Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ




ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ

Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ


    Τὸν παρελθόντα Νοέμβριο ἐκδόθηκε ἕνα μικρὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς καὶ τὸ Γραφεῖο ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν, προϊστάμενοι τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ Ἀρχιμ/της π. Παῦλος Δημητρακόπουλος καὶ ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος.

 Τὸ βιβλίο ἐπιγράφεται: «15ος Κανὼν Πρωτο-δευτέρας Συνόδου καὶ Ἀποτείχισις», καὶ ἀποτελεῖ «Κριτικὴ Μελέτη» στὸ ἀνάλογο βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ.
 Ὁ π. Εὐθύμιος μὲ κατανόηση καὶ ἀγάπη, παρουσιάζει πληθῶρα Πατερικῶν θέσεων γιὰ τὸ θέμα, ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ συγγραφεῖς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ὅτι διαπραγματεύονται τὸ θέμα πρόχειρα, χωρὶς Πατερικὴ τεκμηρίωση καὶ μὲ σκοπιμότητα, ἐν τέλει δέ, ἡ μελέτη τους αὐτή, συμβάλλει στὴν ἀδράνεια καὶ τὸν ἐφησυχασμὸ τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ τὴν ἀπρόσκοπτη ἐπέκταση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

  Ἔχουμε διαβάσει τὴν «Κριτικὴ Μελέτη» τοῦ «Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς καὶ ἀποροῦμε πῶς ὁ κ. Σεραφεὶμ ἐπέτρεψε νὰ κυκλοφορήσει ἕνα τέτοιο ἀστήρικτο κριτικὸ κείμενο, ποὺ μόνο Ὀρθόδοξες Πατερικὲς θέσεις δὲν περιέχει. Ἂν μάλιστα εἶναι ἀληθινὴ ἡ πληροφορία ὅτι πρωτοπρεσβύτερος καθηγητὴς τοὺς ἀπέτρεψε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα, χάριν τῆς ἑνότητος τοῦ ἀντι-οικουμενιστικοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ αὐτοὶ προχώρησαν στὴν δημοσιοποίησή του, τότε ἡ ἀπορία μας μεταβάλλεται σὲ θλίψη.


 Ἀπὸ σήμερα ἀρχίζουμε νὰ δημοσιεύουμε σὲ συνέχειες τὴν ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου.

  


 

