Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ποιό μοντέλο σέβεται πληρέστερα τη θρησκευτική ελευθερία και το δικαίωμα των γονέων να κατευθύνουν τη θρησκευτική διδασκαλία των παιδιών τους;

ΠΟΙΟ ΜΟΝΤΕΛΟ TOΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου
Τμήμα Νομικής του Α.Π.Θ.



   «Με βάση το εν λόγω νέο πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών υιοθετείται, σε σχέση με τον Χριστιανισμό η μεταπατερική θεολογία και σε σχέση με τα λοιπά παγκόσμια θρησκεύματα η συναφειακή θεολογία, όπως ρητά αναφέρεται στον εν λόγω νέο Οδηγό Εκπαιδευτικού και όπως άλλωστε επιβάλλει η δια-θρησκευτική ή ερμηνευτική μαθησιακή προσέγγιση αυτού. Επομένως, ειδικά σε σχέση με την Ορθοδοξία, αυτή δεν διδάσκεται με βάση την Αγία Γραφή, όπως ερμηνεύεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, που αποδεσμεύεται από τις καθιερωμένες θρησκευτικές παραδόσεις, δηλαδή φαίνεται να διδάσκεται μια μεταλλαγμένη ορθοδοξία».

 Η υιοθέτηση ενός μοντέλου μαθήματος των θρησκευτικών ανήκει στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους. Συνεπώς, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να ασκήσουν τις πιέσεις τους στην κυβέρνηση προς την κατεύθυνση την οποία επιδιώκουν.



Ευχαριστούμε θερμά το διοργανωτή του συνεδρίου καθηγητή κ. Ηρακλή Ρεράκη, ο οποίος προκάλεσε τον ερευνητικό μας προβληματισμό σε σχέση με το πιλοτικά εφαρμοζόμενο νέο πρόγραμμα σπουδών για το μάθημα των θρησκευτικών[1], στο πλαίσιο του ολιστικού (ή φυσιοκρατικού) νέου σχολείου, και είχε την έμπνευση της διοργανώσεως αυτού του συνεδρίου, ώστε να γίνει επιτέλους ένας ουσιαστικός διάλογος από τους ενδιαφερομένους για όλα τα διαθέσιμα μοντέλα του μαθήματος των θρησκευτικών, προκειμένου η Πολιτεία να προβεί στην επιλογή του καταλληλότερου, στο πλαίσιο των διεθνών και συνταγματικών της υποχρεώσεων και δεσμεύσεων. Ποτέ δεν είναι αργά.
Ενώ οι διεθνείς οργανισμοί και ειδικότερα ο ΘΑΣΕ προτρέπει να γίνεται διαρκής διάλογος των ενδιαφερομένων για το μάθημα των θρησκευτικών, εν τούτοις η τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, εξ όσων γνωρίζω, όταν υιοθέτησε το νέο πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών δημοτικού και γυμνασίου δεν έκανε διαβούλευση, έστω με τους ειδικούς του μαθήματος των θρησκευτικών, αλλά προτίμησε να επιβάλει, κατά υποχρεωτικό τρόπο, τον δικό της ιδεολογικό προσανατολισμό σε αυτό το μάθημα, παρά το γεγονός ότι αυτός σαφώς παραβιάζει την ελευθερία της θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής συνείδησης όσων δεν προσχωρούν στο δικό της ιδεολογικό προσανατολισμό.
Η παρούσα εισήγηση αποτελείται από τα εξής δύο τμήματα: 1) τα υφιστάμενα μοντέλα του μαθήματος των θρησκευτικών στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, το οποίο πρώτο τμήμα είναι απαραίτητο για το δεύτερο τμήμα, και 2) τις γενικές ερμηνευτικές αρχές που προκύπτουν για το μάθημα των θρησκευτικών από τις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις των διεθνών οργανισμών, όπως συν-εφαρμόζονται με τις αρχές που προκύπτουν από τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Στο συμπέρασμα, η εισήγηση καταλήγει στην πρόταση ενός μοντέλου του μαθήματος των θρησκευτικών στη Χώρα μας το οποίο: α) σέβεται πληρέστερα τη θρησκευτική ελευθερία και ειδικότερα την ελευθερία της θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής συνείδησης όλων και το δικαίωμα των γονέων να κατευθύνουν τη θρησκευτική ή κοσμοθεωρητική εκπαίδευση και διδασκαλία των παιδιών τους, και β) κατοχυρώνει σταθερότερα τον κατά το Σύνταγμα υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, ελαχιστοποιώντας τις δυνατότητες απαλλαγών που μπορούν
να ζητηθούν με την άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης συνειδήσεως των γονέων στα άλλα μοντέλα του μαθήματος, τα οποία δεν προτείνονται προς υιοθέτηση.

