Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Ὁμιλία 10
Κατὰ τὴν δευτέρα Κυριακὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς

Ὑπόθεσιν ἔχουσα τὸν ἐν Καπερναοὺμ ἰαθέντα παρὰ τοῦ Κυρίου Παράλυτον...

Σήμερα θὰ εἴπω πρὸς τὴν ἀγάπη σας ὡς προοίμιο τὰ ἴδια τὰ δεσποτικὰ λόγια, μᾶλλον δὲ τὴν πεμπτουσία τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρυγματος· «μετανοεῖτε, διότι ἤγγισε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
Καὶ δὲν ἤγγισε μόνο, ἀλλὰ καὶ εἶναι μέσα μας· διότι, εἶπε πάλι ὁ Κύριος, «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα μας». Καὶ δὲν εἶναι μόνο μέσα μας, ἀλλὰ σὲ λίγον καιρὸ φθάνει περιφανέστερα, γιὰ νὰ καταργήση κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμι καὶ νὰ προσφέρη τὴν ἀκαταμάχητη ἰσχύ, τὸν ἀδαπάνητο πλοῦτο, τὴν ἀναλλοίωτη καὶ ἄφθαρτη καὶ ἀτελεύτητη τρυφὴ δόξα, ἐξουσία καὶ δύναμι, σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ζήσει ἐδῶ κάτω κατὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν ἀρέσκεια τοῦ Θεοῦ...
Ὁ ἔρως τῆς ἀνθρωπίνης δόξης ἀπεμάκρυνε τοὺς Φαρισαίους ἀπὸ τὴν πίστι πρὸς τὸν Κύριο· γι' αὐτὸ ἔλεγε πρὸς αὐτούς, «πῶς μπορεῖτε νὰ πιστεύετε σ' ἐμένα, δεχόμενοι δόξα ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ μὴ ζητώντας τὴ δόξα ἀπὸ τὸν μόνο Θεό;».
Ἄλλους πάλι τοὺς ἐμπόδισαν ἀπὸ τὴν προσέλευσι (πρὸς τὸν Κύριο) ἀγροὶ καὶ γάμοι καὶ φροντίδες βιωτικῶν ἔργων, πράγματα ποὺ ἡ πάρεσις τοῦ σώματος τὰ παρέλυσε ὅλα καὶ τὰ ἐξέβαλε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τοῦ παραλύτου. Καὶ γι' αὐτὸ στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἡ νόσος εἶναι μερικὲς φορὲς ἀνώτερη τῆς ὑγείας, διότι συνεργεῖ στὴ σωτηρία τους, καὶ τὶς μὲν ἔμφυτες ὁρμὲς πρὸς τὴν κακία ἀμβλύνοντας, τὸ δὲ χρέος τῶν σφαλμάτων ἐξοφλώντας κατὰ κάποιον τρόπο διὰ τῆς κακώσεως, τοὺς καθιστᾶ δεκτικοὺς πρῶτα τῆς ψυχικῆς θεραπείας, ἔπειτα καὶ τῆς θεραπείας τοῦ σώματος, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ ἀσθενής, κατανοώντας ὅτι τὸ κτύπημα εἶναι θεραπεία ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ βαστάζει γενναίως, προσπίπτει μὲ πίστι στὸν Θεὸ καὶ ἐπικαλεῖται τὸν ἱλασμὸ διὰ τῶν ἔργων μὲ ὅση δύναμι ἔχει.
Τοῦτο ὑπέδειξε κατὰ τὴν δύναμί του καὶ ὁ παράλυτος καὶ παρέστησε ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του, ἂν καὶ οἱ Φαρισαῖοι, μὴ μπορώντας νὰ τὸ συλλάβουν, ἐβλασφημοῦσαν κι' ἐγόγγυζαν· «ἀφοῦ εἶδε», λέγει, «ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστι τους, δηλαδὴ τοῦ κλινήρους ποὺ κατεβαζόταν καὶ αὐτῶν ποὺ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ στέγη, λέγει στὸν παραλυτικό, τέκνο, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτιές σου»...
Ἀλλ' οἱ Γραμματεῖς, ὅταν ἄκουσαν αὐτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λάλει αὐτὸς βλάσφημα; ποιός μπορεῖ νὰ ἀφήση ἁμαρτίες, ἐκτὸς ἑνός, τοῦ Θεοῦ;». Ὁ δὲ Κύριος, γνωρίζοντας ὡς ποιητὴς καρδιῶν καὶ τοὺς ἀφανεῖς λογισμοὺς τῶν καρδιῶν τῶν Γραμματέων, λέγει πρὸς αὐτούς· «τί διαλογίζεσθε αὐτὰ τὰ πράγματα στὶς καρδιές σας; τί εἶναι εὐκολωτερο, νὰ εἴπω στὸν παραλυτικό, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτιές σου ἢ νὰ τοῦ εἴπω, σήκω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περιπάτει;».
Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Γραμματεῖς ὁ Κύριος ἀδυνατοῦσε νὰ θεραπεύση τὸν παράλυτο, κατέφυγε πρὸς τὸ ἀφανὲς μέρος, τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων, ποὺ καὶ μόνο νὰ τὴν εἴπης μὲ τὸν λόγο, καὶ μάλιστα τόσο αὐθεντικῶς καὶ προστακτικῶς, εἶναι μὲν βλάσφημο, ἀλλὰ εὔκολο καὶ στοὺ καθενὸς τὸ χέρι. Γι' αὐτὸ λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος, ἐὰν ἤθελα νὰ ἐκφέρω κενοὺς λόγους, ποὺ δὲν ἔχουν ἀποτέλεσμα σὲ πράξεις, θὰ ἦταν ἐξ ἴσου εὔκολο νὰ εἴπω χωρὶς πρακτικὸ ἀντίκρυσμα καὶ τὴν ἔγερσι τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν. Γιὰ νὰ μάθετε ὅμως ὅτι ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἀνενεργός, καὶ ὅτι δὲν κατέφυγα στὴν ἄφεσι τῆς ἁμαρτίας ἐπειδὴ τάχα ἀδυνατῶ νὰ προσφέρω τὴν θεραπεία τῆς νόσου, ἀλλ' ἔχω ἐξουσία θεϊκὴ ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς Υἱὸς ὁμοούσιος μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα, ἂν καὶ ἔγινα ὁμοούσιος μὲ σᾶς τοὺς ἀχαρίστους κατὰ σάρκα -τότε λέγει στὸν παραλυτικό-, «σοῦ λέγω, σήκω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου· καὶ ἀμέσως ἐσηκώθηκε καὶ παίρνοντας τὸ κρεββάτι του ἐξῆλθε ἐμπρὸς στὰ μάτια ὅλων».
Εἶναι ἀντίθετα πρὸς τοὺς διαλογισμοὺς τῶν Γραμματέων καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ θαῦμα τοῦτο, σὲ μερικὰ ὅμως σημεῖα καὶ συμφωνοῦν. Πραγματικὰ τὸ ὅτι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ἀφ' ἑαυτοῦ νὰ συγχωρήση ἁμαρτίες, τὸ ἀποδεικνύουν ἀληθινό, ἐκεῖνο ὅμως τῶν Φαρισαίων, τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ψιλὸς ἄνθρωπος ἀλλ' ὄχι Θεὸς παντοδύναμος, τὸ ἀποδεικνύουν ψευδὲς καὶ ἀσύνετο· διότι αὐτό, ποὺ δὲν εἶδε ποτὲ κανεὶς οὔτε ἄκουσε, ἐφανερώθηκε τώρα, ὁ ἴδιος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει διπλῆ φύσι καὶ ἐνεργεια· ἐλάλησε κατὰ τὸν τρόπο μας ὡς ἄνθρωπος, ἔκαμε ὅσα θέλει μὲ μόνο τὸν λόγο του καὶ τὸ πρόσταγμά του ὡς Θεὸς καὶ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὰ ἔργα ὅτι καὶ στὴν ἀρχή, κατὰ τὸ ψαλμικό, αὐτὸς τὰ πάντα «εἶπε καὶ ἔγιναν, διέταξε καὶ ἐκτίσθηκαν». Γι' αὐτὸ καὶ τώρα στὸ λόγο του ἀμέσως ἐπακολουθησε τὸ ἔργο. Πραγματικὰ ἀμέσως ἐσηκώθηκε ὁ παραλυτικὸς «καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸ κρεββάτι του ἐξῆλθε ἐμπρὸς στὰ μάτια ὅλων, ὥστε νὰ θαυμάζουν ὅλοι». Ἡ μὲν ἄφεσις τῶν πταισμάτων μὲ τὸν λόγο ἐνεργεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἂν κάμη κάποιος πταῖσμα σὲ βάρος τους· ἀσθένεια δέ, καὶ μάλιστα τόσο σοβαρή, νὰ φυγαδευθῆ μὲ πρόσταγμα καὶ λόγο μόνο εἶναι στὴν ἐξουσία μόνο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπισημαίνει ὅτι ἐθαύμασαν ὅλοι ὅσοι εἴδαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεό, δηλαδὴ ἀσφαλῶς τὸν ἴδιο τὸν ἐκτελεστὴ τοῦ παραδόξου τούτου ἔργου, μᾶλλον δὲ αὐτὸν ποὺ πράττει ἔνδοξα καὶ ἐξαίσια ἔργα, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀριθμος· «ἔλεγαν, ὅτι ποτὲ ἕως τώρα δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα».
Ἀλλ' ἐκεῖνοι μὲν ἀποδίδοντας τὴν δοξολογία μὲ λόγια καὶ παρουσιάζοντας τὸ θαῦμα μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἔλεγαν αὐτά: ποτὲ δὲν εἴδαμε ἕως τώρα τέτοια πράγματα· ἐμεῖς ὅμως ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ λέγωμε τώρα τοῦτο (διότι εἴδαμε πολλὰ καὶ πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὸ θαύματα ποὺ ἐτελέσθηκαν ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς διαδόχους των στὴ συνέχεια μὲ μόνη τὴν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ)· ἐμεῖς λοιπόν, ἀδελφοί, ἂς τὸν δοξάσωμὲ μὲ ἔργα τώρα, λαμβάνοντας καὶ τὸ θαῦμα τοῦτο ἀναγωγικῶς ὡς ὑπόδειγμα πρὸς τὴν ἀρετή.
Διότι ὁ καθενὰς ἀπὸ τοὺς προσκολλημένους στὶς ἡδονὲς εἶναι παράλυτος στὴν ψυχή, κατακείμενος ἐπάνω στὴν κλίνη τῆς ἡδυπαθείας καὶ τῆς φαινομενικῆς σαρκικῆς ἀνέσεως ἐπάνω σ' αὐτὴν· ἀλλ' ὅταν πειθόμενος στὶς εὐαγγελικὲς παραινέσεις μὲ τὴν ἐξομολόγησι κατανικᾶ τὶς ἁμαρτιές του καὶ τὴν ἀπὸ αὐτὲς προκληθεῖσα παράλυσι τῆς ψυχῆς του, φέρεται πρὸς τὸν Κύριο ἀπὸ τὶς ἑξῆς τέσσερις δυνάμεις· τὴν αὐτοκριτική, τὴν ἐξομολόγησι τῶν προηγουμένων ἁμαρτιῶν, τὴν ὑπόσχεσι ἀποχῆς ἀπὸ τὰ κακὰ στὸ μέλλον καὶ τὴν δέησι πρὸς τὸν Θεό.
Ἀλλ' αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ φέρουν κοντὰ στὸ Θεό, ἂν δὲν ξεσκεπάσουν τὴν ὀροφή, ρίπτοντας κάτω τὰ κεραμίδια καὶ τὸ χῶμα καὶ τὰ ἄλλα ὑλικά. Ὄροφος δὲ εἶναι σ' ἐμᾶς τὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς, ἐφ' ὅσον εὑρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶναι σ' ἐμᾶς· ἔχει δὲ τοῦτο πολὺ ὑλικὸ εὑρισκόμενο ἐπάνω του, τὴν σχέσι πρὸς τὰ πάθη καὶ τὰ γήινα. Ὅταν λοιπὸν αὐτὴ ἡ σχέσις λυθῆ καὶ ἀποτιναχθῆ ἀπὸ τὰ τέσσερα προλεχθέντα, τότε πραγματικὰ μποροῦμε νὰ κατεβασθοῦμε, δηλαδὴ νὰ ταπεινωθοῦμε ἀληθινὰ καὶ νὰ προσπέσωμε καὶ νὰ προσεγγίσωμε τὸν Κύριο, νὰ ζητήσωμε καὶ νὰ λάβωμε ἀπὸ αὐτὸν τὴν θεραπεία»...
(Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα 9, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, σελ. 253-271).

