ἁμαρτία, καὶ δεήσει πολλάκις τοῦτον μεταποιεῖν, ὥστε βέλτιον μὴ καινοτομεῖν· ἡ γὰρ τοιαύτη καινοτομία οὐ μόνον οὐ δυνήσεται μὴ τῇ αὐτῇ πάλιν περιπεσεῖν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ στάσεως οὐ μετρίας, τῇ Ἐκκλησίᾳ γενήσεται πρόξενος. Νῦν δὲ καὶ οὕτως ἔχοντος τοῦ κανόνος, τὰ καιριώτερα τῶν ὀφειλομένων περὶ τὸ Πάσχα τηρεῖσθαι, δι’ αὐτοῦ βεβαίως τηροῦνται, τὸ μετ’ ἰσημερίαν δηλονότι, καὶ τὸ μετὰ τὴν πανσέληνον, τὴν μετ’ ἰσημερίαν, τὰ τῆς ἑορτῆς ὑπὸ πάντων, καὶ ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ, καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ   τελεῖσθαι ἀστασιάστως» (Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων – Ράλλη-Ποτλῆ, τόμος στ΄, σελ. 424-425).
Οἱ σχολιασμοὶ τοὺς ὁποίους κάνομε εἰς τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ματθαίου Βλαστάρη εἶναι οἱ ἑξῆς:
1) Οἱ γνώσεις καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ ἐποπτικὰ ὄργανα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπέτρεπαν νὰ κατανοηθῆ ἀκριβῶς ἡ διολίσθησι τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀναφέρει ὅτι ἡ ἰσημερία τὸν 14ο αἰῶνα εὑρίσκετο εἰς τὶς 18 Μαρτίου καὶ ὅτι ἡ διολίσθησι τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ἦταν τέτοια, ὥστε μετὰ τριακόσια τέσσερα (304) ἔτη νὰ συμπληρώνεται μιὰ ἡμέρα. Αὐτὸ βέβαια εἶναι λάθος, διότι μὲ τὰ σημερινὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα ἡ διολίσθησι τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου εἶναι τέτοια, ὥστε μετὰ ἑκατὸν εἴκοσι ὀκτώ (128) ἔτη νὰ συμπληρώνεται μία ἡμέρα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Βλάσταρη, δηλαδὴ μετὰ χίλια περίπου ἔτη μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ἰσημερία εἶχε κατέλθει κατὰ ὀκτώ (8) περίπου ἡμέρες καὶ ὄχι κατὰ τρεῖς (3), ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Βλάσταρης. Αὐτὸ τὸ ἀναφέρει ὁ συγγραφέας σαφέστερα ὀλίγον ἀνωτέρω ὡς ἑξῆς: «…συμβαίνει ἐξ ἀνάγκης μετὰ τ΄. (300) ἐνιαυτοὺς πρὸ μιᾶς ἡμέρας γίνεσθαι τὴν ἰσημερίαν· οἷον ἐπεὶ κατὰ τὸ παρὸν ἡ ἰσημερία γίνεται τη ιη΄. (18η) Μαρτίου, μετὰ τ΄. (300) ἔτη ἔσται τῇ ιζ΄. (17η). εἶτα μετὰ ἕτερα τοσαῦτα τῇ ιστ΄. (16η). Καὶ οὕτω ἀεί» (στὸ ἴδιο, τόμ. Στ΄, σελ. 423).
2) Παρατηρεῖ ὁ Βλαστάρης ὅτι αὐτὴ ἡ ἔλλειψις καὶ ἡ ἀδυναμία νὰ μετρήση ἀκριβῶς τὸ χρόνο τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ἔκανε ὥστε νὰ ἑορτάζονται τὰ Θεοφάνεια ἀργότερα. Προφανῶς ἀναφέρει μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἑορτὲς γιὰ νὰ καταδείξη ὅτι τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες «τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἡ ἐπὶ τῇ τῶν φωστήρων κίνησις βραχυτάτη ἔλλειψις κατὰ μικρὸν προσγινομένη ἀπέτεκε καὶ τὰ φῶτα ὀπισθόρμητα γίνεσθαι παρασκεύασεν». Καὶ πάλι ἐδῶ τονίζουμε ὅτι ἡ ἀργοπορία τοῦ ἑορτασμοῦ δὲν ἦταν μόνο τρεῖς (3) ἡμέρες, ὅπως τότε ἐπιστεύετο, ἀλλὰ ὀκτώ (8).
3) Κατωτέρω ὁ Βλάσταρης ἐπισημαίνει ὅτι δὲν πρέπει ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας καὶ ἐλλείψεως τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου νὰ ἀλλάξωμε τὸν Κανόνα τὸν ὁποῖον ἐξέθεσαν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οὔτε νὰ δημιουργήσωμε ἄλλο Κανόνα, διότι αὐτὸς ὁ Κανόνας τῶν Πατέρων μὲ σαφήνεια ἀναφέρει ὅλους τοὺς διορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. «Οὐ μὴν παρὰ τοῦτο μεταποιεῖν τὸν τῶν Πατέρων προσήκει κανόνα· οὔτε γὰρ οἷόν τε συνθεῖναι ἕτερον, οὕτω σαφῶς δεικνύντα τοῖς πᾶσι τοὺς εἰρημένους περὶ τὸ Πάσχα διορισμούς».
