Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Διευκρινήσεις σε ενστάσεις Αντι-Οικουμενιστών, π. Ευθ. Τρικαμηνά, Β΄ Μέρος



Μὲ τὸ ἄρθρο αὐτό «Διευκρινήσεις σὲ  Ἐνστάσεις Ἀντι-Οἰκουμενιστῶν»  π. Εὐθύμιος ἐξετάζει καὶ ἀπαντᾶ σὲ δύο βασικὲς ἐνστάσεις τῶν ἀντιΟἰκουμενιστῶν. Ἡ πρώτη (τὴν ἀπάντηση τῆς ὁποίας δημοσίευσαμε χθές) εἶναι ἡ ἑξῆς:
«Ὁ κάθε Ὀρθόδοξος καί εἰδικά ὁ κληρικός πρέπει κάπου νά ἀνήκει. Δέν εἶναι ὡς ἐκ τούτου δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἐπειδή αὐτός εἶναι Οἰκουμενιστής. Κι ὄχι μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἀλλά συγχρόνως, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ καί ἀπό ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀπό τά Πατριαρχεῖα καί τίς τοπικές Ἐκκλησίες, διότι ἔτσι ἐξέρχεται ἀπό τήν Ἐκκλησία».
        Σήμερα δημοσιεύουμε τὸ Β΄ μέρος,  στὸ ὁποῖο δίδεται ἡ ἀπάντηση  σὲ μιὰ δεύτερη ἔνσταση τῶν ἀντιΟἰκουμενιστῶν.


