Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

ΚΑΙ ΚΑΛΑ, Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΣΤΑΘΕΡΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ «ΕΚΕΙΝΟΥ» ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΕΜΠΝΕΕΙ.

ΟΙ «ΗΓΕΤΕΣ» ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΥ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ;


Προσπαθούν να παρακάμψουν αποφάσεις της Δικαιοσύνης μέσω Ανεξάρτητων Αρχών για το ζήτημα των απαλλαγών από τα Θρησκευτικά

«Πράσινο φως» για να γίνει ευκολότερη η απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία, χωρίς να παραβιάζονται τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα τους και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις (των ιδίων ή των γονέων τους), είναι έτοιμη να ανάψει η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (ΑΠΠΔ).
Οι λόγοι συνείδησης και η... κατάχρηση
Σε διδακτικό επίπεδο, από διάφορους κύκλους υποστηριζόταν ότι γίνεται κατάχρηση της δυνατότητας απαλλαγής από το μάθημα, γιατί δεν σχετίζεται με συνειδησιακούς λόγους, αλλά επειδή στόχος των παιδιών και των γονέων τους είναι να έχουν ένα μάθημα λιγότερο για διάβασμα, ώστε να επικεντρώνονται σε εκείνα που τους ενδιαφέρουν άμεσα.
Μετά από απόφαση που εξέδωσε η Ανεξάρτητη Αρχή, «τρίζει» η πρόσφατη εγκύκλιος που έβγαλε το υπουργείο Παιδείας στις 23 Ιανουαρίου (δύο ημέρες πριν από τις εκλογές) σχετικά με τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή από τα Θρησκευτικά, ενώ παράλληλα τίθεται ζήτημα νομιμότητας και για τις προγενέστερες σχετικές εγκυκλίους των προηγούμενων ετών, καθώς οδηγούσαν σε παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
Στην πράξη, ανοίγει ο δρόμος για να ανατραπούν ως μη νόμιμες διάφορες εγκύκλιοι του υπουργείου Παιδείας, που έθεσαν κατά καιρούς ως προϋπόθεση για να απαλλαγεί ένας μαθητής είτε να αποκαλύπτει το θρήσκευμά του είτε να δηλώνει ρητά ότι δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, δίνοντας παράλληλα και δικαίωμα ελέγχου της τεκμηρίωσης των λόγων απαλλαγής (άρα του θρησκεύματος). Αντίθετα, η Αρχή επισημαίνει ότι οι γονείς (ή κηδεμόνες) που επιθυμούν τα παιδιά τους να απαλλαγούν από τα Θρησκευτικά (ή οι ίδιοι οι μαθητές εφόσον είναι ενήλικοι) «πρέπει να μπορούν να ασκούν το δικαίωμά τους αυτό, κατ' επίκληση των πεποιθήσεών τους και χωρίς να προβαίνουν σε καμία περαιτέρω διευκρίνιση αν είναι άθρησκοι, ετερόδοξοι ή ετερόθρησκοι». Παράλληλα η ΑΠΠΔ θέτει και ένα δεύτερο ζήτημα νομιμότητας όλων των επίμαχων εγκυκλίων, καθώς δεν φαίνεται να στηρίζονται σε κάποια συγκεκριμένη εξουσιοδότηση νόμου, ενώ ταυτόχρονα δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μολονότι προβλέπουν κανόνες δικαίου (με συνέπεια, κατά νομικούς κύκλους, να μπορούν να θεωρηθούν ανυπόστατες και ανεφάρμοστες).
Εν όψει όλων αυτών των διαπιστώσεων, η ΑΠΠΔ αποφάσισε να παραπέμψει στην ολομέλειά της το ζήτημα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών ως «μείζονος σημασίας», προκειμένου να εκδώσει απόφαση «μπούσουλα», ώστε να προσδιοριστούν μια και καλή οι προϋποθέσεις γύρω από το ακανθώδες αυτό ζήτημα, που έχει προκαλέσει αρκετές αντιπαραθέσεις και διαφωνίες στη σχολική κοινότητα αλλά και παρεμβάσεις εκκλησιαστικών, διδακτικών και άλλων κοινωνικών φορέων και παραγόντων.
Καταγγελίες γονέων
