Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Αποκάλυψη ΡΚαθολικού για την "Ένωση"



Ἀποκαλυπτικὸ δημοσίευμα παπικοῦ δημοσιογράφου

γιὰ τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν

Μυστικὴ Ἐπιτροπὴ Παπικῶν-Ὀρθοδόξων

γιὰ τὴν Ἕνωση ὑπὸ τὸν Πάπα ἀπὸ τὸ 1970

ΙΤΟΤΕΙ ΑΠΕΤΡΑΠΗ Η ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑ

ΛΟΓΩ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ
(ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ)


ΙΣΗΜΕΡΑΙ  ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ  ΤΗΝ  ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΣΧΕΔΟΝ ΑΜΑΧΗΤΙ

Τὸ καλοκαῖρι εἶχε δημοσιευθεῖ σὲ ἱστοσελίδα ἡ παραπάνω ἀποκάλυψη. Τώρα, ποὺ οἱ διεργασίες στοὺς οἰκουμενιστικοὺς κύκλους προχωροῦν μὲ ἐνταντικοὺς ρυθμούς, σκεφτήκαμε πὼς πρέπει νὰ τὴν ἀναδημοσιεύουμε, ἀφοῦ τὸ 2013  τὰ οἰκουμενιστικὰ σύννεφα πυκνώνουν καὶ οἱ πληρο-φορίες περὶ νέων οἰκουμε-νιστικῶν βημάτων στὴν ὑπόθεση τῆς «Ἑνώσεως» πληθαίνουν. Τὴν δημοσι-εύουμε, λοιπόν,  μὲ τὴν ἑξῆς παρατήρηση: Ὅποια πέτρα κι ἂν σηκώσεις στὰ προδοτικὰ σχέδια περὶ τῆς –«παπικῷ τῷ τρόπῳ– Ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν» τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, ὁ κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας ὡς λαϊκὸς ἢ ὡς μητροπολίτης Περγάμου εἶναι παρών, καὶ ἀπὸ πίσω του, βρίσκεται ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι καὶ ἀκαδημαϊκοὶ θεολόγοι οἰκουμενιστές.


στορικ φυπνιστικ Ντοκουμέντο!

ποκαλυπτικ Δημοσίευμα
σ πρόσφατο Βιβλίο Παπικο Συγγραφέως
γι τν ποφασισθεσα νωσι
ρθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικν
τ τος 1970

Εἰσαγωγὴ-Μετάφρασις: + Ἐ.Γ.Κ.

σο καὶ ἄν ὁ οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαῖος καὶ οἱ θιασῶτες τῆς οἰκουμενιστικῆς γραμμῆς τοῦ Πατριαρχείου, εὐφημίζουν τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα (+1972) –καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ 40ῇ ἐπετείῳ τῆς ἀποβιώσεώς του– ὡς δῆθεν μεγίστη μορφή, καὶ ἐπίσης ὅσο καὶ ἄν διακηρύσσουν ὅτι ἡ οἰκουμενιστικὴ γραμμή τους κανένα κίνδυνο δὲν συνιστᾶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστι καὶ Ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τοὺς διαψεύδει οἰκτρῶς καὶ ἀποκαλύπτει τὸν δόλο καὶ τὴν ἀπάτη τους.
Ὁ διαχρονικὸς λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι σαφὴς καὶ ἀδιάψευστος καὶ ἔχει καὶ ἐδῶ τὴν ἐφαρμογή του: «οὐ γάρ στι κρυπτν ο φανερν γενήσεται, οδ πόκρυφον ο γνωσθήσεται καὶ ες φανερν λθ» (Λουκ. η΄ 17).

*  *  *


Μετὰ τὴν «Ἄρσι τῶν Ἀναθεμάτων» μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965, ἡ ὁποία ἐσήμανε ὡς γνωστὸν γιὰ τοὺς Παπικοὺς τὴν «ἄρσι τῆς ἀκοινωνησίας», εἰσῆλθαν οἱ Φαναριῶτες ὑπὸ τὸν «μεγάλο» Ἀθηναγόρα στὸν παροξυσμ ὄχι τῆς γάπης τς ληθείας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀλήθεια καταπατήθηκε, ἀλλὰ τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ σκότους. Διότι, τὸ Βατικανὸ καμμία αἵρεσί του δὲν ἀποποιήθηκε, ἀλλὰ ἀντιθέτως προέβη καὶ διὰ τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου του (1962-1965) στὴν ἐπικύρωσι καὶ ἑδραίωσι τῶν ἀπ’ αἰώνων πλανῶν καὶ διαστροφῶν του· σχεδίασε δὲ γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους μίαν οὐνιτικο τύπου νωσιν διὰ τῆς γνωστῆς «ἐπιθέσεως ἀγάπης».
• Ἡ «ἀνταπόκρισις» τοῦ Ἀθηναγόρου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ὑπερέβη τὶς προσδοκίες τῆς Ρώμης καὶ θεωρήθηκε ὑπερ-ικανοποιητική. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ τότε Πάπα Παύλου τοῦ VI, ἐντελῶς μυστικά, ἀλλὰ σὲ πόλυτη συμφωνία μὲ τὴν Κωνσταντινούπολι, προτάθηκε ἡ μεση «συλλειτουργία» ἀμφοτέρων ἐν ἔτει 1970 καὶ ἡ διὰ τοῦ τρόπου τούτου de facto (ψευδ)ἕνωσίς τους!
Βεβαίως, μία τέτοιου εἴδους προοπτικὴ διαφαινόταν τότε μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς κινήσεις, διαθέσεις, κείμενα καὶ πράξεις τῶν δύο πλευρῶν, ὅμως, παράλληλα, λόγῳ καὶ τῶν σφοδρῶν ἀντιδράσεων ἰδίως στὴν Ἑλλάδα, τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, κατενοεῖτο ὅτι ἡ νωσις δὲν ἦταν δυνατὴ οὔτε ὡς σκέψις γιὰ νὰ πραγματοποιηθῆ τουλάχιστον ἄμεσα.
Καὶ ὅμως, ὅπως ἀποκαλύπτεται σὲ πρόσφατα κυκλοφορηθὲν βιβλίο Ρωμαιοκαθολικοῦ συγγραφέως, Βενεδικτίνου Μοναχοῦ, στὴν Γαλλία, οἱ δύο πλευρὲς εἶχαν ρίσει «μικρ πιτροπή», γιὰ τὴν μελέτη τῆς προτάσεως τοῦ Πάπα περ μέσου νώσεως κα τν ξαγωγ διαγνώμης.  Κα διαγνώμη ταν θετική!
Τὰ πρωταγωνιστικὰ πρόσωπα ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἦσαν ὁ Δαμασκηνς Παπανδρέου (+2011), γνωστότατος γιὰ τὴν οἰκουμενιστική του πορεία καὶ συμβολὴ στὸ νωτικ ζήτημα, καὶ ὁ ωάννης Ζηζιούλας, ἀπὸ δεκαετιῶν ἀφανὴς καὶ ἐμφανὴς ἡγετικὸς ἐκπρόσωπος τῶν ὀρθοδόξων γενικὰ στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ εἰδικὰ στὶς σχέσεις μὲ τὸν Παπισμό.
Εἶναι ἄξιο ὑπογραμμίσεως, ὅτι ἄν τότε, πρὶν ἀπὸ 42 ἔτη, ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας δὲν ἔβλεπε κανένα οὐσιαστικὸ ἐμπόδιο γιὰ συλλειτουργία Πάπα καὶ πατριάρχη καὶ γιὰ μεση νωσι ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, εἶναι πλέον ἀπόλυτα κατανοητὰ καὶ «φυσιολογικὰ» ὅλα ὅσα ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερα διεκήρυξε καὶ ἔπραξε ἐπὶ τοῦ θέματος. 
Κατανοοῦμε λοιπὸν πολὺ καλὰ τὴν κατοπινὴ ἐργώδη προσπάθειά του, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1980 μέσῳ καὶ τοῦ «Διαλόγου τῆς Ἀληθείας» μὲ τὸ Βατικανό, νὰ προωθήση καὶ ἐπιτύχη μὲ θεολογικὸ πλέον προκάλυμμα, αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶχε ἀποφασισθῆ τὸ 1970.

Μόλις δὲ πρόσφατα (28.6.2012), ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀνεφέρθη ὡς ἑξῆς περὶ τοῦ μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα:
 «Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου ποτελε τν στιβαρν θεολογικν βραχίονα τς γίας το Χριστο Μεγάλης κκλησίας, ποία νεπιστεύθη ες τν γλαν πίσκοπον κα θεολόγον της τν χειρισμν κα τν διεκπεραίωσιν ψίστης σημασίας κκλησιαστικν ποθέσεων ες λον τ πλέγμα τν εθυνν κα τν δράσεών της, νέθεσεν ες ατν δυσκόλους ποστολάς, προεδρείας καὶ διαπραγματεύσεις».


Μεταφράζοντες στὰ ἑλληνικὰ καὶ παραδίδοντες στὴν ἑλληνόφωνη δημοσιότητα τὸ κατωτέρω ἀποκαλυπτικὸ ντοκουμέντο, θέλουμε νὰ τονίσουμε ὅτι, τὸ ἄν ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ 1970 δὲν ἐφαρμόσθηκε ἄμεσα, δὲν ὠφείλετο ἁπλῶς στὴν παρέμβασι τῶν Ἀθηνῶν ἤ τῆς Μόσχας.
Καὶ ἡ Ἀθήνα, τουλάχιστον διὰ τοῦ τότε φιλο-οικουμενιστοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου Κοτσώνη, καὶ ἡ Μόσχα διὰ τῆς τότε φιλο-σοβιετικῆς ἡγεσίας της, ἡ ὁποία παρεῖχε συνοδικῇ ἀποφάσει τὴν Θ. Εὐχαριστία στοὺς Παπικούς, δὲν ἐξέφραζαν τὸ Ὀρθόδοξο δέον. Δὲν ἐπιθυμοῦσαν μεση νωσι μὲ τοὺς Παπικοὺς ἡ μὲν Ἀθήνα, λόγῳ τῆς ἰσχυρᾶς ἀντιδράσεως κλήρου καὶ λαοῦ, ἡ δὲ Μόσχα λόγῳ τῶν γνωστῶν «πολιτικῶν» καὶ ἡγεμονιστικῶν ἐπιδιώξεών της.
Εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κείμενο-μαρτυρία τοῦ Παπικοῦ συγγραφέως, ποὺ παραθέτομε, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πάπας, θερμὸς πρόμαχος τῆς οὐνιτικῆς καθυποτάξεως ὄχι μόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ τῆς «ὅλης Ὀρθοδοξίας», ἔκρινε ὅτι δὲν θὰ ἐπετύγχανε τὸ «ὅλον», ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ. Καὶ ὅμως, ὁ Πάπας ἤθελε, θέλει καὶ θὰ ἐπιθυμῆ πάντοτε τὸ «ὅλον», ὡς Παγκόσμιος Θρησκευτικὸς Πλανητάρχης, διότι σὲ τοῦτο ἀκριβῶς συνίσταται ἡ οὐσία τῆς «καθολικῆς» ἀσθενείας καὶ ἑωσφορικῆς διαστροφῆς του!
Ἡ καθοριστικῆς σημασίας οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἔγκειται στὸ ὅτι οἱ δύο πλευρές, ὀρθόδοξοι Οἰκουμενισταὶ καὶ Παπικοί, εἶχαν πράγματι ἀποφασίσει μυστικὰ τὴν ἄμεση ἑνωτικὴ συλλειτουργία τους τὸ 1970. Αὐτὴ ἦταν καὶ εἶναι ἡ πίστις καὶ ἡ βαθυτέρα πεποίθησις τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν τέκνων («τεκνίων»), ἀκολούθων, ὑμνητῶν καὶ συνεχιστῶν τοῦ κατ’ αὐτοὺς μεγάλου Ἀθηναγόρου.
Ἰδέτωσαν καὶ κατανοήτωσαν τοῦτο οἱ μ συμφωνοντες μὲν ποικίλοι ὀρθοδοξο-αμύντορες, ἀλλὰ κοινωνοντες μὲ τοὺς Λατινόφρονας καὶ Λατινόψυχους φιλενωτικοὺς καὶ φιλοπαπιστὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως· καὶ μάλιστα, κατηγοροῦντες ταυτοχρόνως καὶ βάλλοντες σφοδρῶς, ἀδιακρίτως καὶ ἀφιλαδέλφως κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, θείῳ ἐλέει, ἐξέρχονται ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν διενεργουμένη αὐτὴ ποστασία, πρὸς διάσωσιν τῆς Ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ τῇ Ἀγάπῃ.
Τὰ προσωπεῖα πίπτουν καὶ οἱ μάσκες σχίζονται· οἱ εὐθῦνες μένουν καὶ οἱ φωνὲς τῶν συνειδήσεων, ὅσων ἀπέμειναν μὴ «κεκαυτηριασμένων» (πρβλ. Α΄ Τιμοθ. δ΄ 2), ἐγείρονται καὶ ἐπαναστατοῦν. Εἴθε ὁ ζυγὸς τῶν «ψευδεπισκόπων» καὶ «ψευδοδιδασκάλων» νὰ ἀποτιναχθῆ καὶ ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας νὰ ἀποκατασταθῆ!
• Τὸ ἐπίμαχο κείμενο παρατίθεται ἀπὸ τὸ Βιβλίο «ΠΑΥΛΟΣ VI καὶ οἱ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ», τοῦ Ἀδελφοῦ Patrice Mahieu, o.s.b., collection «Orthodoxie», πρόλογος μητροπολίτου Γαλλίας Ἐμμανουὴλ Ἀδαμάκη  (Paris: CERF, 2012), pp. 197-200:

Μυστικ πιτροπ τς νοίξεως το 1970

Ἡ μικρ πιτροπή, ποία μελέτησε τν δυνατότητα εχαριστιακς συλλειτουργίας [μεταξ Πάπα Παύλου VI κα πατριάρχου θηναγόρου Ι] συναντήθηκε στ ρθόδοξο Κέντρο στ Σαμπεζ (Γενεύη) στς 27-29 πριλίου 1970 κα π 14-15 Μαου, κα κατόπιν στν Ζυρίχη π 5 ως 7 ουνίου. τελευταία συνάντησις γινε στν Ζυρίχη κα ργασία της, κατ’ ατησιν το Πάπα κα το Πατριάρχου, πρεπε ν γίνη μ τν μεγίστη μυστικότητα, λλ πρξαν [δη] κάποιες «διαρροές».
πιτροπ πετελετο: π ρθοδόξου πλευρς, π τν [τότε] ρχιμανδρίτη Δαμασκην Παπανδρέου κα π τν ωάννη Ζηζιούλα [μητροπολίτου Περγάμου τώρα το Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως] κα π [Ρωμαιο]Καθολικς πλευρς, π τν Πατέρα Πιρ Ντυπρ (Pierre Duprey) κα π τν Αδεσ. Πατέρα Λν (Lanne). [ πιτροπ] ξέδωσε μίαν θετικ διαγνώμη σχετικ μ τν συλλειτουργία καμερίμνησε γι τν φαρμογή της. ς δομε τς τελευταες γραμμς τς ναφορς τους:
«Φαίνεται νώριμο σὲ ατ τν κρίσιμη στιγμ ν καθορισθ τρόπος φαρμογς τς προτεινομένης πράξεως. Φαίνεται ρκετ ν επομε π τοῦ παρόντος, ὅτι δείχνει πιθυμητ ν πάρξουν δύο συλλειτουργίες. ν γιος Πατέρας συμφων, ἡ πρώτη συλλειτουργία, γι ψυχολογικος λόγους κα γιὰ τονισμ το γεγονότος τι πρωτοβουλία ταν δική του, πως Πατριάρχης χει πανειλημμένως παραδεχθ, ν γίνη σ μία ρθόδοξη κκλησία, σύμφωνα μ τ ρθόδοξο λειτουργικ τυπικ (στν σταμπολ στν Κρήτη, γι παράδειγμα). Ἡ δεύτερη συλλειτουργία ν γίνη, καλύτερα λίγες μέρες μετ τν πρώτη, στν Ρώμη, σύμφωνα μ τ Ρωμαϊκὸ λειτουργικ τυπικό» (Κοιν κθεσις πὸ τν πιτροπή, διωτικ ρχεα).
να μέρος ατς τς Κοινς κθέσεως, μὲ τροποποιήσεις κα παλειφ κάθε ναφορς σὲ πρακτικ φαρμογή, δημοσιεύθηκε στὸ [οκουμενιστικ περιοδικ] «Proche-Orient Chretien» [ Χριστιανικ Μέση νατολ] (1972, σελ. 3-17) [κδιδόμενο στν ερουσαλμ] π τν Πατέρα Ντυπρέ, καὶ στ «Oriente Christiano» [Χριστιανικ νατολ] (1974, σελ. 7-25), πὸ τν [δη] Μητροπολίτη Δαμασκηνό. Ατς ταν τρόπος γι ν λεγχθον οντιδράσεις κα π τς δύο πλευρές (...).
πιτροπ λοιπν ξέδωσε μία θετικ διαγνώμη. Γιατί [μως] μετ δν φαρμόσθηκε; να τέτοιο γεγονός, κόμη κα ποκάλυψις μις τέτοιας πιθανότητος, θ εχε καταστροφικς συνέπειες χι μόνον γι τν Πατριάρχη θηναγόρα, λλ  γι τν ρθόδοξη κκλησία. πρχε φόβος, τι ὁ Πατριάρχης μέσως θ πεκηρύσσετο θ καθαιρτο. Στν Καρδινάλιο Βίλλεμπρανς, κατ τν διάρκεια πισήμου πισκέψεώς του στν κκλησία τς λλάδος τν Μάϊο το 1971, ρχιεπίσκοπος θηνν επε, κατ τν διάρκεια τῆς πισήμου προσφωνήσεως ποδοχς του:
 «πως Σεβασμιότης σας γνωρίζει, στν κκλησία ο πράξεις τν γετν, ν κα ξ αυτν, εναι ελογημένες κα φέρουν καρπν ποδοχς μόνον ταν πηχον τ ασθήματα κα τν πίστι το λου σώματος τς κκλησίας κα ταν συμφωνον μ τς προσδοκίες, σ συμφωνία μὲ τν πίστι του, το πιστο λαο τς κκλησίας. ντιθέτως, προσπάθειες βεβιασμένα πιτελούμενες [...] δύνανται μόνον καταστροφ κα προβλήματα ργότερα νὰ προξενήσουν» (ερωνύμου θηνν, «Προσφώνησις κατ τν ποδοχ το Καρδιναλίου Βίλλεμπρανς», 18 Μαου 1971).
Τὸ μήνυμα ταν πράγματι σαφές. Στν περίπτωσι το Παύλου VI πρχε σταθερπιθυμία ν μ διαιρέση τν ρθοδοξία. πίσης, τ Πατριαρχεο Μόσχας εχε προειδοποιηθῆ διακριτικ ς πρς τ σχέδιο κα ἡ παρέμβασίς του βοήθησε ν μποδισθ φαρμογή του. νας μάρτυρας τς ποχς κείνης, καλνημερωμένος γι τ θέμα, ατ τὸ συμπέρασμα ξήγαγε. Εδικς φ’ σον ἡ πρωτοβουλία προήρχετο π τν Παλο VI, θεωρήθηκε τι ατ γενναιόδωρος χειρονομία θ εχε δημιουργήσει τεράστια ταξία σ λόκληρη τν ρθόδοξο κκλησία. Κα θ εχε συνέπειες, πίσης, γι τν Καθολικ κκλησία κα τς σχέσεις της μὲ τν λη ρθόδοξο κκλησία. Τ νωτέρω μήνυμα το ρχιεπισκόπου θηνν ταν ἀρκετ σαφές. ρσις τν ναθεμάτων τς 7ης Δεκεμβρίου 1965 εχε δη προξενήσει προβλήματα. συλλειτουργία το Πάπα μ τν Πατριάρχη θὰ διακινδύνευε σχέσεις πίπονα καλλιεργημένες μ τς λλες ρθόδοξες κκλησίες.
Ὁ Παλος VI πιθυμοσε ν διατηρήση μία πολιτικ συστηματικς προσεγγίσεως μ τν λη ρθοδοξία. λοκληρώνοντας τ σχέδιο, διακινδύνευε ν χάση τν μπιστοσύνη τν Ρώσων κα ν μποδίση κάθε προσπάθεια προσεγγίσεως μ τν θήνα κα μ τ Βουκουρέστι. Ὁ Οκουμενισμς δν δέχεται μία νωσι πο προκύπτει μ κόστος νέων διαιρέσεων ς «παραπλεύρου καταστροφς».  

• Γαλλικ πρωτότυπο:

Πηγή: www.apotixisi.blogspot.gr/2012/07/1970-1970.html#comment-form


 _____________________


Ο Πάπας Παύλος ΣΤ' σε επίσκεψή του στο Φανάρι, ενδεδυμένος με το επιτραχήλιο
που του είχε φορέσει ο ίδιος ο Πατριάρχης Αθηναγόρας κατά την πρώτη τους συνάντηση στα Ιεροσόλυμα ως ένδειξη οτι η Ορθοδοξία αναγνωρίζει την ρωμαϊκή αρχιερωσύνη παρά την ακοινωνησία.

http://catholicus-laicus.blogspot.gr/2012/05/blog-post_9166.html

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Χρυσόστομος Σμύρνης, κήρυξ Οικουμενισμού (2)



ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ:



Ο ΠΡΩΤΟΣ ΦΛΟΓΕΡΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ

ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ





Β΄ ΜΕΡΟΣ



Συνεχίζουμε τὴν ἀνάρτηση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ. Τὸ Β΄ μέρος περιλαμβάνει τὶς σελ. 123-136.



μως θά ἔλθωμε καί στίς ἑπόμενες ἐπιστολές καί λόγους του, διότι καθῆκον μας εἶναι νά παρουσιάσωμε ὅλα τά «πιστεύω»   τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, ἀπό τά ἴδια του τά λόγια, ὥστε νά φανῆ ὁ σκοπός αὐτῶν πού τόν ἁγιοποίησαν. Ἀναφέρουμε λοιπόν, ὅπως τόν παρουσιάζει ἡ ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια», (ἐπίσημη ἔκδοσι τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν) ἕναν ἐπικήδειο λόγο τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη, τόν ὁποῖο ἐξεφώνησε στήν κηδεία ἑνός Ἀγγλικανοῦ ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν στήν Σμύρνη διά νά χρίση τά παιδιά τῶν Ἄγγλων μέ τό ἀγγλικανικό μῦρο! Ὁ ἐπίσκοπος αὐτός ἦτο ὁ Γιβραλτάρης Οὐΐλλιαμ Κόλλενς καί ἀπέθανε στό πλοῖο ἐνῶ ἔπλεε πρός τήν Σμύρνη:

«Μία εἰδική περίπτωση θανάτου ἑνός Ἀγγλικανοῦ Ἐπισκόπου γνωστοῦ στήν ἐποχή του γιά τίς ἐπαφές του μέ τούς Ὀρθοδόξους ἦταν ἐκείνη τοῦ Γιβραλτάρης Οὐΐλλιαμ Κόλλενς πού ἀπέθανε στίς 13 Μαρτίου 1911 πάνω στό ἀτμόπλοιο «Σαγαλιέν».  Ἔφθασε ἐκεῖ ὁ Ἀγγλικανός Ἐπίσκοπος γιά νά χρίσει τούς Ἀγγλόπαιδας  τῆς Σμύρνης, ἀλλά τό μοιραῖον τέλος του συνέβη προτοῦ ἀκόμα πατήσει τό πόδι του στήν Σμύρνη. Ἡ κηδεία του καί ὁ ἐνταφιασμός του ἔγιναν στήν Ἀγγλικανική Ἐκκλησία στήν Πούντα τῆς Σμύρνης. Στήν κηδεία παρέστη καί ὁ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος Σμύρνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε περίφημο ἐπικήδειο λόγο. Τόν λόγο αὐτό, πού εἶναι ἕνα κείμενο μέ ξέχωρο θεολογικό καί λογοτεχνικό ὕφος παραθέτω πιό κάτω.

«Ἀμήν, Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ  τόν  λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν»  (Ἰωάν. 5,24).

Χριστιανοί μου ἀδελφοί, ὁπόσην ἀθλιότητα καί θλῖψιν καί ἀνωμαλίαν καί ἀταξίαν ἔφερεν ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον. Ἐξ οἴων καί οἶα παριστάμεθα μάρτυρες καί θεαταί.  Ἀνεμένομεν τόν ἐν Χριστῷ ἀδελφόν νά ἔλθῃ κομίζων τήν ζωήν τήν ἐν Χριστῷ, τήν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς, τό χρῖσμα τό ἅγιον εἰς τά νεαρά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί ἐδεξάμεθα αὐτόν φεῦ! νεκρόν καί ἀναίσθητον λάφυρον τοῦ θανάτου.

Βεβαίως τήν ἀθλιότητα ταύτην καί ἠθικήν ἀταξίαν καί δυσαρμονίαν δέν ἐδημιούργησεν ὁ Θεός·  ταύτης δημιουργός εἶναι ἡ προπατορική ἁμαρτία.  Ὁ Θεός ἔπλασε τά πάντα καλά λίαν, ἀλλ' εἰσῆλθεν ἡ ἁμαρτία καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καί διά τοῦτο ἀπό τοῦ ἑνός ἄκρου τοῦ κόσμου ἕως τοῦ ἄλλου ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἱστορία τῶν οἰκογενειῶν, ἡ ἱστορία τῶν λαῶν, ἡ ἱστορία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος δέν εἶναι ἄλλο τι εἰ μή ἱστορία πόνου, θλίψεως, δυστυχίας καί θρήνων, καί ὅλοι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νά βαστάζωμεν τήν κατάστασιν ταύτην, τήν ὁποίαν δέν δυνάμεθα νά μεταβάλωμεν.

Περικυκλοῦμεν μέ ὑγρούς τούς ὀφθαλμούς καί καταβιβάζομεν μέ τρεμούσας ἐκ τῆς συγκινήσεως τάς χεῖρας τόν σεπτόν τοῦτον νεκρόν ἐργάτου τοῦ Κυρίου, καίτοι γνωρίζομεν ὅτι καί τό ν' ἀποθάνῃ τις εἶναι τόσον φυσικό ὅσον καί τό νά γεννηθῇ, καί ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγεννήθη θ' ἀποθάνῃ, πᾶν ὅ,τι ἤνθησε θά μαραθῇ, πᾶν ὅ,τι ὑψώθη θά πέσῃ, καί περιπλέον καίτοι καλῶς γνωρίζομεν ὅτι, ὅταν κλείωνται οἱ ὀφθαλμοί τοῦ σώματος, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς, καί ὅταν φεύγῃ ὑπό τούς πόδας μας ὁ παρών κόσμος, διανοίγονται ἡμῖν νέοι κόσμοι τελειοτέρας καί ὡραιοτέρας καταστάσεως, καί μεταβαίνομεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ἀληθῆ καί βεβαίαν ζωήν, τήν ὁποίαν ἡτοίμασεν ὁ Θεός διά τούς ἀκούοντας τόν λόγον αὐτοῦ καί πιστεύοντας εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ καθῶς γέγραπται: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωήν αἰώνιον, καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν»  (Ἰωάν, 5, 24).

