Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Αναφορές και επισημάνσεις για τη Σύνοδο στην Κρήτη (Γ΄, Δ΄ και Ε΄ Μέρος)

 Γιώργου Παπαθανασόπουλου 





Γ΄ Μέρος

Το τελικό κείμενο της Συνόδου της Κρήτης για το θέμα «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο»  εγκρίθηκε – άγνωστο αν ομοφώνως, όπως φαίνεται από τις υπογραφές ή κατά πλειονοψηφία, όπως κυκλοφόρησε η πληροφορία μεταξύ των ψηφισάντων Ιεραρχών – με τροποποιήσεις σε σχέση με εκείνο που ενέκριναν οι Προκαθήμενοι στο Σαμπεζί τον Ιανουάριο του 2016. Το κείμενο ήταν το σημαντικότερο της Συνόδου, διότι αφορά στην εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της ποιμαίνουσας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας σε επιστολή της προς τον Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, με ημερομηνία 24 Ιουλίου 2015, είχε τονίσει, μεταξύ των άλλων: « Αδιαμφισβητήτως το κεντρικόν δογματικόν ζήτημα από του Μεγάλου Σχίσματος (1054 μ.Χ) και εντεύθεν, μετά την εμφάνισιν της Διαμαρτυρήσεως (από του 16ου αιώνος) έως και της σήμερον είναι το εκκλησιολογικό ζήτημα, το περί Εκκλησίας ερώτημα». (Σημ. γρ. η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

Στην επιστολή αυτή ζητείται στο κείμενο της σχέσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο να προστεθεί η επικύρωση της Συνόδου του Φωτίου (879/890), ειδικώς δε της διδασκαλίας περί του filioque (Σημ.γρ. Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο), το οποίο, όπως γράφεται «ήταν ο κύριος λόγος δια τον χωρισμόν της Εκκλησίας της Ρώμης από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Ζητείται ακόμη η επικύρωση των Ησυχαστικών Συνόδων του 14ου αιώνα, οι οποίες «ήσαν η απάντηση στη ρωμαϊκή κατανόηση της θέσεως του Πρώτου στην Εκκλησία (Πρωτείο), στην οποία η απουσία του Αγίου Πνεύματος ανταλλάσσεται από το αλάθητο ανθρώπου τινός». 
Για όσους έχουν την άποψη ότι κακώς εγράφη κείμενο σχετικό με την  αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας σημειώνεται ότι   οι Ρωμαιοκαθολικοί  στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (Σημ. γρ. «Οικουμενική» την ονόμασαν) χαρακτήρισαν ως «το σπουδαιότερο κείμενο» της τη δογματική διάταξη περί Εκκλησίας. Αυτή εγκρίθηκε με
2.151 ψήφους υπέρ και 5 κατά, στις 21 Δεκεμβρίου 1964. Στην εν λόγω Διάταξη τονίζεται ότι «η μοναδική Εκκλησία του Χριστού έχει συσταθεί και οργανωθεί ως κοινωνία μέσα στον κόσμο, έχει τη συγκεκριμένη της ύπαρξη στην Καθολική Εκκλησία, που διοικείται από τον διάδοχο του Πέτρου (Σημ. γρ. Τον Πάπα δηλαδή) και από τους Επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του». Και συνεχίζει: «Για όσους δεν ομολογούν ολόκληρη την πίστη ή δεν διατηρούν την ενότητα της κοινωνίας, κάτω από τον Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, η Εκκλησία αισθάνεται πολλούς και διαφόρους δεσμούς...». Κατά τη δογματική Διάταξη της Β΄ Συνόδου του Βατικανού ο σκοπός των δεσμών με τους μη Καθολικούς είναι, «να ενωθούν, κατά τον τρόπο που όρισε ο Χριστός, σε μια ποίμνη, υπό έναν Ποιμένα». Από τότε αρχίζει η «επίθεση αγάπης» του Πάπα Παύλου Στ΄ και των διαδόχων του, την οποία ευχαρίστως αποδέχθηκαν και, με θερμότερο τρόπο, ανταποκρίθηκαν ο αείμνηστος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας και οι μετά από αυτόν Πατριάρχες.  Και εμείς λοιπόν, ως Ορθόδοξοι,  έπρεπε να επαναβεβαιώσουμε τη δική μας δογματική αλήθεια για την Εκκλησία.
Το προταθέν κείμενο στη Σύνοδο της Κρήτης για τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσμο δέχθηκε  κριτική από τις Ιεραρχίες και μεμονωμένους Μητροπολίτες, άλλους κληρικούς και από λαϊκούς των τοπικών Εκκλησιών Αντιοχείας, Μόσχας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ρουμανίας και Ελλάδος. Το καίριο ζήτημα επί του οποίου επικεντρώθηκε η κριτική ήταν αν οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες αναγνωρίζονται ως Εκκλησίες. 
Στην παράγραφο 6 του προς έγκριση κειμένου γραφόταν: « Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής...».
Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος αποφάσισε να προτείνει η εν λόγω πρόταση να τροποποιηθεί και να γίνει: « Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Η Ορθόδοξος Εκκλησία γνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Ομολογιών και Κοινοτήτων μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής...».
Στο τελικό κείμενο η πρόταση διατυπώθηκε ως ακολούθως: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών...».