Το θέμα έφθασε στην ΑΠΠΔ, ύστερα από καταγγελίες γονέων για παράνομη και αυθαίρετη άρνηση των αρμοδίων σχολικών οργάνων να εγκρίνουν το αίτημα μαθητών για απαλλαγή από τα Θρησκευτικά, αλλά και κατόπιν προσφυγής που έχει υποβάλει για το ίδιο ζήτημα η Ενωση Αθέων προσβάλλοντας την τελευταία εγκύκλιο, όπως και προγενέστερες ως αντισυνταγματική και παράνομη. Κι αυτό γιατί αξιώνει την αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (όπως είναι η αρνητική δήλωση θρησκεύματος) ως όρο για να χορηγηθεί η απαλλαγή. Σε σχετικές αναφορές γονέων, αλλά και της Ενωσης, καταγγέλλονται επίσης διάφορα γραφειοκρατικά προσκόμματα και περιορισμοί του δικαιώματος προς απαλλαγή, κραυγαλέες αυθαιρεσίες των αρμοδίων, συντεχνιακά συμφέροντα των θεολόγων, καταταλαιπώρηση γονέων και μαθητών, που είδαν να ολοκληρώνεται η σχολική χρονιά τους, χωρίς να έχουν θετική ή τελική απάντηση στο αίτημά τους.
Σε παλαιότερες εγκυκλίους του υπουργείου Παιδείας είχε τεθεί ως προϋπόθεση απαλλαγής η υποχρεωτική δήλωση του θρησκεύματος που πρεσβεύει έκαστος (γονέας ή μαθητής). Το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει την παρέμβαση της ΑΠΠΔ αλλά και του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ), που έθεσαν ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας και προσωπικών δεδομένων.
Η συμμόρφωση προς τις παρεμβάσεις και οδηγίες τους έγινε για ένα μικρό μόνο διάστημα και τα συνταγματικά ζητήματα παρέμειναν «ανοικτά» και μετά την αλλαγή των προϋποθέσεων περί απαλλαγής, παρόλο που και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επέκρινε τις προϋποθέσεις που οδηγούσαν σε άμεση ή έμμεση αποκάλυψη θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Στη βασική υπόθεση που απασχόλησε την ΑΠΠΔ, δύο γονείς ζήτησαν τον περασμένο Σεπτέμβριο να απαλλαγεί από τα Θρησκευτικά ο γιος τους, μαθητής της Α' τάξης Λυκείου, για λόγους θρησκευτικής συνείδησης.
Ο αρμόδιος διευθυντής του Γενικού Λυκείου (ΓΕΛ) της περιφέρειας Β' Αθηνών απέρριψε το αίτημα, αρχικά προφορικά και ύστερα από μερικές εβδομάδες και εγγράφως, επικαλούμενος την εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας. Η μητέρα προσέφυγε στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που ακύρωσε την απάντηση του διευθυντή λόγω έλλειψης αιτιολογίας, ξαναστέλνοντάς του την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση. Εκείνος επέμεινε στην απορριπτική του θέση, επικαλούμενος ότι στο απολυτήριο του γυμνασίου αναγραφόταν ως θρήσκευμα του μαθητή «Χριστιανός Ορθόδοξος» (σημειώνεται ότι η ΑΠΠΔ από το 2002 έχει κρίνει παράνομη την αναγραφή του θρησκεύματος στους απολυτήριους τίτλους, γιατί δεν έχει καμία σχέση με την επίδοση και διαγωγή του μαθητή η αποκάλυψη των θρησκευτικών του πεποιθήσεων).
Ακολούθησε νέα ιεραρχική προσφυγή της μητέρας, που έγινε εν μέρει δεκτή, γιατί ο διευθυντής έλαβε υπόψη του την αναφορά στο απολυτήριο γυμνασίου ότι ο μαθητής είναι χριστιανός ορθόδοξος, παρά την αντίθετη νεότερη δήλωση των γονέων του. Ωστόσο, για να δοθεί η απαλλαγή από τα Θρησκευτικά, ζητήθηκε από τη μητέρα να υποβάλει ρητή αναφορά ότι ο γιος της δεν είναι ορθόδοξος χριστιανός, όπως ζητά και η νέα εγκύκλιος.
Η μητέρα προσέφυγε στην ΑΠΠΔ καταγγέλλοντας ότι η Διεύθυνση του σχολείου ζητά παρανόμως τη συλλογή ενός ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου και επιδιώκοντας να ληφθούν όλες οι ενδεδειγμένες ενέργειες για την αποκατάσταση της νομιμότητας.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ
ΕΘΝΟΣ,2/08/2015


