Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Περί αγιοκατατάξεως Χρυσ. Σμύρνης, 2η απάντηση εις κ. Νούση από π. Ευθ. Τρικαμηνά


πειδή τά κείμενα τά ὁποῖα δημοσιεύομε πρέπει ν’ ἀφήνωμε νά τά ἀξιολογοῦν καί νά τά χαρακτηρίζουν οἱ ἀναγνῶστες, καί ἐπειδή εἰς τό δημοσιευθέν κείμενο τοῦ κ. Κ. Νούση ὑπάρχει ὄχι μόνο σύγχυσις, ἀλλά καί ἀποπροσανατολισμός καί διαστρέβλωσις τῆς ἀληθείας, καί προσέτι, ἐπειδή ἔχω ἀσχοληθῆ ἐπί εἰκοσαετία μέ τό θέμα τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ ἐθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, θεώρησα ἀναγκαῖο νά συνεχίσω αὐτόν τόν διάλογο· παρ’ ὅτι βλέπω πώς στά ἐπιχειρήματα πού προβάλλει ὁ κ. Νούσης, οὐδέν ἀναφέρει ἀπό τήν ζωή, τήν διδασκαλία καί τά «πιστεύω» το Χρυσ. Σμύρνης, προκειμένου νά ὑποστηρίξη τίς ἀπόψεις του, ἀλλά καλύπτεται πίσω ἀπό τήν συνοδική ἀπόφασι το 1992 περί τῆς ἁγιοκατατάξεώς του καί, βεβαίως, μέ τόν ὀρθολογισμό καί κάποια σκόρπια παραδείγματα πού προέρχονται ἀπό μελέτες νεωτέρων θεολογούντων καί ὄχι ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, προσπαθεῖ νά ἀναιρέση τήν σωρεία τῶν κειμένων καί τῶν πράξεων πού κατέθεσα καί ἀφοροῦν τήν προσωπικότητα τοῦ ἐν λόγῳ ἐθνομάρτυρος.   Στό κείμενο αὐτό πού δημοσιεύω, δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τήν ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Νούση, διότι δέν νομίζω ὅτι ἔχει κάτι νά παρουσιάση ἀξιόλογο, τό ὁποῖο νά συνηγορῆ ὑπέρ τῆς ἁγιότητος τοῦ ἐθνομάρτυρος (ἐκτός ἄν ἐρωτηθῶ ἀπό αὐτόν σέ κάτι συγκεκριμένο) καί θά ἀπαντήσω στίς τρεῖς ἐρωτήσεις πού μοῦ ὑπέβαλε σχετικά μέ τήν ἐν λόγῳ ἁγιοποίησι. Στό τέλος δέ, θά ἐπαναλάβω τήν ἐρώτησι τήν ὁποίαν τοῦ ὑπέβαλα καί στήν ὁποία ἐντέχνως καί φιλολογικῶς δέν ἀπάντησε.
Στήν πληθώρα τῶν προηγουμένων ἐρωτήσεων δέν ἀπήντησα, διότι αἰσθάνθηκα ὅτι ὑποβάλλει ἐρωτήσεις ὡς καθητητής πρός τούς μαθητές του, ἤ ὅπως ὑποβάλλονται οἱ ἐρωτήσεις στά διάφορα τέστ ἤ στίς πανελλαδικές ἐξετάσεις. Ἐπειδή ἴσως κατάλαβε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὑπέβαλε τίς ἐρωτήσεις, στό τελευταῖο κείμενό του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Θα επαναλάβω, επομένως, με τη σειρά μου και κατά τη δική του εισαγωγική επισήμανση, όχι τις λεπτομέρειες των αποσταλέντων πρότινος ερωτημάτων μου, αλλά την περιεκτική τους ουσία με περιληπτικότατο τρόπο». Καί ἐν συνεχείᾳ θέτει τρεῖς ἐρωτήσεις σχετικές μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου τό 1992, περί τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ Χρ. Σμύρνης καί τῶν σύν αὐτῷ.
          Τίς δύο πρῶτες λοιπόν ἐρωτήσεις, θά τίς ἀναφέρω μαζί, διότι νομίζω συνδέονται, ἄμεσα καί ἐκ τῆς τῆς πρώτης ἐξαρτᾶται καί ἡ δευτέρα:  «α) ανεξάρτητα από τον Χρυσόστομο, αναγνωρίζει την αγιότητα των υπολοίπων; β) Αν ναι, γιατί δεν το αναφέρει, αλλά προσβάλλει συλλήβδην τη Συνοδική πράξη της εν λόγω αγιοκατάταξης;» (σελ. 2).
Εἰς αὐτά ἀπαντώντας ἀναφέρω ὅτι, ὅπως πάσχει ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου Παραδόσεως ἡ ἁγιοκατάταξις τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, διότι οὐδέν στοιχεῖον ἁγιότητος ὑπάρχει εἰς τήν ζωή του καί τό μαρτύριό του, ἀπεναντίας ὑπάρχουν πολλά στοιχεῖα τά ὁποῖα μᾶς προβληματίζουν γιά τό ἄν ἦταν πραγματικά Ὀρθόδοξος Χριστιανός καί δή Ἐπίσκοπος, ἔτσι, κατά παρόμοιον τρόπο, πάσχει καί ἡ ἁγιοκατάταξις τῶν ὑπολοίπων ἀναιρεθέντων ἀπό τούς Τούρκους κατά τήν Μικρασιατική καταστροφή.  Διότι ποτέ δέν ἁγιοποιοῦμε κάποιους, ἐπειδή ἐθανατώθηκαν καί δέν ἠδυνήθησαν νά διαφύγουν ἀπό τήν μανία καί τήν θηριωδία τῶν ἐχθρῶν.
          Τέτοιο παράδειγμα, ἀπό ὅσα γνωρίζω δέν ὑπάρχει στό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο. Ἄν γνωρίζη κάτι παρόμοιο ὁ κ. Νούσης, δηλαδή ἁγιοποίησι ἀγνώστων καί γνωστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθανατώθηκαν κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου, καί ἀμάχου πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐναγωνίως ἐπροσπαθοῦσε νά διαφύγη στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, σέ σημεῖο μάλιστα πού, ὅπως ἀναφέρουν αὐτόπτες μάρτυρες, νά πέφτουν ἀπό ἀπελπισία στή θάλασσα καί νά προσπαθοῦν κολυμπώντας νά σωθοῦν, ἐνῶ ἄλλοι νά πατοῦν  ἐπί τῶν πτωμάτων, τά ὁποῖα ἐπέπλεαν  στόν κόλπο τῆς Σμύρνης καί νά φτάνουν στά συμμαχικά  πολεμικά πλοῖα (τά ἑλληνικά εἶχαν ἤδη ἀναχωρήσει μέ τόν ἐπιζήσαντα στρατό καί ὅσους πρόσφυγες μπόρεσαν νά χωρέσουν) κι ἐκεῖ νά ἀντιμετωπίζουν  τήν ἀπάθεια καί ἀδιαφορία τῶν λεγομένων συμμάχων, οἱ ὁποῖοι τούς ἐγκατέλιπον διά νά πνιγοῦν, ὅπως καί οἱ ἄλλοι πάνω στούς ὁποίους πατοῦσαν, οἱ δέ εἰς τήν ξηρά εὑρισκόμενοι εἶχαν τέτοιο πανικό σέ σημεῖο πού νά μπαίνουν στούς τάφους τῶν νεκρῶν γιά νά κρυφτοῦν καί ἄλλα παρόμοια, τά ὁποῖα ἔπραξε ὁ ἀπελπισμένος λαός τῆς Σμύρνης, ἄν ἐπαναλαμβάνω, βρῆ κάποιο παρόμοιο γεγονός ἁγιοποιήσεως στό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο ὁ κ. Νούσης νά μᾶς τό παρουσιάση καί τότε δέν ἔχω ἀντίρρησι νά ζητήσω συγνώμη  γιά τήν ἀντίδρασί μου εἰς αὐτήν τήν ἁγιοκατάταξι καί νά προσκυνήσω τήν εἰκόνα τῶν νέων ἁγίων.
      Ἐδῶ πρέπει νά γίνουν κάποιες ἀναγκαῖες διευκρινίσεις στό θέμα τῆς ἁγιότητος, γιά νά κατανοηθῆ τό γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν ἁγιοκατέταξε ποτέ κάποιους, οὔτε ἐδέχθη οἱοδήποτε μαρτύριο, χωρίς νά ὑπάρχουν οἱ ἀποδείξεις ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τόν Χριστό καί ὄχι γιά οἱονδήποτε ἄλλον λόγο (π.χ. γιά τήν πατρίδα,

