Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο Χωρεπίσκοπος Ράσκας -Πριζρένης– Κοσσόβου και Μετοχίας, Μάξιμος, για τον ΙΕ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου


  Τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ ἕνα μεγάλο κείμενο που δημοσιεύουμε (παρὰ κάποιες ἀδυναμίες στὴν μετάφραση) δίνει σημαντικὲς ἀπαντήσεις σχετικὰ μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐφαρμογὴ τῆς Διακοπῆς τοῦ Μνημοσύνου ἀπὸ τὸν αἱρετίζοντα Ἐπίσκοπο. Καλὸ εἶναι νὰ τὸ διαβάσουν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς ποὺ συνεχίζουν νὰ στηρίζονται στὸν λογισμό τους, ἔχοντας ἐγκαταλείψει τὴν θεανθρώπινη λογικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ δίδαξαν μὲ λόγια καὶ ἔργα τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ διδάσκοντες κάποια, ἔστω καὶ ἐλάχιστη κακοδοξία (ἀκόμα κι ἂν αὐτὴ δὲν εἶχε καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο). Πόσο περισσότερο ἰσχύει αὐτὸ γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό, ποὺ οἱ ἴδιοι ὀνομάζουν ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ!




Ο Χωρεπίσκοπος Μάξιμος (Νοβάκοβιτς):

Η θεολογική επεξήγηση, η έννοια της ύπαρξης και αποστολής της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία[1]

   Ο Κύριος Χριστός, ὁ λίθος…γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας (Πραξ. 4,11) καί τό θεμέλιον (ΑΚορ. 3,11) της πίστης μας, της σωτηρίας μας, της θεολογίας μας, της Εκκλησίας μας, έφερε την θεϊκή Του επιστήμη προς το πεσμένο ανθρώπινο γένος, αλλά με αυτή την άφιξη Του σε αυτόν τον κόσμο, μας έφερε και μας χάρισε το πολυτιμότερο απ’ όλα – Τον Εαυτό Του. Αυτός ο ίδιος είναι η σωτηρία μας, Αυτός ο ίδιος είναι η Υπερσοφία και ο Λόγος του Θεού –η πηγή της κάθε σοφίας και της κάθε θεολογίας. Αυτός ο ίδιος είναι το κεφάλι της Εκκλησίας και η Εκκλησία είναι το σώμα Του. Δια μέσου της Εκκλησίας Του, δια μέσου της χάρης Του, μόνο για τους βαπτιζόμενους και ορθόδοξους ανθρώπους είναι προσιτός, δια μέσου όλων των Ιερών Μυστηρίων και των Ιερών Αρετών.
    Είναι σαφές, κι αυτό ότι ο Χριστός διαμένει στην Εκκλησία Του για πάντα –η αλήθεια αυτή περιλαμβάνεται στην υπόσχεση του Χριστού, δηλαδή στα λόγια Του – “καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος“, και είναι επιβεβαιωμένα με τη λέξη –“Ἀμήν“ (Ματθ. 28,20). Ωστόσο, βλέπουμε ότι αυτά τα λόγια Του αναφέρονται μόνο σε αυτούς, οι οποίοι έλαβαν την Άγια βάπτιση και οι οποίοι τηρούν όλα τα διδάγματά Του, δηλαδή, όχι κάτι από την επιστήμη Του, αλλά τα πάντα. Η Εκκλησία γίνεται η Εκκλησία Του με τον Χριστό εντός της, και η Εκκλησία ανήκει στο Χριστό μόνο αν τηρεί όλη την παράδοση του Χριστού σε ολόκληρη την ευαγγελική, αποστολική και αγιοπατερική πληρότητα της παραδόσεως αυτής. Το ενέχυρο, έτσι, ότι η Εκκλησία ανήκει στο Χριστό, και ότι η Εκκλησία είναι σαφές η Εκκλησία, όπως βλέπουμε, είναι ολόκληρη αυτή η ακέραια, ουσιαστική διατήρηση της επιστήμης του Χριστού σε ολόκληρη την θεανθρώπινη της ακεραιότητα –η διατήρηση της αποστολικής παραδόσεως, η οποία είναι δεδομένη προς εμάς από τους διαδόχους των Αποστόλων, από τους Αγίους Πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας του Θεού. Σύμφωνα με τα λόγια του πατέρα Ιουστίνου Πόποβιτς από το μοναστήρι Τσέλιε: “Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός επεκτεινόμενος διά μέσου των αιώνων και ολόκληρης της αιωνιότητας“,[2] ακριβώς δια μέσου της αληθινής ορθόδοξης πίστης ο Χριστός διαμένει στην Εκκλησία με την χάρη Του διά μέσου των αιώνων. Ότι ολόκληρη η διατήρηση του ενεχύρου της ορθόδοξης πίστης έχει σημαντική σημασία, και όχι η διατήρηση εν μέρει, ξέρουμε από τα λόγια του Αγίου Φώτίου του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως: "Πραγματικά είναι απαραίτητο όλοι μας να τηρούμε τα πάντα, προπαντός τα πάντα σχετικά με τα θέματα της πίστης, όπου η κάθε απόκλιση είναι το θανάσιμο αμάρτημα".[3] Ακόμη και ο βιογράφος Του μας θυμίζει ότι σαν αυτόν τον άγιο πρέπει όλοι μας να παλεύουμε για "την αγάπη της αλήθειας", για να μην είμαστε αυτοί για τους οποίους ο Άγιος Απόστολος γράφει: "ἀνθ’ ὧν τὴν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τὸ σωθῆναι αὐτούς" (Β Θεσ. 2,10). Από εδώ προέρχεται ο προηγούμενος ισχυρισμός ότι η Εκκλησία είναι η Εκκλησία, μόνο και μόνο όταν είναι τόπος της κοινωνίας με το Θεό, και η πηγή της σωτηρίας – μόνο αν έχει αυτήν την πληρότητα της θεϊκής επιστήμης του Χριστού και της αποστολικής και αγιοπατερικής παραδόσεως.
    Οι Άγιοι Πατέρες ήξεραν καλά την αλήθεια αυτή και αυτή ήταν ο κύριος προσανατολισμός, η κύρια έμπνευση της ποιμαντικής τους θητείας στην Εκκλησία. Χωρίς διατήρηση ολόκληρης της (γραπτής και προφορικής) παράδοσης της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα χωρίς αληθινά Δόγματα της ορθοδοξίας, δεν υπάρχει η Εκκλησία, επειδή ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει: "Ο Κύριος Χριστός ονόμασε την ακριβή σωτήρια ομολογία της πίστεως με τα λόγια – η Καθολική Εκκλησία, και γι’ αυτό το λόγο ονόμασε τον Πέτρο – ο ευλογημένος, επειδή αυτός ομολόγησε καλά" (Ματθ. 16,18).[4] 
 …Ένας από τους μεγάλους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους, ο Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος του Τζόρντανβιλ (1906-1976) με αυτή την έννοια προσθέτει: "Επομένως, ο καθένας τέλεια καταλαβαίνει ότι ο χριστιανισμός είναι προπαντός η θρησκεία της Αλήθειας, την οποία έφερε στη γη ο Υιός του Θεού από τον Ουράνιο του Πατέρα" (Ιωάν. 12, 49). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός υποσχέθηκε ότι θα στείλει το Άγιο Πνεύμα προς τους μαθητές του, για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για Αυτό, το Πνεύμα της Αλήθειας να τους φέρει σε ολόκληρη την αλήθεια (Ιωάν. 16,13). Αυτή η θεϊκή Αλήθεια είναι η πιο σημαντική στο χριστιανισμό, αυτή είναι η ίδια η ουσία του χριστιανισμού, και πρέπει να την ακολουθήσει ο κάθε χριστιανός, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο και γι΄ αυτή, αν θα είναι απαραίτητο, πρέπει να δώσει τη ζωή του, όπως έκαναν πολλοί μάρτυρες, ομολογητές και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι πάλευαν ακούραστα τους ψευδοδιδασκάλους-αιρετικούς (οι οποίοι απέκλισαν από αυτή την Αλήθεια).[6] Αυτή την Αλήθεια, για την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος γράφει, έχουν, ως εκ τούτου, μόνο αυτοί οι επίσκοποι, ιερείς και πιστοί, οι οποίοι είναι ορθόδοξοι, και οι ορθόδοξοι είναι μόνο αυτοί που αναμφιβολώς ακολουθούν αυτή την αλήθεια της αδιάφθορης πίστης, τήν οποία ομολογούν και κηρύττουν σύμφωνα με τη μάθηση των Αγίων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων, την οποίαν προστατεύουν, διατηρούν, και προσπαθούν να ζουν σύμφωνα με αυτή. Η ζωή στην αλήθεια της πατερικής πίστης είναι η ευσεβής ζωή. Επομένως, οι ορθόδοξοι είναι μόνο αυτοί οι οποίοι ευσεβώς ομολογούν την αληθινή ορθόδοξη πίστη, ζώντας ευσεβώς μέσα σε αυτή. Εξαιτίας αυτής της ζωτικής σπουδαιότητας και σημαντικότητας διατήρησης της ιεράς ορθόδοξης θρησκείας, καθώς της ζωής μέσα σε αυτή την πίστη, οι Άγιοι Πατέρες, ως το πιο άγιο έργο και ο πιο άγιος τους στόχος, παντού και πάντα είχαν μπροστά τους τη διατήρηση των αληθινών Δογμάτων της ιεράς ορθοδοξίας και ολόκληρης Παραδόσεως της Εκκλησίας. Με αυτό τον τρόπο, αυτοί μας έδειξαν όχι μόνο τον δρόμο της σωτηρίας και αληθινής εξυπηρέτησης του Θεού και της Εκκλησίας, αλλά μας υποχρέωσαν να έχουμε κι εμείς επίσης μπροστά μας, πάνω από το κάθε έργο και από το κάθε στόχο, ακριβώς αυτό τον αγιότατο και υψηλότατο στόχο· τη διατήρηση της ιεράς ορθοδοξίας. Η κύρια δημιουργική δύναμη της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων προερχόταν από αυτόν τον τύπο της εξυπηρέτησης και του ζήλου των Αγίων Πατέρων για την καθαριότητα και την αλήθεια της ορθοδοξίας. Αυτός ήταν ο κύριος σκοπός και ο στόχος τους. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είναι τυχαία ότι όλα τα εμπνευσμένα από το Θεό αγιοπατερικά έργα, τα οποία είναι γραπτά με την ευαγγελική φιλαλήθεια και την αποστολική τόλμη με σκοπό την προστασία της ορθοδοξίας κατά τη διάρκεια του διωγμού της, είναι το πιο στενό θεμέλιο με το οποίο η Εκκλησία ήταν κατοχυρωμένη, προστατευμένη και κατασκευασμένη διά μέσου των αιώνων.