Παρά πάντα ταῦτα τά μεγάλα καί παρήγορα διδάγματα τῆς ἡμετέρας πίστεως ἡμεῖς κλαίομεν ἀπαρηγόρητοι διά τήν βαρεῖαν ἀπώλειαν καί τήν στέρησιν, ἥν ἐπί τῷ θανάτῳ τοῦ ἀειμνήστου τούτου ἀνδρός ἐδοκίμασεν ὄχι μόνον ἡ ἰδία ἐκκλησιαστική αὐτοῦ παροικία, καί ἡ θεοσεβής ποίμνη καί σύμπασα ἡ ἀδελφή Ἀγγλικανική Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅλοι οἱ φίλοι τῆς ἀναμέσον τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ εἰρήνης καί τόσον ποθητῆς Ἑνώσεως, ὑπέρ ὧν γίνονται αἱ καθημεριναί δεήσεις τῶν, οὐχί μόνον λόγῳ, ἀλλ' ἔργῳ καί ἀληθείᾳ Χριστιανικῶν καί  Ὀρθοδόξων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν.

Ὁ ἀείμνηστος εἰς τό μέγα τοῦτο ἔργον τῆς εἰρηνεύσεως καί ἑνώσεως ἀναμέσον τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας ἀφιέρωσε μεγίστας καί καλλίστας τοῦ ἀρχιερατικοῦ αὐτοῦ βίου προσπαθείας, διότι βαθέως ἐδόνουν καί συνεκίνουν τά μύχια τῆς καρδίας του οἱ συγκινητικοί ἐκεῖνοι λόγοι τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς προσευχὴς τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν οὐράνιόν του Πατέρα, ὅν ἱκέτευε λέγων «Θέλω, πάτερ, ἵνα οὗτοι ἕν ὧσιν... ἵνα ὧσιν ἕν καθώς ἡμεῖς».

Ἐγνώριζε καί ἠσθάνετο εἴπερ τις καί ἄλλος ὁ ἀείμνηστος ὅτι μία τοιαύτη ἕνωσις ἀναμέσον τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς Ἀγγλικανικῆς, ἕνωσις ἐν τῇ μιᾷ καί τῇ αὐτῇ πίστει, μιᾷ καί τῇ αὐτῇ ἐλπίδι, μιᾷ καί τῇ αὐτῇ γνησίᾳ χριστιανικῇ ἀγάπῃ, θ' ἀπέβαινεν ἡ μεγίστη καί ὑψίστη κινητήριος δύναμις τῶν ἁγνοτάτων βουλῶν καί πράξεων διά τήν εὐδαιμονίαν καί εἰρήνην τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Πλήν, ἐνῶ ἀνεμένομεν νά ἐναγκαλισθῶμεν αὐτόν καί ἀναπαύσωμεν ἐν τῇ ἀγάπῃ τῶν καρδιῶν μας καί ἑνωτισθῶμεν τῶν βαθέως σοφῶν καί ἐξόχων ἐνδιαφερόντων πάντα ἡμᾶς λόγων τοῦ ἀειμνήστου καί στοχασμῶν περί τοῦ μεγίστου τούτου διά τήν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ζητήματος, ζητήματος, τό ὁποῖον δέον ν' ἀποτελῇ τό ὕψιστον ἰδεῶδες, πρός ὅ δέον νά κατευθύνωνται ὅλων ἡμῶν οἱ πόθοι καί αἱ εὐχαί, ἐπέπρωτο νά ὑπουργήσωμεν σήμερον διά τήν αἰωνίαν τοῦ ἀειμνήστου ἀνάπαυσιν καί τήν παρακατάθεσιν τοῦ νεκροῦ σκήνους του ἐν ταῖς ἀγκάλαις τῆς γῆς.

Ἐξ οἶων ὄντως εἰς οἶα μετεπέσαμεν.

Εὐξώμεθα, ἀδελφοί, ὅπως ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καί πάσης σαρκός παραλάβῃ παρ' ἑαυτῷ τό ἐκλεκτόν τοῦτο πνεῦμα, τοῦ ὁποίου τό γήινον σκῆνος ἐν μέσῳ ἀλαλήτων στεναγμῶν καί εὐχῶν καταβιβάζομεν σήμερον εἰς τήν γῆν, ὅπως τήν εὐγενῆ καί θεοσεβῆ αὐτοῦ ψυχήν, ἥτις καλῶς ἐδιδάχθη ὅτι «αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γινώσκωσι τόν Πατέρα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, καί ὅν ἀπέστειλεν οὗτος Ἰησοῦν Χριστόν»  ἀναπαύσῃ ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν δικαίων, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, θλῖψις καί στεναγμός καί ὅπου εἶναι ἐσπογγισμένον πᾶν δάκρυον καί ὅπου εἶναι ἡτοιμασμένος ὁ τόπος νά μεταβαίνωσι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον του, οἱ πιστεύοντες τῷ πέμψαντι τόν υἱόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, καί οἱ γινώσκοντες τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, καί τέλος ὅπως ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἀδελφῇ Ἀγγλικανικῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἄλλους τῆς σοφίας καί ἀρετῆς καί τοῦ ἱεροῦ ζήλου τοῦ ἀειμνήστου Ἐπισκόπου Γιβραλτάρης, πεπληρωμένους ἐργάτας, ἵνα οὕτως εἰς τοιαύτας ὁσίας καί δεξιάς χεῖρας καταλειπόμενους τό ὡραῖον καί θεοφιλές ἔργον, ὑπέρ οὗ τοσοῦτον ἁγνῶς εἰργάσθη ὁ ἀείμνηστος, προαχθῇ καί στεφανωθῇ διά πλήρους ἐπιτυχίας πρός δόξαν τοῦ ἐν Ὑψίστοις Θεοῦ καί διά τήν ἐπί γῆς εἰρήνην καί διά τήν ἐν τοῖς ἀνθρώποις εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν» (Τεῦχος 1-10-1994).

Ἐπισημαίνουμε καί ἐδῶ τά αἱρετικά σημεῖα στά ὁποῖα ἀπό τά ἴδια του τά λόγια ἀποδεικνύεται  ὅ,τι  ἐπίστευε ὁ Χρυσόστομος.  Οἱ Ἀγγλικανοί εἶναι ἀδελφή ἐκκλησία, τά μυστήριά των εἶναι ἅγια καί ἔγκυρα, οὐδεμία διαφορά ἤ πλάνη ἔχουν, ὁ Ἀγγλικανός Ἐπίσκοπος εἶναι ἐργάτης τοῦ Κυρίου, ὁ Θεός θά ἀναπαύσῃ  τόν Ἀγγλικανό Ἐπίσκοπο, ἐφ' ὅσον ἐπίστευε σ' Αὐτόν καί, γενικῶς, ὁ Χρυσόστομος ἀπευθύνεται καί τόν προσφωνεῖ ὡσάν νά ἐπρόκειτο διά ἕνα ἐπίσκοπο ὀρθόδοξο. Ἔχουμε ἐπίσης τήν συμπροσευχή στόν Ἀγγλικανικό ναό τῆς Σμύρνης, τό ὁποῖο ὁπωσδήποτε εἶναι ἐπουσιῶδες διά τόν Χρυσόστομο, ἐφ' ὅσον ἐπίστευε στόν ἀχαλίνωτο οἰκουμενισμό,  καθώς καί τήν εὐχή του νά ἀναδείξη ὁ Θεός καί ἄλλους τέτοιους ἀξίους ἐργάτες στήν ἀδελφή Ἀγγλικανική Ἐκκλησία κλπ.

Ἀξιοσημείωτο τυγχάνει τό ὅτι ἤδη ἡ ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια» παρουσιάζει τόν Χρυσόστομο στό φύλλο της 1/2/1985 λέγοντας δι' αὐτόν τά ἑξῆς:

«Παραμένει λοιπόν ὁ Ἐθνομάρτυρας Μητροπολίτης Χρυσόστομος ὁ ὁδηγός καί ὁ πρωτοπόρος στήν προσπάθεια συμφιλίωσης τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν...».

 Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς τώρα πού ὁ Χρυσόστομος μετεπήδησε στήν χορεία τῶν ἁγίων, τί προπαγάνδα καί προβολή θά γίνη προκειμένου νά προωθηθοῦν τά σχέδια τοῦ οἰκουμενισμοῦ.

ρχόμεθα τώρα νά ἀναφέρωμε μία ἄλλη ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου πρός τούς προτεστάντες τῆς ἐπισκοπιανῆς λεγομένης ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καί αὐτή εἶναι ἐνδεικτική τῶν φρονημάτων του. Ἡ ἐπιστολή αὐτή εὑρίσκεται  στό βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ:

«Ἐπίσης ὁ Χρυσόστομος ἀπευθύνει τήν ἀκόλουθη ἐπιστολή πρός τόν Ἐπίσκοπον Τόμας.  Πρόεδρον τῆς Ἐπισκοπιανῆς Ἐκκλησίας ἐν Νέα Ὑόρκη:

«Ὁ Σεβασμιώτατος ἐν Χῷ ἀδελφός, Πρόεδρος τοῦ τμήματος τῶν ἀποστολῶν καί τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπισκοπιανῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καί Γενικός Γραμματεύς τῆς Ἀγγλικανικῆς καί Ἀνατολικῆς Ἀδελφότητος κ.κ. Οὐΐλιαμ Τσάντσεϋ Ἔμχαρτ, αἰσίως τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ, ἀφίκετο πρός ἡμᾶς καί ἐγένετο κομιστής τῶν Ὑμετέρων γραμμάτων, τά ὁποῖα ἀμέσως καί παρεδώκαμεν εἰς τήν δημοσιότητα διά τοῦ τύπου.          

 Ἐδεξάμεθα τόν ἀδελφικον ἀσπασμόν καί τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου καί Ἐπισκόπου καί τῶν λοιπῶν σεβασμίων μελῶν, καθώς καί τοῦ προσκομίζοντος τόν χαιρετισμόν τοῦτον ἀδελφόν Ἔμχαρτ, μετά ἰδιαιτέρας ὅλης συμπαθείας καί συγκινήσεως, διότι ἐν τῇ ἀποστολῇ τοῦ ἐν λόγῳ Ὑμῶν ἀδελφοῦ πρός τά μέρη τῆς Ἀνατολῆς καί ἰδίως πρός τά μέρη τῆς Ἰωνίας, ὅπου διά τῶν χειρῶν τῶν Ἁγιωτάτων Ἀποστόλων τοῦ Εὐαγγελιστοῦ 'Ιωάννου καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐθεμελιώθησαν αἱ ἑπτά Ἐκκλησίαι τῆς Ἀποκαλύψεως, ὧν τάς ἁγιωτάτας θρησκευτικάς παραδόσεις παραλαβόντες παρά τοιούτων θεοφορήτων ἀνδρῶν ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι ἐκείνων διάδοχοι, ἀγωνιζόμεθα παντί σθένει νά διατηρήσωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἀποστολῇ λέγω ταύτῃ τοῦ ἐν λόγῳ ἐν Χῷ ἀδελφοῦ ἐμβλέπομεν τό ζωηρόν χριστιανικόν ἐνδιαφέρον καί τόν ἀνύστακτον πόθον, ὅστις πληροῖ τάς Ὑμετέρας ὑψηλόφρονας ψυχάς διά τό ζήτημα τῆς ἀδελφικῆς ἐπικοινωνίας καί ἑνώσεως τῶν διεσπασμένων καί πανταχοῦ γῆς διεσπαρμένων ἐκλεκτῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ὅσα πιστεύουσιν εἰς Χριστόν 'Ιησοῦ, ἐν σαρκί ἐληλυθότα καί χύσαντα τό αἷμα αὐτοῦ πρός σωτηρίαν τοῦ κόσμου.

«Eἰς τό ζωηρόν τοῦτο ἐνδιαφέρον τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος καί πάσης τῆς ἐν Χῷ Ὑμῶν Ἀδελφότητος, ἀποκρινόμεθα καί ἡμεῖς οἱ ταπεινοί τῆς Ἀνατολῆς Ἐπίσκοποι μετά τοῦ αὐτοῦ καί ἴσου, ἄν μή καί θερμοτέρου ἐνδιαφέροντος, διότι ἐν ταῖς Ὑμετέραις Ἐκκλησίαις τοῦ Νέου Κόσμου καί ἰδίως ταῖς Ἐπισκοπιαναῖς καί Ἀγγλικανικαῖς ἡμεῖς ἐμβλέπομεν ἄν ὄχι τόν τύπον τῆς ἰδεώδους Ἐκκλησίας τῶν πρώτων ἀποστολικῶν χρόνων, ἀλλά πάντως τόν τύπον ἁγνῆς, ἁπλῆς, ἀπερίττου ἀρχεγόνου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Χριστιανική πίστις καί ἀλήθεια ὀρθοτομεῖται εἰς βαθμόν σχεδόν εἰπεῖν τέλειον καί τοιοῦτον, ὁποῖος τάς Ἐπισκοπιανάς Ἐκκλησίας ἐξ ὅλων τῶν προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν πλησιάζει τελείως πρός τάς ἡμετέρας Ἀποστολικάς Ἐκκλησίας, ὧν αἱ διδασκαλίαι καί αἱ παραδόσεις παρ' ὅλην τήν χωρίζουσαν τάς Ὑμετέρας Ἐκκλησίας ἀπέραντον ἀπόστασιν, τόπον καί χρόνον συμπίπτουσι καί συνταυτίζονται.

