Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ Δ΄








ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ


Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ


ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ



Δ΄ Μέρος

Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τό κεφάλαιο τῆς σελ. 15 (τοῦ βιβλίου σας), «Ὁ προαιρετικός χαρακτήρας τοῦ Κανόνος».
Καί στό κεφάλαιο αὐτό, ὅπως βεβαίως καί στήν ὑπόλοιπη κριτική μελέτη, ἀπουσιάζει παντελῶς ὁ ἁγιογραφικός καί πατερικός λόγος, πρός στήριξι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Ἐπί πλέον δέ θεωρεῖται ὡς δεδομένη ἡ ἑρμηνεία τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ Κανόνος, κατά τό πρότυπο τοῦ πρώτου μέρους του καί τῶν δύο προηγουμένων.
Γράφετε συγκεκριμένα στήν ἀρχή τοῦ ἐν λόγῳ κεφαλαίου τά ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ὁ Κανόνας αὐτός, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, βρίσκεται σέ στενὴ νοηματική συνάφεια μέ τούς δύο προηγουμένους (13ο, 14ο καὶ πρῶτο μέρος τοῦ 15ου), θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ συνοδική κρίση καί καταδίκη τοῦ συγκεκριμένου αἱρετικοῦ ἐπισκοποῦ, πού μέχρι πρότινος ἦταν “πρόεδρος”, κανονικός ἐπίσκοπος, καί στή συνέχεια ἔπεσε στήν αἵρεση. Ἐπειδή δέ ἀκριβῶς ὁ Κανόνας ἀπαιτεῖ τήν ὀνομαστική συνοδική καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ, δέν εἶναι δυνατόν ἡ ἀποτείχιση ἀπό αὐτόν νά ἔχει ὑποχρεωτικό χαρακτῆρα. Ἄν ὁ Κανόνας ὑποχρέωνε τούς πιστούς νά ἀποτειχιστοῦν ἀπό αὐτόν, θὰ ἦταν περιττή ἡ συνοδική κρίσις καί ἀποκοπή του ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τήν κρίση καί τήν ἀποκοπή θά τήν εἶχε κάνει ἤδη ὁ λαός, ἀποτειχιζόμενος ἀπό αὐτόν».
Ἀπορῶ εἰλικρινά πατέρες ποῦ εὑρήκατε τήν «στενή νοηματική συνάφεια» τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος μέ τό πρῶτο μέρος του, καί τούς δύο προηγουμένους, τήν στιγμή πού οὔτε στήν ἁγ. Γραφή, οὔτε στούς ἱερούς Κανόνες, οὔτε φυσικά στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως ἀντιμετωπίζονται ὅπως τά ἄλλα θέματα τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν, δηλαδή ἑκάστου. Ἄν ὁ Κανόνας αὐτός τά ἀντιμετώπιζε κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἀσφαλῶς θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεσι μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἐπειδή ὅμως τό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος αὐτοῦ δέν ἔχει καμμία νοηματική συνάφεια μέ τούς δύο προηγουμένους καί τό πρῶτο μέρος του, προφανῶς ἔρχεται σέ ἀντίθεσι μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἡ ἑρμηνεία τήν ὁποία ἐσεῖς δίδετε. Δι’ αὐτό ἄλλωστε δέν εὑρήκατε οὔτε ἕνα ἁγιογραφικό χωρίο, οὔτε μία ἔστω πρότασι ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων διά νά τήν προσκομίσετε πρός ὑποστήριξι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Καί ἐφ’ ὅσον δέν εὑρήκατε ἁγιογραφικά καί πατερικά ἐρείσματα, καταφύγατε στόν ὀρθολογισμό καί στήν διά συλλογισμῶν ἀναίρεσι τῶν ὅσων γράφονται στό βιβλίο τό ὁποῖο κρίνετε.
Ἡ μέθοδος ὅμως αὐτή, τήν ὁποία χρησιμοποιεῖτε ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος τῆς κριτικῆς μελέτης σας, εἶναι ἡ ἴδια καί ἀπαράλλακτος μέ τήν συλλογιστική μέθοδο τῶν Οἰκουμενιστῶν καί ἀκόμη καί αὐτῶν τῶν Παπικῶν. Διότι καί οἱ ἡγέτες καί πρωτεργάτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ συλλογισμούς μόνο καί ἄκρατο ὀρθολογισμό προσπαθοῦν νά στηρίξουν π.χ. τούς λεγομένους θεολογικούς διαλόγους, τίς συμπροσευχές, τήν βαπτισματική θεολογία, τήν διεύρυνσι τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας κλπ.
Παραδόξως δέ αὐτοί ἐνίοτε ἀναφέρουν καί κάποια πατερικά χωρία, ἔστω καί παραποιημένα καί ἀποκομμένα ἀπό τήν ὅλη συνάφεια τοῦ κειμένου, ὅπως αὐτό πού προσφάτως ἀνέφερε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί παρουσίαζε τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ὡς διαλεγόμενο καί συμφωνοῦντα μετά τῶν Μωαμεθανῶν, πρός στήριξι τῶν αἱρετικῶν θέσεών των, ἐνῶ ἐσεῖς πατέρες, προκειμένου νά μᾶς πείσετε ὅτι καί ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος εἶναι ἡ ἁγιογραφική καί πατερική ὁδός, δέν ἀναφέρετε οὔτε ἕνα ἁγιογραφικό χωρίο, οὔτε φυσικά κάτι ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἀλλά μᾶς εἰσάγετε στόν λαβύρινθο τῶν συλλογισμῶν, μᾶς παρουσιάζετε τό ζητούμενο ὡς δεδομένο, συρράπτετε τεχνηέντως τήν διδασκαλία τῶν προηγουμένων Κανόνων, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σέ προσωπικά σφάλματα τοῦ Ἐπισκόπου μέ τά θέματα τῆς πίστεως καί αἱρέσεως, τοποθετεῖστε ἀπροκάλυπτα σέ τόσο σοβαρά θέματα, χωρίς νά στηρίζεσθε οὐδόλως στήν ἁγ. Γραφή καί στή διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί βεβαίως θεωρεῖτε ὅτι αὐτά τά ὁποῖα διδάσκετε ἀποτελοῦν τήν ἁγιογραφική καί πατερική ὁδό ἐν καιρῷ αἱρέσεως.
Ἐρχόμενος πάλι στό κριτικό κείμενό σας (τό ὁποῖο ἀνέφερα), εἰς τό ὁποῖο ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὑπάρχει «στενή νοηματική συνάφεια» τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος μέ τό πρῶτο μέρος του καί τούς δύο προηγουμένους, ἀναφέρω ἐπί πλέον τά ἑξῆς. Πέραν τοῦ ὅτι ἡ θεωρία σας αὐτή ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεσι μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἔρχεται σέ ἀντίθεσι καί μέ τόν ἴδιο τόν Κανόνα τόν ὁποῖο σχολιάζετε. Διότι οἱ συντάκτες τοῦ Κανόνος αὐτοῦ, προκειμένου νά μᾶς διδάξουν ὅτι δέν ὑπάρχει οὐδεμία σχέσις τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος μέ τό πρῶτο μέρος του καί τούς δύο προηγουμένους, ἔθεσαν ἐνδιαμέσως ὡς φραγμό καί διαχωριστική γραμμή μία πρότασι, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τήν περί «στενῆς νοηματικῆς συναφείας» θεωρία σας καί καθιστᾶ, συγχρόνως, τελείως ξεχωριστό τό δεύτερο τμῆμα τοῦ Κανόνος.
Ἡ ἐνδιάμεση αὐτή πρότασι πού ξεχωρίζει τελείως τό δεύτερο τμῆμα τοῦ Κανόνος ἀπό τούς προηγουμένους εἶναι ἡ ἑξῆς: «Καί ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε καί ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καί σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων». Δηλαδή οἱ Πατέρες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου διασαφίζουν ὅτι ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἀνέφεραν στούς δύο προηγουμένους Κανόνες καί στό πρῶτο τμῆμα τοῦ παρόντος ἰσχύουν ἀποκλειστικῶς καί μόνο δι’ αὐτούς πού ἀποσχίζονται ἀπό τούς Ἐπισκόπους ἐπί προφάσει προσωπικῶν ἐγκλημάτων.
Ἄν ὅμως ὑπῆρχε, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, στενή νοηματική συνάφεια τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ Κανόνος μέ τούς προηγουμένους, ἡ πρότασις αὐτή θά ἦτο ὄχι μόνο περιττή ἀλλά καί ἀκατανόητος. Διότι πῶς αὐτά ὁρίζονται καί ἐπισφραγίζονται τήν στιγμή πού καί κατωτέρω ὁρίζονται καί ἐπισφραγίζονται πράγματα ἔχοντα μεταξύ των «στενή νοηματική συνάφεια»; Καί πῶς ὁρίζονται καί ἐπισφραγίζονται αὐτά πού ἔχουν σχέσι μέ τά προσωπικά ἐγκλήματα τοῦ Ἐπισκόπου, τήν στιγμή πού καί τά θέματα τῆς πίστεως, σύμφωνα  μέ τήν θεωρία σας, ἀνήκουν στήν ἴδια κατηγορία καί ἔχουν τήν ἴδια ἀντιμετώπισι ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας;
Πέραν αὐτῆς τῆς ἐνδιαμέσου προτάσεως τοῦ Κανόνος τήν ὁποία τεχνηέντως ἀποσιωπεῖτε, διότι προφανῶς δέν ταιριάζει μέ τήν ἐξίσωσι τῶν προσωπικῶν ἐγκλημάτων τοῦ Ἐπισκόπου μέ τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως, ἐπί πλέον καί ὅλα ὅσα θίγονται στό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος οὐδεμίαν σχέσι ἔχουν, νοηματική συνάφεια καί ἀντιμετώπισι μέ τούς προηγουμένους Κανόνες. Διότι προηγουμένως οἱ Κανόνες ἀναφέρονται στά προσωπικά ἐγκλήματα τοῦ Ἐπισκόπου, ἐνῶ τώρα τό δεύτερο αὐτό μέρος τοῦ Κανόνος ἀναφέρεται στά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως, τά ὁποῖα καί ἡ ἁγ. Γραφή καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων τά ἀντιμετωπίζει τελείως διαφορετικά.