ΤΜΗΜΑ 1 –ΤΑ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗ ΡΩΣΙΑ
Τα υφιστάμενα μοντέλα του μαθήματος των θρησκευτικών στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Ρωσία, αν εξαιρέσει κάποιος χώρες της Ευρώπης (Αλβανία, Γαλλία) που δεν έχουν καθόλου μάθημα θρησκευτικών, υποδιαιρούνται στις εξής δύο ομάδες:
Τα μοντέλα του μαθήματος που αποδέχονται τον νομικό-πολιτικό πλουραλισμό, αλλά δεν αποδέχονται τον πλουραλισμό κατά τη θεολογία των θρησκειών ή τον θρησκευτικό πλουραλισμό (δηλαδή τον θρησκευτικό σχετικισμό), είτε προσχωρώντας στην πίστη της αποκλειστικότητας της σωτηρίας στο πλαίσιο της οικείας θρησκείας (exclusivism) είτε επεκτείνοντας τη δυνατότητα της σωτηρίας και σε πιστούς άλλων θρησκειών σύμφωνα με τη θέληση της θεότητας της οικείας θρησκείας (inclusivism)[2]
Αυτή η πρώτη ομάδα υποδιαιρείται στις εξής δύο υπο-ομάδες: Α) την υπο-ομάδα του μοντέλου που αναπτύσσει τη θρησκευτική συνείδηση μόνον κατά ένα θρήσκευμα (μονο-ομολογιακό μοντέλο) ή του μοντέλου που αναπτύσσει τις θρησκευτικές συνειδήσεις κατά κάθε επί μέρους θρήσκευμα από εκείνα με τα οποία το κράτος συνεργάζεται (πολυ- ομολογιακό μοντέλο κατά θρήσκευμα), και Β) την υπο-ομάδα του μοντέλου που αναπτύσσει τη θρησκευτική συνείδηση μόνον κατά ένα θρήσκευμα ή του μοντέλου που αναπτύσσει τις θρησκευτικές συνειδήσεις κατά κάθε επί μέρους θρήσκευμα από εκείνα με τα οποία το κράτος συνεργάζεται ή, εναλλακτικά, την κοσμοθεωρητική συνείδηση (μοντέλα είτε μονο-ομολογιακό ή, εναλλακτικά, κοσμοθεωρητικό, είτε πολυ-ομολο-γιακό κατά θρήσκευμα ή, εναλλακτικά, κοσμοθεωρητικό).
Η ομάδα αυτή υπερισχύει συντριπτικά στις Χώρες της Ευρώπης. Σε αυτήν ανήκουν οι 22 χώρες της Ευρώπης από τις 28 και η Ρωσία, σε σύγκριση με την κατωτέρω αναφερόμενη δεύτερη ομάδα, που περιλαμβάνει μόνο το μοντέλο της μεταμοντέρνας πνευματικότητας ή της δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, δηλαδή της ατομικής συγκρητιστικής θρησκευτικότητας, το οποίο υιοθετούν μόνο 6 χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης από το 2011 της Ελλάδος, και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Από τις 22 χώρες που έχουν μονο-ομολογιακό μάθημα ή πολυ-ομολογιακά μαθήματα και οι οποίες ανήκουν στην πρώτη ομάδα των χωρών που αποδέχονται τον νομικο-πολιτικό πλουραλισμό, αλλά δεν αποδέχονται τον πλουραλισμό κατά τη θεολογία των θρησκειών (δηλαδή τον θρησκευτικό σχετικισμό), στις 8 χώρες το θρησκευτικό μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό με δυνατότητα απαλλαγής[3], στις 9 χώρες είναι κατ' επιλογήν υποχρεωτικό[4] και στις 5 χώρες είναι προαιρετικό[5].