Ἐδῶ παρατηροῦμε ὅτι μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ὁ Βλάσταρης ἀναφέρει ὅτι ὁ κανόνας τὸν ὁποῖον ἐξέθεσαν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν οἱ τέσσερις (4) προσδιορισμοὶ περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Οἱ Γ.Ο.Χ. ὅμως ὑποστηρίζουν πεισμόνως ὅτι ὁ κανόνας τῶν Πατέρων ἦταν τὰ λεγόμενα κανόνια, δηλαδὴ οἱ πίνακες ποὺ καταρτίστηκαν μὲ βάσι τοὺς τέσσερις (4) διορισμοὺς τῶν Πατέρων καὶ οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν μὲ ἀφετηρία τὴν κατ’ ἔτος ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα, τὸν κύκλο ὅλων τῶν ἑορτῶν τοῦ ἔτους. Αὐτὸ προφανῶς τὸ ὑποστηρίζουν διὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἱερότητα τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου καὶ τὴν θεσμοθέτησή του ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐφ’ ὅσον οἱ πίνακες αὐτοί (τὰ κανόνια) καταρτίστηκαν μὲ βάσι τὴν ἰσημερία τῆς ἐποχῆς αὐτῆς τῶν Πατέρων καὶ προσδιορίζουν τὸ Πάσχα ἀπὸ 22 Μαρτίου ἕως 25 Ἀπριλίου. Ἔτσι λοιπόν, προσκομίζοντας τοὺς πίνακες αὐτούς, ἀναφέρουν οἱ Γ.Ο.Χ., ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπαγόρευσαν νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα πέραν τῆς 25ης  Ἀπριλίου καὶ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐθέσπισαν τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Αὐτὸ βέβαια εἶναι ψεῦδος, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ συνήθως παπαγαλίζουν οἱ Γ.Ο.Χ., προκειμένου νὰ στηρίξουν τὶς ἀστήρικτες θέσεις των, διὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο, ἂν δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶχαν καταρτήσει τοὺς πίνακες, δὲν θὰ ἐχρειάζετο ἡ ἀνάθεσις ἀπὸ αὐτοὺς στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας νὰ ἐξαγγέλλει κατ’ ἔτος τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα μὲ ὅλα τὰ βασικά της στάδια καὶ μάλιστα, τὸ κυριότερο, νὰ τὴν ἐξαγγέλλη σὲ ἄλλο Ἡμερολόγιο, ἄγνωστο κατὰ τὸ πλεῖστον στὸν ὑπόλοιπο Ὀρθόδοξο κόσμο. Οἱ Πατέρες λοιπὸν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐθέσπισαν τὸν Κανόνα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, δηλαδή, ὅπως ἀναφέρει ὁ Βλαστάρης, τοὺς τέσσερις (4) διορισμούς, οἱ δὲ πίνακες ἔγιναν πολὺ ἀργότερα, μὲ βάσι τοὺς τέσσερις διορισμούς, πρὸς διευκόλυνσι κυρίως τῶν κληρικῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ κάθε πίνακας ἀποτελεῖ ἕνα πρόχειρο καὶ συνοπτικὸ τυπικὸ γιὰ τὸ κάθε ἔτος, τὸ ὁποῖο ἀρχίζει καὶ τελειώνει στὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ἀναφέρομε ὅτι ὑπάρχουν ἀνάλογοι πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μὲ βάσι τὸ Αἰγυπτιακὸ Ἡμερολόγιο καὶ ἀναφέρονται στὸ «Πασχάλιο Χρονικό», τὸ ὁποῖο εἶναι ἔργο τοῦ 7ου  αἰῶνος.
4. Κατωτέρω ὁ Βλάσταρης ἀναφέρεται στὴν διόρθωσι τῆς ἰσημερίας ὑπὸ τῶν συγχρόνων του, ὑπὸ τὴν ἔννοια νὰ τὴν ἀλλάξωμε, καὶ ἀντὶ τῆς 21ης Μαρτίου, τὴν ὁποία εἶχαν θέσει οἱ Πατέρες ὡς πραγματικὴ ἰσημερία τῆς ἐποχῆς των, νὰ θέσουν τὴν ἰσημερία τῆς ἰδικῆς του ἐποχῆς, ὡς πραγματικὴ ἰσημερία, «ἀλλὰ καὶ ἢν ἐθελήσαιμεν, ὥς τινες, μεταθεῖναι, δυσὶν αὐτὸν ἡμέραις ὑποβιβάσαντες, ἀρξάμενοι δηλονότι ἀπὸ τοῦ ϛωμα΄. ἔτους, πρὸς τῷ μηδὲ πάντας δυνατὸν εἶναι ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὰ Χριστιανῶν πρεσβεύοντας πεῖσαι μεταμαθεῖν αὐτόν, ἔτι καὶ μετὰ τδ΄. πάλιν ἔτη, καὶ αὖθις μετὰ τοσαῦτα, καὶ ἀεὶ οὕτως ἡ αὐτὴ παρακολουθήσει ἁμαρτία, καὶ δεήσει πολλάκις τοῦτον μεταποιεῖν, ὥστε βέλτιον μὴ καινοτομεῖν· ἡ γὰρ τοιαύτη καινοτομία οὐ μόνον οὐ δυνήσεται μὴ τῇ αὐτῇ πάλιν περιπεσεῖν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ στάσεως οὐ μετρίας, τῇ Ἐκκλησίᾳ γενήσεται πρόξενος».
Κατ’ ἀρχὰς διασαφίζομε ὅτι ἡ χρονολογία τὴν ὁποία δίδει (ϛωμα΄.) εἶναι ἀπὸ κτίσεως κόσμου, διότι ἔτσι ἀκόμα ἐμετροῦσαν στὴν ἐποχή του, καὶ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ ἔτος 1333, δηλαδὴ τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐζοῦσε ὁ Βλάσταρης.