Οι άγιοι επτά παίδες, η ανάσταση των νεκρών και το χάραγμα!




Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω


Οἱ ἅγιοι ἑπτὰ Παῖδες, ὅταν ξέσπασαν σκληροὶ διωγμοὶ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὕστερα ἀπὸ συνετὴ σκέψη καὶ ἐκτίμηση καὶ μὲ ταπεινὸ φρόνημα (ἴσως ἐνθυμούμενοι καὶ τὸν σχετικὸ λόγο τοῦ Κυρίου, σὲ περίοδο διωγμοῦ οἱ πιστοὶ «φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη»), μοίρασαν τὴν περιουσία τους στοὺς πτωχούς, ἐγκατέλειψαν τὴν πόλη καὶ κρύφτηκαν σὲ μία σπηλιὰ μέχρι νὰ τελειώσει ὁ διωγμός. Ἔτσι δὲν θὰ ἀναγκάζονταν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Ὅταν ὅμως ἀντιλήφθηκαν ὅτι οἱ διῶκτες τοὺς πλησίαζαν στὸ καταφύγιό τους, προσευχήθηκαν στὸ Θεὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας νὰ πεθάνουν γιὰ νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν διωκτῶν τους.
Ζοῦμε ἀναμφίβολα σὲ ἀποκαλυπτικοὺς καιρούς. Ὁ προφητικὸς λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως περὶ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τὰ ἀγαθά ὅσων δὲν δεχθοῦν τὸ χάραγμα («ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι…»), πραγματοποιεῖται, παρὰ τὶς διαφορετικὲς ἐκτιμήσεις γιὰ τὸν τρόπο καὶ τὸν χρόνο.
Ἔχουμε, καλλιεργοῦμε τὸ φρόνημα τῶν ἑπτὰ παίδων; Θέτουμε πάνω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὴν Πίστη;

