«Τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ διαχρονική του στάση ἐναντίον
τῶν αἱρέσεων»
Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
Ἀποτελεῖ πάντα χαρὰ γιὰ κάθε πιστό, ὅταν ἐκδίδεται ἕνα
βιβλίο ποὺ ἔχει ὡς θέμα του τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση
τῶν αἱρέσεων. Εἰδικὰ γιὰ μᾶς, ὅσους εἴχαμε ἀπὸ μῆνες πληροφορηθεῖ τὴν ἑτοιμασία
τοῦ βιβλίου, ὑπῆρχε καὶ ἡ προσμονή, ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ θὰ δώσει ἀπαντήσεις σὲ
θέματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς ἀποτειχισμένους στὸν ἀγώνα καὶ κατὰ τῆς
Παναιρέσεως, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκείνων ποὺ ἀποπροσανατόλιζαν τὸν ἀγώνα μὲ τὶς λάθος
τακτικές τους. Ὅμως, καὶ πρὶν βρῶ καὶ διαβάσω τὸ βιβλίο, ἔμαθα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ
πρῶτοι τὸ μελέτησαν, ὅτι τὸ βιβλίο πράγματι εἶχε κεφάλαια μὲ θαυμάσια
κατοχύρωση τῶν θέσεων περὶ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶχε μιὰ
μεγάλη ἀδυναμία· εὐνοοῦσε σχισματικὲς θέσεις!
Ἔτσι, ἐμεῖς ποὺ περιμέναμε νὰ στηριχτοῦμε στὸ βιβλίο καὶ
νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον
τῆς αἱρέσεως, διαπιστώσαμε ὅτι μᾶς ἔφερνε ἀντιμέτωπους μὲ νέα προβλήματα ποὺ εἶχαν
σχέση μὲ τὸ σχίσμα τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ἔτσι ἀντὶ γιὰ βοήθεια, μὲ ἄλγος ψυχῆς
συνειδητοποιήσαμε ὅτι, ἐνῶ μᾶς βοηθᾶ ἀπὸ τὴν μία πλευρά, μᾶς ἐπιβαρύνει μὲ ἕνα
πρόσθετο βάρος· νὰ προσπαθήσουμε νὰ ξεδιαλύνουμε, ἂν αὐτὰ ποὺ γράφει ἀποτελοῦν
πίστη τοῦ συγγραφέως ἢ ἐγράφησαν ἀπὸ ἄγνοια τοῦ θέματος ἢ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ κύκλους
τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πρᾶγμα, εἶναι ὑποχρέωσή μας –ὑποχρέωση
κάθε πιστοῦ ποὺ θέλει νὰ παραμείνει στὸ χῶρο τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως– νὰ ἐξετάσουμε
καὶ νὰ διευκρινήσουμε τὴν παραπάνω προβληματικὴ τοῦ βιβλίου, γιατὶ ἐνῶ θὰ ὠφελήσει
μὲ τὴν θαυμάσια διαπραγμάτευση τῶν θεμάτων στὰ κεφάλαια π.χ. Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, θὰ βλάψει
μὲ τὶς προβληματικὲς θέσεις ἄλλων κεφαλαίων, ὅπως τοῦ Α΄, Γ΄ καὶ ΙΓ΄. Καὶ θὰ βλάψει
περισσότερο, ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας ὅσων καλῶν περιέχει, μιᾶς καὶ τὸ καλὸ θὰ μειωθεῖ
ἀπὸ τὸ ἀνακριβές.
Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀποφάσισα σὰν πιστὸς καὶ σὰν ἱστορικὸς
νὰ συμβάλλω σὲ μία κριτικὴ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Χαρίτωνος «Τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἡ διαχρονική
του στάση ἐναντίον τῶν αἱρέσεων» ἀναδεικνύοντας καλοπροαίρετα τὶς ἀνακρίβειες
καὶ τὰ λάθη τοῦ βιβλίου κυρίως στὰ κεφάλαια Α΄, Γ΄ καὶ ΙΓ΄, ὥστε νὰ ληφθοῦν ὑπόψη
καὶ ἀπὸ τὸν συγγραφέα καὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς. Διότι εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ π.
Χαρίτων δὲν ἔγραψε τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ νὰ ἀνακηρυχθεῖ συγγραφέας, ἀλλὰ γιὰ νὰ
συμβάλει κι αὐτός, ὡς ἁγιορείτης ἱερομόναχος, στὸν ἐναντίον τῆς Παναιρέσεως τοῦ
Οἰκουμενισμοῦ ἀγώνα. Κι ἂν μείνουν ἀναπάντητες οἱ ἀνακρίβειες καὶ τὰ λάθη στὸν
γραπτὸ λόγο, ποὺ ἀναπόφευκτα –ὡς λόγος μάλιστα Ἁγιορείτικος– θὰ παίξει
καθοριστικό, καθοδηγητικὸ ρόλο στὴν συνέχιση τοῦ ἀγώνα, εἶναι φυσικὸ νὰ
συντελέσει σὲ ἀνάλογες ἀνακρίβειες καὶ λάθη στὸν χαρακτῆρα καὶ ἐξέλιξη τοῦ ἀντιαιρετικοῦ
ἀγώνα.