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Βιογραφία Αγ. Γρηγοριου Παλαμα



Ὁ  ἅγιος  Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς

Σύντομη βιογραφία


μεγάλος αὐτὸς θεολόγος καὶ θεοφόρος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γεννήθηκε στὴν Βασιλίδα τῶν Πόλεων τὸ ἔτος 1296 καὶ ἦτο γυιὸς εὐσεβεστάτων καὶ εὐγενῶν γονέων τοῦ Κων/νου καὶ τῆς Καλλονῆς. Ὁ πατέρας του κατεῖχε ὡς συγκλητικὸς ἐξέχουσα θέσι στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ καὶ λόγῳ τοῦ χριστιανικοῦ του ἤθους καὶ τῆς μορφώσεώς του προσελήφθη καὶ ὡς παιδαγωγὸς τοῦ διαδόχου-ἐγγονοῦ τοῦ Ἀνδρονίκου Β' τοῦ Παλαιολόγου. Εἶχε καλλιεργήσει πολλὲς ἀρετές, ἀσκοῦσε τὴ νοερὰ προσευχή, πολὺ διαδεδομένη τότε στὸ Βυζάντιο, κι ἐκοσμεῖτο μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ἀπὸ ἕναν τέτοιο λοιπὸν πατέρα γεννημένος ὁ Ἅγ. Γρηγόριος μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον μοναστικό, καθὼς καὶ οἱ δύο γονεῖς του ἀνέτρεφαν καὶ τὰ πέντε παιδιά τους μὲ μοναχικὴ αὐστηρότητα, ἐνῶ στὸ σπίτι τους ἐφιλοξενεῖτο πλῆθος μοναχῶν ἀπὸ τὸ Ἅγ. Ὄρος κι ἐκεῖ συζητοῦσαν θέματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Πρὶν ἐκδημήσει πρὸς Κύριον ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ἐκάρη μοναχὸς μετωνομασθεὶς εἰς Κωνστάντιο καὶ παρὰ τὶς παροτρύνσεις τῆς συζύγου του Καλλονῆς νὰ ἀναθέσουν μετὰ τὴν κοίμησί του τὰ ὀρφανὰ στὸν αὐτοκράτορα ποὺ τοὺς ὑπεραγαποῦσε, αὐτὸς ἀπάντησε ὅτι τὰ παιδιὰ τὰ ἐμπιστεύεται στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ποὺ ἐλάτρευε. Ἔτσι κι ἔγινε, διότι ἡ Μητέρα ὅλου τοῦ κόσμου ἀνέλαβε στὴν προστασία της τὸν Ἅγιο καὶ τὴν οἰκογένειά του, καθὼς ἀρχικὰ μὲν ἐφώτισε τὸν αὐτοκράτορα νὰ τοὺς παρέχη τὴν προστασία του καὶ κατόπιν τοὺς ἀνέλαβε ὡς ὁδηγὸς καὶ προστάτης, ἀφοῦ ὅλοι τους ἀκολούθησαν τὸν ἀναχωρητικὸ δρόμο τοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ Γρηγόριος λοιπὸν παραδίδεται στὴν ἐκμάθηση τῶν γνώσεων τῆς κοσμικῆς σοφίας μέσα στὰ ἀνάκτορα, κι ἔχοντας σοφοὺς διδασκάλους ὅπως τὸν Γρηγόριο τὸν Δριμὺ καὶ τὸν Θεόληπτο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, ἐσπούδασε μὲ ἐξαιρετικὴ ἐπίδοση Γραμματική, Ρητορική, Φυσική, Λογικὴ καὶ Θεολογία σὲ σημεῖο ποὺ ὁ αὐτοκράτορας ἐξαιτίας τῆς δεινῆς καταρτίσεως καὶ μορφώσεώς του νὰ ἐπιθυμῆ νὰ τοῦ ἀναθέση ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα στὸ παλάτι.
Ὁ Γρηγόριος ὅμως θεωρώντας ὅλα τὰ ἐπίγεια, τὶς δόξες, τὶς τιμὲς καὶ τὰ πλούτη ὡς σκύβαλα, ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταλείψη τὰ ἐγκόσμια, ἐμοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του κι ἀφοῦ ἔπεισε κι ὅλους σχεδὸν τοὺς πλησιεστέρους συγγενεῖς του, τὴν μητέρα του, τ' ἀδέλφια του ἀκόμη καὶ τοὺς δούλους του νὰ δεχθοῦν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ τοὺς ἐγκατέστησε σὲ μοναστήρια ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Κων/πολι μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του Μακάριο καὶ Θεοδόσιο γιὰ τὸ Ἅγ. Ὄρος.
Ἀφοῦ ἐπέρασαν τῆ Θρᾴκη ἔφθασαν στὸ Παπίκιο ὄρος ὅπου καὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ παραχειμάσουν συνεργείᾳ τῆς Θείας Προνοίας, διότι πολλοὶ ὠφελήθηκαν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖ ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἦθος τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος κατετρόπωσε καὶ τοὺς Μασσαλιανοὺς κι ἀπέδειξε τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεσι τους, ἐνῶ αὐτοὶ προσπάθησαν νὰ τὸν θανατώσουν μὲ δηλητηριασμένη τροφή, τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος θείᾳ συνεργείᾳ τὴν ἀπέφυγε δίδοντάς τη στὰ σκυλιὰ μὲ ἀποτέλεσμα ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ πεθάνη, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι τὸ προορατικὸ χάρισμα ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ Θεός.
Τὴν Ἄνοιξι τοῦ 1317 ἔφθασε μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του στὴ Λαύρα τοῦ Βατοπεδίου κι ἐκεῖ ὑπετάχθη στὸν θεῖο Νικόδημο κι ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ὡς μοναχὸς ἀσκοῦσε κάθε ἀρετὴ μὲ ταπείνωσι πολλή, μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ μάζεμα τῶν λογισμῶν καὶ ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ πάντα εἶχε ὡς προστάτιδα καὶ βοηθὸ καὶ μεσίτρια τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴν ὁποία εἶχε συνεχῶς μπροστὰ του.
Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι μία ἡμέρα ἐκεῖ ὅπου ἡσύχαζε κατὰ μόνας κι εἶχε ὅλο τὸ νοῦ του στραμμένο στὸ Θεό, ἐμφανίσθηκε μπροστά του ὁ σεβάσμιος Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ εἶπε στὸν Ἅγιο ὅτι τὸν ἀπέστειλε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νὰ τὸν ἐρωτήση γιὰ ποιό λόγο συνεχῶς προσεύχεται φωνάζοντας πρὸς τὸν Θεό: «Φώτισέ μου τὸ σκότος»; Καὶ ὁ Ἅγιος ταπεινὰ ἀπάντησε: «Μὰ τί ἄλλο νὰ ζητῶ ἐγὼ ὁ γεμᾶτος πάθη κι ἁμαρτίες, παρὰ νὰ τύχω τοῦ ἐλέους καὶ φωτισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ κάνω τὸ θέλημά του;». Τοῦ λέγει τότε ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὅτι ἡ Παναγία μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι θὰ τοῦ εἶναι βοηθὸς καὶ στὴν παροῦσα καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ κι ἔγινε ἄφαντος.
Ἀφοῦ ἔμεινε σ' αὐτὸν τὸν γέροντα ὁ Ἅγιος τρία χρόνια, μετὰ τὴν ἀποβίωσί του ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου ὅπου κι ἐκεῖ ἐγκαταβίωσε γιὰ τρία ἀκόμη χρόνια. Ἐκεῖ κατέπληξε ὅλη τὴν ἀδελφότητα μὲ τὶς ἀρετές του καὶ τὸν ἀσκητικό του βίο. Ἐκυρίευσε μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὄχι μόνο τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἔτσι ὥστε νὰ ζῆ ὡς ἀσώματος. Ἔτρωγε καὶ κοιμόταν ἐλάχιστα ἴσα -ἴσα γιὰ νὰ μὴ σαλευθῆ ὁ νοῦς του. Ἐπειδὴ ὅμως ἔτρεφε ἀκατάσχετο ἔρωτα πρὸς τὴν ἡσυχία, ἔφυγε ἀπὸ τὴ Λαύρα κι ἐπῆγε στὴ σκήτη Γλωσσία, ὅπου εὑρίσκοντο κι ἄλλοι ἀναχωρητὲς κι ἀποτελοῦσε τὸ κέντρο τοῦ ἁγιορείτικου ἡσυχασμοῦ (τὴ σημερινὴ Προβάτα). Ἐκεῖ ἡσύχαζε κι ἕνας ἄλλος κορυφαῖος καὶ περιβόητος ἡσυχαστής, ὁ Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐν τέλει ὁ μύστης καὶ διδάσκαλος τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου στὴν νήψη, στὴ νοερὰ προσευχὴ καὶ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ κι ἄλλα μυστικὰ χαρίσματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπωθοῦν μὲ λόγια. Τόση δὲ κατάνυξι, ἀκατάπαυστα δάκρυα καὶ συντριβὴ κατεῖχε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ποὺ ἐπότιζε τὸ ἔδαφος ἐκεῖ ὅπου προσηύχετο.
Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ μείνη ἐκεῖ στὸ ἡσυχαστήριο τῆς Γλωσσίας γιὰ πολύ, διότι, ἐξαιτίας τοῦ κινδύνου ἀπὸ τὶς καταδρομὲς τῶν Ἀγαρηνῶν ἐναντίον τῶν μοναχῶν, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος μὲ ἄλλους συνασκητές του νὰ φύγη. Πηγαίνοντας στὴ Θεσσαλονίκη συμφώνησαν νὰ πάνε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ προσκύνημα τῶν Ἁγ. Τόπων. Τότε λοιπόν, θέλοντας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος νὰ μάθη ἂν ἡ ἀπόφασίς τους αὐτὴ ἦταν ἀρεστὴ στὸ Θεό, προσευχόμενος εἶδε ἕνα ὅραμα ὅπου ὁ Ἅγ. Δημήτριος παρουσιάσθηκε ὡς Δοῦκας καὶ τὸν ἐκράτησε ἐκεῖ στὴν πόλι τῆς Θεσσαλονίκης μὲ διαταγὴ τοῦ Βασιλέως, ἐνῶ στοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς ἐπέτρεψε νὰ μεταβοῦν στὸν προορισμό τους. Αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψις ἐσήμαινε ὅτι δὲν τοῦ ἐπετράπη νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγ. Ὄρος καὶ τὴ Θεσσαλονίκη διότι ἐκεῖ ἔμελλε νὰ πολεμήση μὲ βαρεῖς λύκους ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πέσουν στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ὑπερασπιστῆ τὴν ὀρθόδοξη πίστι καὶ διότι ἐπρόκειτο νὰ λάβη τὴ χάρι ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ὑπερασπισθῆ τὴν ὀρθόδοξη πίστι κατὰ τρόπο ἀπαράμιλλο στὴ δύσκολη αὐτὴ χρονικὴ περίοδο ὡς ὁ μοναδικὸς Θεολόγος στὴν ἐποχή του.
Τότε οἱ συνασκητές του τὸν παρεκάλεσαν νὰ δεχθῆ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καὶ κατόπιν νὰ μεταβοῦν στὴν σκήτη τῆς Βεροίας, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ κτίσουν ἱερὸ ἡσυχαστήριο. Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἐδέχθη τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης ἀφοῦ πρῶτα προσευχόμενος εἶχε μὲ θαυμαστὸ τρόπο πάλι τὴν συγκαταθέσι καὶ συναίνεσι τοῦ Θεοῦ.
Μετὰ τὴ χειροτονία του, ἔπειτα ἀπὸ ἐτήσια περίπου παραμονὴ στὴ Θεσσαλονίκη μετέβησαν στὴ σκήτη τῆς Βεροίας τὸ 1326, ὅπου ἄρχισαν ἐκ νέου τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες πρὸς τὴ θέωσι. Πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος ἡσύχαζε «κατὰ μόνας» καὶ μόνο τὸ Σαββατοκύριακο ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελί του γιὰ νὰ λειτουργῆ, νὰ συνομιλῆ πνευματικὰ καὶ νὰ νουθετῆ τοὺς μοναχοὺς συνασκητές του.
Ἐκεῖ λοιπὸν ἐπρόσθετε νηστεία στὴ νηστεία, ἀγρυπνία στὴν ἀγρυπνία καὶ μὲ τὴ συνηθισμένη πηγὴ τῶν δακρύων του καθάριζε τὸ ὀπτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς καὶ διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς ἀνεβίβαζε τὸν καθαρὸ νοῦ του πρὸς τὸν Θεὸ ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἄμεση κοινωνία καὶ ἕνωσι μ' Αὐτόν. Γι' αὐτὸ ὅλοι τὸν εἶχαν ὡς πρότυπο καὶ παράδειγμα πρὸς μίμησι καὶ τὸν ἐθαύμαζαν ὑπερβολικά. Πολλὲς φορὲς μάλιστα τὸν ἔβλεπαν νὰ ἀλλοιώνεται στὴν ὄψι καὶ νὰ γίνεται τὸ προσωπὸ τοῦ φωτεινὸ καὶ λαμπρό, μεταμορφωμένο μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἰδιαίτερα μετὰ ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία ἢ τὴν ἐξοδό του ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό του.
Δὲν ἐπέρασαν ὅμως πέντε χρόνια καὶ τὸ 1331 ἀναγκάσθηκε λόγῳ συχνῶν ἐπιδρομῶν τῶν Ἰλλυριῶν (Ἀλβανῶν) νὰ ἀναχωρήση γιὰ τὸν Ἄθω, στὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγ. Σάββα ἔξω ἀπὸ τὴ Μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Ἀγ. Ἀθανασίου. Ἐκεῖ ἀκολούθησε τὸ ἴδιο ἀσκητικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ πρόγραμμα κι ὁ μοναδικός του σκοπὸς ἦτο ἡ νήψις, ἡ ἡσυχία τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ θεωρία καὶ ἡ ἕνωσις μὲ τὸ Θεό.
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος σὲ κάποια ἐπιστολή του, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, γιὰ τὴν πρακτικὴ ὄψι τῆς μοναχικῆς τελειώσεως:
«Ὅταν ὁ νοῦς ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητὰ κι ὑψωθῆ πάνω ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς γύρῳ ἀπὸ αὐτὰ ζάλης καὶ κατοπτεύση τὸν ἐσωτερικὸ ἀνθρωπο, πρωτίστως ἀφοῦ δῆ τὸ ἄσχημο προσωπεῖο ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν περιπλάνησι μὲ τὰ ὑλικὰ καὶ φθαρτά, σπεύδει νὰ τὸ καθαρίση μὲ τὸ πένθος.
»Στὴ συνέχεια ἀφοῦ ἀφαιρέσει τὸ ἀπαίσιο αὐτὸ προσωπεῖο καὶ ἀφοῦ ἡ ψυχὴ παύσει νὰ διασπᾶται μὲ τέτοια ἀσήμαντα πράγματα, ὁ νοῦς προχωρεῖ ἀπερίσπαστος στὰ πραγματικὰ ἄδυτα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ προσεύχεται στὸν Πατέρα μυστικά. Αὐτὸς τότε παραχωρεῖ ἀρχικὰ τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ποὺ ὡς δῶρο διευκολύνει τὰ ἄλλα χαρίσματα καὶ τελειοποιεῖ τὴν ταπείνωσι ποὺ γεννᾷ τὶς ἄλλες ἀρετές. Αὐτὰ γεννοῦν τελειότερη χαρὰ καὶ προκαλοῦν στὴν ψυχὴ μακάρια ἀγαλλίασι ποὺ μετατρέπει τὸ πένθιμο δάκρυ σὲ γλυκὸ καὶ πλημμυρίζει τὸν ἀνθρωπο μιὰ χαρμολύπη ἔτσι ποὺ ἡ δέησις στὴν προσευχὴ νὰ μεταβάλλεται σὲ εὐχαριστία ἀτελειώτη.