Ι.Α. -1η ΥΠΟ-ΟΜΑΔΑ: ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ Ή ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ
(Το μοντέλο που αναπτύσσει τη θρησκευτική συνείδηση μόνον κατά ένα θρήσκευμα (μόνο-ομολογιακό μοντέλο) ή τις θρησκευτικές συνειδήσεις κατά κάθε επί μέρους θρήσκευμα από εκείνα με τα οποία το κράτος συνεργάζεται (πολύ-ομολογιακό μοντέλο κατά θρήσκευμα)
Στο θρησκευτικό μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών (ή διδασκαλία θρησκείας), το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει μια θρησκευτική παράδοση ή περισσότερες θρησκευτικές παραδόσεις και διδάσκεται από μέσα από αυτήν τη θρησκεία ή από μέσα από κάθε μια από αυτές τις θρησκείες χωριστά για την καθεμία ως προς τους δικούς της πιστούς. Δηλαδή το θρησκευτικό μοντέλο είναι είτε μονο-ομολογιακό είτε ομολογιακό κατά θρήσκευμα, μόνο για εκείνα τα θρησκεύματα με τα οποία συνεργάζεται το κράτος. Το μονο-ομολογιακό μοντέλο ακολουθούν 8 χώρες4 5 [6], μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (αν και υπάρχει μάθημα θρησκευτικών για τους μουσουλμάνους της Θράκης και τους καθολικούς της Σύρου). Το ομολογιακό κατά θρήσκευμα μοντέλο ακολουθούν 4 χώρες[7].
Σε 3 χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) από τις οκτώ χώρες που έχουν το μονο-ομολογιακό μάθημα την ευθύνη του την έχει αποκλειστικώς το κράτος[8], ενώ στις υπόλοιπες 5 την αποκλειστική ευθύνη του έχει η οικεία εκκλησία[9].

2Η ΥΠΟ-ΟΜΑΔΑ: ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ Ή ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ Ή (ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ) ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ
(Η θρησκευτική-κοσμοθεωρητική υποομάδα -εκείνη που αναπτύσσει τις θρησκευτικές συνειδήσεις κατά κάθε επί μέρους θρήσκευμα από εκείνα με τα οποία το κράτος συνεργάζεται ή την κοσμοθεωρητική συνείδηση, κατ' επιλογήν).
Στο θρησκευτικό-κοσμοθεωρητικό μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών (ή διδασκαλία θρησκείας ή κοσμοθεωρίας), το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει περισσότερες θρησκευτικές παραδόσεις ή, εναλλακτικά, ένα μάθημα κοσμοθεωρίας (κοσμικής ηθικής-φιλοσοφίας) και διδάσκεται από μέσα από κάθε μια από αυτές τις θρησκείες χωριστά ως προς τους δικούς της πιστούς, ή, το οποίο διδάσκει το εναλλακτικό κοσμοθεωρητικό μάθημα ως προς αυτούς που το επιλέγουν. Δηλαδή, το θρησκευτικό-κοσμοθεωρητικό μοντέλο είναι ομολογιακό κατά θρήσκευμα ή κοσμοθεωρητικό. Στη θρησκευτική-κοσμοθεωρητική υποομάδα ανήκουν 11 χώρες της Ευρώπης, από τις οποίες οι 10 έχουν πολύ-ομολογιακά μαθήματα[10] και 1 έχει μονό-ομολογιακό μάθημα[11], καθώς και η Ρωσία. Είναι πολύ ενδιαφέρον το μάθημα των θρησκευτικών στη Ρωσική Ομοσπονδία, το οποίο είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με τον νέο Νόμο για την Εκπαίδευση ο οποίος ψηφίστηκε και υπογράφηκε από τον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας το Δεκέμβριο του 2012 και το οποίο έχει τον τίτλο «Τα βασικά της θρησκευτικής κουλτούρας και της κοσμικής ηθικής». Το ρωσικό μάθημα είναι, όπως και το γερμανικό μάθημα, είναι θρησκευτικό-κοσμοθεωρητικό, αλλά έχει και μια διαφορά, διαθέτει και τρίτο εναλλακτικό μάθημα, εκείνο των παγκόσμιων θρησκευτικών παραδόσεων (δηλαδή εκείνο της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας), δηλαδή 1) πολυ-ομολογιακό κατά θρήσκευμα για τα τέσσερα θρησκεύματα (ορθόδοξο, εβραϊκό, μουσουλμανικό και βουδιστικό), τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής κληρονομιάς των λαών της Ρωσίας με τον ειδικό ρόλο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορία της Ρωσίας, τη διαμόρφωση και ανάπτυξη της πνευματικότητας και του πολιτισμού της, σύμφωνα με το προοίμιο του Ρωσικού Νόμου για την Ελευθερία της Συνείδησης και τα Θρησκευτικά Σωματεία του 1997[12], 2) κοσμική ηθική και 3) παγκόσμιες θρησκευτικές παραδόσεις[13] (τις οποίες δεν διαθέτει το γερμανικό μάθημα των θρησκευτικών).