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ

2 Φεβρουαρίου 2013


            Σεβαστοί καί ἀγαπητοί πατέρες τοῦ γραφείου ἐπί τῶν αἱρέσεων τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς,
Χαίρετε ἐν Κυρίῳ.
  Ἔφθασε, σχετικά προσφάτως στά χέρια μου, σέ φωτοαντίγραφο ἡ κριτική μελέτη πού ἐξεδόθη ἀπό τό ὡς ἄνω γραφεῖο, στό ὁποῖο εἶστε ὑπεύθυνοι, γιά τό ἐκδοθέν πρό τινος βιβλίο μου μέ τίτλο: «Ἡ διαχρονική Συμφωνία τῶν Πατέρων γιά τό Ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ ἐκκλησίαις αἵρεσιν». Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νά ἀπαντήσω στήν κριτική αὐτή μελέτη τοῦ βιβλίου μου.
      Βεβαίως ὁ κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς δύναται νά διατηρῆ τίς ἀπόψεις του καί τά πιστεύω του γιά ὅλα τά σύγχρονα θέματα καί προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού γίνεται προσπάθεια καί ἀπό τίς δύο πλευρές νά τοποθετήσουμε τίς ἀπόψεις μας αὐτές καί νά τίς ἐντάξωμε μέσα στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, τά πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις εἶναι ὁριοθετημένη ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, οἱ δέ δικές μας ἀπόψεις πρέπει νά συμφωνοῦν πλήρως μέ ὅλα αὐτά, εἰς τρόπον ὥστε νά εἴμεθα ἐμεῖς ἐντεταγμένοι μέσα εἰς αὐτήν. Πιστεύοντας λοιπόν ὅτι μέ τόν διάλογο αὐτόν θά συμβάλλωμε στήν ἀνίχνευσι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἰς τό θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρετικῶν πού κινοῦνται ἐντός τοῦ χώρου τῆς Ἐκκλησίας καί βεβαίως καί τῶν ἐκτός αὐτῆς (διότι καί μέ αὐτούς ἔχει δημιουργηθῆ πρόβλημα ὡς πρός τήν ἀντιμετώπισί των) θά σᾶς παρουσιάσω τίς σκέψεις μου.
      Νομίζω ὅτι σέ παλαιότερες ἐποχές δέν ὑπῆρχε τέτοιο πρόβλημα στούς Ὀρθοδόξους, ἀλλά ἀπεναντίας ἐγνώριζον τό δέον γενέσθαι σέ κάθε δύσκολη (ἀπό πλευρᾶς αἱρέσεως) χρονική περίοδο τῆς Ἐκκλησίας. Τόν λόγο μου θά τόν ἀπευθύνω ὄχι σέ προσωπικό ἐπίπεδο, ἀλλά σέ ὑπευθύνους τοῦ γραφείου ἐπί τῶν αἱρέσεων μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε φυσιολογικά ὅ,τι ἐκδίδεται ἀπό τά γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως ἀποτελεῖ καί θέσι τοῦ Μητροπολίτου καί, ὡς ἐκ τούτου, αὐτά πού πρεσβεύετε στήν κριτική μελέτη τοῦ βιβλίου μου, θά πρέπει νά τά υἱοθετῆ καί ὁ Μητροπολίτης κ. Σεραφείμ. Εἰδ’ ἄλλως θά γράφατε προσωπικές ἀπόψεις, χρησιμοποιώντας τήν ἰδιότητά σας, ὡς ὑπευθύνων δηλαδή καί συνεργατῶν τοῦ Μητροπολίτου εἰς τά θέματα τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, προκειμένου προφανῶς νά ἔχουν οἱ ἀπόψεις σας μεγαλυτέρα ἰσχύ καί ἐμβέλεια.
      Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι ἡ προσπάθειά σας, σέ ὅλη τήν κριτική μελέτη, στρέφεται εἰς τό νά στηρίξετε τόν Συνοδικό θεσμό εἰς τά θέματα τῆς ἀντιμετωπίσεων τῶν αἱρετικῶν. Ὡς ἐκ τούτου πρεσβεύετε ὅτι, γιά νά ἀποτειχισθοῦμε ἀπό κάποιον αἱρετικό, πρέπει ἀπαραιτήτως νά ἔχη ἡ Σύνοδος καταδικάσει τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, ἐμεῖς δέ νά ἀναμένωμε τήν ἀπόφασι αὐτή καί καταδίκη καί μέχρι τότε, βεβαίως, νά εἴμεθα ἐκκλησιαστικά ἑνωμένοι μέ τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται εἰς τόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, καί μέ τούς ἐκτός Ἐκκλησίας μέ τούς ὁποίους αὐτοί ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικά (στόν βαθμό πού ἐπικοινωνοῦν), προκειμένου γιά τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
  Ἐπίσης, πιστεύετε ὅτι ὁ ΙΕ΄ ἱερός Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου εἶναι δυνητικός καί ὄχι ὑποχρεωτικός καί, ὡς ἐκ τούτου, δέν δημιουργεῖ ὑποχρέωσι σέ κάθε ὀρθόδοξο νά ἀπομακρυνθῆ ἐκκλησιαστικά ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀλλά δύναται νά τούς ἀκολουθῆ καί νά τούς ἀναγνωρίζη ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα ἡγετικά, καί βεβαίως νά συμμετέχη σέ ὅ,τι αὐτοί πράττουν καί στόν βαθμό πού τά ἐπιτελοῦν, ἔστω καί ἄν ἔχη διαφορετική ἄποψι καί πίστι ἀπό αὐτά.
Συγχρόνως ἀναγνωρίζετε ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ὄχι ἁπλῶς αἵρεσι, ἀλλά παναίρεσις καί ἄρα εἶστε ἐνσωματωμένοι, ὄχι ἁπλῶς μέ αἱρετικούς, ἀλλά μέ παναιρετικούς, ἀναμένοντας τήν καταδικαστική ἀπόφασι τῆς παναιρέσεως αὐτῆς ἀπό τήν Σύνοδο, δηλαδή ἀπό τούς ἰδίους τούς ἡγέτες καί ἀρχηγούς αὐτῆς.
   Σέ ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ὑποστηρίζετε, πρέπει νά ἀναφερθῆ ὅτι δέν προσκομίζετε τήν παραμικρή ἀπόδειξι ἀπό πλευρᾶς ἁγ. Γραφῆς, ἱερῶν Κανόνων καί διδασκαλίας τῶν Ἁγίων, ἀλλά προσπαθεῖτε μέ τήν λογική καί τόν ὀρθολογισμό νά στηρίξετε αὐτά πού πιστεύετε. Εἶναι βεβαίως γεγονός ὅτι μέ τήν λογική καί τόν ὀρθολογισμό ὅλα δύνανται νά καταρριφθοῦν καί νά ὑποστηριχθοῦν τά ἀντίθετα, ἔστω καί ἄν δέν ἔχωμε νά προσκομίσωμε κανένα ἀποδεικτικό στοιχεῖο δι’ αὐτά.  Καί ἡ ἴδια ἡ ἁγ. Γραφή, κρινομένη μέ τήν λογική καί τόν ὀρθολογισμό τοῦ καθενός, δύναται νά καταρριφθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν χωράει στήν λογική καί ἀντιστρατεύεται τόν ὀρθολογισμό π.χ. ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ ἐνσάρκωσις  καί ἐνανθρώπισις τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ Ἀνάστασις κλπ.
       Ἀπό  τήν  στιγμή  λοιπόν,  πού θέλετε  νά  κρίνετε  τό βιβλίο κάποιου, δέν ἔπρεπε νά στηριχθῆτε στά δικά σας πιστεύω, οὔτε κἄν εἰς τοῦ Μητροπολίτου σας, ἀλλά θά ἔπρεπε, γιά νά στηρίξετε τίς ἀπόψεις σας, νά προσκομίσετε τίς ἀποδείξεις ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων. Ποῦ, δηλαδή, ἡ ἁγ. Γραφή διδάσκει τήν συμπόρευσι μέ τούς αἱρετικούς καί τούς παναιρετικούς, ποῦ οἱ ἱεροί Κανόνες διδάσκουν ἤ ἁπλῶς ἀνέχονται τήν οἱαδήποτε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς, καί ποῦ οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν τήν ἀναμονή καί ἐξάρτησι ἀπό αὐτούς πού, εἰς τήν διδασκαλία των ἐπί τοῦ θέματος, ὀνομάζουν λύκους καί φαρμακερά φίδια.
     Ἐπειδή λοιπόν δέν εἴχατε προφανῶς τέτοια στοιχεῖα, τά ὁποῖα ὄντως θά ἀπεδείκνυαν ὅτι, αὐτά πού πρεσβεύετε, ἀποτελοῦν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καταφύγατε στήν λογική καί τόν ὀρθολογισμό γιά νά ἀποδείξετε ὅτι εἶναι λάθος, ὄχι φυσικά τό βιβλίο αὐτό πού ἐξέδωσα, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ἁγ. Γραφή καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Διότι μέ τήν πνευματική μέθοδο, ὅταν ἑρμηνεύετε ἕνα χωρίο π.χ. τῆς ἁγ. Γραφῆς, τό ὁποῖο ἐγώ προφανῶς παρερμήνευσα, πρέπει, προκειμένου νά στηρίξετε τίς ἀπόψεις σας, νά προσκομίσετε ἄλλα ἀνάλογα χωρία ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί ἀπό τήν ἑρμηνεία πού δίδουν εἰς αὐτά οἱ Ἅγιοι. Καί ὅταν σχολιάζετε ἕνα κείμενο ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τό ὁποῖο ἐγώ διαστρέβλωσα, πρέπει ἀπαραιτήτως νά προσάγετε ἄλλα ἀνάλογα ἐπί τοῦ θέματος κείμενα, τά ὁποῖα νά ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου σας τό ἀσφαλές. Καί ὅταν, τέλος, θέλετε νά ἀποδείξετε ὡς ἀληθῆ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ΄ ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, πρέπει νά ἔχετε πάλι ὡς βάσι τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἐπί τοῦ θέματος τούτου, διότι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατόν νά πεισθῆ κάποιος ὅτι ἡ μέθοδος αὐτή πού διδάσκετε μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία ἀποτελεῖ τήν, ἐν καιρῷ αἱρέσεως, γραμμή καί στάσι τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
     Δι’ αὐτό σᾶς ἀνέφερα ὅτι, μέ τήν μέθοδο αὐτή πού ἐχρησιμοποιήσατε, ἀλλάζετε κατ’ οὐσίαν ὁλόκληρη τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἰσάγετε ἄλλη διδασκαλία γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι καί γραμμή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, βοηθᾶτε τά μέγιστα στόν ἐφησυχασμό, τήν ἀπραξία καί τήν ἀνάπαυσι τῆς συνειδήσεως ἑνός ἑκάστου καί ὅλων γενικῶς, παρουσιάζετε ὡς σύνεσι, διάκρισι καί ἀποφυγή σχίσματος τήν μετά τῶν αἱρετικῶν συμπόρευσι καί συνταύτησι καί, κυρίως, ἀποδεικνύετε, ὄχι μόνο γιατί μέχρι σήμερα –ἐπί ἑκατόν σχεδόν χρόνια– δέν καταδικάσθηκε αὐτή ἡ παναίρεσις, ἀλλά καί γιατί καί στό μέλλον δέν θά καταδικασθῆ.
Ἐπειδή βεβαίως, γιά νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις τῆς ἐποχῆς μας, χρειάζεται ἀπαραιτήτως νά ἀλλάξουν –κατά τό δή λεγόμενο– μυαλά, ὄχι φυσικά οἱ Οἰκουμενιστές ὡς ἀρχηγοί τῆς αἱρέσεως, ἀλλά οἱ λεγόμενοι ἀντι-οικουμενιστές καί πολέμιοι τῆς αἱρέσεως καί νά καταλάβουν ὅτι, μέ χαρτοπόλεμο καί ἄσφαιρα πυρά, δέν θανατώνονται ποτέ οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως, ἀλλά χρειάζεται μαρτυρικό φρόνημα καί ὁμολογία ἐν τῇ πράξει.
      Ἄλλωστε, πατέρες, ὅπως ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογεῖτε, ἡ  παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετρᾶ ἤδη μιά ἑκατονταετία. Κατ’ αὐτήν λοιπόν τὴν ἑκατονταετία χρησιμοποιεῖται ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, μέ ἀποτέλεσμα οἱ ἀντιοικουμενιστές νά μή ἀποτειχίζωνται ἀπό τούς οἰκουμενιστές, ἀναμένοντας τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως ἀπό Σύνοδο. Ἡ αἵρεσις ὅμως προοδεύει, βάσει –ὅπως ἀναφέρετε– προκαθορισμένου σχεδίου.  Εἶναι γι’ αὐτό ἀπορίας ἄξιον τό πῶς δέν σᾶς ἔπεισε ὅλη αὐτή ἡ χρονική διάρκεια τῆς αἱρέσεως, ὅτι ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι κατά τό ἁγιογραφικόν “βέλη νηπίων” καί ὄχι μόνον δέν καταπολεμᾶ τήν αἵρεσι, ἀλλά ἀπεναντίας  βοηθᾶ εἰς τήν ἐξάπλωσί της.
       Διότι, ἄν δέν σᾶς ἔπειθε ἡ ἀπουσία ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν ἐρεισμάτων πρός στήριξι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, θά ἔπρεπε νά σᾶς πείση ἡ μέχρι τώρα ἐφαρμογή της, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ὁμολογεῖτε ὅτι ἡ αἵρεσις αὐτή προχωρᾶ καί προοδεύει βάσει προκαθορισμένου σχεδίου, τό ὁποῖο ἀκολουθοῦν κατά γράμμα οἱ Οἰκουμενιστές.
       Σαφῶς βεβαίως, σκοπός τῶν Οἰκουμενιστῶν, δέν εἶναι μόνον νά ἐφαρμόσουν τὰ στάδια τοῦ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, προκειμένου νά μήν κάνουν μία βιαστική καί ἐξ ἀνάγκης ἕνωσι τύπου Φλωρεντίας–Φερράρας πού θά προκαλoῦσε ἀντιδράσεις καί θά ματαίωνε τό σχέδιο, ἀλλά ἐξίσου στόχος τους εἶναι, κατά τήν πορεία ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου, νά ἀλλοιώσουν τό φρόνημα τῶν Ὀρθοδόξων –καί δή τῶν ἀντιοικουμενιστῶν– καί νά τούς ὑποτάξουν διά τῆς ἀναμονῆς καί συνοδοιπορίας, μέχρι δῆθεν συνοδικῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως, ὥστε στὸ τελικό στάδιο οἱ ἀντιδράσεις νά εἶναι μηδαμινές, καί το σχέδιό τους νὰ στεφθῆ ἀπὸ πλήρη ἐπιτυχία.
      Ὅλα αὐτά, πατέρες, τά ἀνέφερα προλογικῶς κρίνοντας τήν μελέτη σας καί ἤδη εἰσέρχομαι σέ λεπτομερέστερη κριτική, προκειμένου, νά ἀποδειχθοῦν καί νά γίνουν κατανοητά  καί ἀπό αὐτούς πού πιθανῶς θά μελετήσουν τίς θέσεις καί τῶν δύο πλευρῶν καί φυσικά νά τοποθετηθοῦν ἀναλόγως.
      Στήν εἰσαγωγή τῆς μελέτης σας (σελ. 2) γράφετε τά ἑξῆς: «Οἱ ἅγιοι καί Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, θεοπνεύστου κύρους καὶ διαχρονικῆς ἰσχύος, πάντοτε ἀποτελοῦσαν καὶ ἀποτελοῦν μαζί μέ τήν Ἁγία Γραφή τόν ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Θεσπισθέντες δέ ἀπό Θεοφόρους καί Ἁγίους Πατέρες καί ἐπικυρωθέντες ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀφ’ ἑνός μέν ἐκφράζουν τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ τονίζουν τήν ἀξία τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ της».
Σωστά εἶναι, πατέρες, αὐτά σάν λόγια, ἀλλά πῶς μεταφράζονται αὐτά στήν πρᾶξι; Ἐφ’ ὅσον δηλαδή, οἱ ἱεροί Κανόνες μαζί μέ τήν ἁγ. Γραφή ἀποτελοῦν τόν ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει, στήν προκειμένη περίπτωσι, ἡ ἑρμηνεία πού θά δώσουμε στόν ἐν λόγῳ Κανόνα νά συμφωνῆ πλήρως μέ τήν ἁγ. Γραφή.
Θά ἔπρεπε λοιπόν γιά νά ἀποδείξετε στήν πρᾶξι, αὐτά τά ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε θεωρητικῶς, νά παρουσιάσετε ἀνάλογα ἁγιογραφικά χωρία, τά ὁποῖα νά διδάσκουν τήν παραμονή  στούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρι καταδίκης τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν Σύνοδο, τήν ἀναγνώρισί των ὡς εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, τήν μνημόνευσί των καί, κυρίως, νά ἀποδείξετε ἁγιογραφικῶς ὅτι, ἐφ’ ὅσον τούς ἀκολουθεῖτε καί τούς ἀναγνωρίζετε μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δέν συμμετέχετε στήν αἵρεσι πού αὐτοί διά λόγων καί ἔργων κηρύττουν, ἐπειδή προφανῶς ἔχετε ὀρθόδοξο φρόνημα. Γιά νά τό κάνωμε πιό κατανοητό τό θέμα, θά ἀναφέρωμε ἕνα σύγχρονο παράδειγμα.
     Ἡ τοπική Ἐκκλησία τοῦ Πειραιῶς στήν ὁποία ἀνήκετε εἶναι ἐντεταγμένη ὡς ἰσότιμο μέλος στό Π.Σ.Ε. Ἐσεῖς τώρα, πού προφανῶς ἔχετε ὀρθόδοξο φρόνημα, δέν ἀναγνωρίζετε  τόν ἐκκλησιαστικό αὐτό θεσμό. Ὁ δέ Μητροπολίτης σας ἐμάθαμε (ὅπως εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν), ὅτι τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναθεμάτισε τούς Προτεστάντες. Ἐσεῖς λοιπόν πατέρες, μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημά σας εἶστε μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὑπεραμύνεσθε τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ. Διότι συνοδικῶς ἔχει ἀποφασισθῆ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά ἀνήκη στό Π.Σ.Ε.
Ἄν ἰσχυρισθῆτε ὅτι δέν ἀνήκετε στό παναιρετικό αὐτό συνονθύλευμα, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν σέβεσθε τόν συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, τόν ὁποῖο ὑπερασπίζεσθε ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος τῆς κριτικῆς σας μελέτης καί, ἀκόμη, σημαίνει ὅτι εἶστε ἀποτειχισμένοι ἀπό τήν τοπική αὐτή Ἐκκλησία γιά θέματα πίστεως. Διότι μόνον τότε κανείς δέν συμμετέχει στήν αἱρετική γραμμή καί πορεία τοῦ Ἐπισκόπου, ὅταν ἀποκόπτεται ἀπό τόν αἱρετικό ἤ τόν κοινωνοῦντα μέ τούς αἱρετικούς Ἐπίσκοπο, σύμφωνα μέ τήν Πατερική μας Παράδοσι καί διδασκαλία.
Ἄν ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἰσχυρισθῆτε ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἀνήκετε καί ἐσεῖς, ἐφ’ ὅσον ἡ τοπική Ἐκκλησία στήν ὁποία ὑπάγεσθε εἶναι ὀργανικό μέλος τοῦ Π.Σ.Ε., τότε αὐτό πρέπει νά τό ἐναρμονίσετε μέ τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν ἁγ. Γραφή, διότι ἀναφέρατε πιό πάνω ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν τόν ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως εἰς τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκτός ἄν ὁ συνοδικός θεσμός εἶναι ἀνώτερος ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες, εἰδικά στά θέματα τῆς πίστεως, ὁπότε ψευδῶς ἀναφέρατε αὐτά γιά τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν ἁγ. Γραφή, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά πῆτε ὅτι ὁ ὑπέρτατος ὁδηγός καί κανόνας πλεύσεως εἰς τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ συνοδικός θεσμός.
   Ἕνα δεύτερο σύγχρονο παράδειγμα. Γνωρίζετε ἀσφαλῶς, λόγῳ καί τῆς ἰδιότητός σας, ὡς ὑπευθύνων τοῦ γραφείου ἐπί τῶν αἱρέσεων καί παραθρησκειῶν, ὅτι ὁ κ. Νικόλαος Σωτηρόπουλος, θεολόγος καί ἀγωνιστής κατά τῶν συγχρόνων αἱρέσεων, ἤλεγξε κατά πρόσωπον τόν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας Στυλιανό Χαλκιανάκη, διότι αὐτός ἰσχυρίσθηκε προφορικῶς καί γραπτῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο, ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἕνα μεγάλο παραμύθι, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν ἀναμάρτητος “ἐξ ἄκρας συλλήψεως”, ἀλλά ἀπέκτησε τήν ἀναμαρτησία μετά ἀπό ἀγῶνα ἐπάνω στόν σταυρό, καί διάφορα ἄλλα παρόμοια αἱρετικά καί βλάσφημα. Ἔγινε  ἐπισήμως γραπτή καταγγελία περί τῶν βλασφημιῶν αὐτῶν τοῦ Αὐστραλίας Στυλιανοῦ ἀπό πενήντα Ὀρθοδόξους τῆς Αὐστραλίας στό Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως. Σέ κάποια λοιπόν Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὀνομάσθηκε «Μείζων καί Ὑπερτελής», διότι συμμετεῖχαν καί οἱ ἄλλοι Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, συζητήθηκε καί αὐτό τό θέμα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ συνοδικοῦ αὐτοῦ θεσμοῦ ἦταν νά δικαιωθῆ ὁ Αὐστραλίας Στυλιανός καί νά ἀφορισθῆ ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
Ἐσεῖς τώρα, πατέρες, πού παρουσιάζεσθε ὡς ὑπερασπιστές καί ὑπέρμαχοι τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, θά πρέπει προφανῶς νά ἀναγνωρίσετε τήν ἀπόφασι αὐτή τῆς Μείζονος καί Ὑπερτελοῦς Συνόδου· καί τόν μέν Αὐστραλίας Στυλιανό νά ἐκλαμβάνετε ὡς Ὀρθόδοξο, τόν δέ κ. Σωτηρόπουλο ὡς ἀφορισμένο.
Ἄν ἔχετε ἀντίθετο γνώμη, προφανῶς δέν σέβεσθε τόν συνοδικό θεσμό, τόν ὁποῖο εἰς τήν μελέτη σας ὑπερασπίζεσθε. Ἄν δέ στήν πρᾶξι ἐπιδείξετε τήν ἀντίθεσί σας καί κοινωνεῖτε ἐκκλησιαστικῶς μέ τόν ἀφορισμένο κ. Σωτηρόπουλο, πρέπει σύμφωνα μέ τούς ἱερούς Κανόνες, νά εἶστε ὑπό τό ἐπιτίμιόν των, διότι «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω».
       Τελικῶς, διά νά τά συνοψίσωμε τά θέματα, ἔχει ὅρια ἡ ὑπακοή μας στόν συνοδικό θεσμό ἤ εἶναι ἀπεριόριστη; Ποῖα εἶναι αὐτά τά ὅρια καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα τί γίνεται; Πρέπει νά μᾶς ἀπαντήσετε μέ βάσι τόν ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως, δηλαδή τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες.
     Πρέπει ἐπίσης, ἐφ΄ ὅσον Ὀρθόδοξα θέτετε τήν ἁγ. Γραφή εἰς αὐτήν τήν θέσι, νά μᾶς ἑρμηνεύσετε πρακτικά τό χωρίο: «τυφλός δέ τυφλόν ἐάν ὁδηγῆ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14)· ἀλλά καί τό παρεμφερές ἐπίσης: «Εἶπε δέ παραβολήν αὐτοῖς∙ μή τι δύναται τυφλός τυφλόν ὁδηγεῖν; οὐχί ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται;» (Λουκ. 6,39). Δηλαδή θέλουμε νά μᾶς ἀναφέρετε, ἄν ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος συγκαταλέγεται στούς τυφλούς πού ἀναφέρουν τά ἀνωτέρω χωρία ἤ, ἄν πρέπει νά τόν ἐντάξωμε στούς  τυφλούς, μετά ἀπό ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
Ἐπίσης νά μᾶς πληροφορήσετε: ἄν ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος εἶναι ὁδηγός τοῦ ποιμνίου μέχρι ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, τότε τί γίνεται σύμφωνα μέ τήν ἁγ. Γραφή εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι;  Ὁδηγεῖ δηλαδή καί τούς ὑπολοίπους στόν βόθυνο ἤ αὐτό γίνεται μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου;
Πρέπει ἐπίσης, νά μᾶς ἀπαντήσετε, ἄν τά λογικά πρόβατα, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι τυφλός, εἶναι ὑποχρεωμένα εἰς ὑπακοή καί συνοδοιπορία μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δηλαδή μέχρις ἐσχάτων. Καί ἐάν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἑκατό χρόνια δέν εὐδοκεῖ νά παρθῆ, τότε τί γίνεται; Καί ἄν ἐπίσης ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου εἶναι ὑπέρ τοῦ τυφλοῦ, ὅπως εἰς τήν περίπτωσι τοῦ κ. Σωτηρόπουλου, τότε τί γίνεται; Τήν ἀποδεχόμαστε καί τήν ἀκολουθοῦμε;
    Κοντολογίς, πρέπει πατέρες, νά ἐναρμονίσετε τήν δυνητική ἑρμηνεία τήν ὁποία δίδετε εἰς τόν ΙΕ΄ ἱερό Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου μέ τήν ἁγ. Γραφή, τήν ὁποία θεωρεῖτε ὑπέρτατο ὁδηγό, εἰδάλλως ὁ Κανόνας αὐτός, μέ τήν ἑρμηνεία πού ἐσεῖς τοῦ δίδετε, εἶναι ὡς μία μούμια σέ ὅλη τήν διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν ἱερῶν Κανόνων ἤ ὡσάν τά σκιάχτρα πού τοποθετοῦμε στά χωράφια τό καλοκαίρι γιά νά διώχνουμε τά πουλιά.
Τελικῶς εἶναι ἀδιανόητο, πατέρες, ἀφ’ ἑνός μέν νά θεωρῆτε ὀρθοδόξως τήν ἁγ. Γραφή ὡς ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δέ, στήν κριτική μελέτη σας νά μήν ἀναφέρετε τίποτε ἀπό αὐτήν, γιά νά στηρίξετε τίς ἀπόψεις σας, ἀλλά ἀπεναντίας νά στηρίζεσθε ἀποκλειστικῶς καί μόνον στόν ὀρθολογισμό.
      Στή συνέχεια τῆς εἰσαγωγῆς ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Ἀλλ’ ὅπως στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ παρερμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς ὑπῆρξε αἰτία νά ἐμφανισθοῦν πάμπολλες αἱρέσεις, πού προκάλεσαν σάλο, ταραχή καί ἀναστάτωση στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα καί ὁδήγησαν στήν ἀπώλεια πολλές ψυχές, ἔτσι καί προκειμένου περί τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐνδεχομένη παρερμηνεία τους εἶναι δυνατόν νά ὁδηγήσει σέ περέκκληση τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἀσφαλῆ πορεία της καί διασάλευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί ἑνότητά της».
Ὥστε λοιπόν πατέρες, οἱ αἱρέσεις ὡδήγησαν στήν ἀπώλεια πολλές ψυχές. Αὐτό εἶναι ἀπολύτως ὀρθό διότι συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή εἰς τήν ὁποία οἱ αἱρέσεις ὀνομάζονται «αἱρέσεις ἀπωλείας» (Β΄ Πέτρ. 2,1).
Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν σημερινή κατάστασι. Ἀσφαλῶς δέν θά ἔχετε ἀντίρρησι ὅτι μέσα στίς αἱρέσεις τῆς ἀπωλείας ἀνήκει καί ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀνομάσατε «παναίρεσι». Πότε ὅμως ἡ αἵρεσις χαρακτηρίζεται ὡς «αἵρεσις ἀπωλείας», μετά τήν καταδίκη της ἀπό τήν Σύνοδο ἤ καί πρίν; Πιστεύω ὅτι δέν θά εὕρετε κάποιο ἁγιογραφικό χωρίο, οὔτε ἱερό Κανόνα, οὔτε διδασκαλία τῶν Ἁγίων, πού ὄχι νά διδάσκη, ἀλλά ἁπλῶς νά ὑπαινίσσεται ὅτι μετά τήν καταδίκη της ἡ αἵρεσις καθίσταται αἵρεσι ἀπωλείας. Ὅπως ἀκριβῶς ἕνα δηλητήριο δέν καθίσταται θανατηφόρο μετά τήν χημική του ἀνάλυσι ἀπό τούς εἰδικούς, καί ἕνας λύκος δέν ἀρχίζει νά κατασπαράσση τά πρόβατα μετά τήν ἀναγνώρισί του καί τήν ἐπίσημη ἐντολή τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν προβάτων ἀπό αὐτόν.
     Εἰς τό σημεῖο ὅμως αὐτό φαίνεσθε ἀνακόλουθοι καί στήν πρᾶξι ἀναιρεῖτε, ὅσα ὀρθῶς στήν θεωρία διδάσκετε. Διότι, ἐνῶ ἀποδέχεσθε ὅτι οἱ αἱρέσεις ὡδήγησαν στήν ἀπώλεια πολλές ψυχές, ἐνῶ χαρακτηρίζετε τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς παναίρεσι, συγχρόνως διδάσκετε τήν παραμονή τῶν Ὀρθοδόξων μετά τῶν αἱρετικῶν, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου (ἡ ὁποία βεβαίως δέν εὐδοκεῖ νά ἔλθη, οὔτε κἄν διακρίνεται μακρυά στόν ὁρίζοντα)· διδάσκετε τήν ἀναγνώρισι τῶν αἱρετικῶν ὡς ποιμένων, δηλαδή τῶν λύκων ὡς ἀρχηγῶν τῶν προβάτων, μέχρι τήν καταδίκη των ἀπό τήν Σύνοδο καί, κυρίως, διδάσκετε ὅτι τό λογικό ποίμνιο δέν βλάπτεται οὐδόλως ἀπό τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ ποιμένος–Ἐπισκόπου. Διότι, ἄν βλάπτεται, γιατί νά περιμένη τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου γιά νά ἀποτειχισθῆ;
Ἐδῶ προφανῶς πατέρες, σᾶς διαφεύγει τό γεγονός, ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν ἔχει μόνο θεωρητικό χαρακτῆρα, δηλαδή, νά ἀλλοιώση τά φρονήματα τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά κυρίως πρακτικό. Ὁ πρακτικός χαρακτήρας αὐτῆς  τῆς αἱρέσεως συνοψίζεται στήν συνύπαρξι καί ἀλληλοπεριχώρησι τῶν Ὀρθοδόξων μετά τῶν αἱρετικῶν, τό ὁποῖο ἐν πολλοῖς ἔχει ἐπιτευχθεῖ. Δηλαδή ἡ βλάβη τοῦ ποιμνίου ἤδη ὑφίσταται καί συνεχῶς αὐξάνεται. Ἄρα ἤδη τό ποίμνιο ὁδηγεῖται στήν ἀπώλεια, σύμφωνα μέ ὅσα ἰσχυρίζεσθε. Ἐδῶ πρέπει νά τονίσωμε ὅτι εἶναι καθαρός Οἰκουμενισμός ἡ παραμονή τοῦ κάθε Ἐπισκόπου στό Π.Σ.Ε., διότι ἐνεργεῖται στήν πρᾶξι ἡ συνύπαρξις καί ἀλληλοπεριχώρησις, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν διδασκαλία καί ἐπιδίωξι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ Ὀργανισμοῦ.

