ΠΟΙΟΣ ΜΑΧΕΤΑΙ
ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ
ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ;
Τοῦ π. Βασίλειου Βολουδάκη
Ἀφοῦ διέστρεψε τὴν
διδασκαλία τοῦ π. Ἐπιφάνιου Θεοδωρόπουλου περὶ Ἀποτειχίσεως, ἀφοῦ διέσυρε
λαϊκοὺς καὶ ἱερωμένους ἀποδίδοντάς τους κείμενα ποὺ …δὲν ἦσαν δικά τους,
τελευταῖα βάλθηκε νὰ διασύρει καὶ τὸν π. Βασίλειο Βολουδάκη.
Μὲ τὸν π. Βασίλειο διαφωνήσαμε ριζικῶς στὸ θέμα τῆς
στάσεως ἔναντι τῶν αἱρετικῶν (καὶ στὸ παρὸν ἄρθρο δηλώνει ὅτι μνημονεύει τὸν
Οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο),
ἀλλὰ δὲν παύει νὰ λέγει ἀλήθειες γιὰ τὸν Πατριάρχη, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπεράσπιση
ἔχει ἀναλάβει ὁ κ. Τελεβάντος, παρότι πολλάκις καταφέρεται μὲ κείμενά του κατὰ
οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Βαρθολομαίου, σπέρνοντας ἔτσι τὴν σύγχυση στοὺς
ἀναγνῶστες!
Τὸ δυστύχημα, πάντως, εἶναι ὅτι καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει αἵρεση, ἀλλὰ παραμένουν σ' αὐτή, κοινωνοῦντες ἢ μνημονεύοντας τὸν αἱρεσιάρχη, διαγράφοντες τὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν αἵρεση!
Ἡ κατοχύρωσις τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν πλήττει τὸν Πατριαρχικὸν θεσμόν!
ΠΟΙΟΣ ΜΑΧΕΤΑΙ
ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ;
• Εἶναι ἀδιανόητον νὰ ταυτίζεται ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης καὶ αἱ ἐνέργειαί του μὲ τὸν Πατριαρχικὸν θεσμόν.
• Ὁ θεσμὸς οὐδέποτε κρίνεται, ἐπικρίνεται ἢ καθαιρεῖται.
• Οἱ Πατριάρχαι κρίνονται, ἐπικρίνονται καὶ καθαιροῦνται!
Γράφει ὁ Πρωτοπρ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
Προϊστάμενος
τοῦ Ἱ.
Ν. Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων Ἀθηνῶν
Θὰ ἦταν περιττὸ τὸ κείμενο αὐτὸ ὡς ἐπεξήγηση τοῦ προσφάτου ἄρθρου μου «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ» ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἀναγνῶστες-θύματα διαστροφέως τῆς Ἀληθείας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰ ἡμερῶν ἐκβιάζονται καὶ ἐξωθοῦνται μέσῳ τῆς ἱστοσελίδος του νὰ πεισθοῦν “σώνει καὶ καλὰ” ὅτι μὲ τὸ ὡς ἄνω ἄρθρο μου κάνω πολεμικὴ καὶ ἐκφράζω τὸ πάθος μου κατὰ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θεσμοῦ τῆς Κων/πόλεως!
Γιὰ νὰ ἀκριβολογήσω, πρόκειται γιὰ ἕναν καὶ μοναδικὸ Κύπριο δημοσιογράφο, κατοικοεδρεύοντα ἐν Ἀμερική, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐντάξει στὴν “πνευματική” του ζωὴ –ὡς κύριο, μάλιστα, διακόνημα– τὴν κατασπίλωση καὶ κατασυκοφάντηση τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν Λαϊκῶν, ποὺ δὲν συμφωνοῦν καὶ δὲν ὑπηρετοῦν τὶς ἐπιδιώξεις του! Καὶ θεωρεῖ ὅτι κάνει καὶ ἱερὸ ἔργο!
Μὲ ἀπίστευτο καὶ ἀνεξήγητο πάθος, ἐπὶ μία καὶ πλέον δεκαετία, ἐπιτίθεται συστηματικὰ κατὰ τοῦ προσώπου μου, κατασκευάζει
φανταστικὲς ἐκδοχὲς τῶν γραπτῶν μου καὶ τῶν ἐνεργειῶν μου καὶ μὲ παρουσιάζει ὡς ρυθμιστῆ τῆς ἀρθρογραφίας τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» χωρὶς νὰ ἀναχαιτίζεται ἀπὸ τίποτε καὶ ἀπὸ κανένα. Οὔτε Θεὸ φοβεῖται, οὔτε ἀνθρώπους ἐντρέπεται καὶ γι’ αὐτὸ θὰ ἀντιμετωπίση προσεχῶς (μὲ δικάσιμον τὴν 3η Δεκεμβρίου 2015) τὴν Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, ὅπως οἱ πνευματικοὶ νόμοι ὁρίζουν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ὁδηγίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, νὰ κρίνονται, δηλαδή, μὲ τὴν Παλαιᾶ Διαθήκη, μὲ τὸ Κριτήριο τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης.