Την ευθύνη κάθε ομολογιακού μαθήματος στο θρησκευτικό- κοσμοθεωρητικό μοντέλο την έχει είτε η οικεία εκκλησία ή θρησκευτική κοινότητα (σε 6 χώρες)[14] είτε από κοινού το κράτος με την οικεία εκκλησία ή θρησκευτική κοινότητα (σε 7 χώρες)[15]. Την ευθύνη του κοσμοθεωρητικού μαθήματος την έχει αποκλειστικά το κράτος.

Τα μοντέλα του μαθήματος που συγχέουν το νομικό-πολιτικό πλουραλισμό με τον πλουραλισμό κατά τη θεολογία των θρησκειών ή με τον θεολογικό πλουραλισμό (δηλαδή τα μοντέλα που αποδέχονται τον θρησκευτικό σχετικισμό, τόσο τον διαχριστιανικό όσο και τον διαθρησκευτικό) ή μοντέλα που αναπτύσσουν την ατομική συγκριτική συνείδηση ή τα μοντέλα της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας
Το μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκειακής πνευματικότητας, το οποίο είναι συνδυασμός της διδασκαλίας για τις θρησκείες, δηλαδή της μαθησιακής προσέγγισης της φαινομενολογίας ή συγκριτικής θρησκειολογίας, με τη διδασκαλία από τις θρησκείες, δηλαδή τη δια-θρησκευτική ή ερμηνευτική μαθησιακή προσέγγιση, ο οποίος συνδυασμός συμπληρώνεται με τις διαλογικές μαθησιακές προσεγγίσεις.
Στο μοντέλο αυτό, το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει την περιγραφική διάσταση της φαινομενολογίας ή συγκριτικής θρησκειολογίας και την υπαρξιακή διάσταση, η οποία είναι πρωταρχική[16]. Η περιγραφική διάσταση της φαινομενολογικής προσέγγισης επιδιώκει την κατά θέματα συγκριτική διερεύνηση του θρησκευτικού φαινομένου ως μέρους του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Η υπαρξιακή διάσταση επιδιώκει τη συμβολή στην ανάπτυξη από την ατομική εμπειρία κάθε μαθητή μιας δικής του νέας πνευματικότητας ύστερα από τη βίωση εμπειριών των άλλων θρησκευμάτων και από την ενδεχόμενη αναθεώρηση των θρησκευτικών εμπειριών της θρησκευτικής παράδοσης στην οποία ανήκει.
Οι χαρακτηριστικότεροι τύποι του μοντέλου της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας είναι οι εξής δύο: 1) ο βρετανικός τύπος του μαθήματος των θρησκευτικών της θρησκευτικής μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας και 2) ο σουηδικός τύπος του ίδιου μαθήματος της δια-θρησκευτικο-κοσμοθεωρητικής πνευματικότητας ή, απλούστερα, της δια-θρησκευτικής πνευματικότητας. Ο βρετανικός τύπος του μαθήματος εστιάζεται στις παγκόσμιες θρησκείες, αφήνοντας κατά μέρος τα νέα θρησκευτικά κινήματα και τις φιλοσοφίες ζωής (ή κοσμοθεωρίες). Ο σουηδικός τύπος του μαθήματος εστιάζεται τόσο στις παγκόσμιες θρησκείες και τα νέα θρησκευτικά κινήματα όσο και τις φιλοσοφίες ζωής (ή κοσμοθεωρίες). Όπως υποστηρίζεται από τους ειδικούς του μαθήματος των θρησκευτικών διεθνώς, ο σουηδικός τύπος προϋποθέτει τη μεταβολή των πανεπιστημιακών θεολογικών τμημάτων σε θρησκειολο-γικά με αντίστοιχα προγράμματα σπουδών.
Τόσο ο βρετανικός όσο και ο σουηδικός τύπος του μαθήματος των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας τοποθετούν ο μεν πρώτος τις παγκόσμιες θρησκείες, ο δε δεύτερος όλες τις θρησκείες και τις φιλοσοφίες ζωής (ή κοσμοθεωρίες) στο ίδιο επίπεδο από άποψη θρησκευτικής αλήθειας ο πρώτος και από άποψη θρησκευτικής και κοσμοθεωρητικής αλήθειας ο δεύτερος, δίνοντας πολιτιστική έμφαση στον Χριστιανισμό λόγω του πολιτιστικού υποβάθρου αυτών των Χωρών[17].