 Οἱ τῆς Ἀνατολῆς ἡμεῖς Ἐπίσκοποι διά τάς χωριζούσας τάς Ὑμετέρας Ἐκκλησίας τοπικάς ἀποστάσεις, ἀπομονωμένοι καί ἀποκεκλεισμένοι τρόπον τινά ἀπό τά φοβερά συρματοπλέγματα τῆς δουλείας, δέν ἠδυνάμεθα νά ἐπικοινωνήσωμεν μεθ' Ὑμῶν τῶν ἐν Χῷ ἀδελφῶν μας καί ἐγκαταλελειμμένοι, ἔρημοι καί μόνοι ἄνευ τῆς συμπαθείας φίλων καί ἀδελφῶν, διεξήγομεν ἐναντίον τοῦ Ἰσλάμ πάλην δεινήν καί φρικαλέαν. Οἱ δέκα δεινοί διωγμοί  τῶν πρώτων τριῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ αἰώνων ἐναντίον τῆς  χριστιανικῆς πίστεως, ὠχριῶσι πρό τῶν διωγμῶν, ὧν ἀντικείμενον ἐγένετο ὁ ἡμέτερος Χριστιανικός λαός καί ἐπί γεγεάς μέν δεκατέσσερας ἀπό τῆς ἁλώσεως τῆς Κων)πόλεως μέχρι σήμερον, ὁπότε παρῆλθον ἀκριβῶς δεκατέσσαρες γενεαί ἑκάστης γενεᾶς ὑπολογιζομένης πρός τριάκοντα τρία ἔτη, ἤτοι ὅσα ἔτη ἔζησεν ὁ Χριστός ἐπί τῆς γῆς, ἀλλ' ἰδίως κατά τά δεκατέσσερα τελευταῖα ἔτη ἀπό τοῦ 1908 μέχρι σήμερον, ὁπότε τάχα εἶχε κηρυχθεῖ ἐν Τουρκίᾳ τό Συνταγματικόν πολίτευμα.

 Ἐπί μακρά ἔτη ἡ Χριστιανική συνείδησις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, θέλει παραμένῃ ὑπό τήν ἐντύπωσιν τῆς σκοτοδίνης, ἥν προὐξένησαν οἱ ἀντιχριστιανικοί διωγμοί τῆς σουλτανικῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως κατά ἀθώων πληθυσμῶν.  Ἡ ἱστορία ὀλίγα ἔχει νά ἐπιδείξῃ τοιαῦτα παραδείγματα ἑκατοντάδων χιλιάδων λαοῦ χριστιανικοῦ ἀνοικτιρμόνως ἐξανδραποδισθέντος ὑπό τῆς λύσσης τοῦ φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας...

   Ὁλοκλήρους τρεῖς τόμους ἁπαρτίζουν αἱ λεπτομέρειαι τῶν χριστιανικῶν διωγμῶν μόνον κατά τά παράλια τῆς Ἰωνίας, τό ἔργον τοῦτο ἔγραψα ἐγώ, καί εὑρίσκεται ἀκόμη ὑπό τύπωσιν εἰς τά πιεστήρια, ὡς δεῖγμα ἀποστέλλω Ὑμῖν τήν εἰσαγωγήν τοῦ ἐν λόγῳ ἔργου μου.  Παρ' ὅλην δέ τήν μή ἐπιτυχῆ εἰς τό Γαλλικόν μετάφρασίν της παρέχει μ' ὅλα ταῦτα ὠχράν εἰκόνα τοῦ συντελεσθέντος δράματος. Ταῦτα δέ πάντα καί πάσχομεν καί θά πάσχωμεν οἱ Χριστιανικοί τῆς Ἀνατολῆς λαοί, οἱ Ἕλληνες, οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Παλαιοσύριοι καί αὐτοῖ οἱ Μονοφυσῖται καί Μονοθελῖται Νεστοριανοί, διά τήν ἐπάρατον διαίρεσιν, ἡ ὁποία χωρίζει τήν μίαν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, διά τό ὁποῖον καί ἀκριβῶς οὐδέν ἐνδιαφέρον μέχρι τῆς σήμερον ἐπεδείχθη ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν τῆς Εὐρώπης καί Ἀμερικῆς διά τούς μαρτυροῦντας χριστιανικούς λαούς τῆς Ἀνατολῆς.

 Τῷ Θεῷ ἡ χάρις, ὅτι οἱ χρόνοι τῆς ἀγνοίας καί ἀδιαφορίας παρῆλθον, ὅτι τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη καί ὅτι ὁ χριστιανικός ἰδίᾳ κόσμος τῶν Ἐπισκοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀγγλίας καί Ἀμερικῆς προσήγγισεν ὡς ὁ καλός Σαμαρείτης τούς ἐν μέσῃ ὁδῷ ἡμιθανεῖς καταρριφθέντας χριστιανικούς μας λαούς, καί προσέρχονται κατ' ἐπανάληψιν ἐξ Ἀμερικῆς καί Ἀγγλίας ἱερεῖς καί Ἐπίσκοποι μέ ἀνοικτάς ἀγκάλας, ἀδελφικάς προτείνοντες δεξιάς καί ἔλαιον καί οἶνον ἐπιχέοντες ἐπί τάς ἡμετέρας πληγάς.

 Ἀδελφέ ἐν Χῷ, ἡ καλλιτέρα ὁδός νά πλησιάσωμεν πρός ἀλλήλους καί νά μᾶς γνωρίσητε καί νά Σᾶς ἀγαπήσωμεν, οὐδεμία ἄλλη ἦτο ἐνδεδειγμένη παρά αὐτή τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καί συμπαθείας, ἡ ὁποία ἀγάπη κατά τόν Ἀπόστολον οὐδέποτε ἐκπίπτει καί ἄν ἀκόμη ἡ γνῶσις καί τά μυστήρια καί τά δόγματα καί ἡ πίστις καταλυθῶσιν.  Εἴμεθα πλήρως ἱκανοποιημένοι, διότι αἱ καρδίαι Σας ὡμίλησαν πρός τάς ἡμετέρας, καί ἡ πνοή καί ἡ ψυχή μας εἰσῆλθεν εἰς τήν πνοήν καί ψυχήν Ὑμῶν.

Θέλημα Θεοῦ εἶνε νά βαδίσωμεν αὐτήν τήν ὁδόν, τήν ὁποίαν πρῶτον ἐχαράξατε Ὑμεῖς καί ὁλόκληρος ἡ τιμή θά ἀνήκει ἐν τῇ ἱστορίᾳ καί Ὑμᾶς. Ἡμεῖς οἱ ἐξ Ἀνατολῶν θέλομεν προσπαθήση ἐντείνοντες ὅλας μας τάς δυνάμεις νά Σᾶς ἀκολουθήσωμεν εἰς τήν καλήν ταύτην ὁδόν μέχρις οὗ καταντήσωμεν εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.

 Ὅλοι οἱ ἐν Ἀνατολῇ Ἐπίσκοποι ἐμφοροῦνται τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καί πόθων  καί ὅλοι ἀποκαραδοκοῦσι τήν ἐπιφάνειαν τῆς μεγάλης ταύτην ἡμέρας Κυρίου Παντοκράτορος, διά νά γίνωμεν ὅλοι χεῖλος ἕν καί φωνή μία. Περί τούτων πάντων πιστεύω, ὅτι ἡ Ὑμετέρα Σεβασμιότης θά ἔχῃ ἤδη λαβοῦσα παρά τοῦ Ὑμετέρου ἀποσταλμένου  ὅλας  τάς σχετικάς πληροφορίας ὧν ἐγένετο κομιστής, ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ἀδελφός ἐν Χῷ Ἔμχαρτ. 
Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νά καταφιλήσω Ὑμᾶς ἀδελφικῶς καθώς καί πάντας τούς περί Ὑμᾶς ἀδελφούς.

Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος»  (Β' Τόμος σελ. 57).

Καί αὐτή ἡ ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι στό ἴδιο αἱρετικό οἰκουμενιστικό πνεῦμα. Πρέπει ὅμως νά τονισθῆ τό μέγεθος τῆς διαφθορᾶς ὅσον ἀφορᾶ τήν πίστι τοῦ Χρυσοστόμου, ἀπό αὐτό τό χαρακτηριστικό σημεῖο. Ὅτι δηλαδή αὐτά πού σήμερα, μετά παρέλευσι ἑκατό χρόνων περίπου ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη, οἱ πλέον ἀκραῖοι οἰκουμενιστές δέν τολμοῦν νά ποῦν διά τούς Προτεστάντες, τά εἶχε πεῖ τότε ὁ Χρυσόστομος. Σημειώνουμε ἀπό αὐτήν τήν ἐπιστολή αὐτό τό φοβερό κομμάτι, τό ὁποῖο δείχνει ὅτι ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης δέν ἔβλεπε διαφορές μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Προτεσταντῶν, μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, ἀλλά ἦταν δι Ἀὐτόν ἅπαντα κοινά:

«Eἰς τό ζωηρόν τοῦτο ἐνδιαφέρον τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος καί πάσης τῆς ἐν Χῷ Ὑμῶν Ἀδελφότητος, ἀποκρινόμεθα καί ἡμεῖς οἱ ταπεινοί τῆς Ἀνατολῆς Ἐπίσκοποι μετά τοῦ αὐτοῦ καί ἴσου, ἄν μή καί θερμοτέρου ἐνδιαφέροντος, διότι ἐν ταῖς Ὑμετέραις Ἐκκλησίαις τοῦ Νέου Κόσμου καί ἰδίως ταῖς Ἐπισκοπιαναῖς καί Ἀγγλικανικαῖς ἡμεῖς ἐμβλέπομεν ἄν ὄχι τόν τύπον τῆς ἰδεώδους Ἐκκλησίας τῶν πρώτων ἀποστολικῶν χρόνων, ἀλλά πάντως τόν τύπον ἁγνῆς, ἁπλῆς, ἀπερίττου ἀρχεγόνου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Χριστιανική πίστις καί ἀλήθεια ὀρθοτομεῖται εἰς βαθμόν σχεδόν εἰπεῖν τέλειον καί τοιοῦτον, ὁποῖος τάς Ἐπισκοπιανάς Ἐκκλησίας ἐξ ὅλων τῶν προτεσταντικῶν Ἐκκλησιῶν πλησιάζει τελείως πρός τάς ἡμετέρας Ἀποστολικάς Ἐκκλησίας, ὧν αἱ διδασκαλίαι καί αἱ παραδόσεις παρ'ὅλην τήν χωρίζουσαν τάς Ὑμετέρας Ἐκκλησίας ἀπέραντον ἀπόστασιν, τόπον καί χρόνον συμπίπτουσι καί συνταυτίζονται» (σελ. 58).

Τό μόνο τό ὁποῖο μποροῦμε νά ποῦμε σχολιάζοντας αὐτά τά βλάσφημα λόγια, εἶναι ὅτι κανείς μέχρι σήμερα ἀπό τούς τυπικά κινουμένους, στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας,  οἰκουμενιστές δέν ἐτόλμησε νά τά ἐκφράση. Ἐπίσης καί  σ' αὐτήν τήν ἐπιστολή ἀποκαλοῦνται οἱ αἱρέσεις ὡς «ἐκκλησίες», γίνεται μία γενική ἀναφορά περί χριστιανικῶν λαῶν στήν Ἀνατολή, Μονοφυσιτῶν, Ἀρμενίων κλπ. καί κανένας διαχωρισμός μεταξύ  'Ορθοδόξων καί αἱρετικῶν. Ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζεται ὡς διηρημένη καί ἄρα ὄχι μία σύμφωνα μέ τό σύμβολο τῆς Πίστεως·  τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, εἶναι διεσπασμένα καί διεσπαρμένα καί τίθεται ὡς κριτήριο πίστεως μία ἀόριστος πίστις στόν 'Ιησοῦ Χριστό, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀσφαλῶς ἔχουν καί οἱ αἱρετικοί.

Ἐπίσης λέγει καί αὐτό τό πρωτάκουστο καί πρωτοφανές ὅτι δηλαδή εἶναι ἕτοιμοι οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀκολουθήσουν τούς Προτεστάντες στήν καλή αὐτή ὁδό τῆς ἑνότητος καί τῆς ἀγάπης. Αὐτό ἀποτελεῖ ἐξευτελισμό τῆς Ὀρθοδοξίας, τό νά ἀκολουθήση δηλαδή αὐτή τούς αἱρετικούς στήν ὁδό τήν ὁποία αὐτοί χαράσσουν. Καί βεβαια ὁ καθένας ἔχει ὑποχρέωσι νά ταπεινώση καί ἐξευτελίση τόν ἑαυτόν του, ποτέ ὅμως δέν πρέπει νά τό κάνη γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία διότι ἔτσι ἀρνεῖται τήν ἀλήθεια καί τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καί αὐτή τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία.

Πρέπει ἐπίσης νά σημειώσωμε δύο ἀκόμη σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Χρυσοστόμου τά  ὁποῖα λέγουν πολλά διά τά φρονήματα καί τήν πίστι του:

«Ἀδελφέ ἐν Χῷ, ἡ καλλιτέρα ὁδός νά πλησιάσωμεν πρός ἀλλήλους καί νά μᾶς γνωρίσητε καί νά Σᾶς ἀγαπήσωμεν, οὐδεμία ἄλλη ἦτο ἐνδεδειγμένη παρά αὐτή τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καί συμπαθείας, ἡ ὁποία ἀγάπη κατά τόν Ἀπόστολον οὐδέποτε ἐκπίπτει καί ἄν ἀκόμη ἡ γνῶσις καί τά μυστήρια καί τά δόγματα καί ἡ πίστις καταλυθῶσιν.  Εἴμεθα πλήρως ἱκανοποιημένοι, διότι αἱ καρδίαι Σας ὡμίλησαν πρός τάς ἡμετέρας, καί ἡ πνοή καί ἡ ψυχή μας εἰσῆλθεν εἰς τήν πνοήν καί ψυχήν Ὑμῶν» (σελ. 87).

     Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ ὁδός τῆς ἀγάπης, ἡ ὁδός δηλαδή τοῦ ἀχαλίνωτου οἰκουμενισμοῦ, τόν ὁποῖο ἐπίστευε καί ἐβάδιζε ὁ Χρυσόστομος. Ἐκεῖνοι, δηλαδή οἱ αἱρετικοί, μᾶς γνωρίζουν λέγει χαρακτηριστικά μέ τήν ἀγάπη τήν ὁποία μᾶς δείχνουν καί ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι τούς ἀγαπᾶμε βλέποντας αὐτή των τήν ἀγάπη.

Φαίνεται ἐπίσης καί ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ὁ Χρυσόστομος θυσιάζει τήν ὀρθόδοξο πίστι στό βωμό τῆς ἀγάπης καί πού εἶναι ἡ βοήθεια τῶν ξένων στήν πατρίδα, ἡ ὁποία διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο.

Ἐπίσης τήν ἄγχρωμο αὐτή ἀγάπη τήν τοποθετεῖ σαφῶς ἐπάνω ἀπό τήν πίστι, ἐφ' ὅσον λέγει ὅτι ἡ πίστις καί τά δόγματα μπορεῖ νά καταλυθοῦν, ἡ ἀγάπη ὅμως δέν θά καταλυθῆ ποτέ. Αὐτό εἶναι προφανῶς μία διαστρέβλωσις τοῦ χωρίου τοῦ Ἀπ. Παύλου: «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει·  εἴτε δέ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται» (Α' Κορινθ. 13, 8).

Διότι ἐδῶ λέγει ὁ Ἀπόστολος ὅτι θά καταργηθοῦν οἱ προφητεῖες, οἱ γλῶσσες καί ἡ γνῶσις, χωρίς νά ἀναφέρεται οὐδόλως στά δόγματα. Διότι δέν εἶναι δυνατόν νά καταργηθοῦν τά δόγματα, οὔτε στήν παροῦσα, οὔτε στή μέλλουσα ζωή. Ὁ Χρυσόστομος ὅμως ἀλλοιώνοντας τό ἐν λόγῳ χωρίο, μέ τήν προσθήκη τῆς καταργήσεως τῶν δογμάτων, ἀπευθυνόμενος στούς Προτεστάντες, ἐσκεμμένα προσπαθεῖ νά ὑποβαθμίση τά δόγματα καί τήν πίστι, ὑπερυψώνοντας πάνω ἀπό αὐτά τήν ἀγάπη, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι ἡ καρδιά τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί ἡ χειρίστη τῶν πλανῶν.

Καί τό δεύτερο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς:

«Ὅλοι οἱ ἐν Ἀνατολῇ Ἐπίσκοποι ἐμφοροῦνται τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καί πόθων  καί ὅλοι ἀποκαραδοκοῦσι τήν ἐπιφάνειαν τῆς μεγάλης ταύτην ἡμέρας Κυρίου Παντοκράτορος, διά νά γίνωμεν ὅλοι χεῖλος ἕν καί φωνή μία. Περί τούτων πάντων πιστεύω, ὅτι ἡ Ὑμετέρα Σεβασμιότης θά ἔχῃ ἤδη λαβοῦσα παρά τοῦ Ὑμετέρου ἀποσταλμένου ὅλας τάς σχετικάς πληροφορίας ὧν ἐγένετο κομιστής, ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ἀδελφός ἐν Χῷ Ἔμχαρτ (σελ. 57, β' τόμος).

Ἐδῶ καταδεικνύεται ἡ ἀλλοίωσις στὸ φρόνημα τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὁποία εἶχε ἐπέλθει πολύ πρό τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου καὶ τῆς βλασφήμου Ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖο τό 1920.


(Συνεχίζεται)

Α΄ Μέρος: http://paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/02/1.html


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Χρυσόστομος Σμύρνης, κήρυξ Οικουμενισμού (1)


ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ:




Ο ΠΡΩΤΟΣ ΦΛΟΓΕΡΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ



Τὴν 26 Ἰανουαρίου πραγματοποιήθηκε –στὴν αἴθουσα «Κορδᾶτος» τοῦ Πανεπιστημίου Βόλου– Ἡμερίδα μὲ θέμα «Ἡ Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ ἐκφραστές του. Ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο Σμύρνης στὸν μητροπολίτη Περγάμου (Ἰωάννη Ζηζιούλα)».

Ἐντύπωση προκάλεσαν, στοὺς ἀγνοοῦντες ἀκροατές, τὰ στοιχεῖα ποὺ προσεκόμισε ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς γιὰ τὸν πονηρὸ καὶ ἀντι-εκκλησιαστικὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ἁγιοποίησε τὸ 1992 τὸν ἕως τότε Ἐθνομάρτυρα Χρυσόστομον Σμύρνης. Ἕναν ἱεράρχη ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ὄχι γιὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ ὁμολογία, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ὡς Μασῶνος καὶ Οἰκουμενιστής.

Πολλὰ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶχαν στὴν διάθεσή τους οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ τὸν ἁγιοποίησαν, ἀλλ’ ἀρνήθηκαν πεισμόνως νὰ καθυστερήσουν τὴν ἁγιοποίηση καὶ νὰ τὰ ἐξετάσουν, ὡσὰν νὰ ἦταν εὔκολο νὰ τὴν ἀναιρέσουν, ἂν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἀποδεικνύονταν σωστά· λὲς καὶ ἡ ἁγιοποίηση εἶναι κάτι ποὺ γίνεται κάθε μέρα! Ἔτσι, παρὰ τὶς ἀμφισβητήσεις, παρὰ τὶς ἀμφιβολίες ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι(!) παραδέχτηκαν ὅτι ὑπάρχουν, προχώρησαν στὴν ἁγιοποίηση, σὰν νὰ ἐφοβοῦντο ὅτι, ἐὰν χρονοτριβοῦσαν στὴν ἐξέταση τῶν στοιχείων, ἡ ἁγιοποίηση αὐτὴ δὲν θὰ προχωροῦσε ποτέ! Ἐνήργησαν σὰν κάτι νὰ τοὺς πίεζε, κάποιοι νὰ τοὺς κατηύθυναν! Τὴν ὕπαρξη ἀμφισβητήσεων ὁμολόγησε ὁ μητροπολίτη Πατρῶν Νικόδημος στὴν εἰσήγηση γιὰ τὴν ἁγιοποίηση τοῦ Χρυσοστόμου· ὁ ἴδιος (ὁ μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος Βαληνδρᾶς), ἂν καὶ ἐκφράζει τὶς ἀμφιβολίες του, ἔγραψε καὶ τὴν ...Ἀκολουθία τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης!!!

Ἐπειδὴ μερικοὶ πιστοὶ ζήτησαν νὰ πληροφορηθοῦν, ποιά ἦσαν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ ἀποδεικνύουν τὶς οἰκουμενιστικὲς ἰδέες τοῦ ἁγιοποιηθέντος Ἐθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, θὰ δημοσιοποιήσουμε τὰ σημαντικότερα ἐξ αὐτῶν. Περιέχονται στὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ: «Ὁ Ἐθνομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης καὶ ἡ παράνομη κατάταξίς του στὴ χορεία τῶν Ἁγίων». Τὰ στοιχεῖα εἶναι πράγματι συγκλονιστικά.

Τὰ ἄρθρα καὶ οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους –ἐλαφρᾶ τῇ καρδίᾳ– ἁγιοποιηθέντος Ἐθνομάρτυρος, περιέχουν προχωρημένες πρακτικὲς περὶ συμπροσευχῶν, περὶ «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καὶ «θεωρίας τῶν κλάδων» κ.λπ., θέσεις ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα, ποὺ τὰ πράγματα περὶ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν προχωρήσει τόσο πολύ, οἱ Οἰκουμενιστὲς δὲν τὶς ἔχουν ἀκόμα υἱοθετήσει πλήρως, φοβούμενοι τὸν πιστὸ λαό!

Δὲν θὰ γράψουμε περισσότερα γιὰ ἕναν Ἐπίσκοπο, ποὺ μόνο Οἰκουμενιστὲς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνακηρύξουν ὡς Ἅγιό τους, διότι τὴν παρουσίαση καὶ τὸν ἔλεγχο τῶν θέσεών του αὐτῶν πραγματοποιεῖ ὁ π. Εὐθύμιος, παρουσιάζοντας τὶς Οἰκουμενιστικὲς θέσεις καὶ τὴν μασωνικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἐθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης.



Ἀντιγράψαμε καὶ παρουσιάζουμε σήμερα, τὸ πρῶτο μέρος ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου, σελ. 108-123. [Οἱ λέξεις-φράσεις μὲ τονισμένα γράμματα χρώματος καφέ καὶ οἱ ὑπογραμμίσεις ἔγιναν ἀπὸ μᾶς· ὁ τονισμὸς τῶν ὑπολοίπων ἀπὸ τὸ συγγραφέα].




Α΄ ΜΕΡΟΣ



Κατ' ἀρχάς ἀναφέρουμε τήν ἐπιστολή του στόν Ἀρχιεπίσκοπο τῶν Ἀγγλικανῶν, ἡ ὁποία εἶναι ὁλόκληρη ἕνα μνημεῖο οἰκουμενισμοῦ καί βλασφημίας καί δείχνει ὅλη τήν ἐσωτερική διάθεσι τοῦ Χρυσοστόμου διά τούς Προτεστάντες Ἀγγλικανούς.

Τήν ἐπιστολή αὐτή τήν παρουσιάζουμε ὁλόκληρη διά νά σχηματίση ὁ κάθε ἀναγνώστης σαφή καί  ὁλοκληρωμένη γνώμη διά τά πιστεύω τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τό βιβλίο  τοῦ Κ. Πολίτη «Xρυσόστομος  ὁ  Σμύρνης»:

«Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Κανταβριγίας, Πρωθιεράρχα πάσης Ἀγγλίας καί Μητροπολῖτα Ἀρχιβάλδε, χάρις εἴη τῇ Αὐτῆς Σεβασμιωτάτῃ Κορυφῇ καί εἰρήνη παρά τοῦ Παναγάθου Θεοῦ, παρ' ἡμῶν δέ ἀδελφικός ἐν Χριστῷ ἀσπασμός καί χαίρειν ἐν Κυρίῳ.

Τανῦν συμπληροῦται δεκαετία ἀκριβῶς, ἀφ' ὅτου κατά Ἰούλιον τοῦ σωτηρίου ἔτους 1897 συνεκροτήθη ἐν Λαμβηθῷ τῆς ἐνδόξου χώρας τῆς Ἀγγλίας ἡ μεγάλη Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις μεταξύ ἄλλων συνεσκέψατο σοβαρώτατα καί περί τοῦ μεγάλου καί ὄντως εὐλογητοῦ ἔργου τῆς τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἑνώσεως, καί ἰδιαίτατα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας μετά τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς.

Ἐν ταῖς διαφόροις ἀποφάσεσιν, ἅς τό Συνέδριον ἐκεῖνο τῶν ἐπισκόπων ἔλαβε, περιελαμβάνοντο καί αἱ ἑξῆς τέσσαρες, αἱ τάς φαεινοτάτας σελίδας τῶν πεπραγμένων ὑπό τοῦ Συνεδρίου πληροῦσαι καί τό τηλαυγέστατον τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου μέρος ἀποτελέσασαι καί δικαίως διά τοῦτο ἐπισπασάμεναι τάς συμπαθείας καί εὐλογίας τῶν πανταχοῦ γῆς Χριστιανικῶν καρδιῶν:

Αον) Ὅτι ἀνετέθη  τοῖς Ἀγγλικανοῖς Ἐπισκόποις νά δράττωνται πάσης εὐκαιρίας πρός διδασκαλίαν καί βεβαίωσιν περί τοῦ ὅτι εἶνε ἀλήθεια θεία καί ἐξ ἀποκαλύψεως, ἵνα οἱ Χριστιανοί πάντες καί ὁρατῶς ἀποτελῶσιν ἑνότητα.

Βον) Ὅτι τό Συνέδριον, συμφώνως πρός τήν μεγάλην εὐχήν αὐτοῦ τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν 'Ιησοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ἕν ὧσιν»  ἀνέλαβε τήν καθιέρωσιν εἰδικῶν ὑπέρ ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εὐχῶν, ἅς  ὑπέβαλεν ὡς καθῆκον τοῖς Χριστιανοῖς.

Γον) Ὅτι οἱ Ἀρχιεπίσκοποι Κανταβριγίας καί Σβυφάκου καί ὁ Ἐπίσκοπος Λονδίνου ἀνέλαβον νά ἐνεργῶσιν ὡς Ἐπιτροπή, δυναμένη νά συμπεριλάβῃ καί ἑτέρους, ὅπως ἔρχωνται εἰς σχέσεις στενωτέρας καί ἐγγυτέραν συνεννόησιν, εἴτε προσωπικῶς, εἴτε δι' ἐπιστολῶν μετά τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῆς  Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσσίας καί τῶν θρησκευτικῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν πρός τόν σκοπόν, ὅπως ἀσχοληθῶσι καί μελετήσωσι τό δυνατόν τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ καλλιτέρου τρόπου πρός θετικωτέραν συνεννόησιν, ὅπως καλλιεργήσωσιν οὕτω στενωτέρας σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, καί λάβωσι μέτρα πρός μετάφρασιν βιβλίων πραγματευομένων περί τῆς πρός ἀλλήλας σχέσεως τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, καί ἰδίως κατηχήσεως καί λειτουργικῶν, αἵτινες τά μέγιστα συμβάλλονται πρός ἀμοιβαίαν συνεννόησιν.