»Ὅταν ὁ νοῦς ξεπεράση αὐτὸ τὸ πρακτικὸ στάδιο ἀνεβαίνει ἀκόμη ψηλότερα καὶ ὑπερβαίνει καὶ τὰ νοητά, τότε βλέπει καὶ γεύεται ἀγαθὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ ἐκφράση κανεὶς μὲ λόγια καὶ κάνει λόγο γιὰ τὸ στάδιο τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου μὲ τὴ δύναμι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος βλέπει τὰ ἀθέατα, ἀκούει ἄρρητα ρήματα κι ἑνώνεται μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ δοξολογοῦν τὸ Θεό».
Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθῆ ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ βίου του. Ἐκεῖ στὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγ. Σάββα μία ἡμέρα ὅπου ἦτο ὁ νοῦς τοῦ στραμμένος καὶ προσηλωμένος στὸ Θεὸ μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ τοῦ ἐφάνη σὲ ὅραμα πῶς κρατοῦσε στὰ χέρια τοῦ ἕνα ἀγγεῖο μὲ γάλα, τὸ ὁποῖο ξεχύλιζε κι ἐχύνετο κάτω κι ἔπειτα τοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ γάλα μετετράπη σὲ εὐωδιαστὸ κρασί, τὸ ὁποῖο κι αὐτὸ ξεχύλιζε καὶ τοῦ κατέβρεχε τὰ ρούχα καὶ τὸ σῶμα του, γεμίζοντας εὐωδία τὸν τόπο, αἰσθανόμενος ταυτόχρονα μεγάλη χαρὰ γι' αὐτὰ ποῦ ἔβλεπε. Τότε τοῦ ἐφάνη πὼς ἔνας ἀξιωματικὸς τὸν ἐρώτησε «γιατὶ Γρηγόριε δὲν μεταδίδεις καὶ στοὺς ἄλλους τοῦτο τὸ θαυμάσιο ποτό, ποὺ ἀναβλύζει πλουσιοπάροχα ἀλλὰ τὸ ἀφήνεις νὰ χύνεται μάταια; Δὲν γνωρίζεις ὅτι εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ τὸ μεταδίδης παντοῦ;». Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε διστακτικὰ ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἄνθρωποι νὰ τοῦ τὸ ζητοῦν μὲ πόθο ἀλλὰ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ εἶπε ὅτι: « κι ἔτσι νὰ ἔχουν τὰ πράγματα ἐσὺ Γρηγόριε πρέπει νὰ κάνης τὸ χρέος σου καὶ νὰ τὸ μεταδίδης», κι ἀνεχώρησε.
Τότε ὁ Ἅγιος ἐπάνηλθε ἀπὸ τὸν λεπτὸ ἐκεῖνο ὕπνο ὅπου τὸν κατέλαβε κι ἐκάθετο πολλὲς ὧρες περιλαμπόμενος ἀπὸ Θεϊκὸ φῶς. Ἐφανέρωνε δὲ ἡ μεταβολὴ ὅπου ἔγινε ἀπὸ τὸ γάλα στὸ κρασί, ὅτι ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καὶ ἁπλὴ διδασκαλία ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔμελλε νὰ περάση στὴ δογματικὴ καὶ οὐράνια διδασκαλία καὶ νὰ μεταδώση τοὺς ποταμοὺς αὐτῆς σὲ ὅλους.
Τότε ἄρχισε νὰ συγγράφη ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ λόγους περὶ Θεοῦ, γεμάτους σοφία καὶ θεία ἔμπνευσι. Πρῶτος του λόγος ὁ διὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, πρώτου οἰκιστοῦ τοῦ Ἄθωνος, δεύτερος λόγος στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου κ.ο.κ. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν ἕνας τέτοιος πνευματικὸς φάρος, μέγας στὴν ἀρετὴ καὶ στοὺς λόγους νὰ κάθεται κρυμμένος σὲ κάποια γωνία, ψηφίζεται ἡγούμενος ἀπὸ τοὺς ἐγκρίτους πατέρες τοῦ Ἄθωνος στὴ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ὅπου ἐγκαταβίωναν 200 μοναχοί. Ἐκεῖ ἐτέλεσε πολλὰ θαυμάσια καὶ ἄξια νὰ εἰπωθοῦν θαύματα, ἀπεδίωξε ἀπὸ ἀδελφοὺς δαιμόνια, μετέβαλλε δι' ἁγιασμοῦ καὶ διὰ τῶν προσευχῶν καὶ δεήσεών του ἄκαρπα δένδρα σὲ καρποφόρα, ἐγέμισε μὲ τὰ ἀναγκαῖα τὴ μονὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἐλλείψεις, ἀνεδείχθη ἔτι περισσότερο τὸ προορατικό του χάρισμα καὶ γενικὰ ἐκοσμήθη μὲ ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος.
Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ τὸ 1334 ἀφήνει τὴν ἡγουμενία κι ἐπιστρέφει πάλι στὴν ποθητή του ἡσυχία, στὴ σκήτη τοῦ Ἁγ. Σάββα στὴ Λαύρα. Τότε εἶχε ἐμφανισθῆ στὴ Θεσσαλονίκη κι ὁ λατινόφρων Βαρλαὰμ ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας καὶ ἐνῶ ἀρχικὰ παρουσιάσθηκε ὡς φιλομοναχὸς καὶ τάχα κατήγορος τῶν ὁμοφύλων τοῦ Λατίνων, ξεσκεπάσθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο ὡς πλάνος καὶ δόλιος καὶ μάλιστα πολέμιος τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν.
Στὴ δύσκολη αὐτὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἀναδείχθηκε σὲ μεγάλο Θεολόγο καὶ ἐκκλησιαστικὸ ἡγέτη, ἐφάμιλλος κατὰ πάντα τῶν προγενεστέρων μεγάλων πατέρων καὶ Θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τοῦ Ἁγ. Βασιλείου, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὑπερασπίζοντας τὴν Ὀρθοδοξία σὲ δύο ζητήματα, στὴ διδασκαλία γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ στὴν ἡσυχαστικὴ ἄσκησι.
Ὁ Βαρλαὰμ μὲ τὶς θεωρίες του ἰσχυριζόταν ὅτι μπορεῖ νὰ φθάση κανεὶς στὸ Θεὸ διὰ τῆς γνώσεως τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔμπειρος τοῦ ἀληθινοῦ δρόμου ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θεογνωσία ἐδίδασκε ὅτι μόνον διὰ τῆς καθάρσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ μπορεῖ κανεὶς νὰ δῆ τὸν Θεό. Ἄρχισε μάλιστα ὁ Βαρλαὰμ νὰ γράφη κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν, κατὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς μυστικῆς θεωρίας, νὰ συκοφαντῆ καὶ νὰ κατηγορῆ ὡς αἱρετικούς, Μασσαλιανούς, ὀμφαλοψυχίτας, εὐχίτας τοὺς μοναχοὺς καὶ νὰ προσπαθῆ νὰ ἀποδείξη ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν οἱ αἴτιοι τῆς πλάνης τῶν μοναχῶν. Τότε ἀκριβῶς οἱ μοναχοὶ τῆς Θεσσαλονίκης ἔγραψαν στὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὸν παρακαλοῦσαν θερμὰ νὰ ὑπερασπιστῆ τὴν ὀρθοδόξη πίστι, νὰ πολεμήση τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη μεταβῆ στὴ Βασιλεύουσα καὶ προβάλλοντας ὡς δόλωμα τὴν ἔξω σοφία παρέσυρε στὴν κακοδοξία καὶ στὴν πλάνη του ὅλους ἀκόμη καὶ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, ἐπηρεάζοντας τοὺς ἀρνητικὰ ἐναντίον τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν. Ἀσκοῦσε τέτοια ἐπιρροὴ ὁ Βαρλαὰμ μέ τὶς φιλοσοφικὲς γνώσεις καὶ τὴ δεινὴ κατάρτισί του στοὺς κύκλους τῶν λογίων, τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τοῦ Πατριάρχη τοῦ Βυζαντίου, ὥστε κατάφερε νὰ τοὺς παραπλανήση ὅλους. Ὁ πλέον κατάλληλος λοιπὸν γιὰ νὰ πολεμήση καὶ νὰ κατατροπώση τις αἱρετικὲς τοῦ δοξασίες ἦτο μόνον ὁ Ἅγ. Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη ἀνταπεξέλθει ἐναντίον τοῦ Βαρλαὰμ σὲ ἕνα εἶδος προκαταρκτικοῦ ἀγῶνος, ὅταν ἔγραψε τὸ 1335 δύο ἀποδεικτικοὺς λόγους «Περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μὲ τοὺς ὁποίους κατωχύρωσε ἀπὸ κάθε πλευρὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ θέμα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγ. Τριάδος ἀνατρέποντας τὴ φράγκικη διδασκαλία ποὺ ἐξέφραζε ὁ Βαρλαάμ.
 Ἀφήνοντας λοιπὸν τὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία ὁ Ἅγιος κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1337 ἔρχεται στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἀρχικὰ οἱ πρῶτες κινήσεις του ἦταν εἰρηνικές. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες, συμβουλὲς καὶ ἐκκλήσεις πρὸς τὸν Βαρλαὰμ γιὰ εἰρήνευσι καὶ ὁμόνοια, ἀφοῦ αὐτὸς παρέμενε ἀμετανόητος κι ἀδιάλλακτος ἐπιδόθηκε στὴ συγγραφὴ ἔργων ὅπως ἐννέα βιβλίων μὲ τίτλο «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» χωρισμένα σὲ τρεῖς τριάδες, ὑπακούοντας στὴν παράκλησι τῶν ἡσυχαστῶν μοναχῶν νὰ τοὺς βοηθήση.
Τότε ἀποφάσισε ὁ Ἅγιος νὰ γνωστοποιήση τὰ σχετικὰ μὲ τὶς ἐνέργειές του στοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχοὺς καὶ πηγαίνοντας στὸ Ἅγ. Ὅρος τὸ 1340 συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ἰσίδωρο ἀνεδείχθη μέγας ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας κι ἡ διδασκαλία του ἐπικυρώθηκε μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγιορείτικου Τόμου, δηλαδὴ μιᾶς ἐκθέσεως γιὰ τὴν ἠσυχαστικὴ διδασκαλία, κατωχυρωμένης μὲ χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἔριδες συνεχίζοντο, κι ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Βαρλαὰμ ἦτο τόση μεγάλη ἀκόμη καὶ πρὸς τὸν Πατριάρχη, ἐκλήθησαν ὁ ἱερὸς Γρηγόριος κι οἱ δικοί του ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα νὰ μεταβοῦν στὴν Κων/πόλι κατὰ τὴν Ἄνοιξι τοῦ 1341 γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ νὰ ἀπολογηθοῦν ὡς ὑπεύθυνοι παραβάσεως. Παίρνοντας λοιπὸν ὁ Ἅγιος τοὺς πιὸ κορυφαίους τοῦ φίλους τὸν Ἰσίδωρο, τὸν Μᾶρκο καὶ τὸν Δωρόθεο ἔφθασε στὴν Πόλι κι ἐκεῖ κατώρθωσε διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς δεινῆς θεολογικῆς του καταρτίσεως νὰ ἀνατρέψη τὶς πλάνες τοῦ Βαρλαάμ, νὰ ἐπαναφέρη πάλι στὴν Ὀρθοδοξία ὅλους ὅσους πλανήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἀποδεχθοῦν ἅπαντες ὡς διδάσκαλο τῆς εὐσεβείας καὶ ὁμόφωνο μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ἀποδιδόντάς του θερμὲς εὐχαριστίες.
Ἐνῶ δὲ ὁ Πατριάρχης ἤθελε νὰ ἐξετασθῆ τὸ ζήτημα σὲ συνοδικὸ δικαστήριο ὡς διοικητικῆς φύσεως, ἡ αὐτοκράτειρα Ἄννα Παλαιολογίνα ἐπέμενε τῆ συναινέσει καὶ ἐπιθυμίᾳ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου νὰ συγκροτηθῆ Σύνοδος γιὰ νὰ ἀρθῆ ἡ πλάνη τοῦ Βαρλαὰμ καὶ νὰ εἰρηνεύση ἡ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ λοιπὸν συνέδραμον θείᾳ νεύσει κι ἄλλοι ὁμόφρονες τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ ἄλλα μέρη στὴ Κων/πόλι συνασκητὲς τοῦ Ἁγίου, ὅπως ὁ Δαυΐδ, ὁ Διονύσιος κ.ἄ. καὶ ἐρχομένου καὶ τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ' ἀπὸ ἐκστρατεία στὴ Θεσσαλία συγκροτήθηκε Σύνοδος στὸ Ναὸ τῆς Ἁγ. Σοφίας στὶς 10 Ἰουνίου 1341.
Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ποὺ ἔγινε παρουσίᾳ κλήρου καὶ λαοῦ –διότι τότε ἐπικρατοῦσε ἡ εὐλογημένη παράδοσις, σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν σημερινὴ κατάστασι, νὰ παρίστανται στὶς συνόδους κλῆρος καὶ λαός– κατεδίκασε τὴ διδασκαλία καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ Βαρλαάμ, ἀφώρισε τὸν ἴδιο καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ ὁμολογήση (ἔστω κι ὑποκριτικὰ) πὼς καταδικάζει κι ὁ ἴδιος τὰ συγγράμματά του ὡς αἱρετικὰ καὶ ψευδῆ.
Ὁ μὲν Βαρλαὰμ λοιπὸν κατησχυμένος κατέφυγε στοὺς φίλους του Λατίνους, ἐμφανίζεται, ὅμως, στὸ προσκήνιο ἕνα νέος κληρονόμος τῆς πλάνης του, ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος, ὁ ὁποῖος συμφωνοῦσε μὲ τὸν Βαρλαὰμ στὸ θέμα τῆς ταυτίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Συγκροτείται ἐκ νέου Σύνοδος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὸν Αὔγουστο τοῦ 1341 μὲ τοὺς ἰδίους συνέδρους καὶ παρόντος τοῦ κυβερνῶντος βασιλέως Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ, ὡς ἐπιτρόπου τοῦ διαδόχου τοῦ θρόνου, ἀφοῦ εἶχε πεθάνει ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Γ'. Καὶ πάλι ὁ θεῖος Γρηγόριος ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κατετρόπωσε τὴν πλάνη τοῦ Ἀκινδύνου κι ἔσωσε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ νέα κακοδοξία. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ἐκδόθηκε Συνοδικὸς Τόμος μὲ τὸν ὁποῖο κατοχυρώθηκαν κι οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ Ἰουνίου, στὴν ὁποία δὲν εἶχε ἐκδοθῆ τότε εἰδικὸς τόμος μὲ τὰ πρακτικά.
Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ' καὶ μετὰ πάροδο δύο μηνῶν ξεσπᾶ ἐμφύλιος πόλεμος κι ἄρχισε ἡ ραγδαία πτῶσις τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ σχηματισμὸς ἑνὸς κόμματος ἀντιπάλου πρὸς τὸν Καντακουζηνὸ μὲ ἡγέτες τὸν Δοῦκα Ἀλέξιο Ἀπόκαυκο καὶ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα ἀπετέλεσε τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὴν ἐμφύλιο σύγκρουσι. Ὁ Δοῦκας διέδωσε παντοῦ ὅτι ὁ Καντακουζηνὸς ἐσχεδίαζε νὰ ἀφαιρέση τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸν ἐννεαετὴ υἱὸ τοῦ Ἀνδρονίκου Ἰωάννη Ε' κι ἔπεισε τὴν αὐτοκράτειρα Ἄννα ὅτι αὐτὴ μπορεῖ νὰ κυβερνήση μὲ τὴν συμπαράστασι τοῦ Πατριάρχη. Κι ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ὡς ὤφειλε ἔπρεπε νὰ συγκρατῆ τὶς ἔριδες, τὸν φθόνο καὶ τὶς ἀλόγιστες ὁρμὲς καὶ μὲ κάθε φροντίδα νὰ συνάγη τοὺς πιστοὺς σὲ εἰρήνη κι ὁμόνοια, ἐφρόντιζε νὰ ἐξάπτη ὁλοένα καὶ περισσότερο τὴ μάχη καὶ τὴ διαίρεσι ἔχοντας ἀντιπαλο ὡς πρὸς αὐτὰ τὸν μεγάλο Ἅγ. Γρηγόριο ὁ ὁποῖος συνιστοῦσε εἰρήνη κι ἀξίωνε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα νὰ πράττη τὰ ἁρμόζοντα στὸ σχῆμα καὶ στὸ ἀξίωμά του.