Τὸ παράδοξον λοιπὸν καὶ πολὺ σημαντικὸ εἶναι ὅτι διὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἰσημερίας ὁ Βλάσταρης δὲν ἀναφέρει ὡς ἐμπόδιο καί, προφανῶς, ἀπαγόρευσι, κάποιο λόγο δογματικό, ἢ ὅτι εἶναι θέμα πίστεως, ἢ ὅτι αὐτὸ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες κ.λπ., ἀλλὰ μόνο πρακτικοὺς λόγους, δηλαδὴ τὸ ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ πειστοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς οἰκουμένης νὰ ἀλλάξουν τὴν ἡμερομηνία τῆς ἰσημερίας, ὅτι μετὰ τριακόσια τέσσερα (304) ἔτη (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἀντίληψι τῆς ἐποχῆς των) θὰ ἔχωμε πάλι τὸ ἴδιο πρόβλημα καὶ θὰ εἴμεθα ἀναγκασμένοι πάλι καὶ πάλι νὰ ἀλλάξωμε τὴν ἡμερομηνία τῆς ἰσημερίας, ὅτι αὐτὸ θὰ διαιωνίζεται καὶ ὅτι πιθανὸν αὐτὸ νὰ δημιουργήση διάστασι στὴν Ἐκκλησία.
Καὶ πράγματι μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἰσημερίας ὑπάρχει μία, θὰ λέγαμε, προσωρινὴ θεραπεία τοῦ προβλήματος καὶ τίποτε περισσότερο.
Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Βλάσταρη χρήζει περαιτέρω σχολιασμοῦ. Διότι, ἂν ὑπῆρχε λόγος δογματικός, θέμα δηλαδὴ πίστεως ἢ ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἢ ἀπαγόρευσι ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες κ.λπ., θὰ ἔπρεπε λογικὰ αὐτὰ νὰ ἀναφέρη, ὡς ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχαν ἀπόλυτο ἀπήχηση καὶ ἀποδοχή, τὴν στιγμὴ μάλιστα κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐλέγοντο ἀπὸ κάποιον ἁρμόδιο καὶ ἀσχολούμενο μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας. Εἶναι λοιπὸν φανερό, ὅτι τέτοια προβλήματα δὲν ὑπάρχουν καὶ δι’ αὐτὸ ἀναφέρεται μόνο στὰ πρακτικά.
5) Κατωτέρω ἀναφέρει ὁ Βλάσταρης, σὰν τελικὴ συνόψισι τοῦ θέματος, ὅτι καὶ ὅπως ἔχει ὁ Κανόνας περὶ τοῦ Πάσχα, δὲν δημιουργεῖ κανένα πρόβλημα, διότι τηροῦνται οἱ βασικὲς προϋποθέσεις τὶς ὁποῖες ἔθεσαν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ ἑορτάζεται δηλαδὴ μετὰ τὴν ἰσημερία, μετὰ τὴν πανσέληνο, ὑπὸ πάντων καὶ κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο κ.λπ. «Νῦν δὲ καὶ οὕτως ἔχοντος τοῦ κανόνος, τὰ καιριώτερα τῶν ὀφειλομένων περὶ τὸ Πάσχα τηρεῖσθαι, δι’ αὐτοῦ βεβαίως τηροῦνται, τὸ μετ’ ἰσημερίαν δηλονότι, καὶ τὸ μετὰ τὴν πανσέληνον, τὴν μετ’ ἰσημερίαν, τὰ τῆς ἑορτῆς ὑπὸ πάντων, καὶ ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ, καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ   τελεῖσθαι ἀστασιάστως».
Καὶ πάλι ἐδῶ ὡς κανόνα θεωρεῖ τοὺς τέσσερις (4) διορισμοὺς τῶν Πατέρων καὶ ὄχι τοὺς πίνακες, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Γ.Ο.Χ.
Μετὰ τὰ ἀνωτέρω, καὶ μὲ ἀφετηρία τὶς θέσεις καὶ ἀπόψεις ἑνὸς μεγάλου κανονολόγου, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔζησε σὲ χρόνο ὄψιμο μὲν ὡς πρὸς τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μακρὰν δὲ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τὴν ἰδική μας, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἀπόψεις του θεωροῦνται κατασταλαγμένες καὶ προδήλως ἀντικειμενικές, θὰ προσεγγίσωμε τὴν διόρθωσι τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν διόρθωσι τῆς ἰσημερίας καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ θέματα ἐκκλησιολογικὰ καὶ ἑορτολογικά, μὲ σκοπὸ νὰ διαπιστώσωμε, ἂν αὐτὴ ἡ διόρθωσι προξενεῖ βλάβη πνευματική, ἂν εἶναι ἐπιτρεπτή, ἂν μᾶς προσεγγίζει μὲ τοὺς αἱρετικούς, Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες κ.λπ.
Πρωτίστως πρέπει νὰ ἀναφέρωμε ὅτι, ὁμιλώντας γιὰ τὰ θέματα τοῦ Ἡμερολογίου, πρέπει νὰ ὁμιλοῦμε μὲ τὶς ἀντιλήψεις καὶ κυρίως τὶς ἐμπειρίες τῆς ἐποχῆς μας, διότι ὁπωσδήποτε ἦταν διαφορετικὴ ἡ ψυχολογία, ἡ ἐμπειρία, οἱ γνώσεις κ.λπ. τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποία ἄλλαξε τὸ Ἡμερολόγιο (δεκαετία 1920) καί, ὡς ἐκ τούτου, ἦταν τελείως φυσιολογικὴ καὶ ἀναγκαία ἡ ἀντίδρασίς των, ὅταν π.χ. ἄκουγαν ὅτι μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου θὰ μᾶς φραγκέψουν, ἢ ὅταν ἄκουγαν τοὺς κληρικοὺς νὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, γιὰ τὴν θέσπισί του ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου κ.λπ., καὶ ὁπωσδήποτε εἶναι διαφορετικὲς οἱ ἀντιλήψεις καὶ ἡ ἐμπειρία ἡ σημερινή, κατὰ τὴν ὁποία βλέπουμε ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ὑφίστανται, ἀπεναντίας ὑπάρχουν ἄλλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε ἡ δογματοποίησις τοῦ Ἡμερολογίου, τὰ σχίσματα καὶ οἱ «ἐκκλησίες» ποὺ ἐδημιούργησαν οἱ Γ.Ο.Χ., ὁ κατακερματισμὸς τῶν Ὀρθοδόξων σὲ σημεῖο νὰ εἶναι, ἴσως, τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποτειχιστοῦν καὶ νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν αἵρεσι, ὄχι τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Γ.Ο.Χ., ἀλλὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουν πλέον οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὸ Παλαιό (Ἰουλιανό)  Ἡμερολόγιο (π.χ. Ἅγιον Ὄρος, Πατριαρχεῖον Ρωσίας κ.λπ., καὶ λιγότεροι σαφῶς οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ Νέο Ἡμερολόγιο (Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως, Ἑλλάδα, Κύπρος κ.λπ.).
Νομίζω ὅτι ἂν δὲν μάθωμε νὰ διδασκώμεθα καὶ νὰ προβληματιζώμεθα ἀπὸ τὴν ἱστορία, καὶ κυρίως ἀπὸ τὰ λάθη τῶν προγενεστέρων, θὰ εἴμεθα διαρκῶς τυφλοὶ καί, τὸ μόνο μας ἐπίτευγμα, θὰ εἶναι νὰ κάνωμε κακὸ ἢ νὰ διαιωνίζωμε τὸ κακὸ τῶν προαπελθόντων. Σὲ ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ προσθέσωμε καὶ τὰ προβλήματα τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς Παγκοσμιοποιήσεως, μὲ τὰ ὁποῖα συμβαδίζει καὶ συμπορεύεται ἄριστα ἡ αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ βέβαια ἡ ἠλεκτρονικὴ σκλαβιά, ἡ ἐξάρτησι ἀπὸ ἠλεκτρονικὰ μέσα καὶ ἡ στέρησι τῆς ἐλευθερίας, τὰ ὁποῖα σηματοδοτοῦν τὴν ἐσχατολογικὴ κατάστασι τῆς ἐποχῆς μας.
Ξεκινώντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς προβληματισμοὺς τοῦ Βλαστάρη, τοὺς ὁποίους ἀναφέραμε προηγουμένως, πρέπει νὰ προσδιορίσουμε τί ἄλλαξε μὲ τὴν διόρθωσι τοῦ Ἡμερολογίου καὶ ἂν αὐτὸ συμπεριλαμβάνεται σὲ κάποια ἀπαγόρευσι τῶν Πατέρων, ἢ τὴν ἀθέτησι τοῦ Κανόνος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δηλαδὴ τοὺς τέσσερις διορισμοὺς τοῦ Κανόνος αὐτοῦ ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν προσκρούη σὲ ἀθέτησι κάποιας ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἢ παράβασι ἐντολῆς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν ἱερῶν Κανόνων κ.λπ. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ Βλάσταρης εἶχε τὴν ἄποψι καὶ ἐθεωροῦσε καινοτομία τὸ νὰ μεταφέρωμε τὴν ἡμερομηνία τῆς ἰσημερίας ἀπὸ τῆς 21ης Μαρτίου, τὴν ὁποία ἔθεσε ὡς πραγματικὴ ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, στὶς 18 Μαρτίου, τὴν ὁποία ἐθεωροῦσε ὡς πραγματικὴν ἰσημερία τῆς ἐποχῆς του. Οἱ λόγοι δὲ τοὺς ὁποίους παρέθεσε ὡς δικαιολογία δὲν ἦσαν δογματικοί, δηλαδὴ θέματα πίστεως, ἀλλὰ καθαρῶς πρακτικοί. Κοντολογὶς ἀνέφερε ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν ἐδιορθώνετο τὸ κακό, ἐφ’ ὅσον μετὰ κάποιους αἰῶνες θὰ ὑπῆρχε τὸ ἴδιο πρόβλημα καὶ θὰ ἐχρειάζετο ἄλλη μετάθεσις καὶ ὅτι πιθανὸν νὰ προκαλοῦσε ἀναταραχὴ στὴν Ἐκκλησία.