Το μέρος όπου βρισκόνταν το σπήλαιο των Αγίων


Οι άγιοι επτά Παίδες, Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος, έζησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Οι νέοι αυτοί, μόλις βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία και ύστερα από συνετή σκέψη και εκτίμηση, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και μπήκαν και κρύφτηκαν μέσα σε ένα σπήλαιο. Εκεί, αφού προσευχήθηκαν να λυθούν από τα δεσμά του σώματος και να μην παραδοθούν στον αυτοκράτορα Δέκιο, παρέδωσαν τις ψυχές τους στο Θεό. Ο Αυτοκράτορας δε, όταν επέστρεψε στην Έφεσο, τους αναζήτησε, για να τους αναγκάσει να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Μόλις όμως έμαθε ότι εκείνοι είχαν πεθάνει στο σπήλαιο, πρόσταξε και έφραξαν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου αυτού.
Έκτοτε λοιπόν πέρασαν εκατόν ενενήντα τέσσερα έτη και φτάνουμε μέχρι το τριακοστό όγδοο έτος της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού (408-450 μ.Χ.), ήτοι μέχρι το έτος 446 μ.Χ. Τότε εμφανίστηκε στους κόλπους του Χριστιανισμού μια αίρεση, η οποία δε δεχόταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Η αίρεση αυτή, στην οποία είχαν προσχωρήσει και μερικοί επίσκοποι, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση στην Εκκλησία. Ο δε Αυτοκράτορας, βλέποντας την αναστάτωση αυτή της Εκκλησίας του Θεού, δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως δεν απελπίστηκε, αλλά, αφού φόρεσε έναν τρίχινο σάκο και κάθισε κατά γης, θρηνούσε και παρακαλούσε το Θεό να του φανερώσει τον τρόπο διάλυσης της αίρεσης.
Ο Κύριος λοιπόν δεν παρέβλεψε τα δάκρυα του Αυτοκράτορα και ικανοποίησε το αίτημά του με τον ακόλουθο τρόπο: Ο κύριος του όρους, στο οποίο βρισκόταν το σπήλαιο των αγίων επτά Παίδων, θέλησε κατά τον καιρό εκείνο να χτίσει μαντρί για το ποίμνιό του. Έτσι λοιπόν, παίρνοντας επί δύο ημέρες πέτρες από τον μανδρότοιχο του σπηλαίου, για να οικοδομήσει το μαντρί του, ανοίχτηκε το στόμιο του σπηλαίου αυτού. Τότε ακριβώς, με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν οι άγιοι επτά Παίδες, που είχαν πεθάνει μέσα στο σπήλαιο αυτό, και συνομιλούσαν μεταξύ τους, σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη ημέρα. Τα σώματά τους δε δεν είχαν αλλοιωθεί στο παραμικρό και τα ενδύματά τους δεν είχαν φθαρεί ούτε σαπίσει από την υγρασία του σπηλαίου, αν και είχαν περάσει εκατόν ενενήντα τέσσερα χρόνια.
Μετά την ανάστασή τους οι άγιοι επτά Παίδες είχαν έντονο στη μνήμη τους το γεγονός ότι ο Δέκιος ζητούσε να τους τιμωρήσει και περί αυτού ακριβώς συνομιλούσαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο Μαξιμιλιανός έλεγε προς τους άλλους: “Και αν συλληφθούμε, αδελφοί, ας σταθούμε γενναίοι και να μην προδώσουμε την ευγένεια της πίστης μας. Εσύ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, πήγαινε να αγοράσεις άρτους, πλην όμως περισσότερους. Γιατί χθες το βράδυ έφερες λίγους, και κοιμηθήκαμε σχεδόν πεινασμένοι. Επιπλέον προσπάθησε να μάθεις τι σκέφτεται για εμάς ο Δέκιος”.