Δον) Ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τῶν διαφόρων Ἀγγλικανικῶν Ἐκκλησιῶν ἀνέλαβον νά προβῶσιν εἰς σύστασιν ἐπιτροπῶν ἐξ Ἐπισκόπων, καί ἐκεῖ ὅπου δέν ὑφίστανται τοιαῦται, ἵνα καί αὐταί πρός ταῖς κοιναῖς ὑπέρ ἑνώσεως εὐχαῖς, ἀνταλλάσσωσιν ἀμοιβαίας σκέψεις μεταξύ ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, καί παρέχωσι τά φῶτα καί τάς συμβουλάς αὐτῶν περί τῆς ἱερᾶς ταύτης ὑποθέσεως, ὅπου ἄν παραστῇ ἀνάγκη.

Τό μέγα καί  ἱερόν τοῦ Χριστιανικοῦ τούτου Συνεδρίου ἔργον ἐπλήρωσεν ἱερᾶς συγκινήσεως καί μεγίστου καί ἁγνοτάτου ἐνδιαφέροντος καί τήν ἐμήν ψυχήν καί καρδίαν.  Κατά θείαν πάντως εὐδοκίαν εὑρεθείς τότε κατέχων σημαίνουσαν ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ ὑπηρεσίαν καί θέσιν, ἅτε κατέχων τό ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Πρωτοσυγγέλου εἰργάσθην πάσῃ δυνάμει ἐπί τετραετίαν ὅλην καλλιεργῶν τήν γόνιμον εἰς ὡραίους καί ἀγλαούς καί θρεπτικούς χριστιανικούς καρπούς ταύτην ἰδέαν, εἴτε κηρύττων τά ρήματα τῆς χριστιανικῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καί ἑνότητος ἐπ' ἐκκλησίας εἰς τό ὀρθόδοξον χριστιανικόν ἡμῶν λαόν, εἴτε ἐν τοῖς ἀσθενέσι θεολογικοῖς καί ἐκκλησιαστικοῖς δοκιμίοις μου μετ' ἄκρου σεβασμοῦ γράφων περί τῆς τόσον πρός τήν ἀληθῆ καί ὀρθόδοξον πίστιν ἀκραιφνῆ ἔρωτα καί λατρείαν ἐπιδεικνυομένης ὀρθοδοξούσης Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε τό κυριώτατον, προεδρεύων τῆς ἐπί τοῦ πρώην Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίου Κωνσταντίνου τοῦ Ε' συστάσης καί μετά τόσης χριστιανικῆς ἀγάπης καί ἀδελφικοῦ πνεύματος ἐργασθείσης Ἐπιτροπῆς πρός συζήτησιν καί μελέτην τῶν χωριζουσῶν τάς δύο Ἐκκλησίας διαφορῶν καί προπαρασκευήν τοῦ ἐδάφους τῆς ἑνώσεως τῆς  Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς καί τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας.

Τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης διαδοχικῶς μέλη ἐκ μέν τῆς ὑμετέρας Ἐκκλησίας ἐχρημάτισαν οἱ αἱδεσιμώτατοι ἱερεῖς καί ἐφημέριοι τοῦ ἐν Κων)πόλει Ἀγγλικανικοῦ Ναοῦ κύριος Δαουλίγγ καί κύριος Σουεΐμπη, ὧν ὁ μέν  κύριος Δαουλίγγ, ὥς ἔμαθον παρά τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις Ἀγγλικανοῦ Ἐπισκόπου σεβασμιωτάτου λόρδου Βiytth εὑρίσκεται ἐν τῷ κλίματι τοῦ Ἱεροσολυμιτικοῦ θρόνου, ὁ δέ κύριος Σουνεΐμπη εὑρίσκεται, ὡς μανθάνω, ἐφημερεύων, ἐν Κων)πόλει, ἐκ μέρους δέ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐχρημάτισαν ὁ τότε ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί κατόπιν οἰκτρῶς δολοφονηθείς ἐν Μακεδονίᾳ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Κορυτσᾶς Φώτιος καί ὁ Μέγας Ἱεροκῆρυξ τῶν Πατριαρχείων ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος, πρόεδρος δ' ἤμην διωρισμένος ἐγώ.  Ὅσον δέ καί ἄν τό ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἧς τά πρακτικά, ἔργον τῶν ἡμῶν χειρῶν, περιβεβλημένα τό κῦρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν Μητροπολιτῶν καί τοῦ Πατριάρχου, ἀπεστάλησαν ἐγκαίρως τότε πρός τόν σεβασμιώτατον προκάτοχον Αὑτῆς, τόν ἀείμνηστον ἀρχιεπίσκοπον Κανταβριγίας λόρδον Φρειδερῖκον, διεκόπη οὕτω δόξαν τοῖς ἀνθρώποις ἤ καί τῷ Θεῷ, ὅσον καί ἄν ἐγώ ἔκτοτε προαχθείς εἰς τόν Ἀρχιερατικόν ἀξίωμα ἀπεστάλην καί ποιμαίνω τόν ὀρθόδοξον λαόν τῆς Μακεδονικῆς ἐπαρχίας Φιλίππων Δράμας καί Ζιχνῶν, ὅστις ὡς γνωστόν, πρῶτος ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἐδέχθη παρ' αὐτοῦ τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς τοῦ Παύλου, τό κήρυγμα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, καί ἔχω τήν σκληράν ἀλλά καί γλυκυτάτην παρηγορίαν καί τήν βαρεῖαν πλήν ἔνδοξον  ἀποστολήν ἐν ταῖς δειναῖς ταύταις διά τήν Μακεδονικήν γῆν ἡμέραις νά παραμυθῶμαι τούς δεινοπαθοῦντας νέους μου Φιλιππησίους, τούς χριστιανούς τῆς πρώτης ἐν Εὐρώπῃ Ἐκκλησίας, πρός ἥν τήν πρός Φιλιππησίους ἔγραφεν ἐγκάθειρκτος ἐν Ρώμῃ ὁ Παῦλος, ὅμως ὁ πόθος πρός τό μέγα ἐκεῖνο ἔργον τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολικῆς καί Ἀγγλικανικῆς, οὐ μόνον οὐδαμῶς ἐκ τοῦ χρόνου ἐμαράνθη ἤ καί ἐμειώθη, ἀλλ' ἔτι μᾶλλον κρατυνόμενος καί στερεούμενος αὔξεται ἐν ἐμοί διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ καί ἐπί τοσοῦτον κρατύνεται, ὅσον ὀφθαλμοφανῶς βλέπω καί αἰσθάνομαι τήν καυστικήν αἰσχύνην ἥτις πληροῖ τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ διά τάς ἀτελευτήτους καί διαρκεῖς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ -ἥτις ἑνότητος εἶνε σύμβολον- διαιρέσεις, καί βλέπω τάς ἀλληλοκτονίας ἀδελφῶν, αἵτινες φέρουσιν ἀφόρητον ὄνειδος εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί λύπην ἀπαραμύθητον εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί αἰσθάνομαι, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε μᾶλλον ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη τῆς ἑνώσεως καί ἀδελφώσεως μεταξύ τῶν ἁγίων καί ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δύνανται ν' ἀτενίζωσι τόν ἀντικείμενον μετά θάρρους, τό ὁποῖον ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῆς ἰσχύος, μετά τῆς ἰσχύος, τήν ὁποίαν φέρει ἡ ἑνότης, μετά τῆς ἑνότητος, ἥν δωρεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον.

Ἤδη ἔκτοτε προέβλεπε τό προφητικόν τοῦ Ἀποστόλου ὄμμα τά σημεῖα τῆς ἐπερχομένης θυέλλης καί τοῦ φοβεροῦ πυρός, δι' ὧν ἔμμελλον νά διέλθωσιν ἐκεῖναι αἱ πρωτόγονοι τῆς Μακεδονίας Ἐκκλησίαι καί πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, καί ἐδίδασκε γράφων πρός τούς Φιλιππησίους τό μόνον μέσον, οὕτινος ἔχρηζον καί ἐκεῖνοι καί χρήζομεν καί ἡμεῖς, ἵνα ἐξουδετερῶμεν τάς προσβολάς τοῦ ἐχθροῦ, τήν ἑνότητα,  ἑνότητα τοῦ Πνεύματος, ἑνότητα ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι καί μιᾷ ψυχῇ, ἑνότητα, καθ' ἥν ὅλαι αἱ Ἐκκλησίαι ὀφείλουσι νά λησμονήσωσι τάς χωριζούσας αὐτάς διακρίσεις καί ν' ἀποβάλωσι τάς ἀνά μέσον αὐτῶν διαφοράς, ἄν θέλωσι νά γίνωσι κάτοχοι δυνάμεως, ἥτις θά ἠδύνατο νά περιγραφῇ μόνον ὡς βάπτισμα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί πυρί.

Ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν· οὐδέποτε ἡ πίεσις καί ἡ θύελλα ὑπῆρξαν μεγαλείτεραι, εἵπέρ ποτε σήμερον καί πανταχοῦ μέν, ἔνθα ὁ ἐχθρός ὡς λέων ὀρυόμενος περιφέρεται ζητῶν τίνα καταπίῃ καί ἔνθα αἱ θρησκευτικαί καί ἐκκλησιαστικαί ἔριδες μετά μυστηριώδους καί σχεδόν εἰπεῖν διαβολικῆς πικρίας ἐξάπτουσι τά πάθη ἀνά μέσον τῶν ἁγίων καί ἐκλεκτῶν, καί λυμαίνονται τάς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, αἵτινες παρουσιάζουσι κατά τούς νῦν μάλιστα χρόνους τό οἰκτρόν θέαμα οἰκίας διῃρημένης καθ' ἑαυτήν καί βασιλείας μεμερισμένης καί βαινούσης εἰς προφανῆ ἐρήμωσιν καί καταστροφήν, ἀλλά καί παρ' ἡμῖν ἐνταῦθα ἐν τοῖς Μακεδονικοῖς τούτοις τόποις, ἔνθα οἱ καλούμενοι Χριστιανοί κατ' ἀκολουθίαν τῶν θρησκευτικῶν καί φυλετικῶν αὐτῶν ἐρίδων εἶνε πεπληρωμένοι τηλικαύτης ἐχθροπαθείας, ἥτις εἶνε ξένη καί οὐδ' ὀνομάζεται καί παρ' αὐτοῖς τοῖς ἐθνικοῖς καί ἀπίστοις, ἀφοῦ προβαίνουσι κατ' ἀλλήλων οἱ Χριστιανοί ἀδελφοί εἰς τά ἔσχατα τῆς κακεντρεχείας καί ἀθλιότητος, καί ἐν Χριστῷ κοινότητες διά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον τόν λόγον συνταράσσονται καί κοχλάζουσιν ἐξ ἀγρίων κυμάτων ὀργῆς, ἐκδικήσεως ἀντεγκλήσεως καί αἴσχους καί ὀνείδους ἀφορήτου.

Ἐκ τούτων πάντων καί ὁ πρός ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν πόθος, ὅν ἔτρεφον πάντοτε ἐν τῇ ἐμῇ ψυχῇ κατέστη ἀπαίτησις τά μέγιστα ἐπιτακτική καί ἡ ἀξία τῶν μεγάλων ἀποφάσεων τοῦ πρός ἕνωσιν τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν Συνεδρίου τῶν ἐν Λαμβυθῷ ἐπισκόπων ἀπείρως πολύτιμος καί ἀνεκφράστως εὐλογημένη.  Ἔστρεψα τόν λογισμόν καί τήν καρδίαν μου πρός τό παρελθόν καί ἀνεμνήσθην τῶν πρός ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν γενομένων ἐκείνων τῆς ὑμετέρας Ἐκκλησίας διαβημάτων. Πεποίθησιν δέ τρέφων πάντοτε ἀκράδαντον ὅτι αἱ μεγάλαι τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου ἀποφάσεις εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἰσχύϊ, διότι προφανέστατα λόγοι ὑψίστου καί γενικωτάτου διά τήν καθόλου Ἐκκλησίαν ἐνδιαφέροντος καί ἀγάπης ὑπηγόρευσαν τάς ὄντως μεγάλας χριστιανικάς ἐκείνας ἀποφάσεις, ἐθεώρησα ἱερόν καθῆκον νά προσέλθω πρῶτος, αἴρων τό κάλυμμα τῆς ἀναμέσον τῶν ἀδελφῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ὑφισταμένης ψυχρᾶς ἀδιαφορίας καί οἰκτρᾶς ἀγνωσίας καί θίγων χορδάς, αἵτινες ἀναμφιβόλως εὐγενῶς θέλουσι δονηθῇ ἐν ταῖς ἡμετέραις χριστιανικαῖς ψυχαῖς, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τά μεγάλα ὑμῶν αἰσθήματα καί  ὑποβάλλω τά ἀκόλουθα:

Ἄν τό μέγα καί εὐλογημένον ἔργον τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν ἑνώσεως μετά ὅλην δεκαετίαν ἀπό τοῦ χρόνου τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐν Λαμβυθῷ Συνεδρίου ἔστη  ἀργόν καί σχεδόν  εἰπεῖν οὐδέ βῆμα ποδός τοὐλάχιστον ὡς πρός τάς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς ἐχώρησε πρός τά ἐμπρός, ζητητέα τά κυριώτατα αἴτια καί ἐν τῇ ἀσημάντῳ μέν καί σχεδόν εἰπεῖν ἀναισθήτῳ θεολογικῇ καί ἐκκλησιαστικῇ κινήσει ἥτις χαρακτηρίζει τάς δογματικάς ἀποκεκρυσταλλωμένας καί μή τολμώσας οὐδ' ἐπ' ἐλάχιστον νά μετακινῶσιν ὅρια, ἅ καλῶς οἱ πατέρες αὐτῶν ἔθεντο Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς ἀλλά κυρίως συγχωρήσατέ μοι νά εἴπω ἐν ἀγάπῃ ἐν τῷ ὅτι αἱ τοῦ ὑμετέρου Συνεδρίου ἀποφάσεις ἄχρι ταύτης τῆς στιγμῆς χρονοτριβοῦσι καθ' ὅσον ἐγώ γνωρίζω, ἐν τῷ σταδίῳ τῶν λόγων, μήπω προβᾶσαι εἰς ἔργον καί ἐκτέλεσιν. Ἀνετέθη, ὡς ἀνωτέρω ἐρρήθη, τοῖς Ἀγγλικανοῖς ἐπισκόποις νά δράττωνται πάσης εὐκαιρίας πρός βεβαίωσιν, ὅτι εἶνε ἀλήθεια θεία καί ἐξ ἀποκαλύψεως, πάντες οἱ χριστιανοί ν' ἀποτελῶσι καί ὁρατῶς ἑνότητα·  ἀνέλαβον οἱ Ἀγγλοεπίσκοποι, ὡς εἰδική ἐπιτροπή, νά ἔρχωνται εἰς σχέσεις καί στενωτέραν καί ἐγγυτέραν συνεννόησιν, εἴτε προσωπικῶς εἴτε δι' ἐπιστολῶν μετά τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν καί τῶν θρησκευτικῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Πλήν ὁπόσαι ἐκκλησιαστικαί καί ἄλλαι κατά τήν παρελθοῦσαν δεκαετίαν εὐκαιρίαι παρουσιασθεῖσαι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀφέθησαν νά παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι! Ἐνῷ, κατά τήν ἀπόφασιν τοῦ ἐν Labeth Συνεδρίου, ἦτο ἐπιθυμητόν νά τείνωσι πρῶτοι χεῖρα συνδιαλλαγῆς καί εὐκαίρως ἀκαίρως νά δράττωνται πάσης περιστάσεως πρός δυνατήν κατόρθωσιν τοῦ μεγάλου τούτου τῆς ἑνώσεως ἔργου, ὅμως οὐδέν ἤ ἐλάχιστα ἔπραξαν πρός ἐπίτευξιν ἐγγυτέρας ἀναμέσον τῶν ἐκκλησιῶν συνεννοήσεως, καθ' ἥν  ὁ διεσπαρμένος λαός τοῦ Θεοῦ ταῖς εὐλογηταῖς αὐτοῦ  προσπαθείαις εἰς ἕν σῶμα συναρμολογούμενος δι' ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ φρονήματος ἔμελλε νά ἐργασθῇ ἀπό κοινοῦ πρός ἕνωσιν καί ἑδραίωσιν τῆς ἐκκλησίας καί πρός σωτηρίαν καί εὐδαιμονίαν τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου.

Ὁ νῦν ἐν Κων)πόλει Πατριαρχείων Πατριάρχης κύριος Ἰωακείμ ὁ Γ' εὐθύς ἅμα τό δεύτερον ἀνῆλθε τόν Πατριαρχικόν θρόνον ἐδημοσίευσε δι' ὑπομνήματος, ὅν ἔτρεφε καί τρέφει ἐν τῇ καρδίᾳ του πόθον πρός ἕνωσιν τῶν διεσπαρμένων καί κατά διαφόρους διευθύνσεις φερομένων μεγάλων καί κολοσσιαίων κλώνων τοῦ ἑνός κορμοῦ τοῦ παγκοσμίου χριστιανικοῦ δένδρου, ὑπό τήν δροσοβόλον σκιάν τοῦ ὁποίου κατασκηνοῦσιν ἑκατομμύρια πιστῶν.  Ἀλλ' εἰς τήν χριστιανικήν του φωνήν οὕπω εἴδομεν ἀποκρινομένην παρήγορον καί χαρμόσυνον ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν ἀπάντησιν.

Ἐν ταῖς πατριαρχικαῖς Ἐκκλησίαις τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας καί τῶν Ἱεροσολύμων καί ἐν ταῖς αὐτοκεφάλοις Ἐκκλησίαις Ἑλλάδος καί Κύπρου ἐπῆλθον ἀλεπάλληλα γεγονότα, ζωηρῶς ἀπασχολήσαντα καθ' ἑκάστην ἐπί μέρους Ἐκκλησίαν καί ἁπάσας ὁμοῦ τάς ἐν Ἀνατολῇ 'Ορθοδόξους Ἐκκλησίας. Τανῦν ἔτι ἐν ταῖς Μακεδονικαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους πολλαί πληγαί διατηροῦνται ἀνοικταί ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας καί φιλάνθρωπός τις Σαμαρείτης δέν φαίνεται ὁδεύων κατά τήν ἄγουσαν πρός τοῦς δεινοπαθοῦντας,  ἵνα ἐπιδέσῃ τάς πληγάς τῶν ἐμπεσόντων εἰς τούς ληστάς ἐκλεκτῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ἐπιχέων οἶνον σωτηρίου καί ἔλαιον ἀγαλλιάσεως ἐπί τάς πληγάς τῆς Ἐκκλησίας, καί οὕτως ἀφέθημεν ἕρμαιον δεινῶν καί βαρυτάτων δοκιμασιῶν πρός μεγάλην χαράν τοῦ ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου καί πρός ἀπαραμύθητον θλῖψιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λαοί χριστιανικοί ἀδελφικοί καί ὧν  ὕψιστος νόμος ἔδει νά ᾖ τό ζῆν ἐν ἀγάπῃ καί ἑνότητι καί ἔχειν ὡς βάσιν πίστεως καί ἑνότητος καί θεμέλιον ἐλπίδος ἕν καί τό αὐτό φρόνημα τοῦ Χριστοῦ, φρόνημα·  ὅπερ οὐχί ἀνθρώπινοι ἀδυναμίαι καί φυλετικά πάθη καί ἐθνικαί φιλοτιμίαι καί ὑστερολογισμοί ἐγκόσμιοι, ἀλλ' οὐδέ ὅλης τῆς γεένης ἡ καταχθόνιος δύναμις, οὐδέ ὅλαι αἱ βαρεῖαι πύλαι τοῦ Ἅιδου ἔπρεπε νά εἶνε ἱκαναί νά ματαιώσωσι καί διασπάσωσι καί ἀφανίσωσι.  Ὁπόσον πᾶσι τούτοις ἐπιθυμητή καί παρήγορος, ἀλλά καί εὐλογητή καί τοῦτ’ αὐτό γόνιμος εἰς μεγάλα ἀποτελέσματα ἤθελεν εἶσθαι ἡ φιλάδελφος πρός ἀλληλοσπαρασσομένους ἀδελφούς φωνή καί εἰλικρινής ἐν ταῖς ἡμετέραις ἐν Ἀνατολῇ διαμάχαις παρέμβασις τῆς Ὑμετέρας Ἐκκλησίας καί τῶν εὐσεβεστάτων αὐτῆς ἐπισκόπων, ὅσοι συμφώνως πρός τάς μεγάλας ἀποφάσεις τοῦ Ὑμετέρου Συνεδρίου ἀνέλαβον τήν ὑποχρέωσιν πρός διδασκαλίαν καί βεβαίωσιν, ὅτι εἶνε θέλημα Θεοῦ τό νά φρονῶμεν οἱ πάντες ἕν καί τό αὐτό καί ὑπό τήν ἔποψιν τῆς θεολογικῆς ὀρθοδοξίας τῆς ἀκριβείας ὅπερ χαλεπώτερον ἀλλά κυρίως ὑπό τήν  ἔποψιν τῆς πρακτικῆς ἀγάπης καί ἁγνότητος καί ἑνότητος, τοῦθ' ὅπερ εἶνε τό ὕψιστον, οὐχί δέ καί τό δυσχερέστατον καθῆκον παντός χριστιανοῦ.

Φρονῶν ὅτι τό μέγα καί εὐλογημένον ἔργον οὕτινος τό ἐν Λαμβηθῷ Συνέδριον κατεστοχάζετο, μένει εἰσέτι πόθος εὐσεβής καί ἀτέλεστος ἀκριβῶς διότι ἡ κατόρθωσίς του δέν ἐπετεύχθη διά τῆς καλλιεργείας ἀγαθῶν προσωπικῶν σχέσεων ἀναμέσον τῶν λαῶν, ἀλλ' ἰδίᾳ τῶν ποιμένων ἀμφοτέρων τῶν Ἐκκλησιῶν, προσέρχομαι πρῶτος, ἐλάχιστος ἐγώ ἐπίσκοπος ἔχων τήν ὑψηλήν τιμήν  νά καλῶμαι ποιμήν τῆς πρώτης ἐν Εὐρώπῃ θεμελιωθείσης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων, καί αἴρων διά τοῦ παρόντος ταπεινοῦ μου γράμματος τό κάλυμμα τῆς ἀναμέσον τῶν ποιμένων τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας θλιβερᾶς ἀδιαφορίας, προτείνω πρῶτος τήν δεξιάν, καί ἱκετεύω ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν 'Ιησοῦ Χριστοῦ νά μή ἀπωθήσητε αὐτήν, ὅσον καί ἄν εἶνε δεξιά ταπεινοῦ καί ἀφανοῦς Ἐπισκόπου, αἰτούμενος νά δοθῇ ἐξ Ὑμῶν τοιαύτη, ἧς τά μέγιστα χρήζομεν οἱ Ἀνατολικοί Ἐπίσκοποι, καί ἰδίως οἱ ἐν τοῖς δεινῶς τεταραγμένοις τούτοις Μακεδονικοῖς οἰκοῦντες τόποις, ἀλλά καί πάντες οἱ ἀληθεῖς Ἐπίσκοποι, ὅσοι αἰσθάνονται, ὁπόσον ἐπείγουσα εἶνε ἡ ἀνάγκη τοῦ ἔχειν πάντας ἕν καί τό αὐτό πνεῦμα τῆς ἑνότητος καί ἀγάπης, ἵνα ἐν τῇ ἑνότητι καί ἀγάπῃ ταύτῃ ἀποκτήσωμεν τήν ἰσχύν, ἧς χρήζομεν πρός καταπολέμησιν τοῦ ἀντικειμένου, πρός ἑδραίωσιν τῆς Ἐκκλησίας καί πρός σωτηρίαν καί εὐδαιμονίαν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐν ὧ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἡμᾶς ἐπισκόπους ποιμαίνειν τῆς Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.

Τό ποθούμενον καί ζητούμενον εἶνε νά μάθω πρῶτον· ἄν ἐγένετό τι ἔκτοτε καί γίνεται παρ' ὑμῶν ἀποτελεσματικόν πρός ἐπιτυχίαν τοῦ μεγίστου καί καλλίστου τούτου ἔργου τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν ἑνώσεως· ἄν εἰς τό γινόμενον τοῦτο δύνανται καί τά ἀμυδρά φῶτα τῆς ταπεινῆς γνώσεως καί τοῦ ἱεροῦ ζήλου ἑνός Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου νά συνεισενέγκωσι τήν μικράν αὐτῶν συμβολήν, καίτοι ὁ ἐπίσκοπος οὗτος λαλεῖ οὐχί ἐν ὀνόματι τῆς ἑαυτοῦ Ἐκκλησίας, ἥν ἐκπροσωπεῖ ἡ Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων μετά τοῦ Πατριάρχου παρ' ἡμῖν, ἀλλά λαλεῖ τά ρήματα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ἥτις «πάντα στέγει, πάντα  πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει οὐδέποτε ἐκπίπτει», ταύτης δ' ἐσμέν ὀφειλέται ἀδιακρίτως πρός ἅπαντας, μάλιστα δέ τούς πιστούς, διότι τῆς βασιλείας ταύτης ἡ ἐπέκτασις δύναται μόνον τάς τραχείας ὁδούς ἀπεργαζομένη λείας, νά ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τήν εὐκταίαν καί τόσον ποθητήν παρ' ὑμῖν ἕνωσιν· καί ἄν ὁ ἱδρυθείς κατά Ἰούλιον τοῦ 1905 σωτηρίου ἔτους σύλλογος «Ἀγγλορθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἕνωσις»  ὀνομαζόμενος, ὁ τήν δι' ἔργων οὐχί μόνον διά λόγων ἄρσιν καί ἐξομάλυνσιν τῶν δυσκολιῶν ἀναμέσον τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀγγλικανῶν καί τήν στενωτέραν ἐπικοινωνίαν τῶν μελῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ὡς ὕψιστον αὐτοῦ σκοπόν προταξάμενος, ἤρξατο ἐργαζόμενος πρακτικῶς καί τελεσφόρως καλλιεργῶν τήν εὐκταίαν καί εὐεργετικήν ἀναμέσον τῶν δύο Ἐκκλησιῶν τούτων ἐπικοινωνίαν· δεύτερον ἄν δέν κεῖται μακράν τοῦ ἱεροῦ τῶν ὑμετέρων Σεβασμιωτάτων Ἐπισκόπων τούτων σκοποῦ νά ταπεινώσητε κατά μίμησιν τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ ὑμᾶς αὐτούς μέχρι τοῦ βάθους τῶν ἡμετέρων συμφορῶν καί τῆς δυστυχίας, ἐν ἧ παλαίουσι κατά τά δεινοπαθοῦντα ταῦτα Μακεδονικά μέρη μυριάδες ἀδελφῶν χριστιανῶν καί χρώμενοι τῇ ἰσχύει καί ἐξουσίᾳ, ἧς ἐστέ κάτοχοι ἐν τῷ μεγάλῳ καί εὐγενεῖ ὑμῶν ἔθνει, νά ἐνεργήσητε καί τεθῇ οὕτω φραγμός εἰς τήν ἀλληλοκτονίαν ἀδελφῶν, πατασσαμένων τῶν χειρῶν ἀδίκων ἀρξαμένων πρῶτον, καί στειρεύσωσιν αἱ πηγαί τῆς κακοδαιμονίας τῶν κατά Ἀνατολάς Ἐκκλησιῶν καί ἀποδοθῇ ἡ εἰρήνη καί ἀγάπη καί ὁμοφροσύνη ἀνά μέσον τῶν ἀλληλοσπαρασσομένων τέκνων μιᾶς κοινῆς Μητρός, τοῦθ' ὅπερ ἔσται: ἀσφαλέστατος καί περί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως ἀρραβών καί ἐγγύησις, ἀλλ' ἅμα καί ὕψιστος τίτλος χριστιανικῆς δόξης διά τούς κράτιστον μέλημα καί πόθον τήν τῶν Ἐκκλησιῶν ἕνωσιν τρέφοντας ἐν ταῖς ἑαυτῶν ψυχαῖς Ἀγγλικανικούς ἐπισκόπους.