Προηγουμένως οἱ Κανόνες ἀνέφεραν ὅτι προκαλεῖ σχίσμα στήν Ἐκκλησία αὐτός πού ἀποτειχίζεται πρό Συνοδικῆς κρίσεως ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, ἐνῶ στό δεύτερο τμῆμα τοῦ Κανόνος ὁ ἀποτειχιζόμενος ὄχι μόνον δέν δημιουργεῖ σχίσμα, ἀλλά ἀπεναντίας ἐλευθερώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τό σχίσμα.  Προηγουμένως οἱ Κανόνες ἐτιμωροῦσαν μέ καθαίρεσι τόν ἀποτειχιζόμενο κληρικό, ἐνῶ τώρα ὄχι μόνον δέν τόν τιμωροῦν ἀλλά τόν καθιστοῦν ἄξιο τιμῆς καί ἐπαίνου.  Προηγουμένως ἀπαιτεῖτο συνοδική διάγνωσις καί καταδίκη τοῦ Ἐπισκόπου, ἐνῶ τώρα δέν ἀπαιτεῖται ἡ διάγνωσις αὐτή προκειμένου νά γίνη ἡ ἀποτείχισις. Προηγουμένως, τέλος, οἱ Ἐπίσκοποι πρό τῆς συνοδικῆς διαγνώσεως ἀνεγνωρίζοντο ὡς κανονικοί Ἐπίσκοποι, ἐνῶ τώρα ἀναφέρονται ρητῶς ὅτι εἶναι ψευδεπίσκοποι καί ψευδοδιδάσκαλοι πρό τῆς Συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης των.
Ὅλα αὐτά, πατέρες, νομίζω –ἄν τά λάβωμε ὑπ’ ὄψιν μας– μᾶς ὁδηγοῦν ἀβίαστα στό συμπέρασμα ὅτι «οὐδεμία νοηματική συνάφεια» ὑπάρχει μεταξύ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ Κανόνος καί τῶν προηγουμένων. Ἐσεῖς ὅμως μέ τήν θεωρία τῆς «στενῆς νοηματικῆς συνάφειας» γράφετε ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ ὅτι  «θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ συνοδική κρίση καί καταδίκη τοῦ συγκεκριμένου αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, πού μέχρι πρότινος ἦταν “πρόεδρος”, κανονικός ἐπίσκοπος, καί στή συνέχεια ἔπεσε στήν αἵρεση. Ἐπειδή δέ ἀκριβῶς ὁ Κανόνας ἀπαιτεῖ τὴν ὀνομαστική συνοδική καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ, δέν εἶναι δυνατόν ἡ ἀποτείχιση ἀπό αὐτόν νά ἔχει ὑποχρεωτικό χαρακτήρα».
Δηλαδή, ὄχι μόνο θέτετε «σέ στενή νοηματική συνάφεια» τό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος μέ τούς προηγουμένους, ἀλλά ἐπί πλέον ἐκλαμβάνετε τήν ἀντιμετώπισι τῶν προηγουμένων Κανόνων καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Ἐνῶ λοιπόν ρητῶς ἀναφέρει τό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος ὅτι δέν ἀπαιτεῖται συνοδική κρίσις γιά τήν ἀποτείχισι, ἐσεῖς τήν θεωρεῖτε, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ἀναγκαία. Ἐνῶ, ἐπίσης, οἱ προηγούμενοι Κανόνες ἀπαιτοῦσαν τήν ὀνομαστική καταδίκη τοῦ Ἐπισκόπου, ἐσεῖς τώρα αὐτό τό ἐπεκτείνετε καί γιά τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Αὐτό πάλι πού γράφετε,  «ἐπειδή δέ ἀκριβῶς ὁ Κανόνας ἀπαιτεῖ τὴν ὀνομαστική συνοδική καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ, δέν εἶναι δυνατόν ἡ ἀποτείχιση ἀπό αὐτόν νά ἔχει ὑποχρεωτικό χαρακτήρα», τί εἴδους ἐπιχείρημα εἶναι; Διότι τήν ὀνομαστική καταδίκη τοῦ Ἐπισκόπου τήν ἀπαιτοῦσαν οἱ προηγούμενοι Κανόνες∙ γιά τόν αἱρετικό ὅμως Ἐπίσκοπο οὐδέν ἀναφέρει τό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος περί «ὀνομαστικῆς συνοδικῆς καταδίκης του».  Ὡς ἐκ τούτου τό συμπέρασμα πού ἐξάγετε γιά τό μή ὑποχρεωτικό τῆς ἀποτειχίσεως (δηλαδή ἡ περίφημη δυνητική θεωρία) ἑδράζεται ὄχι ἁπλῶς στόν ὀρθολογισμό, ἀλλά καί σέ πλαστά καί παραπλανητικά ἐρείσματα.
Καί στήν συνέχεια ὅμως, προκειμένου νά στηρίξετε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἀκολουθώντας πιστά τήν συλλογιστική τοῦ ὀρθολογισμοῦ, κάνετε μία ἀκροβατική προσπάθεια νά ἀποδείξετε τά ἀναπόδεικτα.  Γράφετε ὅτι: «Ἄν ὁ Κανόνας ὑποχρέωνε τοὺς πιστοὺς νά ἀποτειχιστοῦν ἀπό αὐτόν, θά ἦταν περιττή ἡ συνοδική κρίσις καί ἀποκοπή του ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τήν κρίση καί τήν ἀποκοπή θά τήν εἶχε κάνει ἤδη ὁ λαός, ἀποτειχιζόμενος ἀπό αὐτόν».
Ἐδῶ πατέρες, δείχνετε ὅτι ἀγνοεῖτε τόν σκοπό τῆς ἀποτειχίσεως καί δι’ αὐτό, προφανῶς, ταυτίζετε τό δεύτερο μέρος τοῦ Κανόνος μέ τούς προηγούμενους. Δείχνετε ἐπίσης ὅτι ἀγνοεῖτε βασικούς ρόλους τῶν μελῶν καί τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τά ὅρια εἰς τά ὁποῖα δύναται ἕκαστος νά κινεῖται.
Ὅταν λοιπόν ἀποτειχίζεται κάποιος ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο πρό συνοδικῆς κρίσεως, δέν ἀποκόπτει τόν αἱρετικό ἀπό τήν Ἐκκλησία, διότι δέν ἔχει τέτοιο δικαίωμα, ἀλλά ἀπομακρύνεται ἐκκλησιαστικά ἀπό αὐτόν, διά νά μή συμμετέχη διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας εἰς τήν αἵρεσι. Αὐτό τό διδάσκει θαυμάσια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του ὡς ἑξῆς: «ὥστε ἀκριβοῦς ζωῆς ὑμῖν χρεία, ἀναπληρούσης τὸ ἐλλιπές τῆς ὑποπτώσεως, ἥν ὑπέπεσεν ὁ προκαθηγησάμενος ὑμῶν καί δι' αὐτοῦ πάντες ὑμεῖς τῇ ἐκείνου παραδοχῇ· οἵα γάρ ἡ κεφαλή, τοιοῦτον καί τό ὅλον σῶμα» (Φατ. 512, 761,19). Καί σέ ἄλλη ἐπίσης ἐπιστολή: «δοκῶ δέ καί τούς ὑπό χεῖρα τοιούτους εἶναι, διότι οἷον τό ἄρχον τοιοῦτον καί τό ἀρχόμενον ὡς τά πολλά πέφυκεν ὑπάρχειν» (Φατ. 304, 446,14). Δηλαδή διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐνσωματούμεθα μέ τήν ὁρατή κεφαλή (τόν Ἐπίσκοπο) καί ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι του.
Αὐτό γίνεται καί διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρουν στήν θαυμάσια καί ὁμολογιακή ἐπιστολή των πρός τόν λατινόφρονα Βασιλέα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο, οἱ ἁγιορεῖτες ὁσιομάρτυρες οἱ ἐπί Βέκκου ἀθλήσαντες: «Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγήν, καὶ ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καὶ πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος. Καὶ ὁ μέγας πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁμολογητὴς Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει πρός τινα, διὰ τῆς τιμίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς· “ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μὴ ἀναφέρειν τὸν αἱρεσιάρχην, καί τοι περὶ τούτου εἰπεῖν σοι τὸ παρόν, οὐ καταθαρρῶ· πλὴν ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων”. Ταῦτα μὲν ὁ πατήρ· πρὸ δὲ τούτου, καὶ ὁ Θεὸς τοῦτο ἐσήμανεν οὕτως εἰπών· “ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου, καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου”· πῶς; ὅτι βεβήλοις καὶ ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά».
Ἐδῶ οἱ ἁγιορεῖτες ὁσιομάρτυρες ὁμολογοῦν ὅτι μέ τήν μνημόνευσι ἔχουμε πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπο καί μέ τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου. Χρησιμοποιοῦν δέ ἐκτός ἀπό τήν ἐξήγησι τῆς Θ. Λειτουργίας καί τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος ὁμιλώντας γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι ἀναφέρει ἐπί πλέον ὅτι μολύνεται καί τό μυστήριο διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Καταλήγουν δέ ἐπικαλούμενοι χωρίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἰεζεκιήλ 22,26) καί διδάσκουν ὅτι μέ τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου γίνεται βεβήλωσις τῶν Ἁγίων, ἐφ’ ὅσον τόν βέβηλο (αἱρετικό) Ἐπίσκοπο τόν συγκαταριθμοῦμε μέ τούς Ὀρθοδόξους, περιμένοντας ἴσως, ὅπως ἐσεῖς πατέρες ἀναφέρετε, νά τόν καθαιρέση ἡ Σύνοδος.
Βλέπομε ἐδῶ θαυμάσια ὅτι ἡ πατερική ὁδός ἑρμηνείας εἶναι νά ταυτίσωμε τήν ἑρμηνεία πού δίδομε μέ τήν ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἐσεῖς ὅμως, μέ τήν ἑρμηνευτική σας μέθοδο, δημιουργεῖτε παντελῆ καί μόνιμο διάζευξι τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων.