Στό σημεῖο αὐτό τῆς εἰσαγωγῆς σας θίγετε, πατέρες, καί τό θέμα τῆς παρερμηνείας τῶν ἱερῶν Κανόνων. Γεννᾶται ὅμως τό ἐρώτημα. Πότε παρερμηνεύονται οἱ ἱεροί Κανόνες, καί εἰδικά ὁ συγκεκριμένος, καί ποιός θά εἶναι ὁ ἀσφαλής ὁδηγός γιά τήν ἀποφυγή τῆς παρερμηνείας;
Οἱ Ἅγιοι ὅ,τι ἐδίδασκαν τό ἐστήριζαν πάντοτε στήν ἁγ. Γραφή. Ἄρα λοιπόν διά νά ἑρμηνεύσωμε ὀρθά τούς ἱερούς Κανόνες πρέπει ἀπαραιτήτως νά στηριζώμεθα στήν ἁγ. Γραφή καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Αὐτό ὅμως σέ ὅλη τήν μελέτη σας, δέν τό ἐπράξατε εἰς τό ἐλάχιστο, ἀλλά ἀπεναντίας, θεωρήσατε δεδομένο τό ζητούμενο. Δηλαδή ἀποδεχθήκατε ἐξ ἀρχῆς τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος χωρίς νά ἐρευνήσετε ἄν ἔχη ἁγιογραφικά ἐρείσματα. Ἀποδεχθήκατε ὡς ἐκ τούτου τήν παραμονή τῶν πιστῶν στούς αἱρετικούς ποιμένες, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, χωρίς πάλι νά στηρίξετε τήν διδασκαλία σας, προσκομίζοντας κάποια ἁγιογραφικά χωρία. Καί βεβαίως πιστεύετε ὅτι δέν σφάλλετε στήν ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, ἀλλά ἀντιθέτως σφάλλομε ἐμεῖς πού προσκομίσαμε πλῆθος ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων. Αὐτό ἄς τό κρίνη ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης ἀμφοτέρων τῶν κειμένων.
   Εἰς τό σημεῖο αὐτό, ἐπίσης, ἀναφέρεσθε καί στήν διασάλευσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί ἑνότητος. Ἀσφαλῶς θά γνωρίζετε ὅτι εἰς τήν Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μία μόνον ἑνότης, ἡ ἑνότης τῆς πίστεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι γιά νά εἴμεθα ἑνωμένοι πρέπει νά εἴμεθα ὁμόπιστοι. Σέ ὅλες λοιπόν τίς αἱρέσεις τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότης τῆς πίστεως, διασαλεύθηκε ἡ ἐκκλησιαστική τάξις σέ σημεῖο πού οἱ Ὀρθόδοξοι, πολλές φορές, νά ἐγκαταλείπουν ἀκόμη καί τούς ναούς, καί τούς αἱρετικούς ποιμένες καί νά συναθροίζωνται στήν ὕπαιθρο, προκειμένου νά ἐπιτελέσουν τά λατρευτικά των καθήκοντα.
Ἄρα λοιπόν, ὅταν ὑπάρχει αἵρεσις, δέν ἐνδιαφερόμεθα τόσο γιά τήν διατήρησι τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, ὅσο γιά τήν ἑνότητα τῆς πίστεως. Πῶς ὅμως θά ὑπάρχη ἑνότης ὀρθοδόξου πίστεως, μέ ἐπικεφαλεῖς αἱρετικούς Ἐπισκόπους; Πῶς θά ὑπάρχη ἑνότης πίστεως, τήν στιγμή πού οἱ ἴδιοι οἱ φύλακες τήν λυμαίνονται; Εἶναι δυνατόν πατέρες, νά συζητοῦμε γιά ἑνότητα γύρω ἀπό αἱρετικούς Ἐπισκόπους; Εἶναι δυνατόν τό πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας στήν ἱστορική του πορεία νά ἔχει ὀρθόδοξο πορεία, ὅταν τό πηδάλιο εὑρίσκεται σέ χέρια αἱρετικά;
Εἰλικρινά θά πρέπει νά εἶστε ἐκτός πραγματικότητος, ὅταν στήν σημερινή κατάστασι τάσσεσθε ὑπέρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί ἑνότητος. Αὐτά θά μπορούσατε νά τά ἰσχυρισθῆτε, ἄν δέν ὑπῆρχε αἵρεσις καί, κυρίως, ἄν οἱ ποιμένες καί Ἐπίσκοποι ἦσαν Ὀρθόδοξοι. Τώρα μόνο ἡ ἑνότης τοῦ τύπου τῆς σάπια σταφίδας μπορεῖ νά ὑπάρξη, δεδομένου ὅτι ἀπουσιάζει ἡ ἑνότης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἡ δέ ἑνότης τήν ὁποία πρεσβεύει ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή τῆς συνυπάρξεως Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως καί τῆς ἀλληλοαναγνωρίσεως, εἶναι τελείως διαφορετική, διότι ἡ ἑνότης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀπαιτεῖ ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἵρεσι καί αἱρετικό. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἄξιον ἀπορίας γιά ποία ἑνότητα ὁμιλεῖτε.
Θά ἦταν ἄκρως λυπηρό γιά σᾶς, καί κυρίως γιά τήν ἰδιότητά σας ὡς ὑπευθύνων τοῦ ἀντιαιρετικοῦ γραφείου τῆς Μητροπόλεως, νά ὁμιλῆτε γιά ἑνότητα γύρω ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί συγχρόνως νά χαρακτηρίζετε τόν Οἰκουμενισμό παναίρεσι. Ἐδῶ θά πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι μία ἀπό τίς πλάνες πού διδάσκει ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ὅτι θεωρεῖ τήν ἑνότητα γύρω ἀπό τόν Ἐπίσκοπο (Ἐπισκοποκεντρική) καί ὄχι γύρω ἀπό τόν Χριστό (Χριστοκεντρική).
       Στήν συνέχεια τῆς εἰσαγωγῆς σας, καί προκειμένου νά τοποθετηθῆτε ἐξ ἀρχῆς ἐπί τοῦ θέματος ἄνευ ἀποδείξεως, ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Ὥστόσο ἕνα τέτοιο συμπέρασμα (ἐννοεῖται τό συμπέρασμα τῆς ὑποχρεωτικῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου) δέν συνάγεται ἀπό τήν ἑρμηνεία, πού ἀποδίδουν σ’ αὐτόν πνευματικοί καί καταξιωμένοι ἄνδρες καί μελετητές τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως ἐπίσης, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη, οὔτε ἀπό τίς πατερικές παραθέσεις. Τό θέμα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἤ μή ἐφαρμογῆς τοῦ Κανόνος αὐτοῦ ἀποκτᾶ μιά ἰδιαίτερη ἐπικαιρότητα καί σημασία στήν ἐποχή μας καί ἔχει γίνει ἀντικείμενο πολλῶν συζητήσεων, ἐπειδή ἔχει συνδεθεῖ ἄμεσα μέ τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γιά τήν ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, μέχρι σήμερα δυστυχῶς, δέν ἔχει ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπίσημη συνοδική καταδίκη της οὔτε ἀπό Τοπική  οὔτε ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο».
Ἐδῶ πατέρες, ὁμολογεῖτε ὅτι, παρ’ ὅλες τίς ἁγιογραφικές καί πατερικές παραθέσεις, δέν ἐξάγεται τό συμπέρασμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Τό συμπέρασμα αὐτό, προφανῶς ἐξάγεται ἀπό ἐσᾶς, χωρίς ἁγιογραφικές ἤ πατερικές παραθέσεις ἤ μέ βάσι τόν ὀρθολογισμό τόν ὁποῖο χρησιμοποιεῖτε, ἤ μέ βάσι τούς καταξιωμένους μελετητές τούς ὁποίους ἐπικαλεῖσθε, χωρίς νά μᾶς πληροφορῆτε σέ ποιούς Ἁγίους στηρίζουν τά συμπεράσματά τους. Δέν γνωρίζετε ὅμως πατέρες, ὅτι ὁποιαδήποτε ἑρμηνεία δώσομε στόν ἐν λόγῳ Κανόνα, ἄν δέν συμφωνεῖ ἀπολύτως μέ τήν ἁγ. Γραφή, εἶναι παρερμηνεία καί δέν ἐντάσσεται στήν ὀρθόδοξο Παράδοσι, ἔστω καί ἄν τήν πρεσβεύουν ὄχι καταξιωμένοι μελετητές, ἀλλά ἀκόμη καί ἄγγελοι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἀπ. Παύλου; (Γαλ. 1, 8-9). Συνεπῶς, προκειμένου νά στηρίξετε τίς θέσεις περί τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, θά ἔπρεπε κατ’ ἀρχάς νά ἀποδείξετε ὅτι ἐμεῖς παρερμηνεύομε τόν Κανόνα, προσκομίζοντας ἀνάλογα ἁγιογραφικά χωρία καί τίς ἑρμηνεῖες πού δίδουν εἰς αὐτά, ὄχι οἱ καταξιωμένοι μελετητές, ἀλλά οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔπειτα, πῶς χαρακτηρίζετε τόν Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεσι χωρίς συνοδική ἀπόφασι καί καταδίκη; Καί πῶς ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ προχώρησε στόν ἀναθεματισμό τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν (ἀορίστως βεβαίως καί ὄχι ὀνομαστικῶς ὅπως ἔκαναν οἱ Ἅγιοι) χωρίς συνοδική ἀπόφασι καί καταδίκη; Δηλαδή ἀπό τή μιά ἀναθεματίζομε τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς καί ἀπό τήν ἄλλη συλλειτουργοῦμε μαζί τους καί τούς ἀναγνωρίζομε ὡς ποιμένες εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ. Τό ἴδιο ἔπραξε (ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς) καί μέ τούς Προτεστάντες. Ἀπό τή μία τούς ἀναθεμάτισε καί ἀπό τήν ἄλλη ἀνήκει στό Π.Σ.Ε., τοῦ ὁποίου ὁ καταστατικός κανονισμός καί ἡ διδασκαλία του ἀναφέρουν ὅτι ὅλοι αὐτοί (ὅλες αὐτές οἱ αἱρετικές παραφυάδες) ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί συμπληρώνουν μεταξύ των τήν ἀλήθεια, ὅτι εἶναι βαπτισμένοι καί μέτοχοι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Μήπως πατέρες, μέ τά ἔργα σας ἀποδεικνύετε ὅτι καί ἐσεῖς ἐνστερνίζεσθε τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τό μόνο πού σᾶς κάνει νά διαφέρετε ἀπό τούς Οἰκουμενιστές εἶναι τό ὅτι, συγχρόνως καταδικάζετε αὐτό εἰς τό ὁποῖο ἀνήκετε, ἀκολουθεῖτε καί εἶστε ἐνσωματωμένοι ἀδιάρρηκτα μέ αὐτό; Ἀλλά τί νόημα ἔχει αὐτή ἡ θεωρητική καταδίκη, ἡ ὁποία στήν πράξι ἀναιρεῖται πλήρως; Καί γιατί δέν κατωνόμασε (ὁ Σεβασμιώτατος) αὐτούς πού ἀναθεμάτισε, ὅπως ἔκαναν οἱ Ἅγιοι καί συνοδικῶς καί ἰδιωτικῶς; Μήπως φοβήθηκε ὅτι τήν ἄλλη ἡμέρα θά ἔπαιρνε τήν ὁδό πρός τήν Μονή τῆς μετανοίας του καί ὡς ἐκ τούτου ὅλοι οἱ κόποι του θά ἐπήγαιναν χαμένοι; (Ἐννοῶ τούς κόπους πού ἔκανε γιά νά γίνη Ἐπίσκοπος).
Ἀλλά πατέρες, ἄς ἐπιμείνωμε λίγο στόν χαρακτηρισμό πού ἔχει δοθῆ στήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας καί ὄντως ἀποδίδει πλήρως τήν μορφή καί τόν σκοπό αὐτῆς τῆς αἱρέσεως. Χαρακτηρίσατε, πολύ ὀρθῶς κατά τήν γνώμη μου, τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς παναίρεσι, χωρίς φυσικά, ὅπως ἀναφέρατε, συνοδική καταδίκη τῆς αἱρέσεως. Ἡ συνοδική καταδίκη ἕνα καί μόνο νόημα θά εἶχε, ἄν δηλαδή ἡ αἵρεσις ἦτο ὑπολανθάνουσα καί δυσδιάκριτος καί, ὡς ἐκ τούτου, ἦτο δυνατόν νά σφάλλωμε, ἤ δηλαδή νά μήν τήν ἀντιληφθοῦμε λόγῳ τοῦ ὑπούλου τῆς φύσεώς της, ἤ νά μήν ὑπῆρχε κἄν καί ἐμεῖς κατά τό δή λεγόμενο νά βλέπαμε φαντάσματα καί νά παρερμηνεύαμε τίς πράξεις καί τά λόγια τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τήν διακρίναμε καί τήν χαρακτηρίσαμε, προσδιορίζοντας μέ ἀπόλυτον ἀκρίβεια τήν φύσι της καί τόν σκοπόν της, καί  ἐφ’ ὅσον περιέχονται στὴν διδασκαλία της αἱρέσεις παλαιές, πού ἤδη ἔχουν καταδικασθεῖ Συνοδικά ἀπό τήν Ἐκκλησία, τί χρειάζεται ἡ περαιτέρω ἀναγνώρισις καί καταδίκη της ἀπό τή Σύνοδο;
Ἄν δηλαδή πεισθοῦμε μέ ἀπόλυτο βεβαιότητα γιά τήν ὕπαρξι μιᾶς μολυσματικῆς ἀσθενείας, πρέπει νά περιμένωμε καί τήν ἀπόφασι τῶν ἁρμοδίων ἰατρῶν γιά τίς περαιτέρω ἐνέργειες, τήν στιγμή πού καί αὐτές μᾶς εἶναι γνωστές καί πλήρως καθορισμένες ἀπό τούς πνευματικούς ἰατρούς, τούς Ἁγίους δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας καί, φυσικά, ἀπό τόν ὑπέρτατο ὁδηγό καί κανόνα πλεύσεως, δηλαδή τήν Ἁγ. Γραφή; Καί νομίζετε ὅτι μέχρι νά ἔλθη αὐτή ἡ ἀπόφασις, ἐσεῖς ἐνσωματωμένοι πλήρως μέ τούς ἀσθενεῖς, δέν μολύνεσθε, οὔτε συμμετέχετε στήν ἐπιδείνωσι καί ἐπικράτησι (μετάδοσι) τῆς ἀσθενείας;
Ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «...εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας Λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ’ ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα˙ καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ, ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ. καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (Ἐπιστολή 39, Θεοφίλῳ ἡγουμένῳ, Φατοῦρος σελ. 113, στιχ. 51· Ρ.G. 99, 1045D).
 Ἐσεῖς τώρα ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, γνωρίζετε τήν αἵρεσι, τήν χαρακτηρίζετε ἐπακριβῶς, συγγράφετε καί βιβλία δι’ αὐτήν, ἐκφωνεῖτε ἀναθέματα, καί ὅταν φθάνετε εἰς τό διά ταῦτα, συμπεριφέρεσθε πρός τούς αἱρετικούς ὡσάν νά ἦταν οἱ καλύτεροι  Ὀρθόδοξοι, δηλαδή τούς ἀναγνωρίζετε ὡς Ὀρθοδόξους, τούς ἐγκωμιάζετε εὐκαίρως ἀκαίρως, συλλειτουργεῖτε μέ αὐτούς, δοθείσης εὐκαιρίας, δέχεσθε νά σᾶς ἐκπροσωπήσουν στίς συνάξεις μέ τούς ὑπολοίπους συναδέλφους των αἱρετικούς, νά ὑπογράφουν καί ἐξ ὀνόματός σας συμφωνίες μαζί των κλπ. Καί ὅλα αὐτά τά πράττετε, ἀναμένοντας δῆθεν νά καταδικασθοῦν  ἀπό τήν Σύνοδο. Ἐννοεῖτε προφανῶς, ἄν σᾶς ἑρμηνεύω σωστά, τήν Σύνοδο πού θά συγκαλέσουν οἱ ἴδιοι καί θά ἀποτελεῖται ἀπό τούς ἰδίους καί ὄχι κάποια ἄλλη πού θά ἔλθη ἀπό τόν οὐρανό, σάν οὐράνια δρόσος καί θεόσταλτο μάννα. Ὅλα αὐτά ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δέν συνάδουν καί, κυρίως, δέν ἐναρμονίζονται τά λόγια μέ τά ἔργα σας, καί ὅλα αὐτά μέ τήν ἁγ. Γραφή.
Ἔπειτα, ὅπως ἀναφέρετε, γιατί μέχρι σήμερα δέν καταδικάστηκε ἀπό κάποια Σύνοδο ἡ αἵρεσις αὐτή; Ἡ ἡλικία τῆς αἱρέσεως αὐτῆς εἶναι περίπου ἑκατό χρόνων, καί διαρκῶς, κατά κοινή ὁμολογία, ἐπεκτείνεται καί ἑδραιώνεται, κατώρθωσε δέ νά ἀλλοιώση τό φρόνημα ὄχι μόνο τοῦ λαοῦ, ἀλλά καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ποιμένων. Οἱ Ἐπίσκοποι δέ, οἱ πρῶτοι ὑπεύθυνοι καί φύλακες τῆς πίστεως, ἐνῶ συνάγονται κατά τακτά διαστήματα σέ Συνόδους σέ ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἀλλά μυστηριωδῶς θά λέγαμε, δέν καταδικάζουν τήν αἵρεσι, μολονότι θά ἔπρεπε νά εἶναι τό πρῶτο μέλημά των καί ἡ πρώτη αἰτία τῆς ὑπάρξεώς των καί τῆς ὑπάρξεως τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ.
Ὅταν λοιπόν μία Σύνοδος συνέρχεται γιά νά ρυθμίση τά οἰκονομικά της, τίς σχέσεις της μέ τό κράτος, νά χειροτονήση νέους Ἐπισκόπους στίς θέσεις τῶν ἀπελθόντων καί νά ἀσχοληθῆ μέ χίλιες ἄλλες  λεπτομέρειες, χωρίς νά ἀσχοληθῆ κἄν μέ αὐτό τό θέμα τῆς πίστεως, τό ὁποῖο λυμαίνεται καθημερινῶς τό ὀρθόδοξο ποίμνιο, νομίζω ὅτι αὐτή ἡ Σύνοδος ὄχι μόνον δέν εἶναι ὀρθόδοξος, ἀλλά ἀπεναντίας εἶναι βαλτή, δηλαδή τοποθετημένη δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, νά συνεργῆ δηλαδή ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό τήν πλευρά της εἰς τήν ἐπικράτησι τῆς αἱρέσεως.
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπί τοῦ θέματος τούτου μᾶς διδάσκει τά ἑξῆς: «Οὐ γάρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τούς περί πίστιν ἀσεβοῦντας οὐδέ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος ἐξέτασιν τῆς περί πίστεως ἐξετάσεως. Χρή γάρ πρῶτον πᾶσαν περί τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καί τότε τήν περί τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι. Καί γάρ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός οὐ πρότερον ἐθεράπευε τούς πάσχοντας, πρίν ἄν δείξωσι καί εἴπωσιν ὁποίαν πίστιν εἶχον εἰς αὐτόν. Ταῦτα παρά τῶν πατέρων ἐμάθομεν, ταῦτα ἀπάγγειλον τῷ βασιλεῖ, ταῦτα γάρ καί αὐτῷ συμφέρει καί τήν Ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ» (ΕΠΕ 9, 284).
Σήμερα δυστυχῶς συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού διδάσκει ὁ ἅγιος. Δηλαδή οἱ Ἐπίσκοποι νά συγκαλοῦνται καί νά συγκάθηνται στίς Συνόδους καί βεβαίως, νά μήν ἀσχολοῦνται κἄν μέ τά θέματα τῆς πίστεως. Ἄν αὐτή ἡ Σύνοδος, πατέρες, εἶναι Ὀρθόδοξος, τότε δέν θά μᾶς φανῆ παράξενο νά περιμένετε ἄλλα ἑκατό χρόνια, ἀναμένοντας τή συνοδική καταδίκη τῆς αἱρέσεως καί βεβαίως ὄχι ἐσεῖς, ἀλλά οἱ πνευματικοί μας ἀπόγονοι.
Γνωρίζετε ἀσφαλῶς πατέρες, ὡς ἐντρυφεῖς εἰς τούς ἱερούς Κανόνες, ὅτι τήν ὀρθόδοξο Σύνοδο δέν χαρακτηρίζει οὔτε τό πλῆθος τῶν Ἐπισκόπων, οὔτε ἡ κανονικότης καί νομιμότης της, ἀλλά οἱ ἀποφάσεις τίς ὁποῖες λαμβάνει. Ἔτσι ἔχομε ὀλιγάριθμες τοπικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἀσχολήθηκαν μέ θέματα πίστεως καί ἐξέδωσαν ὀρθόδοξες ἀποφάσεις καί κανόνες καί ἔλαβαν, ὡς ἐκ τούτου, οἰκουμενικό κῦρος, διότι ἐπικυρώθηκαν ἀπό Οἰκουμενικές καί βεβαίως ἀπό τή συνείδησι τοῦ λαοῦ, ὅπως π.χ. ἡ ἐν Ἀγκύρᾳ Σύνοδος τό 314, ἀποτελουμένη ἀπό δέκα ὀκτώ Ἐπισκόπους· ἡ ἐν Νεοκαισαρείᾳ τό 315, ἀποτελουμένη ἀπό  εἴκοσι τρεῖς Ἐπισκόπους· ἡ ἐν Γάγγρᾳ τό 340 ἀποτελουμένη ἀπό δέκα τρεῖς Ἐπισκόπους· ἡ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ τοπική Σύνοδος ἀποτελουμένη ἀπό εἴκοσι Ἐπισκόπους κλπ.
Καταλαβαίνετε τώρα, ἄν οἱ ὀγδόντα πέντε Ἐπίσκοποι τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦσαν Ὀρθόδοξοι καί ὄχι Οἰκουμενιστές, καί ἠσχολοῦντο μέ τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας καί ἐλάμβαναν μία καταδικαστική ἀπόφασι τῆς αἱρέσεως,θά ἦταν ἀσφαλῶς συνέχεια αὐτῶν τῶν ἁγίων τοπικῶν Συνόδων, ἔστω καί ἄν δέν ἀναγνωρίζετο ἀπό κάποια Οἰκουμενική. Τώρα ἀσφαλῶς μέ τήν στάσι της ὁμοιάζει καί ἀκολουθεῖ τά ἴχνη τῶν ληστρικῶν Συνόδων, διότι ὑποθάλπει τήν αἵρεσι καί γίνεται αἰτία τῆς διαιωνίσεώς της.
Στή συνέχεια τῆς  εἰσαγωγῆς σας ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Θεωρήσαμε χρέος μας, στίς γραμμές πού ἀκολουθοῦν παρακάτω, νά καταθέσουμε στό ὀρθόδοξο πλήρωμα τήν ἰδική μας συμβολή στό ἐν λόγῳ πρόβλημα, ὥστε νά ἀποτελέσει ἀφορμή γιά περαιτέρω ἔρευνα καί μελέτη του. Ὅσα ἀκολουθοῦν παρακάτω δέν διεκδικοῦν κάποιο ἀλάθητο, οὔτε ἔχουν τήν ἀξίωση ὑποχρεωτικῆς παραδοχῆς των».
Ἐδῶ πατέρες, ἄθελά σας ὁμολογεῖτε ὅτι, ὅσα ἰσχυρίζεσθε μέχρι τώρα καί ὅσα ἀκολουθοῦν στή συνέχεια, εἶναι τελείως ἀστήρικτα καί ἀνυπεράσπιστα ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Διότι, γιά ποιό λόγο ἡ μελέτη σας «νά ἀποτελέση ἀφορμή γιά περαιτέρω ἔρευνα καί μελέτη», ἄν ἐστηρίζετο ὄντως εἰς τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων; Ἡ διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων μας ἀσφαλῶς δέν ἀποτελοῦν ἀφορμή γιά περαιτέρω ἔρευνα καί μελέτη, ἀλλά γιά ἔρευνα στό κατά πόσο ἐμεῖς ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό αὐτά καί στόν τρόπο τῆς ἐπιστροφῆς μας στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι. Δηλαδή ἄν γιά κάποιο θέμα, καί μάλιστα πίστεως, ὑπάρχη σαφής διδασκαλία τῆς  ἁγ. Γραφῆς καί ἐπί πλέον σαφής διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί ἐμεῖς δέν ὁδηγούμεθα ἀπό αὐτά, οὔτε κἄν τά  λαμβάνομε ὑπ’ ὄψιν μας, τότε ἀσφαλῶς χρειάζεται ἔρευνα καί μελέτη (τύπου ἴσως Π.Σ.Ε.) γιά νά ὁδηγηθοῦμε προφανῶς μέσα ἀπό τά συμπλέγματα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν μας.
Ἐδῶ θά πρέπει νά τονίσωμε ὅτι, ὅσο ἐμεῖς δέν ἔχομε ὁδηγό τήν ἁγ. Γραφή καί τή διδασκαλία τῶν  Ἁγίων, ποτέ δέν πρόκειται νά ὁδηγηθοῦμε εἰς τό νά τοποθετηθοῦμε ὀρθοδόξως ἐπί οἱουδήποτε θέματος. Ἁπλῶς θά εἴμεθα στήν θεωρία ἀντιοικουμενιστές καί στήν πρᾶξι πιστοί ἀκόλουθοι τοῦ σάπιου αὐτοῦ καί αἱρετικού κατεστημένου.
Στό τέλος τῆς εἰσαγωγῆς σας γράφετε τά ἑξῆς: «Δέν ἔχουν, ἐπίσης, χαρακτῆρα  πολεμικῆς ἀντιπαραθέσεως, ἀλλά ἀδελφικῶν ἐπισημάνσεων καί παρατηρήσεων, πού γίνονται χωρίς προκατάληψη καί πάθος ἐναντίον προσώπων, διότι μοναδικό σκοπό ἔχουν νά μᾶς ὁδηγήσουν νά ἀποφύγουμε ἀκραῖες καί ἐπικίνδυνες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατόν νά καταλήξουν σέ σχίσματα καί διαιρέσεις, πού ἀποτελοῦν τό ὀδυνηρότερο πλῆγμα μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».
Ἐδῶ πατέρες, ἄν σᾶς ἑρμηνεύω σωστά, «ἀκραῖες καί ἐπιζήμιες ἐνέργειες» θεωρεῖται τήν ἀποτείχισι.  Δηλαδή τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ὁποία εἶναι πλήρως κατοχυρωμένη ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς, τήν θεωρεῖτε ἀκραία καί ἐπιζήμια ἐνέργεια, ἐνῶ τήν συνοδοιπορία μέ τήν αἵρεσι μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου (δηλαδή τῶν ἰδίων τῶν αἱρετικῶν), τήν θεωρεῖτε, προφανῶς, ὀρθόδοξο πορεία ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί βεβαίως ἀποφυγή σχισμάτων καί διαιρέσεων.
Ἡ ἀπόσχισις ὅμως ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους εἶναι παγία θέσις τῆς ἁγ. Γραφῆς καί ὅλων τῶν Ἁγίων, χωρίς πουθενά νά ἀναφέρουν ἤ ἔστω νά ὑπαινιχθοῦν ἀπόφασι Συνόδου. Καί ἐσεῖς αὐτό τό θεωρεῖτε ὡς «τό ὀδυνηρότερο πλῆγμα μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας». Δέν θέλω εἰς τό σημεῖο αὐτό νά ἐπεκταθῶ, οὔτε νά σᾶς κάνω τόν δάσκαλο γιά τό τί θεωροῦν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας σχίσμα καί διαίρεσι, ὅμως θεωρῶ ὅτι τό ὀδυνηρότερο πλῆγμα μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ –ἐν καιρῷ αἱρέσεως– ἀπομάκρυνσις ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὅσων ἀγωνίζονται κατά τῆς αἱρέσεως, καί ἡ δημιουργία νέων θεωριῶν οἱ ὁποῖες βοηθοῦν καί ἑδραιώνουν τήν αἵρεσι.
(Συνεχίζεται)