Β΄ Μέρος
 Θά ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καί μία δεύτερη ἔνστασι τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, τήν ὁποῖα πολύ ἐπικαλοῦνται καί, τρόπον τινά, αἰσθάνονται ὅτι δι’ αὐτῆς κατοχυρώνονται στόν συμβιβασμό καί στό βόλεμα. Δι’ αὐτήν ἔχουμε γράψει καί στό παρελθόν καί ἔχουμε ἀναφερθῆ, πλήν ὅμως, ἐπειδή διαρκῶς χρησιμοποιεῖται ὡς προπαγάνδα ὑπέρ τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς ἄχρι καιροῦ (εἰς αἰῶνα δηλαδή τό ἅπαντα) ἀναμονῆς, πρέπει νά ἐνημερώνουμε τούς ἀδελφούς εὐκαίρως ἀκαίρως, εἰς τρόπον ὥστε ὁ καθένας νά ἀναλογίζεται τήν προσωπική του εὐθύνη διά τήν διαιώνισι τῆς αἱρέσεως.
Ἡ ἔνστασις αὐτή τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἀναφέρεται στούς σύγχρονους γέροντες (π. Πορφύριο, Παΐσιο, Ἰάκωβο κ.λπ.) ἀκόμη δέ καί σέ κάποιους ζῶντες (πχ. π. Ἐφραίμ τῆς Ἀμερικῆς).
Ἰσχυρίζονται λοιπόν ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐτοί ἔζησαν ὡς σύγχρονοι γέροντες μέσα στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τήν ἐγνώριζον πολύ καλά καί τήν κατήγγειλαν, γιατί δέν ἀποτειχίστηκαν; Ἄρα, ἐφ’ ὅσον αὐτοί οἱ γέροντες ἔτσι ἐνήργησαν, ὡς φωτισμένοι καί ἅγιοι, πρέπει καί ἐμεῖς νά τούς ἀκολουθήσουμε, τήν στιγμή μάλιστα πού ὁ Θεός ἔδειξε καί δείχνει διά θαυμάτων τήν ἀνάπαυσί του πρός αὐτούς καί τήν χάρι πού ἔλαβον.
Ὅσο σκέπτομαι καί ἀναλύω μέσα μου αὐτό τό ἐπιχείρημα, τόσο κατανοῶ ὅτι μόνο στούς ἐσχάτους καιρούς καί στήν Νέα Ἐποχή θά ἠδύναντο Ὀρθόδοξοι νά προβάλλουν τέτοια ἐπιχειρήματα. Διότι μόνο στούς ἐσχάτους καιρούς πού θά πληθυνθῆ ἡ ἀνομία, πού θά γίνουν τά ἄνω κάτω, πού θά παρουσιάζεται ἡ νύχτα σάν ἡμέρα, θά ἠδύναντο καί τά λάθη κάποιων, νά παρουσιαστοῦν ὡς ἀρετές καί, μάλιστα, νά τεθοῦν ὡς πρότυπο πρός μίμησι καί εἰδικά γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Θά ἠδυνάμεθα λοιπόν, ἀντί νά ἀπολογούμεθα ἐμεῖς γιά τά λάθη αὐτῶν τῶν γερόντων, πού σάν ἄνθρωποι ἔκαναν, νά χρησιμοποιήσουμε τήν σκέψι τοῦ Χρυσορρήμονος ἁγίου καί νά ἀντιστρέψουμε τήν ἐρώτησι πρός τούς Οἰκουμενιστές καί τούς Ἀντιοικουμενιστές οἱ ὁποῖοι καί εἰς αὐτό τό σημεῖο συμφωνοῦν, γιά ἰδιαίτερους ὁ καθένας λόγους, καί νά ἀναφέρουμε τά λόγια τοῦ Χρυσοστόμου: «τοῦτο οὐ σόν ἐστιν εἰπεῖν πρός με, ἀλλ’ ἐμέ δίκαιον ἄν εἴη πρός σε λέγειν» (ΕΠΕ 34,148).
Δηλαδή μέ ἁπλά λόγια λέει ὁ Χρυσόστομος νά ἀντιστρέψουμε τήν ἴδια ἐρώτησι καί τόν ἴδιο συλλογισμό πού μᾶς ὑποβάλλουν καί νά τούς ἐρωτήσουμε τό ἐξῆς:  Γιατί πατέρες, αὐτοί οἱ σύγχρονοι γέροντες ἐβάδισαν ἀντίθετα σέ αὐτά πού σέ πολλά σημεῖα ἡ ἁγία Γραφή διακελεύει, γιατί ἐβάδισαν ἀντίθετα σ’ αὐτά πού οἱ ἱεροί Kανόνες πάλιν καί πολλάκις νομοθετοῦν, γιατί ἐβάδισαν ἀντίθετα σ’ αὐτά πού ἅπαντες οἱ ἅγιοι, μηδενός ἐξαιρουμένου, διακελεύουν, γιατί τέλος πάντων ἐβάδισαν ἀντίθετα καί ἰδιόγνωμα καί, τρόπον τινά, ἐγωϊστικά καί ἀντίθετα σέ ὅλη τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι καί μάλιστα γιά τά θέματα τῆς πίστεως; «ἡμεῖς δίκαιον ἄν εἴῃ πρός ὑμᾶς λέγειν».
Διότι ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ταπεινό τό νά παραβλέψης Γραφές, Κανόνες καί Πατέρες, καί μία δισχιλιετῆ Ὀρθόδοξο Παράδοσι καί νά βαδίσης ἰδιόγνωμα καί μάλιστα, μέ αὐτόν τόν τρόπο, νά γίνης κακό παράδειγμα σέ ὅσους σέ ἔχουν ὡς πρότυπο πρός μίμησι καί σέ ὅσους θέλουν νά ἐκμεταλλευτοῦν αὐτή τήν στάσι των.
Ἐπειδή οἱ μέν Οἰκουμενιστές, ἐκμεταλλευόμενοι αὐτή τήν παθητική στάσι τῶν συγχρόνων γερόντων στά θέματα τῆς πίστεως, τούς ἁγιοποιοῦν καί τούς προβάλλουν ὡς πρότυπα πρός μίμησι, ἀποβλέποντες εἰς τήν ἑδραίωσι τῆς αἱρετικῆς θεωρίας των, περί Ἐπισκοποκεντρικῆς καί ὄχι Χριστοκεντρικῆς Ἐκκλησίας, περί τυφλῆς ὑποταγῆς στόν Ἐπίσκοπο, ἀκόμη καί ἄν αὐτός εἶναι αἱρετικός, περί τοῦ ὅτι ἡ Σύνοδος μόνο δύναται νά κρίνη τόν Ἐπίσκοπο ἄν σφάλλη, ἔστω καί στά θέματα τῆς πίστεως, καί ὄχι οἱ πιστοί, περί τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν πλανᾶται στήν πίστι καί «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», περί τῆς Ἐπισκοποκεντρικῆς θεωρίας «ὅπου ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί ἡ Ἐκκλησία», ἀνεξαρτήτως τῆς πίστεως του, περί..... περί..... περί.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ Ἀντιοικουμενιστές σάν γνήσια ἀδελφάκια τῶν Οἰκουμενιστῶν καί ὡς ἐργαζόμενοι ὑπέρ αὐτῶν, προβάλλουν τούς σύγχρονους αὐτούς γέροντες, ἔχοντας ὅμως ἄλλους στόχους καί σκοπούς, δηλαδή νά ἑδραιώσουν τίς αἱρετικές των καί αὐτοί θεωρίες, περί τοῦ δυνητικοῦ τοῦ κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, περί τοῦ ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο εἶναι σχίσμα, ὅτι διά τῆς ἀποτειχίσεως ἐξέρχεσαι τῆς Ἐκκλησίας, περί τοῦ ὅτι δέν μολυνόμεθα ἀπό τήν παραμονή καί συμπόρευσι μέ τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, περί τῆς νεοεποχιτικῆς θεωρίας ὅτι, δηλαδή, ἀρκεῖ ἡ θεωρητική ὁμολογία καί ὁ χαρτοπόλεμος γιά νά εἶναι ἐν καιρῷ αἱρέσεως κάποιος Ὀρθόδοξος, περί....περί...περί...περί, τέλος πάντων, τῆς θεωρίας τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τῆς ἄχρι καιροῦ μνημονεύσεως, τῆς μεταθέσεως τῶν ὁρίων τῆς ἀποτειχίσεως στό λεγόμενο κοινό ποτήριο καί πάει, κατά τό δή λεγόμενο, λέγοντας.
Ἄν ἐμεῖς οἱ ἀποτειχισμένοι, ἤ τέλος πάντων οἱ Παλαιοημερολογίτες, ἐπροβάλαμε ὡς ἁγίους τούς συγχρόνους αὐτούς γέροντες, θά ἔπρεπε καθηκόντως καί ἐμεῖς νά ἀπολογηθοῦμε καί νά δικαιολογήσωμε τά λάθη των, ὥστε σ’ αὐτά τά λάθη τουλάχιστον νά μήν τούς θεωρήσωμε πρότυπα πρός μίμησι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τούς προβάλλουν ὡς ἁγίους οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές, πρέπει, αὐτοί νομίζω, νά δικαιολογήσουν καί τά λάθη των, τά ὁποῖα ἀνθρωπίνως ἔπραξαν, ὥστε πάλι νά μήν θεωρηθοῦν καί ὡς πρός αὐτά ὡς πρότυπα πρός μίμησι.
Τήν στιγμή ὅμως πού ὄχι μόνο τούς προβάλλουν ὡς ἁγίους, ἀλλά προβάλλουν καί ἀποθεώνουν καί τά λάθη των· καί ὄχι μόνο τά προβάλλουν, ἀλλά καλύπτονται πίσω ἀπό αὐτά· καί ὄχι μόνο καλύπτονται, ἀλλά παρουσιάζονται καί ὡς διακριτικοί καί συνετοί· καί ὄχι μόνο διακριτικοί, ἀλλά καί ἀκόλουθοι τῶν ἁγίων, τότε νομίζω διαγράφουμε Γραφές, Κανόνες καί Ἁγίους καί, μέ ἕνα νεοεποχίτικο πήδημα, μεταφερόμαστε στούς σύγχρονους γέροντες κατά τό πρότυπο τῶν μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβά, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί παρομοίως διέγραψαν τήν δισχιλιετῆ Παράδοσι τῆς Ἐκκλησιας καί μέ ἕνα πήδημα εὑρέθησαν στόν 19ο αἰῶνα στόν Κάρολο Ρῶσελ.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔκαναν πρό εἰκοσαετίας καί πλέον οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι καί ἁγιοποίησαν τόν Χρυσόστομο Σμύρνης καί ἔτσι ἄλλαξαν τήν περί ἁγίων δισχιλιετῆ Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἁγιοποιώντας ἕνα Οἰκουμενιστή Μασῶνο, Πανθεϊστή, Πατριδολάτρη, Ἐθνικιστή, πολέμιο τοῦ μοναχισμοῦ, νεωτεριστήν μέ πρότυπο τούς Προτεστάντες, αἱρετικό ἀπό ὅλες τίς ἀπόψεις τοῦ βίου του καί, τελικά, Ἐθνομάρτυρα, μέ μόνο στοιχεῖο ἁγιότητος τό ἀποκλειστικῶς καί μόνο ὑπέρ τῆς πατρίδας μαρτύριό του.
Τώρα λοιπόν κατά τόν ἴδιο ἤ παρόμοιο τρόπο, διά τῶν συγχρόνων γερόντων καί τῆς προβολῆς των στά θέματα τίς πίστεως, ἀλλάζουμε τήν δισχιλιετῆ Ὀρθόδοξο Παράδοσι γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι τῶν πιστῶν καί εἰσάγουμε τήν παθητική στάσι τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι τήν θεωρητική μόνο ὁμολογία καί τήν πρακτική συμπόρευσι μέ τήν αἱρεσι.
Τό παράδοξο εἶναι ὅτι μέχρι τώρα γνωρίζαμε ὅτι τούς ἁγίους τούς ἐπροβάλλαμε σάν πρότυπα πρός μίμησι, στά θέματα πού διακρίθηκαν καί ἀγωνίστηκαν μέ θυσίες καί ἰδρῶτες, ὅπως πχ. ἐπροβάλαμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν ἐλεήμονα γιά τήν ἐλεημοσύνη του, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο γιά τήν ἀκρίβεια καί ὑψηλή θεολογία του, τούς μάρτυρες γιά τίς θυσίες των, τούς ἀσκητές γιά τήν ἀσκησί των, τούς ὁμολογητές γιά τήν μαρτυρική ὁμολογία των καί ὅλους μαζί γιά τήν πιστότητά των στίς Γραφές καί στήν δισχιλιετή  Ὁρθόδοξο Παράδοσι.
Τώρα, ἀντιθέτως, προβάλλουμε τούς σύγχρονους γέροντες δι’ αὐτά στά ὁποῖα δέν διακρίθηκαν, οὔτε ἔδωσαν τήν καλή μαρτυρία, οὔτε ὑπέστησαν κάτι, σ’ αὐτό πού τούς προβάλλουμε καί ἔτσι, ἀποδεικνύουμε ὅτι γιά νά ἀλλάξη ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις, πρέπει νά ἀλλάξη  πρῶτα ἡ προαίρεσίς μας καί ἀπό μαρτυρική νά γίνη συμβιβαστική καί ἀμφοτερίζουσα. Καί δέν ὁμιλῶ τώρα γιά τούς σύγχρονους γέροντες, οἱ ὁποῖοι ἴσως νά μήν ἔσφαλαν στό σημεῖο αὐτό ἀπό δειλία καί συμβιβασμό ἤ βόλεμα, ἀλλά ἀπό ἄγνοια, ἀφέλεια ἤ τέλος πάντων ἀπό τά κακά παραδείγματα τῶν συγχρόνων σχισμάτων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀλλά ὁμιλῶ δι’ ὅλους ὅσους ἐκμεταλεύονται αὐτές τίς ἐλλείψεις τῶν συγχρόνων γερόντων καί προσπαθοῦν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νά ἀλλάξουν τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀλλάζει ἀπό τά λάθη τῶν ἑκάστοτε πατέρων, ἔστω καί ἁγίων, ἄν ἐγώ π.χ., δέν προβάλλω ὡς πρότυπο πρός μίμησι τόν Αὐγουστίνο Ἐπίσκοπο Ἱππῶνος γιά τά θέματα τῆς πίστεως, στά ὁποῖα τά ἔκανε θάλασσα, οὔτε τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο Κύπρου, ὁ ὁποῖος ἀφελῶς παρασύρθηκε ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας καί ἐφέρθηκε ἀπαξιωτικά, σάν σέ αἱρετικό πρός τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἤ τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας πού καί αὐτός, παρασυρόμενος ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας, δέν ἤθελε νά ἀναγράφη στά δίπτυχα τόν Χρυσόστομο, ὡς δῆθεν καθηρημένο ὑπό Συνόδου, ἤ τόν μέγα Κων/νο, ὁ ὁποῖος ἐξώρισε τόν Μέγα Ἀθανάσιο κ.λπ.
Αὐτά ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα λάθη καί ἀποδεικνύουν ὅτι καί οἱ ἅγιοι ὡς ἄνθρωποι ἔκαναν σφάλματα, ὅπως καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν ἐλέχθηκε κατά πρόσωπον ἀπό τόν Παῦλο, διότι ἐφέρετο μέ διπροσωπία. Ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ὅμως ἀλλάζει, ὅταν αὐτά τά ἀνθρώπινα λάθη ἐμεῖς τά παρουσιάσωμε σάν πρότυπο πρός μίμησι,  σάν διάκρισι, ἀποφυγή σχίσματος, παραμονή στήν Ἐκκλησία κ.λπ. Διότι τότε τό λάθος τό παρουσιάζω ὡς ἀρετή καί αὐτό εἶναι πρωτοφανές στήν δισχιλιετή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποδεικνύει τήν ἐσωτερική μας διαστροφή καί τήν ἀλλαγή τοῦ μαρτυρικοῦ μέ τό κοσμικό φρόνημα.