Ἀπό ὅλα αὐτά τά πατερικά κείμενα γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἐπιβάλλεται, γιά νά μήν συμμετέχωμε στήν αἵρεσι διά τῆς μνημονεύσεως καί ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας· καί ἡ καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου ἀπό τήν Σύνοδο εἶναι ἀναγκαία, διά νά μήν συμμετέχη ἡ Σύνοδος εἰς τήν αἵρεσι διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Ἡ ὀρθόδοξος δέ Σύνοδος, ἐπί πλέον, θέτει τέρμα εἰς τήν αἵρεσι, ἐφ’ ὅσον καταδικάζει τήν αἵρεσι καί ἀποβάλλει ἐπισήμως τόν διά τῆς αἱρέσεως ἀποβληθέντα καί μεταβληθέντα  ἀπό ποιμένα εἰς λύκον. Τό ἔργο αὐτό τῆς Συνόδου δέν δύναται  νά τό πράξῃ ὁ οἱοσδήποτε.
Προφανῶς ὁ Ἐπίσκοπος δέν μεταβάλλεται εἰς λύκο μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἀλλά μέ τήν ἐπίσημο ἐπ’ Ἐκκλησίας διακήρυξι τῆς αἱρέσεως. Ὅταν δέ ἀποτειχιζόμεθα ἀπό τόν μεταβληθέντα εἰς λύκο αἱρετικό Ἐπίσκοπο, προφανῶς δέν τόν θανατώνομε, διότι αὐτός ἐξακολουθεῖ νά κατέχη τόν ἐπισκοπικό θρόνο, ἀλλά ἀσφαλιζόμεθα ὡς πρός τό βασικό καί οὐσιῶδες θέμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Δι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες  ἀποκαλοῦν λύκο μόνο τόν ἐμπεσόντα εἰς αἵρεσι Ἐπίσκοπο καί ἐπιβάλλουν τήν ἄμεση ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτόν, εἰς ὅλες δέ τίς ἄλλες περιπτώσεις, τῶν διαφόρων δηλαδή προσωπικῶν του ἁμαρτημάτων, διδάσκουν τήν ἐκκλησιατική ἐπικοινωνία μέ αὐτόν καί τήν ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Ἐσεῖς ὅμως πατέρες, προκειμένου νά θεσπίσετε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί μάλιστα νά τήν παρουσιάσετε ὡς Ὀρθόδοξο Παράδοσι ἐν καιρῷ αἱρέσεως, διδάσκετε γιά τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο αὐτά, τά ὁποῖα θεσπίζουν οἱ Πατέρες καί οἱ Κανόνες γιά ὅλα τά ἄλλα προσωπικά του ἁμαρτήματα. Τοιουτοτρόπως παρουσιάζετε τό τραγικό καί συγχρόνως κωμικό καί, κατ’ οὐσίαν, ἀδιανόητο φαινόμενο, τῆς παραμονῆς δηλαδή κοντά στόν λύκο, χωρίς προφανῶς καμμία ἐπίπτωσι, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Ἄν τώρα σέ ὅλα αὐτά πατέρες, δέν συμφωνεῖτε, ἀλλά πιστεύετε ὅτι κάνομε λάθος καί, τρόπον τινά, εἴμεθα πλανεμένοι, εἴμεθα ἕτοιμοι νά σᾶς ἀκούσωμε, μέ τήν προϋπόθεσι, βεβαίως, ὅτι αὐτά τά ὁποῖα θά ἀναφέρετε, θά τά κατοχυρώσετε συγχρόνως, ὄχι μέ τούς συλλογισμούς σας, ἀλλά μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Δηλαδή θέλομε νά μάθωμε τελικά ποῦ, κατά τό δή λεγόμενο, εὑρήκατε γραμμένο τό ὅτι δύνασαι νά παραμένης ἐκκλησιαστικά κοντά στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, νά τόν μνημονεύης καί νά τόν ἀναγνωρίζης εἰς τύπον Χριστοῦ μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου καί, μάλιστα, νά μήν βλάπτεσαι ἀπό αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία.
Ἐν συνεχείᾳ  στό ἴδιο κεφάλαιο γράφετε τά ἑξῆς: «Εἶναι ἐπίσης σημαντικό νά τονιστεῖ ὅτι ὁ Κανών αὐτός, ἐνῶ ἐπαινεῖ μέν ἐκείνους, πού ἀποτειχίζονται ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο “πρό συνοδικῆς διαγνώσεως”, δέν ἐπιβάλλει ὅμως κάποια ποινή σ' ἐκείνους, πού χωρίς νά ἀποδέχονται τίς διδασκαλίες τοῦ ἐν λόγῳ ἐπισκόπου, ἐξακολουθοῦν νά τόν μνημονεύουν, ἀναμένοντες συνοδική διάγνωση καί καταδίκη καί ἀνταγωνιζόμενοι μέ κάθε τρόπο πρός τήν αἵρεση».
Ἐδῶ ὁμολογεῖτε πατέρες, ὅτι ὁ Κανόνας ἐπαινεῖ αὐτούς πού ἀποτειχίζονται. Κατ’ ἀκρίβειαν ὁρίζει ὁ Κανόνας «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται» καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ἑρμηνεύει «καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι».
Ἄς δοῦμε ὅμως, ποῦ ἀποδίδομε τιμή μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέσα στήν Ἐκκλησία ἀποδίδομε λατρεία στόν Θεό καί τιμή στούς Ἁγίους. Ἐπίσης ἀποδίδομε τιμή εἰς αὐτούς πού ἔχουν κάποιο ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα καί εἰδικά στόν Ἐπίσκοπο. Προφανῶς ἐδῶ ὁ Κανόνας δέν ἐννοεῖ τήν τιμή πού ἀποδίδομε στούς ἔχοντας τά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα, διότι ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύοντας τό σημεῖο αὐτό τοῦ Κανόνος ἀναφέρει ὅτι: «τιμῆς τῆς πρεπούσης εἶναι ἄξιοι ὡς ὀρθόδοξοι». Δηλαδή τιμῶνται μέ τήν πρέπουσα τιμή ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή ἐτήρησαν ὀρθόδοξο στάσι. Ἄν ὅμως οἱ ἀποτειχισμένοι ἐτήρησαν ὀρθόδοξο στάσι καί δι’ αὐτό τιμῶνται, οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι δέν ἀποτειχίστηκαν καί δέν τιμῶνται ἀπό τήν Ἐκκλησία, τί ἐτήρησαν; Διότι, ἄν ἐτήρησαν ὀρθόδοξο στάσι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καί οἱ μή ἀποτειχισθέντες, ἔπρεπε προφανῶς καί αὐτοί νά ἀξιωθοῦν τῆς πρεπούσης τιμῆς.
Σέ ἕνα πόλεμο, ὅμως, καί σέ μία μάχη ἀξιώνονται τιμῆς, ὅσοι ἀγωνίζονται καί θυσιάζονται καί ὄχι, ὅσοι περιμένουν νά θανατωθῆ ὁ ἐχθρός συνοδικῶς, ἤ ὅσοι τόν πολεμοῦν μέ χαρτοπόλεμο.
Αὐτό, ἐπίσης, πού γράφετε, ὅτι δηλαδή οἱ μή ἀποτειχισθέντες ἐξακολουθοῦν νά μνημονεύουν τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, χωρίς νά ἀποδέχωνται τίς διδασκαλίες του, ποῦ τό εὑρήκατε γραμμένο; Διότι πιό πάνω σᾶς ἀνέφερα τό χωρίο τῶν ἐπί Βέκκου Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων, εἰς τό ὁποῖο οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως ἀποδεχόμεθα τίς διδασκαλίες τοῦ Ἐπισκόπου καί ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι του.  Τώρα ἐμεῖς ποιούς νά πιστέψωμε, ἐσᾶς ἤ τούς φωστῆρας τοῦ ἁγ. Ὄρους; Ἐσεῖς ὅμως πατέρες δέν προσκομίζετε καμμία μαρτυρία, ἐνῶ αὐτοί ἐμαρτύρησαν διά τήν ὁμολογία αὐτή καί ἀξιώνονται τῆς πρεπούσης τιμῆς ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὡς Ὀρθόδοξοι καί Ὁμολογητές καί Μάρτυρες.
Ἀναφέρετε ἐπίσης εἰς τό σημεῖο αὐτό: «οἱ μή ἀποτειχισθέντες ἐξακολουθοῦν νά τόν μνημονεύουν, ἀναμένοντες συνοδική διάγνωσι καί καταδίκη καί ἀνταγωνιζόμενοι μέ κάθε τρόπο πρός τήν αἵρεσι». Νομίζω πατέρες, ὅτι αὐτό πού γράφετε «ἀνταγωνιζόμενοι μέ κάθε τρόπο πρός τήν αἵρεσι» εἶναι ψευδές, διότι τόν ἀγῶνα πού ἔπρεπε νά κάνουν (διά νά ἀξιωθοῦν τῆς πρεπούσης τιμῆς ὡς Ὀρθόδοξοι) δέν τόν κάνουν καί ἄρα θά ἔπρεπε νά γράφετε ὅτι ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς αἱρέσεως προφορικῶς ἤ γραπτῶς καί ὄχι πρακτικῶς. Δηλαδή στόν πόλεμο ἤ στήν μάχη, ἐνῶ ἄλλοι μάχονται, αὐτοί ἁπλῶς κατηγοροῦν τόν ἐχθρό προφορικῶς καί γραπτῶς, ἐνῶ κατά τό πρακτικό μέρος τόν ἀκολουθοῦν καί τόν ἀναγνωρίζουν σάν νά ἦταν ὁ καλύτερος φίλος των.
Τελικά πατέρες, ἐσεῖς μέ ποιούς θά ἔπρεπε νά συνταχθῆτε στή παροῦσα κριτική μελέτη σας; μέ αὐτούς πού ἐπαινοῦνται καί ἀξιώνονται τιμῆς ὡς Ὀρθόδοξοι ἤ μέ τούς ὑπολοίπους, πού δέν ἀξιώνονται τιμῆς, ἔστω καί ἄν δέν τιμωροῦνται; Διότι ἀπ’ ὅτι φαίνεται ἡ ἔλλειψις τιμωρίας σᾶς δελεάζει καί συγχρόνως σᾶς καθησυχάζει, ἐνῶ ἡ τιμή καί ὁ ἔπαινος ὡς Ὀρθοδόξων σᾶς ἀπογοητεύει ἤ τουλάχιστον δέν σᾶς συγκινεῖ. Εἶναι πάντως ἀπογοητευτικό τό νά παραβλέπετε αὐτό πού τιμᾶ καί ἐπαινεῖ ὁ Κανόνας καί προσκολλᾶσθε σ’ αὐτό πού οὔτε κἄν ἀναφέρεται, δηλαδή στήν ἀφάνεια.
Στά ὑπόλοιπα κείμενα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ εἰς τά ὁποῖα παρουσιάζετε ὡς συνήγορό σας τόν π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο δέν θά ἀναφερθῶ, οὔτε τά σχολιάζω, διότι ὁ π. Ἐπιφάνιος δέν εὑρίσκεται πλέον εἰς τήν ζωή αὐτή διά νά ἀπαντήση στίς ἐπικρίσεις μας. Ἄλλωστε αὐτά πού ἐκεῖνος ἀναφέρει τά ὑποστηρίζετε κι ἐσεῖς καί νομίζω ὅτι οἱ ἀπαντήσεις μου καλύπτουν καί τά δικά του κείμενα. Ἕνα μόνο πού προξενεῖ  ἐντύπωσι, τό ὁποῖο ἀναφέρεται ὡς δικό του κείμενο εἰς αὐτό τό κεφάλαιο καί ἀπορῶ πῶς τό ἔγραψε αὐτό ὁ π. Ἐπιφάνιος: «Ἁπλῶς λέγει (ἐννοεῖται ὁ Κανόνας) ὅτι οἱ ἀποκοπτόμενοι ἀπό τοιοῦτον Ἐπίσκοπον κληρικοί δέν εἶναι κατακριτέοι». Φυσικά ὁ Κανόνας δέν λέγει τέτοια πράγματα, ἀλλά ἀναφέρει ρητῶς ὅτι οἱ ἀποκοπτόμενοι ἀπό τοιοῦτον Ἐπίσκοπον κληρικοί εἶναι ἄξιοι τῆς πρεπούσης τιμῆς ὡς Ὀρθόδοξοι.
  (Συνεχίζεται)