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Κακοδοξιών Ζηζιούλα έλεγχος



ΩΣ ΠΟΤΕ ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΘΑ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ;








Ὡς πότε ὁ μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας θὰ ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει στὶς ἐπὶ αἱρέσει αἰτιάσεις ἐναντίον του;
Ἕως πότε ἡ Ἱ. Σύνοδος, οἱ εὔλαλοι περὶ ἄλλων θεμάτων Ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες, θὰ παραβλέπουν τὸ γεγονὸς τῆς καταγγελομένης αἱρέσεως; Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει πλέον ἡ Πίστις τῆς Ἐκκλησίας;
Δὲν ἔχουν καταλάβει ὅτι ὁ Περγάμου δὲν ὁμιλεῖ ὡς ἀκαδημαϊκὸς ἐπιστήμων, ἀλλὰ ὡς Ἐπίσκοπος-διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ «ἐκπρόσωπός» μας στοὺς Διαλόγους; Ὅτι παρὰ τὶς καταγγελίες, οὐδεμία εὐαισθησία ἔδειξε καὶ οὐδεμία προσπάθεια ἔκαμε γιὰ νὰ ἀποσείσει τὶς κατηγορίες, ἀλλὰ ἀντίθετα  ἐπιμένει στὶς κακοδοξίες του, καὶ τὶς ἐπαυξάνει, καὶ τὶς θεμελιώνει, διαπιστώνοντας ὅτι οἱ φύλακες τῆς Πίστεως ὀρθόδοξοι ποιμένες σκοπίμως σιωποῦν;
Καταθέσαμε ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τὶς θέσεις μας. Μὲ συνείδηση τῶν ἐλλείψεών μας καὶ μὲ προβληματισμὸ γιὰ τοὺς ἐκ τῶν ἐν Φαναρίῳ ἀποδιδόμενους σὲ μᾶς χαρακτηρισμοὺς γιὰ φονταμενταλισμὸ καὶ ζηλωτισμό. Χαρακτηρισμούς, ποὺ μᾶς ἀποδίδονται μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ παραθέτουμε τὴν φωνὴν τῶν Πατέρων, ποὺ οἱ μέντορες τοῦ Φαναρίου καταπνίγουν. Ἀλλὰ ἐὰν ἔχουμε λάθος, γιατί δὲν ἀντικρούουν τὰ ἐπιχειρήματά μας –ὅλα παρμένα ἐκ τῶν Πατερικῶν κειμένων–, ἀλλὰ τὰ παραβλέπουν καὶ τὰ ἀπαξιώνουν; Δὲν ἔχουν οἱ Πατριαρχικοὶ Οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι σιωπῶντες Ἐπίσκοποι ἐπιχειρήματα; Δὲν ἀξίζουν τὸ Διάλογο οἱ ὁμόδοξοι, καὶ τὸν ἀξίζουν μόνο οἱ ἑτερόδοξοι;
Ἄλλη μιὰ φορὰ καταθέτουμε κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὰ προσθέτουμε στὰ ἕως τώρα ἀναπάντητα κείμενα ποὺ ἔχουμε καταθέσει. Πρόκειται γιὰ κείμενα ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς καινοφανεῖς θεωρίες τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα περὶ «Πρώτου» εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδαν, τὸν ὁποῖον (κ. Ζηζιούλα) ἐπαίνεσε ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, λέγων ὅτι «ἀποτελεῖ τὸν στιβαρὸν θεολογικὸν βραχίονα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας»!
Ἀλήθεια, λοιπόν; Ὁ καταγγελλόμενος ἐπὶ αἱρέσει καὶ ἐπιμένων στὶς καταγγελλόμενες καινοτομίες ἀποτελεῖ τὸν «στιβαρὸν θεολογικὸν βραχίονα»!!!