Κατά συνέπεια, το μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας είναι γνωσιολογικό από επιστημονικής απόψεως, ενόσω χρησιμοποιεί την προσέγγιση της φαινομενολογίας ή συγκριτικής θρησκειολογίας, στην έκταση που έχει περιγραφική διάσταση (αφού εκτός από τη γνώση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και πρακτικών των άλλων θρησκειών, χρησιμοποιεί και την «κατανόηση», δηλαδή τη βίωση εμπειριών των άλλων θρησκευμάτων), ενώ είναι γνωσιολογικό από θρησκευτικής ή κοσμοθεωρητικής απόψεως, ενόσω χρησιμοποιεί την ερμηνευτική ή δια-θρησκευτική προσέγγιση (με την ενσυναί- σθηση ή βίωση εμπειριών άλλων θρησκευμάτων και την ενθάρρυνση αναθεώρησης των εμπειριών της δικής τους θρησκευτικής παράδοσης και με την εφαρμογή της σαφώς συγκρητιστικής αρχής «ενότητα των θρησκειών στην ποικιλία τους»), ερμηνευτική ή δια-θρησκευτική προσέγγιση που έχει υπαρξιακή διάσταση, επειδή επιδιώκει μια άλλου είδους γνώση, την εσωτερική πνευματική (ή θρησκευτική) γνώση στο ατομικό επίπεδο του μαθητή[18], η οποία υπερβαίνει τη διανοητική επιστημονική γνώση[19]. Αυτό το μοντέλο ταυτίζει, χωρίς αυτό να επιβάλλεται από το Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Σύνταγμα, το νομικο-πολιτικό πλουραλισμό με τον πλουραλισμό (ή θρησκευτικό σχετικισμό) κατά τη θεολογία των θρησκειών.
Σε αντίθεση με την πλειονότητα των 22 ευρωπαϊκών χωρών και της Ρωσίας που δεν αποδέχονται τον θρησκευτικό πλουραλισμό κατά τη θεολογία των θρησκειών (δηλαδή τον θρησκευτικό σχετικισμό), μόνο 6 ευρωπαϊκές χώρες -και ήδη η Ελλάδα-, καθώς και οι Ηνωμένες Πολιτείες, διαθέτουν μάθημα θρησκευτικών της μεταμοντέρνας πνευματικότητας ή της δια-θρησκευτικής πνευματικότητας. Το μάθημα αυτό είναι υποχρεωτικό μόνο στη Σουηδία, ενώ σε 3 χώρες (Βρετανία, Δανία και Νορβηγία) είναι υποχρεωτικό με δικαίωμα απαλλαγής και σε 2 χώρες (Εσθονία, Σλοβενία) είναι προαιρετικό. Με την υπ' αριθ. πρωτ. 113714/Γ2/3-10-2011 απόφασή του, το Υπουργείο Παιδείας της Χώρας μας υιοθέτησε για πρώτη φορά το Βρετανικό μοντέλο του μαθήματος θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας (με το καλάθι των παγκόσμιων θρησκειών, οι οποίες τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο από άποψη θρησκευτικής αλήθειας, με πολιτιστική έμφαση στον Χριστιανισμό και ειδικότερα στην Ορθοδοξία λόγω του σχετικού πολιτιστικού υποβάθρου της Χώρας μας) για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αντικαθιστώντας το ομολογιακό (ορθόδοξο) μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών το οποίο ίσχυε μέχρι τότε, όπως σαφώς και ρητώς προκύπτει από 1) το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που περιλαμβάνεται στην εν λόγω υπουργική απόφαση, και 2) τον νέο Οδηγό Εκπαιδευτικού για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου.
Με βάση το εν λόγω νέο πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών υιοθετείται, σε σχέση με τον Χριστιανισμό η μεταπατερική θεολογία και σε σχέση με τα λοιπά παγκόσμια θρησκεύματα η συναφειακή θεολογία, όπως ρητά αναφέρεται στον εν λόγω νέο Οδηγό Εκπαιδευτικού[20] και όπως άλλωστε επιβάλλει η δια-θρησκευτική ή ερμηνευτική μαθησιακή προσέγγιση αυτού. Επομένως, ειδικά σε σχέση με την Ορθοδοξία, αυτή δεν διδάσκεται με βάση την Αγία Γραφή, όπως ερμηνεύεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, που αποδεσμεύεται από τις καθιερωμένες θρησκευτικές παραδόσεις, δηλαδή φαίνεται να διδάσκεται μια μεταλλαγμένη ορθοδοξία[21].