Όταν λοιπόν ο Ιάμβλιχος πήγε στην πόλη, είδε στην πύλη το σημείο του Σταυρού. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε έκπληξη και θαυμασμό. Βλέποντας δε το Σταυρό και σε άλλους τόπους, καθώς επίσης και τα κτίρια να διαφέρουν από εκείνα που ήξερε και τους ανθρώπους επίσης κάπως διαφορετικούς, νόμισε ότι βλέπει όραμα ή ότι περιέπεσε σε έκσταση. Πήγε όμως στους αρτοπώλες, πήρε τους απαραίτητους άρτους και, αφού έδωσε τα χρήματα που έπρεπε, έσπευδε να επιστρέψει στο σπήλαιο. Ενώ λοιπόν ετοιμαζόταν να φύγει, είδε τους αρτοπώλες να δείχνουν ο ένας στον άλλο το ασημένιο νόμισμα, να κοιτάζουν προς αυτόν και να λένε ότι αυτός βρήκε κάποιο θησαυρό, αφού το νόμισμα που τους έδωσε για τους άρτους είχε στην επιφάνειά του τυπωμένη την εικόνα του αυτοκράτορα Δεκίου, ο οποίος είχε πεθάνει προ πολλού (πριν από 194 χρόνια).
Μετά από το γεγονός αυτό ο Ιάμβλιχος τρόμαξε πολύ και έμεινε άφωνος, νομίζοντας ότι αυτοί τον αναγνώρισαν και θα τον συνελάμβαναν για να τον παραδώσουν στον αυτοκράτορα Δέκιο. Έπεσε λοιπόν στα πόδια τους και τους παρακαλούσε λέγοντας: “Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε στα χέρια σας το αργύριό μου, πάρτε πίσω και τους άρτους σας. Μόνο αφήστε με να φύγω”. Οι αρτοπώλες τού απάντησαν: “Δείξε μας το θησαυρό που βρήκες και δώσε και σ’ εμάς μερίδιο απ’ αυτόν. Αλλιώς σε παραδίνουμε στο θάνατο”. Και συγχρόνως με τα λόγια αυτά του πέρασαν αλυσίδα στο λαιμό και τον έσυραν στη λεωφόρο (στον κεντρικό και μεγάλο δρόμο της πόλης). Εν συνεχεία τον οδήγησαν στον ανθύπατο προς ανάκριση. Εκείνος, μόλις τον είδε, του είπε: “Πες μας, νέε, πώς βρήκες το θησαυρό, πόσος είναι και πού βρίσκεται”. Ο Άγιος τού απάντησε: “Εγώ δε βρήκα ποτέ κανένα θησαυρό. Το νόμισμα που έδωσα στους αρτοπώλες το είχα από τους γονείς μου. Δεν ξέρω λοιπόν τι συμβαίνει με μένα τώρα”. Ο ανθύπατος τότε τον ρώτησε: “Από ποια πόλη είσαι;”. Ο Ιάμβλιχος απάντησε: “Από αυτήν, αν αυτή είναι η Έφεσος”. Τότε ο ανθύπατος είπε: “Ποιοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθουν εδώ και, αν διαπιστωθεί η αλήθεια, θα σε πιστέψουμε”. Ο Άγιος του απάντησε: “Ο δείνα είναι ο πατέρας μου, ο δείνα είναι συγγενής και ο δείνα είναι ο παππούς μου”. Ο ανθύπατος, μόλις άκουσε τα ονόματα, είπε στον Ιάμβλιχο: “Τα ονόματα που ανέφερες είναι ξένα και ανυπόστατα και έξω από αυτά που κατά τη συνήθεια χρησιμοποιούνται. Επομένως δεν μπορείς να γίνεις πιστευτός”. Τότε ο Άγιος είπε στον ανθύπατο: “Αν, ενώ σου λέω την αλήθεια, δε με πιστεύεις, δεν ξέρω να σου πω πλέον τίποτε άλλο”.
Ύστερα από αυτά ο ανθύπατος είπε: ” Ασεβέστατε, το νόμισμά σου με την επιγραφή του μαρτυρεί ότι τυπώθηκε πριν από διακόσια χρόνια, επί αυτοκράτορα Δεκίου, κι εσύ, όντας νεότερος, προσπαθείς να μας εξαπατήσεις;”. Τότε ο Ιάμβλιχος έπεσε στα πόδια του ανθυπάτου και των παρευρεθέντων και τους παρακαλούσε λέγοντας: “Σας παρακαλώ, κύριοί μου, πέστε μου, που είναι ο Δέκιος, ο βασιλιάς, που ήταν στην πόλη αυτή;”. Εκείνοι του απάντησαν: “Κατά τους παρόντες χρόνους δεν υπάρχει βασιλιάς Δέκιος. Αυτός βασίλευσε πριν από πολλά χρόνια”. Τότε ο Ιάμβλιχος είπε: “Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, κύριοί μου, εκπλαγήκατε. Πλην όμως ακολουθήστε με να πάμε στο σπήλαιο και ίσως από τα σημεία που θα δείτε θα διαπιστωθεί η αλήθεια των λόγων μου. Εγώ πράγματι ξέρω ότι φύγαμε από την πόλη εξ αιτίας του Δεκίου και ότι χθες, ερχόμενος να αγοράσω άρτους, είδα ότι ο Δέκιος εισήλθε στην πόλη αυτή”.