 

Ο Ζηζιούλας επαναλαμβάνει παλιά αίρεση, Μητροπολίτα

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


 
Επειδή κατανοούμε βαθειά τον τίμιο Ορθόδοξο αγώνα σας εναντίον του Οικουμενισμού και επειδή κατανοούμε επίσης την μεγάλη δυσκολία, όπως έχετε εκφραστεί, να πολεμήσετε ανοιχτά εναντίον του, το γεγονός πώς δέν έχει καταδικαστεί ο Οικουμενισμός απο καμμία Σύνοδο, σας τείνουμε χείρα βοηθείας. Ο Οικουμενισμός όπως τον αντιλαμβάνεσθε είναι μία διπλωματική, πολιτική κίνηση, η οποία έχει πολλές ιστορικές σκοπιμότητες. Ποτέ καμία σύνοδος δέν καταδίκασε πολιτικές ιδεολογίες. Επομένως ματαίως περιμένετε κάποια καταδίκη ή κάποια ιστορική συγκυρία που θα σας βοηθήσει στον αγώνα σας για την προστασία της Ορθοδοξίας. Ματαίως ασχολείσθε με εξω-εκκλησιαστικές αιρέσεις. Είναι ιδεολογίες. Ποτίζονται απο το δηλητήριο της εξουσιολαγνείας.
Ο Οικουμενισμός, Μητροπολίτα, εκτός απο το πολιτικό κίνημα, συνοδεύεται και απο μία αληθινή αίρεση, την οποία αντιπροσωπεύει απο πολλών ετών ο Ζηζιούλας και την οποία κατέστησαν κυρίαρχη σήμερα, η θεολογική Θεσ/νίκης, η Ακαδημία Βόλου και το παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Αυτή την αίρεση, αντιμετώπισε και καταδίκασε ήδη, Σύνοδος της Εκκλησίας, βασιζόμενη στους τρείς Θεολογικούς Λόγους του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του οποίου την Μνήμη εορτάζουμε καί σήμερα. Εκείνη την αίρεση επαναλαμβάνει σήμερα κατά Γράμμα ο Ζηζιούλας, κατακτώντας πνευματικά, σήμερα όπως και τότε, το πατριαρχείο.
Η απιστία και η αθεΐα δέν είναι κάτι νεωτερικό και μοντέρνο, όπως λανθασμένα πιστεύετε, Μητροπολίτα. Η θεληματική πτώση στην αμαρτία και στον πνευματικό θάνατο, το αγκάλιασμα του μεταρρυθμιστού με τον Σατανά, είναι προχριστιανικά φαινόμενα.
Δέν θα υπάρξει ποτέ στην Ιστορία, κάτι νεώτερο απο το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία του Κυρίου. Μόνον το κακό εξελίσσεται.
Αμέθυστος

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Ημερίδα για τον Οικουμενισμό στην Αθήνα