Ἀδίστακτον τρέφων τήν πεποίθησιν ὅτι δέν θέλετε παρίδει τήν θερμήν ταύτην ἱκεσίαν Ἐπισκόπου, ὅν φονοκτονία ἀδελφική ἀναγκάζει νά στρέφῃ τόν λογισμόν πρός τούς ἀρχηγούς τῆς χριστιανικῆς ἐκείνης Ἐκκλησίας, ἥτις τηλικοῦτον τρέφει πόθον πρός τήν ἀδελφικήν χριστιανικήν ἀγάπην καί πρός τήν τῶν πάντων ἕνωσιν ἔρωτα, καί τόσον διακαῶς ποθεῖ καί ἐργάζεται ὅπως ἅπασαι αἱ Ἐκκλησίαι λησμονήσωσι τάς χωριζούσας αὐτάς διαιρέσεις καί σπουδάσωσι «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καί ἀποτελέσωσιν ἕν σῶμα καί ἕν πνεῦμα ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως αὐτῶν», διότι «Eἷς κύριος, μία πίστις ἕν βάπτισμα, εἷς Θεός καί πατήρ πάντων ὁ ἐπί πάντων καί διά πάντων ἐν πᾶσιν ἡμῖν».

Ἐξαιτοῦμαι τάς ἀδελφικάς εὐχάς τῆς ὑμετέρας Σεβασμιωτάτης Κορυφῆς, καί εὔχομαι ὅπως «ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ᾖ μετά τοῦ πνεύματός σου», ἀδελφέ ἐν Χριστῷ.  Ἀμήν.

Ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί πρόθυμος
+ Ὁ Δράμας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ»



Εἶναι ἀδύνατον νά βρῆ καί ὁ πλέον ἀδαής κάτι ὀρθόδοξο σ' αὐτήν τήν ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου.  Ἡ ἀγγλικανική «ἐκκλησία» παρουσιάζεται  ὡς ὀρθοδοξοῦσα σύμφωνα μέ τήν ἔκφρασι τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ Ἀγγλικανοί ἐπίσκοποι ὡς κανονικοί ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τούς ὁποίους ὀνομάζει «εὐσεβεστάτους», ἡ ἀγάπη  παρουσιάζεται ὡς τό μόνο μέσον πρός ἐπικοινωνία καί ἕνωσι μεταξύ τῶν  «ἐκκλησιῶν»,  οἱ ἀγῶνες πρός ἕνωσι πού ἐπί δεκαετία ἔκανε ὁ Χρυσόστομος καθώς καί  ἡ προτροπή τοῦ Χρυσοστόμου νά λησμονήσουν οἱ ἐκκλησίες (ὀρθόδοξος καί Ἀγγλικανική) τίς διαφορές πού τίς χωρίζουν δέν ἀφήνουν καμμία ἀμφιβολία γιά τίς προθέσεις του. Οὐδαμοῦ ἀφήνει ὁ Χρυσόστομος τήν παραμικρή ὑποψία, ὅτι οἱ Ἀγγλικανοί εἶναι αἱρετικοί καί ὅτι πρέπει νά ἐπιστρέψουν στήν 'Ορθοδοξία ἀποβάλλοντας τίς πλάνες των.  Ἀναφέρει τό «ἵνα πάντες ἕν ὧσιν»,  τό ὁποῖον εἶναι ἡ  «καραμέλλα»  τῶν οἰκουμενιστῶν, τήν «καθόλου ἐκκλησίαν» καί τίς ἐπί μέρους «ἐκκλησίες» Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν, λέγει ὅτι πρῶτος αὐτός προτείνει τήν δεξιά του χεῖρα καί ἱκετεύει νά μήν τήν ἀπωθήσουν οἱ Ἀγγλικανοί κλπ.

Πρέπει ὅμως, διά νά κατανοήσωμε τό βάθος τῆς διαστροφῆς καί τῆς πλάνης καί τό δαιμονικό πνεῦμα, τό ὁποῖον ὑπέβαλε στόν Χρυσόστομο νά γράψη αὐτήν τήν ἐπιστολή, νά ἀναφέρωμε  καί νά ἐξηγήσωμε δύο σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς του πρός τούς 'Αγγλικανούς. Τά σημειώνουμε καί τά δύο πρός σχολιασμό:

« Ὁπόσον πᾶσι τούτοις ἐπιθυμητή καί παρήγορος, ἀλλά καί εὐλογητή καί τοῦτ' αὐτό γόνιμος εἰς μεγάλα ἀποτελέσματα ἤθελεν εἶσθαι ἡ φιλάδελφος πρός ἀλληλοσπαρασσομένους ἀδελφούς φωνή καί εἰλικρινής ἐν ταῖς ἡμετέραις ἐν Ἀνατολῇ διαμάχαις παρέμβασις τῆς Ὑμετέρας 'Εκκλησίας καί τῶν εὐσεβεστάτων αὐτῆς ἐπισκόπων, ὅσοι συμφώνως πρός τάς μεγάλας ἀποφάσεις τοῦ Ὑμετέρου Συνεδρίου ἀνέλαβον τήν ὑποχρέωσιν πρός διδασκαλίαν καί βεβαίωσιν, ὅτι εἶνε θέλημα Θεοῦ τό νά φρονῶμεν οἱ πάντες ἕν καί τό αὐτό καί ὑπό τήν ἔποψιν τῆς θεολογικῆς ὀρθοδοξίας τῆς ἀκριβείας ὅπερ χολεπώτερον ἀλλά κυρίως ὑπό τήν  ἔποψιν τῆς πρακτικῆς ἀγάπης καί ἁγνότητος καί ἑνότητος, τοῦθ' ὅπερ εἶνε τό ὕψιστον, οὐχί δέ καί τό δυσχερέστατον καθῆκον  παντός  χριστιανοῦ»    καί

«Ἄν τό μέγα καί εὐλογημένον ἔργον τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν ἑνώσεως μετά ὅλην δεκαετίαν ἀπό τοῦ χρόνου τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐν Λαμβυθῷ Συνεδρίου ἔστη  ἀργόν καί σχεδόν  εἰπεῖν οὐδέ βῆμα ποδός τοὐλάχιστον ὡς πρός τάς 'Εκκλησίας τῆς 'Ανατολῆς ἐχώρησε πρός τά ἐμπρός, ζητητέα τά κυριώτατα αἴτια καί ἐν τῇ ἀσημάντῳ μέν καί σχεδόν εἰπεῖν ἀναισθήτῳ θεολογικῇ καί ἐκκλησιαστικῇ κινήσει ἥτις χαρακτηρίζει τάς δογματικάς ἀποκεκρυσταλλωμένας καί μή τολμώσας οὐδ' ἐπ' ἐλάχιστον νά μετακινῶσιν ὅρια, ἅ καλῶς οἱ πατέρες αὐτῶν ἔθεντο 'Εκκλησίας τῆς 'Ανατολῆς ἀλλά κυρίως συγχωρήσατέ μοι νά εἴπω ἐν ἀγάπῃ ἐν τῷ ὅτι αἱ τοῦ ὑμετέρου Συνεδρίου ἀποφάσεις ἄχρι ταύτης τῆς στιγμῆς χρονοτριβοῦσι καθ'ὅσον ἐγώ γνωρίζω, ἐν τῷ σταδίῳ τῶν λόγων, μήπω προβᾶσαι εἰς ἔργον καί ἐκτέλεσιν».

Τά σημεῖα αὐτά τῆς ἐπιστολῆς εἶναι φοβερά. Διότι θέτουν σέ ἀντιπαραβολή τήν πατερική θεολογία τῆς ἀκριβείας καί ἀληθείας, τήν ὁποία ἀναιδῶς καί μέ θράσος ὀνομάζει ἀναίσθητο, ἐπειδή δέν μετακινεῖ τά ὅριά της μέ τή θεολογία τῆς ἀγάπης χωρίς ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ καρδιά τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ξεχωρίζει λοιπόν ὁ Χρυσόστομος τήν θέσι του καί ξεκάθαρα τάσσεται ὑπέρ τῆς θεολογίας τῆς ἀγάπης ἄνευ τῆς ἀληθείας καί ἀκριβείας καί τῆς ἑνότητος, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό αὐτήν τήν ἀγάπη,  τό ὁποῖο ὀνομάζει ὕψιστον καί καθῆκον παντός χριστιανοῦ.  Στό σημεῖο αὐτό ὑβρίζονται οἱ πατέρες οἱ ὁποῖοι ἐγκολπώθηκαν αὐτήν τήν «ἀναίσθητο καί ἀμετακίνητο» θεολογία καί  ὑμνοῦνται οἱ οἰκουμενιστές μέ τήν προοδευτική θεολογία τῆς  ψευδεπίγραφης  ἀγάπης. 

Ἄν αὐτά μποροῦν νά λέγωνται ἀπό τό στόμα ἑνός ἁγίου, ἄν οἱ ἅγιοι διδάσκουν τήν ἄχρωμη θεολογία τῆς ἀγάπης χωρίς ἀλήθεια καί ἀκρίβεια, ἄν τοποθετήσωμε στήν 'Εκκλησία τέτοιους ἁγίους, τότε ἀλλοίμονο στό ποίμνιο, διότι αὐτοί οἱ ἅγιοι, θά τό ὁδηγήσουν στό στόμα τοῦ λύκου.  Πάντως ὁ κάθε ἀναγνώστης καί εἰδικά ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν κάποιες ἐκκλησιολογικές γνώσεις μποροῦν πολλά νά καταλάβουν ἀπό αὐτήν τήν ἐπιστολή, ἡ ὁποία στό ἐγγύς μέλλον, μαζί μέ τίς ὑπόλοιπες ἐπιστολές τοῦ Χρυσοστόμου θά γίνη τό «εὐαγγέλιο»  τῶν οἰκουμενιστῶν, ὁ δέ Χρυσόστομος  Καλαφάτης Μητροπολίτης Σμύρνης θά γίνη «ὁ ἅγιος» τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἑνώσεως  καί ὁ θεωρητικός  ἅγιος τοῦ οἰκουμενισμοῦ!

Πρός ἐπίρρωσι τῶν ὅσων γράφουμε, ἀναφέρουμε δύο χωρία ἀπό τούς μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθέτησαν σωστά τήν ἀγάπη πρός τούς αἱρετικούς, τή θέσι καί τή στάσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντί των, καί τή θέσι ἐκείνου ὁ ὁποῖος συγκαταβαίνει στά θέματα τῆς πίστεως. Ἐπίσης ἀπό αὐτά τά χωρία καί τόσα ἄλλα τά ὁποῖα μπορεῖ κανείς νά ἀναφέρη, φαίνεται ἡ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη θέσις τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης πρός τούς πραγματικούς  ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας:

«Πολλάκις ὑμᾶς ὑπέμνησα περί τῶν ἀθέων αἱρετικῶν καί τανῦν, παρακαλῶ τοῦ μή συγκαταβῆναι αὐτούς ἐν τίνι πράγματι, μή ἐν βρώμασιν ἤ πόμασιν, ἤ φιλίᾳ, ἤ σχέσει, ἤ ἀγάπῃ,  ἤ εἰρήνη, ὁ γάρ τούτοις ἀπατώμενος, καί συγκαταβαίνων αὐτοῖς, ἀλλότριον ἑαυτόν καθίστησι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας» (Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομος) καί «Συνέπεται δέ τούτοις καί ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος· “Προφυλάσσω ὑμᾶς, λέγων, ἀπό τῶν θηρίων τῶν ἀνθρωπομόρφων αἱρετικῶν· οὕς οὐ μόνον οὐ δεῖ ἡμᾶς παραδέχεσθαι, ἀλλ' εἰ δυνατόν μηδέ συναντᾷν”.  Τούτων τοιγαροῦν οὕτω διωρισμένων, καί τῆς πρός τούς δυσσεβεῖς αἱρετικούς ὁμιλίας ἡμᾶς ἀπαγόντων, τίς λοιπόν πεῖσαι ἡμᾶς δυνήσεται ἐλθεῖν εἰς λόγους μετά τῶν ἠθετηκότων κανόνας καί στάθμας τῆς ἀρχαίας πίστεως, καί τάς θείας Γραφάς ἀφόβως εἰς πολλῶν ἀποπλάνησιν ρερᾳδιουργηκότων;» (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης», Ρ.G. 99, 281Α).

(Συνεχίζεται)