Μὲ τὴν διόρθωσι τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἔχομε μετάθεσι τῆς ἰσημερίας σὲ ἄλλη ἡμερομηνία, ἀλλὰ ἐπανατοποθέτησι πάλι στὴν 21η Μαρτίου, ὅπως τὴν εἶχε θέσει ὡς πραγματικὴ ἰσημερία ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἡ ἐπανατοποθέτησι δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι πλασματική, δηλαδὴ ψεύτικη, ὅπως τὴν ἐκλαμβάνει σήμερα τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ πραγματική, δηλαδὴ ἀληθινή, ὅπως ἀκριβῶς τὴν εἶχαν θεσπίσει οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου φανερὸ ὅτι, ὄχι μόνο ἡ διόρθωσις αὐτὴ δὲν ἐμπίπτει στὴν ἀπαγόρευσι, τὴν ὁποία ὀνομάζει καινοτομία ὁ Βλάσταρης, ἐφ’ ὅσον δὲν θέτει ἡ διόρθωσις ἄλλη ἡμερομηνία ἰσημερίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας στοιχεῖ πλήρως καὶ ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὸν Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐφ’ ὅσον τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ τῆς ἰσημερίας ἀπὸ πλασματικὴ καὶ ψεύτικη τὴν κάνει πραγματικὴ καὶ ἀληθινή, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἔθεσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
Πρέπει ἐπίσης νὰ ἀναφέρωμε ὅτι μὲ τὴν διόρθωσι τοῦ Ἡμερολογίου δὲν μεταπίπτομε οὔτε εἰσάγομε ἄλλο Ἡμερολόγιο, διότι πέραν τῆς διορθώσεως τοῦ λάθους τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, δὲν ἐθίχθη τίποτε ἄλλο, ἀπολύτως τίποτε, ὅσον ἀφορᾶ τὶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ χρόνου σὲ μῆνες ἢ ἑβδομάδες, τὶς ὀνομασίες τῶν ὑποδιαιρέσεων, τὴν διάρκεια τῶν μηνῶν κ.λπ. Εἶναι σὰν νὰ λέμε ὅτι, ὅταν διορθώσωμε κατὰ 13 λεπτὰ τὸ λάθος ἑνὸς ρολογιοῦ, δὲν ἀλλάζομε τὸ ρολόϊ, οὔτε θέτουμε ἄλλες ὑποδιαιρέσεις στὸ ρολόϊ, ἄλλους ἀριθμούς, ἄλλες ὀνομασίες, π.χ. ἀντὶ τῶν ἀριθμῶν 1,2,3 νὰ βάλουμε α,β,γ κ.λπ. Αὐτὸ βέβαια δὲν τὸ δέχονται οἱ Γ.Ο.Χ.· ἀλλὰ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν τὸ δέχονται εἶναι προφανής, καὶ κοντολογὶς ἀναφέρομε ὅτι δὲν τὸ δέχονται, ὄχι γιατὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθινό, ἀλλὰ διότι, ἂν τὸ δεχθοῦν, αὐτομάτως καταπίπτει ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖο ἐπὶ δεκαετίες κατεσκεύασαν.
Τὸ πλέον σημαντικὸ ὅμως εἶναι ὅτι μὲ τὴν διόρθωσι τοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἐθίγη οὐδόλως τὸ ἑορτολόγιο, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι οὔτε προστέθηκαν ἢ ἀφαιρέθηκαν ἑορτές, οὔτε μετατέθηκε ἢ ἄλλαξε ἡ σειρά των, οὔτε στὸν ἑβδομαδιαῖο κύκλο, οὔτε στὸν ἐνιαύσιο (ἐτήσιο). Ἡ ἀλλαγὴ τῶν ἡμερομηνιῶν τῶν κινητῶν ἑορτῶν δὲν σημαίνει ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου, ἐφ’ ὅσον οἱ κινητὲς ἑορτὲς συμπίπτουν ὄχι στὴν ἡμερομηνία, ἀλλὰ στὴν ἡμέρα καὶ ἑορτάζονται ταυτόχρονα σὲ Παλαιὸ καὶ Νέο Ἡμερολόγιο. Οἱ ἀκίνητες δὲ ἑορτὲς παρέμειναν ἄθικτες στὴν ἴδια ἡμερομηνία νὰ ἑορτάζωνται, σύμφωνα μὲ τὴν τοποθέτησί των μέσα στὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Ἡ νηστεία, τέλος, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δὲν ἄλλαξε, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διάταξί της, τὸ πότε δηλαδὴ ἀρχίζει καὶ πότε λήγει.  Ἡ διαφορὰ δὲ τῶν ὀκτώ (8) ἡμερῶν ἢ ἐννέα (9) ἡμερῶν (ἀφαιροῦνται δηλαδὴ οἱ νηστίσιμες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, τὶς ὁποῖες οἱ Γ.Ο.Χ. δὲν ἀφαιροῦν γιὰ νὰ μεγαλοποιήσουν τὴν κατάστασι) ὀφείλεται στὴν ταύτησι τῶν κινητῶν ἑορτῶν, Παλαιοῦ καὶ Νέου Ἡμερολογίου καί, κυρίως, στὸ ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἔχουν διορθώσει τὸ δικό τους Ἡμερολόγιο. Σὲ περίπτωσι δὲ ποὺ τὸ διορθώσουν, ἀμέσως πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῆ τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ἂν θέλουμε νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν τρίτο διορισμὸ τοῦ Κανόνος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει νὰ ἑορτάζεται τὸ Ὀρθόδοξο Πάσχα μετὰ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ δὲ διαφορὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνει τὴν μία ἑβδομάδα. Ἂν δηλαδὴ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων εἶναι Δευτέρα, ἐμεῖς ἔχουμε μεγάλη Δευτέρα, ἂν εἶναι Τρίτη, ἐμεῖς ἔχουμε μεγάλη Τρίτη, ἂν εἶναι Κυριακή, ἐμεῖς ἔχουμε Κυριακὴ τῶν Βαΐων κ.λπ.