Τὴν Πέμπτη 14/3/2013 πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὸν «Πανελλήνιο Χριστιανικὸ Ὅμιλο Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς» Ἡμερίδα μὲ θέμα «Παγκοσμιοποίηση, Οἰκουμενισμὸς καὶ Οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας» στὴν αἴθουσα «Παρνασσός» (πλατεῖα Καρύτση).
Εἶναι, λοιπόν, μιὰ καλὴ εὐκαιρία νὰ τεθοῦν καὶ πάλι τὰ πρακτικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἐρωτήματα πρὸς τοὺς ἐκλεκτοὺς ὁμιλητὲς τῆς Ἡμερίδος, πέρα ἀπὸ ὅσα θεωρητικὰ θὰ μᾶς παραθέσουν.
Τὸ ζητούμενο ἐν προκειμένῳ, περὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν εἶναι τὸ ἂν εἶναι αἵρεση. Τοῦτο τὸ ἀποδέχονται ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐδῶ καὶ δεκαετίες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος ὀνόμασε τὸν Οἰκουμενισμὸ Παναίρεση. Ἀκόμα καὶ ὁ οἰκουμενιστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τὸ δέχτηκε καὶ τὸ ὁμολόγησε ἀπὸ μικροφώνου τοῦ Ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπαντώντας ἐπίσημα σὲ ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἔγινε (ἀπὸ τὸν π. Κωνσταντῖνο Στρατηγόπουλο): Περὶ τοῦ ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, εἶπε, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει.
Τὸ ζητούμενο, λοιπόν, καὶ καίριο καὶ ἐπεῖγον, δὲν εἶναι τόσο, ἡ ἐνημέρωση τοῦ λαοῦ, ἔτσι μάλιστα, ὅπως ἐπὶ δεκαετίες πραγματοποιεῖται. Διότι ἡ μέχρι τώρα ἐπίσημη ἐνημέρωση, ἀναφέρεται στὸ φάντασμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὄχι στὸν πραγματικὸ καὶ σαρκωμένο Οἰκουμενισμό.
Ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἐκκλησία γνωρίζουν περὶ Οἰκουμενισμοῦ. Γνωρίζουν καὶ τὰ πρωτοκλασάτα ὀνόματα τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως καί, λογικά, εἶναι αὐτοὶ ποὺ (ὡς συνειδητοὶ πιστοί), θὰ ἀντι-δροῦσαν δυναμικὰ στὴν ἐπέκτασή του, ποὺ θὰ βοηθοῦσαν, ὥστε νὰ ἐκδιωχθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ Οἰκουμενιστές, ποὺ θὰ ἐνημέρωναν τὸ περίγυρό τους. Ἄν... Γιατὶ ἐδῶ ἔγκειται τὸ πρόβλημα.
Πῶς δηλαδὴ θὰ ἐνημερώσουν τοὺς ἄλλους, ὅταν οἱ ποιμένες καὶ Ἐπίσκοποι (ποὺ τοὺς ἔχουν μάθει νὰ κάνουν σὲ ὅλα ὑπακοή) ἔχουν κλείσει πεισματικὰ τὸ στόμα καὶ δὲν κατονομάζουν τοὺς Οἰκουμενιστές, μὲ ποικίλες προφάσεις; Ποιά τύχη μπορεῖ νὰ ἔχει μιὰ ἐνημέρωση περὶ ἑνὸς ἀόριστου καὶ ἀόρατου Οἰκουμενισμοῦ; Ποιός θὰ πεισθεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἄσαρκης αἵρεσης, ὅταν ἀποκρύπτονται οἱ φυσικοί της διδάσκαλοι, τὴν στιγμὴ ποὺ καὶ γνωστοὶ νὰ εἶναι οἱ αἱρετικοί, καὶ πάλι ὑπάρχουν ἀμφιβολίες, δισταγμοὶ καὶ φόβος στὴν ἀντιμετώπισή τους; Πῶς πολεμεῖται μιὰ αἵρεση, ὅταν ὁ πιστὸς ἀνενημέρωτος ἀπὸ τὸν ποιμένα, ἀφήνεται νὰ ἐπικοινωνεῖ καὶ νὰ «κοινωνεῖ» μὲ τὸν αἱρετικὸ Ἐπίσκοπο καὶ Πατριάρχη, ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν «λύκο»;
Τὸ ζητούμενο, ἄρα, εἶναι ἡ συγκεκριμενοποίηση τοῦ προβλήματος, ποὺ ἐμποδίζει τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως. Καὶ ἡ καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως, κατὰ τὴν διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῶν ὀνομάτων τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι δόλιοι καὶ σπέρνουν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τους μὲ ποικίλους τρόπους καὶ μεθόδους· πότε τὶς κηρύττουν, πότε τὶς ἀρνοῦνται· ἄλλοτε τὶς διαφοροποιοῦν κι ἄλλοτε τὶς συμπληρώνουν· πότε ἐμφανίζονται ὡς συντηρητικοὶ Ὀρθόδοξοι κι πότε ὡς προοδευτικοί, καὶ πάντα προσαρμόζονται ὡς χαμαιλέοντες στὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς.
Καὶ βέβαια, εἶναι φυσικὸ καὶ ἀναντίρρητο, ὅτι τὸν πρῶτο λόγο στὴν ἀποκάλυψη τῶν αἱρετικῶν τὸν ἔχουν οἱ Ποιμένες. Ἀλλὰ δυστυχῶς, σήμερα οἱ Ποιμένες εἶναι λαλίστατοι γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταγγελία τῆς αἱρέσεως. Θέτουν πάνω ἀπὸ τὴν Πίστη στὸ Χριστό, τὸ θρόνο τους καὶ ἀποσιωποῦν τὰ ὀνόματα τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως. Καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι οἱ κυρίως ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν ἐπέκτασή της, γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τῶν πιστῶν.
Προκλήθηκαν ἀντι-οἰκουμενιστὲς Μητροπολίτες, ὁ Ναυπάκτου, ὁ Πειραιῶς, ὁ Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ Μεσογαίας ὀνομαστικά, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας δι’ ἄρθρων στὸ διαδίκτυο, νὰ ἀποκαλύψουν τὰ ὀνόματα τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἀρνήθηκαν. Οὔτε θέλησαν νὰ ἀπαντήσουν, γιατί βάζουν πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν Πίστη τὴν δεσποτικὴ ἐξουσία· γιατί φοβοῦνται καὶ τρέμουν τὸν ἀρχηγέτη τῆς παναιρέσεως πατριάρχη Βαρθολομαῖο.
Προσφυῶς ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, πρίν μιὰ βδομάδα, τὴν ἄρνηση τῶν ποιμένων νὰ λένε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, νὰ κατονομάσουν δηλαδὴ δημόσια καὶ μὲ παρρησία τὰ ὀνόματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, χαρακτήρισε ὡς τὴν «αἵρεση τοῦ  ὀνοματοκρυπτισμοῦ».  Νέος ὁ ὅρος, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν Ὀρθόδοξη διαχρονικὴ Παράδοση, ἀφοῦ οἱ Πατέρες πάντοτε κατονόμαζαν τοὺς αἱρετικούς, γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ τοὺς ἴδιους νὰ προβληματισθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ λάθος του, καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τοὺς συγκεκριμένους αἱρετικοὺς ποιμένες, τοὺς «λύκους» ποὺ μὲ ἔνδυμα προβάτου ἔρχονται γιὰ νὰ κατασπαράξουν τὰ πρόβατα.
Ἡ ἄρνηση τῶν Ποιμένων νὰ ὀνοματίσουν τοὺς αἱρετικούς, εἶναι πράξη ἀφιλάδελφη, ἀφοῦ τοὺς ἀφήνουν στὴν πλάνη τους ἀνεξέλεγκτους, τοὺς ἀφήνουν ἀβοήθητους νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀπώλεια.
Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἐλάχιστη ὑπηρεσία προσφέρει πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς καταπολεμήσεως τῆς αἱρέσεως, ἡ πραγματοποίηση ἄλλης μιᾶς Ἡμερίδος, ἂν αὐτὴ δὲν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ καίριο καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα, ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῶν ὀνομάτων ἐκείνων τῶν «ὀρθόδοξων» ποιμένων ποὺ εἶναι οἱ ἡγέτες τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἐνδεικτικά, θεωροῦμε ὅτι αὔριο, πρέπει νὰ παρακαμφθεῖ τὸ ἄλλο ἀγκάθι ποὺ προκαλεῖ τριβὲς καὶ χωρίζει τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ δυσχεραίνει ἢ ἀκυρώνει τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἀγῶνα μας· τὸ ἂν δηλαδή, πρέπει ἄμεσα νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους ἢ, ἂν πρέπει αὐτὸ νὰ γίνει κατόπιν καταδικαστικῆς ἀποφάσεως Συνόδου. Σημαντικὸ καὶ χρήσιμο εἶναι νὰ ἑστιάσουν οἱ ὁμιλητὲς τὴν προσοχή τους στὸ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει αἵρεση χωρὶς τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ τὴν διδάσκουν καὶ τὴν προωθοῦν. Καὶ κυρίως νὰ καταγγείλουν ὀνομαστικὰ τοὺς αἱρετικοὺς οἰκουμενιστὲς καὶ λατινόφρονες.
Τὸ ὅτι οἱ αἱρετικοὶ χαρακτηρίζονται ὡς τέτοιοι πρὶν καταδικασθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, εἶναι ἡλίου φαεινότερον. Ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος π.χ., ἦσαν αἱρετικοὶ πρὶν καταδικασθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ Ποιμένες καὶ πιστοὶ ἐπεσήμαναν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τους. Ἐξ ἄλλου γι’ αὐτὸ συγκλήθηκε ἡ Σύνοδος, γιὰ νὰ τοὺς καταδικάσει, ἐφ’ ὅσον ἐπέμεναν σ’ αὐτές. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ὀνόμαζαν αἱρετικοὺς καὶ «λύκους», πρὶν καταδικασθοῦν. Ὁ ἅγιος Κελεστῖνος καὶ κυρίως ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐνίσχυε καὶ ἐπαινοῦσε τοὺς πιστοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ποὺ ἀντιτάχθηκαν πρὸς τὸν Νεστόριο, ὡς πρὸς αἱρετικό, πρὶν συγκληθεῖ ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιόδους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας οἱ Ἅγιοι Πατέρες πολεμοῦσαν τὴν ἑκάστοτε ἐμφανιζόμενη αἵρεση στὰ πρόσωπα τῶν συγκεκριμένων αἱρετικῶν, τὰ ὁποῖα κατονόμαζαν καὶ ἔγραφαν λόγους ἐναντίον τῶν «ὀρθοδόξων» στὸ ὄνομα, ἀλλ’ αἱρετικῶν στὸ φρόνημα, ποὺ κατεῖχαν θρόνους Ἐπισκοπικούς, ἀλλὰ ἀπεδεικνύοντο ἐχθροὶ τῆς Πίστεως καὶ ἁρπακτικοὶ «λύκοι», ὡς αἱρετικοί. Ἔτσι ἔκανε π.χ. ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ.
Σήμερα ἔχουμε τοὺς ἀντίστοιχους «ὀρθόδοξους»–αἱρετικούς, τοὺς ἡγέτες δηλαδὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καταδικασθεῖ ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο, ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ διδάσκουν τὶς κακοδοξίες τους, παρὰ τὴν ἐπισήμανση ὅτι αὐτὲς ἀντιβαίνουν πρὸς τὴν διαχρονικὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ Πίστη. Θὰ κατονομάσουμε μερικούς, μαζί καὶ τὶς αἱρετικές τους βλασφημίες, στὶς ὁποῖες ἐμμένουν καὶ διδάσκουν μὲ πεῖσμα καὶ δολιότητα αἱρετικοῦ ἐπὶ δεκαετίες.
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος (Ἀρχοντώνης): Ἀποδέχεται καὶ διδάσκει ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι Ἐκκλησίες, ὅτι ὁ Πάπας καὶ οἱ ἱερεῖς του ἔχουν ἱερωσύνη, ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ οἱ Προτεστάντες ἔχουν Βάπτισμα, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἔχουν τὸν ἴδιο Θεό, κ.ἄ. Αὐτὰ ὅλα, ὅμως, ἔρχονται σὲ ἀντίθεση καὶ καταλύουν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὁμολογοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι πίστη «εἰς ἕνα Θεὸ» Τριαδικό,  πίστη «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν» καὶ εἰς «ἓν βάπτισμα».
Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας): Ἀποδέχεται καὶ διδάσκει τὶς ἴδιες αἱρετικὲς κακοδοξίες μὲ τὸν κ. Βαρθολομαῖο ἤδη ἀπὸ τὸ 1985, καὶ ἐπὶ πλέον κηρύττει μὲ συγγραφὲς καὶ ὁμιλίες, σὲ Ἡμερίδες, Συνέδρια καὶ Συμπόσια τὴν αἵρεση περὶ Πρώτου στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ, κατ’ ἀναλογίαν, περὶ Πρώτου στὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκλησίας. Ἡ τελευταία του αἵρεση, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅπως τὴν ἐδίδαξαν πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδίως ὅμως ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τοὺς τρεῖς θεολογικοὺς λόγους του, καὶ ἐπὶ πλέον ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ Συνόδους τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου.
Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Διδάσκει μὲ μελέτη δημοσιευμένη σὲ ἐκκλησιαστικὸ περιοδικό, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄρθρα ποὺ ἔγραψε ἐναντίον ὅσων τὸν κατήγγειλαν γιὰ τὴν κακοδοξία του, τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «διηρημένης Ἐκκλησίας». Παρὰ τὸν σκανδαλισμὸ ἐπισκόπων, καθηγητῶν καὶ πιστῶν ποὺ τὸν ἤλεγξαν, ἀρνεῖται νὰ ἐπανορθώσει.
Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος: Ἀποδέχθηκε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας ὅτι τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀποτελοῦν ὅλες μαζί, οἱ 350 αἱρετικὲς “ἐκκλησίες” τοῦ Π.Σ.Ε.» καὶ ὅτι ἡ πληθώρα τῶν κακοδοξιῶν τῶν “ἐκκλησιῶν” τοῦ Π.Σ.Ε., εἶναι “διαφορετικοὶ τρόποι διατυπώσεως τῆς ἰδίας Πίστης καὶ ποικιλία Χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”! Πέραν αὐτῶν εἶναι κατὰ πάντα πιστὸς ἀκόλουθος στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, καὶ τοῦ στενοῦ συνεργάτου του στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα.
Τὰ ὀνόματα αὐτὰ εἶναι ἐνδεικτικά, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς ὅσων γράφονται ἐδῶ, δὲν εἶναι νὰ παρουσιάσει τὸν κατάλογο τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν (ὁ ὁποῖος θὰ δημοσιευθεῖ προσεχῶς), ἀλλά, μὲ τὴν μνημόνευση αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων παραδειγμάτων, νὰ θέσει τὸ ἐρώτημα:
Αὐτὲς οἱ διδασκαλίες τῶν παραπάνω Οἰκουμενιστῶν —περὶ «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας», περὶ «ἐκκλησίας τῶν δύο πνευμόνων», περὶ «μετα-πατερικῆς θεολογίας», περὶ τοῦ «Πρώτου» στὴν Ἁγία Τριάδα— καθιστοῦν αἱρετικοὺς ὅσους τὶς διδάσκουν; Ναί, ἢ ὄχι;
Αὐτὲς οἱ κακοδοξίες ὑπάρχουν στὰ γραπτὰ κείμενα καὶ στὶς δημοσιευμένες ὁμιλίες τῶν παραπάνω; Ναί, ἢ ὄχι;
Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ἔχουν ἐρευνηθεῖ καὶ ἐπισημανθεῖ οἱ αἱρετικὲς αὐτὲς διδασκαλίες —ἐξ  ἄλλου μὲ βάση αὐτὲς τὶς καταγεγραμμένες κακόδοξες διδασκαλίες, κι ὄχι μὲ φαντασίες καὶ ὑποθέσεις, θὰ ὁμιλήσουν περὶ Οἰκουμενισμοῦ οἱ ὁμιλητές— γιατί ἀποσιωπῶνται τὰ ὀνόματά τους; Δὲν περιπίπτουν καὶ ὅσοι τὰ ἀποκρύπτουν στὴν (κατὰ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση) αἵρεση τοῦ «ὀνοματοκρυπτισμοῦ»;
Δὲν εἶναι καιρὸς –ἴσως ἡ ἐσχάτη ὥρα– νὰ ἀποκαλυφθοῦν αὐτά, γιὰ νὰ γνωρίσουν καὶ οἱ πιστοὶ καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν κατὰ συνείδηση– ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς;

Θεσσαλονίκη, 13 Μαρτίου 2013

«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»


Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΑΣΚΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ








Μιὰ σημαντικὴ ἐξέλιξη γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ μας πράγματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σημειώθηκε τὶς τελευταῖες ἡμέρες στὴν Σερβία, ὅπου μετέβη πρὸς συνάντηση τοῦ Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου καὶ τῆς συνοδείας του, ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς.





Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρῶτος Ἐπίσκοπος ποὺ καθαιρέθηκε ἀπὸ “ὀρθόδοξη Σύνοδο”, ἐξ αἰτίας τῆς ἐναντιώσεώς του κυρίως πρὸς τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτέμιος. Καὶ καθαιρέθηκε χωρὶς ἀποδεδειγμένες κατηγορίες, χωρὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἱεροκανονικὲς διαδικασίες, χωρὶς ἀκρόαση, χωρὶς δίκη, χωρὶς ἀπολογία, μὲ τὴν καταρράκωση δηλαδὴ καὶ περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος εἶναι ὁ μόνος μὴ Ἕλληνας Μητροπολίτης ποὺ ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» καὶ ἔκτοτε, μιμούμενος τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἀρνήθηκε νὰ συμφωνήσει μὲ τὶς προτάσεις συμβιβασμοῦ ποὺ τοῦ ἔγιναν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της καὶ δὲν τοὺς μνημονεύει, ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρεται ἡ κατὰ παράβαση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Ράσκας καὶ Πριζρένης καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἱεραρχία συνεχίζει τὴν Οἰκουμενιστικὴ γραμμή της, συνεργώντας ἢ ἀνεχομένη τὶς πρακτικὲς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὴν ἄδικη ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἱεραρχίας, κατεδίκασαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως οἱ Μητροπολῖτες Αἰτωλοακαρνανίας, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς, οἱ πρωτοστατοῦντες στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρωτοπρεσβύτεροι καὶ καθηγητὲς Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερομόναχοι, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί.

Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ διωκομένου Μητροπολίτη Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτεμίου, εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ στάση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σὲ περίοδο αἱρέσεως «κατεγνωσμένης» (καταδικασμένης) ὑπὸ Συνόδου ἢ Ἁγίων Πατέρων», ὅπως εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία καταλύει διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θεσπισμένα ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ Ἁγίων∙ αἵρεση τήν ὁποία ὁ τελευταῖος Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, γέροντας καί διδάσκαλος τοῦ σεβ. Ἀρτεμίου, χαρακτήρισε «παναίρεση».

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς (ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς τελευταῖες δημοσιεύσεις του), προσέφυγε πρὸς τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Σεβασμιώτατο Ἀρτέμιο καὶ τὴν συνοδεία του, ζητώντας μὲ ἐπιστολή του (ποὺ δημοσιεύουμε στὴ συνέχεια) νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ δέχεται τήν ἄδικη ἀπόφαση –ὅπως ἔκανε μέχρι τώρα, περιμένοντας νὰ κριθεῖ ἡ ὑπόθεσή του τελεσίδικα–  τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρανόμως, παρατύπως καί ἀντικανονικῶς διά τῆς καθαιρέσεως τοῦ ἀπαγόρευσε τὴν τέλεση τῶν Μυστηρίων, ἤ, ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ ἐκτελεῖ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, λειτούργημα καὶ καθῆκον ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ τοῦ τὸ ἐστέρησε ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο μίας Συνόδου, πορευομένης καὶ ἐφαρμόζουσας μεθόδους, διδασκαλίες καὶ ποιμαντικὲς τακτικὲς τῶν «ὀρθόδοξων» Ἀρχιερέων, ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὸ αἴτημα τοῦ π. Εὐθυμίου συνοψίζεται στὴν παρακάτω παράγραφο:

«Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου (Σεβασμιώτατε) εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα».




Ἀφοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος διεξῆλθε τὰ ἔγγραφα καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ ἐστάλη, ἐκάλεσε τὸν π. Εὐθύμιο στὴν Σερβία τὸ τριήμερο 8-10 Μαρτίου 2013. Ὁ π. Εὐθύμιος μετέβη πρὸς συνάντηση αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας του, συζήτησε μαζί του, ἄκουσε τὶς θέσεις του καὶ τὶς πατρικές του προσρήσεις, συλλειτούργησε μαζί του καὶ ἔλαβε τὸ παρακάτω ἔγγραφο, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ ἀνακοινώνει ὅτι αὐτὸς καὶ ἡ Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ράσκας καὶ Πριζρένης στὴν ἐξορία, ὁμοφώνως ἀποφάσισαν:







Στὴ συνέχεια δημοσιεύουμε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Εὐθυμίου, τὴν ὁποία μᾶς ἔστειλε μαζί μὲ τὸ Ἀνακοινωθὲν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου:






ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

ΕΥΘΥΜΙΟΣ  ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ



25 Νοεμβρίου 2012



Σεβασμιώτατε μητροπολίτα Ράσκας καί Πριζρένης,  π. Ἀρτέμιε

τήν εὐχή σας.

Ἔλαβα τό θάρρος νά σᾶς γράψω καί νά ἀπευθυνθῶ σέ σᾶς, ἐξ αἰτίας τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τό ὁποῖον εἶχα προσφύγει καί εἶχα καταθέσει αἴτησι ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ὁποία μέ καθαιροῦσε ἀπό τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης.

Οἱ βασικές κατηγορίες τίς ὁποῖες καί ἐπεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις τῶν Ἐπισκόπων ἦσαν ἡ ἀνυπακοή, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί ἡ ἀποτείχισίς μου ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας δέν ἐδέχθη τήν αἴτησί μου, οὔτε κἄν εἰσῆλθε ἐπί τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, μέ τό αἰτιολογικό ὅτι αὐτή εἶναι καθαρῶς ἐκκλησιαστική ποινή, ἡ ὁποία δέν ἔχει  διοικητικές διαστάσεις (π.χ. μισθοδοσίας, συνταξιοδότησης, οἰκογενειακές ἐπιπτώσεις κλπ.) καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι καθαρά ὑπόθεσις τῆς Ἐκκλησίας.

Σᾶς ἀποστέλλω μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή Σεβασμιώτατε, καί τό ἔγγραφο ὑλικό τό ὁποῖο σχετίζεται μέ ὅσα ἀνωτέρω πολύ περιληπτικά σᾶς περιέγραψα.  Ἐπίσης σᾶς ἀποστέλλω καί κάποιο ὀπτικοακουστικό ὑλικό γιά νά δεῖτε, ἄν καί τά γνωρίζετε, τό πῶς λειτουργοῦν τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια καί τό πόσο ἐνδιαφέρονται γιά τά θέματα τῆς πίστεως.

Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν ἐξέλιξι τῆς ὑποθέσεως καί δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ἤθελα ἐπ’ οὐδενί νά ἐνταχθῶ σέ κάποια παράταξι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἡ κατά βάθος ἐπιθυμία μου ἦταν νά μεταβῶ εἰς τό ἅγιον Ὄρος καί νά τελειώσω τό ὑπόλοιπον τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου εἰς τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἄρχισα τήν μοναχική μου ἀφιέρωσι. Δεδομένου ὅμως τοῦ ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κατά κοινή ὁμολογία, διαρκῶς ἐπεκτείνεται καί προωθεῖται, μέ τελικό σκοπό τήν ἕνωσι καί ἀλληλοπεριχώρησι μετά τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν καί τήν συμπόρευσι καί ἔνταξι τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν παγκόσμια κατάστασι τῆς Νέας Ἐποχῆς, προσέτι δέ τήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων διά πνευματική καθοδήγησι καί ἐπιτέλεσι τῶν στοιχειωδῶν λειτουργικῶν των καθηκόντων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νά μήν καταθέσω τά ὅπλα καί τοιουτοτρόπως δώσω τήν ἐντύπωσι ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι ἐνίκησαν καί ἐξουδετέρωσαν κάποιον ὁ ὁποῖος ἀντιστέκετο στήν αἵρεσι.

Δι αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο Σεβασμιώτατε προσφεύγω σέ ἐσᾶς καί τήν ἀδελφότητά σας. Θά σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τίς σκέψεις μου καί τό τί ζητῶ ἀπό ἐσᾶς.

Ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἐκλήθηκα στό Ἐπισκοπικό καί κατόπιν εἰς τό Συνοδικό  Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο παρουσιάστηκα μέ τόν σκοπό τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεώς μου καί τῆς στηλιτεύσεως τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν ὁποία ἐμφοροῦντο οἱ ἐκκλησιαστικοί Δικαστές, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο «ἕτοιμοι δέ ἀεί πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος» (Β΄ Πετρ. 3,15).  Εἰς αὐτήν μου τήν ἐνέργεια συνηγοροῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε ὅταν ἐκλήθη νά δικασθῆ εἰς τήν Σύνοδο τῆς Τύρου, ἡ ὁποία εἶχε συγκροτηθῆ ἀπό δεδηλωμένους Ἀρειανούς.

Τήν τελική ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου φυσικά δέν τήν ἀνεγνώρισα, διότι ἀποτελοῦσε ἀπόφασι αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μέ κατεδίκασαν ὄχι γιά διάφορα προσωπικά μου παραπτώματα, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή μου καί ἀποτείχισί μου ἀπό αὐτούς, ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν ὁποία αὐτοί ἐμφοροῦντο.

Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι δέν εἶχα τό δικαίωμα νά ἀθωώσω καί νά δικαιώσω ἀπό μόνος μου τόν ἑαυτόν μου, διότι ἐσκέφθηκα ὅτι, πέραν τοῦ ὅτι δέν εἶχα πρός τοῦτο ἁγιογραφικά, κανονικά καί πατερικά ἐρείσματα, θά ἔδινα προσέτι ἐπιχειρήματα στούς Οἰκουμενιστές νά μέ κατηγορήσουν, ὅτι ἔχω κάνει δική μου Ἐκκλησία, δέν ἀναγνωρίζω κανένα κλπ.