Μὴ ἀνεχόμενος λοιπὸν αὐτὴ τῆ συμπεριφορὰ τοῦ ἁγίου ὁ Πατριάρχης γεμᾶτος μῖσος, ὀργὴ καὶ ἐμπάθεια, ὡς μισθωτὸς καὶ ὄχι ὡς πραγματικὸς ποιμήν, στρέφεται κατὰ τῆς εὐσεβείας καὶ σηκώνει πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναιρώντας τὰ θεῖα δόγματα, καταδιώκοντας τὸν ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν ἱερὴ συνοδεία του καὶ κατηγορώντας τον ὅτι πρεσβεύει καὶ διδάσκει αἱρετικὰ καὶ κακὰ δόγματα· τὸν συκοφαντεῖ ὅτι εἶναι ὑπαίτιος τοῦ ἐμφυλίου καὶ τὸν καταδικάζει σὲ φυλάκισι σὲ σκοτεινὴ φυλακή. Στὸν ἀληθινὸ δὲ αἱρετικὸ καὶ πολέμιο τῆς ἀληθείας Ἀκίνδυνο ἀποδίδει τιμές, χειροτονώντας τὸν μάλιστα διάκονο καὶ καθιστώντας τον διδάσκαλο καὶ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸν προώριζε καὶ γιὰ ἐπισκοπικὴ θέσι.
Παρεμβαίνει τότε ἡ Βασίλισσα Ἄννα Παλαιολογίνα μὲ τὸ φωτισμὸ τῆς θείας χάριτος κι ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἐχειροτόνησε διάκονο τὸν ἀναθεματισμένο ἀπὸ Σύνοδο Ἀκίνδυνο, τὸν ἐξεδίωξε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἔμεινε δὲ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος στὴ φυλακὴ κλεισμένος γιὰ τέσσερα χρόνια, κακουχούμενος καὶ βασανιζόμενος ἀπὸ ταλαιπωρίες κι ἀσθένειες τοῦ σώματος μὲ ἐντονώτερη τὴν ἀσθένεια τοῦ ἥπατος. Τότε, ἔχοντας ὡς γραμματέα τὸν ἀφοσιωμένο μαθητή του Δωρόθεο, συνέγραψε θαυμαστοὺς δογματικοὺς καὶ θεολογικοὺς λόγους πρὸς ὑπεράσπισι τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τὸ 1347 ὅταν καταδικάσθηκε πλέον ὁ Πατριάρχης ἀπὸ Σύνοδο ὡς αἱρετικός, ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἀποβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποκαθίσταται ἡ ἀλήθεια, λάμπει ἡ Ὀρθοδοξία καὶ σταματᾶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ἀφοῦ οἱ βασιλεῖς ἦλθαν σὲ ὁμόνοια καὶ συμφωνία μεταξὺ τους ἀναγνωρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
Τότε ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φυλακὴ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος κι ἐπιστρέφει στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ τόσους κόπους κι ἀγῶνες ὡς μέγας Ὁμολογητὴς ἀφοῦ εἶχε χειροτονηθῆ τὸν Μάϊο τοῦ 1347 στὴν Κων/πόλι Μητροπολίτης, παρὰ τὴ θέλησί του,  μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ νέου Πατριάρχου Ἰσιδώρου καὶ τοῦ Βασιλέως Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐμφύλιος πόλεμος στὴ Θεσσαλονίκη δὲν εἶχε σταματήσει, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἅγιος ἦτο τοποθετημένος μὲ τὸ μέρος τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἐκδιώκεται καὶ φεύγει γιὰ τὸ Ἅγ. Ὄρος ὅπου οἱ πατέρες τὸν ἐδέχθησαν μὲ μεγάλη χαρὰ κι ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν κοντά τους, ἕως ὅτου σταματήσουν οἱ ταραχὲς στὴ Θεσσαλονίκη.
Ἐκεῖ παρακινηθεὶς ἀπὸ τὸν Στέφανο Δοῦσαν, ἄρχοντα τῶν Βουλγάρων, νὰ μεταβῆ στὴν Κων/πόλι γιὰ νὰ μεσολαβήση γιὰ τὴν ἐπίλυσι τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἐδέχθηκε μετὰ ἀπὸ πολλὲς πιέσεις νὰ ἀνέλθη στὴν Κων/πόλι. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅταν ἐπέστρεψε πάλι στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ Πατριάρχου Ἰσιδώρου καὶ τῶν Βασιλέων, ἐπειδὴ ἐνόμιζαν ὅτι εἶχαν παύσει οἱ ταραχὲς κι οἱ διαμάχες ἐκεῖ, ἐμποδίσθη γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ ἀρχιερεὺς νὰ ἀναλάβη τὴν διαποίμανσι τοῦ ποιμνίου του. Τότε καταφεύγει στὴ νῆσο Λῆμνο, ὅπου πολὺ ὠφέλησε τοὺς ἐκεῖ πιστοὺς μὲ τὴ διδασκαλία του καὶ τὰ θαύματά του, χαρακτηριστικώτερο τῶν ὁποίων ἦτο ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν θανάσιμη νόσο τῆς πανώλης στὴν περιοχή.
Τέλος οἱ πρόκριτοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὅταν τὸ 1350 ἦλθε ἐπὶ τέλους ὁ Καντακουζηνὸς στὴ Θεσσαλονίκη ἀπομακρύνοντας τοὺς στασιαστὲς κι ἐπιβάλλοντας τὴν τάξη, ἑτοίμασαν τριήρη καὶ μετέβησαν οἱ ἴδιοι νὰ μεταφέρουν τὸν μεγάλο ἀρχιερέα στὸ ποίμνιό του ποὺ τὸν περίμενε μὲ λαχτάρα καὶ χαρά. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἁγίου στὴ Μητρόπολί του ἐγένετο λαμπρὴ ὑποδοχή, ὅλοι ἔψαλλαν αὐθόρμητα νεύσει Θεοῦ, χωρὶς νὰ καταλάβουν ποῖος ἔδωσε τὸ σύνθημα γιὰ τὴν ψαλμωδία, ἀναστασίμους ὕμνους κι ὄχι τὰ συνηθισμένα τροπάρια στὴν ὑποδοχὴ τῶν ἀρχιερέων, καθὼς τοὺς ἐφαίνονταν ὅτι βλέπουν σὰν ἄλλο ἀκριβῶς Χριστὸ τὸν μαθητῆ καὶ μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν ἐπανερχόμενο ἀπὸ τὸν ἄδη καὶ τὸ μνῆμα τῶν διωγμῶν καὶ τῆς ἐξορίας, ἑορτάζοντας πραγματικὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴν λαμπρὴ Ἀνάστασι. Ἐν συνεχείᾳ ἀκολούθησαν λιτανεῖες τῶν θείων εἰκόνων, Θ. Λειτουργία, συστάσεις πρὸς τὸ ἱερατεῖο, διδαχὲς καὶ νουθεσίες τοῦ Ἁγίου γιὰ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια στὸ λαό.
Μὲ τὴν πρᾶξι καὶ τὸ ὑπόδειγμά του, τὸ ἦθος του καὶ τοὺς λόγους του ὁ Ἅγιος τοὺς κατέπληξε ὅλους καὶ τοὺς ἔφερε σὲ μεγάλη προκοπὴ καὶ βελτίωσι. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὁμόφρονες τοῦ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου δὲν ἔπαυαν νὰ ταράσσουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς κακοδοξίες τους, ὁ βασιλιὰς μετὰ τοῦ Πατριάρχου Καλλίστου, διαδόχου τοῦ Ἰσιδώρου, ἀποφασίζουν νὰ συγκροτήσουν νέα μεγάλη Σύνοδο, παρακαλώντας τὸν Ἅγιο νὰ παραστῆ ὡς ἀξιώτερος ὅλων. Ἔτσι κι ἔγινε.
Μὲ τοὺς πύρινους λόγους, τὰ συγγράμματά του καὶ τὶς δεῖνες δημηγορίες τοῦ ὁ Ἅγιος ἐκήρυξε τὰ ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας κατατροπώνοντας τὴν μερίδα τῶν ἀντιησυχαστῶν μὲ ἀρχηγὸ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν καθηγητῆ Νικηφόρο Γρηγορᾶ, στὴ Σύνοδο ποὺ συγκροτήθηκε στὴν Κων/πόλι στὶς 28 Μαΐου τοῦ 1351, ἡ ὁποία κι ὁλοκληρώθηκε σὲ πέντε συνεδρίες καὶ ἐθέσπισε τὰ ἀκόλουθα:
α) ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνεργείας, β) ὅτι ἡ θεία ἐνέργεια εἶναι ἄκτιστος, γ) ὅτι αὐτὸ δὲν προκαλεῖ στὸ Θεὸ καμμιὰ σύνθεσι, δ) ὅτι ἡ θεία καὶ ἄκτιστος ἐνέργεια ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους θεότης, ε) ὅτι ἡ θεία οὐσία καὶ ἡ θεία φυσικὴ ἐνέργεια εἶναι ἀχώριστες καὶ στ) ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἄκτιστο.
Στὴ συνέχεια ἀφοῦ συντάχθηκε ὁ τόμος μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου κι ὑπογράφηκε ἀπὸ τοὺς παρισταμένους συνοδικούς, παρεδόθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ στὸν Πατριάρχη μὲ ἐπίσημη τελετὴ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ περιελήφθηκε στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας κι ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἡ θέσις τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴν προκειμένη Σύνοδο ἦτο ἐφάμιλλη μὲ τὴ θέσι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου στὴν Α' Οἰκουμενικὴ σύνοδο, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στῆ Β' Οἰκουμενική, τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας στὴν Γ' Οἰκουμενικὴ κ.ο.κ. καὶ γενικὰ ἡ θεολογία του ἀπετέλεσε τὸ καταστάλαγμα ὁλοκλήρου τῆς Θεολογίας τῶν μεγάλων διδασκάλων καὶ πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ ἦτο ὁ γνήσιος ἐκφραστὴς των στὴν ἐποχὴ του.
Ἐπιστρέφοντας ὅμως κατόπιν στὴν Μητρόπολί του, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐμποδίζεται γιὰ τρίτη φορὰ ἀπὸ τὸν Βασιλέα Ἰωάννη Παλαιολόγο, νὰ ἀναλάβη τὰ ἀρχιερατικά του καθήκοντα καὶ κατέφυγε πάλι στὸ Ἅγ. Ὄρος. Μετὰ πάροδο τριῶν μηνῶν, μὲ παρέμβασι πάλι τῆς φιλοχρίστου κι εὐσεβοῦς βασιλίσσας Ἄννας Παλαιολογίνας, ἐπιστρέφει στὴν μητρόπολί του προσκεκλημένος τοῦ Βασιλέως, ὁπότε καὶ ἐποίμανε πλέον μὲ ἡσυχία καὶ εἰρήνη τὸ ποίμνιό του.
Μετὰ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰρηνικὴ διαποίμανσι τοῦ πιστοῦ λαοῦ στῆ Θεσσαλονίκη ἀσθένησε βαριά, ἀφοῦ ἦτο πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὶς κακουχίες, τοὺς ἀκαταπαύστους κόπους, τὶς συνεχεῖς ἀποδημίες καὶ μετακινήσεις τοῦ, ἔτσι ὥστε ὅλοι νὰ ἀναμενοῦν τὸν βέβαιο θάνατό του. Ἐπειδὴ ὅμως ἄλλα ἦσαν τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὸν ἐτοίμαζε γιὰ ἄλλους δύσκολους ἀγῶνες, ἀνάρρωσε κι ἐγύρισε στὴ ζωὴ νὰ συνεχίση τὸ θεάρεστο ἔργο του.
Τότε λοιπόν, φέροντας ἀκόμη τὰ σημάδια τῆς ἀσθενείας του, ἐστάλη ἀπὸ τὸν Βασιλέα Ἰωάννη Παλαιολόγο στὴν Κων/πόλι πρὸς τὸν πεθερό του Ἰωάννη Καντακουζηνὸ προκειμένου νὰ τοὺς συμφιλιώση. Καθὼς μετέβαινε μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ νῆσο Τένεδο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ Ἰωάν. Παλαιολόγος, πρὸς τὴν Πόλι, ἀναγκάσθηκε νὰ προσεγγίση στὴν Καλλίπολι, ἡ ὁποία μόλις εἶχε κυριευθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους μετὰ τὴν καταστροφή της ἀπὸ φοβερὸ σεισμὸ τὸ 1354. Τότε ὁ ἅγιος συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Ἀχαιμενίδες (Ἀγαρηνοὺς) καὶ μετεφέρθη στὴν Ἀσία ὅπου ἐκεῖ στὴν Λάμψακο, στὶς Πηγές, στὴν Προύσσα καὶ στὴν Νίκαια μετὰ ἀπὸ πολλὲς συναντήσεις μὲ μωαμεθανοὺς διδασκάλους καὶ συζητήσεις μὲ τοὺς αἰνιγματικοὺς Χιόνες, τοὺς ἔφραξε τὰ στόματα μὲ τὴ διδασκαλίᾳ του. Ἐλέγχοντας μὲ παρρησία τὴν πλάνη τους, κι ὁμολογώντας τὴν ὀρθοδόξη πίστι, μὴ φοβούμενος τὰ βασανιστήρια ἂν καὶ εὑρισκόταν σὲ ἐχθρικὸ ἔδαφος καὶ στηρίζοντας τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους χριστιανούς, ἀναδείχθηκε μάρτυς ἀναίμακτος καὶ μέγας ὁμολογητής. Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ κάποιους Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν τὰ λύτρα γιὰ τὴν ἀποφυλάκισί του.
Ἐπιστρέφει λοιπόν, ἀφοῦ διέτριψε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Κων/πολη, στὴν Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία βρῆκε διψασμένη καὶ ἀπότιστη ἀπὸ διδασκαλία καὶ ἀνομβρία. Ποτίζει ἄφθονα μὲ τὸν ζωτικὸ λόγο του τὶς διψασμένες ψυχές, θεραπεύοντας μαζὶ μὲ τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα καὶ καθοδηγεῖ ὅλον τὸν μοναχικὸ κόσμο, μέχρις ὅτου ἔφθασε καὶ τὸ δικό του τέλος, τὸ ὁποῖο καὶ προεῖδε, ἀφοῦ εἶπε στοὺς φίλους του ὅτι θὰ κοιμηθῆ κατὰ τὴν 14η Νοεμβρίου, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἔτσι κι ἔγινε.
Πορευόταν πρὸς τὴν οὐράνια ζωὴ ὁ Ἅγιος κι ἐψιθύριζε ἀκατάπαυστα «τὰ ἐπουράνια, στὰ ἐπουράνια» ὥσπου κι ἐτελεύτησε σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν. Ὁ θάνατός του τὸ 1359 ἦταν τὸ μακάριο τέλος μιᾶς θαυμαστῆς ζωῆς στὸν ἐπιγειο κόσμο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς δίπλα στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄφησε τὸ ἀσκητικὸ σῶμα του, τὸ κελὶ του γέμισε ἀπὸ οὐράνιο, παράδοξο φῶς, τὸ ἴδιο οὐράνιο φῶς ποὺ τὸν κατηύγαζε σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, κι ἔλαμπε ὁλοκληρο τὸ πρόσωπό του, κι ἀκόμη ὁ ἅγιος τάφος του ἔγινε κατοικητήριο φωτὸς καὶ πηγὴ ἰαμάτων καὶ χαρισμάτων καὶ θεραπευτήριο ἀσθενειῶν, γεγονὸς ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ πλῆθος πιστῶν.
Δικαίως λοιπὸν ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας τὸν ἀνεκήρυξε Ἅγιο καὶ θαυματουργὸ καὶ μέγα δογματικὸ Θεολόγο της, ἰσότιμο τῶν μεγάλων προγενεστέρων του Θεολόγων καὶ οἰκουμενικῶν διδασκάλων καὶ συναγωνιστῆ καὶ σύμψυχο αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ στὰ θέματα τῶν αἱρέσεων, ἀφοῦ ἡ ὅλη διδασκαλία του ἀποτελεῖ διασάφησι, σύνοψι κι ἀνάπτυξι τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ κατενοήθη ὄντως ἀπὸ αὐτὴν ὡς «τῶν Θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλος».

Ἐπιμέλεια: Χ.Ν.



Επίθεση Φαναρίου κατά Ὀρθοδόξων

Στόμα τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὁ μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, κατ' αὐτην τήν "Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας", ἀντί νά ἐξάρει τούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὕβρισε ἀνεντίμως ὅσους "ἕπονται τοῖς ἁγίοις πατράσιν" καί ἀρνοῦνται τήν ὑπό τοῦ Φαναρίου προωθούμενη "Μετα-πατερική θεολογία

 
Καί μόνο στή σκέψη τῆς συσπείρωσης τῶν ὀρθοδόξων
 τό Φανάρι πανικοβάλλεται καί ἀντιδρᾶ σπασμωδικῶς

(Ἡ δημοσίευση πού ἀκολουθεῖ, εἶναι ἀπό τόν "Ὀρθόδοξο Τύπο", 9 Μαρτίου 2012, φ. 1918)



ποκαλε «ρρωστημένα μυαλά» σους «ξεσκεπάζουν» τούς πατρομάχους τς . Μητροπόλεως Δημητριάδος



ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΝ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΙΝ

ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ταραγμένον ἀπό τήν μεγάλην ἀπήχησιν τῆς ἡμερίδος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς διά τήν μεταπατερικήν θεολογίαν καταφεύγει ες παραδέκτους χαρακτηρισμούς μφανίζον σους περασπίζονται τήν Πίστιν καί τούς γίους Πατέρας ς ζηλωτάς, παλαιοημερολογίτας, περμάχους τς Πίστεως, οἱ ὁποοι πειλον τήν νότητα τς ρθοδοξίας, ν μφανίζεται ς συκοφαντούμενον καί δικούμενον.

Τήν ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Πίστεως καί τῶν Ἁγίων Πατέρων ἐξαπέλυσεν ἀπό Ἄμβωνος τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διεκήρυξεν ὅτι εἶναι καί ὑπέρ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά καί ὑπέρ τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν αἵρεσιν εἰς τούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὡμίλησε διά «ἀρρωστημένα μυαλά», πού δῆθεν ὑπερασπίζονται τήν Πίστιν, ἀλλά εἰς τήν πραγματικότητα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν ἐρωτῶμεν: Εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά» οἱ Σεβ. Μητροπολῖται καί οἱ Καθηγηταί Πανεπιστημίου Πρωτοπρεσβύτεροι π. Γ. Μεταλληνός καί π. Θ. Ζήσης, ἀλλά καί ὁ λαϊκός Δημ. Τσελεγγίδης (καί ἄλλοι), οἱ ὁποῖοι τεκμηριώνουν τήν αἵρεσιν τῆς μεταπατερικότητος ὅτι ἔχει προτεσταντικάς ρίζας καί ὑπηρετεῖ τόν Οἰκουμενισμόν;
Ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου καί τί ὑπεστήριξαν εἰς τήν ἡμερίδα διά τήν αἵρεσιν τῆς μεταπατερικότητος τά «ἀρρωστημένα μυαλά», ὡς εἶναι ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου, οἱ Πρωτοπρεσβύτεροι π. Γ. Μεταλληνός καί π. Θεόδ. Ζήσης, ὁ Καθηγητής τῆς δογματικῆς κ. Δημ. Τσελεγγίδης κ.λπ.