ΤΜΗΜΑ 2-Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ, ΟΠΩΣ ΣΥΝ-ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Οι διεθνείς οργανισμοί που αποβλέπουν στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο σε οικουμενικό επίπεδο, δηλαδή ο ΟΗΕ με τους συνδεδεμένους με αυτόν οργανισμούς (ιδίως με την ΟΥΝΕΣΚΟ), όσο και οι ευρωπαϊκοί περιφερειακοί οργανισμοί, δηλαδή το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως διακρατική ένωση, δεν επιβάλουν ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία μαθήματος των θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία, και σε περίπτωση υπάρξεως, ούτε το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών ούτε το μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας. Το μόνο που επιβάλλουν είναι η τήρηση συγκεκριμένων κανόνων στη διδασκαλία για τις θρησκείες[22] είτε αυτή εντάσσεται, σε περίπτωση ανυπαρξίας οιουδήποτε μοντέλου μαθήματος θρησκευτικών, στα μαθήματα της γενικής εκπαίδευσης είτε στο θρησκευτικό μάθημα των θρησκευτικών είτε στο μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ή κοσμοθεωρητικής διάστασης του πολιτιστικού πλουραλισμού των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα της θρησκευτικής ελευθερίας και της απαγόρευσης της μισαλλοδοξίας και των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, για θρησκευτικούς ή κοσμοθεωρητικούς λόγους.
Σε σχέση με το μάθημα των θρησκευτικών, οι γενικές ερμηνευτικές αρχές που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις (ιδίως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα) και διακηρύξεις των διεθνών οργανισμών, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, είναι οι ακόλουθες, όπως συν-εφαρμόζονται με τις αρχές που προκύπτουν από τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις:
1- Η ελευθερία θρησκείας ή κοσμοθεωρίας είναι ένα από τα θεμέλια της «δημοκρατικής κοινωνίας». Από αυτήν την ελευθερία εξαρτάται ο πλουραλισμός (ή πολυφωνία) που είναι αδιαχώριστος από μια δημοκρατική κοινωνία[23]. Δηλαδή η ελευθερία αυτή -και ειδικότερα η ελευθερία της θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής συνείδησης που είναι απολύτως απεριόριστη- καθιερώνει την αρχή της θρησκευτικής και ιδεολογικής ουδετερότητας του κράτους έναντι των θρησκειών και των κοσμοθεωριών. Στον χώρο της εκπαίδευσης, εκτός από τη θρησκευτική ελευθερία, και το δικαίωμα των γονέων ή κηδεμόνων να καθορίζουν τη θρησκευτική εκπαίδευση και διδασκαλία των παιδιών τους αποτελεί μια επιπλέον νομική βάση στην οποία ερείδεται η αρχή της θρησκευτικής και ιδεολογικής ουδετερότητας[24]. Συνεπώς, δεν είναι ορθές οι απόψεις ούτε εκείνων που ταυτίζουν την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» (ως επιμέρους σκοπού της παιδείας που αποτελεί βασική αποστολή του κράτους) μόνο με την ορθόδοξη συνείδηση[25] ούτε εκείνων που την ταυτίζουν μόνο με τη λεγάμενη «θρησκειολογική» συνείδηση[26]. Η θρησκευτική ή μη θρησκευτική συνείδηση περιλαμβάνει τις θεϊστικές (κατά θρησκεία ή ομολογία), μη θεϊστικές και τις αθεϊστικές πεποιθήσεις, ή τη μη ομολογία καμιάς θρησκευτικής ή κοσμοθεωρητικής πεποίθησης, όπως αναφέρει στο Γενικό Σχόλιό της με αριθ. 22 για τη θρησκευτική ελευθερία η Επιτροπή του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, παρ. 2[27].
Η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων ερμηνεύει ορθά την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθοδόξων» σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 3 του Συντάγματος (όχι όμως σύμφωνα με το τριαδολογικό προοίμιο του Συντάγματος το οποίο δεν έχει κανονιστική ισχύ, αφού δεν αποτελεί νομική διάταξη, αλλά ευχή). Αλλά, όπως και οι προη- γηθείσες αποφάσεις 3356/95 και 2176/98 του Συμβουλίου της Επικράτειας, περιορίζοντας την ερμηνεία αυτή αποκλειστικά στους ορθοδόξους μαθητές, παραλείπει εσφαλμένα να ερμηνεύσει την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» ως προς τους μη ορθοδόξους μαθητές, δηλαδή τους ετερόδοξους, τους αλλοθρήσκους και τους μη έχοντες θρησκευτικές πεποιθήσεις, ενώ έπρεπε να γίνει η ερμηνεία αυτή σύμφωνα και με τις δικές τους θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές πεποιθήσεις (αρθ. 13 παρ. 1 Συντάγματος). Διότι ναι μεν εφαρμόζεται η θρησκευτική και ιδεολογική ουδετερότητα του κράτους με τη χορήγηση απαλλαγών στους εν λόγω μαθητές από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών, όμως το Σύνταγμα δεν αρκείται σε τούτο, αλλά επιβάλλει θετικά την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» και αυτών των μη ορθοδόξων μαθητών μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με το εν λόγω Γενικό Σχόλιο της Επιτροπής του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παρ. 9, το γεγονός ότι μια θρησκεία αναγνωρίζεται ως κρατική θρησκεία ή ότι καθιερώνεται ως επίσημη ή παραδοσιακή ή ότι οι πιστοί της αποτελούν την πλειονότητα του πληθυσμού, δεν πρέπει να παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία ούτε την απαγόρευση των διακρίσεων εναντίον των πιστών των άλλων θρησκευμάτων (ή των κατά το Ελληνικό Σύνταγμα, γνωστών θρησκειών) ή των μη πιστών[28].