Πολιτική και θεολογική ευελιξία!



Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου
καὶ τὸ ἔϊτζ τῆς Οἰκουμενιστικῆς "εὐελιξίας"




Βασίλη Καραποστόλη

καθηγ. Πολιτισμο κα πικοινωνίας Παν/μίου θηνν



παγκίστρωση π τς ποκτημένες κανότητες
μολύνει τ
ν κοινωνία μ νέου τύπου νασφάλεια
κα
στοιχίζει στν οκονομία.



Νὰ γίνετε εὐέλικτοι… Ἰδοὺ τί ζητοῦν σήμερα οἱ περιστάσεις, οἱ ἀνάγκες, ἡ οἰκονομία, τὰ ἤθη. Ἡ λέξη δὲν ἠχεῖ ἄσχημα κατ’ ἀρχήν. Τὴν ἀκούει κανεὶς καὶ στὸν νοῦ του ἔρχονται εἰκόνες γεμάτες ἀπὸ κίνηση καὶ πλαστικότητα. Ἀλλὰ ἀμέσως οἱ εἰκόνες ἐξαφανίζονται ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ λέξη συνδεθεῖ μὲ συγκεκριμένες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἐπιβάλλεται νὰ γίνουν.

Πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε εὐέλικτα, νὰ σκεφτόμαστε εὐέλικτα, νὰ φερόμαστε εὐέλικτα. Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἀμείλικτη καὶ φέρει τὴ σφραγίδα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπείγοντος.

Ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ τὸ παγκόσμιο οἰκονομικὸ σύστημα ἔδειχνε πὼς αὐτὰ ποὺ παλαιότερα ἀποτελοῦσαν ἀρρυθμίες στὴ λειτουργία του ἄρχισαν νὰ γίνονται ὁ κυρίαρχος ρυθμός του, ἕνας ρυθμὸς ἄτακτος, σπασμωδικὸς ποὺ αὐξομείωνε ἀπότομα τὴν παραγωγή, ποὺ νέκρωνε ἀπότομα ὁλόκληρους κλάδους καὶ ἀπαιτοῦσε γρήγορα τὴν Ὅλο καὶ συχνότερα οἱ ἐργαζόμενοι ἦταν ὑποχρεωμένοι εἴτε νὰ μετακινοῦνται σὲ νέες θέσεις ἐργασίας εἴτε νὰ μένουν χωρὶς ἐργασία, κεραυνοβολημένοι ἀπὸ ἀπρόβλεπτες ἀλλαγές. Σήμερα τὸ κεραυνοβόλημα ἔγινε κανόνας. Καὶ γιὰ νὰ ἐλεγχθεῖ κάπως ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων, οἱ πολιτικοί, οἱ ἐπιχειρήσεις, ἀκόμη καὶ ἡ ἐκπαίδευση ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους νὰ γίνουν περισσότερο εὐέλικτοι.

Αὐτὸ γενικὰ σημαίνει νὰ μποροῦν νὰ ἀνταποκρίνονται στὶς ἀπαιτήσεις μιᾶς καινούργιας δουλειᾶς χρησιμοποιώντας «δεξιότητες» ποὺ δὲν εἶχαν ὣς τότε. Πράγμα ποὺ στὴ συνέχεια σημαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προετοιμάζονται, νὰ βρίσκονται σὲ ἐγρήγορση, νὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ ξεχάσουν ὅσα εἶχαν μάθει, γιὰ νὰ τὰ ἀντικαταστήσουν μὲ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι κι αὐτὰ προσωρινά. Ἡ γνώση ἡ ἴδια γίνεται προσωρινή.