Πρὶν ἀρχίσω, εἶναι σημαντικὸ νὰ τονιστεῖ, ὅτι τὰ κεφάλαια
Δ΄ ἕως Θ΄ –ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς τὴν ἀποκοπὴ τοῦ «βυζαντινοῦ» Οὑμανισμοῦ ἀπὸ τὴν
σχέση του μὲ τὴν Ἀναγέννηση– εἶναι ὑπέροχα, πατερικὰ καὶ λεπτομερέστατα, ὥστε ὁ
ἀναγνώστης νὰ κερδίσει μία πολὺ καλὴ εἰκόνα τῆς θεματολογίας τῶν κεφαλαίων αὐτῶν
καὶ νὰ ὠφεληθεῖ μάλα. Τὰ πατερικὰ κείμενα ποὺ ἔχουν ἐπιλεχθεῖ ἀποδεικνύουν τὸν ἁγιοπατερικὸ
χαρακτῆρα τῆς Ἀποτειχίσεως καὶ διδάσκουν τὴν στάση τῆς Ἐκκλησίας σὲ καιρὸ αἱρέσεως,
ὅσον ἀφορᾶ ἐδῶ τοὺς Λατίνους καὶ τὴν προσπάθεια ὑποταγῆς τῶν Ὀρθοδόξων στὸν
Πάπα.
Ἀκόμα τονίζω, ὅτι ὅσες ἀναφορὲς θὰ γίνουν ἐκ μέρους μου
περὶ «παλαιοημερολογιτῶν» αὐτὲς ἀπευθύνονται σὲ ὅσους τοῦ «Παλαιοῦ» δὲν ἔχουν (καὶ
δὲν θέλουν νὰ ἔχουν) ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτοὺς τοῦ Νέου καὶ μόνον αὐτούς.
Κεφ. ΙΓ΄: Μὲ τὸ κεφάλαιο ΙΓ΄ περὶ τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος δὲν θὰ
ἀσχοληθῶ λεπτομερέστατα, μιᾶς καὶ εἶναι καταφανές, ὅτι αὐτὸ τὸ κεφάλαιο δὲν
γράφτηκε ἀμερόληπτα, ἀλλὰ πρὸς μία καὶ μόνο κατεύθυνση, αὐτὴν τῆς ἀνάδειξης τοῦ νέου ἡμερολογίου ὡς καινοτομίας
καὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ τὸ υἱοθέτησε ὡς Σχισματικῆς. Γιὰ τὴν ἐξήγηση αὐτῆς τῆς
θέσεως μου παραθέτω τὰ ἀκόλουθα:
1. Ἐνῶ στὸ κεφ. ΙΑ΄ καὶ συγκεκριμένα στὶς σελ. 190 ἕως
195 ὁ π. Χαρίτων ἀναφέρει σωστὰ τὴν πατριαρχικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1902, 1904 καὶ
1920 μὲ τὴν πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀναγνώριση τῆς θεωρίας τῶν κλάδων καὶ
τῶν αἱρέσεων ὡς «Ἐκκλησίες» καὶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου «διευρημένη Ἐκκλησία», δὲν
καυτηριάζει οὐσιαστικὰ τὴν πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία νεοφανῆ κακοδοξία, ἀλλὰ
καταλήγει ἐν εἴδει κλίμακος καὶ ὀνομάζει τὴν εἰσαγωγή τοῦ «Νέου Ἡμερολογίου» τὸ
1924 ὡς τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό,
σπρώχνοντας μὲ τὴν ἐπισήμανση αὐτὴ («πρῶτο βῆμα») τὸν ἀναγνώστη νὰ ὑποβαθμίσει σὲ σημασία, χρονικὴ καὶ δογματική, τὰ τρομερὰ
προαναφερθέντα. Παράλληλα κάνει καὶ τὸ ἀκόλουθο μεταφραστικὸ λάθος: Ἀναφερόμενος
στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τοῦ Γ’ τοῦ 1904 ὡς ἀντίθετη στὴν ἐγκύκλιο
τοῦ 1902 γράφει, ὅτι τὸ ἡμερολόγιο κατὰ τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχη δὲν ἐπιτρέπεται
νὰ ἀλλάξει, διότι εἶναι «αἰδέσιμον καὶ ἔμπεδον καὶ ἀμετακίνητον τὸ ἀπ’ αἰῶνος
καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον καὶ οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Μία
προσεκτικὴ ματιὰ ὅμως στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1904 μᾶς δείχνει, ὅτι ὁ Πατριάρχης ὅταν
ὁμιλεῖ γιὰ Ἡμερολόγιον, τὸ συνδέει ἀναπόσπαστα μὲ τὸ Πασχάλιον, καὶ τὰ ἐπίθετα
«αἰδέσιμον, ἔμπεδον, ἀμετακίνητον, καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον» ἀναφέρονται στὸ
Πασχάλιο κι ὄχι στὸ ἡμερολόγιο: «Περὶ δὲ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ἡμερολογίου τοιαύτην ἔχομεν
γνώμην αἰδέσιμον καὶ ἔμπεδον καὶ ἀμετακίνητον τὸ ἀπ’ αἰῶνος καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον δὲ τῇ διηνεκεῖ τῆς Ἐκκλησίας
πράξει Πασχάλιον, ὡς οὐκ ἐξὸν
περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Ὑποκείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου «αἰδέσιμον (εἶναι) κλπ.»,
εἶναι τὸ Πασχάλιον κι ὄχι τὸ Ἡμερολόγιον. Καινοτομία εἶναι νὰ ἀλλάξει τὸ
Πασχάλιο. Ὅπως γνωρίζουμε ὅμως ὅλοι, τὸ Πασχάλιο δὲν ἄλλαξε. Καὶ ὅπως θὰ φανεῖ
καὶ στὴν συνέχεια, μ’ αὐτὰ ποὺ ἐδῶ