   Η τοποθέτηση οποιουδήποτε άλλου στόχου πάνω από αυτό και τέτοιο στόχο είναι το ελάττωμα ποιμενικού καθήκοντος του κάθε εκκλησιαστικού αξιωματούχου και ιερέα, και αυτό δεν οδηγεί στη δημιουργία της Εκκλησίας, αλλά στη διάλυση της ίδιας. Όπως στην ιστορία, έτσι και σήμερα βλέπουμε αυτόν τον κανόνα στην πραγματικότητα. Επειδή, αν μας λείπει τέτοια μοναδική, ορθή και σοβαρή προσέγγιση στην πίστη και στην Εκκλησία, κινδυνεύουμε να χάσουμε όχι μόνο το νόημα της ποιμαντικής εξυπηρέτησης και ζωής στην Εκκλησία, αλλά και το δρόμο των Αγίων μας Πατέρων – να μπούμε στην κακιά αδιέξοδο ανοικτής προδοσίας της ορθοδοξίας. Αυτό έχει για το αποτέλεσμα την απομάκρυνση και αποστασιοποίηση από την ίδια την πίστη, δηλαδή από την Εκκλησία και από το Χριστό.

Η διάφορα μεταξύ της αληθινής και ψεύτικης ειρήνης στην Εκκλησία
   Η φανέρωση της περιπλάνησης και παρέκκλισης από τους σωστούς δρόμους της Εκκλησίας του Θεού, βλέπουμε ως θλιμμένα παραδείγματα των σύγχρονων μας στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία και στις άλλες τοπικές Εκκλησίες, οι οποίοι, αντί να προστατεύουν την ορθοδοξία, θεωρούν ότι η διατήρηση της εξωτερικής και ψεύτικης ειρήνης στην Εκκλησία είναι ο σπουδαιότατος εκκλησιαστικός στόχος, καθώς και όσο πιο καλύτερα γίνεται η τοποθέτηση της Εκκλησίας εντός των μοντέρνων ρευμάτων του κόσμου. Οι ανεύθυνοι ποιμένες της Εκκλησίας που επιλέγουν την ψευδαισθητική ειρήνη, ενότητα και ευημερία του εν λόγω είδους, καταπατούν τη βασική θεολογική αλήθεια της Εκκλησίας ότι χωρίς ενότητα στην ορθοδοξία, ούτε υπάρχει καμία άλλη ενότητα ούτε καμία άλλη ειρήνη.
     Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι ο πιο σημαντικός στόχος είναι η διατήρηση των εκκλησιαστικών κτιρίων, του εκκλησιαστικού εισοδήματος, και γενικά, η διατήρηση της Εκκλησίας με την έννοια των υλιστικών της αγαθών. Σαν να μην είναι η Εκκλησία πρώτιστα ένα πνευματικό κατασκεύασμα ή μία πνευματική οντότητα, αλλά το αρχιτεκτονικό ή οικονομικό πράγμα. Τέτοια μέθοδος εξισώνει την Εκκλησία με τα τείχη και το ταμείο, και η μέθοδος αυτή είναι ανάξια της χριστιανικής κατανόησης και αντίληψης της Εκκλησίας, η μέθοδος αυτή μένει μακριά από την αλήθεια της πίστεως και από τη θεολογική και εκκλησιολογική ουσία της Εκκλησίας. Μιλώντας γενικά, οι χαμένοι σύγχρονοι μας στη σειρά των εκκλησιαστικών αξιωματούχων της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας με επικεφαλής τον πατριάρχη Ειρηναίο (δημοσίως δηλωμένος οικουμενιστής), και οι άλλοι υπάκουοι σ’ αυτόν, προσπαθούν να διατηρούν μόνο την εξωτερική εμφάνιση της Εκκλησίας. Σαν να είναι η Εκκλησία κάποιο κοινωνιολογικό φαινόμενο. Η ιδεολογική βάση αυτής της όρασης είναι η αίρεση του οικουμενισμού, η οποία δυστυχώς σαν πνευματική μόλυνση είναι επεκτεινόμενη σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Επειδή ασπάζονται τέτοια κοσμική και μην πνευματική άποψη, τέτοιοι ψευδοποιμένες και θεολόγοι δεν μπορούν να καταλάβουν την ίδια την ουσία της Εκκλησίας· τη θεανθρώπινη βαθύτητα και το χριστολογικό πλάτος της Εκκλησίας ως του θεανθρώπινου οργανισμού, του οποίου το θεμέλιο είναι η αληθινή ορθόδοξη θρησκεία με επικεφαλής το Χριστό. Γι’ αυτό το λόγο στη σύγχρονη (μη) ορθόδοξη θεολογία έχουμε την υπερβολική έμφαση (με το παπιστικό φόντο) ενός κοινωνιολογικού φαινομένου και μιας λεπτομέρειας, δηλαδή η εξίσωση της Εκκλησίας με την κοινότητα των πιστών γύρω από οποιοδήποτε επίσκοπο, παραμελώντας πιο σημαντικό γεγονός ότι η Εκκλησία είναι πρωτίστως η κοινότητα των πιστών με το Χριστό, και μετά αυτό, η κοινότητα των πιστών γύρω από τον επίσκοπο, αποκλειστικά γύρω από τον επίσκοπο που ομολογεί σωστά την ορθοδοξία.
   Γι’ αυτό το λόγο, είναι η μεγάλη πλάνη των δημιουργών των μην ορθόδοξων επιτεύξεων της σύγχρονης ευχαριστιακής θεολογίας ότι ο επίσκοπος είναι η εικόνα του Χριστού (εννοείται αυτοδικαίως). Αυτό μοιάζει ζωηρώς με το χωρισμό του αιρετικού δόγματος περί αλαθήτου πάπα ex cathedra, δηλαδή ο πάπας είναι “αλάθητος“ μόνο όταν δημοσίως ομολογεί και διδάσκει την θρησκεία, αλλά στην προσωπική του ζωή είναι αμαρτωλός, όπως λένε οι ρωμαιοκαθολικοί αιρετικοί. Ο επίσκοπος με βάση, πρωτίστως, την ορθόδοξη του ομολογία, και πάνω από όλα, την ευσεβή του ζωή, πρέπει να είναι όντως η εύχαρις και ζωντανή εικόνα του Χριστού, αντί να παρουσιάζει και να επιβάλλει τον εαυτό του ως κάποια εικόνα του Χριστού, αποκλειστικά σύμφωνα με το επίσημο του καθήκον, κρύβοντας την πνευματική του κενότητα πίσω από την προσφώνηση του, με την παπική υποδήλωση αυτού του πράγματος, σαν να είναι ο επίσκοπος αναπληρωτής του Χριστού στη γη· αυτό είναι η φιλόδοξία του παπικού αιρετικού ιδρύματος. Αυτό το υπερβολικό στοιχείο στην καινοτομική ευχαριστιακή θεολογία ταυτόχρονα αποκαλύπτει τους παπικούς στόχους και τις προθέσεις τέτοιας ψεύτικης θεολογίας.
   Τέτοια συνολική ανθρωπιστική άποψη της λεγόμενης διατήρησης της Εκκλησίας, αποκλειστικά με την έννοια της ύπαρξής της ως ανθρώπινη κοινότητα και οργάνωση, χωρίς τα συμφραζόμενα
της αληθινής, ανθρώπινης, ορθόδοξης θρησκείας, ακόμη και με άμεση άρνηση της αλήθειας αυτής της θρησκείας, παρουσιάζει μόνο μη δημιουργική ανανέωση της αιρέσεως του Σεργιανισμού, η οποία είναι αποκαλυμμένη και καταραμένη ειδικά από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας.
   Οι φύλακες της εξωτερικής ειρήνης και ενότητας της Εκκλησίας δεν προσέχουν την αλήθεια όλων των αληθειών: ότι χωρίς παραμονή στην αλήθεια της ορθοδοξίας και χωρίς διατήρηση της ορθόδοξης θρησκείας η κάθε ειρήνη στην Εκκλησία, είναι η ψεύτικη ειρήνη, και η κάθε ενότητα στην Εκκλησία, η ψεύτικη ενότητα, και το χειρότερο είναι ότι κάθε τέτοια Εκκλησία είναι στο δρόμο να γίνει η ψεύτικη Εκκλησία. Επειδή κάθε τέτοια και η κάθε άλλη ενότητα χωρίς ορθοδοξία είναι η ενότητα χωρίς Χριστό που είπε: ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει (Λκ. 11,23). Η κάθε  ενότητα στην Εκκλησία χωρίς αληθινή πίστη, δηλαδή χωρίς Χριστό είναι η ενότητα στον αντίχριστο.
     Έτσι, μπορούμε να δούμε πόσο είναι επικίνδυνη τέτοια ψεύτικη ειρήνη και τέτοια ψεύτικη ενότητα, επειδή αυτές, όπως αποδείχτηκε, δεν εξυπηρετούν τη διατήρηση και τη δημιουργία της Εκκλησίας, αλλά εξυπηρετούν τον τρομερό και άθεο σκοπό της καταστροφής της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία δεν είναι η διοικητικό και γραφειοκρατικό σύστημα των ανθρώπων που φοράνε τα ράσα, αλλά η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός, που φάνηκε και αποδείχτηκε στην ευσεβή ομολογία της ορθόδοξης θρησκείας, δια μέσου της ζωής σύμφωνα με αυτή τη θρησκεία στα Ιερά Μυστήρια, στις Ιερές Αρετές όλων των μέλων της, με επικεφαλής το Χριστό. Όλα εκτός από αυτά δεν είναι η Εκκλησία, αλλά η μίμηση της Εκκλησίας, η κοροϊδία της Εκκλησίας, η εξίσωση της Εκκλησίας με τον αυτοδιοικούμενο οργανισμό, έχοντας ως αρχή την δημοκρατική ψηφοφορία και πλειοψηφία. Όλα αυτά σημαίνουν την προσομοίωση της Εκκλησίας και εκκλησιαστικής ζωής, μέσω της οργάνωσης των γκλάμουρ δεξιώσεων, της κατάχρησης των ιεροτελεστιών (παραδείγματος χάριν οι χειροτονίες των επισκόπων), των εγκαινίων καινούργιων (υπερβολικά διακοσμημένων) μοντέρνων ναών, της οργάνωσης των πολύλογων (αλλά πνευματικά κενών) φιλοσοφικών διαλέξεων, όπου λείπει η αλήθεια της ορθοδοξίας και η δημιουργική της δύναμη. Αυτό είναι η εξίσωση της Εκκλησίας με την ομάδα –των επισκόπων ποδοσφαιριστών, πολιτικών ή επιχειρηματιών. Η απόδειξη γι’ αυτό είναι όλο και περισσότερο άδειοι ναοί στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή η Εκκλησία, με επικεφαλής τους επισκόπους προσομοιωτές και δογματικούς ρελατιβιστές, θανάσιμα χάνει την θεανθρώπινη και σωτηριολογική, αποστολική και ιεραποστολική, αγιοπατερική και αληθινή, μαρτυρική και εξομολογητική, όσια και ασκητική, ενάρετη και χρήσιμη ζωηρότητα και ζωτικότητα.