Ταραχήν κατέλαβε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀπό τήν ἐπιτυχίαν τῆς ἡμερίδος, τήν ὁποίαν ὠργάνωσε τήν 15ην Φεβρουαρίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πειραιῶς μέ ἀντικείμενον νά καταδειχθῆ ἡ αἵρεσις τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, τήν ὁποίαν πρεσβεύει ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Τό μέγα πάθος ὑπέρ τῆς πίστεως καί ὑπέρ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τῶν δύο χιλιάδων καί πλέον πιστῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα καί τά τεκμηριωμένα στοιχεῖα, τά ὁποῖα κατέθετον οἱ ὁμιληταί ἐτρόμαξαν κυριολεκτικῶς τό Φανάρι, τό ὁποῖον ἀντί νά κατασιγάση τάς ἀνησυχίας, ἔσπευσε νά ἐξαπολύση τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπίθεσιν ἐναντίον ὅσων ὑπερασπίζονται τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἀνέθεσεν εἰς τόν Σεβ. Μητροπολίτην Μύρων Χρυσόστομον νά καθυβρίση ἀπό τόν Ἄμβωνα τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅσους ἐναντιώνονται εἰς τήν μεταπατερικήν θεολογίαν καί τήν καταγγέλλουν ὡς κυοφορουμένην αἵρεσιν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅτι εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά», τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἑνότης ἀπειλεῖται κατά τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ἀπό «συμπεριφορές ζηλωτῶν, παλαιοημερολογιτῶν, “ὑπερμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας”, Πανεπιστημιακῶν Καθηγητῶν καί οἵτινων ἄλλων», οἱ ὁποῖοι φροντίζουν διά τό “ξέσπασμα” εἰς τόν ὁρίζοντα κρίσεως εἰς τήν σύγχρονον Ὀρθοδοξίαν.
Ἆραγε οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Ναυπάκτου, Γλυφάδας, Πειραιῶς, οἱ Καθηγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν, πρεσβύτεροι καί ὁμότιμοι Καθηγηταί Πανεπιστημίου σεβαστοί πατέρες Γ. Μεταλληνός καί Θεόδωρος Ζήσης, οἱ λαϊκοί Καθηγηταί τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ὑπό τόν κ. Τσελεγγίδην, οἱ Προηγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν, οἱ χιλιάδες πιστοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα, οἱ θεολόγοι Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλά καί οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταφερθῆ ἐναντίον τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων κατά τό παρελθόν, εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά» κατά τόν Σεβασμιώτατον, ζηλωταί, ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας, πού ἀπειλοῦν μέ διάσπασιν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας;
Δέν ἦτο ὅμως τά μόνα ἀτοπήματα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων, ὁ ὁποῖος ταυτίζεται ἐξ ὀνόματος τοῦ Φαναρίου μέ τούς Μεταπατερικούς. Ἔσπευσε νά δώση ἐξηγήσεις διά λογαριασμόν των διακηρύσσων ὅτι εἴμεθα καί μέ τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά κάι μέ τούς μεταπατερικούς, διότι αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ σύγχρονος κοινωνία. Κατέδειξεν ὅτι οἱ μεταπατερικοί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἔχουν εἰς τάς κινήσεις καί εἰς τάς ἐνεργείας των τήν εὐλογίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖον διαρκῶς σκανδαλίζει τόν πιστόν λαόν καί διασπᾶ τήν ἑνότητα τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας ἄλλοτε συμπροσευχόμενον μέ τόν Πάπα εἰς τό Φανάρι, ἄλλοτε ἀποδεχόμενον τόν Πάπα ὡς κανονικόν μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄλλοτε ἐξισῶνον τήν Παπικήν, Ἀγγλικανικήν καί Προτεσταντικήν «Ἐκκλησίαν» μέ τήν Ὀρθόδοξον, ἄλλοτε συμπροσευχόμενον μέ Μουσουλμάνους, Ἰουδαίους καί εἰδωλολάτρας καί ἄλλοτε διατυπῶνον δημοσίως θέσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς, αἱ ὁποῖαι ταυτίζονται μέ τάς θέσεις τῆς Μασωνίας.
Ἀλλά ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης εἰς τήν προσπάθειάν του νά ὑπερασπισθῆ τούς μεταπατερικούς θεολόγους ἐπετέθη εἰς ὅσους ὑπερασπίζονται τήν Πίστιν καί ἀποκαλύπτουν τήν αἱρετικήν μάσκαν τῶν Πατρομάχων λέγων ὅτι οὗτοι ἔχουν καταστήσει τήν Ἑλληνόφωνον Ὀρθοδοξίαν «σκορποχώρι». Δέν ἐνοχλεῖται ἀπό τόν αἱρετίζοντα ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖον κλονίζει τήν πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων μέ τάς ἐνεργείας καί τάς ἀποφάσεις του, ἀλλά κατηγορεῖ ὅσους ζητοῦν νά παραμείνη ἡ πίστις ἀναλλοίωτος καί τό φρόνημα Ὀρθοδοξότατον. Ἡ πτῶσις ὅμως τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου ἔφθασεν εἰς τό ἀποκορύφωμά της, ὅταν εἶπεν ἀπό Ἄμβωνος (καί μετεδόθη ὑπό τῆς ΕΤ3) ὅτι: «Δέν ἐπιτρέπεται, καίτοι ἔχει καταντήσει μόδα, νά ἐλέγχει καί νά ἐπιτιμᾶ ὁ οἱοσδήποτε θεσμούς, πρᾶγμα τό ὁποῖον καί αὐτό ἴσως θά ἐπετρέπετο μόνο σέ ἀνεπίληπτους κατά τόν βίον ἀνθρώπους, ἔχοντας ἡλικίαν κατάλληλον, κῦρος σεβαστῆς προσωπικότητας κ.λπ… Ἄλλωστε ὁ προσωπικός λόγος φανερώνει τό ποιόν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά τί νά κάμουμε ἀφοῦ ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά συκοφαντοῦνται καί νά ἀδικοῦνται καί οἱ δίκαιοι;».
Ἆραγε ὅλοι αὐτοί οἱ ἐκλεκτοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καί συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἀλλά καί ὅσοι ἐπικρίνουν τό Φανάριον τόσον διά τήν φιλοπαπικήν καί φιλο-οικουμενιστικήν του πορείαν ὅσον καί διά τήν προδοσίαν τῆς Πίστεως κατά τούς θεολογικούς Διαλόγους μέ τήν διακήρυξιν τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως», τήν ὁποίαν ὑπέγραψαν χιλιάδες πιστοί μέ κῦρος καί ἐξέχουσαν ἐπαγγελματικήν ἰδιότητα εἶναι ἀκατάλληλοι, διά νά κρίνουν θεσμούς ἐκκλησιαστικούς ἤ τήν ἀποστασίαν ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων τοῦ Φαναρίου καί πολλῶν Ἀρχιερέων;
Εἶναι συκοφάνται καί ἄδικοι, ὅταν «ἐξεγείρονται» διά τήν καταφρόνησιν τῶν Ἀποστολικῶν Ἱερῶν Κανόνων καί διά τήν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκκλησίας ἤτοι τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου; Καί μέ ποῖον δικαίωμα Ἀρχιερεῖς καί μάλιστα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔχετε τήν δυνατότητα νά παραθεωρῆτε τά δόγματα, νά περιθωριοποιῆτε τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀμφισβητῆτε τούς Κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους, νά συμπροσεύχεσθε μετά ἑτεροδόξων καί ἀλλοθρήσκων καί νά μᾶς λέτε ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιδρῶμεν εἰς τήν ἀλλαγήν πορείας τῆς Ὀρθοδοξίας εἴμεθα ζηλωταί, ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας κ.λπ; Ἐάν τό Φανάριον ἐπιθυμεῖ τήν ἀλλαγήν τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ἰσοπέδωσίν της καί τήν ἐξίσωσίν της μέ τόν Παπισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν ὀφείλει νά συγκαλέση Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Ἕως τότε ὀφείλει νά σέβεται τήν Πίστιν καί τό Ὀρθόδοξον φρόνημα τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί τοῦ ἐντίμου Κλήρου.

ρρωστημένον μυαλόν Σεβ. Ναυπάκτου;
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος ὡμίλησε διά «ἀρρωστημένα μυαλά», τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τάς ἀντιδράσεις των διά τήν μεταπατερικήν θεολογίαν ἤ διά ἄλλα ζητήματα. Ἆραγε ὁ λογιώτατος καί ἀσκητικός Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος διά ὁλοκλήρου μελέτης προειδοποίησεν ὅτι αἱ θέσεις τῶν πατρομάχων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος συνιστοῦν αἵρεσιν, ἡ ὁποία κυοφορεῖται εἰς τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀρρωστημένον μυαλόν; Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπερασπίζεται τό Φανάρι, ὡμίλησε καί εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀναπτύσσων τό θέμα: «Ἡ μεταπατερική θεολογία ἀπό ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς».
Ὁ Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ὡμίλησε διά τήν μεταπατερικήν σκέψιν καί τήν μεταπατερικήν θεολογίαν, ἡ ὁποία «εἶναι ξένη πρός τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας» καί «ἀναιρεῖ τίς Γραφές». Ὡμίλησε διά τούς «λεγομένους μεταπατερικούς θεολόγους», οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλοί καί διαφέρουν μεταξύ των ὡς πρός τάς τάσεις, ἐνῶ «ἀσεβοῦν εἰς βάρος τῆς λατρείας καί τῆς προσευχῆς». Διεπίστωσεν, ἐπίσης, εἰς τήν ὁμιλίαν του, εἰς τήν ἡμερίδα τῆς 15ης Φεβρουαρίου ὅτι: «εἰσάγεται ἕνας μετανεωτερικός στοχασμός καί στήν πραγματικότητα ἐκπροτεσταντίζεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων».

ρρωστημένον μυαλόν καθηγητής κ. Τσελεγγίδης;
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος ὡμίλησε διά ἀρρωστημένα μυαλά, τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας. Ἆραγε εἰς αὐτούς περιλαμβάνει καί τόν Καθηγητήν τῆς δογματικῆς εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν πρώτην στιγμήν ἀνέδειξεν ὅτι ἡ μεταπατερικότητα τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος εἶναι ἰσοδύναμος μέ αἵρεσιν; Ὁ Καθηγητής ὡμίλησε καί εἰς τήν ἡμερίδα καί ὁλόκληρον τήν ὁμιλίαν του θά τήν παραθέσωμεν εἰς τό προσεχές φύλλον τοῦ «Ο.Τ.», διότι εἶναι πολύ σημαντική, ἀφοῦ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μεταπατερική θεολογία εἶναι αἵρεσις ἔχουσα τάς βάσεις της εἰς τόν Προτεσταντισμόν. Πολύ περιληπτικῶς, τό «ἀρρωστημένο» αὐτό «μυαλό», ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης εἶπε τά ἑξῆς διά τούς μεταπατερικούς θεολόγους:
«Προκαλε βαθύτατη θλίψη παχυλή γνοια καί π’ ατς ρειδομένη παρση τν “μετα-πατερικν” θεολόγων, ο ποοι πιχειρον, λως μαθς, νά ποκαταστήσουν τήν νοχλητική μλλον γι’ ατούς γιοπατερική θεολογία τς ρθόδοξης κκλησίας μέ τήν πικαιροποιημένη πιστημονική-καδημαϊκή θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους ατή φανερώνουν σαφς τι δέν γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς ο Πατέρες εναι νεργς θεοφόροι καί γιοι τς κκλησίας. γνοον μως κυρίως τι γιότητα τν γίων καί γιότητα τοῦ ἴδιου το Θεο εναι μία καί ατή, κατά τόν γιο Γρηγόριο Νύσσης. Δηλαδή γιότητα τν γίων χει ντολογικό χαρακτήρα καί εναι κτιστηδιότητα το Θεο, στήν ποία μετέχοντας πιστός μεσα καί προσωπικά, καί πό σαφες κκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ν πάσ ασθήσει» κοινωνός τς γιότητας το διου τοΘεο. Εναι λοιπόν ενόητο, τι χαρακτήρας τς γιότητας τν γίων Πατέρων εναι κτιστος.
Ο Μεγάλοι Πατέρες θεολογον μέ βάση τή θεωτική τους μπειρία.
Ο μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας ξέφρασαν πλανς τήν ποστολική Παράδοση στήν ποχή τους, φο μως προηγουμένως τήν βίωσαν συχαστικς-σκητικς καί κατεξοχήν μυστηριακς. γιος Γρηγόριος Θεολόγος, Μ. Βασίλειος, γιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, γιος Συμεών Νέος Θεολόγος καί γιος Γρηγόριος Παλαμς, γιά νά μείνουμε νδεικτικά μόνον σ’ ατούς, πικαιροποίησαν τήν ποστολική καί Πατερική Παράδοση, κφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα ατό κριβς πού βίωναν κτίστως καί “ν πάσασθήσει” καί ο λλοι γιοι Πατέρες, λλά καί ο λιγογράμματοι χαρισματοχοι, πως καί ο πλοί θεοφόροι πιστοί στήν ποχή τους».