Τὸ ὅτι δὲν ἄλλαξε οὔτε ἐθίχθη τὸ ἑορτολόγιο, διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, οὐδόλως βέβαια δέχονται οἱ Γ.Ο.Χ., ὄχι ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀληθινό, ἀλλὰ διότι, ἂν τὸ δεχθοῦν, αὐτομάτως καταπίπτει τὸ ὑπόλοιπο οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖο ἐπὶ δεκαετίες κατεσκεύασαν. Μάλιστα συνηθίζουν νὰ ὁμιλοῦν γιὰ ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου, προφανῶς γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν καὶ νὰ παρουσιάσουν τὸ θέμα δογματικό, δηλαδὴ θέμα πίστεως. Οἱ Παπικοὶ ὄντως ἄλλαξαν τὸ ἑορτολόγιο καὶ τῶν κινητῶν καὶ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ὅπως ἔχουμε ἀλλοῦ καταδείξει καί, κυρίως, ἀθέτησαν τὸν κανόνα τῶν τεσσάρων διορισμῶν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Τὸ ὅτι ἐπίσης τὴν διόρθωσι τοῦ Ἡμερολογίου τὴν ὀνομάζουν «Παπικὸ Ἡμερολόγιο» οἱ Γ.Ο.Χ., αὐτό, πέραν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιχείρημα διὰ νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ λάθος, ὡς ἀντίθεσι δηλαδὴ ἢ καὶ ἀντίδρασι πρὸς τοὺς αἱρετικούς, αὐτὸ κατὰ βάθος δίδει ἀξία ἢ καὶ ἐπιχειρήματα στοὺς αἱρετικούς, ὅτι δηλαδὴ εἴμεθα κολλημένοι ὄχι στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ διατάξεις, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ὅτι εἶναι λανθασμένοι, ἔχουν δογματοποιηθεῖ κατὰ τὸν τύπον τῶν διατάξεων τῶν Ἑβραίων, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐκατηγόρησε ὁ Χριστός, καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς Φαρισαίους ὀνόμασε ὑποκριτές, ἐπειδὴ ἐθεοποίησαν τὶς διατάξεις εἰς βάρος τῆς πίστεως (Μαρκ. 7, 1-16). Ἂν λοιπὸν τὴν διόρθωσι τοῦ λάθους τοῦ Ἰουλιανοῦ μερολογίου τὴν ὀνομάσομε «Παπικὸ Ἡμερολόγιο» καὶ ἔτσι τὴν ἀκυρώσουμε, ἐπειδὴ τὴν ἔκαναν οἱ αἱρετικοί, τότε μὲ τὴν ἴδια λογική, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἄριστα ἔπραξαν οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθαν στὸ Π.Σ.Ε. ἀπὸ ἀντίδρασι, ἐπειδὴ οἱ Παπικοὶ δὲν εἰσῆλθαν καὶ ἐπὶ πλέον, ἄριστα πράττουν ποὺ ὑπογράφουν διαζύγια γιὰ ψύλλου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, πήδημα, ἀπὸ ἀντίδρασι δηλαδή, ἐπειδὴ οἱ Παπικοί, ὀρθὰ πράττοντες, δὲν ὑπογράφουν. Καὶ τέλος πάντων, ἄριστα πράττουν οἱ Οἰκουμενιστὲς ποὺ ἔγιναν δοῦλοι στὴν πολιτεία, ἐπειδὴ ὁ Πάπας εἶναι ἀφέντης μὲ τὴν ἀξίωσι ὅλοι νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτόν.

Νομίζω τελικὰ ὅτι τὸ κάθε τί πρέπει νὰ τὸ ἀποδεχώμεθα ἢ νὰ τὸ ἀκυρώνουμε μὲ ἐπιχειρήματα ἁγιογραφικά, Πατερικά, Θεολογικὰ κ.λπ., διότι σὲ ἀντίθετη περίπτωσι ἀποδεικνύομε ἐμπράκτως ὅτι αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν, καὶ προκειμένου νὰ καλύψωμε αὐτὴν τὴν ἀδυναμία μας, δημιουργοῦμε σενάρια καὶ κατασκευὲς ἰδικές μας διὰ νὰ πείσωμε τοὺς ἀφελεῖς. Ἕνα τέτοιο σενάριο καὶ μιὰ τέτοια κατασκευὴ ἀπάτης, εἶναι τὸ λεγόμενο σιγγίλιο τοῦ Νεοσκητιώτου μοναχοῦ Ἰακώβου. Αὐτὸ ὁμιλεῖ γιὰ ἀναθεματισμὸ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἀπὸ Συνόδους κ.λπ., τὸ ὁποῖο πλέον δέχονται ὡς πλαστὸ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Γ.Ο.Χ., π.χ. οἱ Ἐνιστάμενοι τῆς ἱερᾶς μονῆς Κυπριανοῦ κ.λπ.
Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφέρωμε ὅτι τὴν διόρθωσι τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τὴν διδάσκει πρωτίστως καὶ ἐμπράκτως τὸ ἴδιο τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο. Αὐτὸ τὸ κάνει μὲ τὸ νὰ ἐπιβάλλη κάθε τέσσερα (4) χρόνια τὴν διόρθωσι τοῦ λάθους τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, προσθέτοντας μιὰ ὁλόκληρη ἡμέρα. Ἂν λοιπόν, γιὰ νὰ ἔχη μιὰ σχετικὴ ἀκρίβεια, ἐπιτρέπει καὶ ἐπιβάλλει κάθε τέσσερα (4) χρόνια τὴν διόρθωσί του, διατί νὰ τὴν ἀπαγορεύη κάθε ἑκατὸν εἴκοσι ὀκτώ (128) χρόνια διὰ νὰ ἔχη ἀκόμα μεγαλύτερη ἀκρίβεια καὶ νὰ μὴν γίνη ἀναχρονικό; Ἂν αὐτὸ πρῶτοι τὸ ἐκατάλαβαν οἱ Παπικοί, ἢ ἂν οἱ δικοί μας τὸ ἄλλαξαν μὲ κακὸ σκοπό, ἐμεῖς θὰ μείνωμε κολλημένοι στὸν τύπο, κατὰ τὸν τύπο τῶν Φαρισαίων, ἢ θὰ διαιρούμεθα δι’ αὐτό, τὴν στιγμὴ ποὺ σήμερα, μετὰ ἑκατό (100) περίπου χρόνια ἀπὸ τὴν ἀλλαγή, διαπιστώνουμε ὅτι, ὄχι μόνο δὲν μᾶς βλάπτει οὐδόλως εἰς τὴν εὐσέβεια, ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσι Ἁγιογραφικὴ καὶ Πατερική, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐμμονὴ εἰς αὐτὸν τὸν τύπο ἔγινε αἰτία δογματικῶν παρεκκλίσεων καὶ πλανῶν μὲ τὴν δημιουργία «ἐκκλησιῶν», μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, μὲ τὴν δογματοποίησι πραγμάτων τὰ ὁποῖα ὄχι μόνο δὲν τὰ εἶπαν οἱ Πατέρες, ἀλλὰ οὔτε τὰ ἐφαντάστηκαν, μὲ τὴν ἐμμονὴ σὲ τύπους καὶ τυπολατρίες, τὰ ὁποῖα τὰ ἐβαπτίσαμε Ὀρθοδόξους Παραδόσεις καὶ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὰ ἐστιγμάτισε κ.λπ.
Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ γίνωμε ἐλεγκτικοὶ πρὸς τοὺς Γ.Ο.Χ., ὄχι ὅμως κακόβουλα, ἀλλὰ καλοπροαίρετα, μὲ τὸν σκοπὸ δηλαδὴ νὰ τοὺς βοηθήσωμε νὰ ξεκολλήσουν ἀπὸ τοὺς τύπους καὶ τὶς ἀγκυλώσεις σὲ θέματα ἄσχετα μὲ τὴν σωτηρία μας καὶ εἴθε καὶ ἐκεῖνοι νὰ κάνουν τὸ ἴδιο πρὸς ἐμᾶς μὲ τὸν ἴδιο σκοπό, σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιογραφικό (Παροιμ. 9,8 καὶ Παροιμ. 10,10). Ἐφ’ ὅσον διατείνονται ὅτι τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο εἶναι Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ κρατοῦν πεισμόνως σὰν κάτι ἱερὸ καὶ πατροπαράδοτο, τὸ ὀνομάζουν δὲ καὶ «Πάτριο», δηλαδὴ πατερικό, γιατὶ δὲν σέβονται καὶ δὲν κρατοῦν, τουλάχιστον μὲ τὴν ἴδια ἐπιμονὴ ἄλλες Παραδόσεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν τὶς ρίζες τους στοὺς ἱεροὺς Κανόνες καὶ στὴν λειτουργικὴ Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ ἀναφέρω συγκεκριμένα μερικές. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ ἀναφορά, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμε τὶς θύρες τοῦ ναοῦ νὰ εἶναι ἀσφαλισμένες, ὥστε κατὰ τὴν ἁγία ἀναφορὰ καὶ μετουσίωσι τῶν τιμίων δώρων, νὰ μὴν εἰσέλθη, ἢ νὰ μὴν εὑρίσκεται εἰς τὸν ναὸν κάποιος αἱρετικὸς ἢ ἄπιστος κ.λπ. Ἡ ἀντίστοιχη ἀναφορὰ τῆς θείας λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου λέει, «ἀλλήλους ἐπέγνωτε, τὰς θύρας, ὀρθοὶ πάντες», ἡ ὁποία ἐπιτάσσει ἀκόμα αὐστηρότερα, νὰ γνωρίζωμε τοὺς διπλανούς μας εἰς τὸν ναόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ διαφύγη κάποιος αἱρετικός ἢ ἄπιστος. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος πού, ἂν κάποιος μετέβαινε σὲ ξένο μέρος, ἔπρεπε νὰ ἔχη συστατικὲς ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, διὰ νὰ γίνη δεκτὸς εἰς τὴν λειτουργικὴ σύναξι τοῦ τόπου εἰς τὸν ὁποῖο μετέβαινε καὶ εἰς τὸν ὁποῖο ἦτο ἄγνωστος. Αὐτὸ ὅμως οὐδόλως ἐνδιαφέρει τοὺς Γ.Ο.Χ. καὶ μάλιστα σήμερα ποὺ ἐγέμισε ἡ πατρίδα μας ἀπὸ αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές, ἀθέους κ.λπ. Ἀντιθέτως μάλιστα, ἐνῶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου τοὺς ὀνομάζουν καὶ τοὺς θεωροῦν αἱρετικούς, συγχρόνως τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ παρευρίσκονται στὴν Θ. Λειτουργία.
Ὑπῆρχαν ἐπίσης μέσα στὸν ναὸ οἱ τόποι τῶν κατηχουμένων καὶ τῶν μετανοούντων γιὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλοῦν πλῆθος ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι μάλιστα δηλώνουν καὶ πόσο χρόνο θὰ στέκεται ὁ μετανοῶν εἰς αὐτούς. Καὶ αὐτὴν τὴν Παράδοσι, ἡ ὁποία εἶναι κατοχυρωμένη ἀπὸ πλῆθος ἱερῶν Κανόνων τὴν προσπερνοῦν ἀδιάφορα οἱ Γ.Ο.Χ.
Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐπεκταθοῦμε πολὺ στὸ θέμα θὰ ἀναφέρωμε τὴν βασικοτέρα Παράδοσι, τὴν ὁποία ὄχι μόνο ἀθετοῦν οἱ Γ.Ο.Χ., ἀλλὰ εἶναι ὁμογάλακτοι ἀδελφοὶ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς καί, μάλιστα ἐν τῇ πράξει τοὺς ἐπέρασαν κατὰ πολύ, διότι ἐδημιούργησαν ἄλλη Παράδοσι αὐτοσχέδια, κατὰ τὸν τύπο τῶν Ἑβραίων. Εἶναι ἡ Παράδοσι τῆς ἐκλογῆς τῶν  Ἐπισκόπων, ἀπὸ τὴν καταπάτησι τῆς ὁποίας ἀπορρέουν σήμερα ὅλα τὰ δεινὰ εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους. Αὐτὴ ἡ Παράδοσις ἀπαιτοῦσε πάντοτε τὸν λαὸ συμμετέχοντα ἐνεργὰ στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἐπισκόπου του, ἀπαιτοῦσε τὸ “ἄξιος” καὶ τὸ “ἀνάξιος” νὰ εἶναι οὐσιαστικά, σὰν τὴν τελευταία ἔγκρισι ἢ ἀπαγόρευσι τοῦ λαοῦ· ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκλέγεται ὁ ἁγιότερος ἀπὸ τὴν σύναξι τῶν Ὀρθοδόξων·  ἀπαιτοῦσε ὁ λαὸς νὰ ἐκλέγει καὶ ἡ Σύνοδος νὰ χειροτονῆ, ἢ ἂν ἐγίνετο ἡ ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν Σύνοδο, αὐτὴ νὰ ἐκλέξη αὐτὸν ποὺ θέλει καὶ ἐγκρίνει ὁ λαός. Ἔτσι μόνο ἐνεργεῖ ἡ Σύνοδος ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ της ἤ, τὸ χειρότερο, ὡς ἐντολοδόχος τῶν πολιτικάντηδων, τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων κ.λπ. Οἱ Γ.Ο.Χ. ὅμως, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Παράδοσι, τὴν τόσο ἀναγκαία γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀδιαφοροῦν, οἱ δὲ Ἐπίσκοποί των συμβαδίζουν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ συνταυτίζονται πλήρως μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους. Ἀναφέραμε ἀνωτέρω ὅτι τοὺς ὑπερέβησαν, διότι ἐζήτησαν ὑπεραντλαντικὰ νὰ δημιουργήσουν Ἐπισκόπους, δημιουργώντας καὶ ἐγκαινιάζοντας ἄλλη Παράδοσι, κατὰ τὸν τύπο καὶ τὸ πρότυπο ἴσως τῆς δημιουργίας Παραδόσεως ὡς πρὸς τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναφέραμε διὰ νὰ δείξωμε ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. σήμερα γιὰ μιὰ μόνο Παράδοσι ἐνδιαφέρονται καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία δὲν εἶναι Παράδοσι, δηλαδὴ γιὰ τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο.
Τελειώνοντας, ἀναφέρομε ἐπιλογικὰ αὐτό, τὸ ὁποῖο καὶ στὴν ἀρχὴ τονίσαμε, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς ἐργασίας εἶναι πρωτίστως ἡ κατοχύρωσι τῶν Ἀποτειχισμένων ἀδελφῶν καὶ εἰδικὰ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι πιέζονται ἀπὸ κάποιους διὰ νὰ ἀσπαστοῦν θέλοντας καὶ μὴ τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι κάθε καλοπροαίρετη ἔνστασι ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ. ἢ τοὺς Ἀποτειχισμένους κ.λπ. δὲν εἶναι εὐπρόσδεκτη, ἀπεναντίας τὴν ἐπιθυμοῦμε, μόνο νὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ μὴν εἶναι τῆς γραμμῆς «ἥξεις ἀφίξεις…» ἢ «ἄλλα ἀντ’ ἄλλων» καὶ πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς συνοχῆς κι ὄχι τῆς διασπάσεως.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

1 σχόλιο:

  1. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΣΚΗΤΗ ΤΩΝ ΓΟΧ

    Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια, ένα διάλογο μαζί με άλλους αδελφούς και αδερφές, έχοντας επισκεφτεί έναν επιφανή γέροντα Ασκητή των ΓΟΧ, για να μιλήσουμε για τον οικουμενισμό. Όταν κάποια στιγμή του προσφέραμε τρόφιμα από αυτά που είχαμε μαζί μας, αρνήθηκε να τα δεχτεί, διότι ήταν φτιαγμένα από Αλευρά και υλικά που είχαν απάνω γραμμωτό κώδικα και άρα τον δυσοίωνο αριθμό 666. Εν ολίγοις θεωρούσε ότι έχουμε χαραχτεί και ότι θα πάμε στην κόλαση. Όταν προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, η υποκριτική εξωτερική του ηρεμία εξαφανίστηκε δια παντός, ταράχτηκε, νευρίασε και επιτέθηκε λεκτικά. Αφού είδε ότι εγώ ήμουν απορημένος αλλά σίγουρα εσωτερικά ήρεμος χωρίς όμως να σχολιάσω τη συμπεριφορά του, άρχισε υποκριτικά την προσωπική επίθεση με το δήθεν μεγάλο χάρισμα του. Μου λέει λοιπόν, «γιατί ταράχτηκες; γιατί ταράχτηκες; Είδες είδες.. ». Αυτά τα δαιμονικά θεατρινίστικα τα έλεγε την ώρα που ο ίδιος ήταν ταραγμένος. Οι ΓΟΧ είναι τυφλωμένοι από εγωισμό, έπαρση για την αλήθεια και υποτιθέμενο αλάνθαστο τους και φανατισμό. Έχουν αρπαχτεί πνευματικά στα νύχια των δαιμόνων και είναι υπερβολικά δύσκολο να δουν καθαρά και να καταλάβουν το λάθος τους και να επιστρέψουν στην μια ποίμνη, δυστυχώς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.