Εἶναι, λοιπόν, προφανὲς ὅτι τὸ ἐπεξηγηματικὸ ἄρθρο μου αὐτὸ δὲν προορίζεται γιὰ τὸν ἐν λόγῳ δημοσιογράφο –ἀφοῦ ἐκεῖνος πρὸ πολλοῦ “ἐξέστραπται”– ἀλλὰ γιὰ τὰ ἀνυποψίαστα θύματα τῆς γραφίδος του, τὰ ὁποῖα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχουν ἐλλειπῆ θεολογικὴ καὶ ἱστορικὴ ἐνημέρωση καὶ ἔτσι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὶς διαστρεβλώσεις του καί, ἀφ’ ἑτέρου, ἀγνοοῦν τὴν μυθοπλαστική του ἐξειδίκευση καὶ τὴν παντελῆ ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τοῦ ἁγίου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ ὁποίου τολμᾶ νὰ ἐμφανίζεται μαθητής! Ὡστόσο, στὶς ἐπεξηγήσεις μου θὰ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰ τῶν αἰτιάσεων τοῦ Κυπρίου συκοφάντου μου πρὸς ἀποκατάσταση τῆς Ἀληθείας.
Πρὸ τῶν ἐπεξηγήσεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μου ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω κατηγορηματικὰ ὅτι οὐδέποτε ἐπεδίωξα
οὔτε
ἔλαβα
κάποια θέση στὸν
«Ὀρθόδοξον
Τύπον», πολὺ
δὲ
περισσότερο οὐδέποτε
ἀνέλαβα
τὴν
καθοδήγησή του, παρ’ ὅτι
καὶ
προφορικῶς
καὶ
γραπτῶς
εἶχε
ἐκφρασθεῖ ὁ μακαριστὸς π. Μάρκος Μανώλης μὲ ἐμπιστοσύνη
πρὸς
τὸ
πρόσωπό μου. Πάντοτε ἀρκέσθηκα νὰ ἀρθρογραφῶ ἐνυπογράφως, ὁσάκις αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω αὐτὸ τὸ χρέος, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπω σὲ κανένα νὰ μοῦ χρεώνη ἄρθρα ἢ τοποθετήσεις ἄλλων (μὲ ἀρχικὰ ἢ μὴ) ποὺ δημοσιεύονται στὸν «Ὀρθ. Τύπον», μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ συγκαταλέγομαι στοὺς περιστασιακοὺς ἀρθρογράφους του, οὔτε, βεβαίως, ἐπιτρέπω σὲ κανένα νὰ “χρεώνη τὸν «Ὀρθ. Τύπον» τὶς δικές μου ἀπόψεις, τὶς ὁποῖες ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος δικαιοῦμαι νὰ ἔχω καὶ νὰ διατυπώνω.
Ὡς πρὸς τὸ ἐν ἀρχῇ μνημονευθὲν ἄρθρο μου ἔχω νὰ καταθέσω τὰ ἑξῆς:
1. Εἶμαι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ στραφῆ κατὰ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ὡς θεσμοῦ ἢ ὑπὲρ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἢ ὑπὲρ τῆς ἀλλαγῆς τῆς θέσεως ἀριθμήσεώς του μεταξύ των Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων ὡς Πρώτου, θέση ποὺ ἔλαβε μετὰ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054.
2. Τὸ ἄρθρο μου σὲ καμμιὰ παράγραφό του δὲν ἀποδοκιμάζει ἢ ὑποτιμᾶ, οὔτε, βεβαίως, μάχεται τὸν θεσμὸ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ἐξ ἄλλου ἔχω ἀπὸ ἐτῶν γράψει ὅτι «εἶναι δεδομένος ὁ
σεβασμός μου πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς Ποιμένες της καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο,
προσωπικὰ δέ,
σὲ κάθε
Θ. Λειτουργία μνημονεύω τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἁγία
Πρόθεση. Ὅμως, ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγεται,
ἂν καὶ πολλὲς φορὲς
πικραίνει στὴν ἀρχή, ἀλλὰ στὸ τέλος πάντοτε εἰρηνοποιει»(1). Τὸ ἄρθρο μου ἀποπειράθηκε νὰ κατοχυρώση τὰ
Κανονικὰ
δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
καὶ
τίποτε ἄλλο! Ἂν κάποιοι προσπαθοῦν νὰ κάνουν τὸν δόλιο συσχετισμό,
ὅτι ἡ ἀπόλυτη κατοχύρωση τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας πλήττει τὸν Πατριαρχικὸ θεσμό, εἶναι δικό τους θέμα ἀλλά, ταὐτοχρόνως, καὶ δικό μας δικαίωμα νὰ καταδικάσουμε τὴν σκοπιμότητά τους.
3. Εἶναι ἀδιανόητο ἀπὸ θεολογικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λογικῆς θεωρήσεως τὸ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν ὁποιονδήποτε θεσμό, τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο κατέχει τὸ ὕπατο ἀξίωμα αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Ἐν προκειμένω, εἶναι ἀδιανόητο νὰ ταυτίζεται ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης καὶ οἱ ἐνέργειές
του μὲ τὸν Πατριαρχικὸ θεσμό. Ὁ θεσμὸς οὐδέποτε κρίνεται, ἐπικρίνεται ἢ καθαιρεῖται. Οἱ Πατριάρχαι κρίνονται, ἐπικρίνονται καὶ καθαιροῦνται. Ὑπάρχει πληθὺς Πατριαρχῶν ποὺ κατεκρίθησαν ὡς αἱρετικοὶ καὶ