   Στα συμφραζόμενα της αιρετικής οικουμενιστικής κινήσεως ήδη είναι φανερός ο τελικός της στόχος· η νέκρωση της Εκκλησίας και εξίσωση της με κάποιο εξωτερική φόρμα της χριστιανικής κοινότητας, δηλαδή η τόνωση αυτού του κοινωνιολογικού χαρακτήρα της Εκκλησίας (ως κοινότητα των πιστών γύρω από τον επίσκοπο-αξιωματούχο), καθώς και ο εκφοβισμός ότι έξω από τέτοιο και αυτό το είδος της κοινότητας δεν υπάρχει η σωτηρία.
Στα συμφραζόμενα αυτής της άποψης για την Εκκλησία, ο στόχος των εκκλησιαστικών ιεραρχών και των προκαθημένων είναι να υπογράψουν την ουνία με τον πάπα της Ρώμης (μόνοι τους ή με την πλειοψηφία των ψήφων των οπαδών τους των επισκόπων-ψηφοφόρων), αδιάφοροι στην πίστη, αδέξιοι στην ευλάβεια και έτοιμοι να συμβιβαστούν με τον κόσμο σχετικά με τα Ιερά Δόγματα. Μετά, ο καθένας που δεν θέλει να αποδεχτεί αυτήν την ουνία αυτή, θα αποκλειστεί από την εκκλησιαστική κοινωνία και σύμφωνα με την ασθενή λογική αυτής της κακής ευχαριστιακής θεολογίας θα στερηθεί από τη σωτηρία. Για αυτό το λόγο κι εμείς είμαστε εναντίον της σύγχρονης ευχαριστιακής θεολογίας και των εξ αυτής προερχόμενων λειτουργικών μεταρρυθμίσεων, επειδή όλα αυτά μαζί συμβολίζουν τη θεολογική βάση και διεστραμμένη θεολογική άποψη της οικουμενιστικής κινήσεως που οδηγεί άμεσα στην ένωση με τον πάπα της Ρώμης.

Η μάχη του Επισκόπου μας και της Επαρχίας μας για τη διατήρηση της Θρησκείας είναι η κύρια αιτία για την εξορία μας
Ο Επίσκοπος μας Αρτέμιος, πραγματικά πιστός πνευματικός γιος του οσίου Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιε – αυτού του τεράστιου δέντρου, φυτρωμένου από το Θεό στην πνευματική περιβόλι του αγίου Σάββα της Σερβίας, δηλαδη στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστά διατηρεί την ορθόδοξη παράδοση των δύο αναφερόμενων Αγίων Πατέρων. Ιδιαίτερα σημειώνουμε ότι το μήνυμα όλων των μηνυμάτων της θεολογίας του Πατέρα Ιουστίνου είναι το εξής: με την κάθε προσοχή και ευψυχία πρέπει να προστατεύουμε την αμετάβλητη και αδιάφθορη ομολογία της ορθόδοξης θρησκείας, και να ζούμε μέσα και σύμφωνα την θρησκεία αυτή. Αυτή τη βασική παράδοση του αγίου Ιουστίνου, ο Επίσκοπος Αρτέμιος έλαβε και χάραξε στην ποιμαντική και ασκητική του προσωπικότητα και συνάμα στην πράξη του. Φυσικά, ο Επίσκοπος Αρτέμιος μετέφερε όλα αυτά στο ποίμνιο του, στην Επαρχία του, σε αυτό το μέρος του πνευματικού κήπου του αγίου Σάββα, στο περιβόλι που δόθηκε από το Θεό. Η ζήλια εκείνων των επισκόπων που έχουν χάσει το στόχο της ποιμαντικής τους εξυπηρέτησης και έχουν χάσει τον ορθόδοξο προσανατολισμό στην πράξη τους, βοηθούμενη με την κτηνώδη αναίδεια των ηγεμόνων του κόσμου και ισχυρών παγκοσμιστών, έβαλε τη μην ευλογημένη χείρα της στο πνευματικό περιβόλι του Επισκόπου Αρτεμίου, με το σκοπό να το καταστρέψει. Αλλά, εκείνο το μέρος του ποιμνίου στην Επαρχία μας, το οποίο ήταν βαθιά ριζώμενο στην αναφερόμενη παράδοση του Επισκόπου μας, παρέμεινε προστατευόμενο από αυτήν τη μην ευλογημένη χείρα, ενώ εκείνο χωρίς ρίζα ξεριζώθηκε και ξεράθηκε. Ο ψεύτικος κηπουρός Θεοδόσιος, τον οποίο οι συνοδικοί οικουμενικοί Πατέρες με τα λόγια κανονικού δικαίου απολύτως δικαία αποκαλούν “μοιχός“, κατείχε μόνο την περίφραξη του πνευματικού κήπου της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης. Όμως, το κύριο περιεχόμενο του κήπου, δηλαδή τα μην ξεραμένα σπορόφυτα της Επαρχίας έχουν παραμείνει στην ιδιοκτησία του αληθινού κηπουρού του πνευματικού κήπου –του Επισκόπου Αρτεμίου.
Μιλώντας πιο απλά, η Επαρχία μας είναι φυσικά αποκλεισμένη έξω από την επίγεια της περίφραξη, δηλαδή έξω από τα σύνορα της, αλλά ως μια υγιής οντότητα, ο υγιής οργανισμός πνευματικά, συνέχισε να υπάρχει, ζει και επεκτείνεται εκεί που είναι υποχρεωμένη να υπάρχει με τη δύναμη των περιστάσεων, όχι σύμφωνα με το θέλημα της, δηλαδή παντού στη χώρα μας, αλλά και μακρύτερα – στο εξωτερικό. Η Επαρχία κατάφερε όλα αυτά προφανώς εξαιτίας του Επισκόπου μας, ο όποιος, κρατώντας την παράδοση της Εκκλησίας, για όλους μας έβαλε τον κύριο στόχο: τη διατήρηση της ορθοδοξίας και τη ζωή στην αμετάβλητη και αδιάφθορη ορθόδοξη πίστη. Φυσικά, η μάχη μας για τη διατήρηση της ορθόδοξης θρησκείας είχε μπροστά δικό της εχθρό. Επειδή εκεί πού υπάρχει μια μάχη, υπάρχει και ένας εχθρός. Ο κύριος εχθρός της ορθοδοξίας τον οποίο παλεύουμε σήμερα είναι η αίρεση του οικουμενισμού. Ο οικουμενισμός είναι η ουσία, η βάση και η έμπνευση όλων των καινοτομίων και μεταρρυθμίσεων μέσω των οποίων οι σύγχρονοι μισθοφόροι και περιπλανημένοι, διεστραμμένοι, αποπροσανατολισμένοι ποιμένες προσπαθούν να “βελτιώσουν“, “αλλάξουν“, “μεταρρυθμίσουν“ την ορθόδοξη θρησκεία και με αυτό τον τρόπο να την διαλύσουν, δηλαδή να καταστρέψουν την Εκκλησία του Χριστού. Βεβαίως, σε αυτή τη μάχη ή σύγκρουση με την αιρετική οικουμενιστική κίνηση εντός της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας και μακρύτερα, καθώς και με το οικουμενιστικό δόγμα, είναι λογικό να φτάσουμε στη σύγκρουση με τους κορυφαίους αυτού του δογματικού οικουμενιστικού νεωτερισμού, δηλαδή με τους οικουμενιστές. Αν ξέρουμε ότι οι οικουμενιστές προέρχονται από τη σειρά των επισκόπων γραφειοκρατών, εκπροσώπων, κακογράφων, επιχειρηματίων, ποδοσφαιριστών, ψαράδων, πολιτικών, δηλαδή των σφετεριστών των εκκλησιαστικών θεσμών, εκείνη η σύγκρουση φυσικά έχει μεταφερθεί στο εκκλησιαστικό-γραφειοκρατικό πλαίσιο που προκάλεσε την εξορία και το διωγμό της Επαρχίας μας. Το αποτέλεσμα είναι η εξορία μας. …Μετά από το διωγμό μας έξω από τα σύνορα της Επαρχίας ο Επίσκοπος Αρτέμιος ήταν κατά τη διάρκεια των δύο μηνών υπό την αστυνομική επιτήρηση κάθε μέρα όλο το εικοσιτετράωρο, όπως ήταν η κατάσταση του οσίου Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιε και του αγίου ιερομάρτυρα Βαρνάβα από το Χβόσνο. Αυτήν την ανέντιμη ενότητα και συνεργασία της κορυφής της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας με την αστυνομία του μην αναγνωρισμένου, τρομοκρατικού αλβανικού κράτους στο Κοσσυφοπέδιο, τεκμηριώνουν το οπτικοακουστικό υλικό και τα ντοκουμέντα σχετικά με αυτή την παράνομη πράξη, και οι άλλες παράνομες πράξεις των αξιωματούχων της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας με το σκοπό του διωγμού μας. Δεν έχουμε καιρό να πούμε όλα. Αυτή η σύγκρουση μας με τους επισκόπους οικουμενιστές και τον Πατριάρχη Ειρηναίο ήταν αναπόφευκτη, επειδή, καθώς ήδη έχουμε πει, δεν είναι δυνατό να παλέψουμε τον οικουμενισμό χωρίς να αντιμετωπίσουμε τους οικουμενιστές. Αλλιώς, θα κάναμε το ίδιο όπως οι πολιτικοί όταν μιλούν για τη μάχη εναντίον της εγκληματικότητας χωρίς να διώξουν τους αληθινούς εγκληματίες όπως δυστυχώς γίνεται συχνά.