Γιατί ὄχι; θὰ ρωτοῦσε ἕνας θιασώτης τῆς ἐξέλιξης γιὰ τὴν ἐξέλιξη. Στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μιλᾶμε καὶ γιὰ θεμελίωση. Καὶ χωρὶς μία κάποια θεμελίωση αὐτῶν ποὺ προσλαμβάνει καὶ ἐπεξεργάζεται ἡ διάνοια, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μάθηση, ἐπειδὴ λείπει ἡ θέληση γιὰ μάθηση.  Κανένα . . .
(Διαβᾶστε τὴ συνέχεια τοῦ ἄρθρου)


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Το "φευγιό" το δικό μας!




Λάβαμε μ e-mail το ρθρο ατ το γνωστο θεολόγου κ. Πανταζ Νικολάου, π τν Αστραλία, κα τ δημοσιεύουμε.
Ὁ κ. Πανταζῆς, μ συνεχες ναφορς στος πρωταγωνιστές (θετικ ρνητικά) τν συγχρόνων κκλησιαστικν πραγμάτων στ είμνηστο μητροπολίτη Φλωρίνης Αγουστνο Καντιώτη, στν κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο, τν Αστραλίας Στυλιανό, στν Πατριάρχη Βαρθολομαο, στὸν π. Ἀθαν. Μυτιληναῖο, στν π. Εθύμιο Τρικαμην, στν Οκουμενισμό, στν ποτείχιση, «στὸ "φευγιό" τὸ δικό μας τ Ἁγιογραφικὸ καὶ Ἁγιοπατερικό», στος συκοφάντες κα διαστρεβλωτς τν ερν Κανόνων, στοὺς Διαλόγους, στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Σύνοδο, στὶς συμπροσευχές, στοὺς βλασφημοῦντες τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κ.λπ. καὶ  μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, δίνει τὸ στῖγμα τῆς Οἰκουμενιστοκρατούμενης Ἐκκλησίας καὶ τονίζει τὸ καθῆκον ποὺ ἔχουν οἱ πιστοὶ ἀπέναντι στὴν Παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐπισημαίνει ἀκόμη μὲ ἔμφαση ὅτι ἡ Παράδοση αὐτή, καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σήμερα συκοφαντεῖται δεινῶς καὶ ἀνεντίμως. Παρουσιάζει δὲ ἕνα χωρίο ἀπὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἅγιος προσδιορίζει τὴν βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 
Αυτό το φοβερά εντυπωσιακό, το άκρως δυναμικό, αγωνιστικό και πολεμικό χωρίο, ανέγνωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου, σε τεραστία επιγραφή με μεγάλα γράμματα στον τοίχο, επάνω ακριβώς από τον Ιστορικό, Θρυλικό και Θριαμβικό Άμβωνα της Ζωοδόχου Αιθούσης της Αδελφότητος Σταυρός, όταν κήρυττε φλογερά ο Νεο-Χρυσόστομος και Άγιος Πατήρ της Εκκλησίας μας, π. Αυγουστίνος. Επίθετο δεν χρειάζεται. Όταν μιλούμε για άλλους συνωνύμους, το επίθετό τους είναι αναγκαίο. Ο π. Αυγουστίνος ΕΝΑΣ ήταν, είναι και θα είναι ο μοναδικός. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, αμφιβάλλω αν θα ξανάρθει άλλος!
 Με την απλή βιντεοκάμερα που είχα φέρει επί τούτου από την Αυστραλία και βιντεοσκοπούσα τις αγωνιστικές και ανεπανάληπτες ομιλίες του, παράλληλα σκεπτόμουν ενδομύχως: Αυτές οι βιντεοσκοπήσεις μια μέρα θα με κρίνουν... Έχοντας ο Άγιος Γέροντας έντονο το διορατικό χάρισμα, αμέσως μετα την ομιλία του, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του Άμβωνος, μου επανέλαβε λέξη προς λέξη, με τον χαρακτηριστικό του τόνο αυστηρότητος, τον αυτοελεγκτικό συλλογισμό μου... Και είπα "Θεέ μου, μην επιτρέψεις να σταθώ απλός, μηχανικός, άκαρπος και απαθής "καμεραμάν" αλλά αξίωσέ με να του μοιάσω έστω και στο νυχάκι..." Αλλά ακόμη και σήμερα, αυτό "το νυχάκι" παραμένει για μένα ύψος άφθαστο!