Παραθέτουμε ἐν ἀρχῇ κάποιες σύντομες, ἀποσπασματικὲς ρήσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ ἀντικρούουν τὴ αἱρετικὴ «θεολογία» τοῦ Περγάμου περὶ «Πρώτου», στὴ συνέχεια παραθέτουμε κάποιες ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις καὶ τέλος, μεγαλύτερα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Πατέρων.


«Ἐπὶ τῆς ἁγίας Τριάδος οὐδεὶς πρῶτος, καὶ οὐδεὶς ὕστερος, ἀλλ' ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα Πνεῦμα ἅγιον· καὶ διὰ τοῦτο καὶ συνάναρχοι λέγονται, καὶ ἄναρχοι. Καὶ οὐχ ὁ μὲν πρῶτος, ὁ δ' ὕστερος, ἀλλ' ἅμα οἱ τρεῖς, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα ἅγιον» (Μ. Ἀθανασίου).
«Καὶ ἐν ταύτῃ τῇ Τριάδι οὐδεὶς πρῶτος ἢ ἔσχατος, οὐδεὶς μέγας ἢ μικρός· ἀλλὰ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις αἰώνιοί τέ εἰσι καὶ ἴσαι εἰς πάντα, ὡς προείρηται. Μονάδα γοῦν ἐν Τριάδι, καὶ Τριάδα ἐν μονάδι πᾶς Χριστιανὸς εὐσεβείσθω· καὶ οὕτω περὶ τῆς ἁγίας καὶ ζωοποιοῦ καὶ ὁμοουσίου Τριάδος δοξαζέτω» (Μ. Ἀθανασίου).
«Ἐγώ εἰμι πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα καὶ ἔμπροσθεν ἐμοῦ θεὸς οὐ γέγονε καὶ μετ' ἐμὲ οὐκ ἔσται. (...) διὰ τούτου μανθάνομεν ὅτι μία τίς ἐστιν ἡ θεία φύσις συνεχὴς πρὸς ἑαυτὴν καὶ ἀδιάσπαστος, τὸ πρότερον καὶ ὕστερον ἐφ' ἑαυτῆς οὐ προσιεμένη...» (Γρηγορίου Νύσσης).
 «Καὶ ζητείτω λοιπὸν ὁ αἱρετικὸς, τίς ὁ μείζων αὐτοῦ· ἐμοὶ γὰρ οὐ θέμις εἰπεῖν ἢ νοεῖν. οὐ γὰρ ἀνὰ μέρος μὲν εἰκὼν ἔσται τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, ἀνὰ μέρος δὲ οὐκέτι» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας).
«Καὶ γνώσεσθε ὅτι Κύριος παντοκράτωρ ἀπέσταλκέ με”. Τοιγαροῦν καὶ ὁ ἀποστείλας Κύριος παντοκράτωρ, καὶ ὁ ἀποσταλεὶς Κύριος παντοκράτωρ, καὶ οὐδεμία ἀξιωμάτων διαφορά» (Θεοδωρήτου Κύρου).
«Καὶ ἐν μὲν τῇ προτέρᾳ Ἐπιστολῇ πρῶτον ἔταξε τὸ Πνεῦμα, ἐνταῦθα δὲ τελευταῖον, διδάσκων ὡς οὐ ποιεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ τάξις ἀξιωμάτων διαφοράν» (Θεοδωρήτου Κύρου).
«Ἀλλὰ μὴν εἴ γε καὶ ὁ θρόνος ὁ τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὖν ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν, ἀξιώματός ἐστιν ὄνομα, ἡ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς ἀφωρισμένη τῷ Υἱῷ καθέδρα τί ποτε ἕτερον, καὶ οὐχὶ τὸ ὁμότιμον τῆς ἀξίας ἀποσημαίνει;» (Μ. Βασιλείου).
«Οὐ γὰρ εἶπεν ὅτι εἰς πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον· οὐδὲ εἰς ἓν καὶ δύο καὶ τρία· ἀλλὰ δι' ὀνομάτων ἁγίων τὴν γνῶσιν τῆς πρὸς σωτηρίαν ἀγούσης πίστεως ἐχαρίσατο. Ὥστε τὸ μὲν σῷζον ἡμᾶς ἡ πίστις ἐστίν..., σιωπῇ τιμάσθω τὰ ἄρρητα... Οὐ γὰρ κατὰ σύνθεσιν ἀριθμοῦμεν, ἀφ' ἑνὸς εἰς πλῆθος ποιούμενοι τὴν παραύξησιν, ἓν καὶ δύο καὶ τρία λέγοντες, οὐδὲ πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον. «Ἐγὼ γὰρ Θεὸς πρῶτος, καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα» (Μ. Βασιλείου).
«Ἕνα γὰρ θεὸν γινώσκομεν, ἐν μόναις δὲ ταῖς ἰδιότησι τῆς τε πατρότητος καὶ τῆς υἱότητος καὶ τῆς ἐκπορεύσεως κατά τε τὸ αἴτιον καὶ αἰτιατὸν ...τὴν διαφορὰν ἐννοοῦμεν... ἐν ἀλλήλαις γὰρ αἱ ὑποστάσεις εἰσίν, ...οὔτε θελήματος διαφορὰν ἢ γνώμης ἢ ἐνεργείας ἢ δυνάμεως ἤ τινος ἑτέρου, ἅτινα τὴν πραγματικὴν καὶ δι' ὅλου ἐν ἡμῖν γεννῶσι διαίρεσιν» (Δαμασκηνοῦ Ἰωάννου).
«Ὢ τῆς ὑπερβαλούσης τῶν αἱρετικῶν ἀβελτηρίας! Μείζων, φησίν, ὁ δοξάζων τοῦ δοξαζομένου· καὶ δοξάζει μὲν ὁ Πατὴρ, δοξάζεται δὲ ὁ Υἱός· μείζων οὖν ἄρα τοῦ Υἱοῦ ὁ Πατήρ. Εἰ τοίνυν ὁ Υἱὸς οὐκ ἐδοξάσθη μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν δοξάσαντα ἐδόξασεν, ποίαν χώραν σχοίη τὸ μεῖζον καὶ τὸ ἔλαττον;» (Θεοδωρήτου Κύρου).
«Καὶ εἰ ἀδελφός ἐστι (σ.σ. τὸ Ἅγιον Πνεῦμα), πῶς μονογενὴς ὁ Λόγος, ἢ πῶς οὐκ ἴσοι, ἀλλ' ὁ μὲν μετὰ τὸν Πατέρα, τὸ δὲ μετὰ τὸν Υἱὸν ὀνομάζεται; Πῶς δὲ, εἰ ἐκ τοῦ Πατρός ἐστιν, οὐ λέγεται καὶ αὐτὸ γεγεννῆσθαι...; Τοιαῦτα παίζουσιν οἱ ἄτιμοι, περιεργαζόμενοι καὶ θέλοντες ἐρευνᾷν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, ἃ μηδεὶς οἶδεν, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ δυσφημούμενον ὑπ' αὐτῶν» (Μ. Ἀθανασίου).



Στὶς 23 Φεβρου­αρίου 2008 στὴν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου ὁ κ. Ζηζιούλας, ἐρωτώμενος γιὰ τὸ Μυστή­ριο τῆς Ἱεραρχίας, δὲν διστάζει νὰ συγκρίνει τὰ ἀσύγκριτα· τολμᾶ νὰ εἰσάγει τὴν «εἰδωλολατρικὴ» ἔννοια τῆς ἀναλογίας μεταξὺ τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος(1)· μὲ ποιά σκοπιμότητα; Γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Πάπα! Μᾶς διδάσκει, λοιπόν, τὴν κακόδοξη θεωρία ὅτι μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε «διαβάθμηση»! Μᾶς λέγει, «οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι δεύτερος Θεός»(2).  Ἂς ἀκούσουμε τοὺς κακόδοξους λόγους του:
«Ὁ πρῶτος λοιπὸν αὐτομάτως γεννᾷ τὴν Ἱεραρχία. Ὀντολογικὰ ἡ Ἱεραρχία ὑπάρχει καὶ στην Ἁγ. Τριάδα. Ἡ πηγή, ἡ Ἀρχή, εἶναι ὁ Πατήρ, ἀπὸ ’κεῖ πηγάζουν τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγ. Τριάδος. Στὴν Ἁγία Τριάδα, λοιπόν, ἔχουμε μία διαβάθμιση, δὲν ἔχουμε αὐτόματη συνύπαρξη, ἀλλὰ ἔχουμε ὕπαρξη ἡ ὁποία μεταφέρεται ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον. Ἐὰν βάλουμε τὰ πρόσωπα νὰ ἐμφανίζονται ἔτσι ταυτόχρονα, τότε καταργοῦμε τὴν ἔννοια τῆς αἰτιότητος. Ἡ αἰτιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ παραβλέψουμε(3). Ἡ αἰτιότητα εἶναι βασικὸ στοιχεῖο τῆς Ἑτερότητος. Ἡ Ἑτερότητα στὴν Ἁγία Τριάδα δὲν ἀναδύεται ἔτσι φυσικά, αὐτομάτως. Ὑπάρχει ἕνα πρόσωπο, πρέπει νὰ προέρχεται ἐλεύθερα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ εἰσάγουμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὴ τὴν αἰτιότητα, εἰσάγουμε Ἱεραρχία».
Ἂς ἐπανέλθουμε, ὅμως, στὴ συνέχεια τοῦ ἄρθρου τοῦ κ. Ζηζιούλα:
«Ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι δομημένη ἱεραρχικά. Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἡ κεφαλή της, οἱ πρεσβύτεροι ἕπονται, ἀκολουθοῦν οἱ διάκονοι καὶ ἔπειτα ὁ λαός. Εἶναι λάθος νὰ λέμε ὅτι ἡ Εὐχαριστία καταργεῖ τὴν ἱεραρχία.
Ὁ πρῶτος ἔχει τὴν τιμὴ καὶ προηγεῖται μόνο γιατὶ ἐλεύθερα τὸν ἀποδέχονται οἱ μετ’ αὐτόν. Τὸ πρότυπο τῆς εὐχαριστιακῆς ἱεραρχίας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, στὴν ὁποία σαφῶς καὶ ὑπάρχει ἱεραρχία (βλ. «ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι»), ἀλλὰ ἡ προσωπικὴ ἱεράρχηση (ποτὲ π.χ. δὲν μποροῦμε νὰ βάλουμε πρῶτο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ τρίτον τὸν Υἱό), δὲν συνεπάγεται μείωση τῆς οὐσίας, δηλαδὴ ὀντολογικὴ ἱεράρχηση: τὰ τρία πρόσωπα εἶναι ἴσα καὶ ταυτίζονται κατὰ τὴν οὐσία. Ἡ ἱεράρχηση στὸ προσωπικὸ ἐπίπεδο (ὁ Πατὴρ αἴτιος, ὁ Υἱὸς αἰτιατόν, τὸ Πνεῦμα αἰτιατὸν διὰ τοῦ αἰτιατοῦ) δὲν αἵρει τὴ βασικὴ καὶ κατ’ οὐσίαν ἰσότητα τῶν Τριαδικῶν προσώπων. Τὸ ἴδιο καὶ μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν Ἐκκλησία, ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου μέλη τοῦ σώματος καὶ ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀλλήλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο. Ἡ ἔννοια τῆς κεφαλῆς ταυτίζεται ἀπὸ τὸν Ἀπ. Παῦλο καὶ εἰσάγεται καὶ στὸ εὐχαριστιακὸ καὶ κανονικὸ λεξιλόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατὶ οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα, τῆς ὁποίας εἰκόνα εἶναι ἡ Ἐκκλησία»(4).
Ὁ Μ. Βασίλειος, ὅμως, ἔχει τὶς ἀντιρρήσεις μὲ τὰ λεγόμενα αἱρετικὰ τοῦ κ. Ζηζιούλα. Γράφει γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκοντας ὁ Κύριος, δὲν χρησιμοποίησε μαζὶ κι ἀρίθμηση. Δὲν εἶπε δηλαδή: Στὸν πρῶτο καὶ δεύτερο καὶ τρίτο. Οὔτε: Σ' ἕνα καὶ δύο καὶ τρία. Ἀλλὰ μὲ ἅγια ὀνόματα, χάρισε τὴ γνώση τῆς πίστης ποὺ ἄγει στὴ σωτηρία. Ἄρα, ὅ,τι μᾶς σώζει, εἶναι ἡ πίστη... Ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, ἕνας κι ὁ μονογενὴς Υἱὸς κι ἕνα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις τὴν ἐξαγγέλλουμε μεμονωμένα. Κι ἂν χρειασθεῖ νὰ τὶς συναριθμήσουμε, δὲν γλιστρᾶμε μὲ ἀπαίδευτη ἀρίθμηση σὲ ἔννοια πολυθεΐας. Γιατὶ δὲν ἀριθμοῦμε προσθέτοντας, γιὰ ν' αὐξήσουμε τὸ ἕνα σὲ πλῆθος, λέγοντας ἕνα καὶ δύο καὶ τρία, οὔτε πρῶτο καὶ δεύτερο καὶ τρίτο. “Ἐγὼ Θεὸς πρῶτος κι ἐγὼ κατόπιν”».
Ἂς δοῦμε, σὲ ἀντιπαράθεση τώρα, τὶς συνεχιζόμενες βλασφημίες τοῦ Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος γράφει:
«Ὁ Υἱὸς εἶναι ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ δὲν μποροῦμε νὰ βάζουμε τὸν Υἱὸ πάνω ἀπὸ τὸν Πατέρα ἢ δίπλα–δίπλα, Ἴσον μὲ τὸν Πατέρα(5). Ἐὰν μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα, ...ὑπάρχει Ἱεραρχία, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία ποὺ εἰκονίζει τὴν Ἁγία Τριάδα νὰ μὴν ἔχει Ἱεραρχία; ...Γιὰ νὰ τελειώνουμε, ἀκόμη καὶ μέσα στὸ σῶμα τῶν Ἀποστόλων ἔχουμε τὸν Πέτρο, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους»(6).
Αὐτὴ εἶναι ἡ αἱρετικὴ θεολογία τοῦ κ. Ζηζιούλα περὶ Ἁγίας Τριάδος· διαστρεβλώνει τὸ μυστήριό της καὶ κατόπιν φέρνει τὸ θέμα ἐκεῖ ποὺ στοχεύει ὅλη αὐτὴ ἡ αἱρετικὴ θεολογία του, στὸν Πέτρο καὶ στὸν Πάπα, ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸν Πέτρο. Καὶ τελειώνει: «Τὸ κεφάλι δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει προτεραιότητα ἔναντι τοῦ ποδιοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ πατέρα μέσα στὴν Ἐκκλησία, γι’ αὐτὸ κάθεται εἰς τύπον καὶ τόπον τοῦ ΠΑΤΡΟΣ. Ἐὰν στὴν ὕπαρξή μας καταργήσουμε τὴν Ἱεραρχία, καταργοῦμε τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα. Θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας αὐθύπαρκτο...»!(7)
Γιὰ νὰ μὴν «ξεγελιόμαστε, λοιπόν, ἀπὸ τὴν πονηρὴ ὁρολο­γία», πρέπει νὰ καταλάβουμε πὼς ἐδῶ ὁ κ. Ζηζιούλας διδάσκει τὸ ἐξωφρενικό.  Πὼς «τάχα, ἡ  Ἐκκλησία εἰκονίζει τὴν Ἁγία Τριάδα... Μὲ τὶς λέξεις περιγράφεται ἡ ἀναλογία τοῦ Ἀκινάτη, καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα θεμελιώνεται ὀντολογικὰ γιὰ πάντα στὸν ὁρισμὸ τοῦ Θεοῦ σὰν l’ esse ipsum subsistens. Τὸ “Ἐγὼ εἶμι ὁ ὤν”, τῆς Ἐξόδου. Σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξε ποτὲ ἡ Ἐνσάρκωση, ἡ Ἐκκλησία! Ἡ Καινὴ Διαθήκη. Λὲς καὶ μετὰ τὴν Ἔξοδο οἱ ἄνθρωποι δημιούργησαν ἀμέσως τὴν Ἐκκλησία. Ἀπίστευτα θεολογικὰ πράγματα»(8).
Ἔτσι, «ἐπινοεῖ (ὁ κ. Ζηζιούλας) καὶ μία θανατηφόρο Τριαδολογία, ἡ ὁποία σκοπὸ ἔχει τὴν ἀναγνώριση τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα! Ἑρμηνεύει τὸν Πατέρα σὰν Θεό, σὰν ὀντολογικὴ Ἀρχὴ τῆς Τριάδος. Ἐνῶ οἱ Πατέρες ἔβλεπαν τὸν Πατέρα σὰν Αἰτία κινήσεως τῆς Τριάδος. Ἀντιθέτως οἱ Πατέρες διδάσκουν πὼς ἡ ὕπαρξη τῶν Τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ταυτόχρονη. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὴν ὑποστάση τοῦ Υἱοῦ, ὑπῆρξε ταυτόχρονη... Δὲν εἶναι ὅμως Χριστιανὸς ὁ Ζηζιούλας. Εἶναι ἕνας ράφτης, ποὺ ράβει τὸ Ὀρθοδοξο κουστοῦμι τοῦ Πάπα...»!(9)
Ἔγινε γιὰ ὅλα αὐτὰ καταγγελία στὴν Ἱερὰ Σύνοδο, ἀλλὰ οὔτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπάντησε, οὔτε ὁ Ζηζιούλας ἔδωσε ἐξηγήσεις γιὰ τὸ θέμα.