Τέλος πάντων, όλα αυτά δεν μας απομάκρυναν από τον κύριο μας στόχο, από την προστασία της ορθοδοξίας. Αντιθέτως, μας έχουν ενθαρρύνει να συνεχίσουμε σε αυτόν το δρόμο. Επομένως, η προστασία της Θρησκείας είναι τώρα περισσότερο από ποτέ ο κύριος σκοπός και η έμπνευση της διωγμένης, εμπαιγμένης, εξευτελισμένης και στερημένης από το κάθε δικαίωμα, αλλά από το Θεό υποστηριγμένης μας Επαρχίας. Για τους ορθόδοξους αυτό είναι καλό, για άλλους είναι ο παράλογος φόβος και η λύπη, επειδή εμείς, μέσω αυτού, παλεύομε με αυτό τον τρόπο για την επιστροφή της ενότητας στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία σχετικά με την ομολογία της ορθοδοξίας, αληθινή ειρήνη και κοινότητα με το Άγιο Πνεύμα. Διότι, χωρίς ορθόδοξη θρησκεία, δεν υπάρχει κοινότητα ούτε με το Άγιο Πνεύμα ούτε στο Άγιο Πνεύμα. Η παραμονή σε αυτό το δρόμο και η παρακολούθηση αυτής της κατεύθυνσης, είναι ο αλάνθαστος περίπατος στο μονοπάτι του Χριστού, των Αγίων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων, όπως έχει αποδειχθεί από την προηγούμενη μας εμπειρία. Εμείς μόνο ακολουθούμε, όσο μπορούμε, την αποστολική και αγιοπατερική εμπειρία, την οποία μαρτυρούν οι βίοι των Αγίων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων (προστατών της αληθινής πίστης). Αυτό μας μαρτυρούν τα βαθύτερα δογματικά τους έργα, αλλά και το εκκλησιαστικό δίκαιο, δηλαδή η διατύπωση του κανονικού δικαίου αυτής της αποστολικής και αγιοπατερικής εμπειρίας στη μάχη για τη διατήρηση της ορθοδοξίας.

Είναι σημαντικό τώρα να τους σωπάσουμε με τα επιχειρήματα, εκείνους που φορτωμένοι με τη στενόμυαλη και επικερδή συνείδηση, κατηγορούν τον Επίσκοπο Αρτέμιο πως αυτός αποφάσισε να πολεμάει την γραφειοκρατική-εκκλησιαστική κορυφή της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας  μόνο εξαιτίας της παράνομης του εκθρόνισης και μόνο μετά από την αρχή του διωγμού του. Προπαντός, από την αρχή της ποιμαντικής του εξυπηρέτησης, ο Επίσκοπος Αρτέμιος ήταν γνωστός στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία και μακρύτερα, ως ιερομόναχος και αρχιμανδρίτης για τη σταθερή, αμετάβλητη, ακλόνητη και επίμονη παραμονή στο μέτωπο της προστασίας της ορθοδοξίας, με την ευλογία, το υπόδειγμα και το παράδειγμα του οσίου Πατέρα Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιε. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό γενικά στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία. Εδώ πρώτα υπογραμμίζουμε την ισχυρή του αντίσταση σχετικά με τις καινοτομίες στην πίστη. Η αντίσταση αυτή ήταν ιδιαίτερα φανερή εναντίον της αιρετικής οικουμενιστικής κινήσεως στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία και μακρύτερα. Κατά τη διάρκεια των ετών, αυτός μιλούσε, έγραφε και πάλευε εναντίον της αίρεσης αυτής. Έχουμε τα αλησμόνητα του έργα καθορισμένα για τη Σύνοδο της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και η αντίσταση του εναντίον της οικουμενιστικής κινήσεως και ιδιότητας μέλους στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Όλα αυτά είχαν για το αποτέλεσμα την επίσημη απόφαση της Συνόδου αυτής – η απόκλειση από το αναφερόμενο αιρετικό Συμβούλιο Εκκλησιών. Η απόφαση αυτή, δυστυχώς, δεν εφαρμόστηκε ποτέ, εξαιτίας των μηχανορραφιών των επισκόπων οικουμενιστών. Μετά από αυτό το ενεργητικό έργο και την αφιέρωση του Επισκόπου Αρτεμίου, ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν τα ρητά του προφήτου Δαυίδ: …ἤμην εἰρηνικός· ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν (Ψαλ. 119,7). Οι οικουμενιστές δεν μπόρεσαν να αντέξουν αυτή την ισχυρή αντίσταση στους ουνιατικούς τους στόχους. Για αυτό το λόγο, οι επίσκοποι οικουμενιστές με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ειρηναίο (δημοσίως δηλωμένος οικουμενιστής) με το διωγμό του Επισκόπου Αρτεμίου και την εκθρόνιση του, άρχισαν ανοιχτό, φυσικό, εκκλησιαστικό-γραφειοκρατικό διωγμό όλων των ορθοδόξων επισκόπων. Αυτός ο διωγμός των ορθοδόξων επισκόπων από τη πλευρά του οικουμενιστικού Πατριαρχείου στο Βελιγράδι έχει προκαλέσει την κατάλληλη αντίδραση από την πλευρά μας, δηλαδή την ύψωση του αντι-οικουμενιστικού μας αγώνα σε ένα κατάλληλο, πιο υψηλό εκκλησιαστικό επίπεδο του κανονικού δικαίου. Επομένως, έπρεπε να αντικαταστήσουμε τα λόγια με τη δράση, επειδή οι οικουμενιστές άρχισαν να δρουν, να διώξουν ανοιχτά τους αντί-οικουμενιστές. Για να εφαρμόσουμε αυτό, εμείς διακόψαμε το μνημόσυνο του Πατριάρχη και τη γραφειοκρατική επικοινωνία με αυτόν, επειδή ήταν φανερό ότι το μολυσμένο μέρος της ιεραρχίας της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας χρειάστηκε πολύ πιο δυνατό φάρμακο από τα γραπτά ή προφορικα λόγια. Αυτό, και όχι οποιαδήποτε λαχτάρα για την εξουσία, αποτελεί την πραγματική αιτία της ανοικτής αντίστασης του Επισκόπου Αρτεμίου στην οικουμενιστική κορυφή της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντί να καλλιεργήσει το δικό του είδος λατρείας του εξόριστου, μάρτυρα, φυλακισμένου, αθώου Επισκόπου (σύμφωνα με τη συμβουλή των θεολογικά επιπόλαιων και μυωπικών συμβούλων), τον οποίο θα θρηνούμε, αυτός θαρραλέα, καθώς είναι κατάλληλο για τους αληθινούς ποιμένες, άρχισε να πολεμάει τους πνευματικούς λύκους-οικουμενιστές που επιτέθηκαν το ποίμνιο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο κανόνας ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας Συνόδου ως στήριγμα μας στη μάχη για τη διατήρηση της ορθόδοξης θρησκείας και της Εκκλησίας
Οι Άγιοι Πατέρες συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη δύο φορές στη Σύνοδο το 859 και το 861. Για αυτό το λόγο και οι δύο Σύνοδοι θεωρούνται ως μια Τοπική Σύνοδος, η οποία ονομάζεται Θ΄ Τοπική Σύνοδος ή Πρωτοδευτέρα Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως, εξαιτίας δύο αναφερόμενων συναντήσεων των επισκόπων. Η Σύνοδος επέφερε 17 κανόνες, οι οποίοι έχουν γενική σπουδαιότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αυτή τη Σύνοδο η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε ως Οικουμενική, και για άλλη μιά φορά καταδικάστηκε η Εικονομαχία, ενώ ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας επιβεβαιώθηκε ως κανονικός Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως. Στη Σύνοδο προέδρευσε ακριβώς ο Άγιος Πατριάρχης Φώτιος ο Μέγας, στον οποίο ψάλλουμε δικαιολογημένα στο δικό του απολυτίκιο ότι αυτός ήταν ο πιο δυνατός αντίπαλος-καταστροφέας των αιρέσεων, ο όποιος προστάτευσε το Σύμβολο της Πίστεως από την αιρετική προσθήκη και από την παραμόρφωση.[7] Ακολουθώντας τη διάθεση αυτή και το χαρακτήρα αυτού του ομολογητή της ορθοδοξίας και πολλών άλλων, έχουμε φτάσει στο αποτέλεσμα ότι στην εποχή μας, στα συμφραζόμενα μας, στην μάχη μας, ο κανόνας ΙΕ΄ της Συνόδου αυτής για εμάς είναι ο πιο σημαντικός: Οἱ γὰρ δι’ αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι.[8]
Αν και η Σύνοδος αυτή απασχολήθηκε με τους μοναχούς διαφυγόντες από τους επισκόπους τους με βάση την παράλογη αυστηρότητα από τη πλευρά των μοναχών, και για αυτό το λόγο οι πρώτοι επτά κανόνες της Συνόδου αυτής είναι αφιερωμένοι στο θέμα της πειθαρχίας στην Εκκλησία, όμως, ξέροντας πόση ζημιά η αίρεση μπορεί να προκαλέσει στην Εκκλησία και μολονότι η Σύνοδος αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για την πειθαρχία, δημιουργήθηκε ο κανόνας ΙΕ΄ όπως είναι γραπτό στο βίο του Αγίου Φωτίου: Στο τέλος, η Αγία Σύνοδος αποφάσισε και αυτό – μόνο αν κάποιος επίσκοπος δημοσίως ομολογεί οποιαδήποτε αίρεση, καταδικασμένη από κάποια Σύνοδο ή από τους Αγίους Πατέρες, τότε αν κάποιος κληρικός διακόπτει το μνημόσυνο τέτοιου επισκόπου στη Θεία Λειτουργία, ο κληρικός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται επιτιμημένος αλλά δοξασμένος, αν και διέκοψε το μνημόσυνο πριν από τη συνοδική κρίση του επισκόπου αυτού (ΙΕ΄ κανόνας).[9] Όπως βλέπουμε, αυτή η κανονική ρήτρα μόνο επιβεβαιώνει ήδη παραπάνω αναφερόμενο ισχυρισμό ότι στην Εκκλησία του Θεού πάνω από όλα είναι σημαντικό, σωτήριο, ουσιαστικό και απαραίτητο· η διατήρηση της ορθοδοξίας. Δηλαδή, όχι μόνο απαγορεύεται η συγκατάθεση σχετικά με τη μεταβολή και την αλλοίωση της θρησκείας, αλλά ο κανόνας αυτός κατευθείαν μας υποχρεώνει (δοξάζοντας αυτούς που το κάνουν), όταν οι προκαθήμενοι των Εκκλησιών δημοσίως ομολογούν την αίρεση, να εναντιωθούμε ανοιχτά σε αυτή την πράξη, και να σταματήσουμε να αναγνωρίζουμε τέτοιους ποιμένες για θεμιτούς, δηλαδή πρέπει να αποφεύγουμε αυτούς. Λοιπόν, όταν υπάρχει κίνδυνος για τη θρησκεία μας, η προστασία της θρησκείας είναι πάνω από την εξωτερική εκκλησιαστική πειθαρχία. Ο κανόνας αυτός δείχνει αυτή τη θεανθρώπινη ισορροπία μέσα στον εκκλησιαστικό οργανισμό, δείχνει πως τη στιγμή όταν πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ της διατήρησης του εξωτερικού συστήματος ή πειθαρχίας, από τη μια πλευρά, και της διατήρησης της ορθοδοξίας από την άλλη, δεν πρέπει να είμαστε διστακτικοί, αλλά να βάλουμε πάντα την ορθοδοξία, τη διατήρηση της ορθοδοξίας πάνω απ’ όλα· ακόμη και πάνω από την εξωτερική διάπλαση. Τέτοιο είδος διάπλασης, χωρίς εσωτερική ορθόδοξη διάσταση, είναι μόνο η επικίνδυνη παραίσθηση της εκκλησιαστικής ειρήνης, ενότητας και του συστήματος.
Στην πραγματικότητα, τέτοια ειρήνη, τέτοιο σύστημα, χωρίς αληθινή θρησκεία είναι η προδοσία της Εκκλησίας, ορθοδοξίας και του Χριστού. Για αυτό το λόγο ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί: Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ᾿ αὐτῶν (Ρωμ. 16,17). Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη του Αποστόλου, το σχίσμα στην Εκκλησία είναι η αντίσταση στην υγιή επιστήμη της αποστολικής και αγιοπατερικής ομολογίας της θρησκείας, αλλά όχι η αντίσταση στους εκκλησιαστικούς προκαθημένους που δεν διατηρούν την επιστήμη αυτή.
Επομένως, ο Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος, γράφοντας για κατάλληλη σχέση προς αυτούς, οι οποίοι καταστρέφουν την ορθοδοξία, προσθέτει: Για τον αληθινό χριστιανό, εκεί δεν υπάρχει καμία ερώτηση και κανένα δίλημμα πώς πρέπει να συμπεριφέρεται σε τέτοιους ανθρώπους· αυτός δεν μπορεί να θεωρεί τέτοιους ανθρώπους ως ορθόδοξους χριστιανούς αν και αυτοί έχουν το υψηλότερο ιερατικό αξίωμαΚαι βεβαίως, με αυτούς δεν υπάρχει καμία κοινότητα στη χριστιανική αγάπη και στις προσευχές. Η αληθινή χριστιανική αγάπη μπορεί να υπάρχει μόνο μεταξύ των ανθρώπων, ηνωμένων στην αλήθεια. Δεν είναι τυχαία ότι πριν από τον ευχαριστιακό κανόνα ακούμε: “Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν“, ενώ όλοι οι πιστοί απαντάνε: ‘‘Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον“. Χωρίς αυτή την ομοφωνία δεν είναι δυνατή η κοινότητα της αγάπης, η κοινότητα της προσευχής, και ειδικά, η κοινότητα στο υπέροχο Μυστήριο της θείας Λειτουργίας με το Σώμα και Αίμα του Χριστού.[10]
Η αποστολική διδασκαλία είναι το να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με αυτούς που προκαλούν τα σχίσματα και τα σκάνδαλα εναντίον της παρμένης επιστήμης και να αποφεύγουμε αυτούς, και δείχνει καθαρά ότι ο λεγόμενος κανόνας ΙΕ΄ δεν επιτρέπει την παραβίαση πολλών κανόνων, οι οποίοι υποχρεώνουν τον κάθε κληρικό και λαϊκό να υποτάσσονται στην εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ λέει πως πρέπει να αποφεύγουμε εκείνα τα μέλη της Εκκλησίας, την εκκλησιαστική εξουσία και ιεραρχία, όταν αυτοί δεν ομολογούν την ορθοδοξία. Επομένως, ο κανόνας αυτός δείχνει την αποστολική-αγιοπατερική σοφία, βαθιά χαραγμένη στην έννοια όλων των Ιερών Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η σοφία αυτή αποτελείται από το γεγονός ότι οι Ιεροί Κανόνες είναι η νομική/θεμιτή διατύπωση των Ιερών Δογμάτων.
Αυτό, για την πρακτική ζωή της Εκκλησίας, σημαίνει ότι οι Ιεροί Κανόνες είναι γραπτοί και προορισμένοι να τηρούνται απολύτως μόνο όταν στην Εκκλησία υπάρχουν τα ακλόνητα σωστά δογματικά θεμέλια, δηλαδή όταν στην Εκκλησία διατηρείται η αμετάβλητη και αδιάφθορη ορθόδοξη θρησκεία, καθορισμένη στα Ιερά ορθόδοξα Δόγματα. Με αλλά λόγια, οι κανόνες στην Εκκλησία απολύτως εφαρμόζονται μόνο όταν στην Εκκλησία έχουμε τη συνηθισμένη κατάσταση, δηλαδή όταν η Εκκλησία δεν είναι χτυπημένη και απειλημένη από τις αιρέσεις, τον ανοικτό διωγμό κτλ. Επειδή, όπως είπε σοφώς ο Άγιος Πατριάρχης Νικηφόρος Α΄, στην εποχή της μάχης με τις αιρέσεις, πολλά πράγματα στην Εκκλησία υπάρχουν κατ’ ανάγκη, τα οποία δεν θα είναι δυνατά στην ειρηνική εποχή.[11] Η ιστορία της Εκκλησίας και μάχης για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας δείχνει ότι, στην εποχή των επιθέσεων της αίρεσης και των αιρετικών στην Εκκλησία, αν δίνουμε την προτεραιότητα στη διατήρηση του εξωτερικού εκκλησιαστικού συστήματος, θα προδώσουμε εκείνο εσωτερικό, ουσιαστικό, δογματικό σύστημα που είναι η βάση όλων των κανόνων και ολόκληρης της Εκκλησίας. Αν ξέρουμε πως συχνά στην ιστορία της Εκκλησίας υπήρχαν τέτοιες κακές περιστάσεις, είναι κατανοητό γιατί οι συνοδικοί Πατέρες σ’ αυτή την Πρωτοδευτέρα Σύνοδο βρήκαν ως κατάλληλο να δημιουργήσουν τον κανόνα αυτόν (ΙΕ΄).
Επίσης, είναι σημαντικό ότι ο κανόνας αυτός δημιουργήθηκε όταν η Εκκλησία νίκησε επιτέλους την αίρεση της Εικονομαχίας, μετά μακροπρόθεσμη μάχη (150 ετών), και συνεπώς, αυτός ο κανόνας είναι μόνο η νομική διατύπωση της βαθιάς μαρτυρικής εμπειρίας της Εκκλησίας στη μάχη με αυτή και άλλες αιρέσεις. Αν δεν υπήρχε ο κανόνας αυτός, όπως και η πράξη σύμφωνα με αυτόν στις προορισμένες περιστάσεις, η αίρεση θα μόλυνε αυτομάτως ολόκληρη την Εκκλησία – αν ο προκαθήμενος της οποιασδήποτε Τοπικής Εκκλησίας ή εκκλησιαστικής Επαρχίας πέφτει σε κάποια αίρεση, ενώ όλα τα υποταγμένα σε αυτόν μέλη της Εκκλησίας με κλειστά μάτια ασπάζονται την αίρεση αυτή, ακολουθώντας την παράλογη αφοσίωση προς τον προκαθήμενο αυτόν, δηλαδή σύμφωνα με την αρχή της τυφλής και παράλογης διατήρησης του νομίμου συστήματος των κανόνων, χωρίς δογματικό πλαίσιο. Ο κανόνας αυτός εμποδίζει αυτό, και προστατεύει την Εκκλησία από τέτοια καταστροφή.
Όταν δεν κατανοούμε τους κανόνες από την άποψη της ουσίας τους (και η ουσία των κανόνων είναι τα ιερά δόγματα), τότε φτάνουμε στον κίνδυνο, ενώ διατηρώντας την εξωτερική έννοια των κανόνων, να παραβιάσουμε την εσωτερική τους έννοια και το θεμέλιο τους· τα Ιερά Δόγματα.
Οι σύγχρονες περιστάσεις στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία (με επικεφαλής τον πατριάρχη Ειρηναίο που με το γυμνό κεφάλι, δηλαδή δημοσίως, ομολογεί την αίρεση του οικουμενισμού), είναι το σχολικό παράδειγμα της κατάστασης, η οποία είναι προβλέψιμη από τον λεγόμενο κανόνα.
Επομένως, ιδιαίτερα στην επικίνδυνη μας εποχή, πρέπει να κάνουμε διαφορά μεταξύ της αληθινής και ψεύτικης υπακοής. Η αληθινή υπακοή έχει τα σύνορα της, τα οποία τοποθετήθηκαν από τους Αγίους Πατέρες· πρέπει να είμαστε υπάκουοι μόνο στον  πνευματικό που είναι ορθόδοξος, δηλαδή δεν είναι αιρετικός. Αν ο πνευματικός, ποιμένας, εκκλησιαστικός προκαθήμενος πέφτει στην οποιαδήποτε αίρεση, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να απορρίψουμε την υπακοή σ’ αυτόν, με το σκοπό να αποφύγουμε την ίδια την αίρεση. Είμαστε υποχρεωμένοι να διακόψουμε την υπακοή σε τέτοιο πνευματικό πρόσωπο, το οποίο δεν είναι υπάκουο στους Αγίους Πατέρες σχετικά με τα θέματα της θρησκείας και των δογμάτων, οι ίδιοι εμείς να κόψουμε την υπακοή σ’ αυτόν και να αποφύγουμε αυτόν σαν να είναι το ίδιο το φίδι, επειδή οι Άγιοι Πατέρες ονόμαζαν τους αιρετικούς “χειρότεροι από τα φίδια“. Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό να απορρίψουμε αυτή την ψεύτικη υπακοή, η οποία είναι η κατάλληλη δικαιολογία για πολλούς να μείνουν στην υπακοή σ` αυτούς εκκλησιαστικούς προκαθημένους ανεξάρτητα από το γεγονός της (μη) ορθοδοξίας τους. Η ίδια η ουσία τέτοιας ψεύτικης υπακοής, καλύτερα να πούμε τέτοιας συναίνεσης με την προδοσία και με το πάτημα της ορθοδοξίας, αποτελείται από την προσήλωση προς τους κοσμικούς θησαυρούς και τις κοσμικές παρηγοριές. Ταυτόχρονα, η υπακοή αυτή είναι μόνο η δικαιολογία για την έλλειψη του ζήλου σε σχέση με την προστασία της ορθοδοξίας. Σε αυτή την ψεύτικη υπακοή ντύθηκαν πολλοί σύγχρονοι πνευματικοί και ιερείς, με τη γενική λύπη ολόκληρης της Εκκλησίας μας.
Εκτός από την υπακοή, έχουμε δείξει ότι υπάρχουν και τα άλλα δύο είδη της ειρήνης και ενότητας στην Εκκλησία· η αληθινή ειρήνη και ενότητα που βασίζονται και προέρχονται από την ενότητα στη θρησκεία, αλλά και η ψεύτικη, εξωτερική, παραπλανητική ειρήνη, της οποίας λείπουν η ομόνοια και ενότητα στη θρησκεία. Ενάντια σε τέτοια ψεύτικη ειρήνη στην Εκκλησία η οποία παρουσιάζει την προδοσία της ορθοδοξίας, της ίδιας της Εκκλησίας και του Θεού, πρέπει να παλεύουμε με όλες τις δυνάμεις και με όλα τα ευλογημένα μέσα τα οποία μας έδωσε ο Θεός. Αυτό επιβεβαιώνει πειστικά ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην εξής εντολή του: Έχοντας εξετάσει τις καινοτομίες που εμφανίστηκαν στην εποχή μας, έχουμε συμπεράνει ότι αυτές παρουσιάζουν τον έσχατο βαθμό του κακού. Προσέξτε, εξαιτίας κάποιας ειρήνης, να μην μολυνθούμε με αυτή τη αποστασία για την οποία ο Απόστολος είπε (Β Θεσ. 3-4) ότι θα είναι το προμήνυμα της άφιξης του αντιχρίστου. Επειδή, είναι καλό να είμαστε στην ειρήνη με όλους, αλλά μόνο αν όλοι οι άλλοι είναι ενωμένοι στην ευσέβεια, ενώ καλύτερα είναι να πολεμούμε αν η ομόνοια σημαίνει το όφελος για το κακό! Λοιπόν, η ψεύτικη ειρήνη, χωρίς ευσεβή ενότητα στην ορθοδοξία, παρουσιάζει τη συμφωνία στο όφελος του κακού και το προμήνυμα της άφιξης του αντιχρίστου, όπως λένε τα αληθινά λόγια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, του έμπειρου μαχητή για την καθαρότητα της ορθοδοξίας.
Βεβαίως, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι ο κανόνας ΙΕ΄ της ΑΒʹ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως μπορεί να εφαρμοστεί μόνο και αποκλειστικά στις περιστάσεις οι οποίες είναι σαφές προβλεπόμενες και αναφερόμενες εντός αυτού του ίδιου του κανόνα, δηλαδή στις περιστάσεις όταν ο εκκλησιαστικός προκαθήμενος (πατριάρχης, επίσκοπος, ιερέας) δημοσίως ομολογεί κάποια αίρεση. Όσον αφορά τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, οι προκαθήμενοι της (με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ειρηναίο) δημοσίως ομολογούν και δημιουργούν την αίρεση του οικουμενισμού, ως εκ τούτου, η εφαρμογή του κανόνα ΙΕ΄ της ΑΒʹ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως, για εμάς, για τα μέλη της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά χρειάζεται και απαιτείται. Κυριολεκτικά, επειδή αυτός ο ιερός κανόνας είναι το ειδικό εκκλησιαστικό-νόμιμο φάρμακο για την πληγή που η αίρεση επιβάλλει στην Εκκλησία του Θεού, την πληγή που εμείς βλέπουμε και νιώθουμε μπροστά μας στην πραγματικότητα της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ταυτόχρονα, ο κανόνας αυτός είναι η λύση για όλα τα προβλήματα που προέρχονται από το κύριο πρόβλημα, το πρόβλημα όλων των προβλημάτων – η μη ορθόδοξη, αιρετική, οικουμενιστική κατεύθυνση της ιεραρχικής κορυφής της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτός ο ιερός κανόνας, όχι μόνο προέρχεται από ολόκληρη την βαθιά και μαρτυρική εμπειρία της Εκκλησίας, αλλά επίσης προέρχεται από την αποστολική παράδοση και την εμπειρία της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων. Η εμπειρία αυτή προερχόταν από τα στόματα των Αγίων Αποστόλων, του Ιωάννη και Παύλου, οι οποίοι λένε στο ποίμνιο τους: εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει (δηλαδή, την αληθινή χριστιανική διδαχή), μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε. ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς (Β Ιω. 10-11). αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος (Τιτ. 3, 10-11). Αυτές οι τιμωρίες, μη αποδοχή, μη χαιρετισμός και μη συμμετοχή στις πράξεις τους, προβλέπονται για εκείνους που, σχετικά με την ομολογία της ορθοδοξίας, έχουν στρίψει στο δρόμο της αίρεσης, και στο τελευταίο στάδιο τέτοιας περιπλάνησης έχουν διαστραφεί, να χρησιμοποιούμε τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου.
Όταν αυτές τις προβλεπόμενες τιμωρίες μεταφέρουμε στην τωρινή κατάσταση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτές βέβαια αφορούν τον Πατριάρχη Ειρηναίο και τους επισκόπους (οι οποίοι είναι υπάκουοι σ΄ αυτόν), επειδή ο Πατριάρχης αυτός, χωρίς δισταγμό, για τον εαυτό του λέει πως είναι οικουμενιστής στα λόγια και στην πράξη. Έχοντας ανάψει το κερί στην ιουδαϊκή συναγωγή, αυτός έκανε ένα βήμα παραπέρα από τις συνηθισμένες αθεϊστικές, οικουμενιστικές προσευχές με τους ρωμαιοκαθολικούς και τους άλλους αιρετικούς. Επειδή ο σύγχρονος οικουμενισμός του είδους της Γενεύης (η ένωση όλων “των χριστιανών“ σε μια νέα παγκόσμια “πανεκκλησία“) που ακολουθούν ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι υπάκουοι σ’ αυτόν επίσκοποι, είναι ακριβώς καθορισμένος ως αίρεση από τους αυθεντικούς, αναγνωρισμένους θεολόγους και Αγίους Πατέρες, μπορούμε να πούμε ότι είναι αναμφισβήτητα σαφές πως ο Πατριάρχης Ειρηναίος με τα δικά του λόγια και με τις δικές του πράξεις τον εαυτό του ονόμασε και παρουσίασε ως αιρετικό.[12] Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο οικουμενισμός, από τις πολλές σύγχρονες λυχνίες της Εκκλησίας ονομαζόταν όχι μόνο η αίρεση, αλλά η παναίρεση, επειδή ο οικουμενισμός εντός του, παράγει και συμπεριλαμβάνει όλες τις αιρέσεις που μέσω των αιώνων στην Εκκλησία καταδικάστηκαν και καταράστηκαν σε πολλές Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, τότε και η αίρεση του οικουμενισμού σύμφωνα με τον κανόνα ΙΕ΄ της ΑΒʹ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως θεωρείται ήδη ως καταραμένη και καταδικασμένη αίρεση από τους Αγίους Πατέρες. Λοιπόν, είναι φανερό ότι η εφαρμογή αυτού του κανόνα στις σύγχρονες δύσκολες περιστάσεις στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία (τιναγμένη από την αίρεση του οικουμενισμού) αναμφιβόλως επιτρέπεται, προβλέπεται και προστάζεται από τους Αγίους Αποστόλους και Αγίους συνοδικούς Πατέρες, οι οποίοι δημιούργησαν αυτόν τον κανόνα με τον οποίο περικύκλωσαν και προστάτευσαν τις βάσεις και τα θεμέλια της Εκκλησίας του Θεού – την καθαρή και αμετάβλητη ορθόδοξη θρησκεία. Η σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία βρέθηκε η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, μας προσφέρει το θάρρος με την κάθε ελευθερία και την ειρηνική συνείδηση να συμπεράνουμε ότι η εφαρμογή του αναφερόμενου κανόνα ΙΕ΄ πρακτικά είναι απαραίτητη για όλους τους κληρικούς και τους λαϊκούς οι οποίοι δεν θέλουν να συμμετέχουν στο τρομερό πράγμα της κατάρρευσης και σκισίματος του δογματικού συστήματος της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας, και με αυτόν τον τρόπο – ολόκληρης της Εκκλησίας του Θεού.

Η διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας με το σαφές δηλωμένο οικουμενιστή – Πατριάρχη Ειρηναίο
   Στην πραγματικότητα της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης καί Κοσσόβου-Μετοχίας μας στην εξορία, στις καινούργιες άτυχες περιστάσεις στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, η διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας σύμφωνα με τον κανόνα ΙΕ΄ της ΑΒʹ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως, αφορά τον Πατριάρχη Ειρηναίο και όλους τους επισκόπους που,  παραμένοντας στην υπακοή στον Πατριάρχη, σιωπηλά ή δραστήρια υποστηρίζουν την αιρετική ομολογία της θρησκείας του και την δραστηριότητα σύμφωνα με αυτή την αίρεση. Εδώ σημειώνουμε τα εξής: την Εκκλησία ως θεανθρώπινο οργανισμό δεν μπορούμε να εξισώσουμε με την ανθρώπινη ή μαθηματική λογική, η οποία μπορεί στην τωρινή περίσταση να μας πάει σε δύο επικίνδυνες ακρότητες. Σήμερα χρειάζεται η βαθιά αιτιολογία σύμφωνα με την ουσία και το πνεύμα ολόκληρης της αποστολική-αγιοπατερικής παραδόσεως, δηλαδή σύμφωνα με την ουσιαστική έννοια των Ιερών Δογμάτων και Ιερών Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Μια ακρότητα είναι η έλλειψη της ευθύνης για το ενέχυρο της ορθοδοξίας και ολόκληρης της αγιοπατερικής παραδόσεως που έχουμε λάβει, και η αδιαφορία προς την αιρετική ομολογία και την πράξη του Πατριάρχη Ειρηναίου και των άλλων επισκόπων οικουμενιστών – δηλαδή, η παραμονή στην ψεύτικη υπακοή στον Πατριάρχη Ειρηναίο και τέτοιους επισκόπους για χάρη της ψεύτικης ειρήνης και απατηλής ενότητας στην Εκκλησία. Η άποψη αυτή είναι το αποτέλεσμα κυρίως της επιπόλαιης και λαογραφικής θρησκείας, προσήλωσης για τα κοσμικά αγαθά, έλλειψης της αληθινής, βαθιάς, ορθόδοξης ευσέβειας και ορθόδοξης συνείδησης.
Η άλλη ακρότητα, όμως, είναι η άποψη ότι, εξαιτίας της αποστασίας των προκαθημένων της Τοπικής Σέρβικης Εκκλησίας από την ορθοδοξία, ολόκληρη η Τοπική Εκκλησία μας έχει πέσει στην αίρεση. Ως εκ τούτου, η κάθε επαρχία είναι αιρετική, ο κάθε πιστός που πάει στους ναούς όπου άμεσα ή έμμεσα μνημονεύεται ο Πατριάρχης Ειρηναίος είναι ο ίδιος πραγματικά αιρετικός, ακόμη και αυτοί οι πιστοί είναι αιρετικοί οι οποίοι δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον οικουμενισμό.
Και οι δύο αυτές οι ακρότητες μας οδηγούν στην παρέκκλιση και στο βάραθρο. Οι Άγιοι Πατέρες, όμως, μας διδάσκουν για το μέσο, βασιλικό δρόμο που στους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο, αφετέρου στα έθνη μωρία. Για αυτό το λόγο, ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος, επειδή είναι το σκάνδαλο για αυτούς που διατηρούν μόνο την εξωτερική λειτουργική ενότητα στην Εκκλησία για χάρη της κοσμικής ειρήνης, και η μωρία είναι για αυτούς που είναι γεμάτοι ζήλο όχι με βάση τη θεανθρώπινη, αλλά ανθρώπινη λογική. Ως εκ τούτου, πρέπει να επαναλάβουμε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου ότι κι εμείς έχουμε το νου του Χριστού  (Α’Κορ. 2, 16).
Λοιπόν, ο μέσος δρόμος σε αυτή την κατάσταση θα είναι να μη μνημονεύεται ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι επίσκοποι οικουμενιστές, να διακόπτεται η λειτουργική και γραφειοκρατική κοινωνία με αυτούς, αλλά να μην θεωρούμε ότι, εξαιτίας της αίρεσης αυτών, ολόκληρη η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία έπεσε στην αίρεση και έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, δεν είναι καλό να απορρίψουμε αυτούς που πάνε σ’ άλλους ναούς της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας, εξαιτίας της έλλειψης της ευσεβείας, έλλειψης της ενημερότητας πόσο είναι επικίνδυνη η αίρεση που διαβρώνει τη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, έλλειψης του ζήλου για αντίσταση σ’ αυτή την αίρεση. Σχετικά με αυτά τα μέλη της Εκκλησίας πρέπει, με τη σύνεση, έχοντας αναγνωρίσει τις αφορμές γιατί αυτοί πάνε στους ναούς όπου οι οικουμενιστές εξυπηρετούν, να τους ανοίξουμε τους ορίζοντες της ορθοδοξίας και να αυξήσουμε το επίπεδο της ορθόδοξης τους συνείδησης για την ανάγκη της ανοικτής μάχης και αντίστασης στους ποιμένες, οι οποίοι αλλάζουν την ορθοδοξία και παράδοση. Αυτό πρέπει να κάνουμε αποκλειστικά με τα επιχειρήματα, με τα ευσεβή παραδείγματα και με τις προσευχές για αυτούς. Η κάθε άλλη προσέγγιση δεν ανήκει στους αληθινούς μαχητές για την ορθοδοξία, αλλά στους παθιασμένους, οργισμένους ανθρώπους, οι οποίοι κρύβουν τις δικές τους αδυναμίες οργής και θυμού με το πρόσχημα ζήλου για τη διατήρηση της ορθοδοξίας. Τέτοιοι ξεχνάνε τα αποστολικά λόγια ότι η οργή του ανθρώπου δεν εργάζεται τη δικαιοσύνη του Θεού (Ιακ. 1, 20).
Μάλιστα, εμείς οι κληρικοί δεν μπορούμε να διατηρούμε την κοινωνία με τους κληρικούς οικουμενιστές από τη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία (και από τις άλλες Τοπικές Εκκλησίες), επειδή σ` αυτούς “δόθηκε περισσότερο“, και επομένως, από αυτούς αναμένουμε περισσότερο. Από αυτούς αναμένουμε τη λεγόμενη διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας με τον Πατράρχη Ειρηναίο και με τους άλλους επισκόπους οικουμενιστές, μέχρι τη μετάνοια τους (λόγω της αίρεσης τους), δηλαδή μέχρι την απόλυτη απόρριψη της αίρεσης από την πλευρά τους, και όλα αυτά σύμφωνα με τον κανόνα ΙΕ΄ της ΑΒʹ Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως.

Το κανονικό θεμέλιο και η εγκυρότητα της ύπαρξης της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία έξω από την περιοχή της 
    Η Επαρχία μας, με επικεφαλής τον Επίσκοπο Αρτέμιο, διώχθηκε από την κανονική της περιοχή. Το πλήθος των πιστών, ανήσυχων για τη διατήρηση της ορθοδοξίας στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, μας υποστήριξε. Γνωρίζοντας ότι ο κάθε τόπος της γης είναι το μέρος της εκκλησιαστικής περιοχής κάποιας επαρχίας, είτε στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία είτε σε κάποια άλλη, προέρχεται αμέσως το πρόβλημα του εκκλησιαστικού δικαίου. Όμως, αυτό είναι το πρόβλημα μόνο του επίσημο-νομικού χαρακτήρα, δηλαδή εάν θα βλέπαμε αυτό νόμιμα και στενά, χωρίς τα ευρύτερα συμφραζόμενα των Ιερών Κανόνων και σημερινών δύσκολων περιστάσεων στις οποίες βρίσκεται η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, πληγωμένη από την οικουμενιστική αίρεση. Την ερώτηση αυτή και το πρόβλημα αυτό του εκκλησιαστικού δικαίου είχε και, διωγμένη από το αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς, η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας, την οποίαν οι μισητές κατηγορούσαν ότι αυτή δεν έχει το δικαίωμα να λειτουργεί και να υπάρχει στις εκκλησιαστικές περιοχές των άλλων Εκκλησιών ή επαρχιών. Η ιστορία αποδεικνύει ότι η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας (γνωστή για την ευλάβεια της προς την Αγία Παράδοση), δεν έδινε καμία προσοχή σε τέτοιο “επιχείρημα“ των κατηγόρων και διωκτών της, επειδή η πράξη της δικαιολογήθηκε από τους Ιερούς Κανόνες.
Πρώτα απ’ όλα, έχουμε αναφέρει προηγουμένως ότι η πιθανότητα της εφαρμογής και ο απαραίτητος χαρακτήρας των Ιερών Κανόνων υπάρχει μόνο κατά τη διάρκεια των συνηθισμένων περιστάσεων στην Εκκλησία, ενώ κατά τη διάρκεια των εκτάκτων περιστάσεων ο κανονικός φορμαλισμός μπορεί να μας οδηγεί στο δογματικό σχετικισμό, δηλαδή στην προδοσία της ορθοδοξίας. Επίσης, έχουμε αναφέρει προηγουμένως και την παρόμοια εμπειρία της Ρώσικης Ορθόδοξης Εκκλησίας εκτός Ρωσίας, η οποία βασίζεται στον κανόνα ΛΘ’ της Πενθέκτης Οικουμενικής Σύνοδου (691). Ο κανόνας αυτός αναφέρεται στον κανόνα ΛΖ´ της αναφερόμενης Συνόδου και παρουσιάζει την εφαρμογή του λεγόμενου κανόνα. Εδώ διαβάζουμε για τον κυπριακό Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, ο όποιος, εξαιτίας της εισβολής των Αράβων στο τέλος του 7ου αιώνα, με όλους τους κληρικούς και το λαό μεταφέρθηκε από την Κύπρο στον Ελλήσποντο στη Μικρή Ασία, με την υποστήριξη και βοήθεια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β΄ (685-695). Οι συνοδικοί Πατέρες, εμπνευσμένοι απ΄ το Άγιο Πνεύμα, αποφάσισαν για αυτό το θέμα τα εξής: ο Αρχιεπισκοπός Ιωάννης θα συνεχίσει να διατηρεί όλα τα εκκλησιαστικά του δικαιώματα μαζί με τους επισκόπους του και με το λαό στη νέα περιοχή όπου βρέθηκαν, η νέα έδρα του Αρχιεπισκόπου θα είναι η Ιουστινιανούπολη, ο Αρχιεπίσκοπος όχι μόνο θα κυβερνήσει πάνω από τους επισκόπους και το λαό του, αλλά ο τοπικός Μητροπολίτης στην Κύζικο πρέπει να είναι υπάκουος μαζί με τους κληρικούς του στον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη. Η νέα εποικισμένη περιοχή απομακρύνθηκε με αυτόν τον τρόπο από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, και δόθηκε στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου (η αυτοκεφαλία της οποίας αναγνωρίστηκε στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο). Μετά την εξαφάνιση του κινδύνου και επιστροφή του κυπριακού Αρχιεπισκόπου και του λαού του στην Κύπρο, στην Κύζικο ο Μητροπολίτης διορίστηκε πάλι από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως.
Αυτό επιβεβαιώνει την γενική αρχή του κανονικού δικαίου που πολλές φορές έχουμε αναφέρει προηγουμένως και την οποία γνώριζαν και εφάρμοζαν οι Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες· οι κανόνες απολύτως ισχύουν μόνο εάν η Εκκλησία βρίσκεται εντός των συνηθισμένων περιστάσεων, ενώ εντός των εκτάκτων περιστάσεων η οικονομία όχι μόνο επιτρέπεται, όπως βλέπουμε σε αυτό το παράδειγμα, αλλά η οικονομία αυτή εγκρίθηκε και εφαρμόστηκε σε μια από τις Οικουμενικές Συνόδους. Για αυτό το προηγούμενο στην ιστορία της Εκκλησίας ξέρουν και ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι άλλοι επίσκοποι οικουμενιστές. Για αυτό γράφει και ο συνταξιούχος επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς,[13] με τη σημειώση ότι σ’ αυτόν τον κανόνα η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία βάσισε την άποψη της εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν η Εκκλησία μας αποδέχτηκε στη Σερβία τους ρωσικούς πρόσφυγες το 1921, με επικεφαλής το Μητροπολίτη Αντώνιο Χραποβίτσκι (1863-1936), και αναγνώρισε το δικαίωμα των επισκόπων τους να λειτουργούν, συναθροιστούν και να διαχειριστούν το ποίμνιο τους. Αν και ο κανόνας αυτός είναι γνωστός σ’ αυτούς από την άμεση εμπειρία και εφαρμογή στην ιστορία της Τοπικής μας Εκκλησίας, οι οικουμενιστές με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ειρηναίο παραβλέπουν τον κανόνα αυτόν και την εμπειρία αυτή του Οικουμενικού και του Σέρβικου Πατριαρχείου, ενώ συμπεριφέρονται σαν να είναι όλα καλά στη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, ακόμη και στο Κοσσυφοπέδιο. Παραβλέπουν αυτόν τον κανόνα και μας κατηγορούν εξαιτίας της παραβίασης των κανόνων όταν λειτουργούμε έξω από τα κανονικά σύνορα της Επαρχίας μας, ακριβώς επειδή, στην περίπτωση μας, οι ίδιοι αυτοί είναι οι διώκτες μας, του Επισκόπου Αρτεμίου και του ποιμνίου του, με τη βοήθεια των σύγχρονων αλβανικών βαρβάρων και τρομοκρατών.