 Σε αυτή την Αίθουσα πάλι, θαύμαζα τον Θεολογικό Αστέρα του Στρατευομένου Αντι-αιρετικού Στερεώματος και Πανθομολογητή Θεολόγο, (παρακαλώ με "Θ" κεφαλαίο, κι ας υπογράφει ο ίδιος πάντοτε εν ταπεινώσει, με "θ" μικρό) ο αξιότιμος και Αξιολογώτατος Ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και των πάνυ δυσκόλων χωρίων αυτής, ο επ' εσχάτων των αντιχρίστων χρόνων και αισχρών πατριαρχικών χρονικών ανυποστάτως και παναδίκως "αφορισθείς", ο τουναντίον εκ κοιλίας μητρός αυτού αφορισθείς προς την υψίστην Ποιμαντικήν της Θεολογίας Επιστήμην, ο αγαπητός Νικόλαος Σωτηρόπουλος, σε αυτήν την αίθουσα λέγω, έβλεπα και δάκρυζα, και ξαναβλέπω τώρα νοητώς και ξαναδακρύζω, ορώμην ενώπιόν μου διαπαντός, το δάχτυλό του να υψώνεται Προδρομικώς και να δείχνει την ως άνω επικεφαλίδα, το Θεόπνευστο αυτό τροπαιοφόρο, Αγιογραφικό χωρίο.
"Έως θανάτου αγώνισαι υπέρ της Αληθείας και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου!" Όσες φορές και να το λες, και μύριες φορές να το ξαναδιαβάζεις, δεν το βαριέσαι. Δεν είναι και μικρό πράγμα να' χεις ΣΥΜΜΑΧΟ και ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΗ τον...  Ίδιο τον Θεό! Τύφλα να 'χουν τα Ηνωμένα Έθνη που μόνο διχόνια καταφέρνουν. Τύφλα να'χει ο κάθε Κόφι-Ανάν, ο Μπούς, η Κοντολίσα Ραϊς και ο κάθε Μασονοπρόβλητος Ομπάμα! Αυτοί, "του θανατά", εμείς "έως Θανάτου!"
 "Έως θανάτου αγώνισαι..."Λένε συχνά πως δεν πρέπει να φτάνουμε στα άκρα. Οι άνθρωποι "των άκρων" λέγονται "εξτρεμιστές" από το "extremus". Ο θάνατος όμως είναι το άκρον της ζωής. Ο Θεός ζητάει να αγωνιζόμαστε μέχρι τελικής πτώσεως, μέχρι θανάτου. Αυτό κι αν είναι θεϊκή ακρότης!
 Ο Θεός θέλει και επιθυμεί Πιστούς των άκρων. Γίνε πιστός, σου λέει. "Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής" (Αποκ. 2, 10). Των άκρων λοιπόν, μέχρι θανάτου. Να, τα θεϊκά και υπερευλογημένα άκρα. Και ποιά είναι ακριβώς αυτά τα άκρα; Τί λοιπόν; Θα γίνουμε "βομβιστές αυτοκτονίας;" Ασφαλώς όχι! Δεν σκορπούμε το θάνατο, ούτε σκορπούμε την Ορθόδοξη Πίστη με την απειλή του θανάτου, διά μαχαίρας, διά της βίας και του φόβου, όπως κάνουν οι μουσουλμάνοι.
 Ποιά είναι τα άκρα; Ο Θεός δεν θέλει χλιαρούς, δεν θέλει μεσαίες καταστάσεις. Θέλει πιστούς αποφασισμένους για όλα και αμέσως ετοίμους να φτάσουν στα άκρα. Θέλεις "Άκρο"; Ακραίο δεν ήταν να ζητά ο Θεός από τον Αβραάμ να σφάξει και να κάψει ολοζώντανο το μικρό του παιδάκι; Και πάνω στην ώρα που πήγε να υπακούσει και να πειθαρχήσει στη Θεϊκή Εντολή, στοοοπ το χέρι του Θεού! Φτάνει ως εδώ. Έως που; "Έως Θανάτου!" 
Θέλει "εξτρεμιστές" της Αληθείας ο Θεός! Οι εχθροί μας βέβαια, ("εχθροί" όχι διότι τους μισούμε εμείς αλλά, εχθροί διότι μας εχθρεύονται αυτοί και μας πολεμούν σφοδρώς οι κατήγοροί μας, οι εν Χριστώ αδελφοί μας) και τί δεν μας έχουν πει; "Χρυσαυγίτες της Εκκλησίας", Ταλιμπάν κ.ά. Χαλάλι. Ο Θεός να τους έχει καλά. Πραγματικά, ευχόμαστε εμείς οι ίδιοι ανάθεμα να είμαστε και να κολαστούμε χάριν της σωτηρίας των αδελφών μας κατά Πίστιν. Εάν με την Αποτείχισή μας συντελέσουμε να καταδικαστεί η Παναίρεση του Οικουμενισμού, να τιμωρηθούν οι ενόχοι, να ενωθούν όλοι οι αδελφοί, του Παλαιού και του Νέου και να "παύσουν Εκκλησίας τα σκάνδαλα" τότε άξιζε η αυτοθυσία.
 Εάν αυτοί γνωρίζουν άλλο τρόπο απομακρύνσεως από την παναίρεση του Οικουμενισμού, ξένο στην Αγία Γραφή και αποξενωμένο από τους Αγίους μας Πατέρες, ας τον ακολουθήσουν. Θεός κι η ψυχή τους. Αλλά ας μη μας μισούν και μη μας πολεμούν επειδή πολεμούμε την αίρεση. Μοιάζουν, λέγει ο Άγιος Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, μοιάζουν με σκυλί που το πετάει κάποιος πέτρα και, επειδή είναι δεμένο και δεν μπορεί να δαγκώσει αυτόν που την πετάει, κάθεται και δαγκώνει με λύσσα την ίδια τη πέτρα.
 Έτσι κι αυτοί οι σφοδροί πολέμιοι των Αποτειχισθέντων εν Χριστώ αδελφών. Τους "σφυρίζει" ο διάολος την ιδέα πως είμαστε "πλανεμένοι, σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας". Μας πετάει έπειτα ο πονηρός σαν πέτρες εναντίον τους και αυτοί, αντί να κυνηγήσουν τον πετροβολούντα διάβολο, κηνυγούν και δαγκώνουν εμάς, που φεύγουμε από την αίρεση και τους αιρετικούς, κατ' εντολήν του Θεού!
 Η Αποτείχιση, με την έννοια της απομακρύνσεως πάντοτε, την έννοια "του φευγιού" είναι Πατροπαράδοτη και γενικός κανόνας στην Ιστορία της Εκκλησίας. Οι Μεγάλοι Άγιοι που κατασυκοφαντήθηκαν (και ΔΕΝ παρομοιάζουμε τους αμαρτωλούς εαυτούς μας με αυτούς!) όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Άγιος Νεκτάριος, δέχτηκαν όλοι να απομακρυνθούν, να φύγουν, να αφορισθούν, είτε σε εξορίες, είτε σε εκδιώξεις θέσεων και θρόνων, για να φανερωθεί η αλήθεια, με ταπείνωση και αγάπη.
 Αλλά ακόμη και όλοι γενικώς οι μοναχοί, οι ασκητές, τί κάνουν; Φεύγουν, απομακρύνονται, αφορίζονται, αποτειχίζονται από τον κόσμο και πάνε στην Ιερά Μονή, στον τόπο της ασκήσεως και του καθαρμού. Η φυγή η δική μας δεν είναι τοπική, αλλά τροπική. Με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε "τις αιρέσεις απωλείας" ως "αιρέσεις σωτηρίας", όπως ύπουλα τις μετατρέπει και πονηρά τις αποκαλεί ο πατριάρχης Βαρθολομαίος. Τραγική ένδειξη και νεκρική κατάντια η έλλειψη, απουσία και ανυπαρξία "Κεντρικού Γραφείου Αντιαιρετικού Αγώνος" εντός του κέντρου της Ορθοδοξίας, εντός του Πατριαρχείου, που να ενημερώνει και να προφυλάσσει τους πιστούς από τη πανσπερμία καταστρεπτικών αιρέσεων.
 Το "φευγιό" το δικό μας είναι και Αγιογραφικό, και Αγιοπατερικό. Η φυγή δεν σημαίνει αναγκαστικά ηττοπάθεια και ήττα. Δεν είναι πάντοτε αδυναμία, αλλά συχνά και δύναμη, αίμα και πυρ. Η παραίτηση είναι επένδυση και ένδειξη δυνάμεως. Ξέρετε τί ΔΥΝΑΜΗ είναι το "χαίρειν αυτώ μη λέγητε;" Γνωρίζετε τί ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ είναι να αρνηθούμε να συνδιαλεχθούμε μαζί τους; Να παραιτούμαστε με την πρώτη από τον κάθε παρατεινόμενο εις τους αιώνας διάλογο, ακολουθώντας τον παρατεινόμενο εις τους αιώνας Χριστό;
 Μιλήσαμε μία, μιλήσαμε δύο και τα ξαναείπαμε τρεις και χίλιες δεκατρείς μαζί τους στα Διαθρησκειακά Συνέδρια. Τί πλεόν θέλουμε; Πού το πάμε; Ξεχνούμε και καταπατούμε τελείως την αυστηρή και ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΗ εντολή του δημιουργοῦ τοῦ «Ύμνου της Αγάπης» αποστόλου Παύλου «μετά πρώτης και δευτέρας νουθεσίας ΠΑΡΑΙΤΟΥ»; Το οποίο

