Εἶναι σύνηθες
φαινόμενο, ἡ δημοσιογραφικὴ κάλυψη τῶν γεγονότων τῆς ἐπικαιρότητος νὰ τὰ ἀντιμετωπίζει καὶ νὰ τὰ σχολιάζει ὡς μεμονωμένα περιστατικὰ καὶ ὡς ἰδιατερότητες τῆς προσωπικότητος ἐκείνων ποὺ πρωταγωνιστοῦν σὲ αὐτά. Ἔτσι ὅμως παραθεωροῦνται οἱ πραγματικὲς διαστάσεις καὶ τὸ οὐσιαστικὸ περιεχόμενο, ἰδιαιτέρως γεγονότων ποὺ δὲν ἔχουν ἁπλῶς ἀνεκδοτολογικὴ ἐκδοχή, ἀλλὰ σηματοδοτοῦν χρόνιες θεσμικὲς πληγὲς καὶ ἐκτρωματικὲς κοινωνικὲς καταστάσεις, ποὺ χρήζουν βαθυτέρου ἐλέγχου, ὥστε ἐκ τοῦ γεγονότος καὶ διὰ τοῦ κριτικοῦ λόγου νὰ ἀφυπνισθοῦν οἱ ἁρμόδιοι φορεῖς καὶ νὰ ἐνημερωθεῖ ὁ λαός. Ἐν προκειμένῳ βεβαίως πρόκειται γιὰ ἐξαιρετικῶς σημαντικὸ καὶ κρίσιμο πολιτικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ θέμα μὲ μὴ ἐμφανεῖς ἐκ πρώτης ὄψεως διαστάσεις καὶ ἐκκλησιολογικὸ βάθος.
Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἔκρηξη τοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ἰερεμία κατὰ τῆς Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων κ. Ζωῆς Κωνσταντοπούλου καὶ τοῦ ἀναπλ. ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Κώστα Ἡσύχου, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἔκφραση τῆς «ἱερᾶς» ἀγανακτήσεως τοῦ δεσπότη, γιατὶ τάχα δὲν προσῆλθαν ἐγκαίρως εἰς τὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μεγαλοπόλεως γιὰ τὴ Θεία Λειτουργία
καὶ τὴν ἐπιμνημόσυνη
δέηση ὑπὲρ τῶν 212 Ἑλλήνων πατριωτῶν ―ποὺ ἐκτελέσθηκαν ἀπὸ τὸν ναζιστικὸ γερμανικὸ στρατὸ κατοχῆς στὶς 24 Φεβρουαρίου 1944, στὴ θέση «Βίγλες» τῶν Μαλλωτῶν Μεγαλοπόλεως― δεδομένου μάλιστα
ὅτι πρόκειται γιὰ ἀνθρώπους ἰδεολογικῶς ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εὑρισκομένους, ὅπως ἐντίμως καὶ εὐθαρσῶς λόγοις τε ἢ ἔργοις ἔχουν ἐνημερώσει κάθε ἐνδιαφερόμενο.
Ἡ «ἱερά» ὀργή τοῦ δεσπότη εἶναι ἔκφραση τῆς ἐξουσιολαγνικῆς καὶ δεσποτοκρατικῆς ἀγανακτήσεώς του. Διότι ἡ δεύτερη πολιτειακὴ παράγων τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας ―ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῆς καθυστερήσεώς της καὶ τῆς προαιρέσεώς της― ἐν τοῖς πράγμασι ἀμφισβήτησε καὶ ἀκύρωσε αὐτὴ τὴν ἐξουσιολαγνικὴ πρωτοκαθεδρία, ποὺ παντὶ τρόπῳ διεκδικεῖ καὶ ἐπιβάλλει ἡ Δεσποτοκρατία, ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς Πολιτειακῆς Ἐξουσίας τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν προσφάτως δημοκρατικῶς ἐκλεγμένων ὀργάνων της καὶ ἐκπροσώπων της.