Στην παράγραφο 9 στο σχέδιο κειμένου αναγράφεται ότι οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν χρέος να συμμετέχουν στους θεολογικούς διαλόγους. Στο τελικό κείμενο γράφτηκε πως οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες καλούνται να συμμετέχουν στους θεολογικούς διαλόγους. Στην ίδια παράγραφο και μετά από την επιμονή του Πατριάρχου Ρουμανίας, ο οποίος απείλησε ότι θα αποχωρούσε αν δεν έμπαινε η προσθήκη που πρότεινε, προσετέθη στο σχέδιο κειμένου η ακόλουθη φράση: «Οι διμερείς και πολυμερείς θεολογικοί διάλογοι δέον όπως υπόκεινται εις πανορθοδόξους περιοδικάς αξιολογήσεις».
            Αι παράγραφοι 16 έως και 19 αφορούν την παρουσία της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Η πρόταση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν να διαγραφούν και οι τέσσερις. Η πρόταση της απορρίφθηκε και οι παράγραφοι παρέμειναν όπως ήσαν στο προς έγκριση κείμενο. Έμεινε δηλαδή η ασάφεια  περί του αν θεωρούνται ή όχι Εκκλησίες οι προτεσταντικές ομάδες. Οι Ρωμαιοκαθολικοί στα κείμενα της Β΄ Βατικανής Συνόδου και στις παπικές εγκυκλίους τις ονομάζουν «χριστιανικές κοινότητες» ή «εκκλησιαστικές κοινότητες».
            Στην 20η παράγραφο το προς έγκριση κείμενο έγραφε: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (Κανόνες 7 της Β΄ και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
            Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πρότεινε στην εν λόγω παράγραφο να διαγραφεί η λέξη «Εκκλησίες» και να αντικατασταθεί από «Ομολογίες» και «Κοινότητες». Επίσης να προστεθούν και άλλοι Κανόνες Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και η φράση: «Διευκρινίζεται ότι όταν εφαρμόζεται η κατ’ οικονομίαν εισδοχή Ετεροδόξων δια Λιβέλλου και αγίου Χρίσματος, δεν σημαίνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την εγκυρότητα του Βαπτίσματος ή και των λοιπών μυστηρίων αυτών». 
            Στο τελικό κείμενο και με επιμονή πάλι του Πατριάρχου Ρουμανίας και άλλων Ιεραρχών η 20ή παράγραφος άλλαξε και διατυπώθηκε ως ακολούθως: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των αρχών της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμεμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως».      Διαγράφηκαν οι Κανόνες που υπήρχαν στο προταθέν κείμενο. Η πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν εγκρίθηκε.
            Η παράγραφος 21 αναφέρεται στην Επιτροπή «Πίστις  και Τάξις». Στο προς έγκριση κείμενο και μετά τα τυπικά, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία παρακολουθεί το έργο της και εκτιμά θετικώς τα θεολογικά της κείμενα, τα οποία « αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών» σημειώνεται: « Εν τούτοις η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις δια κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως και τάξεως». Στην τελευταία αυτή φράση, πάλι με την επιμονή του Πατριάρχου Ρουμανίας και άλλων Ιεραρχών, στο εγκριθέν κείμενο προστέθηκε η ακόλουθη επεξήγηση: «...Διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι παρεξέκλιναν εκ της αληθούς πίστεως της μιας αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Η εν λόγω προσθήκη προκάλεσε τη δυσφορία του Οικουμενικού Πατριάρχου, που πάντως υπέγραψε το κείμενο.  
            Στην παράγραφο 22 του προς έγκριση κειμένου σημειώνεται μεταξύ των άλλων: « Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος, το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει τον αρμόδιον και έσχατον κριτήν περί των θεμάτων πίστεως».
            Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ορθώς και πατερικώς σκεπτομένη, πρότεινε η εν λόγω φράση να αλλάξει με την ακόλουθη: «Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας την γνησίαν Ορθόδοξον πίστιν διασφαλίζει η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κλήρου και Λαού, η οποία εκφράζεται δια του Συνοδικού Συστήματος, το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει τον αρμόδιον και έσχατον κριτήν περί των θεμάτων πίστεως».
            Στο τελικώς εγκριθέν κείμενο η φράση διατυπώθηκε ως ακολούθως: «Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος , το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως και κανονικών διατάξεων. (Κανών 6 της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου)». 
            Η παράγραφος 23 στο προς έγκριση κείμενο αναφέρεται «στην αναγκαιότητα του διαχριστιανικού θεολογικού διαλόγου», κατά τον οποίο «αποκλείεται πάσα πράξις προσηλυτισμού ή άλλης προκλητικής ενεργείας ομολογιακού ανταγωνισμού».
            Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πρότεινε στο τέλος της φράσης και μετά τη λέξη «ανταγωνισμού» να τεθεί σε παρένθεση η λέξη Ουνία (π.χ. Ουνία).
            Στο τελικό κείμενο έγινε δεκτή η πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος και η Ουνία μπήκε μέσα στο κείμενο. Η φράση διαμορφώθηκε ως ακολούθως: « ...Αποκλειομένης πάσης πράξεως προσηλυτισμού, ουνίας, ή άλλης προκλητικής ενεργείας ομολογιακού ανταγωνισμού».   
            Το κείμενο τελειώνει με μιαν ευχή: «Δεόμεθα όπως οι χριστιανοί εργασθώσιν από κοινού, ώστε να αποβή εγγύς η ημέρα, καθ’ ην ο Κύριος θα εκπληρώση την ελπίδα των Ορθοδόξων Εκκλησιών και <γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν> (Ιωαν.10,16).
            Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πρότεινε το κείμενο να διαμορφωθεί ως ακολούθως: « Δεόμεθα όπως οι χριστιανοί εργασθώσιν από κοινού, ώστε να αποβή εγγύς η ημέρα, καθ’ ην ο Κύριος θα εκπληρώση την ελπίδα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της επισυναγωγής εις Αυτήν πάντων των εσκορπισμένων και γενήσεται μία ποίμνη είς ποιμήν (Ιωάννου 10,16)».
            Η πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έγινε δεκτή και η ευχή στο τελικό κείμενο έμεινε όπως ήταν στο προταθέν κείμενο.
            Επειδή υπήρξε η πληροφορία  ότι ο Σέρβος Μητροπολίτης Αθανάσιος Γιέβτιτς ήταν υπέρ της αναγνωρίσεως ως Εκκλησιών των ετεροδόξων και πως διατύπωσε την άποψη ότι ο γέροντάς του Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είναι παρεξηγημένος ως προς την άποψη του περί των Ρωμαιοκαθολικών παρατίθεται κείμενο του Αγίου σχετικό με τον παπισμό: «...Καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα – ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, το δόγμα τούτο είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού».( Ιουστίνου Πόποβιτς «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», Εκδ. Οίκος «Αστήρ», Αθήναι, 1969, σελ. 159).
            Το εγκριθέν κείμενο αφήνει την ασάφεια να δεσπόζει  στο πλήρωμα της Εκκλησίας για το ποια είναι τελικά η απόφαση των Πρωθιεραρχών και των Ιεραρχών στη Σύνοδο της Κρήτης, οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες αποτελούν Εκκλησίες ή όχι; Κατά Ιεράρχη η ασάφεια είναι ηθελημένη, γιατί έτσι η κάθε τοπική Εκκλησία και ο κάθε Ιεράρχης θα εξακολουθεί να ενεργεί κατά συνείδηση και όπως εκείνος  νομίζει καλύτερα για την Ορθόδοξη Εκκλησία...-   


 Μέρος Δ΄

            Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές με επιστολές τους οι Μητροπολίτες Ναυπάκτου Ιερόθεος και Λεμεσού Αθανάσιος επιβεβαιώνουν το ρεπορτάζ του υπογράφοντος και διαβεβαιώνουν  ότι δεν υπέγραψαν το κείμενο για τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσμο.
Το επίσημο κείμενο της Συνόδου τους φέρνει ότι το υπέγραψαν. Προσκείμενος στο Φανάρι Ελλαδίτης Μητροπολίτης μας είπε πως δεν πρόκειται περί υφαρπαγής της υπογραφής, ούτε περί παραποιήσεως της...Απλώς κάθε Εκκλησία είχε ΜΙΑ μόνο ψήφο, δια του Προκαθημένου Της και εφόσον οι Αρχιεπίσκοποι Κύπρου και Ελλάδος υπέγραψαν το σχετικό κείμενο, τότε ΟΛΟΙ οι Μητροπολίτες των Εκκλησιών Κύπρου και Ελλάδος θεωρήθηκε ότι το υπέγραψαν, έστω και αν ορισμένοι δεν το υπέγραψαν!... Μια ακόμη απόδειξη της ελλείψεως συνοδικότητας στη Σύνοδο της Κρήτης. Στο κείμενό του ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου επιβεβαιώνει ότι για τη στάση του δέχθηκε «σοβαρή πίεση και υβριστική αντιμετώπιση» από Ιεράρχες και ότι «πιέσεις δέχθηκαν και άλλοι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος». Η αποκάλυψη ότι έγιναν υβριστικές επιθέσεις στους Μητροπολίτες που δεν είχαν την ίδια άποψη με το Φανάρι δείχνει ότι στη Σύνοδο πρώτο δεν ήταν ιδανική η ατμόσφαιρα, όπως παρουσιάστηκε, και βεβαίως δεν ήσαν όλες οι αποφάσεις ομόφωνες, σε επίπεδο Ιεραρχών.

Επειδή κατά την ενημέρωση των ΜΜΕ ελέχθη ότι συγκεντρώθηκαν και εψήφισαν τα κείμενα 290 Ιεράρχες, να διευκρινιστεί ότι αυτή η πληροφορία είναι ανακριβής. Τόσοι θα ήσαν αν ήσαν παρούσες και οι 14 τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Με τις δέκα που ήσαν στην Κρήτη ήσαν μόνο 156. Η κάθε τοπική Εκκλησία είχε το δικαίωμα ο Πρωθιεράρχης της να συνοδεύεται με 24 Ιεράρχες maximum. Τον αριθμό αυτόν κάλυψαν μόνο τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Σερβίας και Ρουμανίας. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας είχε στη Σύνοδο της Κρήτης 23 Ιεράρχες, όσους και η Εκκλησία της Ελλάδος, αφού ο Μητροπολίτης Λαρίσης Ιγνάτιος δεν μετέβη στην Κρήτη και δεν αντικαταστάθηκε. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκε, άγνωστο γιατί, με μόνο πέντε Αρχιερείς, από τους είκοσι που διαθέτει. Για λόγους οικονομίας είπαν ορισμένοι. Δεν επιβεβαιώθηκε η πληροφορία ότι τόσων τις δαπάνες κάλυψε η οργανωτική επιτροπή. Η Εκκλησία της Κύπρου ήταν με όλους τους Αρχιερείς της, δέκα έξι. Επίσης με σχεδόν όλους τους Αρχιερείς τους συμμετέσχον οι Εκκλησίες Πολωνίας (πέντε), Αλβανίας (έξι) και  Τσεχίας – Σλοβακίας (τρεις).