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;




Εἶναι πανθομολογούμενο ἀπὸ ὅσους πιστοὺς ἀποδέχονται ὅτι ἡ μοναδικὴ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὅτι ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη καὶ ὕπουλη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, εἶναι ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Εἶναι ἕνα εἶδος χαμαιλέοντα, ποὺ προσαρμόζεται σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις·  εἶναι μιὰ αἵρεση, οἱ ἐμπνευστὲς καὶ οἱ διακινητὲς τῆς ὁποίας εἶναι πλήρεις ὑποκρισίας καὶ δολιότητος· πρόκειται γιὰ ἕνα ἀλλόκοτο ἀνακάτεμα τῆς ἀλήθειας, τῆς θεολογίας, τοῦ ἀμοραλισμοῦ, τῆς

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Οικουμενισμός πιο επικίνδυνη αίρεση από τον Χιλιασμό



ΠΡΟΣ ΤΟΝ π. ΘΕΟΔΩΡΟ ΖΗΣΗ



ΕΥΛΟΓΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ

Παρακολουθούμε συχνά τις ομιλίες και τα άρθρα του π. Θεοδώρου Ζήση. Κάθε φορά, όμως, που ακούμε μια ομιλία του, που αναφέρεται στον Οικουμενισμό και τους Οικουμενιστές Επισκόπους, μας γεννιέται πάντα το ίδιο ερώτημα:
Αφού είναι αίρεση ο Οικουμενισμός, αιρετικός ο Πατριάρχης και οι περί αυτόν Επίσκοποι, γιατί δεν εφαρμόζει αυτό, που ο ίδιος επί δέκα χρόνια συνιστούσε: την απομάκρυνση από τους αιρετικούς, την διακοπή κοινωνίας και μνημονεύσεως του ονόματος των αιρετικών; Δικής του εμπνεύσεως θεωρία περί αποτειχίσεως δίδασκε τότε, κι όχι την διδασκαλία της Εκκλησίας; Πότε έκανε λάθος; Τότε ή τώρα; Δεν ήταν –η διδασκαλία του αυτή– σύννομη και σύμφωνη με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων; Ποια θεολογική εξήγηση υπάρχει; Εξ  άλλου, είχε υποσχεθεί πριν δύο χρόνια -σε κάποια συνάντηση στο Βόλο- ότι θα δώσει θεολογική εξήγηση σύντομα· τότε ήταν εμπερίστατος και δεν μπορούσε. Γιατί δεν έδωσε την οφειλομένη εξήγηση;

Αυτές οι απορίες και τα ερωτήματα οξύνθηκαν χθες, καθώς διαβάσαμε στο ιστολόγιο «Κατάνυξις» ένα άρθρο του π. Θεοδώρου Ζήση με τίτλο:
«Οι "Μάρτυρες του Ιεχωβά" και ο Οικουμενισμός,
Ποια αίρεση από τις δύο είναι πιο επικίνδυνη;».
Σ’ αυτό ο π. Θεόδωρος, συμπεραίνει, ότι πιο επικίνδυνη αίρεση είναι ο Οικουμενισμός, ακόμα και από αυτή την αίρεση των «Μαρτύρων του Ιεχωβά».
Ασφαλώς και συμφωνούμε μαζί του, και καταλαβαίνουμε ότι, και το άρθρο αυτό, κινείται προς την κατεύθυνση της κατάδειξης της επικινδυνότητας της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και προέρχεται από ποιμαντική φροντίδα του π. Θεόδωρου. Όμως και σε αυτό το άρθρο υφέρπει το ίδιο ερώτημα.
Τότε, προς τί, η συνύπαρξη με τους επικινδυνότερους αιρετικούς;
Ασφαλώς

Ανάγκη συνειδητοποίησης περί απομακρύνσεως από την αίρεση του Οικουμενισμού, που μας μολύνει





Δημοσιεύουμε τμῆμα ἀπάντησης τοῦ «ἀνώνυμου Κ.» σὲ σχόλιο. Καὶ προβαίνουμε σὲ αὐτὴ τὴν δημοσίευση, πρὸς χάριν ὅσων ἔχουν τόσο πολὺ ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (καὶ κάποιους γεροντάδες ποὺ τὸν πολεμοῦν μόνο μὲ λόγια, μὲ τὸν ἀποκληθέντα «χαρτοπόλεμο»), ὥστε παρὰ τὴν προσπάθεια νὰ βιώνουν τὴν Ὀρθοδοξία, κοινωνοῦν μὲ τὴν ἀκαθαρσία τῆς αἱρέσεως, καὶ νομίζουν ὅτι βρίσκονται στὸ στέρεο ἔδαφος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Ἡ θέση εἰδικότερα στὴν ὁποία ἀπαντᾶ ὁ σχολιογράφος εἶναι:
«Γιατί είναι επιβεβλημένη η ιδική μας παρέμβαση, (σ.σ. μὲ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου, τὶς καταγγελίες, τὰ γραπτὰ κείμενα κ.λπ.) για να κατακριθεί και να αναθεματισθεί» ὁ ἤδη «αναθεματισμένος και αυτοκατάκριτος από την ίδια την αίρεση»; Δὲν ἀρκεῖ «το αρμόδιο όργανο της εκκλησίας πού θα τον καθαιρέσει... Μπορεί κάποιος να το υποκαταστήσει;».
Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ «ἀνώνυμου Κ.» εἶναι ἡ ἑξῆς:
 «...Εμείς (σ.σ. μὲ τὸ νὰ προτρέπουμε στὴν ἐφαρμογὴ τῆς Ὀρθόδοξης Πατερικῆς Παράδοσης) δεν καταδικάζουμε κανένα. Απλώς απομακρυνόμεθα από τον αιρετίζοντα, γιατί μεταδίδει μόλυνση, μας επηρεάζει ανεπαισθήτως και υπούλως και μας διαβρώνει την πίστη. Και φυσικά είναι καθήκον μας να ενημερώνουμε και όσους ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, όπως εσύ από αγάπη ενδιαφέρεσαι για την δική μας σωτηρία.
Θα σου παραθέσω δυό πατερικά κείμενα από το βιβλίο του κ. Σημάτη (Η Πατερική Στάση στους Θεολογικούς Διαλόγους, 2008):
Σὲ ἐπιστολή του  ὁ Μ. Βασίλειος, ἀφοῦ τονίζει στὸν ἐπίσκοπο Πατρόφιλο, πὼς οἱ Κανόνες προστάζουν νὰ ἀποφεύγει ὁ πιστὸς τοὺς αἱρετικούς, καταλήγει: ἐὰν ἐσὺ κρίνεις τὴν κοινωνίαν μὲ κάποιους αἱρετικοὺς ὡς πρᾶγμα ἀδιάφορον, θὰ μᾶς συγχωρήσῃς, διότι (ἐμεῖς) δὲν δεχόμεθα νὰ ἀναμιχθῶμεν μὲ τὴν ζύμην τῶν ἑτεροδιδασκάλων.
Ὁ δὲ ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σύρος (Περ μετανοας κα κατανξεως) γράφει: «Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε».

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Η Κ.Δ. για την στάση μας απέναντι στους αιρετικούς

Προσφορὰ εἰλικρινοῦς ἀγάπης (ποικιλοτρόπως λοιδορουμένης)
στοὺς ἀμετανόητους Οἰκουμενιστές
καὶ τοὺς συμπορευόμενους Ἐπισκόπους καὶ ποιμένες!

Παραθέτουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ εἰδικὴ μελέτη, διὰ τῆς ὁποίας παρουσιάζεται μέρος τῆς διδασκαλίας τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν πιστῶν, ὅταν κηρύττεται αἵρεση, μάλιστα αἵρεση, ὄχι κεκρυμμένη καὶ ἀδιευκρίνιστη, ἀλλὰ ἀποδεδειγμένη ἀπὸ πολλοὺς συγχρόνους ποιμένες καὶ θεολόγους, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ Ἅγιο, τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Πέρα ἀπὸ τὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα, ἀξίζει νὰ δεῖ κανεὶς τὴν ἑρμηνεία στὸν ἀπ. Παῦλο, τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἁγιογραφικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ ἀπάντηση στὸ θέμα, ἂν πρὶν κάποια Σύνοδος καταδικάσει τὴν αἵρεση, πρέπει νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονός, πώς, παρόλο ποὺ ἔχουν καταγγελθεῖ οἱ κακοδοξίες τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως (Πατριαρχῶν, Ἐπισκόπων καὶ ἀκαδημαϊκῶν μετα-πατερικῶν θεολόγων, καὶ συνεχίζουν νὰ ἀναλύονται καὶ νὰ καταδεικνύονται συνεχῶς καὶ ἄλλες κρυφὲς πτυχές τῆς αἱρέσεως), εἶναι τόσο πολὺ ταυτισμένοι μὲ τὴν αἵρεση οἱ Οἰκουμενιστές, καὶ τόσο σίγουροι ὅτι οἱ ἀντιδράσεις τῶν πιστῶν εἶναι μηδαμινὲς καὶ ἀδύναμες γιὰ νὰ τοὺς ἐμποδίσουν στὴν πραγματοποίηση τοῦ τελικοῦ τους σκοποῦ (τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν θρησκειῶν, ποὺ ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπιτύχουν), ὥστε δὲν αἰσθάνονται κὰν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀντικρούσουν τὶς κατηγορίες ἐπὶ αἱρέσει μὲ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα.
Ἐπαναλαμβάνουμε καὶ πάλι τὴν τεράστια εὐθύνη τῶν Ἐπισκόπων -λαλίστατων γιὰ ἄλλα ἀσήμαντα πράγματα, οἱ ὁποῖοι ἐπιδεικνύουν ἐγκληματικὴ ποιμαντικὴ ἀνευθυνότητα ἀπέναντι στὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ φέρονται ὡσὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἡ συγκεκριμένη αἵρεση, ὡσὰν νὰ μὴ διάβασαν ποτέ, γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῶν Πατέρων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐμφανιζόταν μιὰ αἵρεση. Ἀγῶνες ποὺ ἔφταναν μέχρι καὶ τὴν θυσία καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους, ὅπως φαίνεται καθαρὰ στὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκαν καὶ θανατώθηκαν, πρὶν ἀποφασίσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἡ ἑβδόμη) ὅτι ἡ Εἰκονομαχία εἶναι αἵρεση! Καὶ ἀπορεῖ κανεὶς καὶ διερωτᾶται: πῶς ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατριάρχες, οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ λοιποὶ ποιμένες ποὺ τοὺς ἀνέχονται, θὰ ἑορτάσουν τὴν ἐρχομένη Κυριακὴ 13 Ὀκτωβρίου τοὺς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;
Π.Σ.


«...Ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει διά τούς κηρύσσοντας αἵρεσι «καί δέν χρειάζεται ἄλλη ἀπόφασις Συνόδου παρά μόνο πρός κατοχύρωσι τῶν Ὀρθοδόξων». Δέν χρειάζεται ἀπόφασι Συνόδου, προκειμένου νά ἀποτειχισθῆ κάποιος πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο∙ αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει μεταβληθῆ διά τῆς αἱρέσεως σέ λύκο καί ὅτι δέν θά  τόν μεταβάλη σέ λύκο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Τέλος πάντων, πρέπει κάθε Ὀρθόδοξος νά διασφαλίση τήν ὀρθόδοξο πορεία του μόνος του, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ Ποιμένες, καί μάλιστα ἀπομακρυνόμενος ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο.
Ἕνα ἁπλό παράδειγμα, διά νά γίνη ἴσως κατανοητό αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι ὀφθαλμοφανές. Ὅταν κάποιος διαπιστώση ὅτι ὁ ἰατρός τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται εἶναι ἀπατεώνας καί κομπογιαννίτης, θά συνεχίση νά τόν ἐπισκέπτεται μέχρι νά τόν καταδικάση ἐπισήμως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἤ θά σταματήση κάθε ἐπικοινωνία μαζί του προασπιζόμενος ἔτσι τήν ὑγεία του; Κάθε λογικός ἄνθρωπος πιστεύω ὅτι θά ἀπεμακρύνετο πάραυτα ἀπό αὐτόν τόν δῆθεν γιατρό. (Καποιοι, ὅμως) πατέρες, διδάσκουν ὅτι μέχρι τήν τελική καταδίκη του ὀφείλομε νά τόν ἔχωμε ὡς ἰατρό μας καί ἁπλῶς νά διαμαρτυρώμεθα πρός τίς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες δι’ αὐτήν τήν κατάστασι. Καὶ ὅτι δέν θά ἔχη καμμία ἐπίπτωσι στήν ὑγεία μας ἡ συνεργασία μας μέ αὐτόν τόν ἰατρό καί, βεβαίως, ὅτι δέν εἴμεθα ἐμεῖς ἁρμόδιοι νά τόν κρίνωμε, ἀλλά προφανῶς εἴμεθα ἁρμόδιοι νά ὑποστοῦμε τίς συνέπειες στήν ὑγεία μας.
Γι’ αὐτές τίς συνέπειες ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο, προκειμένου μάλιστα γιά τήν πνευματική μας ὑγεία καί τή σωτηρία μας δέν ἀσχολοῦνται καθόλου. Οἱ Ἅγιοι ὅμως, ἐπειδή πρωτίστως δι’ αὐτό ἐνδιαφέρονται, διδάσκουν παντοῦ καί πάντοτε τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο μάλιστα ἀποκαλοῦν λύκο καί φαρμακερό φίδι, διά νά ὑποδηλώσουν τόν κίνδυνο πού ἐνέχει κάθε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί του. Αὐτή ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι, θά λέγαμε, ἡ αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν δύο αὐτῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων, τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν.
(Καποιοι, ὅμως) πατέρες, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἀντιστρατεύονται στόν Ἀπόστολο Παῦλο καί κατ’ ἐπέκτασιν στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, διότι, τήν ὀρθόδοξο πορεία καί τήν ἀσφάλεια διά τήν σωτηρία τοῦ κάθε πιστοῦ, τήν ἐναποθέτουν ἀποκλειστικῶς καί μόνον στή Σύνοδο, τήν στιγμή μάλιστα πού πολλοί Σύνοδοι ἐπεκύρωσαν τίς αἱρέσεις καί κατεδίκασαν τούς Ὀρθοδόξους ὁμολογητές. Στήν σύγχρονη δέ πραγματικότητα ὁμολογεῖται ἀπὸ πολλούς, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἐπί ἑκατό χρόνια δέν ἔχει καταδικασθῆ Συνοδικῶς, ἀλλά οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι βαδίζουν ἀνεξέλεγκτοι ἐπί τά χείρω «πλανῶντες καί πλανώμενοι».

Εἰς τό χωρίον λοιπόν (Γαλατ. 1,8) ἀναφέρει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τά ἑξῆς ἑρμηνευτικά: «Ἀλλὰ κἂν ἐγώ, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. Ὅρα σύνεσιν ἀποστολικήν. Ἵνα γὰρ μή τις λέγῃ, ὅτι κενοδοξίας ἕνεκεν τὰ ἴδια συγκροτεῖ δόγματα, καὶ ἑαυτὸν ἀνεθεμάτισεν... Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλά, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν» (ΕΠΕ 20,200).
Ἐδῶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει σέ κάθε ἕναν ὁ ὁποῖος ἀλλοιώνει καί στό ἐλάχιστο τό εὐαγγελικό καί ἀποστολικό κήρυγμα. Δι’ αὐτό συμπεραίνει ὅτι στόν ἀναθεματισμό περιέβαλε καί τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί ἀκόμη τούς πρώτους τῶν ἀγγέλων. «Μὴ γάρ μοι Ἰάκωβον εἴπῃς, φησί, καὶ Ἰωάννην· κἂν γὰρ τῶν πρώτων ἀγγέλων ᾖ τις τῶν ἐξ οὐρανοῦ διαφθείρων τὸ κήρυγμα, ἀνάθεμα ἔστω».
Ποία Σύνοδος ἄραγε, θά εἶχε τό δικαίωμα καί τό ἀξίωμα νά καταδικάση τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί τούς πρώτους τῶν Ἀγγέλων; Ἐδῶ ἀκόμη ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἀναθεματισμός κατ’ οὐσίαν δέν προέρχεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἤ ἀπό τήν Σύνοδο, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν φύσι τῆς αἱρέσεως. Ἐπειδή δηλαδή καί ἡ αἵρεσις προσβάλλει τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο (Ἰωαν. 14,6) εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δι’ αὐτό ὁ αἱρετικός εἶναι ἀναθεματισμένος ἐκ τῆς ἰδίας τῆς αἱρέσεώς του, ὡς κηρύσσων δηλαδή ἄλλον Χριστόν καί ἄλλον Εὐαγγέλιο. Ἡ Σύνοδος δηλαδή ἐπεκύρωσε αὐτό, τό ὁποῖο ἤδη ὑφίσταται. Ἄν ἡ Σύνοδος δέν τό κάνει αὐτό, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καί αὐτή αἱρετική, ὡς ὑποθάλπουσα καί ἀναγνωρίζουσα τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς.
Εἶναι ἐπίσης σημαντικό, καί πρέπει νά τονισθῆ, αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ἑρμηνευτικά ὁ ἅγιος:  «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλά, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν».
Νομίζω, πατέρες, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός, διά νά ὀνομασθῆ εὐστόχως ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό ἄλλους πολλούς «παναίρεσι», δέν ἀλλοιώνει κάτι «μικρόν ἤ τό τυχόν» ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα, ἀλλά ἀνατρέπει τό πᾶν.
Στή συνέχεια ὁ ἅγιος ἑρμηνεύοντας τόν ἑπόμενο στίχο (Γαλατ. 1,9) διδάσκει ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἀξιοπιστώτερη ἀπό ὅλους καί ὅλα, διότι ἐγράφη ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό καί μᾶς ἀπεστάλη διά μέσου τῶν Ἀποστόλων. Παραδόξως (κάποιοι ἀντι-Οἰκουμενιστές) ἀναφέρουν ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἁγία Γραφή νά ἀκυρώνει τήν Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διότι τά δύο αὐτά μεγέθη, Γραφή καί Παράδοση, ὡς ἰσόκυρα, ἀλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, ὥστε νά ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο». Αὐτά προφανῶς εἶναι λάθος καί ἀπορῶ πῶς τά ἰσχυρίζονται, διότι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι πλήρης καί δέν ἀλληλοσυμπληρώνεται ἀπό τήν «Κανονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας», ἀλλά ἁπλῶς ἐκφράζεται  καὶ ἑρμηνεύεται δι’ αὐτῆς.
Αὐτό σημαίνει πώς ὅ,τι δέν συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή δέν εἶναι Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι φυσικά τό ἀντίθετο, δηλαδή ὅ,τι δέν  συμφωνεῖ μέ τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁγ. Γραφή. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἡ βάσις ἀπό τήν ὁποία ἐδημιουργήθη ἡ ἱερά Παράδοσις, καί ἡ ἱερά Παράδοσις καί ἡ «Κανονική Παράδοσις» τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζουν τήν ἁγία Γραφή, τήν ἀκολουθοῦν πιστά καί τήν ἑρμηνεύουν ἀλάνθαστα, ποτέ ὅμως δέν συμπληρώνουν, διότι τότε αὐτή θά ἦτο ἐλλιπής. Τό γεγονός δέ ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο καί εἶναι ἰσόκυρα, σημαίνει ἀκριβῶς τήν πιστότητα τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως στήν ἁγ. Γραφή.
Ἐδῶ ἐπίσης, ὁ ἅγιος ἐπικυρώνει τήν μοναδικότητα τῆς ἁγ. Γραφῆς καί καθορίζει τήν θέσι της, ὅταν γράφει «αἱ δὲ Γραφαὶ πᾶσαι οὐ παρὰ δούλων, ἀλλὰ παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ Δεσπότου γραφεῖσαι ἐπέμφθησαν». Μολονότι δηλαδή ὁ Χριστός ἐν τῇ πράξει δέν ἔγραψε τίποτε, ὅμως κατ’ οὐσίαν ὅ,τι γράφει ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι λόγια καί γράμματα δικά Του.
Συνεχίζοντας ὁ ἅγιος καί ἑρμηνεύοντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἀναφέρει τά ἑξῆς:  «Διὰ τοῦτό φησιν· Ἐάν τις ὑμᾶς εὐαγγελίσηται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν; Διὰ μὲν γὰρ τοῦ τοὺς εὐαγγελιστὰς καὶ ἀγγέλους ἀναθεματίσαι, πᾶν ἀξίωμα περιέγραψε· διὰ δὲ τοῦ ἑαυτόν, πᾶσαν οἰκειότητα καὶ γνησιότητα. Μὴ γάρ μοι εἴπῃς, ὅτι Οἱ συναπόστολοί σου καὶ ἑταῖροι ταῦτα λέγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἐμαυτοῦ φείδομαι τοιαῦτα κηρύττοντος. Ταῦτα δὲ οὐχ ὡς καταγινώσκων τῶν ἀποστόλων φησίν, οὐδὲ ὡς παραβαινόντων τὸ κήρυγμα, ἄπαγε· Εἴτε γὰρ ἡμεῖς, εἴτε ἐκεῖνοι, φησίν, οὕτω κηρύσσομεν· ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ» (ΕΠΕ 20,202).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς τόν ἀναθεματισμό του συμπεριέλαβε ἅπαντας τούς κηρύσσοντας κάτι ἀντίθετο ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα. «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν;»
Ἐπίσης διδάσκει τήν διαφορά τῶν θεμάτων τῆς πίστεως ἀπό ὅλα τά ἄλλα παραπτώματα τοῦ Ἐπισκόπου, τά ὁποῖα ἐσεῖς, πατέρες, ἐπαναλαμβάνω, ἐξισώσατε, «ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ».
Ἐφ’ ὅσον  λοιπόν «ὅταν περί ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ», ὁ Θεός «ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται», πῶς κάποιοι θέτουν γιά τά θέματα τῆς πίστεως τό ἀξίωμα τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία μάλιστα, πολλάκις ἔσφαλε καί ἐδικαίωσε τήν αἵρεσι καί κατεδίκασε τήν Ὀρθοδοξία;

(Τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὶς μελέτες τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ἱερομονάχου, α) «Ἡ διαχρονικὴ συμφωνία τῶν ἁγ. Πατέρων γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ τοῦ ιε΄ κανόνος τῆς πρωτοδευτέρας συνόδου περὶ διακοπῆς μνημονεύσεως ἐπισκόπου κηρύσσοντος ἐπ’ ἐκκλησιας αἵρεσι» καὶ β) «Ἡ Ἀπάντηση στὴν κριτικὴ μελέτη τῆς Ἱ. Μητρ. Πειραιῶς».