2- Για την υλοποίηση του δικαιώματος στην παιδεία έχει δικαιοδοσία η κρατική κυβέρνηση δια των εκπαιδευτικών αρχών, που επιλέγουν, καταρτίζουν και εφαρμόζουν τις αποφάσεις για το πρόγραμμα σπουδών, περιλαμβανομένου και εκείνου που αφορά το μάθημα των θρησκευτικών[29]. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος μπορεί να αποφασίσει οποιοδήποτε μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών, ήτοι: 1) μονο-ομολογιακό, 2) πολυ-ομολογιακό κατά θρήσκευμα, 3) μονο-ομολογιακό με εναλλακτικό την κοσμική ηθική, 4) πολυ-ομολογιακό με εναλλακτικό την κοσμική ηθική, 5) εκείνο της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας ή 6) πολυ-ομολογιακό κατά θρήσκευμα με εναλλακτικά την κοσμική ηθική ή εκείνο της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας. Δεν είναι δυνατόν αφηρημένα να συμπεράνει κάποιος αν ένα μοντέλο θα έχει δυσμενέστερες συνέπειες για τη θρησκευτική ελευθερία από το άλλο, κατά τη θέση του ΟΑΣΕ[30]. Ως εκ τούτου, οι οπαδοί του μοντέλου της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας εμφανώς υπερβάλλουν, όταν υποστηρίζουν αφηρημένα ότι μόνο αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει δήθεν την ανοχή και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά πληρέστερο τρόπο.
3- Η εκπαιδευτική πολιτική εν γένει και ειδικότερα στο μάθημα των θρησκευτικών οποιουδήποτε μοντέλου, πρέπει να ενισχύει την προαγωγή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την εξάλειψη των προκαταλήψεων και των αντιλήψεων που δεν συμβιβάζονται με τη θρησκευτική ελευθερία, τη διασφάλιση του σεβασμού και την αποδοχή του πλουραλισμού και της ετερότητας στον τομέα της θρησκείας ή της κοσμοθεωρίας και το δικαίωμα να μη λαμβάνει κάποιος θρησκευτική εκπαίδευση ασυμβίβαστη με τις θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές του πεποιθήσεις[31]. Συνεπώς, κάθε ομολογιακό μάθημα δεν μπορεί να είναι πλέον 100% ομολογιακό, αλλά είναι προεχόντως ομολογιακό, διότι πρέπει να περιέχει επιπλέον: 1) μάθηση για την ανοχή, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικότερα τη θρησκευτική ελευθερία και την απαγόρευση των θρησκευτικών διακρίσεων και τη θρησκευτική ή κοσμοθεωρητική διάσταση του πολιτιστικού πλουραλισμού, και 2) διδασκαλία για τις άλλες θρησκείες ή κοσμοθεωρίες, ιδίως σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές του Τολέδο του ΟΑΣΕ, με την έννοια μόνο της ιστορίας των θρησκειών και των κοσμοθεωριών, δηλαδή αποκλειστικά επιστημονική γνωσιολογική διδασκαλία και όχι συνδυασμό επιστημονικής γνώσης και εσωτεριστικής θρησκευτικής γνώσης προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ατομικών συγκρητιστικών πεποιθήσεων στους μαθητές.
4- Το δημόσιο (ή κυβερνητικό) συμφέρον, κατά την εφαρμογή του εκπαιδευτικού του προγράμματος, δεν συνιστά νόμιμο λόγο περιορισμού του δικαιώματος εκδήλωσης της θρησκείας ή φιλοσοφίας ζωής[32]. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλουν ως υποχρεωτικό ένα μοντέλο μαθήματος των θρησκευτικών όταν προβάλλεται αντίρρηση συνειδήσεως από γονέα.