Αυτά είπε ο άγιος Ιάμβλιχος, ο δε επίσκοπος Εφέσου Μαρίνος, μόλις τα άκουσε, είπε στον ανθύπατο: “Έχω τη γνώμη ότι κάτι θαυμαστό συμβαίνει με την υπόθεση αυτή. Έτσι, ας τον ακολουθήσουμε”. Και πράγματι ακολούθησαν τον Άγιο μέχρι το σπήλαιο ο ανθύπατος, ο επίσκοπος Μαρίνος και πολύς λαός. Πρώτος μπήκε στο σπήλαιο ο Ιάμβλιχος. Έπειτα μπήκε ο Επίσκοπος, ο οποίος, μόλις έστρεψε το βλέμμα του προς τα δεξιά μέρη του στομίου, είδε ένα κιβώτιο σφραγισμένο με δυο ασημένιες σφραγίδες. Το κιβώτιο αυτό το είχαν τοποθετήσει εκεί ο Ρουφίνος και ο Θεόδωρος ως χριστιανοί, οι οποίοι είχαν αποσταλεί εκεί από το Δέκιο μαζί με τους άλλους, στους οποίους ο Αυτοκράτορας αυτός είχε δώσει την εντολή να φράξουν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου. Οι δύο χριστιανοί, Ρουφίνος και Θεόδωρος, έγραψαν και τα Συναξάρια των αγίων επτά Παίδων και σημείωσαν τα ονόματά τους σε μολύβδινες πλάκες. Όταν λοιπόν συνάχτηκαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μαζί με τον ανθύπατο, άνοιξαν το κιβώτιο και βρήκαν τις μολύβδινες πλάκες, τις οποίες διάβασαν και ένιωσαν όλοι τους απερίγραπτη έκπληξη από το θαυμαστό αυτό γεγονός. Αμέσως δε τότε προχώρησαν στα ενδότερα του σπηλαίου, όπου βρήκαν τους Αγίους και έπεσαν στα πόδια τους. Κατόπιν κάθισαν κατά γης και τους ρωτούσαν. Οι Άγιοι τους διηγήθηκαν τα σχετικά με τους εαυτούς τους και εν συνεχεία τα κακουργήματα του Δεκίου εις βάρος των Χριστιανών. Μόλις εκείνοι άκουσαν όσα οι Άγιοι τούς διηγήθηκαν, εκπλήττονταν και δόξαζαν το Θεό, τον ποιητή των θαυμασίων.
Τότε ο ανθύπατος και ο επίσκοπος Μαρίνος με αναφορά τους γνωστοποίησαν τα θαυμαστά αυτά γεγονότα στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Εκείνος δοκίμασε απέραντη χαρά για όλα αυτά και έσπευσε αμέσως στην Έφεσο. Στη συνέχεια ανήλθε στο σπήλαιο. Εκεί βρήκε τους αγίους επτά Παίδες και, αφού έπεσε κατά γης, τους έβρεχε τα πόδια με τα δάκρυά του και τα αποσπόγγιζε. Η αγαλλίαση δε και η χαρά του ήταν απερίγραπτη, αφού ο Κύριος δεν παρείδε το αίτημά του και έδειξε σ’ αυτόν οφθαλμοφανώς την ανάσταση των νεκρών. Ενώ δε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος συνομιλούσε με τους Αγίους, καθώς επίσης οι επίσκοποι και άλλοι άρχοντες, οι Άγιοι νύσταξαν λίγο και, έτσι, μπροστά σε όλους εξεδήμησαν προς Κύριον.
Τότε ο Αυτοκράτορας, αφού πρόσφερε πολύτιμα άμφια και αρκετό χρυσάφι και ασήμι, πρόσταξε να κατασκευάσουν επτά θήκες προς τιμήν των Αγίων και να τεθούν μέσα σ’ αυτές τα λείψανά τους. Αλλά κατά τη νύχτα που ακολούθησε εμφανίστηκαν σ’ αυτόν οι Άγιοι και του είπαν: “Άφησέ μας, βασιλιά, στο σπήλαιο που έγινε η ανάστασή μας”. Έτσι λοιπόν, αφού έγινε μεγάλη σύναξη επισκόπων και αρχόντων, ο Αυτοκράτορας κατέθεσε τα λείψανα των Αγίων στη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι με οπτασία του ζήτησαν. Εν συνεχεία οργάνωσε και πραγματοποίησε στον τόπο εκείνο λαμπρή και χαρμόσυνη εορτή, φιλοξένησε με πλούσια αγαθά τους φτωχούς της Εφέσου, χαροποίησε όλο το λαό με λαμπρές βασιλικές τιμές και έβγαλε από τις φυλακές τους επισκόπους που είχαν φυλακιστεί, επειδή κήρυτταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Ακολούθως έγινε από όλους κοινή εορτή, κατά την οποία αναπέμφθηκαν λόγοι και ύμνοι ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό.