Ἄς δοῦμε ὅμως τό παράδειγμα τῶν συγχρόνων γερόντων κατ’ ἀρχάς μέ τό μάτι τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως γνωρίζουμε, ἔχει ὁμιλήσει πρωτογενῶς γιά ὅλα τά θέματα καί εἰδικά γιά τά θέματα πίστεως. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν ἀναθεματίζει ὅποιον θελήσει νά εἰσαγάγη ἄλλη διδασκαλία καί πίστι πέραν αὐτῆς  πού εἶναι καταγεγραμμένη στήν Ἁγία Γραφή. Στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή ἀναφέρη τά ἑξῆς: «ἀλλά καί ἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. ὡς προειρήκαμεν, καί ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1, 8-9).
Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μέ θαυμάσιο τρόπο, ὁμιλώντας μάλιστα γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι, ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς τόν ἀπόστολο Παῦλο, ἀναφερόμενος στίς καινοτομίες τῆς ἐποχῆς του: «Εἷς γάρ νόμος ἔσται, φησί, καί ἕν εὐαγγέλιον παρελάβομεν˙ καί ὅς ἐκ τοῦδε τοῦ εὐαγγελίου κἄν τό τυχόν παρασαλεύσοι, κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀρκεῖ σοι ἡ ἀσφάλεια. μή βασιλεύς μείζων ἀγγέλου; μή οὐχί ὁ κοσμοκράτωρ ἐν τῷ κόσμῳ μείζων πάντων τῶν κοσμοκρατορικῶς κρατούντων δαιμόνων καί ἀνθρώπων, ἀλλ’ οὐχί θεϊκῶς; καί τί ὁ ἀπόστολος; ἀνάθεμα ἔστω. ἄγγελοι οὐ τολμῶσι παρασαλεῦσαι, οὐδέ σαλεύοντες μένουσι μή ἀναθεματιζόμενοι, ὡς ὁ διάβολος καί ἡ ἀποστατική αὐτοῦ πληθύς. καί πῶς ἄνθρωπος πᾶς ἐν σαρκί ὤν, σαλεύων καί καινοτομῶν, καί μάλιστα τοιαύτας καινοτομίας, οὐκ ἀλλότριος θεοῦ;» (Φατ. 36, 103, 720. Ἐδῶ παρεμπιπτόντως ἐπισημαίνομε ὅτι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἰσχύει αὐτομάτως, κατά τόν ὅσ. Θεόδωρο τόν Στουδίτη, σέ ὅσους καινοτομοῦν καί διδάσκουν ἀντίθετα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, χωρίς νά χρειάζωνται ἀποφάσεις Συνόδων ἤ ἄλλες διαδικασίες. Ἡ δέ ὑπερβολή τοῦ Παύλου νά συμπεριλάβη στόν ἀναθεματισμό ἀπό ἀγγέλους μέχρι ἀποστόλους, δείχνει τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος καί συγχρόνως τήν αὐστηρότητα ἡ ὁποία καί ἀπαιτεῖται γιά τά θέματα τῆς πίστεως.
Γιά νά ἐρωτήσουμε λοιπόν καί ἐμεῖς μέ τά λόγια τοῦ ὁσίου. Μήπως ὁ π. Πορφύριος καί οἱ λοιποί σύγχρονοι γέροντες εἶναι μείζονες ἀγγέλου, ὥστε νά μήν ἰσχύη δι’ αὐτούς ὁ ἀναθεματισμός; Ἤ μήπως εἶναι μείζονες τῶν Ἀποστόλων; Διότι ἐφ’ ὅσον οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές τούς προβάλλουν, παραβλέποντας Γραφές καί Ἁγίους, ἔτσι φαίνεται ὅτι τούς ἀποδέχονται. Ἀντί δηλαδή νά προσπαθήσουν νά ἀποδείξουν ὅτι οἱ σύγχρονοι αὐτοί γέροντες εἶναι σύμφωνοι μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι στό θέμα αὐτό πού τούς προβάλλουν, τούς προβάλλουν ἀντιθέτως γνωρίζοντας ὅτι στά θέματα αὐτά ἔσφαλαν.
 Ἐδῶ βέβαια δέν ἀναθεματίζονται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο οἱ σύγχρονοι αὐτοί γέροντες, διότι αὐτοί δέν ἐδίδαξαν καινοτομώντας ὅτι αὐτή εἶναι καί ἐν καιρῷ αἱρέσεως Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δυστυχῶς ἀναθεματίζονται ἀπό τόν ἀπόστολο, ὅλοι ὅσοι διδάσκουν ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως πρέπει νά παραβλέψουμε Γραφές, Κανόνες καί Ἁγίους  καί νά ἀκολουθήσουμε, τήν συμβιβαστική ὁδό τοῦ βολέματος καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ, ἀποβλέποντες στά παραδείγματα αὐτά τῶν συγχρόνων γερόντων.
Δηλαδή κοντολογίς ὄχι ὁ π. Πορφύριος πού πρόσφατα ἁγιοποιήθηκε, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἤ ὁ Παῦλος νά ἔλθουν καί νά μᾶς διδάξουν αὐτές ἤ ἄλλες καινοτομίες, δέν πρέπει νά ὑπακούσουμε. Αὐτό γράφει ἡ Ἁγία Γραφή.
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο προκαλέσαμε τούς Ἀντιοικουμενιστές πατέρες νά μᾶς παρουσιάσουν τά ἁγιογραφικά στηρίγματα αὐτῶν τῶν συγχρόνων καί νεοεποχίτικων θεωριῶν καί αὐτοί, γιά στηρίγματα παρουσιάζουν τούς σύγχρονους γέροντας, οἱ ὁποῖοι στό σημεῖο αὐτό ἐβάδισαν ἄλλη ὁδό (προφανῶς μέ ἀγαθή προαίρεσι) ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἁγίους. Καί ἐπειδή αὐτές οἱ θεωρίες βολεύουν ἄριστα καί ἐναρμονίζονται θαυμάσια μέ τήν ἐποχή μας, γίνονται ὁπωσδήποτε ἀποδεκτές ἀπό τούς πολλούς ἀβασάνιστα καί θά λέγαμε γιά λόγους ἀσφαλείας (καθαιρέσεις κ.λπ.).
Ἄς δοῦμε ὅμως τό παράδειγμα τῶν συγχρόνων γερόντων γιά τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς των καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἁγίων. Ἐγώ μέχρι τώρα, ἀπό αὐτά πού ἔχω μελετήσει ἀπό τήν διδασκαλία καί τούς βίους τῶν ἁγίων, καί ἀπό αὐτά πού ἔχω δεῖ νά παρουσιάζουν ἄλλοι σύγχρονοι καί σοβαροί μελετητές, δέν εἶδα νά ὑπάρχη ἡ παραμικρή διδασκαλία, οὔτε σάν ὑπόνοια, ἤ ἀσάφεια, ἤ ἐνδεχόμενο ἀπό τούς ἁγίους, πού νά ταιριάζη ἤ νά προσαρμόζεται, ἔστω κακόγουστα, μέ τίς σύγχρονες αὐτές νεοεποχίτικες θεωρίες τῆς συνυπάρξεως σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο μέ τούς αἱρετικούς, τῆς ἀναγνωρίσεως των εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, τῆς μνημονεύσεώς των, ἤ τῆς θεωρίας ὅτι πρῶτα πρέπει νά καταδικαστοῦν καί μετά νά ἀποτειχιστοῦμε, ἤ θά ἀποτειχιστοῦμε ὅταν φτάσουν στό κοινό ποτήριο κλπ. Πάντοτε οἱ ἅγιοι μέ σαφήνεια καί ἁπλότητα δηλώνουν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι φίδια, λύκοι, ἐκτός Ἐκκλησίας λόγῳ τῆς αἱρέσεως των καί ὄχι λόγῳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου· ὅτι εἶναι πρόδρομοι τοῦ Ἀντιχρίστου κ.λπ.
Θά ἀναφέρωμε πρός τούτοις ἐν κεφαλαίῳ, σάν ἐκπρόσωπο διδασκαλία, τήν κρυστάλλινη καί κατά πάντα σύμφωνη μέ τήν Ἁγία Γραφή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ὁ ὁποῖος σέ ὁμιλία του ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τά ἑξῆς: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους. Ὀρθόδοξός ἐστιν ὁ ποιμήν, εὐσεβείᾳ ἐσφράγισται, οὐδέν τῆς αἱρετικῆς φατρίας ἐπισύρεται; Ὑποτάγηθι αὐτῷ, ὡς εἰς τύπον προκαθεζομένῳ Χριστοῦ· οὐκ ἐκείνῳ φέρεις τήν τιμήν, ἄν ἐξ ὅλης φέρῃς ταύτην τῆς ψυχῆς· Χριστός ταύτην ὑποδέχεται· μή περιεργάζου τά ἄλλα· Θεός ἐστιν ὁ τούτων ἐξεταστής· ἐκείνῳ τήν κρίσιν κατάλιπε, σύ δέ τήν ὑπακοήν, κατά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, καί καθαράν αὐτῷ τήν διάθεσιν ἐπεδείκνυσο» (ΕΠΕ 12, 400,31).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ ἀπερίφραστα γιά μή καθηρημένο Ἐπίσκοπο· ὁμιλεῖ καθαρά ὅτι ἀπό τά φρονήματά του καί τίς πράξεις του κρίνουμε τόν Ἐπίσκοπο καί δέν περιμένουμε ὡς ἀφελεῖς τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου· ὁμιλεῖ γιά ἄμεση καί ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι, ὅπως δηλαδή φεύγει κάποιος ἀπό τόν λύκο καί τό φίδι καί δέν περιμένει ἀποφάσεις Συνόδου, διότι οἱ ἀποφάσεις αὐτές, ἄν περιμένη, θά ὁμιλοῦν γιά τό μνημόσυνό του καί κοντολογίς, νομίζω ὅτι δέν θά ὑπῆρχαν παραστατικώτερες εἰκόνες γιά νά μᾶς δείξη ὁ ἅγιος τήν ἀνάγκη τῆς ἀμέσου ἀποτειχίσεως.
Τό πλέον ὅμως θαυμαστό καί συγχρόνως ἀποκαλυπτικό γιά τίς ἡμέρες μας, εἶναι τά ἀμέσως προηγούμενα λόγια τοῦ ἁγίου, στά ὁποία ἀναφέρει ὅτι ἄν μόνο ἐν μέρει ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες, λίγο-λίγο θά ἐθιστοῦμε ἀπό τήν ἀσέβειά των καί θά ἀποδεχθοῦμε ὅσα κάνουν: «..ἵνα φύγητε τήν μίμησιν, ὧν τήν ἀσέβειαν ἐβδελύξασθε, καί μή μέρει τινί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν ἀποσπασάμενοι καί τό λοιπόν τοῦ δυσσεβήματος κατ’ ὀλίγον ὑπορροφεῖν ἐνεθισθείητε».
Ἐδῶ ὁ ἅγιος δέν ὁμιλεῖ γιά τήν ἐποχή του, ἀλλά γιά τήν ἐποχή μας, καί μάλιστα γιά τούς Ἀντιοικουμενιστές τῆς ἐποχῆς μας καί τούς ἀφελεῖς Ὀρθοδόξους. Διότι οἱ Ἀντιοικουμενιστές σήμερα διδάσκουν τήν ἐν μέρει μόνο ἀπομάκρυνσι (καί ἴσως οὔτε καί τήν ἐν μέρει), δηλαδή τήν θεωρητική, καί ἔτσι ἀναπτόφευκτα ἔχει ἀπέλθει στούς Ὀρθοδόξους αὐτός ὁ ἐθισμός τόν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἅγιος μέ ἀποτέλεσμα π.χ., νά μήν μᾶς προξενοῦν πλέον ἐντύπωσι οἱ συμπροσευχές καί οἱ συνιερουργίες μέ τούς Παπικούς, οἱ κοινές δηλώσεις, ἡ ἀναγνώρισίς των κ.λπ.
Οἱ Ἀντιοικουμενιστές διδάσκουν ὅτι πρέπει νά ἐνημερώσουμε τούς Ὀρθοδόξους γιά τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ὁ ἅγιος διδάσκει, αὐτό πού στήν πράξι βλέπουμε, ὅτι καθημερινῶς ἐθίζονται οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τήν συνύπαρξι μέ τούς Οἰκουμενιστές σέ σημεῖο πλέον νά μήν προβληματίζωνται οὔτε νά ἐκπλήσσωνται γιά ὁποιαδήποτε προδοσία τῆς πίστεως. Δηλαδή ἡ διαιώνισις τῆς συνυπάρξεως βοηθεῖ ἀφάνταστα τούς αἱρετικούς.
Καί σ’ αὐτό λοιπόν τό σημεῖο ζητήσαμε ἀπό τούς Ἀντιοικουμενιστές νά μᾶς προσκομίσουν κάποια διδασκαλία τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία νά ταιριάζη κάπως μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τῶν Κανόνων, μέ τήν θεωρία περί παραμονῆς καί συνοδοιπορίας μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, καί μέ ὅλες τίς ἄλλες σύγχρονες θεωρίες των· καί αὐτοί πάλι, μή ἔχοντας προφανῶς κάτι νά παρουσιάσουν, μᾶς παρουσιάζουν τούς σύγχρονους γέροντες. Ἔτσι ἄθελά των ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ σύγχρονοι γέροντες ὑπέρκεινται καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων καί τρόπον τινά εἶναι κάτι σάν τόν Πάπα, δηλαδή πηγή ἀληθείας, αὐθεντίας καί ἀλάθητοι ὡς πέρα ἀπό κάθε κριτική.
Τό ἴδιο συμβαίνει, γιά νά μήν ἐπεκταθοῦμε περαιτέρω, καί μέ τούς ἱερούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι στό σημεῖο αὐτό συμφωνοῦν ἀπολύτως μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων καί ὄχι μέ τίς νέες θεωρίες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Μέ ὅλα αὐτά πού ἀναφέραμε δέν θέλουμε νά ὑποτιμήσουμε τούς κατά τά ἄλλα ἐνάρετους καί ἀγωνιστές συγχρόνους γέροντες, ἀλλά νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι, στό σημεῖο αὐτό τῆς ἀποτειχίσεως, δέν ἐβάδισαν σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Νομίζω δέ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἀγαθῆς των προαιρέσεως, τῶν ἀγώνων των ἐναντίον τῶν παθῶν κ.λπ. καί ἡ παθητική των στάσι ἀπέναντι στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν προῆλθε ἀπό ὑπεκφυγή καί τό βόλεμα, ἀλλά ἀπό ἀφέλεια καί, κυρίως, ἀπό τόν φόβο τῶν σχισμάτων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν· ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἔχουν κάποια εὐλογία ἀπό τόν Θεό, ἄν καί πολλές φορές ἐμεῖς πρός ἴδιον ὄφελος μεγαλοποιοῦμε τά πράγματα καί τά φέρνουμε στά μέτρα τῶν ἀνθρώπων.
Διότι νομίζω ὅτι τό σημαντικώτερο ἐν καιρῷ αἱρέσεως δέν εἶναι νά προφητεύσουν οἱ γέροντες ἤ νά θαυματουργήσουν, ἀλλά νά διωχθοῦν, ὅπως διώκεται ἡ Ὀρθόδοξος πίστις καί νά μαρτυρήσουν χάριν αὐτῆς. Ἄν ὅμως εἶχαν τηρήσει αὐτήν τήν Ὀρθόδοξο στάσι ἀπέναντι στήν αἵρεσι δέν θά τούς τιμοῦσαν σήμερα οὔτε οἱ Οἰκουμενιστές, οὔτε οἱ Ἀντιοικουμενιστές, διότι ἡ στάσις των αὐτή μολονότι σύμφωνη μέ τήν Γραφή καί τούς ἁγίους, δέν θά ἐταίριαζε ὅμως μέ τίς νέες καί καινοτόμες θεωρίες των.