Ἐπανερχόμαστε, λοιπόν, δημοσιεύοντας κάποια ἀκόμα κείμενα τῶν Πατέρων, γιὰ νὰ διευκολύνουμε τὸν κ. Ζηζιούλα νὰ δώσει ἐπὶ τέλους διευκρινήσεις γιὰ τὶς αἱρετικὲς θέσεις ποὺ ἔχει διατυπώσει. Ἐρωτᾶμε λοιπόν, καὶ πάλι, παραθέτωντας κάποια ἄλλα τώρα κείμενα.
Καὶ κατ’ ἀρχάς: Πῶς ἢ γιατί, ἢ εἰς τί εἶναι πρῶτος ὁ Πατὴρ τοῦ Υἱοῦ; Χρονικά; Τοπικά; Τροπικά; Εἰς τί συνίσταται αὐτὸ τὸ «Πρῶτον»; Στὴν λήψη ἀποφάσεων; Στὴν δύναμη; Λόγῳ τοῦ χρόνου γεννήσεως; Στὴν ἐξουσία; Ὑπάρχουν ἐξουσιαστὴς καὶ ἐξουσιαζόμενοι στὴν Ἁγία Τριάδα; Ἀνακάλυψε κάτι περισσότερο στὴν Ἁγία Τριάδα ὁ κ. Ζηζιούλας, ἀπ’ ὅ,τι οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Θεολόγοι μᾶς δίδαξαν; Μποροῦμε νὰ προσθέσουμε ἄλλη διαφορά, ἐκτὸς ἐκείνη τῆς ὑποστάσεως στὰ τρία Ἅγια πρόσωπα; Δηλαδή, τὴν Πατρότητα στὸν Πατέρα, τὴν Υἱότητα στὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἐκπορευτὸν στὸ Ἅγιον Πνεῦμα;
Ἂν δεχθοῦμε ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι πρῶτος τῇ τάξει καὶ ἕπεται ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ἑπόμενο νὰ ζητήσουμε τί παραπάνω σημαίνει αὐτὴ ἡ «πρωτιά»; Εἶναι ἑπόμενο στὴ συνέχεια νὰ βροῦμε ποιός εἶναι ὁ δεύτερος τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σὲ τί μπελάδες, λοιπόν, μας βάζει ὁ κ. Ζηζιούλας;
Ἀλλὰ, μήπως τάχα ἔχει ἄλλη, διάφορον βούληση ἀπὸ τὸν Υἱόν; Μήπως αὐτὸ τὸ «πρῶτον» σημαίνει ὅτι ὁ Πατὴρ «διοικεῖ» τὰ ὑπόλοιπα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ὅτι ὁ Πατὴρ τιμᾶ, δίνει εὔσημα ὡς πρῶτος στὸν δεύτερο καὶ δοξάζει ὡς πρῶτος Θεός τὸν δεύτερον Υἱόν; Ἂν πιστεύει ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι «ὁμοούσιος» καὶ «ὁμότιμος» μὲ τὸν Πατέρα, πῶς ὁ Πατὴρ εἶναι πρῶτος τοῦ Υἱοῦ;
«Εἷς οὖν, καὶ εἷς, καὶ ἡ δυάς οὐ μεμέρισται τῇ φύσει, ἀνενδεὴς οὖσα τῇ τελειότητι, ὅλον μὲν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος ὁ Πατήρ, ὡς Πατήρ, ὅλον δὲ τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος ὁ Υἱός, ὡς Υἱός». Ἄν ὁ Πρῶτος στήν λειτουργία εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, ποιός εἶναι ὁ δεύτερος και ποιός ὁ τρίτος; Καὶ ποῦ βρίσκεται ὁ ἱερεύς, καὶ ποῦ ὁ διάκονος, καὶ ποῦ ὁ ἄνδρας, καὶ ποῦ ἡ γυναῖκα; Ποιά ἀναλογία ἰσχύει γι’ αὐτούς; Ἢ τοὺς βγάζει ἐκτὸς ὁ Ζηζιούλας; Καὶ ἔχει τὴν ἰδίαν δόξαν ὁ Υἱὸς μὲ ἐκείνη τοῦ Πατρός, ἢ μικρότερη; Καὶ προσκυνεῖ ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα, ὅπως οἱ ἄνθρωποι τὸν Ἐπίσκοπο;
Εἶπε ὁ κ. Ζηζιούλας: «Τὸ ἴδιο καὶ μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν Ἐκκλησία, ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου μέλη τοῦ σώματος καὶ ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀλλήλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο. Ἡ ἔννοια τῆς κεφαλῆς ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο καὶ εἰσάγεται καὶ στὸ εὐχαριστιακὸ καὶ κανονικὸ λεξιλόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατὶ οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα, τῆς ὁποίας εἰκόνα εἶναι ἡ Ἐκκλησία» (Ζηζιούλα Ἰω, «Εὐχαριστία καὶ Κόσμος», Ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, 2008).
Ἄρα, λοιπόν, μέσα στὴν Ἐκκλησία, «ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου μέλη τοῦ σώματος καὶ ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀλλήλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο». Καὶ ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸν «ὀρθόδοξο θεολόγο τῆς ἀναλογίας» κ. Ζηζιούλα, στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο, ἀλλὰ ὁ Ἐπίσκοπος ὑπερέχει, τότε καὶ ὁ Πατήρ, ὡς ὁ Πρῶτος τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὰ ἄλλα δύο Ἅγια πρόσωπα, ἀλλὰ ὑπερέχει σὲ «κάτι».
Τί γνωρίζει, λοιπόν, γιὰ τὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις, γιὰ τὴν ἐνδοτριαδικὴ «τάξη», γιὰ τὴν «λειτουργία» τῆς Ἁγίας Τριάδος ὁ κ. Ζηζιούλας, ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουν οἱ Ἅγιοι; Πῶς γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει Πρῶτος στὴν Ἁγία Τριάδα; Πῶς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ αὐθαίρετος, ἀναλογικὰ μὲ τὰ ἀνθρώπινα, καθορισμὸς Πρώτου στὴν Ἁγία Τριάδα, δὲν συντελεῖ στὴν ἀπομοίωση τῶν δύο ἄλλων μὴ «πρώτων» Ἁγίων Προσώπων ἢ ὅτι κάποιοι δὲν θὰ τὸ χρησιμοποιήσουν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση;
Ὅ,τι περὶ πρώτου ἀναφέρεται στὴν Ἁγία γραφή, ἐκφράζει τὶς σχέσεις τῶν Ἁγίων προσώπων, ὄχι καθ’ ἑαυτές, ἀλλὰ μὲ τὰ κτίσματα. Καὶ πρῶτος ὀνομάζεται ὁ Θεός, ὡς Ἁγία Τριάς.
Ἡ αἰτία δὲν εἶναι ἐνέργεια. «Ὅταν δὲ τὰ πάντα ἐνεργῆται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ διὰ Χριστοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, ἀχώριστον ὁρῶ ἐνέργειαν τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
Ὁ Ἐπίσκοπος ἐνεργεῖ, δὲν εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τῶν πιστῶν, ἢ καὶ τῆς σωτηρίας τους. Τοῦτο εἶναι ἔργο Θεοῦ. Ὁπότε ἐξεταστέον κατὰ ποίαν ἔννοιαν ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι εἰς τύπον Χριστοῦ;
Ὁ Πρῶτος στὴν Θ. Λειτουργία ἢ στὶς Συνοδικὲς Συνάξεις, ποιά ἀντιστοιχία ἔχει μὲ τὸν αἴτιον τῆς Υἱότητος Πατέρα; Ἡ πρωτοβουλία τῆς ποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου («ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα») ποιοῦ προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι; Ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦ Υἱοῦ, γιατί στὴν κτίση, στὴν Θ. Λειτουργία ἡ πρωτοβουλία νὰ μὴν ἀνήκει στὸν Υἱό; «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» δὲν ἐκφωνεῖται; «Πρῶτος» ὁ Υἱός!
Ἀπὸ ποῦ γνωρίζουμε τὸ ἀντίθετο; Κι  ἂν δὲν τὸ γνωρίζουμε, θὰ ἀρχίσουμε νὰ «θεολογοῦμε», δηλ. κενολογοῦμε  καὶ γι’ αὐτό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσθέσουμε κι ἄλλες κακοδοξίες στὶς ὑπάρχουσες;
Ὅλη αὐτὴ ἡ «θεολογία» τοῦ Ζηζιούλα, ἀποτελεῖ βλασφημία κατὰ τῆς Θεότητος. Βλασφημία συνεχιζόμενη. Παρὰ τὶς ἐνστάσεις ἐμμένει, ἂν καὶ γνωρίζει καλὰ καὶ ἡ Ἱ. Σύνοδος καὶ ὁ μητροπολίτης Περγάμου, πὼς «τὸ μὲν σφάλλειν ἀνθρώπινον, τὸ δὲ ἐμμένειν δαιμονικόν».
 Γιὰ νὰ ξεπλύνουμε αὐτὴν τὴν ἀσεβῆ σκέψη, ἂς προσφύγουμε σὲ πάμπολλα κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ θεόπνευστοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι ἡ Θεότης εἶναι ἀκατάληπτος καὶ ἀπερινόητος, ἐξ ὅσων δὲ μᾶς ἔχει ἀποκαλύψει, μποροῦμε νὰ ποῦμε μόνον ὅτι μεταξὺ τῶν τριῶν θείων Προσώπων ὑπάρχουν τὰ κοινὰ τῆς θείας φύσεως καὶ ἡ διαφορὰ τῶν ὑποστάσεων.
–«...Ἃ γὰρ ἂν ἐν τῷ Πατρὶ νοήσωμεν, ταῦτα καὶ ἐν τῷ Υἱῷ εἶναι οὐκ ἀμφίβολον, λέγοντος αὐτοῦ τοῦ Κυρίου· “Πάντα, ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, ἐμά ἐστι”, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα τοῦ Πατρός ἐστιν. Αἰώνιος γοῦν ἐστιν ὁ Πατήρ· αἰώνιός ἐστι καὶ ὁ Υἱός· δι' αὐτοῦ γὰρ οἱ αἰῶνες γεγόνασιν. Ὤν ἐστιν ὁ Πατήρ· ἀνάγκη καὶ ὁ Υἱὸς, “ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν”, ὡς εἶπεν ὁ Παῦλος. Οὐ θέμις εἰπεῖν ἐπὶ Πατρός, Ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν· ἀθέμιτον εἰπεῖν ἐπὶ Υἱοῦ, Ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν. Παντοκράτωρ ἐστὶν ὁ Πατήρ· παντοκράτωρ ἐστὶ καὶ ὁ Υἱὸς, λέγοντος τοῦ Ἰωάννου· «Ὁ ὤν, ὁ ἦν, ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ”. Φῶς ἐστιν ὁ Πατήρ, ἀπαύγασμα ὁ Υἱὸς καὶ φῶς ἀληθινόν. Ἀληθινὸς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἀληθινὸς Θεὸς ὁ Υἱός· οὕτω γὰρ ὁ Ἰωάννης ἔγραψεν· “Ἐσμὲν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ Υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ ζωὴ ἡ αἰώνιος”. Καὶ ὅλως οὐδέν ἐστιν, ὧν ἔχει ὁ Πατήρ, ὃ μὴ τοῦ Υἱοῦ ἐστι. Διὰ τοῦτο γὰρ ὁ Υἱὸς ἐν τῷ Πατρὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν τῷ Υἱῷ· ἐπειδὴ τὰ τοῦ Πατρὸς, ταῦτα ἐν τῷ Υἱῷ ἐστι, καὶ πάλιν ταῦτα ἐν τῷ Πατρὶ νοεῖται. Οὕτω νοεῖται καὶ τό, “Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν”· ἐπειδὴ οὐκ ἄλλα ἐν τούτῳ, καὶ ἄλλα ἐν τῷ Υἱῷ· ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ Πατρί, ταῦτα ἐν τῷ Υἱῷ ἐστι. Καὶ ἃ βλέπεις δὲ ἐν τῷ Πατρὶ, ἐπειδὴ βλέπεις ἐν τῷ Υἱῷ, νοεῖται καλῶς τὸ, “Ὁ ἐμὲ ἑωρακὼς ἑώρακε τὸν Πατέρα”. Τούτων δὲ οὕτω δεικνυμένων, ἀσεβής ἐστιν ὁ λέγων κτίσμα εἶναι τὸν Υἱόν».
(Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολή Πρὸς Σεραπίωνα Θμούεως Ἐπίσκοπο, Κατὰ τῶν βλασφημούντων καὶ λεγόντων κτίσμα εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, TLG, v. 26, p. 609, l. 29 ἑξ.).
«Ἐρώτ. ιγʹ. Ἐπὶ τῆς ἁγίας Τριάδος τίς πρῶτος;
Ἀπόκ. Ἐπὶ τῆς ἁγίας Τριάδος οὐδεὶς πρῶτος, καὶ οὐδεὶς ὕστερος, ἀλλ' ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα Πνεῦμα ἅγιον· καὶ διὰ τοῦτο καὶ συνάναρχοι λέγονται, καὶ ἄναρχοι. Ἄναρχον δὲ λέγεται τὸ πρὸ τῆς ἀρχῆς ὄν. Ἄναρχος λοιπὸν ὁ Πατήρ, ἄναρχος ὁ Υἱός, ἄναρχον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Καὶ οὐχ ὁ μὲν πρῶτος, ὁ δ' ὕστερος, ἀλλ' ἅμα οἱ τρεῖς, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα ἅγιον. Διὰ τοῦτο καὶ συνάναρχοι καὶ εἰσὶ καὶ ὀνομάζονται» (Μ. Ἀθανασίου, Ἕτεραι τινὲς ἐρωτήσεις, T.L.G., Page 785, line 3 ἑξ.).
«Μηκέτι οὖν λέγε μέγαν καὶ μικρὸν Θεὸν, ἐμπίπτων εἰς Ἑλληνισμόν. Εἰ γὰρ μικρὸς Θεὸς ὁ Υἱὸς, ψεύδεται Παῦλος λέγων· Προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὃν οὖν Παῦλος καλεῖ μέγαν Θεὸν, σὺ μὴ κάλει μικρόν· ἐν γὰρ Θεῷ πάντα τέλεια» (Χρυσοστόμου Ἰω., Περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος, T.L.G., Vol 48, pg 1087, ln 18t–pg 1096).
«Ἄλλη γὰρ ὑπόστασις τοῦ Πατρὸς, ἄλλη τοῦ Υἱοῦ, ἄλλη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μία ἐστὶν ἡ θεότης, ἓν τὸ κράτος, μία ἐξουσία, μία βασιλεία, ἴση ἡ δόξα, ἴση ἡ μεγαλωσύνη καὶ αἰώνιος. Οἷος ὁ Πατήρ, τοιοῦτος ὁ Υἱὸς, τοιοῦτον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ἄκτιστος ὁ Πατήρ, ἄκτιστος ὁ Υἱός, ἄκτιστον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· καὶ οὐ τρεῖς ἄκτιστοι, ἀλλ' εἷς ἄκτιστος. Παντοκράτωρ ὁ Πατήρ, παντοκράτωρ ὁ Υἱός, παντοκράτωρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· καὶ οὐ τρεῖς παντοκράτορες, ἀλλ' εἷς παντοκράτωρ... Πατὴρ γὰρ παρ' οὐδενός ἐστι ποιητός, οὐ κτιστός, ἀλλ' ἀγέννητος. Ὁ Υἱὸς ἀπὸ τοῦ Πατρός ἐστιν οὐ ποιητός, οὐ κτιστός, ἀλλὰ γεννητός. Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Πατρός ἐστιν οὐ ποιητόν, οὐ κτιστόν, οὐ γεννητόν, ἀλλ' ἐκπορευτόν... Καὶ ἐν ταύτῃ τῇ Τριάδι οὐδεὶς πρῶτος ἢ ἔσχατος, οὐδεὶς μέγας ἢ μικρός· ἀλλὰ αἱ τρεῖς ὑποστάσεις αἰώνιοί τέ εἰσι καὶ ἴσαι εἰς πάντα, ὡς προείρηται. Μονάδα γοῦν ἐν Τριάδι, καὶ Τριάδα ἐν μονάδι πᾶς Χριστιανὸς εὐσεβείσθω· καὶ οὕτω περὶ τῆς ἁγίας καὶ ζωοποιοῦ καὶ ὁμοουσίου Τριάδος δοξαζέτω» (Μ. Ἀθανασίου, Σύμβολον τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, T.L.G., Volume 28, page 1589, line 1 ἑξ.).
«Εἰ γὰρ ὅλως ἔχει τήν τε δόξαν καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν σοφίαν αὐτοῦ, κατὰ τὸν ἴσον τρόπον τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, τί τὸ μεῖζον ἐν αὐτῷ, τί δὲ τὸ πλέον ἕξει παρ' ἡμᾶς, ἤτοι τὴν κτίσιν, ἐγὼ μὲν εἰπεῖν οὐκ ἂν ἔχοιμι παντελῶς, ἀπορήσειν δὲ ὑπολαμβάνω κἀκείνους. οὐκοῦν οὐ τοῖς ἔξωθεν ἀξιώμασιν ὁ Υἱὸς ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ Πατρὸς ἰσότητα σχηματίζεται, καὶ οὐ καθάπερ τις ἐν πίνακος γραφῇ, μόναις ἡμῖν ταῖς τῶν χρωμάτων ἰδέαις καταποικίλλεται, τὴν τοῦ βασιλέως πλαττόμενός τε καὶ ψευδόμενος μορφήν, ἀλλὰ χαρακτήρ ἐστι καὶ εἰκὼν ἀληθῶς τοῦ τεκόντος αὐτόν, ἐν ἰδίοις καὶ φυσικοῖς ἀγαθοῖς τὴν τοῦ Πατρὸς φύσιν ἐμφανῆ καθιστάς. διὰ τοῦτο γὰρ ἀμήχανον εἶναί φησιν ἐπιγνῶναί τισι τὸν Πατέρα, μὴ οὐχὶ πρότερον ἐπεγνωκόσιν αὐτὸν, τουτέστι τὸν Υἱόν» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, T.L.G., Volume 2, page 413, line 17 ἑξ.).