 Τον επτάριθμον τιμώ χορόν Μαρτύρων
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω


Από το Συναξαριστή της Αποστολικής Διακονίας “Με τους Αγίους μας” του Γεωργίου Δ. Παπαδημητροπούλου

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

H γνήσια Ομολογία των Αγίων Μακκαβαίων και η ψευδεπίγραφη Ομολογία των συγχρόνων Ποιμένων!!






Οἱ «Ὁμολογίες Πίστεως» ποὺ γίνονται σήμερα, εἶναι κατηχητικὸς ἐνημερωτικὸς λόγος. Δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ὁμολογία Πίστεως τῶν Ἁγίων ποὺ στηριζόταν στὴν θυσία καὶ τὸ μαρτύριο.
Στὴν ὁμολογία, ὁμολογοῦμε ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ μᾶς ζητοῦν νὰ ἀρνηθοῦμε! Δὲν θὰ μᾶς ζητήσουν σήμερα νὰ ἀρνηθοῦμε τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μᾶς ζητοῦν νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴν συνύπαρξη μὲ τοὺς ἑτερόδοξους. Θὰ μᾶς ζητήσουν νὰ δεχθοῦμε πρὸς διευκόλυνσή μας τὸ σφράγισμα γιὰ νὰ παίρνουμε φάρμακα και χρήματα.
     Αὐτοὶ θὰ εἶναι καὶ οἱ Ὁμολογητὲς τῶν ἐσχάτων καιρῶν πού, λένε οἱ Πατέρες,  θἆναι ἰσάξιοι τῶν πρώτων καιρῶν, γιατὶ πέρα ἀπ' ὅλα τ' ἄλλα, θἆναι ἰσάξιοι, ὄχι γιατὶ  θὰ κάνουν μεγαλύτερη ὁμολογία ἀπὸ τοὺς Μακκαβαίους παῖδες, ἀλλὰ γιατὶ θὰ ὑπάρχει πολλὴ πλάνη κι ἀπ’ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία.

Από ΟΜΙΛΙΑ του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά
για τους Μακκαβαίους Παίδας.

Ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανὴς πίεσε τοὺς ἑπτὰ παῖδες, τὴν μητέρα τους καὶ τὸν διδάσκαλο τους νὰ φᾶνε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀπαγορευόταν ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, τὰ ἀκάθαρτα ζῶα. Αὐτοὶ εἶπαν ὄχι. Πίεσε κι ἄλλους ἀνθρώπους· οἱ ἄλλοι ὑποχώρησαν· οἱ ἑπτὰ παῖδες εἶπαν ὄχι, δὲν θὰ φᾶμε ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀπαγορεύει ὁ Νόμος. Καὶ τοὺς ἐθανάτωσε. Θανατώθηκαν, λοιπόν, γιὰ νὰ μὴν καταργήσουν μία παράδοση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου· γι’ αὐτὸ θανατώθηκαν οἱ ἑπτὰ παῖδες. Πέθαναν γιὰ τὴν πίστη αὐτὴ στὴν Παράδοση.
Αὐτό, τί μᾶς δίνει νὰ καταλάβουμε; ὅτι ἡ ὁμολογία ποὺ γίνεται ἀνὰ πᾶσα στιγμή, γίνεται ἐκεῖ ποὺ μᾶς ζητεῖται ἡ ὁμολογία. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ζητοῦνε νὰ ἀρνηθοῦμε. Ἐκεῖ γίνεται ἡ ὁμολογία. Δὲν θὰ μᾶς ζητήσουνε, δηλαδή, σήμερα νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, τὸ δόγμα αὐτὸ καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἢ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἢ τὸ ἀειπάρθενο τῆς Παναγίας μας. Δὲν θὰ μᾶς ζητήσουνε αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ ὁμολογία μας δὲν στηρίζεται σ’ αὐτό καὶ καμία ὁμολογία δὲν ὑπάρχει χωρὶς θυσία, χωρὶς αἷμα, χωρὶς μαρτύριο.
Ὁποιαδήποτε ὁμολογία γίνει χωρὶς τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς θυσίας καὶ τοῦ μαρτυρίου, εἶναι μιὰ ἁπλὴ διδασκαλία, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι ἐπιφανειακό, δὲν ἔχει θυσία μέσα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ οἱ Ὁμολογίες ποὺ κάνουμε σήμερα δὲν στοιχίζουν, δὲν εἶναι θέμα Ὁμολογίας Πίστεως· ἐκτὸς ἂν τὶς κάνουμε πρὸς ἐνημέρωση. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁμολογητὴς αὐτὸς ποὺ κάνει αὐτὴ τὴν ὁμολογία, οὔτε καὶ αὐτοὶ ποὺ ὑπογράφουν. Γιατί; Γιατὶ δὲν στοιχίζει αὐτὴ ἡ ὁμολογία.
Ὅταν αὔριο, ὅμως, θὰ χρειαστεῖ νὰ στερηθοῦμε τὸ πορτοφολάκι μας, τὸ γιατρό μας, τὴ σύνταξή μας, ἐδῶ ὑπάρχει ὁμολογία· γιατί; Γιατὶ (θὰ τὸ κάνουμε) γιὰ μία Παράδοση, γιὰ μία Ἐντολὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Ἀποκαλύψεως, γιὰ νὰ μὴ σφραγιστοῦμε, γιὰ νὰ μὴν πᾶμε μαζὶ μὲ τὸν Ἀντίχριστο. Ἐδῶ ὑπάρχει ὁμολογία, θὰ στερηθοῦμε. Ὅπου ὑπάρχει λοιπόν, ὁμολογία, ὁ κίνδυνος τοῦ θανάτου, ὁ κίνδυνος τοῦ διωγμοῦ...
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος γιατί ἀρνήθηκε; Τί εἶπε (στὴν αὐλὴ τοῦ Ἀρχιερέως, ὅταν τὸν ρώτησαν ἂν

Όταν η Παναγία ...ήταν η καταφυγή του λαού μας!


«Εγκώμιον εις την Παναγίαν»

Του μακαριστού Αρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου
 

Η Θεοτόκος είναι το σπουδαιότερο και Αγιώτερο πρόσωπο, που παρουσίασε η γη. Ποία άλλη ξεπέρασε στην αγιότητα όλους τους Αγίους, τους Προφήτας, τους Πατέρας, τους Ασκητάς, τους Μάρτυρας και τους Αποστόλους;
Είπαν, βεβαίως, μερικοί προτεστάντες ότι, ο Πρώτος μετά τον Ένα (τον Χριστόν), είναι ο Απόστολος Παύλος. Όχι! Κάνουν λάθος.
Πρώτη μετά τον Θεόν Ένα είναι η Παναγία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος. Αυτή είναι, κατά τον