Εκοιμήθη εν Κυρίω ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος


Λόγια τινά στην ομιλία του Σύρου Δωροθεου, κατά την χειροτονία Παπικού Επισκόπου



Διάβασα ἀπό τήν Καθολική ἐφημερίδα μέ στοιχεῖα (14 Ἰουλίου 2014) τήν ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Σύρου Δωροθέου, στήν χειροτονία τοῦ Παπικοῦ Ἐπισκόπου Σύρου τήν Τετάρτη 2 Ἰουλίου 2014 καί αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη κάτι νά γράψω, ἐλπίζοντας μήπως ξυπνήσουν μερικοί ἀπ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι στίς ἡμέρες μας ἀποκοιμίζουν, ὅσους ἔχουν κάποιες ἀνησυχίες γιά τό ποῦ βαδίζουμε ὡς Ὀρθόδοξοι στίς ἔσχατες ἡμέρες πού ζοῦμε.
Πρέπει κατ’ ἀρχάς νά ἀναφέρουμε, πρός ἔπαινο τῶν Παπικῶν, ὅτι φροντίζουν νά καλύπτουν ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς πατρίδος μας μέ τήν ποιμαντορική τους φροντίδα καί, ἀκόμη, νά στέλνουν ἀξιολόγους καί ἐκπαιδευμένους στήν διπλωματία καί ὑποκρισία ἀνθρώπους, ἐνῶ ἐμεῖς στόν τόπο αὐτό πού ποτίστηκε μέ αἷμα ἁγίων καί μαρτύρων, στέλνουμε σήμερα, ὅ,τι πιό ἄχρηστο και ἀκατάλληλο, ἀπό πλευρᾶς ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ, ὑπάρχει γιά νά ποιμάνη αὐτόν τόν τόπο.
Ὁ νέος λοιπόν Παπικός Ἐπίσκοπος, σύμφωνα μέ τό βιογραφικό του, ἔχει ἀποφοιτήσει ἀπό τό τάγμα τῶν Ἰησουιτῶν, ὁπότε ἔχει ἀριστεύσει στήν ὑποκρισία καί τή διπλωματία, μιά καί αὐτό τό τάγμα δι’ αὐτό φημίζεται, σέ σημεῖο νά τό ἀπεχθάνωνται καί οἱ ἴδιοι οἱ Παπικοί. Ὁ τίτλος τοῦ νέου Παπικοῦ Ἐπισκόπου σύμφωνα μέ τήν Καθολική ἐφημερίδα εἶναι «Σύρου Θήρας καί Ἀποστολικός Τοποτηρητής τῆς Ἐπισκοπῆς Κρήτης». Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν αὐτοί ὀργώνουν ὅλο τόν τόπο γιά νά μᾶς κάνουν αἱρετικούς, χρησιμοποιώντας σάν δόλωμα τά παπικά σχολεῖα, τά νοσοκομεῖα καί τά ἱδρύματα, τά μοναχικά τους τάγματα κ.λπ.
Ἀπό τίς προσφωνήσεις φάνηκε ὅτι ἦταν παρόντες ἕνας ὑπουργός, κάποιοι βουλευτές, ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, οἱ τοπικές ἀρχές κ.λπ. Ἀπό τούς πολιτικούς βέβαια τίποτε καλό δέν περιμένουμε σ’ αὐτόν τόν τόπο καί τό ἀπέδειξαν περίτρανα μέ τήν δουλεία στήν ὁποία μᾶς εἰσήγαγον καί ἀκόμη δέν ξέρουμε πού θά μᾶς φθάσουν.
Ὁ νέος Παπικός Ἐπίσκοπος στήν ὁμιλία του, καταλήγοντας ἀνέφερε τά ἑξῆς: «Στήν Ἐπισκοπική μου πορεία ἐπιθυμῶ, καί εἶμαι σίγουρος, ὅτι θά ἔχω συνοδοιπόρο τήν ἀδελφή Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί ὅλοι μαζί κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί νά βιώσουμε μέ μεγαλύτερη συνέπεια τό Εὐαγγέλιο καί νά μπορέσουμε νά σώσουμε καί νά σωθοῦμε». Εἶναι λοιπόν σίγουρος ὁ Παπικός Ἐπίσκοπος ὅτι θά ἔχη στό πλευρό του συνοδοιπόρο τόν Μητροπολίτη Σύρου, τούς ὡς ἰχθεῖς ἀφώνους κληρικούς του καί βέβαια τόν ἀποίμαντο καί ἀκατήχητο λαό, τόν ὁποῖο ἐπίτηδες, θεωρῶ, ἄφησαν ἔτσι οἱ Ἐπίσκοποι, προκειμένου νά μή τούς ἐλέγχη γιά τίς προδοσίες των.
Στήν ἴδια ἐφημερίδα καί στό ἐπίκαιρο ἄρθρο «Ἡ σπουδαιότητα τῆς χειροτονίας», διαβάζουμε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐπισκόπων, συνηγμένος κάτω ἀπό μία κεφαλή, τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης, τό διάδοχο τοῦ Πέτρου, ἐκφράζει τήν ἑνότητα, τήν ποικιλία τῶν χαρισμάτων καί τήν παγκοσμιότητα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ».

Ὥστε λοιπόν οἱ Παπικοί, κατά τό δή λεγόμενο, τό «βιολί βιολάκι τους». Ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλη- σίας ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης ὡς διάδοχος τοῦ Πέτρου, γύρω ἀπό αὐτόν πραγματοποιεῖται ἡ ἑνότητα, ἡ ποικιλία τῶν χαρισμάτων κ.λπ. Ὁ Χριστός «πάει περίπατο», ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι εὑρίσκεται στόν οὐρανό, γιά νά ἀφήση ἐλεύθερη τή γῆ νά τήν ποιμάνη ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης.
Στήν πρώτη σελίδα, ἐπίσης, περιγράφοντας ὁ συντάκτης τήν ὅλη ἐκδήλωσι τῆς χειροτονίας τοῦ Παπικοῦ Ἐπισκόπου ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: «Συγκίνηση καί χαρά προκάλεσε ἡ παρουσία στήν τελετή ἀντιπροσωπείας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σύρου, μέ ἐπικεφαλῆ τόν Μητροπολίτη, σεβασμιότατο κ.κ. Δωρόθεο, ὁ ὁποῖος μετά τόν σύντομο χαιρετισμό του, μέ μία κίνηση ἀδελφικῆς ἀγάπης προσέφερε τήν Μίτρα γιά τήν χειροτονία τοῦ νέου Ἐπισκόπου».
Οἱ Παπικοί τά προβάλλουν αὐτά, προκειμένου νά δείξουν ὅτι εἴμαστε ἀδελφάκια, προκειμένου νά ἐξαλείψουν ἀπό τήν μνήμη τῶν ἀφελῶν Ὀρθοδόξων, ὅλα τά ἐγκλήματα πού διέπραξαν εἰς βάρος μας, ἀπό τίς Σταυροφορίες πού ἐλεηλάτησαν πολύ χειρότερα ἀπό τούς Τούρκους τήν Κων/πολη καί ὅλη τήν αὐτοκρατορία, τούς βιαίους προσηλυτισμούς πού ἔκαναν κατά τήν Τουρκοκρατία καί εἰδικά στά νησιά, τήν Φραγκοκρατία τῆς Κύπρου, κατά τήν ὁποία εἶναι ἀπίστευτες καί ἐδῶ οἱ βαρβαρότητές των καί τά μαρτύρια πού ὑπέστησαν οἱ Ὀρθόδοξοι, τούς προσηλυτισμούς διά τῆς οὐνίας ὁλοκλήρων λαῶν (πχ. Πολωνοί, Σλαυϊκοί λαοί κλπ.) καί τέλος τίς σφαγές καί μαζικές δολοφονίες τῶν 800.000 Σέρβων κατά τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ἀπό τούς Παπικούς Κροάτες, μέ ἀρχηγό τόν πρόσφατα ἁγιοποιηθέντα σφαγέα τῶν Σέρβων Παπικό ἀρχιεπίσκοπο Κροατίας Στέπινατς.
Ὥστε λοιπόν, κ. Δωρόθεε, προσέφερες στόν ἀδελφό σου τήν Μίτρα, ἡ ὁποία βλέπουμε στήν φωτογραφία δέν εἶναι καί αὐτή Ὀρθόδοξη, ἀλλά εἶναι ἡ παπική Τιάρα, τό δίκερο κράνος τῶν Παπικῶν, μέ τό ὁποῖο συμβολίζουν ὅτι ὁ Πάπας συγκεντρώνει στόν ἑαυτό του καί τίς δύο ἐξουσίες (θρησκευτική καί κοσμική). Μέ αὐτήν τήν «κίνηση ἀδελφικῆς ἀγάπης», σύμφωνα μέ τήν παπική ἐφημερίδα, ἀλλά καί μέ τήν παρουσία σου ἐκεῖ καί μέ ὅσα κατωτέρω θά σχολιάσωμε, μελιστάλακτα λόγια πού προσφώνησες, ἀπέδειξες περίτρανα μέ λόγια καί ἔργα ὅτι ἀναγνωρίζεις τήν ἱερωσύνη τους, ὅτι εἶσαι πράγματι γνήσιος ἀδελφός τους, ὅτι ἀναγνωρίζεις καί συμφωνεῖς μέ τίς πλάνες τους, ὅτι τέλος πάντων εἶσαι αἱρετικός ὅπως αὐτοί καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἔχεις καμμία σχέσι μέ τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Χριστό.
Ἀθέτησες τούς ἀγῶνες τῶν ἁγίων ἐναντίον τῶν Παπικῶν καί εἰδικά τοῦ Μ. Φωτίου, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, Ἰωσήφ τοῦ Βρυεννίου, ἀθέτησες τά μαρτύρια τῶν ἁγιορειτῶν ὁσιομαρτύρων ἐπί Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου, τῶν μαρτύρων ἀπό τοῦ Παπικούς τῶν μοναχῶν τῆς Καντάρας τῆς Κύπρου, τά μαρτύρια τῶν Σέρβων μαρτύρων ἀπό τούς Παπικούς καί τόν Στέπινατς κ.λπ. καί, βέβαια, ἀθέτησες καί ποδοπάτησες τήν Ἁγία Γραφή τούς ἱερούς Κανόνες καί ὅλη τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα ὁμοθυμαδόν ἀπαγορεύουν κάθε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς.
Ἀλλά ἄς ἔλθουμε καί στήν προσφώνησι τήν ὁποία κατεχώρησε ἡ παπική ἐφημερίδα στήν τελευταία σελίδα. Ἀνέφερε ὁ Μητροπολίτης Σύρου μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Σεβασμιώτατοι, Πανοσιώτατοι, Σεβασμιώτατε ἀδελφέ κ. Φραγκίσκο, ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Έκκλησίας τῆς Σύρου καί τοῦ φιλοθέου καί φιλευσεβοῦς πληρώματός αὐτῆς, συμμετέχομεν σήμερον εἰς τήν χαράν τῆς ἐδῶ Ρ/καθολικῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῇ ἀνακηρύξει καί χειροτονία τοῦ νέου Ἐπισκόπου αὐτῆς».

Ἀδελφή λοιπόν γιά σένα καί τούς Οἰκουμενιστές φυσικά ἡ Παπική Ἐκκλησία καί ἐσύ συμμετέχεις στήν χαρά της. Πιστεύω ὅτι θά ἐννοῆς τήν χαρά ὅτι ἔφυγε ὁ γέρος λύκος καί ἦλθε ὁ νέος γιά νά κατασπαράξη ὅτι ἔχει ἀπομείνει ἀπό τό δύστυχο ποίμνιό σου. Αὐτή ὅμως εἶναι χαρά τῶν λύκων καί ὄχι τοῦ ποιμένος καί τῶν προβάτων.

Κατωτέρω προσφωνεῖς τά ἑξῆς: «...εἰς διαδοχή τοῦ λευκανθέντος καί ἀναλωθέντος εἰς τήν ἐπιτέλεσιν τῆς καλλικάρπου διακονίας τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Φραγκίσκου Παπαμανώλη». Καλλίκαρπος λοιπόν ἡ διακονία τοῦ γερο-λύκου. Ἀναλώθηκε ὁ ἄνθρωπος νά κλέβη ἀπό τό μαντρί σου, καί νά κάνη τόν βοσκό στό κοπάδι σου, πού τό ἐδημιούργησε στήν καταιγίδα τῆς Τουρκοκρατίας καί τό συντηρεῖ καί τό αὐξάνει μέ τήν δική σου μακαριότητα καί ἀφασία.
Κατωτέρω διαχωρίζεις τούς ἀδελφούς ἐκ κοιλίας καί τούς ἀδελφούς ἐκ καρδίας καί τάσσεσαι στούς ἐκ καρδίας ἀδελφούς τοῦ γερο-λύκου: «...ἀνεγνωρίσαμεν καί ἀναγνωρίζομεν ἕνα ἀδελφόν ἀπό καρδίας, μέ τόν ὁποῖον μᾶς συνδέουν ἄριστοι καί ἀδιάπτωτοι δεσμοί κοινῆς καί ἀδελφικῆς συνοδοιπορίας, οἱ ὁποῖοι ἐσφυρηλατήθησαν ἐν μέσῳ δυσκολιῶν ἀλλά καί ἐλπίδων καί τούς ὁποίους ἐσεῖς πρῶτος ἐθεμελιώσατε, ὅτε κατά τήν ἄφιξίν μας εἰς Σύρον, τόν Ἰανουάριον τοῦ 2002, τόν πρῶτον ἀσπασμόν παρ’ ὑμῶν ἐδέχθημεν. Προσευχόμεθα τά ἔτη σας νά εἶναι πολλά, ὑγιεινά καί εὐλογημένα παρά Κυρίου!».
Σᾶς συνδέουν λοιπόν, ὅπως ὁμολογεῖς μέ τόν γερο-λύκο τόν ἀπό καρδίας ἀδελφόν σου «ἄριστοι καί ἀδιάπτωτοι δεσμοί κοινῆς καί ἀδελφικῆς συνοδοιπορίας». Ἀπ’ ὅ,τι καταλαβαίνω, οἱ ἄριστοι δεσμοί κοινῆς καί ἀδελφικῆς συνοδοιπορίας, εἶναι τό νά δέχεσαι τόν λύκο στό μαντρί καί νά ἀνέχεσαι νά σοῦ κλέβη τά πρόβατα, γιά τό ὁποῖα σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Ὑπονοῶ ἐπίσης ὅτι ἄριστοι δεσμοί εἶναι νά μή τούς θίγης, οὔτε νά καταγγέλλης τίς αἱρέσεις των, ὥστε νά προφυλαχθῆ τό ποίμνιο, οὔτε νά ἔχης πόλεμο μέ τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀδιάπτωτη φιλία.
Ἐν συνεχεία ἀναφέρεσαι στό νέο λύκο καί τόν ἐκθειάζεις δεόντως γιά τήν μέχρι τώρα σταδιοδρομία του. Τελικά καταλήγεις ὅτι ἡ ἐπιλογή τοῦ νέου λύκου «ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ὅτι θά συνεχίσετε τό ἔργον, τό ὁποῖον ὁ κατά πάντα ἄξιος Προκάτοχός σας ἐπετέλεσεν, διά χειρῶν τοῦ ὁποίου σᾶς προσφέρομεν τήν Ἀρχιερατικήν ταύτην Μίτραν, ἐπαφιέμενοι εἰς τήν κρίσιν καί τήν βούλησιν αὐτοῦ νά περικοσμήσει μετ’ οὐ πολύ, δι’ αὐτῆς  τήν κεφαλήν σας, μέ τήν ὁλόθερμον καί ὁλοκάρδιον εὐχήν νά μήν εἶναι ποτέ ἀκάνθινος στέφανος, ἀλλά πάντοτε κορυφαῖον σημεῖον ποιμαντικῆς διακονίας, λαμπρυνομένης δι’ ἔργων ἀγάπης καί κοινωνικῆς εὐποιΐας».
Αὐτό τό τελευταῖο εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή ὁ νέος λύκος θά συνεχίση τό ἔργο τοῦ προκατόχου του, μόνο πού ἐλησμόνησες νά ἀναφέρης ὅτι τό ἔργο θά τό συνεχίση ἀνενόχλητος, θά μπαίνει καί θά βγαίνει στό μαντρί χωρίς νά φοβᾶται, γιατί δέν θά ὑπάρχη ποιμένας καί σκυλιά. Καί βέβαια ἡ μίτρα (Τιάρα γιά τήν ἀκρίβεια) πού τοῦ προσέφερες θά εἶναι τό σύμβολο τῆς συμφωνίας σας καί τό δεῖγμα τῆς ὑποταγῆς σου, ὅτι δηλαδή ἀπέθεσες καί ἀπεκδύθης τήν ἐξουσία πού σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός καί τό ποίμνιο τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς εἶναι ἀποίμαντο καί ἡ Ἐπισκοπή ἀνεπίσκοπος, ὡς ἔχουσα αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Ἐδῶ, κατακλείοντας τήν μελοδραματκή ἐξιστόρησι καί τό κωμικοτραγικό σχολιασμό καί μιά καί ὁ λόγος γιά τά Ἐπισκοπικά σύμβολα, θέλω νά καταλήξω συσχετίζοντας καί παραλάσσοντας τίς ἔννοιες μέ ἕνα στίχο τῆς Βέμπο ἀπό τά ἡρωϊκά χρόνια τοῦ 40, πού τότε, εἰρωνευόμενη καί ἐξευτελίζοντας τούς Ἰταλούς ἀδελφούς τοῦ Μητροπολίτου Σύρου Δωροθέου, ἔλεγε τά ἑξῆς, τά ὁποῖα κατ’ ἀπομίμησι καί ἐμεῖς μεταφέρουμε πρός τούς Παπικούς καί τούς Οὐνίτες Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους.
Τόν πόλεμο τί τόν ἤθελες
Τά τάνκς καί τά κανόνια δέν εἶναι μακαρόνια

Τήν ποίμνη σου τί τήν ἤθελες
Ἡ μίτρα καί ἡ μπαστούνα, δέν εἶναι γιά φιγούρα.

Θά ἐπανέλθουμε ἐπί τοῦ θέματος σχολιάζοντας τήν ἀποτείχισι τοῦ Ἱερομονάχου Εὐθυμίου Χαραλαμπίδη.
                                  Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

"Ιερά" Σύνοδος Ανίερη Σύμπραξη


Με οδυνηρή έκπληξη διαβάσαμε την «άχρωμη», (το λιγότερο που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε), ανακοίνωση της ιεράς συνόδου για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Ειλικρινά το πολιτικό κατεστημένο που κατέστρεψε αυτή την δύσμοιρη χώρα δεν θα έβρισκε καλύτερο «σπόνσορα» από την σημερινή ιεραρχία της εκκλησίας της Ελλάδας,  στον ανελέητο πόλεμο που έχει εδώ και καιρό εξαπολύσει κατά της Ορθοδοξίας υπακούοντας στις εντολές των αφεντάδων

Διευκρινήσεις σε ενστάσεις Αντι-Οικουμενιστών, π. Ευθ. Τρικαμηνά, Α΄ Μέρος



πειδή κατά καιρούς πολλά ἀκούγονται σάν ἐπιχειρήματα ἐκ μέρους τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, μέ τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά ἀποτρέψουν τούς κληρικούς καί τούς λαϊκούς ἀπό τήν μόνη καί μοναδική ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὁδό τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀποτείχισις καί ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσις ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς κοινωνούντας μέ αὐτούς, θέλω δεδομένης τῆς εὐκαιρίας (καί τήν μετά τήν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου, χαλάρωσι τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων, ἐξομολογήσεως κ.λπ.), νά ἀναφερθῶ σ’ αὐτές τίς ἐνστάσεις καί τά ἐπιχειρήματα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν μέ σκοπό νά καταδείξω, ἀφ’ ἑνός τό ἔωλο καί ἀφ’ ἑτέρου τό σκόπιμο τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν.

Α΄ Μέρος
Εἶναι βέβαια λυπηρό σήμερα νά παρουσιαζώμαστε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι χωρίς νά γνωρίζωμε (ἤ δῆθεν νά ἀγνοοῦμε) τό τί πρέπει νά κάνουμε, ὅταν, π.χ. κάποιος μέσα στό σπίτι μας, γίνη προδότης καί πρεσβεύει καί φιλιάζει μέ τούς ἐχθρούς τῆς οἰκίας, ἤ ἄν ἀλλάξουν πορεία στό πλοῖο αὐτοί πού τό ὁδηγοῦν καί αὐτό πορεύεται σύμφωνα μέ τά θελήματα ὄχι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ἤ τέλος πάντων νά μήν γνωρίζωμε τί πρέπει νά κάνουμε, ἄν μέσα στήν Ἐκκλησία ἀνάψη αἱρετική πυρκαϊά, ἡ ὁποία μάλιστα ὑποθάλπεται καί συντηρεῖται ἀπό τούς ἴδιους τούς προστάτας καί ποιμένας τῶν πιστῶν.
Τό λυπηρώτερο βέβαια καί ἄκρως ἀπογοητευτικό δέν εἶναι ἄγνοια πού ἐκδηλώνουμε γιαὐτά τά τόσο σημαντικά ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ὁποία ἅπτονται τῆς πίστεως, ἀλλά τὸ ὅτι διδάσκουμε ἀντίθετα ἀπό τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, δηλαδή νά ἀκολουθοῦμε τούς προδότες τῆς πίστεως, νά τούς ἀναγνωρίζωμε εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, νά τούς μνημονεύουμε κ.λπ. Ἔτσι ἀποκλείουμε μόνοι μας κάθε ἐλπίδα διορθώσεως τῶν πραγμάτων, ἐφὅσον αἵρεσις ἑδραιώνεται καί ἐπεκτείνεται καί ἐφὅσον προαίρεσί μας εἶναι συμβιβαστική καί μάλιστα σέ σημεῖο νά μήν θέλουμε νά ὑποστοῦμε τό ἐλάχιστο χάριν τῆς πίστεως.
Ἔρχομαι μετά ἀπό αὐτά τά εἰσαγωγικά νά ἀναφερθῶ σέ κάποιες ἐνστάσεις ποὺ ἀκούγονται ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Μοῦ κάνει ἐντύπωσι δολιότητα τήν ὁποία ἔχουν καί τό ὅτι προσπαθοῦν νά μεταθέσουν τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων, στόν ὀρθολογισμό καί στόν παραλογισμό, διότι, ὑπαρχούσης τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά νομιμοποιήσουμε ἄλλη ὁδό, χάριν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος.
πρώτη λοιπόν ἔνστασις τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν εἶναι ἑξῆς.
Ὁ κάθε Ὀρθόδοξος καί εἰδικά ὁ κληρικός πρέπει κάπου νά ἀνήκει. Δέν εἶναι ὡς ἐκ τούτου δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἐπειδή αὐτός εἶναι Οἰκουμενιστής. Κι ὄχι μόνο ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ἀλλά συγχρόνως, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτειχιστῆ καί ἀπό ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀπό τά Πατριαρχεῖα καί τίς τοπικές Ἐκκλησίες, διότι ἔτσι ἐξέρχεται ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Μάλιστα σ’ αὐτό τό ἐπιχείρημα προσαγάγουν σάν σύγχρονα παραδείγματα τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ἀπό τούς τρεῖς Ἐπισκόπους τῶν λεγομένων νέων Χωρῶν, δηλαδή τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, τοῦ Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβροσίου καί τοῦ Παραμυθίας Παύλου, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχη, εἶχαν συγχρόνως ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ὅλους τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, τίς τοπικές Ἐκκλησίες κ.λπ.
Ἐπίσης ἀναφέρουν καί τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀθηναγόρα πάλι, ἐκ μέρους τῶν Ἁγιορειτῶν κατά τήν χρονική περίοδο 1970-1973. Καί ἐδῶ ἀναφέρουν ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες, ἐνῶ διέκοψαν τήν μνημόνευσι τοῦ Ἀθηναγόρα, δέν ἀποτειχίστηκαν ἀπό τήν ὑπόλοιπη Ἐκκλησία τούς Ἐπισκόπους κ.λπ.
Σχολιάζοντας αὐτό τό ἐπιχείρημα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν πρέπει νά ἀναφέρουμε κατ’ ἀρχάς ὅτι τήν Ἐκκλησία τήν βλέπουν καί τήν προσδιορίζουν ὅπως οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Παπικοί. Δηλαδή τήν προσδιορίζουν ὄχι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι, ἀλλά ἀπό τήν ἐξωτερική της μορφή. Γι’ αὐτό ἔχει γίνει καραμέλα στό στόμα τῶν Οἰκουμενιστῶν τό «ὅπου ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί ἡ Ἐκκλησία». Αὐτό ὅμως ἰσχύει μόνο καί κατ’ ἀποκλειστικότητα στήν περίπτωσι πού ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Ὀρθόδοξος καί κατά τήν λειτουργική καί ἁγιογραφική ἔκφρασι «ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας», τό ὁποῖο σημαίνει κατά τόν Χρυσόστομο ἅγιο: «Ὀρθοτομοῦντα τουτέστι, Τέμνε τά νόθα καί τά τοιαῦτα μετά πολλῆς τῆς σφοδρότητος ἐφίστατο καί ἔκκοπτε» (P.G. 62, 626).
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος δέν τέμνει καί δέν ἐκκόπτει τά νόθα, ἀλλά ἀπεναντίας τά εἰσάγει, τά καλλιεργεῖ καί τά προστατεύει, τότε ἡ Ἐκκλησία δέν ὁρίζεται ἀπό τήν ἐξωτερική της μορφή, ἀλλά ἀπό τήν ἐσωτερική, δηλαδή ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι. Αὐτό τό διδάσκει μέ θαυμάσιο καί μοναδικό τρόπο ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἀποτειχίστηκε ἀπό ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί τίς τοπικές Ἐκκλησίες, ὅταν αὐτές δέν ἔτεμνον τά νόθα, ἀλλά τά εἰσήγαγον διά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Τήν διδασκαλία αὐτή τήν ἀναφέρει περιγραφικά ὁ ἴδιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ἀναστάσιο:
«Χθές ὀκτωκαιδεκάτη τοῦ μηνός, ἥτις ἦν ἡ ἁγία Πεντηκοστή ὁ πατριάρχης ἐδήλωσέ μοι λέγων·  Ποίας ἐκκλησίας εἶ; Βυζαντίου; Ρώμης; Ἀντιοχείας; Ἀλεξανδρείας; Ἱεροσολύμων; Ἰδού πᾶσαι μετά τῶν ὑπ' αὐτάς ἐπαρχιῶν ἡνώθησαν.  Εἰ τοίνυν εἶ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἑνώθητι, μήπως ξένην ὁδόν τῷ βίῳ καινοτομῶν, πάθῃς ὅπερ οὐ προσδοκᾶς.  Πρός οὕς εἶπον·  Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν Πέτρον μακαρίσας ἐφ' οἷς αὐτόν καλῶς ὁμολόγησεν, ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο. Πλήν μάθω τήν ὁμολογίαν, ἐφ' ἥν πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν γέγονεν ἡ ἕνωσις· καί τοῦ γενουμένου καλῶς οὐκ ἀλλοτριοῦμαι» (P.G. 90, 132Α).
Τό ἴδιο ἀκριβῶς περιστατικό, σάν σημαντική διδασκαλία, τό ἀναφέρει καί ὁ βιογράφος του περιγράφοντας τήν ἴδια ἀκριβῶς συνομιλία (P.G. 90, 93C).
Τήν ἴδια διδασκαλία ἀναφέρει καί ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἡγούμενο Θεόφιλο, ὁμιλώντας μάλιστα, γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι: «Διό ὑπομιμνήσκω, ὡς ἐλάχιστος ἀδελφός καί τέκνον μή σιγήσωμεν ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα· μή φεισώμεθα τῶν κάτω ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω· μή θῶμεν σκάνδαλον τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστί καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατά τούς ἁγίους· ἵνα μή τῇ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν» (Ρ.G. 99, 1049Β).
Παρεμπιπτόντως ἀναφέρομε ὅτι τό «μή σιγήσωμε», πού ἀναφέρει ὁ ὅσιος, δέν εἶναι αὐτό πού κάνουν σήμερα οἱ ἀντιοικουμενιστές, ἀλλά τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Διότι τό «μή σιγήσωμε» γιά τόν ὅσιο ἐσήμαινε ἀποτείχισι, καθαιρέσεις καί ἀναθεματισμούς, διωγμό καί ἐξορίες, φυλακίσεις καί μαρτύρια, ἐνῶ τό «μή σιγήσωμε», σήμερα γιά τούς ἀντιοικουμενιστές, σημαίνει νά ὁμιλῆς ὅσο σέ παίρνει, νά ἀκολουθῆς καί νά ἀναγνωρίζης τούς αἱρετικούς ποιμένες καί κυρίως νά μήν χάσης τήν θέσι σου καί ὅσα ἀπορρέουν ἀπό αὐτή. Δι’ αὐτό ὁ ὅσιος προσέθεσε κατωτέρω τοῦ «μή σιγήσωμεν» τό «μή φεισώμεθα τῶν κάτω ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω»· τό ὁποῖο ἑρμηνεύει τήν ἔννοια τοῦ «μή σιγήσωμε» καί ἀποδεικνύει τόν λάθος δρόμο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Καί ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λοιπόν, συνταυτίζεται μέ τόν ἅγιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή στήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὁριοθέτησι τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀποκλειστικό γνώρισμα, τήν ἐσωτερική μορφή τῆς Ὀρθοδοξου πίστεως καί ὄχι τήν ἐξωτερική τοῦ Ἐπισκόπου, τῆς Συνόδου κ.λπ.
Βεβαίως οἱ Πατέρες ἀντλοῦν τήν διδασκαλία τους πρωτογενῶς ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, στήν ὁποία ὁ Κύριος ὁριοθετεῖ τήν Ἐκκλησία Χριστοκεντρικῶς καί ὄχι Ἐπισκοποκεντρικῶς: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20).
Ἐπανερχόμενοι λοιπόν στήν ἔνστασι τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, παρατηροῦμε ὅτι, γιά νά προσδιορίσουν ποῖος εἶναι ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἐκτός Ἐκκλησίας, πρέπει νά ἀποδείξουν ποῖος εἶναι ἐκτός Ὀρθοδόξου πίστεως, σύμφωνα μέ τήν Γραφή καί τούς ἁγίους. Αὐτοί ὅμως, ἔχοντας ἄλλη μέθοδο προσδιορισμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τήν ἁγιογραφική καί πατερική, γίνονται ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα ὑπασπιστές καί προαγωγοί τῆς αἱρέσεως, συνταυτίζονται καί συνοδοιποροῦν μέ τούς αἱρετικούς καί ἁπλῶς διαμαρτύρονται, ἀλλά καί αὐτό μέ τόν προαναφερθέντα ἀνορθόδοξο τρόπο.
Δι’ αὐτό ἀκοῦμε νά λένε εὐκαίρως ἀκαίρως ὅτι θά ἀγωνιστοῦμε μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, δέν θά κάνουμε σχίσμα κ.λπ. Ἐδῶ εἶναι ἁρμόδιο νά ἀναφέρουμε τό ὄμορφο καί παραστατικό παράδειγμα πού μᾶς εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ράσκας καί Πριζρένης Ἀρτέμιος σέ μία ἀπό τίς συνομιλίες μας.
Ὅταν ὁ ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος ἐρωτήθηκε, γιατί δέν ἔρχεται πίσω στήν πατρίδα του (εὑρίσκετο στήν Ἀμερική) νά ἀγωνιστῆ ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν πού εἶχαν βρῆ τήν πατρίδα του Σερβία, αὐτός ἀπάντησε. Ποτέ, ὅταν ἕνα σπίτι καίγεται δέν τό σβήνουμε ἀπό μέσα, ἀλλά πάντοτε ἀπό ἔξω.
Ὁ νοῶν νοείτω, γιατί οἱ Πατέρες ἔτσι ἐθέσπισαν νά γίνεται καί στό θέμα τῆς αἱρέσεως τήν ὁποία ὀνομάζουν αἱρετική πυρκαϊά. Πρωτίστως δηλαδή εἶναι θέμα ἐκκλησιαστικῆς ἀσφάλειας τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἐπανερχόμενοι μετά ἀπό τούς ἀνωτέρω σχολιασμούς στήν οὐσία τῆς ἐνστάσεως τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἔχουμε νά ἐπισημάνουμε τά ἑξῆς.
Ἄν κάποιος ἰσχυριστῆ ὅτι ὁ ἀποτειχισμένος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο του δέν ἀποτειχίζεται συγχρόνως καί ἀπό ὅλους τούς Ἐπισκόπους καί τίς Συνόδους μέ τίς ὁποῖες ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ἔχει πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία, αὐτός, πού θά τό ἰσχυριστῆ αὐτό, ἔχει λανθασμένη ἐκκλησιολογία.
Ἡ λανθασμένη αὐτή ἐκκλησιολογία συνίσταται εἰς τό ὅτι δέν ἀντιλαμβάνεται τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ὡς ἐνσωμάτωσι, ἀλλά, κατά τρόπο θά λέγαμε Προτεσταντικό, τήν ἀντιλαμβάνεται ὡς προσωπική ἐπιλογή τοῦ ἀποτειχισμένου, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ αὐτήν τήν θεωρία, δέν ἐπικοινωνεῖ ἐκκλησιαστικά λόγῳ αἱρέσεως μέ τόν Ἐπίσκοπό του, ἀλλά ἐπιλέγει κάποιους ἄλλους πού, κατά τήν γνώμη του, ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἔχει μαζί των ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἀλλ΄ ὅμως, εἶναι γνωστό, ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι, μέ τούς ὁποίους ὁ αἱρετικός αὐτός Ἐπίσκοπος ἔχει πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία, δέν δέχονται τόν ἀποτειχισμένο αὐτό κληρικό σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία, διότι ἄν τόν δεχθοῦν, αὐτομάτως γίνονται ἀκοινώνητοι (καί φυσικά ὑπό ἐπιτίμιο) ἀπό τούς συνεπισκόπους των.
Ὁ δέκατος Κανών, ἐν προκειμένῳ, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι ἐπί τοῦ θέματος σαφής καί, λακωνικά θά λέγαμε, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Ἀκοινώνητος δέ, στήν προκειμένη περίπτωσι, εἶναι ὁ ἀποτειχισμένος ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, ὡς μή κοινωνῶν μετ’ αὐτοῦ. Πρός ἀποφυγή δέ, τοῦ νά μή κοινωνήση κάποιος Ἐπίσκοπος μέ ἀκοινώνητο κληρικό ἄλλης ἐπαρχίας, οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαιτοῦν τό νά κομίζη ὁ κληρικός, ἀπερχόμενος σέ ἄλλη ἐκκλησιαστική ἐπαρχία καί δικαιοδοσία, τίς λεγόμενες συστατικές ἐπιστολές, μέ τίς ὁποῖες ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κληρικός αὐτός ἔχει κανονική ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπό του. Αὐτό τό ἀναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ὁ δωδέκατος Κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων: «Εἴ τις Κληρικός, ἤ Λαϊκός, ἀφωρισμένος, ἤτοι ἄδεκτος, ἀπελθών ἐν ἑτέρᾳ πόλει προσδεχθῇ, ἄνευ γραμμάτων συστατικῶν, ἀφοριζέσθω καί ὁ δεξάμενος, καί ὁ δεχθείς».
Ὁ σκοπός τῶν συστατικῶν ἐπιστολῶν εἶναι νά μήν ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά κάποιος Ἐπίσκοπος, ἤ ὁ οἱοσδήποτε Ὀρθόδοξος, μέ κάποιον ἄγνωστο κληρικό ἄλλης ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος πιθανόν νά ἔχη αἱρετικά φρονήματα ἤ νά ἔγινε ἀκοινώνητος ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του γιά διάφορους προσωπικούς λόγους.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο ὁ τριακοστός τρίτος Κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πέρα τῶν συστατικῶν ἐπιστολῶν, ἀπαιτεῖ νά γίνεται καί προσωπική ἐξέτασις γιά τά Ὀρθόδοξα φρονήματα τοῦ ξένου αὐτοῦ κληρικοῦ καί, ἄν εὑρεθῆ καθ’ ὅλα Ὀρθόδοξος, τότε νά προσδέχεται σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία: «Μηδένα τῶν ξένων ἐπισκόπων, ἤ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι· καὶ ἐπιφερομένων δὲ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν· καὶ εἰ μὲν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς ἐπιχορηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτοὺς μὴ προσδέξησθε· πολλὰ γὰρ κατὰ συναρπαγὴν γίνεται».
Ἐδῶ παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ὅτι τό πνεῦμα τῶν Κανόνων εἶναι νά μήν ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά κάποιος «κατά συναρπαγή» δηλαδή ἄθελά του καί ἀνεξέταστα μέ κάποιον πού δέν ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται τυπικά ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνουμε καί ἐκ τούτου τό πόσο ξέμακροι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι εἶναι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι, ὄχι «κατά συναρπαγή», ἀλλά ἐν πλήρει ἐπιγνώσει καί καυχώμενοι διά τήν σύνεσι καί διάκρισί των, ἐπικοινωνοῦν πλήρως ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων τό ἐπιχείρημα αὐτό τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν κρίνεται ὡς σκόπιμο καὶ δόλιο, διότι ἐκ τῶν πραγμάτων, καί βάσει τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, δέν εἶναι δυνατή οἱαδήποτε ἐκκλησιαστική κοινωνία κάποιου ἀποτειχισμένου κληρικοῦ μέ ἄλλον Ἐπίσκοπο παρά μόνο μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου του.
Τήν ἐκκλησιολογία αὐτή ἐτήρησε καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν περίπτωσι τῶν λεγωμένων Μακρῶν Ἀδελφῶν. Αὐτοί ἄν καί ἀδίκως καί ἐμπαθῶς ἀφορίστηκαν ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας καί ὄντες ἐνάρετοι καί ἅγιοι, μολαταῦτα ὁ ἅγιος, ἐνῶ τούς παρεῖχε κάθε σωματική ἀνάπαυσι καί βοήθεια, δέν τούς ἐδέχθη σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀλλά ἀπευθύνθηκε διά γραμμάτων πρός τόν Θεόφιλο, προκειμένου αὐτός νά τούς ἀποκαταστήση στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία.
Αὐτό ἀναφέρεται καθαρά στήν εἰσαγωγή τοῦ βίου τοῦ Χρυσοστόμου ὡς ἑξῆς: «Τότε ἀφοῦ μετέβησαν αὐτοί (οἱ μακροί ἀδελφοί) στήν Κωνσταντινούπολι, φιλοξενήθηκαν μέν ἀπό τόν Χρυσόστομο, ἀλλά δέν ἔγιναν δεκτοί σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία» (ΕΠΕ 1, 17). Τό ἀναφέρει δέ καί ὁ Συμεών ὁ μεταφραστής στόν βίο τοῦ Χρυσοστόμου ὡς ἑξῆς: «Εἶτα μαθών ὡς εἶχε τά κατ’ αὐτούς, ἐν τιμῇ μέν ᾖγε, καί μένειν ἐπέτρεψε τέως κατά τόν καλούμενον Ἀναστασίας νεών· παρήγγειλε δέ μηδενί τήν αἰτίαν ἔκδηλον θέσθαι τῆς αὐτῶν παρουσίας, κοινωνίας γε μήν οὐ μετέδωκε, μή δεῖν εἰρηκώς, ἄχρις ἄν Θεοφίλῳ περί αὐτῶν γράψειεν» (Ρ.G. 114, 1149Β).
Ἀπό ὅλα αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ὅταν κάποιος ἀποτειχιστῆ ἀπό τόν ἐπίσκοπό του, ἀποτειχίζεται συγχρόνως καί ἀπό ὅλους τούς Ἐπισκόπους, μέ τούς ὁποίους αὐτός ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία καί, ἀντιθέτως, ὅταν ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπό του, ἔχει διά μέσω αὐτοῦ καί μέ ὅλους τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, μέ τούς ὁποίους αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει ἐκκλησιαστική κοινωνία, εἴτε τό θέλει εἴτε ὄχι, εἴτε τοῦ ἀρέσει εἴτε δέν τοῦ ἀρέσει, εἴτε τό ἀποδέχεται εἴτε δέν τό ἀποδέχεται.
Ἐδῶ ἰσχύει ἀπόλυτα τό παράδειγμα τῶν συγκοινωνούντων δοχείων, τά ὁποῖα ἐπικοινωνοῦν μεταξύ των φυσικῶς καί δέν μπορεῖ κάποιος ἐπιλεκτικά νά τά ἀπομονώση. Ἔτσι μεταδίδεται ἐκκλησιαστικῶς, σάν σέ συγκοινωνοῦντα δοχεῖα, καί ἡ αἵρεσις, ὅταν βέβαια ὑπάρχει καί διαδίδεται φανερά καί δέν εἶναι κρυμμένη ἀφανῶς μέσα σέ κάποιον Ἐπίσκοπο.
Τό ἴδιο φυσικά ἰσχύει καί γιά τόν Ἐπίσκοπο. Μέ αὐτούς τούς Ἐπισκόπους πού ἐπικοινωνεῖ ἐκκλησιαστικά, ἀποδέχεται, σάν θά λέγαμε ἕνας σωλήνας τῶν συγκοινωνούντων δοχείων, τίς ἀποφάσεις των τίς ὁποῖες λαμβάνουν Συνοδικῶς καί τίς πράξεις των, οἱ ὁποῖες ἔχουν συνοδική κατοχύρωσι. Ἔτσι π.χ. δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστῆ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ὅτι ἐγώ δέν ἀνήκω στό Π.Σ.Ε, διότι εἶναι δαιμονικό κατασκεύασμα, διότι εἶναι Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων, διότι..., διότι..., διότι..., ἀλλά αὐτό μπορεῖ νά γίνη μόνο στήν περίπτωσι πού ἀποτειχιστῆ ἀπό τούς ἄλλους Ἐπισκόπους.
Ἄρα λοιπόν οἱ διαφωνίες του αὐτές καί οι θεατρινισμοί (ὡς πρός τό Π.Σ.Ε.) εἶναι κατ’ ἐπίφασι πρός ἀποκοίμησι τῶν ἀφελῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί λοιπῶν, καί προκειμένου νά ἔχει τήν ἐξωτερική καλή μαρτυρία, ἐφ’ ὅσον λείπει ἡ ἐσωτερική.
Τό πλέον ἀκατανόητο καί τραγελαφικό εἶναι οἱ ἀναθεματισμοί πού κατά καιρούς ἐκστομίζουν, μεγαλορρημονοῦντες κάποιοι Ἐπίσκοποι, ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, μέ τούς ὁποίους ὅμως εἶναι ἐνσωματωμένοι, καί συμπορευόμενοι, καί ἀποδέκτες διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν πράξεών των.
Ἡ πλέον τέλεια σέ ἀπεικόνισι καί παραστατικότητα, δι’ αὐτήν τήν περίπτωσι, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ σώματος πού δίδει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κατά τήν ὁποία μεταδίδεται στό σῶμα διά τοῦ ὀργανικοῦ συνδέσμου τῶν μελῶν εἴτε ἡ ὑγεία εἴτε ἡ ἀσθένεια καί, ἔτσι, λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἄρρωστος, ἐνῶ κατ’ οὐσίαν μπορεῖ κάποιο ἤ κάποια μέλη του νά ἀσθενοῦν. Ἔτσι, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, συμμετέχουν εἴτε στήν δόξα εἴτε στήν ἀτιμία τοῦ ἑνός μέλους καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ σώματος (Μεγ. Κατήχησις 117).
Κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια ὅ,τι κάνει π.χ. ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τά κάνουν καί τά ἀποδέχονται καί ὅσοι ἔχουν μαζί του ἐκκλησιαστική κοινωνία· καί ἀκόμη ὅ,τι ὑπογράφουν στό Π.Σ.Ε.  οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων, τά ὑπογράφουν καί ὁ Πειραιῶς, καί ὁ Αἰτωλοκαρνανίας, καί ὁ οἱοσδήποτε ἔχει μέ αὐτούς ἐκκλησιαστική κοινωνία.
Ἀπό ὅλα αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἀποτείχισις εἶναι ἡ μόνη πατερική ὁδός διά νά μήν συμμετέχη κάποιος στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί σέ ὅ,τι δημοσίως καί εὐθαρσῶς πράττουν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι (συμπροσευχές καί συναγελασμό, ἀλληλοαναγνωρίσεις κ.λπ.).
Τώρα πῶς φτάσαμε στὸ σημεῖο, τό πλέον ἀναγκαῖο γιά τούς Ὀρθοδόξους ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τό μόνο πού τούς ἀπομακρύνει ἀπό τήν συμμετοχή καί σύμπραξι μέ τήν αἵρεσι, τό μόνο πού τούς ἐξασφαλίζει ἐν καιρῷ αἱρέσεως τήν παραμονή στήν Ἐκκλησία διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τό μόνο, τέλος πάντων, πού δύναται νά κατασβέση τήν αἱρετική πυρκαϊά,  ἐννοῶ τήν ἀποτείχισι, νά τήν θεωρήσουμε δυνητική, νά τήν ἀπορρίψουμε πρός ἀποφυγή δῆθεν σχίσματος, νά τήν διαστρέψουμε ὡς δῆθεν ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία κ.λπ, αὐτό ὄντως μόνο ὁ διάβολος θά ἠδύνατο νά τό μηχανευθῆ καί νά τό ὑποβάλλη στούς Ὀρθοδόξους καί μάλιστα στούς Ἀντιοικουμενιστές. Ἀφήνω τό ὅτι τήν Ὀρθοδοξία, οἱ Ἀντιοικουμενιστές, τήν ἑστίασαν μόνο στίς διαμαρτυρίες καί τόν χαρτοπόλεμο, ἐνῶ κατά τά ἄλλα συμπορεύονται ἐν πλήρει ἐκκλησιαστικῇ κοινωνίᾳ μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, καί ἔτσι ἄλλαξαν τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔπειτα ἀπό ὅσα ἀναφέραμε πρέπει νά δοῦμε, τί ἔγινε στήν περίπτωσι τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀθηναγόρα ἀπό τούς τρεῖς Μητροπολίτες τῶν Νέων Χωρῶν. Αὐτοί, ἐνῶ σταμάτησαν τήν μνημόνευσι τοῦ Ἀθηναγόρα, εἶχαν συγχρόνως πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, μέ τούς ὁποίους ὁ Ἀθηναγόρας εἶχε πλήρη καί κανονική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, παρ’ ὅτι δέν τόν ἐμνημόνευον, εἶχαν μέ αὐτόν κανονική ἐκκλησιαστική  κοινωνία διά μέσου τῶν τοπικῶν Συνόδων στίς ὁποίες ἀνῆκαν. Αὐτό βέβαια, σέ καμμία περίπτωσι δέν λογίζεται ὡς ἀποτείχισις μέ τήν ἐκκλησιαστική καί πατερική ἔννοια, ἀλλά σάν μία προσωπική διαμαρτυρία γιά τίς πράξεις τοῦ Ἀθηναγόρα, μέ τήν ὁποία τοῦ στεροῦν τήν τιμητική ἀναφορά καί μνημόνευσι τοῦ ὀνόματός του, εἰς ἔνδειξιν ὅτι εἶναι ἀνάξιος ταύτης, ἐξ’ αἰτίας τῶν αἱρετικῶν του ἀποκλίσεων. Γιά νά θεωρηθῆ ἡ πράξις αὐτή ὡς ἀποτείχισις θά ἔπρεπε, παραλλήλως μέ τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀθηναγόρα, νά ἔπαυον καί τήν μνημόνευσι καί ὅλων ὅσων εἶχαν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτόν, διότι, ὅπως εἴπαμε, ἰσχύει ἡ ἀρχή τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί ἡ εἰκόνα τῶν συγκοινωνούντων δοχείων. Αὐτό ὅμως δέν ἔγινε, ὁπότε, ἡ πράξις αὐτή τῶν τριῶν Μητροπολιτῶν, λογίζεται σάν μία προσωπική διαμαρτυρία καί μάλιστα μή ἔχουσα ἐκκλησιαστικές διαστάσεις.
Ὅσον ἀφορᾶ δέ τό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἀθηναγόρα ἐκ μέρους τῶν ἁγιορειτῶν κατά τήν τριετία 1970-1973, ἐδῶ νομίζω τά πράγματα εἶναι διαφορετικά. Διότι, ὅπως ἀναφέραμε, ὅταν δέν ἐπικοινωνῆς ἐκκλησιαστικά μέ τόν Ἐπίσκοπό σου,  δέν δύνασαι νά ἐπικοινωνήσης ἐκκλησιαστικά μέ κανένα ἄλλο Ἐπίσκοπο. Δηλαδή οἱ Ἁγιορεῖτες αὐτοί, πού διέκοψαν τήν μνημόνευσι, δέν ἠδύναντο π.χ. νά καλέσουν κάποιον Ἐπίσκοπο ἀπό τήν Ἐλλάδα στήν πανήγυρι τῆς μονῆς των, ἤ νά τούς κάνη κάποια χειροτονία κ.λπ., διότι ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ἔπρεπε νά πάρη ἄδεια, γιά νά τελέση ὁτιδήποτε, ἀπό τόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, δηλαδή τόν Πατριάρχη καί, βέβαια, ἔπρεπε στίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια νά μνημονεύση τό ὄνομά του, τό ὁποῖο δέν ἐδέχοντο οἱ πατέρες τῆς μονῆς αὐτῆς. Οὔτε ἐπίσης, οἱ ἀποτειχισθέντες αὐτοί Ἁγιορεῖτες, ἠδύναντο νά ζητήσουν ἔγκρισι καί εὐλογία, ὅπως εἴθισται στό ἅγιο Ὄρος, γιά τήν χειροτονία κάποιου μοναχοῦ ἤ γιά τήν προαγωγή κάποιου σέ προϊστάμενο τῆς μονῆς κλπ. Τά ἔγγραφα αὐτά τῶν μονῶν ὡς γνωστόν διαβιβάζονται διά μέσου τῆς Κοινότητος στό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο δίδει τίς ἀνάλογες ἐγκρίσεις καί εὐλογίες.
Τό μόνο τό ὁποῖο ἐγώ προσωπικά δέν γνωρίζω εἶναι τό ἄν οἱ μονές πού δέν ἐμνημόνευαν εἶχαν κάποια ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτές πού ἐμνημόνευαν, ἤ ἄν οἱ σκητιῶτες πατέρες, οἱ κελιῶτες καί οἱ ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι κατά τίς μαρτυρίες τῶν παλαιῶν Ἁγιορειτῶν ὅλοι δέν ἐμνημόνευον τόν Ἀθηναγόρα ὡς αἱρετικό, εἶχαν καί αὐτοί κάποια ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τίς μονές στίς ὁποῖες ἀνῆκαν τά κελιά καί οἱ σκῆτες, ἐφ’ ὅσον αὐτές οἱ μονές ἐμνημόνευαν.
Ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή κοινωνία μεταξύ μνημονευόντων καί μή μνημονευόντων θά μποροῦσε νά γίνη πχ. σέ μία πανήγυρι κάποιας μονῆς, στήν ὁποία εἴθισται νά πηγαίνουν ἐκπρόσωποι καί πατέρες ἀπό τίς ἄλλες μονές καί τά κελιά. Αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία ἄν ὑπῆρχε, τό ὁποῖο, ὅπως εἶπα, ἐγώ δέν τό γνωρίζω, δέν ἀναιρεῖ βέβαια τήν ἀποτείχισι στίς βασικές της ἀρχές, ἀλλά θά μποροῦσε νά χαρακτηριστῆ σάν μία οἰκονομία γιά τίς εἰρηνικές μεταξύ τῶν μοναχῶν σχέσεις καί τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας ἑκάστου. Ἄλλωστε καί σήμερα βλέπουμε στίς πανηγύρεις τῶν μονῶν πού μνημονεύουν τόν Βαρθολομαῖο, νά παρευρίσκωνται ἐθυμοτυπικῶς καί ζηλωτές κελιῶτες πατέρες, χωρίς νά σημαίνη ὅτι, πέρα αὐτῆς τῆς οἰκονομίας, ἔχουν κατά τά ἄλλα κάποια ἐκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ των. Μάλιστα κάποιοι ἀπό τούς ζηλωτές αὐτούς πατέρες ἐκτελοῦν στήν πανήγυρι καί κάποια διακονήματα πχ. μαγειρεύουν κ.λπ.
Τελικῶς θά ἠδυνάμεθα καντολογίς νά ποῦμε ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐπί Ἀθηναγόρα ἀποτείχισι τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, αὐτή εἶχε ὅλα τά γνωρίσματα τῆς ἀποτειχίσεως καί δέν ἦταν μία μεσοβέζικη, κατά τό δή λεγόμενο, κατάστασις, ὅπως θέλουν νά τήν παρουσιάσουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές. Αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τούς τρόπους πού μεταχειρίστηκαν γιά νά τήν σταματήσουν, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἡ βία καί ὁ ἐξαναγκασμός ἀφ’ ἑνός μέν, ἡ ἀπάτη, ὁ δόλος οἱ ὑποσχέσεις καί ἡ παραπλάνησις ἀφ’ ἑτέρου. Ἄν ἐπρόκειτο ὅμως γιά μία χλιαρή καί μεσοβέζικη διαμαρτυρία, νομίζω δέν θά ἐνοχλοῦνται πολύ οἱ πατριαρχικοί  καί οἱ ἄλλοι Οἰκουμενιστές. Μάλιστα θά ἐθεωρεῖτο σάν τρόπος ἐκτονώσεως τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, ὅπως σήμερα πχ. ἀνέχονται οἱ Οἰκουμενιστές τούς Ἀντιοικουμενιστές.

Θά ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καί μία δεύτερη ἔνστασι τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, τήν ὁποῖα πολύ ἐπικαλοῦνται καί, τρόπον τινά, αἰσθάνονται ὅτι δι’ αὐτῆς κατοχυρώνονται στόν συμβιβασμό καί στό βόλεμα. Δι’ αὐτήν ἔχουμε γράψει καί στό παρελθόν καί ἔχουμε ἀναφερθῆ, πλήν ὅμως, ἐπειδή διαρκῶς χρησιμοποιεῖται ὡς προπαγάνδα ὑπέρ τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς ἄχρι καιροῦ (εἰς αἰῶνα δηλαδή τό ἅπαντα) ἀναμονῆς, πρέπει νά ἐνημερώνουμε τούς ἀδελφούς εὐκαίρως ἀκαίρως, εἰς τρόπον ὥστε ὁ καθένας νά ἀναλογίζεται τήν προσωπική του εὐθύνη διά τήν διαιώνισι τῆς αἱρέσεως.
Ἡ ἔνστασις αὐτή τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἀναφέρεται στούς σύγχρονους γέροντες (π. Πορφύριο, Παΐσιο, Ἰάκωβο κ.λπ.) ἀκόμη δέ καί σέ κάποιους ζῶντες (πχ. π. Ἐφραίμ τῆς Ἀμερικῆς).
Ἰσχυρίζονται λοιπόν ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐτοί ἔζησαν ὡς σύγχρονοι γέροντες μέσα στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τήν ἐγνώριζον πολύ καλά καί τήν κατήγγειλαν, γιατί δέν ἀποτειχίστηκαν; Ἄρα, ἐφ’ ὅσον αὐτοί οἱ γέροντες ἔτσι ἐνήργησαν, ὡς φωτισμένοι καί ἅγιοι, πρέπει καί ἐμεῖς νά τούς ἀκολουθήσουμε, τήν στιγμή μάλιστα πού ὁ Θεός ἔδειξε καί δείχνει διά θαυμάτων τήν ἀνάπαυσί του πρός αὐτούς καί τήν χάρι πού ἔλαβον.
(Συνεχίζεται)