«Ἰδοὺ γὰρ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἑαυτὸν παραθεὶς καὶ διαρρήδην εἰπὼν "Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν "Πατέρα," καὶ πάλιν ἐπήνεγκεν εὐθύς "Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ "καὶ ὁ Πατὴρ δὲ ἐν ἐμοί ἐστιν·" εἰ γὰρ τοῦτό φησι καθ' ὑμᾶς, ὅτι καίτοι χαρακτὴρ καὶ εἰκὼν ὑπάρχων τοῦ γεγεννηκότος, οὐσιωδῶς ὑπ' αὐτοῦ περιέχομαι, πῶς οὐχ ἅπασιν ἀναμφίλογον, ὅτι τοιαύτας ἡμᾶς ἐννοίας ἔχειν περὶ τοῦ Πατρὸς βούλεται, ὁποίαν περ ἂν λάβοιμεν καὶ ἐπ' αὐτῷ; πεπερατῶσθαι τοιγαροῦν ἀνάγκη καὶ τὸν Πατέρα, ἔστι γὰρ ἐν Υἱῷ· καὶ ζητείτω λοιπὸν ὁ αἱρετικὸς, τίς ὁ μείζων αὐτοῦ· ἐμοὶ γὰρ οὐ θέμις εἰπεῖν ἢ νοεῖν. οὐ γὰρ ἀνὰ μέρος μὲν εἰκὼν ἔσται τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, ἀνὰ μέρος δὲ οὐκέτι. εἰ γὰρ ὅλως ἔχει τι τὸ παραλλάττον καὶ μεσολαβοῦν τὴν εἰσάπαν ὁμοίωσιν, μέρος ἂν εἴη λοιπὸν, οὐχ ὁλόκληρος εἰκών. ἀλλὰ ποῦ τοῦτο δείξαις ἂν τὴν ἁγίαν λέγουσαν γραφήν; οὐ γὰρ δήπου τοῖς σοῖς ἀναπεπεισμένοι λόγοις, τὴν τῶν ἱερῶν δογμάτων ὀρθότητα παρωσόμεθα (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, T.L.G., Volume 2, page 441, line 16 ἑξ.).
«Ὑπέδειξε τοίνυν ἡμῖν ὁ Προφήτης, οὐ μόνον τὴν δυάδα τῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁμότιμον τῶν προσώπων. “Τάδε γὰρ λέγει Κύριος παντοκράτωρ· Ὀπίσω δόξης ἀπέσταλκέ με”. Καὶ δεικνὺς τίς ὁ ἀποστείλας, ἐπάγει· “Καὶ γνώσεσθε ὅτι Κύριος παντοκράτωρ ἀπέσταλκέ με”. Τοιγαροῦν καὶ ὁ ἀποστείλας Κύριος παντοκράτωρ, καὶ ὁ ἀποσταλεὶς Κύριος παντοκράτωρ, καὶ οὐδεμία ἀξιωμάτων διαφορά. Ἀπεστάλη δὲ, ὡς ἔφην, ἀνθρωπίνως, οὐ θεϊκῶς, τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρῶν» (Θεοδωρήτου Κύρου, Ὑπόμνημα εἰς τοὺς Δώδεκα Προφήτας, T.L.G., Volume 81, page 1889, line 13 ἐξ.).
«Οὐ γὰρ τῆς δουλικῆς ἐστι, φησί, διακονίας, ἀλλὰ τῆς δεσποτικῆς ἀξίας τὸ πανάγιον Πνεῦμα· οὐδὲ ὑπουργεῖ, ἀλλὰ συνεργεῖ, καὶ δεσποτικῶς ἐνεργεῖ. Οὕτω κἀν τῷ τέλει τῆς πρὸς τούτους δευτέρας Ἐπιστολῆς, τὴν εὐλογίαν ἐξύφηνεν· “Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν. Ἀμήν”. Καὶ ἐν μὲν τῇ προτέρᾳ Ἐπιστολῇ πρῶτον ἔταξε τὸ Πνεῦμα, ἐνταῦθα δὲ τελευταῖον, διδάσκων ὡς οὐ ποιεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ τάξις ἀξιωμάτων διαφοράν. Ταύτῃτοι τὸν Υἱὸν προέταξε τοῦ Πατρός, οὐ τὴν τάξιν ἀνατρέπων ἢν ὁ Κύριος τέθεικεν, ἀλλὰ τὸ ὁμότιμον τῆς Τριάδος ἐπιδεικνύς» (Θεοδωρήτου Κύρου, Αἱρετικῆς Κακομυθίας, T.L.G., Volume 83, page 456, line 45).
«...τοῦτό φησιν ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ ὅτι Ἐγώ εἰμι πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα καὶ ἔμπροσθεν ἐμοῦ θεὸς οὐ γέγονε καὶ μετ' ἐμὲ οὐκ ἔσται. ἐπεὶ οὖν οὔτε τὸ πρὸ τοῦ θεοῦ θεὸς οὔτε τὸ μετὰ τὸν θεὸν θεός (τὸ μὲν γὰρ μετὰ τὸν θεὸν κτίσις, τὸ δὲ ἐπέκεινα τοῦ θεοῦ οὐδέν, τὸ δὲ οὐδὲν θεὸς οὐκ ἔστιν, μᾶλλον δὲ τὸ ἐπέκεινα τοῦ θεοῦ αὐτὸς ἐκεῖνος, ἐν τῇ ἀϊδίῳ μακαριότητι πρὸς οὐδὲν ὁριζόμενος), ἐπεὶ οὖν θεοῦ ἡ φωνὴ αὕτη ἡ πνευματικὴ ἐν τῷ προφητικῷ στόματι λαληθεῖσα, δόγμα διὰ τούτου μανθάνομεν ὅτι μία τίς ἐστιν ἡ θεία φύσις συνεχὴς πρὸς ἑαυτὴν καὶ ἀδιάσπαστος, τὸ πρότερον καὶ ὕστερον ἐφ' ἑαυτῆς οὐ προσιεμένη...» (Γρηγορίου Νύσσης, Κατὰ Εὐνομίου, T.L.G., Book 3, chapter 3, section 8, line 1 ἑξ.).
 «ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗʹ. Πῶς ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τῶν τριῶν ὑποστάσεων τὸ εὐσεβὲς τῆς μοναρχίας δόγμα διατηροῦμεν, ἐν ᾧ καὶ ὁ κατὰ τῶν τὸ Πνεῦμα ὑπαριθμεῖσθαι φασκόντων ἔλεγχος. Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα παραδιδοὺς ὁ Κύριος, οὐ μετὰ τοῦ ἀριθμοῦ συνεξέδωκεν. Οὐ γὰρ εἶπεν ὅτι εἰς πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον· οὐδὲ εἰς ἓν καὶ δύο καὶ τρία· ἀλλὰ δι' ὀνομάτων ἁγίων τὴν γνῶσιν τῆς πρὸς σωτηρίαν ἀγούσης πίστεως ἐχαρίσατο. Ὥστε τὸ μὲν σῷζον ἡμᾶς ἡ πίστις ἐστίν. Ὁ δὲ ἀριθμὸς σημεῖον γνωριστικὸν τοῦ ποσοῦ τῶν ὑποκειμένων ἐπινενόηται. Ἀλλ' οἱ πανταχόθεν ἑαυτοῖς τὰς βλάβας ἐπισυνάγοντες, καὶ τῇ τοῦ ἀριθμεῖν δυνάμει κατὰ τῆς πίστεως κέχρηνται· οἵγε οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἐκ τῆς τοῦ ἀριθμοῦ προσθήκης ἀλλοιουμένου, οὗτοι ἐπὶ τῆς θείας φύσεως εὐλαβοῦνται τὸν ἀριθμόν, μὴ δι' αὐτοῦ τῆς ὀφειλομένης τῷ Παρακλήτῳ τιμῆς ὑπερβῶσι τὸ μέτρον. Ἀλλ' ὦ σοφώτατοι, μάλιστα μὲν ὑπὲρ ἀριθμὸν ἔστω τὰ ἀνέφικτα· ὡς ἡ παλαιὰ τῶν Ἑβραίων εὐλάβεια ἰδίοις σημείοις τὸ ἀνεκφώνητον ὄνομα τοῦ Θεοῦ διεχάρασσε, καὶ ἐκ τούτου τὴν κατὰ πάντων ὑπεροχὴν παριστῶσα. Εἰ δὲ ἄρα δεῖ καὶ ἀριθμεῖν, μήτοιγε καὶ ἐν τούτῳ κακουργεῖν τὴν ἀλήθειαν. Ἢ γὰρ σιωπῇ τιμάσθω τὰ ἄρρητα, ἢ εὐσεβῶς ἀριθμείσθω τὰ ἅγια. Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ καὶ εἷς μονογενὴς Υἱὸς καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον. Ἑκάστην τῶν ὑποστάσεων μοναχῶς ἐξαγγέλλομεν· ἐπειδὰν δὲ συναριθμῆσαι δέῃ, οὐχὶ ἀπαιδεύτῳ ἀριθμήσει πρὸς πολυθεΐας ἔννοιαν ἐκφερόμεθα. Οὐ γὰρ κατὰ σύνθεσιν ἀριθμοῦμεν, ἀφ' ἑνὸς εἰς πλῆθος ποιούμενοι τὴν παραύξησιν, ἓν καὶ δύο καὶ τρία λέγοντες, οὐδὲ πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον. «Ἐγὼ γὰρ Θεὸς πρῶτος, καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα.» Δεύτερον δὲ Θεὸν οὐδέπω καὶ τήμερον ἀκηκόαμεν· Θεὸν γὰρ ἐκ Θεοῦ προσκυνοῦντες, καὶ τὸ ἰδιάζον τῶν ὑποστάσεων ὁμολογοῦμεν, καὶ μένομεν ἐπὶ τῆς μοναρχίας, εἰς πλῆθος ἀπεσχισμένον τὴν θεολογίαν μὴ σκεδαννύντες· διὰ τὸ μίαν ἐν Θεῷ Πατρὶ καὶ Θεῷ Μονογενεῖ τὴν οἱονεὶ μορφὴν θεωρεῖσθαι, τῷ ἀπαραλλάκτῳ τῆς θεότητος ἐνεικονιζομένην. Υἱὸς γὰρ ἐν τῷ Πατρί, καὶ Πατὴρ ἐν τῷ Υἱῷ· ἐπειδὴ καὶ οὗτος τοιοῦτος, οἷος ἐκεῖνος, κἀκεῖνος οἱόσπερ οὗτος· καὶ ἐν τούτῳ τὸ ἕν. Ὥστε κατὰ μὲν τὴν ἰδιότητα τῶν προσώπων, εἷς καὶ εἷς· κατὰ δὲ τὸ κοινὸν τῆς φύσεως, ἓν οἱ ἀμφότεροι. Πῶς οὖν, εἴπερ εἷς καὶ εἷς, οὐχὶ δύο θεοί; Ὅτι βασιλεὺς λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκών, καὶ οὐ δύο βασιλεῖς. Οὔτε γὰρ τὸ κράτος σχίζεται, οὔτε ἡ δόξα διαμερίζεται. Ὡς γὰρ ἡ κρατοῦσα ἡμῶν ἀρχὴ καὶ ἡ ἐξουσία μία, οὕτω καὶ ἡ παρ' ἡμῶν δοξολογία μία, καὶ οὐ πολλαί· διότι ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει...
Οἱ δὲ τὴν ὑπαρίθμησιν ἐν τῷ πρῶτον καὶ δεύτερον καὶ τρίτον λέγειν τιθέμενοι γνωριζέσθωσαν τὸ πολύθεον τῆς Ἑλληνικῆς πλάνης τῇ ἀχράντῳ θεολογίᾳ τῶν Χριστιανῶν ἐπεισάγοντες. Εἰς οὐδὲν γὰρ ἕτερον φέρει τῆς ὑπαριθμήσεως τὸ κακούργημα, ἢ ὥστε πρῶτον καὶ δεύτερον Θεὸν καὶ τρίτον ὁμολογεῖν. Ἀλλ' ἡμῖν ἀρκοῦσα ἡ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐπιτεθεῖσα ἀκολουθία, ἣν ὁ συγχέων οὐκ ἔλαττον τῆς τούτων ἀσεβείας παρανομήσει. Ὅτι μὲν οὖν οὐδέν, ὡς οὗτοι πεπλάνηνται, ἡ κατὰ τὴν φύσιν κοινωνία τῷ τρόπῳ τῆς ὑπαριθμήσεως παραλύεται, ἱκανῶς εἴρηται. Ἀλλὰ συνέλθωμεν τῷ φιλονείκῳ καὶ ματαιόφρονι, καὶ δῶμεν τὸ δεύτερον τινὸς καθ' ὑπαρίθμησιν ἐκείνου λέγεσθαι. Ἴδωμεν τοίνυν τί τὸ ἐκβαῖνον ἀπὸ τοῦ λόγου. «Ὁ πρῶτος, φησίν, ἄνθρωπος, ἐκ γῆς χοϊκός· ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος, ἐξ οὐρανοῦ». Καὶ ἐν ἄλλοις· «Οὐ πρῶτον, φησί, τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν». Εἰ τοίνυν τῷ πρώτῳ ὑπαριθμεῖται τὸ δεύτερον, τὸ δὲ ὑπαριθμούμενον ἀτιμότερόν ἐστι τοῦ πρὸς ὃ ἔχει τὴν ὑπαρίθμησιν· ἀτιμότερος οὖν καθ' ὑμᾶς τοῦ ψυχικοῦ ὁ πνευματικός, καὶ τοῦ χοϊκοῦ ἀνθρώπου ὁ ἐπουράνιος» (Μ. Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου, T.L.G., Chapter 18, section t, line 1 ἑξ.).
«Τὰ ἰδιώματα τῆς θείας φύσεως Τὸ ἄκτιστον, τὸ ἄναρχον, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀπέραντον καὶ αἰώνιον, τὸ ἄυλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ δημιουργικόν, τὸ δίκαιον, τὸ φωτιστικόν, τὸ ἄτρεπτον, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτον, τὸ ἀχώρητον, τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ἀόριστον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀόρατον, τὸ ἀπερινόητον, τὸ ἀνενδεές, τὸ αὐτοκρατὲς καὶ αὐτεξούσιον, τὸ παντοκρατορικόν, τὸ ζωοδοτικόν, τὸ παντοδύναμον, τὸ ἀπειροδύναμον, τὸ ἁγιαστικὸν καὶ μεταδοτικόν, τὸ περιέχειν καὶ συνέχειν τὰ σύμπαντα καὶ πάντων προνοεῖσθαι· πάντα ταῦτα καὶ τοιαῦτα φύσει ἔχει οὐκ ἄλλοθεν εἰληφυῖα, ἀλλ' αὐτὴ μεταδιδοῦσα παντὸς ἀγαθοῦ τοῖς οἰκείοις ποιήμασι κατὰ τὴν ἑκάστου δεκτικὴν δύναμιν. Ἡ ἐν ἀλλήλαις τῶν ὑποστάσεων μονή τε καὶ ἵδρυσις· ἀδιάστατοι γὰρ αὗται καὶ ἀνεκφοίτητοι ἀλλήλων εἰσὶν ἀσύγχυτον ἔχουσαι τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν, οὐχ ὥστε συναλείφεσθαι ἢ συγχεῖσθαι, ἀλλ' ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων. Υἱὸς γὰρ ἐν πατρὶ καὶ πνεύματι, καὶ πνεῦμα ἐν πατρὶ καὶ υἱῷ, καὶ πατὴρ ἐν υἱῷ καὶ πνεύματι, μηδεμιᾶς γινομένης συναλοιφῆς ἢ συμφύρσεως ἢ συγχύσεως. Καὶ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς κινήσεως· ἓν γὰρ ἔξαλμα καὶ μία κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων, ὅπερ ἐπὶ τῆς κτιστῆς φύσεως θεωρηθῆναι ἀδύνατον» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., T.L.G., Expositio fidei : Section 14, line t1).
«ΙΖ΄. Ἑτέρα ἀπόδειξις, ἴσον εἶναι τὸν Υἱὸν τῷ Πατρί.
Ταύτην ἰσότητα καὶ ἑτέρωθεν ἔστι μαθεῖν. Εἶπε γάρ, φησίν, ὁ Ἰησοῦς· “Νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ Θεὸς δοξάσει αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ, καὶ εὐθὺς δοξάσει αὐτόν”. Καὶ πάλιν· “Πάτερ, ἡ ὥρα ἐλήλυθε, δόξασόν σου τὸν Υἱὸν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε”. Ὢ τῆς ὑπερβαλούσης τῶν αἱρετικῶν ἀβελτηρίας! Μείζων, φησίν, ὁ δοξάζων τοῦ δοξαζομένου· καὶ δοξάζει μὲν ὁ Πατήρ, δοξάζεται δὲ ὁ Υἱός· μείζων οὖν ἄρα τοῦ Υἱοῦ ὁ Πατήρ. Εἰ τοίνυν ὁ Υἱὸς οὐκ ἐδοξάσθη μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν δοξάσαντα ἐδόξασεν, ποίαν χώραν σχοίη τὸ μεῖζον καὶ τὸ ἔλαττον; εἰ μὴ ἄρα κατὰ τὴν τῶν εἰρημένων ἀκολουθίαν παρὰ τὸν δοξάζοντα μεταβαίνει τὸ μεῖζον, καὶ οὕτως εὑρεθήσεται ὁ Υἱός, ἐλάττων μὲν ἡνίκα ἂν δοξάζηται, μείζων δὲ ἡνίκα ἂν δοξάζῃ· ἀλλὰ τὸ λέγειν ταῦτα, παραπληξίας καὶ μανίας ἐσχάτης· οὐ γὰρ τὸ μεῖζον καὶ τὸ ἔλαττον ἐντεῦθεν, τὸ δὲ ἴσον Πατρὸς καὶ Υἱοῦ διδασκόμεθα...».
«ΙΗ΄. Ὅτι μία Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἡ δεσποτεία.
Εἶτα δεικνὺς ὡς οὐ μόνον δοξάζεται, ἀλλὰ καὶ δοξάζει, ἐπήγαγεν· “Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις”. Καὶ μετ' ὀλίγα τῶν αἱρετικῶν ἐμφράττων τὰ στόματα· “Τὰ ἐμά, φησί, πάντα σά ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά”· οὐ τὴν κοινὴν διαιρῶν δεσποτείαν, οὐδὲ ἕτερα δὲ τὰ τῷ Πατρὶ διαφέροντα δεῖξαι βουλόμενος· ἀλλ' ἐπειδὴ οἱ πᾶσαν βλάσφημον φωνὴν ἀφιέντες κατὰ τοῦ Μονογενοῦς, αὐτὸν μὲν λαμβάνειν φασί, τὸν δὲ Πατέρα διδόναι, δείκνυσιν ὅτι τὴν αὐτὴν ἔχει τῷ Πατρὶ τῶν ἁπάντων δεσποτείαν· “Τὰ γὰρ ἐμά, φησί, πάντα σά ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά”· οὐ τὴν διαίρεσιν τῆς δεσποτείας, ἀλλὰ τὸ κοινὸν τῆς δεσποτείας παιδεύων» (Θεοδωρήτου, De sancta trinitate, T.L.G., Volume 75, page 1173, line 27).
«Καὶ εἰ ἀδελφός ἐστι (σ.σ. τὸ Ἅγιον Πνεῦμα), πῶς μονογενὴς ὁ Λόγος, ἢ πῶς οὐκ ἴσοι, ἀλλ' ὁ μὲν μετὰ τὸν Πατέρα, τὸ δὲ μετὰ τὸν Υἱὸν ὀνομάζεται; Πῶς δὲ, εἰ ἐκ τοῦ Πατρός ἐστιν, οὐ λέγεται καὶ αὐτὸ γεγεννῆσθαι...; Τοιαῦτα παίζουσιν οἱ ἄτιμοι, περιεργαζόμενοι καὶ θέλοντες ἐρευνᾷν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ,  ἃ μηδεὶς οἶδεν, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ δυσφημούμενον ὑπ' αὐτῶν» (Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολὴ Πρὸς Σεραπίωνα Θμούεως Ἐπίσκοπον, Κατὰ τῶν βλασφημούντων καὶ λεγόντων κτίσμα εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, T.L.G., Volume 26, page 557, line 25).
Ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθουμε καὶ μὲ ἄλλα κείμενα.

«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις "Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος"»



Παραπομπές:
(1) «Τὸ ὄντως ὑπάρχον τοῦ σχολαστικισμοῦ εἶναι ἡ γνωστὴ Μεταφυσική, ἡ ἱεραρχία τῆς γνώσεως, τὴν ὁποία ἀρνήθηκε ἡ Δύση κηρύσσοντας τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ μηδενισμοῦ. Στὸ σύστημα τοῦ Ἀκινάτη τὸ ὄντως ὑπάρχον ἦταν ὁ Θεός, ὁ ἄκτιστος σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ὅμως στὰ μυαλὰ τοῦ Ἀκινάτη ἀποκτοῦσε μιὰ ἱεραρχικὰ δομημένη σχέση (ἀναγκαία) μὲ τὸ κτιστό. Χάνοντας ἀκόμη καὶ τὴν ἐλευθερία του. Σήμερα ὁ κ. Ζηζιούλας ἐπαναλαμβάνει τὶς σχολαστικὲς θεωρίες μιλώντας γιὰ "Διαλεκτικὴ σχέση κτίστου καὶ ἀκτίστου" ἢ για ἱεραρχία στὴν θεότητα καὶ κατ' ἀναλογίαν ἱεραρχία στὴν ἐκκλησία ἢ γιὰ σχέση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ἢ τὰ πρόσωπα σὰν σχέσεις καὶ κατ' ἀναλογίαν γιὰ τὴν Συνάξη σὰν σχέση προσώπων μὲ κέντρο τὸν Ἐπισκοπο ἢ γιὰ τὸν Ἐπισκοπο σὰν σχέση, προϋπόθεση τῶν σχέσεων κατ' ἀναλογίαν τοῦ προσώπου τοῦ Πατρὸς στὴν Ἁγία Τριάδα»
(2) Τὸ κείμενο τοῦ Ζηζιούλα καὶ κάποιους σχολιασμούς, ἔχω πάρει ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νικολαΐδη Σταύρου, «Τὸ Ὑποκείμενο Ἐκκλησιάζεται».
(3) Γιὰ νὰ λειτουργήσει τὸ σχῆμα ποὺ ἔχει πλάσει μὲ τὸ μυαλό του ὁ κ. Ζηζιούλας, μεταφέρει ἀνθρώπινες ἔννοιες στὸ Θεό. Γράφει, ὅμως, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Διότι δὲν πρέπει, ἐπειδὴ κατά τινα σχέσιν ὑψηλοτέραν Υἱὸς ὁ Υἱός, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμπορέσαμε δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ ἔτσι νὰ δείξουμε τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ ὁμοούσιον, νὰ νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ μεταφέρουμε στὸν Θεὸ καὶ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες καὶ τῆς δικῆς μας συγγενείας ὀνομασίες. Καθὼς ἡ διαφορὰ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν καὶ ὄχι τῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως διάφορον, ἔκαμε διαφορετικὴν καὶ τὴν ὀνομασία: Πατὴρ–Υἱὸς–Ἅγιον Πνεῦμα» (Εἰς Νικολαΐδη Σταύρου, Τὸ ὑποκείμενο Ἐκκλησιάζεται).
(4) Ζηζιούλα Ἰω., «Εὐχαριστία καὶ Κόσμος», Ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου (2008).  —Ἀξίζει να δεῖ κανεὶς τὸ Video καὶ νὰ ἀκούσει τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ Ζηζιούλα, νὰ διδάσκει αὐτὰ τὰ ἐξωφρενικά. Βρίσκεται στὴν παρακάτω διεύθυνση (ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸ 26ο λεπτό καὶ μετά):
(5) Ὁ Ὠριγένης εἶχε διδάξει τὴν ὑπόταξιν τοῦ Υἱοῦ καὶ λόγου εἰς τὸν Πατέρα Θεόν. Τὴν αἵρεση αὐτὴ ξαναέφερε στὴν ἐπιφάνεια ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, ὁ Ζηζιούλας, ἀκολουθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ. Στὸ διαδίκτυο τὴν προάγει ὁ ΟΟΔΕ.
(6) Νικολαΐδης Σταῦρος, Τὸ Ὑποκείμενο Ἐκκλησιάζεται.
(7) Ὅπ. παρ.
(8) Ὅπ. παρ.
(9) http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/10/blog-post_3622.html. –Στὸ ἴδιο: «Ἂς δοῦμε γιὰ ἄλλη μία φορά, τί ἔχει νὰ μᾶς πεῖ ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ Ἅγιος Μάξιμος... <Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου>. “Τὰ λόγια τῆς προσευχῆς περιέχουν φανέρωση τοῦ Πατέρα, καὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς Βασιλείας, γιὰ νὰ μάθουμε ἐξ’ ἀρχῆς νὰ σεβόμαστε τὴν ἐν Μονάδι Τριάδα καὶ  νὰ τὴν ἐπικαλούμαστε καὶ νὰ τὴν προσκυνοῦμε. Ἐπειδὴ ὄνομα τοῦ Πατέρα εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ οὐσιώδεις ὑποστάσεις. Γιατὶ ὁ Πατέρας δὲν ἀπόκτησε ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ ὄνομα οὔτε ὡς ἀξίωμά ποὺ ἔλαβε ἐκ τῶν ὑστέρων νοοῦμε τὴν Βασιλεία. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΡΧΗ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΣ. Γιατὶ ἡ σχέση μεταξὺ τῶν Τριῶν Προσώπων ὑποδηλώνει τὴν συνύπαρξή τους, καὶ δὲν ἐπιτρέπει αὐτά, τῶν ὁποίων εἶναι καὶ λέγεται σχέση, νὰ θεωροῦνται μεταγενέστερα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο! Ἡ σχέση δὲν δηλώνει τί εἶναι, ἀλλὰ πῶς ἔχουν μεταξύ τους! Ἔτσι βιαζόμαστε νὰ τιμήσουμε τὴν ὁμοούσια καὶ ὑπερουσία Τριάδα ὡς δημιουργικὴ αἰτία τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ διδασκόμαστε ἐπίσης νὰ ὁμολογοῦμε τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας μὲ τὸ νὰ ἀξιωνόμαστε νὰ ὀνομάζουμε Πατέρα κατὰ χάρη τὸν ἐκ Φύσεως Δημιουργό».