ρρωστημένον μυαλόν καί π. Θεόδωρος Ζήσης;
Εἰς τά «ἀρρωστημένα μυαλά» ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος πρέπει νά περιλαμβάνη καί τόν ὑπέρμαχον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Καθηγητήν καί Πρωτοπρεσβύτερον π. Θεόδωρον Ζήσην, ὁ ὁποῖος, μαζί μέ τόν ἄλλον ρασοφόρον Καθηγητήν Πρωτοπρεσβύτερον π. Γεώργιον Μεταλληνόν, ἀπεκάλυψαν τήν μάσκαν τῶν Μεταπατερικῶν θεολόγων. Ἤδη τήν ὁμιλίαν τοῦ πατρός Γ. Μεταλληνοῦ (ἀρρωστημένον μυαλόν καί αὐτός) τήν ἐδημοσιεύσαμεν εἰς δύο συνεχείας (ἡ δευτέρα σήμερον). Παρουσιάζομεν καί τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ π. Θεοδώρου Ζήση εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς. Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης εἶπε μεταξύ ἄλλων:
« κκλησία κατ τ διαχρονική της συνείδηση, π τν ποστολικὴ ἐποχ μέχρι σήμερα, σέβεται κατιμ τος γίους Πατέρες κα διδασκάλους, χι γι τν νθρώπινη σοφία τους, ποία ς κτιστ παλιώνει κα φθείρεται κα γερν, λλγι τν φωτισμό τους π τ γιο Πνεμα, ο νέργειες το ποίου καστν διδασκαλία τους κα στν ζωή τους δν παλιώνουν οτε γερνον, στε ν χρειάζονται πέρβαση καξεπέρασμα, κατ τν καινοφαν διδασκαλία τν Μεταπατερικν Θεολόγων, παλαιν κα συγχρόνων.
Ες τό Πιστεύω νά προστεθ καί “ες Πατερικήν κκλησίαν”.
κκλησία δν εναι μόνον ποστολική, λλ κα Πατερική. ν πιτρεπόταν ν γίνει κάποια προσθήκη στ Σύμβολο τς Πίστεως, στὸ ἐκκλησιολογικ ρθρο “Ες Μίαν, γίαν, Καθολικν κα ποστολικν κκλησίαν”, θ μπορούσαμε κάλλιστα ν προσθέσουμε “κα Πατερικήν”: “Ες Μίαν, γίαν, Καθολικν, ποστολικν κα Πατερικν κκλησίαν”. Δν χρειάζονται πέρβαση κα ξεπέρασμα ο Πατέρες, πως δν περβαίνεται οτε τ κήρυγμα τν ποστόλων, διότι, πως λέγει α΄ κανν τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου, “ξ νς γρ παντες κα τοατο Πνεύματος αγασθέντες ρισαν τ συμφέροντα”. Τν ποστόλων τ κήρυγμα κα τν Πατέρων τ δόγματα φαίνουν π κοινο τν χιτνα τς ληθείας, καττ ραο κοντάκιο τς ορτς τν γίων Πατέρων. Κατ δ τ Συνοδικν τς ρθοδοξίας πο παναλαμβάνει τν ρο τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου: “Ατη πίστις τν ποστόλων, ατη πίστις τν Πατέρων, ατη πίστις τν ρθοδόξων, ατη πίστις τν Οκουμένην στήριξεν”.
Λυπούμεθα, διότι Παπισμός, Προτεσταντισμς κα Διαφωτισμός, πο μείωσαν πρτοι τος γίους Πατέρες, πέκτησαν καλος μαθητς κα παδος κα κ τν ρθοδόξων, κυρίως μεταξ τν ποστηρικτν τς παναιρέσεως τοΟκουμενισμο, στος ποίους νήκει κα προκαλέσασα τν συζήτησιν “καδημία Θεολογικν Σπουδν το Βόλου”, μ τ πατρομαχικό της συνέδριο γι τν “μεταπατερικ” κα “συναφειακ” Θεολογία. Γιατί ραγε παραμερίζουν καὶ ὑπερβαίνουν τος Πατέρες ο σύγχρονοι Πατρομάχοι; Γι τν διο λόγο πο ντέδρασε κα παπικς θεολόγος ωάννης τς Ραγκούσης λίγο πρν π τν Σύνοδο τς Φερράρας-Φλωρεντίας, ταν ο ρθόδοξοι Πατριάρχες δέσμευαν δι πισήμων γραμμάτων τος κπροσώπους των, ν κολουθήσουν σα ο Πατέρες στς οκουμενικς συνόδους κα στ συγγράμματά τους ριζαν.
ν εχε τηρηθ ατό, δν θ φθάναμε στν τελικ προδοσία κα ποστασία τς πίστεως. πειδ λοιπν κα τώρα μ τν Οκουμενισμ σχεδιάζεται παρόμοια κα χειρότερη ποστασία, θεωρον τι μέγα μπόδιο στ σχέδιά τους εναι ο Πατέρες τς κκλησίας κα θέλουν ν τος περβον. ποτελε πάντως κα ατ περιφαν νίκη τν γίων Πατέρων, διότι ποδεικνύει τι ο“μεταπατερικο “ θεολόγοι δν μπορον ν διαλεχθον κα ν ντιμετωπίσουν τν διδασκαλία τους καὶ ἀλλάζουν δρόμο ξεπερνώντας τους.
Μασωνικς μπνεύσεως ντιπατερική στάσις των.
ντιπατερικ πάντως στάση το μασωνικς μπνεύσεως Οκουμενισμο κα Συγκρητισμο, εναι σαφς πόδειξητο ντιχρίστου χαρακτρος των, φ’ σον κατ τὸ ἱερ κείμενο τς ποκαλύψεως, ὁ ἴδιος ντίχριστος θ βλασφημήσει τος γίους: “Κα νοιξε τ στόμα ατο ες βλασφημίαν πρς τν Θεόν, βλασφημσαι τ νομα ατο κα τν σκηνν ατο, τος ν τ οραν σκηνοντας”. Ο τς κκλησίας θ ξακολουθήσουμε ν κολουθομε τος γίους Πατέρες, “πόμενοι τος θείοις Πατράσι”, κα ν μ μετακινομε ἢ ὑπερβαίνουμε τ ρια κενα τὰ ὁποα κενοι θεσαν “μ μεταίρειν ρια αώνια, θεντο ο Πατέρες μν”. Πρς λους δ τος μεταπατερικος κα ντιπατερικος τοσυγχρόνου Οκουμενισμο κα πανθρησκειακο Συγκρητισμο, ποὺ ἐκτς τν λλων διακατέχονται π γωισμ κα φιλοσοφικ παρση παναλαμβάνουμε τ το γίου Γρηγορίου Νύσσης: “Παυσώμεθα το θέλειν εναι τν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τ λογομαχεν π καταστροφ τν κουόντων. Πιστεύσωμεν ς ο Πατέρες μν παραδεδώκασιν. Οκ σμν τν Πατέρων σοφώτεροι· οκ σμν τν διδασκάλων κριβέστεροι”».
........................................................................................................................


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012


Προφητικές ρήσεις του γέροντα Παϊσίου

για την αίρεση της μετα-πατερικής θεολογίας


Η κακοδοξία καταδικάστηκε, οι κακόδοξοι όχι!
Αμέτοχος παρατηρητής ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έναντι της μεθοδευμένης αλλοίωσης της πατερικής θεολογίας!
 Γράφει ο Διονύσης Μακρής
 Καθώς άκουγα τους εισηγητές να μιλούν περί της βδελυρής, επικίνδυνης, αμιγώς ιδιοτελούς, διαβρωτικής και αιρετικής -ναι αιρετικής χριστιανοί μου- μεταπατερικής λεγομένης διδασκαλίας ορισμένων ψευτο- εκσυγχρονιστών «ορθοδόξων» Ιεραρχών και θεολόγων σε πρόσφατη ημερίδα που διοργάνωσε η Μητρόπολη Πειραιώς στις 15 Φεβρουαρίου ήρθαν στο νου μου τα λόγια του γέροντα Παϊσίου, όταν για πρώτη φορά τον επισκέφθηκα στο κελί του στο Άγιο Όρος τα Χριστούγεννα του 1992. Ουδέποτε όμως, μπορούσα να φανταστώ πως οι θέσεις που τότε υπό τη μορφή διηγήσεως διατύπωσε ο γέροντας Παΐσιος θα σηματοδοτούσαν προφητικά την κακοδοξία φιλόδοξων και πλήρως εκκοσμικευμένων, τύποις, θα λέγαμε, και όχι ουσία ορθοδόξων χριστιανών.