Ἐπιτρέψτε μου εἰς τό σημεῖο αὐτό Σεβασμιώτατε νά κάνω μία παρένθεσι καί νά ἀναφέρω ὅτι ἡ ἰδική σας περίπτωσι εἶναι τελείως διαφορετική, διότι ἐσεῖς καταδικαστήκατε χωρίς κἄν νά δικαστῆτε (νά κληθῆτε δηλαδή κανονικά σέ δίκη, νά παραστῆτε, νά προσκομίσετε μάρτυρες, νά ἀπολογηθῆτε κλπ.). Ἡ ποινή λοιπόν πού σᾶς ἐπεβλήθη ἦτο κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτος σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη,  ὁ ὁποῖος γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωσι εἰς τό Πηδάλιο ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«Σημείωσαι δέ, ὅτι ἐπειδή εἰς τήν παροῦσαν Σύνοδον ἔξαρχος ἦτο ὁ Ἀρειανός Εὐσέβειος καί οἱ αὐτοῦ ἀκόλουθοι, διά τοῦτο ἀδιόριστον ἀφῆκε τόν παρόντα Κανόνα, ἵνα βοηθῇ εἰς αὐτούς ἐναντίον τῶν τότε διωκομένων Πατέρων ὑπ’ αὐτῶν, καί μάλιστα κατά τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Διά τοῦτο ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀλλά δή καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κατά τόν Σωκρ. βιβλ. ς΄ Κεφ. 18 κατηγόρησαν τόν Κανόνα τοῦτον πῶς δέν εἶναι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς τῶν Ἀρειανῶν∙ διότι καί τόν Ἀθανάσιον διά τοῦ Κανόνος τούτου ἐκάθῃραν οἱ Εὐσεβιανοί, καί τόν Χρυσόστομον ἐζήτησαν νά καθῄρουν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει κατ’ αὐτοῦ συναχθέντες Ἐπίσκοποι, ἐπειδή τάχα ἀφ’ οὗ καθῃρέθη, ἐπήδησεν εἰς τόν θρόνον, χωρίς νά ψηφίσῃ ἄλλη Σύνοδος τά περί αὐτοῦ. Καί ὁ Πάπας δέ Ἰννοκέντιος εἰς τήν ἐπιστολή ὁποῦ στέλλει πρός τούς Κωνσταντινουπολίτας ὑπέρ τοῦ Χρυσοστόμου κατηγορεῖ τόν τοιοῦτον Κανόνα κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. η΄. Κεφ. κς΄. Καί κατά τόν Δοσίθεον (σελ. 133, περί τόν ἐν Ἱεροσολύμ. Πατριαρχεύσ.), ἐπειδή, λέγω, καί οἱ Ἅγιοι οὗτοι τόν Κανόνα κατηγοροῦσιν, ἡ δέ δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος αὐτόν ἀποδέχεται, ὡς εἴπομεν, καί ἡ ς΄ Οἰκουμενική. Διά τοῦτο κάμνει χρεία νά προσδιορισθῇ, ἵνα μείνῃ ἀκατηγόρητος, ἤτοι, νά μήν ἔχῃ τόπον ἀπολογίας καί ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὁποῦ καθαιρεθῇ α΄. εἰς ἐγκλήματα φανερά καί δίκαια κατά τόν κη΄ Ἀποστολικόν∙   β΄. ὄχι ἀπό Σύνοδον μερικῶν μόνων Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί ἄλλου μέν δικαιοῦντος, ἄλλου δέ καταδικάζοντος, κατά τόν ιδ΄ τῆς ἰδίας ἐν Ἀντιοχείᾳ (τότε γάρ πρέπει ὁ Μητροπολίτης νά καλῇ καί ἀπό τούς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, διά νά θεωρῆται ἡ κρίσις, καί νά λύεται κάθε ἀμφιβολία κατά τόν αὐτόν), ἀλλά ἤ ἀπό τήν Σύνοδον ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί συμφώνως κατακρινόντων, ὄχι διαφωνούντων κατά τόν ιε΄. τῆς αὐτῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἤ ἀπό τήν Σύνοδον τοῦ Πατριάρχου τῆς διοικήσεως∙   γ΄. καί νά ᾖναι παρών ὁ κρινόμενος, καί τόπος ἀπολογίας νά δοθῇ εἰς αὐτόν κατά τόν οδ΄. Ἀποστολ. ἔξω μόνον ἄν ἐπροσκαλέσθη, καί δέν ἠπήντησε κατά τόν αὐτόν Ἀποστολικόν” (Ὑποσ. 2 στόν Δ΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου) καθώς καί “Σημείωσαι, ὅτι καί ἐκ τῶν πραχθέντων ὑπομνημάτων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπί Νεκταρίου Πατριάρχου περί Ἀγαπίου, καί Βαγαδίου τῶν ἀντεχομένων τῆς Ἐπισκοπῆς Βόστρης, ἅπερ ὅρα μετά τήν ἐν Σαρδικῇ Σύνοδον”, γίνεται φανερόν, ὅτι, δέν πρέπει νά καθαιρῇται Ἐπίσκοπος, ἄν δέν ᾖναι παρών εἰς τήν κρίσιν, οὔτε πρέπει νά καθαιρῇται ἀπό τρεῖς Ἐπισκόπους, ἤ δύω, ἀλλά ἀπό τήν ψῆφον τῆς συνόδου τῶν περισσοτέρων τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόπων, ὡς καί οἱ Ἀποστολικοί, φασί, Κανόνες διωρίσαντο, ὁ παρών δηλαδή οὗτος». Ἀλλά καί ὁ Παῦλος (Πράξεων κεφάλ. κε΄ 16) λέγει∙ ὅτι οὐδέ εἰς τούς Ρωμαίους ἦτο συνήθεια νά χαρίζεται ἄνθρωπος εἰς θάνατον (καί ἁπλῶς νά καταδικάζηται), ἄν πρῶτον ὁ κατηγορούμενος δέν ἔχῃ κατά πρόσωπον τούς κατηγόρους του, καί ἄν δέν λάβῃ ἄδειαν νά ἀπολογηθῇ διά τό ἔγκλημά του. “Οὐκ ἔστιν ἔθος Rωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, πλήν ἤ ὁ κατηγορούμενος κατά πρόσωπον ἔχοι τούς κατηγόρους, τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περί τοῦ ἐγκλήματος”. Καί ὁ Νικόδημος εἶπε πρός τούς Ἰουδαίους.  “Μή ὁ νόμος ἡμῶν κρίνῃ τόν ἄνθρωπον, ἐάν μή ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον, καί γνῶ τί ποιεῖ;” (Ἰωaν. ζ΄ 15) φησί γάρ ὁ Θεός περί τοῦ λατρεύσαντος θεοῖς ἑτέροις οὕτω πρός τόν Κριτήν.  Καί ἀναγγελῇ σοι, καί ἐκζητήσεις σφόδρα, καί ἰδού ἀληθῶς γέγονε τό rῆμα.  Γεγένηται τό βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ. Καί ἐξάξεις τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, καί τά ἑξῆς” (Δευτερ. ιζ΄ 4)» (Ὑποσ. 1 τοῦ ΟΔ΄ Κανόνος τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων).

Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ἄριστα ἐπράξατε πού ἀδιαφορήσατε γιά τήν ποινή πού σᾶς ἐπέβαλαν, δεδομένου καί τοῦ ὅτι ὁ διωγμός σας κατευθύνετο ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, λόγῳ τῶν Ὀρθοδόξων θέσεών σας. Ἀπορῶ μάλιστα γιά τό πῶς οἱ ἀντιοικουμενιστές Πατέρες ἐδῶ στήν Ἑλλάδα δέν τό διαδηλώνουν αὐτό ἐμπράκτως, μέ τό νά συλλειτουργοῦν μαζί σας δημοσίως καί εὐθαρσῶς καί νά θέτουν τοιουτοτρόπως τούς ἑαυτούς των μετά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως καί ὄχι μετά τῶν διωκτῶν καί αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων. Διότι μέ τήν στάσι των εἶναι σάν νά ἀναγνωρίζουν ὡς ὑπαρκτή καί κανονική τήν ἀνύπαρκτη ὄντως ποινή.

Εἰς τήν ἰδική μου ὅμως περίπτωσι δέν ἔγιναν ἔτσι τά πράγματα, διότι διεξήχθη σέ πρῶτο καί δεύτερο βαθμό ἡ ἐκκλησιαστική δίκη, παρ’ ὅτι καταγγείλαμε καί στά ἴδια τά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια καί στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας πολλές παρανομίες, οἱ ὁποῖες κατά τήν διαδικασία διεπράχθησαν ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, προκειμένου νά καταλήξουν εἰς τόν ἐπιδιωκόμενο καί προκαθορισμένο σκοπό τους.

Ὡς ἐκ τούτου μετά τήν τελική ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί προκειμένου, ὅπως προανέφερα, νά μήν κατηγορηθῶ ὅτι αὐτοδικαιώνω ἐγώ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό μου, προσέφυγα κατ’ ἀρχάς στούς ἀντιοικουμενιστές Πατέρες, δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχαν τότε ἀποτειχισμένοι. Προσέφυγα ἐπίσης καί σέ σεβαστούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ζητῶντας ἀπό ὅλους νά διαδηλώσουν δημοσίως καί γραπτῶς τήν θέσι των διά τήν ὑπόθεσι αὐτή, ἐγώ δέ τήν γνώμη τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων θά τήν ἐξελάμβανα εἰς τήν περίπτωσί μου ὡς γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένων δηλαδή τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστῶν. Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀφ’ἑνός μέν δέν θά ὑπελόγιζα τήν ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὡς ὑπό αἱρετικῶν ληφθεῖσα, ἀλλά τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων, ἀφ’ ἑτέρου δέ δέν θά ἀποφάσιζα ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου, πρᾶγμα ὄντως ἄγνωστο στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.

Παραδόξως λοιπόν, ἐνῶ πολλοί Πατέρες, ἰδιαιτέρως καί προσωπικῶς μοῦ ἔλεγαν καί μέ παρότρυναν νά συνεχίσω νά λειτουργῶ καί νά μήν ὑπολογίσω τήν ποινή πού  ἐπέβαλαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, δημοσίως καί γραπτῶς δέν κατέθεταν αὐτήν τήν γνώμη. Μάλιστα μοῦ ἀνέφεραν καί πολλά ἐπιχειρήματα, ὅπως τό ὅτι ἄν δεχθῶ τήν ποινή, εἶναι σά νά τούς ἀναγνωρίζω, ὅτι τούς δίδω ἀξία ἐνῶ αὐτοί εὑρίσκονται στήν αἵρεσι, ὅτι συνεργῶ στά σχέδιά των, τά ὁποῖα εἶναι ἡ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν, πάταξις κάθε ὀρθοδόξου ἀντιστάσεως κλπ. Αὐτά  ὅλα τονίζω, μοῦ τά ἀνέφεραν προφορικά, γραπτῶς ὅμως καί δημοσίως δέν ἔπαιρναν θέσι γιά εὐνοήτους προφανῶς λόγους.

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καί δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔπαιρναν δημοσίως  θέσι γιά τήν περίπτωσί μου, προσέφυγα εἰς τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἤδη πρό τεσσάρων ἐτῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἦτο  ἕνα ἀνώτατο θεσμικό ὄργανο, τό ὁποῖο ἀνεγνώριζε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμπράκτως, μία δέ ἀκυρωτική ἀπόφασίς του τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων θά με κατωχύρωνε εἰς τό νά συνεχίσω νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, χωρίς δηλαδή νά ἀποφασίσω ἐγώ  διά τόν ἑαυτό μου. Θά ἀποτελοῦσε προσέτι καί ἕνα ράπισμα ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, καί ἀκόμη μία ὁδό τήν ὁποία θά ἠδύναντο εἰς τό μέλλον νά ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι ἀποτειχισμένοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, ἐφ’ ὅσον δηλαδή οἱ ἀντιοικουμενιστές δέν ἔπαιρναν μόνοι των κάποιες βασικές ἀποφάσεις, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεως, σχετικά μέ τίς ποινές πού θά ἔβαζαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι στούς ἀποτειχισμένους.