Πέντε ακόμη θέματα συζητήθηκαν και εγκρίθηκαν στη Σύνοδο της Κρήτης, εκτός από αυτό, της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Στο κείμενο « Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον» από την Εκκλησία της Ελλάδος κατετέθησαν τρεις τροπολογίες, από τις οποίες οι δύο εγκρίθηκαν και  περιελήφθησαν στο τελικό κείμενο. Στο Α΄ Κεφάλαιο και στην παράγραφο 3 του κειμένου του Σαμπεζί γραφόταν το ακόλουθο: « Ως προϋπόθεσις μιας ευρυτέρας συνεργασίας ( Σημ. γρ. Με τους άλλους χριστιανούς) δύναται να χρησιμεύση η κοινή αποδοχή της υψίστης αξίας του ανθρωπίνου προσώπου. Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι καλούνται να συμβάλουν εις την διαθρησκειακήν συνεννόησιν και συνεργασίαν...Εννοείται ότι η συνεργασία αυτή αποκλείει τόσον τον συγκρητισμόν, όσον και την επιδίωξιν επιβολής οιασδήποτε θρησκείας επί των άλλων». Η Εκκλησία της Ελλάδος ζήτησε αντί «υψίστης αξίας του ανθρωπίνου προσώπου», να γραφεί «υψίστη αξία του ανθρώπου», και στην πολυλεκτική  φράση, για την μη αποδοχή του συγκρητισμού, στην οποία λανθασμένα αναφέρονταν «Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι», να γραφεί « Η Ορθόδοξος Εκκλησία καλείται να συμβάλη εις την διαθρησκειακήν συνεννόησιν και συνεργασίαν, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν». Στο τελικό κείμενο παρέμεινε ο όρος «ανθρώπινο πρόσωπο», ο όρος «Ορθόδοξοι Εκκλησίαι» βελτιώθηκε στο «Αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι» και η σχοινοτενής πρόταση περιορίστηκε όπως την πρότεινε η Ελλαδική Εκκλησία. 
Στο Δ΄ Κεφάλαιο « Η ειρήνη και η αποτροπή του πολέμου» οι συμμετασχόντες στη Σύνοδο της Κρήτης έχασαν τη μεγάλη ευκαιρία να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς το χειμαζόμενο και σκληρά δοκιμαζόμενο από αλλοθρήσκους Πατριαρχείο της Αντιοχείας. Έτσι θα έδειχναν ότι, ως Χριστιανοί Ιεράρχες, δεν διακατέχονται από μικροψυχία και μνησικακία για το ότι το εν λόγω Πατριαρχείο απουσίασε από τη Σύνοδο. Όπως είναι γνωστό εξ αιτίας του  πολέμου προσωρινά η έδρα του Πατριαρχείου από τη Δαμασκό έχει μεταφερθεί στη Βηρυτό. Είναι η δεύτερη μεταφορά του. Η πρώτη ήταν από την μεγάλη πόλη της Αντιοχείας, που κατέλαβαν οι Τούρκοι,  στη Δαμασκό. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας έχει απολέσει μεγάλο μέρος του ποιμνίου του και εξακολουθεί να αγνοείται η τύχη του από τριετίας απαχθέντος από τους ισλαμιστές Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλου, κατά σάρκα αδελφού του Πατριάρχου. Στην τρίτη παράγραφο του Δ΄ Κεφαλαίου του τελικού κειμένου γίνεται γενική μνεία «της μονίμου τάσεως αυξήσεως των καταπιέσεων και διώξεων των χριστιανών και άλλων κοινοτήτων, εξ αιτίας της πίστεως αυτών, εις την Μέσην Ανατολήν και αλλαχού, καθώς και αι απόπειραι εκριζώσεως του Χριστιανισμού εκ των παραδοσιακών κοιτίδων αυτού».
Στο θέμα «Η Ορθόδοξος Διασπορά» στο τελικό κείμενο δεν έγιναν αξιομνημόνευτες μεταβολές, σε σχέση με το προταθέν κείμενο. Η κατάσταση στη διαποίμανση της Διασποράς εξακολουθεί να είναι η ίδια. Εξακολουθούν να υπάρχουν σε διάφορες χώρες πολλοί Μητροπολίτες, που η αναφορά τους είναι στα Πατριαρχεία ή στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες από τις οποίες προέρχονται, εξακολουθούν αυτοί να αποτελούν Επισκοπικές Συνελεύσεις και εξακολουθούν αυτών να προεδρεύουν οι Μητροπολίτες οι προερχόμενοι από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Κάποιοι εκ των Αρχιερέων ζήτησαν να «επανέλθει η κανονικότητα» στη Διασπορά και να υπάρχει στην κάθε χώρα ένας μόνο Επίσκοπος και αυτός να είναι του Φαναρίου. Σ’ αυτούς υπήρξε η απάντηση ότι η κανονικότητα θα ερχόταν όταν η κάθε χώρα αποκτούσε αυτοδιοίκητο (Αυτοκέφαλο) χαρακτήρα διοικήσεως και ο Επίσκοπος της επιλεγόταν από τους Επισκόπους όλων των Ορθοδόξων της κάθε χώρας. Υπήρξε και η άποψη, από μη Έλληνα ποιμενάρχη, με τον οποίο συνομιλήσαμε,  ότι οι ξενιτεμένοι αισθάνονται  οικεία μόνο στις εθνικές τους Εκκλησίες, που τις βλέπουν ως μια προέκταση της Πατρίδας τους και ένα σοβαρό σύνδεσμο μαζί της και σημείωσε ότι μπορεί το Πατριαρχείο να ονομάζεται και να υποστηρίζει ότι είναι «οικουμενικό» και εναντίον του «εθνοφυλετισμού», αλλά στην ουσία είναι ελληνικό και οι κατά τόπους Εκκλησίες του στη Διασπορά ονομάζονται «Ελληνορθόδοξες».
Ο ίδιος Ιεράρχης μας είπε ότι το Φανάρι έχει σταματήσει το χρόνο μεταξύ 6ου και 11ου αιώνα, στην παντοκρατορία δηλαδή της Ελληνορωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας και του Πατριαρχείου της Βασιλεύουσας,  και μεταξύ 15ου και 19ου αιώνα, όταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το Πατριαρχείο ήταν παντοδύναμο μεταξύ των υποδουλωμένων λαών και διόριζε, όπου νόμιζε, Έλληνες Επισκόπους... Μάλιστα με ρώτησε πώς θα μου φαινόταν σήμερα σε μια χώρα όπως λ.χ. η Ιταλία, στην οποία ζουν 1.000.000 Ρουμάνοι και 20.000 Έλληνες, Επίσκοπός τους να ήταν Έλληνας; Δεν είναι καλύτερα, συνέχισε, να έχουνε Ρουμάνοι και Έλληνες τον δικό τους Επίσκοπο;...Διότι και οι  Έλληνες δεν θα αισθάνονταν άνετα με Ρουμάνο Επίσκοπο...
Η Διασπορά είναι μεγάλο ζήτημα και σ’ αυτό είναι ορατός ο ανταγωνισμός μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας, που απλώνεται σε όλο τον Πλανήτη. Η Μόσχα και όλες οι μη Ελληνικές τοπικές Εκκλησίες δεν δέχονται την ερμηνεία του Φαναρίου ότι «βαρβαρικές χώρες» είναι όλες εκτός των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και επομένως  ανήκουν σ’ Αυτό.   
Στο θέμα «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον» το  τελικό κείμενο επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ της Κανονικής ακριβείας, της «φιλανθρώπου οικονομίας» και της «διακρίσεως των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών», ανάλογα με τις συνθήκες που υπάρχουν σε αυτές. Εκεί που το τελικό κείμενο άλλαξε, σε σχέση με το προταθέν κείμενο του Σαμπεζί, είναι στη νηστεία προ της Θείας Κοινωνίας. Στο προταθέν κείμενο και στην 9η παράγραφο αναγράφεται: «Ωσαύτως  το σύνολον των πιστών της Εκκλησίας οφείλει να τηρή τας ιεράς νηστείας και την από μεσονυκτίου ασιτίαν προκειμένου να προσέρχεται τακτικώς εις την Θείαν Μετάληψιν...».
Στο τελικό κείμενο η 9η παράγραφος τροποποιήθηκε ως ακολούθως: «Η προ της θείας κοινωνίας νηστεία τριών ή περισσοτέρων ημερών επαφίεται εις την ευλάβειαν των πιστών, συμφώνως και προς τα λόγια του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: <...μ’ όλον οπού από τους θείους Κανόνας νηστεία προς της Μεταλήψεως ου διορίζεται, οι δυνάμενοι νηστεύειν προ αυτής και ολόκληρον εβδομάδα, καλώς ποιούσι>». (Ερμηνεία εις τον Κανόνα ιγ΄ της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Πηδάλιον σελ. 191). Όμως το σύνολον των πιστών της Εκκλησίας οφείλει να τηρή τας ιεράς νηστείας και την από μεσονυκτίου ασιτίαν προκειμένου να προσέρχηται τακτικώς εις την Θείαν Μετάληψιν...». -


Μέρος Ε΄ 

Το Αυτόνομο και οι Μητροπόλεις

των «Νέων Χωρών».

            Τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας εξέφρασαν έντονες διαφωνίες επί του περιεχομένου του θέματος «Το Μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού». Ήταν μια από τις αιτίες που δεν προσήλθαν στη Σύνοδο της Κρήτης. Ο Πατριάρχης Γεωργίας δεν υπέγραψε το σχετικό κείμενο στο Σαμπεζί και το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δια του εκπροσώπου του, Μητροπολίτη Ισαάκ, αντί υπογραφής ανέγραψε: «Η Εκκλησία του Πατριαρχείου Αντιοχείας έχει αντίθετη γνώμη και γι’ αυτό δεν συνυπογράφει». Σύμφωνα με τον Κανονισμό, που είχε εγκριθεί ομοφώνως, το θέμα περί γάμου δεν θα έπρεπε να συζητηθεί στη Σύνοδο, λόγω του ότι δεν ήρθε με την ομόφωνη γνώμη των Προκαθημένων. Όμως προχώρησε, αφού ο Οικουμενικός Πατριάρχης πήρε επάνω του την ευθύνη.

            Οι τροποποιήσεις στο τελικό κείμενο, σε σχέση με το προταθέν από τη Σύνοδο των Προκαθημένων στο Σαμπεζί, τον Ιανουάριο του 2016, είναι στα κωλύματα του γάμου.
            Στο προταθέν κείμενο η παράγραφος 5 – υποπαράγραφος i -έγραφε: «Ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (Κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου), δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και δια φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».  Στο τελικό κείμενο αφαιρέθηκε το δεύτερο μέρος της υποπαραγράφου, από το «δυνάμενος» έως το τέλος, που αναφερόταν στην υποχρέωση τα παιδιά να βαπτίζονται και να ανατρέφονται ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Το κείμενο που απέμεινε έχει δύο αναγνώσεις. Η μία είναι πως κωλύονται απολύτως οι γάμοι με ετεροδόξους και η άλλη ότι δια της διαγραφής των υποχρεώσεων που ανελάμβανε το Ορθόδοξο μέλος του ζεύγους αφήνεται η ελευθερία τα παιδιά να μην βαπτισθούν και αναπτυχθούν Ορθόδοξα... Στο τέλος της συζήτησης όλοι οι συμμετασχόντες συμφώνησαν ότι η οικονομία λύνει στην Ορθόδοξη Εκκλησία όλα τα θέματα...
Η εβδόμη παράγραφος του σχεδίου κειμένου του Σαμπεζί έγραφε τα ακόλουθα: «Η εφαρμογή της εκκλησιαστικής οικονομίας σχετικώς (Σημ. γρ. για τους γάμους με ετεροδόξους) οφείλει να αντιμετωπίζεται υπό της Ιεράς Συνόδου εκάστης αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, συμφώνως προς τας αρχάς των ιερών κανόνων, εν τω πνεύματι της ποιμαντικής διακρίσεως, επί τω σκοπώ της σωτηρίας του ανθρώπου». Στο τελικό κείμενο η εν λόγω παράγραφος ετέθη ως 2η υποπαράγραφος στην παράγραφο 5 και έχει κάποιες τροποποιήσεις. Γράφει: «Η δυνατότης εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας ως προς τα κωλύματα γάμου δέον όπως αντιμετωπίζεται...» (Σημ. Ακολουθεί το ίδιο κείμενο με αυτό του σχεδίου).  Οι προστεθείσες λέξεις «δυνατότης εφαρμογής», αντί «εφαρμογής» και το «δέον», αντί του «οφείλει» αφήνουν επίσης περιθώρια «οικονομίας» στις κατά τόπους Εκκλησίες στους γάμους με ετεροδόξους...
Στο θέμα του γάμου και κυρίως στα κωλύματα του εκτός από τις διαφωνίες των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Γεωργίας  υπήρξαν στη Σύνοδο της Κρήτης και άλλες ενστάσεις και προτάσεις που δεν πέρασαν. Οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας και της Εκκλησίας της Αλβανίας λ.χ. ζήτησαν να επιτραπεί ο δεύτερος γάμος των κληρικών, αν η σύζυγός τους απεβίωσε, τους εγκατέλειψε, ή εμοίχευσε. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή. Ορισμένοι  επίσης ζήτησαν να αλλάξουν επί το επιεικέστερο οι Κανόνες 53 και 54 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Η πρόταση απερρίφθη γιατί μια Σύναξη Επισκόπων δεν μπορεί να ανατρέψει αποφάσεις Οικουμενικής Συνόδου. Σημειώνεται ότι ο Κανόνας 53 απαγορεύει στον ανάδοχο να παντρεύεται τη χήρα (πολύ περισσότερο τη σύζυγο, ή τη ζωντοχήρα) μητέρα του αναδεκτού του. Και ο Κανόνας 54 απαγορεύει να παντρεύονται ξαδέλφια, ή  πατέρας και γιός μητέρα και κόρη ή δύο αδελφές, ή μητέρα και κόρη δύο αδελφούς, ή δύο αδέλφια δύο αδελφές....
Το τελευταίο κείμενο που ετέθη και εγκρίθηκε στη Σύνοδο της Κρήτης ήταν «Το Αυτόνομον και ο τρόπος Ανακηρύξεως αυτού». Αυτό εξελίχθηκε πάλι σε πεδίο διένεξης μεταξύ Φαναρίου και Αθηνών. Στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συνεδρίασε στις 24 και 25 Μαΐου τρ. έ., πριν δηλαδή από τη Σύνοδο στην Κρήτη, φάνηκε ο σοβαρός προβληματισμός των μελών της επί του θέματος. Ήταν διάχυτη η φήμη ότι μετά την ψήφιση του εν λόγω κειμένου και με βάση αυτό το Φανάρι θα προχωρούσε στην κήρυξη ως «Αυτόνομης Εκκλησίας» των Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών» (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και νησιών Ανατολικού Αιγαίου). Αυτός ήταν ο λόγος που ομόφωνα εγκρίθηκε από την Ιεραρχία το κείμενο που πρότεινε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και το οποίο εξέφραζε αυτούς τους φόβους και προβληματισμούς.
Στην ομόφωνη απόφαση της ΔΙΣ και της Ιεραρχίας τονιζόταν: «Υπάρχει σοβαρός προβληματισμός περί του θέματος του <Αυτονόμου>. Η Αυτονομία είναι μέγας πειρασμός και δύναται να οδηγήση εις κατακερματισμόν Κρατών και εις διάσπασιν λαών και ίσως τείνη εις έξαρσιν του εθνικισμού, όστις έχει καταδικασθή Συνοδικώς και Πανορθοδόξως. Δια τους λόγους τούτους, προτείνεται (Σημ. γρ. Τονίζεται στην απόφαση)  η μη συζήτησις του κειμένου τούτου... Επειδή δια το θέμα τούτο γίνονται διάφορα δυσμενή σχόλια και κυρίως ότι πίσω από το κείμενο τούτο υποκρύπτονται διάφορες σκοπιμότητες, προτείνεται στο κείμενο να προστεθή η ακόλουθη παράγραφος: <Εκκλησιαστικαί  Επαρχίαι περί των οποίων εξεδόθη Πατριαρχικός Τόμος ή Πράξις δεν δύνανται ίνα αιτήσωνται την χορήγησιν αυταίς αυτονομίας διατηρουμένου απαρρασαλεύτως του υφισταμένου καθεστώτος>».
Την Τετάρτη, 22 Ιουνίου, ήρθε προς συζήτηση το θέμα του Αυτονόμου. Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος έφερε προς συζήτηση την απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τους φόβους της και την πρότασή της να αποκλεισθεί αυτονόμηση Μητροπόλεων για τις οποίες έχει εκδοθεί Τόμος ή Πράξη. Πριν αρχίσει η συζήτηση ο Πατριάρχης τόνισε ότι διαβεβαιώνει τα μέλη της Συνόδου, ότι δια του κειμένου περί Αυτονόμου δεν έχει πρόθεση να θέσει τέτοιο ζήτημα για τις «Νέες Χώρες». Στην ένσταση γιατί αφού δεν έχει αυτή την πρόθεση, δεν δέχεται να προστεθεί στο κείμενο η πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος απάντησε ότι το λέγει ενώπιον τόσων Αρχιερέων και επομένως ο λόγος του αρκεί. Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν επέμειναν στο να τεθεί σε ψηφοφορία η πρότασή τους, όμως αμέσως, την 22α Ιουνίου, η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε Δελτίο Τύπου, στο όποιο εγράφησαν τα εξής:
«Επί γενομένης προτάσεως – προσθήκης υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος επί του κειμένου «ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟΝ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΑΥΤΟΥ» ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος διαβεβαίωσε ενώπιον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι σέβεται απολύτως το υφιστάμενο εκκλησιαστικό καθεστώς των Μητροπόλεων των λεγομένων Νέων Χωρών της Εκκλησίας της Ελλάδος και ουδεμία πρόθεση υπάρχει αμφισβητήσεως ή αλλαγής των ισχυόντων». 
Στην έκδοση του Δελτίου Τύπου της Εκκλησίας της Ελλάδος απάντησε αμέσως  με αυθημερόν Ανακοινωθέν της η Αρχιγραμματεία της «Αγίας και Ιεράς Συνόδου», η οποία ελεγχόταν από το Φανάρι:
«Σήμερον Τετάρτην, 22αν Ιουνίου 2016, συζητουμένου ενώπιον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του θέματος του Αυτονόμου, επί σχετική δε προτάσει τροπολογίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Α.Θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος διεβεβαίωσεν ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ουδεμίαν πρόθεσιν έχει να χορηγήση αυτονομίαν εις τας Μητροπόλεις των λεγομένων Νέων Χωρών και ότι αύται υπάγονται πάντοτε κανονικώς και πνευματικώς υπό το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, η δε διοίκησις αυτών έχει εκχωρηθεί επιτροπικώς εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος, την οποίαν η Α.Θ. Παναγιότης και ηυχαρίστησεν δια την τοιαύτην εξυπηρέτησιν προς την Μητέρα Εκκλησίαν».
Με τα δύο Δελτία Τύπου αποτυπώθηκε για μιαν ακόμη φορά η ένταση που υπάρχει στις σχέσεις μεταξύ Φαναρίου και Αθηνών για το θέμα των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, το οποίο είναι πράγματι μείζον εκκλησιολογικά και εθνικά. Η Εκκλησία της Ελλάδος, με το Δελτίο Τύπου Της, θέλησε να προβάλει τη δέσμευση του Πατριάρχη, με τα όσα είπε προφορικά στη Σύνοδο, και να τονίσει ότι ο κ. Βαρθολομαίος σέβεται το υφιστάμενο   καθεστώς για τις Μητροπόλεις των λεγομένων Νέων Χωρών, που ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος. Απαντώντας το Φανάρι τόνισε ότι οι εν λόγω Μητροπόλεις ανήκουν «κανονικώς και πνευματικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο» και πως η διοίκησή τους έχει εκχωρηθεί στην Εκκλησία της Ελλάδος επιτροπικώς.... Μάλιστα στο τέλος του Πατριαρχικού Ανακοινωθέντος υπάρχει και μια απαράδεκτη, ακόμη και για κοσμική εξουσία, νότα ειρωνείας – ειρωνείας ισχύος –. Ενώ υπάρχει όλη αυτή η γνωστή ένταση την «ευχαριστεί για την εξυπηρέτηση προς την Μητέρα Εκκλησία»...
Σημειώνεται ότι ακόμη και ο μη ειδικός φανατικός υποστηρικτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθηγητής του Αστικού Δικαίου, Κων. Βαβούσκος παραδέχεται ότι δια της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 «εδημιουργήθη ιδιόμορφον νομοκανονικόν καθεστώς» ως προς τις Μητροπόλεωις των Νέων Χωρών της Ελληνικής Επικράτειας. Γράφει και μιαν ανακρίβεια, ότι ο Νόμος 3615 του 1928 «εκύρωσε το δια της Πράξεως εν λόγω καθεστώς». Πρόκειται περί οφθαλμοφανούς ανακριβείας, αφού ο Νόμος προηγήθηκε! Ψηφίστηκε στις 10 Ιουλίου του 1928 και η Πράξη αποφασίστηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1928. Εκ των προτέρων νομοθετική κύρωση Εκκλησιαστικής Πράξης δεν υπάρχει στα παγκόσμια χρονικά. Επίσης στην Εγκύκλιό της 1ης Νοεμβρίου του 1928 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς ανταπόδοση των Φαναριώτικων φιλοφρονήσεων, αναφέρει ότι οι Μητροπολίτες των «Νέων Χωρών»  «άρτι διοικητικώς υπήχθησαν στην Εκκλησία της Ελλάδος», και τους κανόνες που διέπουν τα καθήκοντά τους, «συμφώνως προς τε τους κειμένους νόμους, ως και προς την σχετικήν Πράξιν του Οικουμ. Πατριαρχείου και την επ’ αυτής απόφασιν της Δ.Ι. Συνόδου». Τους κανόνες αυτούς  αποδεχόταν και το Οικουμενικό Πατριαρχείο  έως την Πατριαρχία του κ. Βαρθολομαίου...  
Ενώ όλα δείχνουν ότι η ένταση μεταξύ των δύο Εκκλησιών είναι πάντα σε επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης Μητροπολίτες, προσκείμενοι ιδεολογικά ή συμφεροντολογικά στο Φανάρι, θριαμβολόγησαν διότι ο Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος διαβεβαίωσε ότι δεν θα θέσει υπό τη δικαιοδοσία του τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, για το αυτονόητο δηλαδή... Δεν σχολίασαν όμως ότι οι συγκεκριμένες Μητροπόλεις έχουν γίνει πεδίο συνεχούς ενόχλησης της Εκκλησίας της Ελλάδος, με τις σ’ αυτές συνεχείς, ενοχλητικές και πολυδάπανες επισκέψεις του Πατριάρχη...
Για το θέμα των Νέων Χωρών απορίες προκάλεσε η δήλωση του εκπροσώπου Τύπου της Εκκλησίας της Ελλάδος στη Σύνοδο της Κρήτης κ. Χάρη Κονιδάρη. Την ώρα που ήσαν γνωστές οι αποφάσεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και το Δελτίο Τύπου Αυτής, καθώς και το Ανακοινωθέν που εξέφραζε τις γνωστές απόψεις του κ. Βαρθολομαίου εκείνος μιλώντας στην ενημέρωση των ΜΜΕ είπε, μεταξύ των άλλων:
« Υπάρχουν πρόσωπα που επιδιώκουν την κρίση στις σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών, που ζουν μέσα από την αντιπαράθεση και εργάζονται πυρετωδώς για την κρίση. Τα δύο κείμενα (Σημ. γρ. Το Δελτίο Τύπου της Εκκλησίας της Ελλάδος και το Ανακοινωθέν της Συνόδου) κινούνται στην ίδια κατεύθυνση (Σημ.γρ. !!!). Τα πρόσωπα αυτά θέλουν να γεμίσουν με σύννεφα τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών. Τα πρόσωπα αυτά ζουν μέσα από την καλλιέργεια της κρίσης στις σχέσεις του Οικ. Πατριαρχείου και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι πρόσωπα τα οποία η ζωή της Εκκλησίας τα προσπερνά, είναι πρόσωπα τα οποία το μόνο που θα πετύχουν να κάνουν είναι να αποτελέσουν θλιβερές υποσημειώσεις στα πολύ σημαντικά κεφάλαια της εκκλησιαστικής ζωής, που γράφονται και εδώ, στα πλαίσια της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Από εκεί και  πέρα η Εκκλησία της Ελλάδος και προσωπικά ο Προκαθήμενος της, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος και όλα τα μέλη της αντιπροσωπείας αισθάνονται απόλυτα ικανοποιημένοι και χθες και σήμερα και αύριο με την πραγματικά γενναία παρέμβαση του Οικουμενικού μας Πατριάρχης, με την οποία διέλυσε όλα τα σύννεφα τα οποία καλλιεργούσαν τεχνηέντως και για δικούς τους σκοπούς κάποιοι. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν απόλυτα ξεκάθαρος και απέδειξε για μιαν ακόμη φορά ότι διακονεί την ενότητα της Εκκλησίας και ότι κινείται πάντα στο πνεύμα της καταλλαγής. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος είναι εκκλησιαστικοί ηγέτες σοφοί, που διακρίνονται από σύνεση και διάκριση και είναι εκκλησιαστικοί ηγέτες που συνεργάζονται και ο ένας δίνει το χέρι στον άλλο και κυκλοφορούν μαζί για το καλό της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
Μητροπολίτης, που του ήταν γνωστή η δήλωση του κ. Χάρη Κονιδάρη, μας διαβεβαίωσε ότι δεν είχε σκοπό με αυτήν να προσβάλει ούτε να θίξει τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, που έκανε δηλώσεις αυστηρές στη Σύνοδο της Ιεραρχίας για το Φανάρι και προσωπικά για τον κ. Βαρθολομαίο, ούτε τα υπόλοιπα μέλη της Ιεραρχίας, για τον προβληματισμό τους περί του Αυτονόμου και των επιπτώσεων αυτού στις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Στόχος του ήταν νέος στη χειροτονία Μητροπολίτης του Φαναρίου, για τον οποίο υπάρχουν έγκυρες πληροφορίες ότι υπονομεύει την Εκκλησία της Ελλάδος στα κυβερνητικά κλιμάκια, προκαλώντας επικίνδυνη όξυνση στις σχέσεις των δύο τοπικών Εκκλησιών.- 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.