Συγκεκριμένα ο π. Παΐσιος είχε εκφράσει τότε τη γνώμη πως τα ελληνόπουλα επ’ ουδενί έπρεπε να σπουδάζουν στα πανεπιστήμια της αιρετικής Δύσης γιατί στη συντριπτική πλειονότητά τους μολύνονται. Και τη μόλυνση χωρίς να το καταλάβουν την κουβαλούν στις αποσκευές τους όταν επιστρέφουν στην ευλογημένη Ελλάδα. Το μικρόβιο μάλιστα της μόλυνσης, τόνιζε έχει λάβει μορφή επιδημίας που απειλεί την ενότητα και συνοχή της Αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γι’ αυτό, όπως χαρακτηριστικά έλεγε «συνιστώ σε καθηγητές και πολιτικούς που με επισκέπτονται να φροντίσουν να κτίσουν πανεπιστήμια σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας για να μην ξενιτεύονται τα παιδιά μας και μολύνονται»!
Νεαρός φοιτητής τότε της Θεολογικής Σχολής και νέος δημοσιογράφος επί των εκκλησιαστικών ζητημάτων, δεν κατάλαβα τα σοφά λόγια του, λόγω της τύφλωσης που προκαλούσε η νεανική υπεροψία και ο εγωισμός. Μάλιστα εξομολογητικά αναφέρω πως παντελώς τα παρεξήγησα και αδυνατώντας να τα ερμηνεύσω ευθαρσώς τα καταδίκασα...
 Ο κόσμος αλλάζει, υποστήριζα. Και οι αλλαγές αυτές δεν γίνονται αντιληπτές από τους απομονωμένους αγιορείτες γέροντες. Έτσι τότε προσπέρασα τις προφητικές του ρήσεις. Μάλιστα ούτε καν οι εξηγήσεις που στη συνέχεια έδωσε ο ταπεινός αυτός άγιος ασκητής με ικανοποίησαν. Και αυτό γιατί τότε κουβαλούσα ακριβώς τη μόλυνση που εκείνος με σαφήνεια περιέγραφε.
«Το κακόδοξο και αιρετικό Βατικανό, η φερόμενη ως «Εκκλησία» της Ρώμης παρέκλινε από την Ορθόδοξη Ανατολή, από τη στιγμή που επέλεξε να κατασκευάσει και να φέρει τον τριαδικό Θεό στα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά! Όταν επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε το Θεό με την ανθρώπινη λογική, τότε μας πιάνει από το ποδάρι ο διάολος και μας χορεύει στους ρυθμούς του. Γι’ αυτό η Δύση μετά το φοβερό ατόπημα της Παπικής κακοδοξίας έγινε κομμάτια και θρύψαλα! Αποκολλήθηκε από την αλήθεια της ορθόδοξης πίστεως! Έχασε δηλαδή την ενότητα προκαλώντας νέες διαιρέσεις!
Και είναι φυσικό επακόλουθο κάθε άνθρωπος κατά το παράδειγμα του Πάπα να επιδιώκει να φτιάξει ένα Θεό στα μέτρα που εκείνος θεωρεί ότι είναι σωστά», έλεγε ο γέροντας. Και πρόσθετε με νόημα: «Αυτό το μικρόβιο έχει λάβει μορφή επιδημίας και καταστρέφει ψυχές, οδηγώντας τες στην απώλεια και στην αθεΐα. Γιατί καλόπαιδο αφού σπουδάζεις τα ιερά γράμματα πρέπει να ξέρεις ότι χωρίς συντριβή και μετάνοια δεν προσεγγίζεται ο Χριστός. Για να γίνεις φίλος του Θεού πρέπει να αποδεχθείς το θέλημά Του και να κόψεις με το μαχαίρι το δικό σου... Αυτό να το θυμάσαι στη ζωή σου. Ο Χριστός ενώνει τα διεστώτα με την κόλλα της μετανοίας».
Ομολογώ πως ως ένθερμος θιασώτης τότε των υποτιθέμενων θεολογικών διαλόγων είχα ασυνείδητα χαρακτηρίσει ως ακραίο και «συντηρητικό» τον π. Παΐσιο. Και αυτό γιατί ταυτιζόμουν με τις θέσεις εκείνων -μεταξύ αυτών και του νυν Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου- ότι η Ορθοδοξία οφείλει να μεταδώσει την αλήθεια στη Δύση, να βγει από την απομόνωση και να δημιουργήσει γέφυρες που θα ενώσουν τους χριστιανούς...
Στο διάβα όμως των χρόνων κατανόησα πως οι διάλογοι αυτοί είχαν προσβληθεί από την ίδια παπική επιδημία που έσπρωξε στον όλεθρο και την καταστροφή τη Δύση. Αυτήν που με απλά λόγια μου περιέγραψε είκοσι χρόνια πριν ο σοφός αγιορείτης γέροντας. Πρόκειται για την ίδια επιδημία που με σφοδρότητα καταδίκαζε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, συνιστώντας μάλιστα στους χριστιανούς «να καταριούνται τον Πάπα»!
Δυστυχώς η επιδημία αυτή εξαπλώθηκε σήμερα τόσο στην χώρα μας που πρόσβαλε ακόμη και Αρχιεπισκόπους και Ιεράρχες αλλά και πολλούς καθηγητές της Θεολογίας! Θέλησαν και αυτοί με τη σειρά τους, φορώντας το ένδυμα της ιδιοτέλειας και της εκκοσμίκευσης να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Πάπα να φτιάξουν δηλαδή ένα Θεό στα μέτρα τους!!! Θέλησαν να πρωτοπορήσουν προβάλλοντας εν γνώσει η εν αγνοία την εγωιστική ημιμάθεια που οδηγεί πάντα σε αιρετικές δοξασίες. Όμως, στην προσπάθειά τους αυτή φωτεινοί στύλοι, της αλήθειας και της πίστης, της ορθοπραξίας και της ορθοδοξίας, οι Άγιοι Πατέρες μας ορθώνονταν μπροστά τους εμποδίζοντας τους κάθε φορά να ολοκληρώσουν το ανοσιούργημά τους! Και ως ανοσιούργημα καλοί μου χριστιανοί νοείται η συνειδητή έκπτωση από την αλήθεια... Έτσι πονηρά σκεπτόμενοι θέλησαν να τους παρακάμψουν προβάλλοντας κατά το παράδειγμα των πολιτικών τον εκσυγχρονισμό μέσω του οποίου θα ολοκλήρωναν το επιχείρημά τους...
Την έκπτωση αυτή από την αλήθεια και τις αξίες την ονόμασαν οι δυστυχείς μετά -πατερική θεολογία. Προκειμένου μάλιστα να την ενισχύσουν και να την επεκτείνουν ίδρυσαν σχολές και ακαδημίες. Προσκάλεσαν καθηγητές, και Αρχιεπισκόπους, για να προσδώσουν το ανάλογο κύρος. Ανέπτυξαν πρωτοβουλίες, διοργάνωσαν σεμινάρια και ημερίδες με στόχο να εξαπλώσουν την λέπρα τούτη στον απλό λαό. Και πως νομίζετε χριστιανοί μου επιδιώκουν να την εξαπλώσουν; Ευελπιστούν οι κα(η)μένοι πως αυτό θα το καταφέρουν μέσω της αντίληψης του ισοπεδωτικού και καταστροφικού, όπως αποδείχθηκε από την πρόσφατη πνευματική -οικονομική κρίση, εκσυγχρονισμού, νοούμενου και με τον εκκλησιαστικό γνωστό όρο της ανεξέλεγκτης «οικονομίας»!
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, το οποίο έχει -ας μην κρυβόμαστε- κινητήριο μοχλό τις σκοτεινές στοές της μασονίας κινούνται οι ακραιφνείς μοντέρνοι θιασώτες που έχουν βάλει στόχο και σκοπό, όπως από τις πράξεις τους διαπιστώνεται, να ξηλώσουν το προστατευτικό ένδυμα των Αγίων Πατέρων με το οποίο θωράκισαν επί αιώνες την Αγία Ορθοδοξία. Ένδυμα που έραψαν με την αγιότητά τους και κέντησαν με την αυθεντία που τους προσέδιδαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Οι αθεόφοβοι, ζήλεψαν ως φαίνεται τη δόξα του αιρεσιάρχη Αρείου και σύγχρονου εκφραστή της νοοτροπίας αυτού, τον Πάπα. Πίστεψαν δηλαδή πως δια του τρόπου τούτου θα ανέλθουν σε εκκλησιαστικά αξιώματα και θέσεις, στα οποία προσδίδουν -μην έχοντας νιονιό κατά την λαϊκή έκφραση- κοσμικό αμιγώς χαρακτήρα!
Σέρνονται οι δυστυχείς εν αγνοία τους, θέλουμε να πιστεύουμε, στην κυριολεξία στο γαϊτανάκι του Αντιδίκου. Γαϊτανάκι το οποίο είθισται να ονομάζουμε ως νοσηρό οικουμενισμό και στο οποίο εν αγνοία του θέλουμε να πιστεύουμε συμμετείχε και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ο οποίος προσφάτως εκθείασε με δηλώσεις του το βδελυρό έργο της κακοδοξίας! Και η νοσηρότητα τούτου εκδηλώνεται σε όλο της το μεγαλείο στους σκόπιμους και πολιτικά υποκινούμενους διαθρησκειακούς και διαχριστιανικούς διαλόγους. Εξετάζοντας λοιπόν προσεκτικά την μέχρι σήμερα πορεία των διαλόγων αυτών, εύκολα συμπεραίνουμε ότι κυβερνώνται κατά κόρον από τα εγωιστικά πάθη και τις ιδιοτέλειες των συμμετεχόντων... Και τα στοιχεία τούτα παντελώς ξένα με το ορθόδοξο φρόνημα τους οδηγούν σε επικίνδυνους ατραπούς και διαφοροποιήσεις που συνιστούν αίρεση και καταλήγουν στην αθεΐα!  
 Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας
 «Πύργος ομοφωνίας» η διδασκαλία των Πατέρων
 Σε πρόσφατο κήρυγμά του ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως Ιερεμίας έκανε λόγο για την αιρετική επιδημία της μετα- πατερικής θεολογίας. Στο σύντομο περιεκτικό κυριακάτικο κήρυγμα τόνισε μεταξύ άλλων και το εξής: «Εμείς οι Ορθόδοξοι γνωρίζουμε καλά ότι οι άγιοι Πατέρες είναι ενωμένοι και ότι η διδασκαλία τους είναι ένας «πύργος ομοφωνίας» και όχι «πύργος Βαβέλ», διαφωνίας δηλαδή. Οι προτεστάντες όμως παλαιότερα, τον 19ο αιώνα, διχοτόμησαν τους Πατέρες και τους χώρισαν σε «βιβλίζοντες» και «ελληνίζοντες». Δεν μας πειράζει ο λόγος τους αυτός ο προτεσταντικός. Αιρετικοί είναι και αιρετικά λέγουν. Το κακό όμως είναι ότι η αίρεση αυτή, η πλάνη αυτή, περί χωρισμού των Πατέρων σε δύο παρατάξεις, ήλθε και στον χώρο μας, χωρίς να πολεμηθεί επίσημα και δυναμικά...».
 Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος
 «Η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη...»
 Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η εισήγηση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου στην πρόσφατη ημερίδα. «Τον τελευταίο καιρό -είπε- υφέρπει και κυοφορείται μία αιρετική διδασκαλία που υπονομεύει όλο το οικοδόμημα της ορθοδόξου διδασκαλίας. Δεν θα έδινα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή, αν δεν έβλεπα ότι αυτή η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη, την οποία συναντώ σε βιβλία και κείμενα, θεολόγων και φιλοσοφούντων, σε άρθρα, σε προφορικές ομιλίες που ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Δεν κτυπιέται ευθέως η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά κυρίως προσβάλλονται ύπουλα οι προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας.
Γράφεται και λέγεται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά αλλοίωσαν την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.
Η αρχαία Εκκλησία, όπως υποστηρίζεται, ζούσε το μυστήριο της Εκκλησίας στην θεία Ευχαριστία, η οποία θεία Ευχαριστία «αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού», όποτε η θεία Ευχαριστία εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, τις ιστορικές κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες ως «αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της βασιλείας του Θεού».
Οι απόψεις μπορούν να φαίνονται ως ευλογοφανείς, ουσιαστικά όμως δημιουργούν πρόβλημα, όταν δεν ερμηνεύονται ορθόδοξα τα περί της θείας Ευχαριστίας ως φανερώσεως της Βασιλείας του Θεού, και τα περί της μεθέξεως της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας».
  Δ. Τσελεγγίδης:
 Η μετα-πατερική θεολογία συνιστά στην ουσία θεομαχία!
 «Οι επίδοξοι μεταπατερικοί θεολόγοι, σαφώς δεν έχουν τις προϋποθέσεις της αγιοπατερικής θεολογίας. Γιατί, αλήθεια, πως θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι τις έχουν, όταν συμβαίνει να εισηγούνται αυθαδώς την υπέρβαση των Πατέρων της Εκκλησίας, η όταν επιχειρούν να εισαγάγουν στην εκκλησιαστική θεολογική σκέψη μια δυτικού τύπου θεολογική και γνωσιολογική πιθανολογία, που ως προϋπόθεσή της έχει την επιστημονική ακαδημαϊκή θωράκιση και τον θεολογικό στοχασμό;
Αυτή καθεαυτήν, άλλωστε, η έπαρση οδηγεί στην απεμπόλιση της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εγγυάται την γνησιότητα της ορθοδόξου θεολογίας. Τα επιστημονικά-ακαδημαϊκά κριτήρια που εισηγούνται οι μεταπατερικοί θεολόγοι, ως τεκμήρια της αντικειμενικότητάς τους, δεν συμπίπτουν απαραιτήτως με τα εκκλησιαστικά κριτήρια των θεολογείν ορθοδόξως και απλανώς, όταν μάλιστα τα κριτήρια αυτά χρησιμοποιούνται απροϋποθέτως» ανέφερε μεταξύ των άλλων στην είσήγησή του ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Δ. Τσελεγγίδης. Και πρόσθεσε: «...Αυτό δεν αποτελεί μια εξωτερικού χαρακτήρα πατρομαχία, αλλά κυρίως συνιστά μία θεομαχία, επειδή εκείνο που καθιστά τους Πατέρες της Εκκλησίας όντως Πατέρες, είναι η άκτιστη αγιότητά τους, την οποίαν έμμεσα, αλλά ουσιαστικά παραμερίζουν και ακυρώνουν, με όσα εισηγούνται με την μεταπατερική θεολογία τους.
Η μεταπατερική θεολογία, σύμφωνα με τα κριτήρια της Εκκλησίας που προαναφέραμε, είναι απόδειξη επηρμένης διανοίας. Γι’ αυτό και είναι αδύνατη η εκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Η εκκλησιαστική θεολογία είναι ταπεινή και πάντοτε «επόμενη τοις αγίοις πατράσι»... οι επίδοξοι μεταπατερικοί θεολόγοι, γνωρίζουν πολύ καλά, ότι η διδασκαλία των Αγίων Πατέρων θέτει σαφή όρια, τα οποία είτε δεν τους ευνοούν προσωπικώς, είτε εμποδίζουν τους στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι υπηρετούν τον αγαπημένο τους Οικουμενισμό. Αυτή είναι η αλήθεια...»
 π. Θεόδωρος Ζήσης
 Τέκνο του Παπισμού η μετα-πατερική θεολογία
 «...Λυπούμεθα, διότι ο Παπισμός, ο Προτεσταντισμός και ο Διαφωτισμός, που εμείωσαν πρώτοι τους Αγίους Πατέρες, απέκτησαν καλούς μαθητάς και οπαδούς και εκ των Ορθοδόξων, κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, στους οποίους ανήκει και η προκαλέσασα την συζήτησιν «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών του Βόλου», με το πατρομαχικό της συνέδριο για την «μεταπατερική» και «συναφειακή» Θεολογία. Γιατί άραγε παραμερίζουν και υπερβαίνουν τους Πατέρες οι σύγχρονοι Πατρομάχοι; Για τον ίδιο λόγο που αντέδρασε και ο παπικός θεολόγος Ιωάννης της Ραγκούσης λίγο πριν από την Σύνοδο της Φερράρας -Φλωρεντίας, όταν οι ορθόδοξοι Πατριάρχες εδέσμευαν δια επισήμων γραμμάτων τους εκπροσώπους των, να ακολουθήσουν όσα οι Πατέρες στις οικουμενικές συνόδους και στα συγγράμματά τους όριζαν. Αν είχε τηρηθή αυτό, δεν θα φθάναμε στην τελική προδοσία και αποστασία της πίστεως. Επειδή λοιπόν και τώρα με τον Οικουμενισμό σχεδιάζεται παρόμοια και χειρότερη αποστασία, θεωρούν ότι μέγα εμπόδιο στα σχέδιά τους είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας και θέλουν να τους υπερβούν. Αποτελεί πάντως και αυτό περιφανή νίκη των Αγίων Πατέρων, διότι αποδεικνύει ότι οι «μεταπατερικοί» θεολόγοι δεν μπορούν να διαλεχθούν και να αντιμετωπίσουν την διδασκαλία τους και αλλάζουν δρόμο ξεπερνώντας τους» επεσήμανε μεταξύ των άλλων ο π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
Η επέλαση του Φραγκισμού και του Παπισμού και μετά των Προτεσταντισμών, δημιούργησε την σημερινή Ευρώπη του Οικουμενισμού και των Οικουμενιστών μας μεταπατερικών θεολόγων, με την οποίαν ουδεμία (πνευματική) σχέση έχουμε. Μόνο εάν αναφανεί κάποια κίνηση μετανοίας στη σημερινή «Δύση» και αληθινή αναζήτηση της προ του σχίσματος ταυτότητός της, αλλά και διάθεση για δυναμική «επιστροφή» σ᾽ αυτήν, θα είμεθα πρόθυμοι να αγκαλιάσουμε ενθέρμως και να στηρίξουμε αυτήν την προσπάθεια, για την επανασυνάντηση όλων μας εντός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που συνεχίζεται αστασίαστα στην Πατερική Ορθοδοξία, στην οποία θέλουμε με την χάρη του Θεού να κινούμεθα και να ζούμε (πρβλ. Πραξ. 17,28).
Συντάκτης: Διονύσης Μακρής,  Στύλος Ορθοδοξίας –Φεβρουάριος 2012
 http://www.orthodoxia.gr/show.cfm?id=1653&obcatid=11