Δυστυχῶς ὅμως Σεβασμιώτατε, καί ἐδῶ ἰσχύει ἡ παροιμία «κόρακας κοράκου μάτι δέν βγάζει». Διότι, ὅπως γνωρίζετε, πέραν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ Ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ πολιτική καί ἡ δικαστική συνοδοιποροῦν καί ἔχουν κοινό κέντρο κατευθύνσεων, τίς σκοτεινές  δηλαδή δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου ἤδη πρό δύο ἐτῶν εἶχα τήν πληροφορία ἀπό πρόσωπα πού γνωρίζουν ἀπό κοντά τό πῶς κινοῦνται οἱ Συνοδικοί Ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχει δοθῆ ἐντολή καί γραμμή στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας νά μήν ἀσχοληθοῦν μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἀλλά νά ἀφήσουν τά πράγματα ὡς ἔχουν, δηλαδή νά ἀφήσουν ἀσύστολους καί ἀνεξέλεγκτους τούς Ἐπισκόπους, διότι προφανῶς μεταξύ αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει ἀρίστη καί ἄψογος συνεργασία, ἡ ὁποία βεβαίως πάντοτε εἶναι εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ ἀπόφασις λοιπόν του Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τό ὁποῖο  κατ’οὐσία δέν ἠσχολήθη ἐπί τῆς οὐσίας τῆς προσφυγῆς μου, δέν μέ παρεξένεψε, ἀλλά ἀπεναντίας ἐπιβεβαίωσε τά ὅσα πρό διετίας εἶχα πληροφορηθῆ.

Σεβασμιώτατε ἔκανα αὐτή τή μικρή ἱστορική ἀναδρομή εἰς τήν ὑπόθεσί μου, ἀφ’ἑνός μέν γιά νά ἐνημερωθῆτε, ἀφ’ ἑτέρου γιά νά γνωρίζετε τίς θέσεις καί προθέσεις μου καί προσέτι γιά νά φθάσω εἰς τό διά ταῦτα, δηλαδή νά σᾶς ἀναφέρω τό τί ζητῶ ἀπό σᾶς.

Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς  ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει  τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα.

Ἡ γνώμη σας καί τοποθέτησί σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θά ἀποτελέση γιά μένα τήν θέσι τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου τοῦ ὅτι κατηγορήθηκα ὅτι ὑπάκουσα σέ αἱρετικούς δικαστές, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἀποσκοποῦσαν στό νά ὑποτάξουν κάθε ἀντίστασι ἐναντίον τῆς αἱρέσεως. Τό ὅτι δέν ἀνεγνώρισα τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων φαίνεται ἀπό τήν προσφυγή μου στούς ἀντιοικουμενιστές κατ’ ἀρχάς πατέρες καί κατόπιν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τό ὅτι καί μετά τήν ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου πάντοτε ὑπογράφω καί ὑποσημειώνομαι ὡς Ἱερομόναχος καί κυρίως φαίνεται ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ καί μέχρι σήμερα καί εὐχηθεῖτε ἕως ἐσχάτων πορεία μου καί ἀντίστασί μου στήν αἵρεσι. Μᾶλλον οἱ ἀντιοικουμενιστές πατέρες ἀνεγνώρισαν τήν ποινή  μου, ἐφ’ ὅσον δημοσίως καί γραπτῶς αὐτό δέν τό διαδηλώνουν, ὅπως κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀναγνωρίζουν καί τήν ἰδική σας ποινή ἀπό τήν Σερβική Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δηλαδή δέν συλλειτουργοῦν δημοσίως καί εὐθαρσῶς μαζί σας.

Ἡ ἀπόφασις καί τοποθέτησίς σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου παρακαλῶ ὅπως προσυπογραφῆ καί ἀπό τό δεδιωγμένο ἱερατεῖο τό ὁποῖο σᾶς περιβάλλει καί σᾶς ἀναγνωρίζει ὡς κανονικό Μητροπολίτη Ράσκας καί Πριζρένης, διά νά ἔχη ἡ ἀπόφασις αὐτή τήν μορφή καί τό κῦρος ὄχι ἑνός ἀτόμου, ἀλλά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως Ὁμολογητῶν Πατέρων.

Θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίσετε ὅτι ἐφ’ ὅσον κρίνετε ὅτι διά τίς προαναφερθεῖσες πνευματικές ἀνάγκες πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, ἐγώ κατά τήν ἐπιτέλεσί των δέν θά μνημονεύω, ὅπως διά τῆς ἀποτειχίσεώς μου ἔπραξα μέχρι τώρα, ἀλλά στήν συγκεκριμένη αἴτησι θά ἀναφέρω «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων».

Τέλος ἡ ἀπόφασίς σας αὐτή δέν θά ἔχη δι’ ἐμένα τήν ἔννοια καί θέσι τῆς ἀθετήσεως τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε βεβαίως τήν ἔννοια τῆς ἀθετήσεως τῶν ὅσων οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπιτάσσουν διά τήν θέσι τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς Συνόδου εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀλλά θά ἔχη τήν θέσι τῆς προσωρινῆς ἀπορρίψεως ὄχι τῶν θεσμῶν, ἀλλά τῶν συγκεκριμένων φορέων τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὅσον καί μέχρις ὅτου αὐτοί ἀπορρίπτουν δημοσίως καί Συνοδικῶς διά πλήθους ἔργων καί λόγων τήν Ὀρθοδοξία καί συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι τῶν ἐσχάτων καιρῶν.

Τό κείμενο αὐτό τῆς ἐπιστολῆς μου καθώς καί ἡ ἔγγραφη ἀπόφασί σας ἡ ὁποία θά μοῦ ἀποσταλῆ, ἐφ’ ὅσον ὑπογραφῆ ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό τούς κληρικούς τῆς ἀδελφότητός σας, θά δημοσιοποιηθοῦν σέ ὅλα τά μέσα ἐνημερώσεως (ἰστοσελίδες, ἐκκλησιαστικό τύπο κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε ἀφ’ἑνός μέν νά κατοχυρωθῶ εἰς τό θέμα τῆς συλλογικῆς καί ὄχι τῆς προσωπικῆς μου ἀποφάσεως, διά τήν δικαίωσι καί ἀθώωσί μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἐπιβεβαιωθῆ ἡ θέσις μου ὅτι δέν ἀναγνωρίζω οὔτε ἀποδέχομαι τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί προσέτι νά δηλώσω εὐθέως καί εὐθαρσῶς ὅτι καί ἐγώ συντάσσομαι καί ἀναγνωρίζω τούς δεδιωγμένους ἕνεκα πίστεως Πατέρες καί ἀδιαφορῶ διά τίς ποινές πού ἀντιστοίχως οἱ ἐντόπιοι αἱρετικοί Ἐπίσκοποι τούς ἐπέβαλαν. Αὐτή ἡ παγία θέσις μου Σεβασμιώτατε θά ἰσχύει φυσικά οἱαδήποτε ἀπόφασι θά λάβετε ἐπί τοῦ προβλήματος τό ὁποῖο σᾶς ἀνέθεσα προσωρινῶς νά ἐπιλύσετε, δηλαδή εἴτε θετική, εἴτε ἀρνητική.

Εὐχόμενος ὁ Κύριος νά σᾶς ἐνισχύη εἰς τόν ἀγῶνα σας διά τήν μέχρι τέλους πορεία σας, ὑποσημειώνομαι, ζητώντας τίς εὐχές καί εὐλογίες σας διά τόν ἰδικόν μου ἀγῶνα, καθώς καί τῶν πνευματικῶν μου ἀδελφῶν καί συναγωνιστῶν.



                            Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς





Υ.Γ. Σεβασμιώτατε, τήν παροῦσα ἐπιστολή δέν θά τήν κοινοποιήσω πουθενά μέχρι τῆς ἀπαντήσεώς σας, διά νά μή δεσμευθῆτε στίς ἀποφάσεις πού θά πάρετε, οὔτε φυσικά καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄν εἶναι ἀρνητική ἡ ἀπάντησί σας.
________________________________
Συνημμένα σᾶς ἀποστέλλω:
1.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 4/94 πράξι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀμπελακίων, μέ τήν ὁποία ἀνέλαβα ἐφημεριακά καθήκοντα στό ἐξωκκλῆσι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ Ἀμπελακίων.

2.                Τήν ἀπό 23.09.1999 ἐπιστολή μου πρός τόν Ἐπίσκοπο Λαρίσης κ. Ἰγνάτιο, τήν ὁποία κοινοποίησα μεταξύ ἄλλων καί πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ὁποίας γνωστοποίησα δημοσίως τήν ἀμετάκλητο ἀπόφασί μου, ὅπως διά τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, νά μή συμμετέχω στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

3.                Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 11/37/6.06.2005 κλήσι ἐμοῦ ὡς κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου Λαρίσης, στήν ὁποία περιλαμβάνονται τά εἰς ἐμένα ἀποδοθέντα παραπτώματα.

4.                Τό ἀπό 1.03.2005 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου δυνάμει τοῦ ὁποίου στήν προανακριτική ἐξέτασί μου ἀρνοῦμαι τήν βασιμότητα τῶν ἀποδοθέντων παραπτωμάτων.

5.                Τό ἀπό 2.09.2005 Ὑπόμνημά μου πρός τό Ἐπισκοπικό Δικαστήριο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης.

6.                Τό ἀπό 6.06.2007 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου.

7.                Τό ἀπό 18.04.2007 ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου αἴτημά μου περί Ὁμολογίας Πίστεως τῶν μελῶν - Ἐπισκόπων τοῦ Δικαστηρίου.

8.                Τό ἀπό 9.05.2007 ἔγγραφό μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τό ἀναφερόμενο σέ σχετικό φωτογραφικό ὑλικό, στό ὁποῖο ἐμφαίνονται Ἐπίσκοποι–μέλη τοῦ Δικαστηρίου συμπροσευχόμενοι καί ἐπισκεπτόμενοι τόν Πάπα.

9.                Τήν ἀπό 11.11.2008 Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος) καί τούς ἀπό 2.11.2009 ἐνώπιον τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου προσθέτους λόγους ἀκυρώσεως καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 21/2007 προσβαλλομένη ἀπόφασι.

10.              Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 3824/2012 ἀπόφασι τοῦ Δ΄Τμήματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δυνάμει τῆς ὁποίας τό ἐν λόγῳ Δικαστήριο ἐθεώρησε ἀπαράδεκτη τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου γιά τόν λόγο ὅτι ἡ καθαίρεσι ἔχει ἀμιγῶς πνευματικό χαρακτῆρα καί ὡς ἐκ τούτου τό Δικαστήριο δέν ἐξέτασε τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου.

11.              Ὀπτικοακουστικό ὑλικό τῆς δίκης εἰς τό Συνοδικό Δικαστήριο.