H Ορθόδοξος Εκκλησία σήμερα βιώνει
διχαστικές τάσεις, κρίνοντες τα γεγονότα με γνώμονα τι συμβαίνει εις τον
διοικητικόν χάρτην.
Ο πάπας της Ανατολής εναντίον του πάπα
του Βορρά
Δύο εμπερίστατα Πατριαρχεία,
αυτά της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων, τελούν εις διακοπήν κοινωνίας δια
δικαιοδοσιακά ζητήματα (δια το Κατάρ, το οποίον ισχυρίσθη και το Φανάρι ότι του
ανήκει) και άλλα δύο πανίσχυρα, Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας, διέκοψαν την
κοινωνίαν δια δικαιοδοσίαν της Ουκρανίας, αλλά αλληλοκατηγορούνται δια
κακοδοξίας. Το πρώτον κατηγορεί την Μόσχαν ότι θέλει να καταστή «Τρίτη Ρώμη»
και το δεύτερον τον κ. Βαρθολομαίον ότι είναι ο «Πάπας της Ανατολής».
Αι προσπάθειαι παρακάμψεως
των κατηγοριών ήσαν εντελώς αφελείς. Ηκούσθη και προσφάτως από τον Σεβ. Σμύρνης
π. Βαρθολομαίον εις το Βέλγιον, ο οποίος επανέλαβε το επιχείρημα του Σεβ.
Ναυπάκτου, ότι δεν δύναται να υπάρξη «Τρίτη Ρώμη», διότι υπήρξε Ρώμη και «Νέα
Ρώμη» αλλά όχι «Δευτέρα Ρώμη». Δηλαδή, αν η Μόσχα ωνομάζετο «Νεωτέρα Ρώμη», θα
ελύετο το πρόβλημα; Επίσης είναι αντιφατικόν να κατηγορής κάποιον ότι επιθυμεί
να καταστή «Τρίτη Ρώμη» και ταυτοχρόνως να υποστηρίζης ότι δεν είναι δυνατόν να
υπάρξη «Τρίτη Ρώμη», επειδή δεν υπήρξε «Δευτέρα». Ομοίως αντιφατικόν είναι να
αναγνωρίζης ότι ανεδείχθης εις «Νέαν Ρώμην» δια πολιτικούς αποκλειστικώς
λόγους, αλλά ταυτοχρόνως να καταδικάζης το επιχείρημα αυτό, όταν το επικαλήται
η Μόσχα.
Δεν διαφεντεύουν οι Πατριάρχαι
Τόσον το Φανάρι όσον και η
Μόσχα υπογράφουν σύμφωνα ειρήνης με όλας τας παρακμιακάς θρησκείας του αιώνος
τούτου, καίτοι ενδοορθοδόξως προξενούν ανηλεή πόλεμον. Αμφότερα τα Πατριαρχεία
έχουν επιδοθή εις τον οικουμενισμόν, δια να συνενώσουν την χριστιανοσύνην
έναντι της εκκοσμικεύσεως, ενώ θα είχε μεγαλυτέραν απήχησιν εις τον σύγχρονον
κόσμον, εάν τα ίδια ομονοούσαν. Η ηθική κατάπτωσις του παπισμού, όπου πρότριτα
κατεδικάσθη δια κακουργήματα ο μέχρι πρότινος στενός σύμβουλος του Πάπα,
παραδόξως δεν τους απωθεί…
Η ομόνοια προϋποθέτει
την παραδοχήν της αληθείας, ότι δηλαδή έσφαλαν και τα δύο Πατριαρχεία: η Μόσχα
διότι έπρεπε να είχε δώσει την ευχήν της, όταν η Εκκλησία της Ουκρανίας εζήτει
αυτοκεφαλίαν και το Φανάρι να μη ανακατευθή καθόλου -και μάλιστα απομονωμένον
από όλους- με αστείας προφάσεις περί παγκοσμίων υπερδικαιοδοσιών που δήθεν
παρεχώρησεν εις αυτό η ιστορία προκειμένου να προασπισθή τα δίκαια της…
Ουκρανίας!
Ακόμη όμως και Ιεράρχαι και
θεολόγοι δεν έχουν αντιληφθή ότι Φανάρι και Μόσχα «μαλώνουν σε ξένο αχυρώνα»,
όπως λέει ο θυμόσοφος λαός, διότι αφ’ ης στιγμής κάποια Εκκλησία υποβάλη το
αίτημα της αυτοκεφαλίας, το ζήτημα έχει λήξει. Κάθε Εκκλησία έχει κεφαλή της
τον Χριστόν και όχι κάποια «μητέρα» Εκκλησία. Δεν δύναται κανείς να παρακάμψη
τον αδέκαστον Κανόνα περί της μεταβολής εκκλησιαστικών καταστάσεων συμφώνως
προς τα πολιτικά όρια, ούτε βεβαίως να καταπιέζη με τεχνητούς τρόπους
ανεξάρτητα κράτη. Αυτό όμως εις καμίαν περίπτωσιν δεν δικαιολογεί
πραξικοπηματικού τύπου εισπήδησιν, η οποία όζει φασισμού και θέτει βόμβα
εις τα θεμέλια της Εκκλησίας.
Κάθε Εκκλησία από την
στιγμήν που ζητεί αυτοκεφαλίαν είναι και αυτοκέφαλος, διότι αυτό ήτο ανέκαθεν
το σύστημα της Εκκλησίας, κάθε μητροπολιτική σύνοδος να είναι αυτοδιοίκητος και
μόνον ως δευτεροβάθμιον δικαστήριον να χρησιμοποιήται η μείζων Σύνοδος της
Επαρχίας. Αυτό ήτο το «έκκλητον», που διαστρεβλώνεται σήμερον ως υπερόριον
αποκλειστικόν δικαίωμα του Κωνσταντινουπόλεως!
Εκδίκησις και αντεκδικήσεις
Αυτήν την στιγμήν επικρατεί
ένας άκρατος «ρεβανσισμός». Όσα είχε δηλώσει εις εφημερίδα ο Σεβ. Γαλλίας, ότι
δηλ. το Ουκρανικόν αυτοκέφαλον θα μειώση την επιρροήν της Μόσχας, υπονοών ότι
μεταξύ των κινήτρων του Φαναρίου ήτο η εκδίκησις δια την μη προσέλευσιν της
Ρωσίας εις το αποτυχημένον Κολυμβάριον, επεβεβαιώθησαν την 1ην Μαρτίου από την
απαντητικήν επιστολήν που απέστειλεν ο Κωνσταντινουπόλεως προς τον Πατριάρχην
Αντιοχείας. Εκεί αναφέρει ότι άδικα αιτείται τώρα ο Αντιοχείας Πανορθόδοξον,
καθώς απουσίασεν από το Κολυμβάριον! Εκφράζει επίσης την απαισιοδοξίαν
ότι και να συγκληθή Πανορθόδοξος Σύνοδος θα διαπιστωθή μόνον η διαφωνία τους.
Η απαισιοδοξία αυτή
σημαίνει έλλειψιν
εμπιστοσύνης εις την διακυβέρνησιν της Εκκλησίας υπό του Χριστού και απιστία προς την δράσιν του
Αγίου Πνεύματος εις Σύνοδον, όταν αυτή λειτουργή ελευθέρως και όχι δια
μεθοδεύσεων.