Ἐν ὀλίγοις ὁ Γόρτυνος Ἱερεμίας ἐξέφρασε τὴν ὑπαρξιακὴ ἀγωνία του καὶ τὴ συμπλεγματικὴ ἐξουσιολαγνικὴ ἰδεολογία τῆς Δεσποτοκρατίας
διὰ τῆς ὀργῆς του, ποὺ μὲ ἰταμότητα καὶ ἀλαζονεία καὶ οἴηση ἐκδήλωσε, ἐλέγχοντας ἀνοικείως καὶ ἀντὶ-πνευματικῶς ―κατ’ ἀρχὴν ἀνθρώπους καὶ πολίτες καὶ ἐν τέλει Πολιτειακοὺς καὶ Κυβερνητικοὺς παράγοντες― γιὰ ἀσυνέπεια σὲ θρησκευτικὸ φρόνημα καὶ σὲ ἐκκλησιαστικὰ καθήκοντα, ποὺ ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἀφοροῦν ἀλλὰ εὐθαρσῶς καὶ δημοσίως ἀπορρίπτουν ὡς πρόσωπα καὶ ὡς κομματικὴ παράταξη! Ἐνδεχομένως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς ἐλέγξει γιὰ τὴν ἀσυνέπειά τους ὡς πρὸς τὴν παραβίαση τοῦ προγράμματος καὶ γιὰ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ ἐκκλησιάσματος, ἀκόμη γιὰ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τοὺς τιμωμένους ἡρωϊκοὺς νεκρούς, ἐὰν ὄντως ἡ καθυστέρησή
τους ἦταν ἀδικαιολόγητη! Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε αὐτό...
Ὁ δεσπότης ὑπέπεσε ἐμπαθῶς καὶ ἐμμανῶς σὲ ἀπαράδεκτη ἀδιακρισία, κατακρεουργώντας τὴν ἐλευθερία τῶν προσώπων τους
καὶ τὸ αὐτεξούσιο τῶν συνειδήσεών τους, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγγελία τοῦ Κυρίου, «ὅστις ὀπίσω μου θέλει ἐλθεῖν», στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, διασύροντας ―ὡς μὴ ὄφειλε― δημοσίως ἐλεύθερα καὶ αὐτεξούσια
πρόσωπα. Ἐξέθεσε δὲ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστη μας καὶ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ τὶς παρεχώρησε βορὰ εἰς τοὺς καιροφυλακτοῦντες καὶ εὐκαίρως ἀκαίρως ὑλακτοῦντες χριστομάχους καὶ ἐκκλησιομάχους τῆς Πολιτικῆς καὶ τῆς Δημοσιογραφίας
καὶ τῆς Διανοήσεως. Κατήργησε τὴν συνταγματικῶς κατοχυρωμένη ἀνεξιθρησκεία, δημοσιοποίησε προσωπικὰ δεδομένα,
παρεκίνησε εἰς ὀνειδισμὸ ἐλευθέρων καὶ αὐτεξουσίων ἀνθρώπων,
προκάλεσε δυσμενῆ καὶ ἐχθρικὰ αἰσθήματα μεταξὺ τοῦ λαοῦ ἐναντίον Πολιτειακῶν καὶ Κυβερνητικῶν παραγόντων γιὰ λόγους θρησκευτικοὺς καὶ φιλοσοφικούς, κ.π.ἄ., ἐνῶ ἀντιθέτως ―ἐξ ὅσων γνωρίζω― ἐτήρησε αἰδήμονα σιωπὴ γιὰ τὴν μνημονιακὴ κατοχὴ τῆς Πατρίδος μας ἀπὸ τὸν ἀκόρεστο γερμανικὸ ἰμπεριαλισμὸ τοῦ νεοναζιστικοῦ Δ΄ Ράϊχ!
Ἐν τέλει ὁ δεσπότης ἀνασκολόπησε ὅλο τὸ συνταγματικὸ-νομικὸ καὶ ἠθικὸ πλαίσιο, τὸ ὁποῖο








ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ






