Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑ ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΟΥΣ


Του κ. Γεωργίου Ιωάννου Καραλή,
Διδάκτορος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Γένοβας

Ερώτησις  δευτέρα  (ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΟΥΣ): Η φύση είναι εξαναγκαστική. Σε αναγκάζει να είσαι έτσι όπως αυτή θέλει και δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελευθερίας. Όλοι είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε άνθρωποι (φύση) και άτομα (κλειστά υποκείμενα στην φύση τους). Κανένας δεν μας ρώτησε προσωπικά, αν θέλουμε να υπάρξουμε και να είμαστε ελεύθεροι. Ήρθαμε φυσικά στη ύπαρξη χωρίς την δική μας προσωπική βούληση και όμως χωρίς την δική μας συγκατάθεση σαν πρόσωπα που είμαστε εκφράζουμε αυτή την ελευθερία είτε το θέλουμε, είτε όχι. Εδώ καταλαβαίνουμε απόλυτα ότι η ελευθερία δεν αναφέρεται στην βούληση, δεν είναι ένα δευτερογενές (σε σχέση με την ύπαρξη) ιδίωμα του ανθρώπου (η ικανότητά του να εκλέγει, αφού πρώτα υπάρχει). Η ελευθερία ανήκει στο πρόσωπο δηλαδή στον τρόπο ύπαρξης της φύσεως. Έτσι η ελευθερία ταυτίζεται με την αφετηριακή δυνατότητα της ύπαρξης να γίνεται αδιάκοπα, να πραγματοποιείται ως προσωπική σχέση. Η αφετηρία αυτής της κατανόησης είναι καθαρά θεολογική, γιατί ο Χριστιανικός Θεός είναι πρόσωπο και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι υποταγμένος σε καμμιά αναγκαιότητα. Κατά συνέπεια ο Θεός δεν είναι αναγκασμένος να είναι Θεός από την φύση Του, γιατί ο ίδιος σαν πρόσωπο, ελεύθερο πια από κάθε αναγκαιότητα και προκαθορισμό, υποστασιάζει, κάνει υποστάσεις το είναι Του, γεννώντας αϊδίως τον Υιό και εκπορεύοντας το Πνεύμα το Άγιον. Για μένα αυτό που είναι ο Θεός καθορίζεται από την προσωπική ελευθερία του Πατρός και υπάρχει ως γεγονός ελευθερίας, δηλαδή κοινωνίας προσωπικών υποστάσεων. Ο Πατήρ είναι αυτός που βεβαιώνει ελεύθερα την θέλησή Του να υπάρχει, γεννώντας τον Υιό και εκπορεύοντας το Πνεύμα το Άγιον. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ουσία αναιρείται η διαψεύδεται ως κοινός λόγος προσδιοριστικός των ομοειδών υποστάσεων. Εκείνο που αναιρείται είναι να ταυτίσουμε τον κοινό λόγο, τον προσδιορισμό των ομοειδών υποστάσεων, με το είναι καθευατό. Η ουσία συνάγεται ως προσδιορισμός της ομοείδειας των υποστάσεων. Αν αυτό αληθεύει τότε και εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε υποταγμένοι σε καμμιά αναγκαιότητα, αλλά ελεύθεροι. Γιατί με την πτώση καταδικαστήκαμε να είμαστε σκλάβοι της φύσεως και να συμπεριφερόμαστε σαν υποκείμενα κλειστά στον εαυτό τους και απομονωμένα στην φύση τους, χωρίς να έχουμε καμμιά ανάγκη να αγαπήσουμε και επικοινωνήσουμε ο ένας με τον άλλο. Κατά συνέπεια ο κάθε άνθρωπος καλείται να μεταμορφωθεί από άτομο σε πρόσωπο. Από κλειστό ον μέσα σε μία φύση, αδύνατο να επικοινωνήσει με τους άλλους, να γίνει πρόσωπο, δηλαδή ον ελεύθερο από την φύση του και προσανατολισμένο στον Θεό και στους άλλους. Πρέπει πάση θυσία να ελευθερωθούμε από την σκλαβιά της φύσεως και να γίνουμε όλοι πρόσωπα, για να δημιουργήσουμε την εκκλησία, δηλαδή την κοινωνία των προσώπων, ελεύθερα πια από τα δεσμά της φύσεως και άλλους εξαναγκασμούς, όπως κοινή πίστη και τα παρόμοια. Ο τοπικός και καθολικός πρώτος είναι αυτοί που εγγυώνται αυτή την μεταμόρφωση, γιατί και αυτοί προσπαθούν να γίνουν πρόσωπα. Δεν θα μπορέσει να υπάρξει ενότης και πρόσωπο χωρίς αυτή την εγγύηση του πρώτου. Χωρίς τον Πατέρα που είναι ο πρώτος δεν θα υπήρχε ούτε ο Υιός ούτε το Πνεύμα, μα και ούτε η κοινή ουσία, η οποία και αυτή πηγάζει από το πρόσωπο του πρώτου. Γι’ αυτό και ο Πατήρ καλείται από τους Πατέρες “πηγαία θεότης» . Με αυτή μας την προσ­πάθεια, όπως βλέπεις δεν προσ­παθούμε να καταργήσουμε τους Πατέρες, αλλά να δώσουμε απάντηση στην σημερινή κοινωνία, η οποία ασχολείται πολύ με την έννοια της ελευθερίας. Η απάντηση βέβαια δεν μπορεί να είναι νοησιαρχική, αλλά εμπειρική. Στο βαθμό που γινόμαστε πρόσωπα και υπακούουμε στον πρώτο, όπως έκανε ο Χριστός υπακούοντας στον Πατέρα, τόσο πιο πολύ εκφράζουμε την όντως ζωή και δίνουμε απάντηση σε δύσκολα οντολογικά προβλήματα.

Απάντησις ορθοδόξου. Θα ήθελα να πω ότι όταν ισχυριζόμαστε κάτι θα πρέπει να το αναλύουμε πρώτα και να το εξετάζουμε πολύ προσεκτικά, για να μη γίνει ένα θεωρητικό κατασκεύασμα του μυαλού μας που εξωτερικά μεν φαίνεται πολύ ελκυστικό, αλλά δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του με την πρώτη εξέταση. Εσύ είσαι
θεολόγος, έχεις σπουδάσει θεολογία στο Πανεπιστήμιο, έχεις πάρει διδακτορικά στο εξωτερικό και διδάσκεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν έρχεσαι από πρακτικές σπουδές όπως εγώ. Εγώ διδάχθηκα πρωτίστως να μη λέω ελκυστικά κατασκευάσματα του μυαλού μου, αλλά να εφαρμόζω στην πράξη κάθε έρευνα και θεωρία όσο και ελκυστική και να φαίνεται. Όταν ένας ασθενής έρχεται σε μένα δεν μου ζητά να έχω ελκυστικές θεωρίες. Μου ζητά μία βοήθεια στο πρόβλημά του, μία θεραπεία και δεν τον ενδιαφέρουν οι θεωρητικές μου γνώσεις όσο μεγάλες και ωραίες και να είναι. Από την μεριά μου η είμαι σε θέση να τον βοηθήσω η όχι. Όταν λοιπόν επισκέπτομαι τον ασθενή μέσα μου πάντα βάζω την εξής ερώτηση: μπορώ να του λύσω το πρόβλημα η όχι; Για σένα αυτό δεν είναι σημαντικό, αλλά για μένα είναι πρωτίστης σημασίας. Εσύ αρκείσαι να λες αναπόδειχτα ότι η φύση του Θεού είναι αναγκαιότης και αν ο Πατήρ δεν εκφράσει μία προσωπική ελευθερία, γεννώντας τον Υιό και εκπορεύοντας το Πνεύμα το Άγιον, για να βρεθεί σ’ ένα διαρκή δίκτυο προσωπικών σχέσεων, τότε είναι αναγκασμένος από την φύση Του να είναι Θεός. Τι θέλεις να πεις με αυτά τα ωραία και ελκυστικά λόγια στην πραγματικότητα; Ποιά σκοπιμότητα εξυπηρετεί μία τέτοια τοποθέτηση; Γιατί θεωρείς την φύση σαν ανάγκη και δεν σκέφτεσαι τις θεολογικές συνέπειες των όσων ισχυρίζεσαι με πολύ επιφανειακό τρόπο; Εσύ ο φτωχός άνθρωπος προσπαθείς με θεωρητικά κατασκευάσματα να μας πεις και να αναλύσεις την φύση του Θεού και τολμάς να την αποκαλείς αναγκαιότητα; Εσύ νομίζεις ότι ο Θεός έχει κάποιο πρόβλημα με την φύση Του, και προσπαθεί τάχα να απελευθερωθεί από την φυσική Του αγαθότητα, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον άνθρωπο της πτώσεως, ο οποίος ιδιοποιήθηκε προσωπικά, δια του γνωμικού θελήματος, της φυσικής θελήσεως και ενεργείας; Είναι πολύ αστείο αυτό που ισχυρίζεσαι και το λέει ξεκάθαρα ο θεολόγος Γρηγόριος απαντώντας στους αρειανούς που σκεφτόντουσαν με τον ίδιο τρόπο. “Θέλεις λιγάκι να αστειευθώ και με τον Πατέρα; Εσύ μου δίνεις το δικαίωμα για τέτοια τολμήματα. Ο Πατήρ είναι Θεός με την θέλησή Του η χωρίς την θέλησή Του; Και για να αποφύγεις τα επιδέξια επιχειρήματα σε ερωτώ. Εάν μεν είναι Θεός με τη θέλησή Του, πότε άρχισε να θέλει… Εάν πάλι είναι Θεός χωρίς την θέλησή Του, τι τον ανάγκασε να γίνει; Και πως είναι Θεός, εάν έχει υποστεί βία και μάλιστα όχι για τίποτε άλλο παρά για να είναι Θεός; Πως λοιπόν έχει γεννηθεί … Εξήγησέ τα αυτά. Αλλά βέβαια ούτε τότε μπορείς να φιλοσοφήσεις για την γέννηση του Θεού, γιατί αυτό είναι επικίνδυνο… Παύσαι λοιπόν να ομιλείς περί των ρεύσεων και των διαιρέσεων και των τομών, και να φαντάζεσαι την ασώματον φύση σαν να έχει σώμα…ας τιμήσουμε την γέννηση του Θεού με σιωπή…Είναι πολύ για σένα το ότι έμαθες ότι εγεννήθη. Το πως εγεννήθη δεν επιτρέπεται να το μάθουν ούτε οι άγγελοι, πολύ δε περισσότερο εσύ. Θέλεις να σου εξηγήσω το πως; Με τον τρόπο που γνωρίζει ο Πατήρ που εγέννησε και ο Υιός που εγεννήθη. Τα περισσότερα από αυτά είναι καλυμμένα με νέφη και διαφεύγουν την ασθενή όρασή σου” (Λόγος κθ  7, 8)
Πιστεύω ότι ο Μέγας αυτός Πατήρ αρκούσε για να πείσει τον κάθε άνθρωπο για το αστείο της ερωτήσεως που θέτεις. Όχι βέβαια ένα θεωρητικό φιλόσοφο σαν και σένα σπουδαγμένο στην υπαρξιστική φιλοσοφία του Sartre. Και νομίζεις λοιπόν ότι λύνεις κάποιο πρόβλημα, αν σκεφτείς με τον αστείο αυτό τρόπο και θεωρήσεις την φύση του Θεού ανάγκη; Ισχυρίζεσαι ότι η ελευθερία ανήκει στο πρόσωπο, η θέληση λοιπόν που ανήκει κατά την γνώμη σου; Συμπεραίνω ότι η θέληση θα αναφέρεται μάλλον στην φύση, επειδή δεν μπορούμε να αποδώσουμε τρεις διαφορετικές θελήσεις στα Θεία πρόσωπα, ούτε να θεωρήσουμε τον Υιό αποτέλεσμα θελήσεως του Πατρός, όπως ισχυριζόντουσαν οι αρειανοί, οι οποίοι έθεταν την ίδια ερώτηση στους ορθοδόξους. Επομένως για σένα το πρόσωπο του Πατρός, επειδή είναι ελεύθερο, υποστασιάζει την φύση του γεννώντας τον Υιό και εκπορεύοντας το Πνεύμα το Άγιον, χωρίς μάλιστα να το θέλει, γιατί η ελευθερία προηγείται της θέλησης; Μιλάς για οντολογική ελευθερία και όχι για θέληση. Δηλαδή με άλλα λόγια ισχυρίζεσαι ότι ο Πατήρ είναι ελεύθερος χωρίς να το θέλει. Πρώτα είναι ελεύθερος και μετά θέλει. Και πάλι η βούληση του Θεού για σένα δεν είναι αυτεξούσια, όπως ισχυρίζονται οι Πατέρες, ούτε καν ελεύθερη. Τότε γιατί ελευθερώνεται από την αναγκαιότητα; Πως μπορεί κάποιος να είναι ελεύθερος χωρίς να το θέλει η πως μπορεί να μη θέλει ελεύθερα, δηλαδή αυτεξούσια; Θα πρέπει να πεις ακόμη περισσότερα πράγματα, γιατί αν ο Θεός είναι ελεύθερος χωρίς να το θέλει και η βουλήσή Του δεν είναι πια ελεύθερη, είναι και αυτός απόλυτα καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, γιατί η βούλησή του δεν είναι ελεύθερη. Δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι από τη μία μεριά ότι η φύση του Θεού είναι ανάγκη- γιατί θα πρέπει η φύση να είναι ανάγκη αυτό δεν μας το εξήγησες, αλλά καταλαβαίνουμε την γνωστική προέλευση- και να προσπαθείς να τον απελευθερώσεις από αυτή, για να τον υποτάξεις αργότερα σε μία άλλη ανάγκη, της οντολογικής ελευθερίας, όπως την αποκαλείς. “Εγώ λοιπόν δεν δέχομαι τίποτε εκ τούτων των δύο, και ισχυρίζομαι ότι δεν είναι η απάντηση δύσκολη, αλλά η ερώτηση παράλογη” (Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος κθ  8).
Ας υποθέσουμε για μία στιγμή ότι καταφέρνεις να ελευθερώσεις τον Πατέρα από την ανάγκη χωρίζοντας την ελευθερία από την βούληση, τι θα κάνουμε στο θεολογικό επίπεδο; Οι Πατέρες ισχυρίζονται ότι στο κάθε πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος, τα υποστατικά ιδιώματα, ανήκουν μόνα σε αυτό και όχι σε άλλο πρόσωπο. Δεν υπάρχει υποστατική κοινωνία προσώπων, γιατί τα πρόσωπα είναι υποστατικώς ακοινώνητα. Αν λοιπόν η ελευθερία είναι δεμένη με το πρόσωπο του Πατρός ανήκει μόνο σε αυτόν και δεν κοινωνείται σε κανένα άλλο πρόσωπο. Ρωτάμε λοιπόν υπάρχει ελευθερία στον Υιό και στο Πνεύμα; Και αν υπάρχει τι είδους ελευθερία είναι αυτή κτιστή η άκτιστη; Αν είναι άκτιστη ποιά θα είναι η διαφορά της ελευθερίας του Υιού η της ελευθερίας του Πνεύματος από την ελευθερία του Πατρός; Μήπως με αυτό τον τρόπο σκέψεως είμαστε αναγκασμένοι να διακρίνουμε τρεις ελευθερίες διαφορετικές στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος; Δεν πέφτουμε έτσι στον κίνδυνο της τριθεΐας; Και μάλιστα αν κανείς ισχυρίζεται ότι το ενιαίον του Θεού οφείλεται στο πρόσωπο του Πατρός, και όχι στην φύση όπως ισχυρίζονται οι Πατέρες, αν στην Τριάδα οι διακρίσεις (πρόσωπα) προηγούνται των ενώσεων (φύσεως), τότε ο ένας Θεός εξαφανίζεται. Και δεν σώζουμε τη κατάσταση αν μόνο αποδώσουμε στον Πατέρα την αιτία της ύπαρξης του Υιού και του Πνεύματος. Και στην ελληνική μυθολογία ο Δίας είναι η αιτία των άλλων θεών, αλλά βέβαια δεν έχουμε ένα Θεό αλλά δώδεκα. Και ο Αδάμ είναι η αιτία της Εύας, αλλά δεν συναποτελεί με τη Εύα ένα άνθρωπο. Αυτά για την τριαδολογία αν τώρα πάμε στον χριστολογία πως θα λύσουμε τα ερωτήματα που γεννιούνται, αφού ανόητα φαντάστηκες ότι η ελευθερία είναι δεμένη στο πρόσωπο και όχι στην φύση; Ο Χριστός έχει δύο φύσεις ανθρωπίνη και Θεϊκή, αλλά δεν έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Το πρόσωπο του Λόγου προσωποποιεί τις δύο φύσεις. Η ελευθερία, κατά την γνώμη σου, συνδέεται με το προ­-σ­ωπο του Λόγου η με την φύση; Αν η ελευθερία συνδέεται με το πρόσωπο, όπως ισχυρίζεσαι, τότε θα έχουμε μόνο μία ελευθερία στον Χριστό, αυτή του προσώπου του Λόγου. Αυτή η ελευθερία θα είναι κτιστή η άκτιστη; Αν είναι κτιστή τότε ο Λόγος έχει διαφορετική ελευθερία από τον Πατέρα και Πνεύμα. Ο ίδιος ο Λόγος μετατρέπεται σε κτίσμα διαθέτοντας κτιστή ελευθερία. Αν πάλι πεις η ελευθερία είναι άκτιστη, τότε ποιά θα είναι η διαφορά από την προσωπική ελευθερία του Πατρός και του Πνεύματος από την στιγμή που η ελευθερία δεμένη στο πρόσωπο μετατρέπεται σε υποστατικό ιδίωμα; Και πάλι αν η ελευθερία του εναθρωπήσαντος Λόγου είναι άκτιστη, αυτό σημαίνει: η ότι ο Χριστός στερείται ανθρωπίνης ελευθερίας, η ότι είναι ίδια η ανθρωπίνη ελευθερία με την θεϊκή. Και πάλι αν ισχυρισθείς ότι ο Χριστός δεν στερείται ανθρωπίνης ελευθερίας και βέβαια δεν είναι η ίδια η ανθρωπίνη με την θεϊκή ελευθερία, τότε θα είσαι αναγκασμένος να δεχθείς στον Χριστό μικτή ελευθερία. Αν όμως ο Χριστός έχει μικτή ελευθερία δεν ξεχωρίζεται από τον Πατέρα και το Πνεύμα που έχουν μόνο άκτιστη ελευθερία; Πως μπορείς να απαντήσεις σε αυτά τα θεολογικά ερωτήματα; Με ποιό τρόπο θα μπορέσεις να ξεφύγεις;
Αν όμως ακολουθήσουμε την λογική των Πατέρων δεν θα έχουμε αυτά τα προβλήματα. Γιατί η ελευθερία καθώς και η θέληση ονομάζονται αυτεξούσιον, δηλαδή ελευθέρα θέλησις και ανήκουν στην φύση. Επομένως στην τριαδολογία έχουμε τρία πρόσωπα, τρεις διακρίσεις και ένα αυτεξούσιον,επειδή έχουμε μία κοινή φύση, ενώ στην Χριστολογία ένα Χριστό, ο οποίος θέλει ελευθέρως με δύο αυτεξούσια, ένα ανθρώπινο και ένα Θεϊκό. Με το ανθρώπινο αυτεξούσιον θέλει ελευθέρως σαν άνθρωπος ομοούσιος κατά πάντα με εμάς και με το Θεϊκό αυτεξούσιο θέλει ελευθέρως σαν Θεός με την ίδια ελευθέρα θέληση του Πατρός και του Πνεύματος, καθότι ο Χριστός είναι ομοούσιος και με τον Πατέρα και με το Πνεύμα. Έπειτα για τους Πατέρες η φύση δεν είναι αναγκαστική, γιατί η ανθρώπινη και πολύ περισσότερο η θεϊκή ουσία είναι, εκούσια, αυθόρμητη και αυτεξούσια. Όπως ισχυρίζεται ο Μέγας Αθανάσιος – απαντώντας στους αρειανούς που φανταζόντουσαν ότι η φύση είναι ανάγκη, επομένως επειδή ο Πατήρ γεννάει τον Υιό φυσικά είναι αναγκασμένος από την φύση Του να τον γεννήσει και δεν τον θέλει – η φύση δεν είναι αναγκαιότητα και εξηγεί το γιατί. Κατά τον Μέγα Αθανάσιο, ο αυθορμητισμός της φύσεως δεν ελέγχεται ούτε καθορίζεται από τη θέληση, αλλά υπέρκειται της θελήσεως. Έτσι ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα είναι αγαθοί, όχι γιατί το διάλεξαν και το θέλησαν, αλλά επειδή αυθορμήτως, ανάρχως, εκουσίως και ελεύθερα η φύση τους εκδηλώθηκε έτσι, γι’ αυτό ακριβώς και δεν υπάρχει αναγκαιότητα ούτε στον Θεό, ούτε στον άνθρωπο. Και βέβαια δεν υπάρχει καμμιά ενδιάμεση θέληση, ακριβώς γιατί η φύση είναι αυθόρμητη, αλλά ο αυθορμητισμός αυτός της φύσεως, δεν είναι ούτε κατά της θελήσεως, ούτε και ακούσιος. Τηρώντας τις αναλογίες ας πάρουμε ένα παράδειγμα, για να το καταλάβουμε καλύτερα. Αν κάποιος συζητά μ’ ένα συνάθρωπό του, εντελώς αυθόρμητα ακουμπά το χέρι στον ώμο του, εντελώς αυθόρμητα του σφίγγει το χέρι. Δεν το σκέφτηκε από πριν να το κάνει, δεν το αποφάσισε, μα εντελώς αυθόρμητα τον ακούμπησε. Και ο άλλος εντελώς αυθόρμητα απάντησε σ’ αυτή την κίνηση με το ίδιο τρόπο. Βέβαια αυτή η πράξη δεν είναι κατά της θελήσεως, ούτε και ακούσια. Γιατί η φύση και η ανθρωπίνη και η θεία δεν είναι μόνο εκούσια και αυτεξούσια, αλλά και αυθόρμητη.
Συνεχίζοντας ο μέγας αυτός Πατήρ, τονίζει, με ιδιαίτερο τρόπο, ότι κοινή και μία είναι η αγάπη του Πατρός και του Υιού. Επειδή λοιπόν είναι μία η θέληση και η αγάπη, με την ίδια θέληση και αγάπη που ο Πατέρας αγαπά και θέλει τον Υιόν με την ίδια θέληση και ο Πατήρ αγαπιέται και θέλεται από τον Υιόν. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι στην Παναγία Τριάδα δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, δηλαδή αυτός που αγαπάει και αυτός που αγαπιέται. Αλλά, επειδή η αγάπη είναι κοινή και μοναδική, με την ίδια αγάπη που ο Πατήρ αγαπάει τον Υιόν και το Πνεύμα με την ίδια αγάπη αγαπιέται και από τους δύο. Δεν υπάρχει λοιπόν καμμιά αμοιβαιότητα στην Παναγία Τριάδα: γι’ αυτό είναι ένας ο Θεός με τρία πρόσωπα που τα πάντα τα έχουν κοινά, εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. Δηλαδή η φύση είναι αυθόρμητη, αυτεξούσια (με ελευθέρα θέληση) και εκούσια.
Αργότερα άλλοι πατέρες της Εκκλησίας θα επαναλάβουν αυτήν την απάντηση του μεγάλου Αθανασίου και θα καταλήξουν ότι: όχι μόνο η θεία και άκτιστη φύση είναι απαλλαγμένη από αναγκασμό, αλλά και η νοερά και κτιστή. Και αυτό είναι φανερό. Γιατί αφού ο Θεός είναι κατά φύση αγαθός κατά φύση δημιουργός και κατά φύση Θεός, όλα αυτά δεν υπόκεινται στην ανάγκη. Άλλωστε ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτή την ανάγκη; και ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής λέει: αν το φυσικό ήταν αναγκασμένο τότε και ο Θεός που φυσικά είναι Θεός ,φυσικά αγαθός και φυσικά δημιουργός, θα ήταν αναγκασμένος να είναι Θεός και αγαθός και δημιουργός. Επομένως αν κάποιος απλώς διανοηθεί να πει ποτέ κάτι τέτοιο αυτό συνιστά εσχάτη βλασφημία, γιατί ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτήν την ανάγκη;… βέβαια ο μακάριος Κύριλλος, στο τρίτο κεφάλαιο προς τις μέμψεις του Θεοδωρήτου, μας απάλλαξε από περιττά πράγματα διασαφηνίζοντας με μεγάλη ακρίβεια ότι κανένα φυσικό δεν είναι ακούσιο στην νοερή φύση . Και όποιος θέλει να μάθει περί τούτου ας πάρει να διαβάσει αυτό το κεφάλαιο.
Δηλαδή, όχι μόνο η θεία φύση δεν έχει τίποτε το αναγκαστικό, μα ούτε και η δική μας που είναι κτιστή, γιατί κατά πρώτον η ανθρωπίνη φύση είναι αυθόρμητη. Επομένως δεν χρειάζεται προγενέστερη σκέψη και απόφαση για να είναι αυτό που ο Θεός την έκανε. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται μία προγενέστερη θέληση, για να είναι κανείς άνθρωπος, απλώς η φύση τον κάνει να είναι έτσι. Κατά Δεύτερον η φύση είναι μία δωρεά του Θεού στον άνθρωπο, μία δωρεά που πηγάζει από την αμέτρητη αγάπη του Θεού και μία δωρεά αγάπης ποτέ δεν μπορεί να υπόκειται σε καμμία αναγκαιότητα, άρα είναι αυθόρμητη, αυτεξούσια και εκούσια. Αυτή η δωρεά αγάπης χαρίζει στον άνθρωπο την ύπαρξη και τον κάνει να είναι αυτό που είναι, δηλαδή ένα ελεύθερο προϊόν αγάπης, χωρίς εξαναγκασμούς και αναγκαιότητες.
Όπως θα κατάλαβες η φύση είναι αυθόρμητη, εκούσια, αυτεξούσια. Βέβαια αυτή δεν καθιστά το άτομο που την προσωποποιεί κλειστό και ανίκανο να επικοινωνήσει με τους άλλους, όπως φαντάζεσαι, αλλά το φέρνει σε κοινωνία φυσική με τα άλλα ακοινώνητα πρόσωπα που έχουν την ίδια φύση και βέβαια μέσω των ενεργειών της φύσεως σε κοινωνία με διαφορετικές φύσεις.
Εφαρμόζοντας την κοινωνία φύσεως στην εκκλησιολογία θα πούμε ότι η Εκκλησία είναι η αναστημένη φύση που προσέλαβε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η φύση εξ αιτίας της υποστατικής ένωσης ενώθηκε με την θεότητα και θεώθηκε εξ ολοκλήρου. Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι κοινωνία προσώπων που το καθένα έχει μία εξατομικευμένη φύση. Πρόσωπα που θα πρέπει να βρίσκονται μεταξύ τους σ’ ένα ατελείωτο δίκτυο σχέσεων, κάτω από την επίβλεψη ενός πρώτου. Αυτό είναι κοινωνιολογία και το μελετά η επιστήμη. Αλλά η επιστήμη βλέπει αυτό που βλέπεις κι εσύ. Ένα άνθρωπο που έχει μία εξατομικευμένη φύση και που βρίσκεται σε σχέση με τους άλλους. Αδυνατεί να καταλάβει μία Υπεραγία Τριάδα που κοινωνεί φυσικά, γιατί και οι τρεις υποστάσεις δεν έχουν τρεις εξατομικευμένες φύσεις αλλά μία. Όπως ο Θεός έχει μία φύση και τρεις υποστάσεις – γι’ αυτό και πιστεύουμε σε ένα Θεό ο οποίος κοινωνεί φυσικά, γιατί τα πάντα έχει κοινά και ένα εκτός από τα υποστατικά ιδιώματα – κατά τον ίδιο τρόπο ο Θεός δημιούργησε, μία ανθρωπότητα, μία ανθρωπίνη φύση και εκατομμύρια υποστάσεις. Αυτή τη μία φύση που δημιούργησε ο Θεός προσέλαβε ο Υιός με υποστατική ένωση και την ένωσε με την θεότητα, θεώνοντάς την εξ ολοκλήρου. Βέβαια ο άνθρωπος της πτώσεως, δια του γνωμικού θελήματος την ιδιοποιήθηκε, την προσωποποίησε, την διέσπασε και από ένα άνθρωπο έγιναν πολλοί που προσπαθούν δια των σχέσεων να δημιουργήσουν μία κοινωνία. Την κοινωνία σχέσεων διαφορετικών ετεροτήτων το καθένα με την δική του θέληση σκέψη και ενέργεια. Εκείνο που οι διαφορετικές εξατομικευμένες φύσεις, θα δημιουργήσουν αναπόφευχτα θα βρεθεί σε σύγκρουση. Αφού ο κάθε άνθρωπος δεν συμφωνεί με τον συνάνθρωπό του, πως θα δημιουργήσει μία φυσική κοινωνία που προϋποθέτει ένα θέλημα το κοινό και ίδιο, μια σκέψη, μια ενέργεια από την στιγμή που έχουμε χιλιάδες θελήσεων και ενεργειών; Ποιός έχει δίκιο; Ποιό θέλημα θα επικρατήσει; Έτσι δημιουργούμε θεωρίες που μιλάνε για δημοκρατία, όπου επικρατεί η γνώμη μιας πλειοψηφίας και η μειοψηφία περνάει στο περιθώριο, η ενός πρωτειακού συστήματος, που ισχυρίζεται ότι μόνο το γνωμικό θέλημα του πρώτου θα επικρατήσει, γιατί έτσι είναι προορισμένος από τον Θεό. Δημιουργούμε λοιπόν θεοκρατικά συστήματα που βασίζονται η στην πλειοψηφία, η σε ένα αλάθητο πρώτο η και στα δύο. Η κοινωνία όμως, και η εκκλησία που την φανταζόμαστε σαν την κοινωνιολογία, δημιουργεί σχίσματα και διαιρέσεις, γιατί πάντοτε θα επικρατεί μία σύγκρουση. Ισχυρίζεσαι ότι ο πρώτος είναι δεμένος με τον λαό και ο πρώτος δεν μπορεί να κάνει τίποτε χωρίς την έγκριση του σώματος. Από την άλλη μεριά και το σώμα δεν μπορεί να κάνει τίποτε χωρίς την έγκριση του πρώτου. Το ίδιο λες ότι συμβαίνει σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο με την σύνοδο των μητροπολιτών υπό του πρώτου. Η σύνοδος δεν μπορεί να κάνει τίποτε χωρίς την έγκριση του πρώτου και ο πρώτος χωρίς την έγκριση της συνόδου. Και σε ερωτώ: Πότε ιστορικά λειτούργησε ένα τέτοιο σχήμα που φαντάζεσαι; Σε ποιά ιστορική συγκυρία εφαρμόστηκε; Η απάντηση είναι απλή. Ποτέ και πουθενά. Είναι απλά ένα θεωρητικό σχήμα, το οποίο δεν θα μπορέσει ποτέ να λειτουργήσει, γιατί η ο πρώτος η ο λαός η η περιφερειακή η η τοπική σύνοδος επισκόπων κάποτε θα συγκρουστούν και θα δημιουργηθούν σχίσματα και διαιρέσεις. Θα χυθεί αίμα και πολύ μελάνι, για να πεισθεί ο κόσμος ότι ο πρώτος, η ο λαός, η η συν­οδος έχουν δίκιο. Δεν σκέφθηκες ποτέ σου ότι ένα τέτοιο θεωρητικό σχήμα δεν θα μπορέσει ποτέ να λειτουργήσει, γιατί δεν έχουμε κοινωνία φύσεως, αλλά σχέσεις εξατομικευμένων φύσεων με διαφορετικά συμφέροντα ο ένας από τον άλλο και μόνο η σύγκρουση είναι σε θέση να δώσει μία λύση; Γιατί το θεωμένο και αναστημένο σώμα του Χριστού, η Εκκλησία – με κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό, και όχι τον πρώτο όπως εσύ φαντάζεσαι – να ταλαιπωρείται κάτω από αυτά τα οργανωτικά σχήματα, που δεν είναι σε θέση να φέρουν κανένα αποτέλεσμα; Αν όμως πιστεύαμε ότι υπάρχει αυτή η κοινή φύση, την οποία προσέλαβε ο Υιός την θέωσε και την ανάστησε, τότε θα αγωνιστούμε όλοι να νικήσουμε το γνωμικό θέλημα, για να αποκτήσουμε το φυσικό θέλημα. Που σημαίνει 1) Να μη θέλουμε σαν Γιώργος, Μαρία, Γιάννης, σαν εξατομικευμένες φύσεις με γνωμικά (προσωπικά) θελήματα, αλλά σαν Χριστός, με την κοινή ανθρώπινη φυσική θέληση. 2) Να μη ζει μέσα μας ο Παύλος, αλλά μόνο ο Χριστός. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα καταλάβουμε ότι η Εκκλησία δεν είναι σχέσεις προσώπων, αλλά φυσική κοινωνία και κοινωνία θεώσεως από τη στιγμή που η φύση μας θεώθηκε εξ αιτίας της υποστατικής ένωσης. Αν βαδίζαμε προς φυσική και όχι προσωπική κοινωνία δεν θα είχαμε ποτέ ανάγκη να αντικαταστήσουμε τον Χριστό με κάποιον πρώτο, δεν θα λέγαμε στον Χριστό πήγαινε στον ουρανό, γιατί στη γη δεν σε θέλουμε, επειδή εκεί έχουμε τον πάπα τον παγκόσμιο πρώτο που σου πήρε την θέση και σε αντικατέστησε ολοκληρωτικά και αμετάκλητα. Μόνο η φυσική κοινωνία πραγματοποιεί την Εκκλησία γι’ αυτό αγωνιζόμαστε όλοι. Γι’ αυτό ο άνθρωπος που ζει στην κοινωνία παλεύει και κάνει άσκηση, γι’ αυτό ο μοναχός απομακρύνεται στην έρημο και αγωνίζεται. Και τέτοιους αγωνιστές-ασκητές που πάλευαν, για να νικήσουν το γνωμικό τους θέλημα επιλέγαμε για επισκόπους και δασκάλους και πρώτους. Όχι γιατί αντικατέστησαν τον Χριστό, αλλά γιατί έγιναν κι αυτοί Χριστός από την στιγμή που δεν ζουν οι ίδιοι, αλλά ο Χριστός μέσα τους, έχοντας φυσική κοινωνία με την φύση που προσέλαβε και θέωσε. Ένας και μόνο ένας άγιος που ζει φυσικά και κοινωνεί φυσικά με τον Θεό και τους άλλους αρκεί πολλές φορές, για να γίνει αυτός η Εκκλησία. Από τέτοιους ανθρώπους έχουμε ανάγκη με φυσικά και όχι με γνωμικά θελήματα. Αυτοί είναι σε θέση να σώσουν την Εκκλησία από κάθε κοινωνική παρεκτροπή. Από την άλλη μεριά δεν θα πρέπει να θέτουμε τέτοιους ανθρώπους εκτός Εκκλησίας. Όχι γιατί είμαστε σε θέση να τους πετάξουμε έξω από την στιγμή που έχουν φυσική κοινωνία με τον Χριστό. Απλώς στερούμε την Εκκλησία μας από αγίους ανθρώπους και την μετατρέπουμε σε κοινωνικό σχήμα, σχήμα του κόσμου τούτου υπό την αιγίδα ενός τοπικού και παγκοσμίου πρώτου. Από το πρωτείο λοιπόν έχουμε ανάγκη η από τον άνθρωπο που νίκησε το γνωμικό του θέλημα και χρησιμοποιεί, όπως ο Χριστός φυσικό; Το σχήμα του πρώτου ενδιαφέρει σήμερα την ορθοδοξία η του ενανθρωπήσαντος Χριστού και των φίλων και συγγενών αυτού, δηλαδή των αγίων που χρησιμοποιούν φυσικό θέλημα;
ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ. Βλέπω ότι έχουμε εντελώς διαφορετική αντίληψη. Μου γεννιούνται όμως ορισμένες ερωτήσεις. Θα ήθελες να υποβάλω σε κριτική αυτά που λες, για να μπορέσω να καταλάβω;
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ. Πολύ ευχαρίστως, άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός του διαλόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.