Στο διωγμό του Επισκόπου Αρτεμίου με την αξιοσημείωτη οργή και με τη ρητορική μίσους (οι οποίες είναι ακατάλληλες για το χριστιανικό πνεύμα), πάρα πολύ δραστήρια συμμετέχει ο αναφερόμενος Επίσκοπος Αθανάσιος. Αυτός, στη δική του εξήγηση του αναφερόμενου κανόνα με τον έπαινο σχολίαζε την φιλοξενία που η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσφερε στους ρώσικους πρόσφυγες, αλλά δεν αναγνωρίζει την εφαρμογή του ίδιου του κανόνα στο διωγμένο Επίσκοπο Αρτέμιο και στο ποίμνιο του και κατηγορεί τον Επίσκοπο Αρτέμιο ως σχισματικό. Αυτό δείχνει ότι, με την άποψη του εκκλησιαστικού δικαίου, το ουσιαστικό πρόβλημα της ύπαρξης της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης καί Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή, διωγμένη από τη δική της περιοχή λειτουργεί και ζει έξω από τα κανονικά της σύνορα (στην κανονική περιοχή άλλων επαρχιών), αλλά στο γεγονός ότι ο Πατριάρχης της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας Ειρηναίος αποξενώθηκε από την ορθοδοξία, και αντί να είναι καλός πατέρας και οικοδεσπότης (η αξίωμα του τον υποχρεώνει να το κάνει αυτό), ο ίδιος αυτός, μαζί με τους αλβανικούς βαρβάρους, διώχνει μη χριστιανικά τον Επίσκοπο Αρτέμιο και το ποίμνιό του, χυδαία δηλώνοντας: ό,τι κρεμιέται, ας πέσει. Βέβαια, δεν είναι λογικό και πραγματικό να αναμένουμε από το διώκτη να αποδέχεται αυτούς, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο, τους οποίους έδιωξε με παραβίαση του εκκλησιαστικού δικαίου. Στην έλλειψη του ορθοδόξου πατριάρχη, τα υποδείγματα μας, με την ευλογία των οποίων η Επαρχία μας υπάρχει και λειτουργεί έξω από τα δικά της σύνορα είναι οι Άγιοι Πατέρες, συγκεκλιμένοι στις Οικουμενικές Συνοδούς με τον κύριο στόχο – η διατήρηση της ορθοδοξίας. Η ευλογία τους και ο κοινός μας στόχος ασφαλίζουν την κανονική, εκκλησιαστική-νομική νομιμότητα του σημερινού τρόπου της ύπαρξης και λειτουργίας της Επαρχίας μας. Γνωρίζοντας ότι ο στόχος ολόκληρης της μάχης του Επισκόπου Αρτεμίου και του ποιμνίου του είναι η διατήρηση των Ιερών Ορθοδόξων Δογμάτων, η διατήρηση του κανονικού συστήματος βασισμένου σ` αυτά τα Δόγματα, και ταυτόχρονα η διατήρηση της Σέρβικης Ορθόδοξης Εκκλησίας, και γνωρίζοντας το γεγονός ότι δεν μπορούμε να αναμένουμε την ευλογία για τη λειτουργία και ύπαρξη μας έξω από τη δική μας περιοχή από το μην ορθόδοξο Πατριάρχη Ειρηναίο που μας έδιωξε ο ίδιος. Επομένως, σε αυτή την επιβεβλημένη, ανώμαλη, έκτακτη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία μας, η Επαρχία Ράσκας-Πριζρένης καί Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία με την ευλογία του Θεού επεκτείνεται παντού, όπου είναι οι κληρικοί της και ο λαός της, οι οποίοι ομολογούν την ορθοδοξία και παλεύουν για τη διατήρησή της.
Ο σκοπός της διατήρησης των Ιερών Ορθοδόξων Δογμάτων και των Ιερών Κανόνων, όπως και όλων των άλλων που οι Άγιοι Πατέρες έχουν χαράξει στην Ιερά Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελείται από τη διατήρηση της ορθοδοξίας ως ιδεολογικής, φιλοσοφικής, και δογματικής βάσης (ουσίας) της ίδιας της Εκκλησίας του Θεού. Μόνο η διατήρηση της αδιάφθορης θρησκείας της Εκκλησίας του Θεού επιτρέπει να εκπληρωθεί η κύρια χριστολογική Της αποστολή – η πραγματοποίηση της κοινωνίας του Θεού και των ανθρώπων σ` αυτή την  Ίδια, δηλαδή η σωτηρία και θέωση του ανθρώπινου γένους. Εμείς, παραμένοντας πιστοί σε τέτοιο σκοπό της Εκκλησίας, παραμένουμε πιστοί στο Χριστό και στην ίδια την Εκκλησία.

Βελιγράδι, 13. 11. 2014.

(μετέφρασε στα ελληνικά ο Μάρκο Πεϊκοβιτς)
—————————————
Σημειώσεις:
[1] Παρμένο από το περιοδικό Свети Кнез Лазар, Νο.16(82), 2014, σ. 39.
[2] Преподобни Јустин Ћелијски, Догматика Православне цркве, Београд 1978, стр. 10.
[3] Преподобни Јустин Ћелијски, Житија светих за фебруар, Београд, 1973, стр. 86-115.
[4] Живот и подвиг преподобног Максима Исповедника РС 90, 93Б.
[5] Преподобни Јустин Ћелијски, Житија светих за фебруар, Београд, 1973, стр. 86-115.
[6] Свети Кнез Лазар, званично гласило Епархије рашко-призренске и косовско-метохијске у егзилу, бр. 14-15, 2014, стр. 100.
[7] Αυτός ο Άγιος Πατέρας προέδρευσε και στη Δ΄ Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως 879/880 όπου καταδικάστηκε η ρωμαιοκαθολική αιρετική προσθήκη “filioque“. Γενικά αποδεκτός και γνωστός εξηγητής των Ιερών Κανόνων ο Επίσκοπος Νικόδημ Μιλάς, σημειώνει πως αυτή η Σύνοδος είναι Οικουμενική στο χαρακτήρα της, επειδή ασχολήθηκε με το θέμα της θρησκείας, όχι μόνο με το θέμα της εκκλησιαστικής πειθαρχίας. Για αυτό, αυτός υπενθυμίζει το γεγονός, ότι στα ντοκουμέντα αυτής της Συνόδου βρίσκουμε την ονομασία “Οικουμενική Σύνοδος“. Είναι ενδιαφέρον ότι στη λογοτεχνία του εκκλησιαστικού δικαίου της Δύσης, αυτή η Σύνοδος ονομάστηκε “Οικουμενική“ εκατοντάδες χρόνια μετά. Αυτό είναι η σημαντική πληροφορία, η οποία διαλύει τα επιχειρήματα των οικουμενιστών θεολόγων κατά τη γνώμη των οποίων η ρωμαιοκαθολική αίρεση καταδικάστηκε σε καμία Σύνοδο, αλλά αυτό έγινε σε αυτή τη Δ΄ Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως 879/880, την οποία ο πιο μεγάλος αναφερόμενος ειδικός για τον κανονικό δίκαιο ο Επίσκοπος Νικόδημ Μιλάς θεωρεί για την Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο.
[8] Η εξήγηση του αναφερόμενου κανόνα από τον Επίσκοπο Νικόδημ Μιλάς: “… εάν ένας επίσκοπος, μητροπολίτης ή πατριάρχης αρχίζει δημοσίως να ομολογεί στην Εκκλησία κάποια αίρεση, εναντίον της ορθοδοξίας, τότε οι σχετικοί κληρικοί (τοπικο ίεπίσκοποι και ιερείς) έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση αμέσως να απορρίψουν αυτόν τον επίσκοπο, μητροπολίτη ή πατριάρχη. Αν το κάνουν αυτό, δεν θα τιμωρηθούν από τους ιερούς κανόνες, αλλά θα εγκωμιαστούν, επειδή δεν επαναστάτησαν εναντίον των νόμιμων επισκόπων, αλλά εναντίον των ψεύτικων επισκόπων και των ψεύτικων δασκάλων, ούτε δημιούργησαν το σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά αντιθέτως, όσο μπόρεσαν, απελευθέρωσαν την Εκκλησία από τα σχίσματα και από τις διαιρέσεις.“ Δείτε:Никодим Милаш, ПравилаПравославне цркве са тумачењима, књига 2, Нови Сад, 1896, стр. 290 (οι εξηγήσεις στις παρενθέσεις – ο Χωρεπίσκοπος Μάξιμος).
[9] Преподобни Јустин Ћелијски, το αναφερόμενο έργο, σ. 86-115.
[10] Свети Кнез Лазар, η αναφερόμενη έκδοση, σ. 104.
[11] Преподобни Јустин Ћелијски, το αναφερόμενο έργο, σ. 86-115.
[12] Η οικουμενιστική δέσμευση του, ο πατριάρχης Ειρηναίος άρχισε να δηλώνει ήδη ως Επίσκοπος του Νις και αυτό λίγο πριν από τη δική του επιλογή για τον Πατριάρχη (στις αμφίβολες περιστάσεις και με την παρέμβαση του προηγούμενου “δημοκρατικού“ καθεστώτος του Μπόρις Τάντιτς). Βεβαίως, αυτός ο νέος προσανατολισμός του δεν ήταν τυχαίος. Επειδή μέχρι τότε, αυτός παρουσιαζόταν ως αντίπαλος των μεταρρυθμίσεων και των καινοτομιών στην Εκκλησία, και τώρα έγινε απαραίτητο για να βρει συμπάθειες στους ισχυρούς παγκοσμιστές πολιτικούς στη Σερβία και ευρύτερα, αλλά και από τους οικουμενιστικούς αξιωματούχους στην Εκκλησία. Σύμφωνα με τις νοερές ικανότητες του – ο άθλιος, ξαφνικός, άναρθρος και αναγκαστικός οικουμενιστικός προσανατολισμός του θεμελιώθηκε κυρίως στην άδοξη και, για το σερβικό λαό, επώδυνη πρόσκληση του προς τον αιρετικό πάπα να επισκεφτεί τη Σερβία. Μετά την επιλογή του για τον Πατριάρχη το 2010, επιβεβαίωσε την οικουμενιστική δραστηριότητα του σε μια συνέντευξη με τα λόγια: εγώ είμαι οικουμενιστής και ειρηνιστής. Αυτή η συνέντευξη ποτέ δεν διαψεύστηκε, ούτε γραπτά ούτε προφορικά. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού το 2010 ο Πατριάρχης συμμετείχε στη γκλάμουρ ρωμαιοκαθολική παρέλαση στη Βιέννη, λίγο μετά χωρίς κάθε λογική και χωρίς κάθε εκκλησιαστική συνείδηση άναψε το κερί στην ιουδαϊκή συναγωγή στο Βελιγράδι. Μόνο αυτές κάποιες πράξεις και δηλώσεις του, οι οποίες είναι χωρίς κάθε λογική, τον έκανε ανάξιο για το αξίωμα το οποίο αυτός παρουσιάζει. Δεν έχουμε καιρό και το χώρο να γράφουμε εδώ για κάθε οικουμενιστική δραστηριότητα και το αιρετικό σκάνδαλο αυτού του ανθρώπου. Μόνο αυτό που αναφέραμε παραπάνω είναι περισσότερο από όσο χρειάζεται για να διακόψουμε τη λειτουργική και γραφειοκρατική κοινωνία με τους ανεύθυνους και μην ορθόδοξους ψεύτικους ποιμένες, όπως απαιτούν οι Ιεροί Κανόνες.
[13] Δείτε: Свештени канони Цркве, превод са грчког (и коментари) умировљени еп. Атанасије бивши херцеговачки, Београд, 2005, σ. 162.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.