5-  Οι γονείς ή κηδεμόνες (ή τα παιδιά από τότε που, κατά την κρατική νομοθεσία, αναπτύξουν τις σχετικές ικανότητες, ενόσω είναι ακόμη ανήλικα) έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν τα παιδιά τους μόρφωση και διδασκαλία σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές ή κοσμοθεωρητικές πεποιθήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος δεσμεύεται να παρέχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να συμφωνεί με τις εν λόγω πεποιθήσεις των γονέων. Αλλά σημαίνει ότι έχουν δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως στο μάθημα των θρησκευτικών οποιουδήποτε μοντέλου, με βάση το δικαίωμά τους στην ελευθερία θρησκείας ή κοσμοθεωρίας, δηλαδή έχουν το δικαίωμα να αξιώνουν την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, όταν η φύση και το περιεχόμενο αυτού του μαθήματος αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα την προβολή της αλήθειας ή του λάθους συγκεκριμένου συνόλου πεποιθήσεων[33], όταν αυτό δεν συνάδει με τη θρησκευτική ή τη μη θρησκευτική τους συνείδηση.
6-  Αν και το κράτος έχει σημαντική διακριτική ευχέρεια σε σχέση με την παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, εν τούτοις δεν επιτρέπεται να επιδιώκει να κατηχεί τους μαθητές σε συγκεκριμένη θρησκεία ή κοσμοθεωρία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, εναντίον των επιθυμιών των γονέων των μαθητών[34]. Δηλαδή, επιτρέπεται το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών για τους μαθητές των οποίων οι γονείς δεν προβάλουν αντίρρηση συνειδήσεως. Συνεπώς, είναι εσφαλμένη η άποψη συνταγματολόγου που υποστήριξε στο παρελθόν ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν επιτρέπει γενικώς την κατήχηση των μαθητών σε συγκεκριμένη θρησκεία, δηλαδή το ομολογιακό μάθημα[35], ενώ το ορθό είναι ότι, κατά την ίδια νομολογία, επιτρέπει το ομολογιακό (ή κατηχητικό) μάθημα των θρησκευτικών, εφόσον παρέχεται δυνατότητα απαλλαγής σε μαθητές των οποίων οι γονείς προβάλουν αντίρρηση συνειδήσεως σε αυτήν. Όπως διευκρινίζει ο Ειδικός Εισηγητής για τη Θρησκευτική Ελευθερία, το ομολογιακό μάθημα σε πολλές χώρες συνιστά αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος σπουδών των δημοσίων σχολείων και ίσως ακόμη είναι υποχρεωτικό. Τούτο αντανακλά τα ενδιαφέροντα και τις απαιτήσεις μεγάλων μερών του πληθυσμού. Πολλοί γονείς μπορεί να επιθυμούν τα παιδιά τους να εξοικειώνονται με τα θεμελιώδη δόγματα και κανόνες της δικής τους θρησκείας ή κοσμοθεωρίας και το σχολείο να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια. Κατά την αντίληψη πολλών γονέων, η ανάπτυξη της γνώσης και των κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών τους μέσω της σχολικής εκπαίδευσης θα ήταν ατελής, εκτός αν αυτή περιελάμβανε μια έννοια θρησκευτικής επίγνωσης και οικειότητας με τη δική τους θρησκεία ή κοσμοθεωρία. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη ομολογιακού μαθήματος στο σύστημα του δημόσιου σχολείου επιτρέπεται να βασίζεται στις ρητές ή σιωπηρές επιθυμίες σημαντικών ρευμάτων στον πληθυσμό της χώρας[36].
7-  Όπως διευκρινίζουν τόσο το Γενικό Σχόλιο αριθ. 22 της Επιτροπής του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα[37] και ο Ειδικός Εισηγητής για τη Θρησκευτική Ελευθερία του ΟΗΕ στο Digest του για τη θρησκευτική ελευθερία[38] όσο και ο ΟΑΣΕ στις Κατευθυντήριες Αρχές του Toledo[39], το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών είναι ασυμβίβαστο με το δικαίωμα των γονέων ή των νομίμων κηδεμόνων να κατευθύνουν τη θρησκευτική ή μη θρησκευτική εκπαίδευση και διδασκαλία των παιδιών τους, εκτός αν προβλέπονται απαλλαγές για λόγους συνειδήσεως που να μην προκαλούν διακρίσεις, ή εναλλακτικές λύσεις που θα προσάρμοζαν τις επιθυμίες των γονέων ή νομίμων κηδεμόνων (δηλαδή θα παρείχαν εναλλακτικό μάθημα), ή εκτός αν είναι προαιρετικό. Η επιλογή είτε των απαλλαγών είτε των εναλλακτικών λύσεων προσαρμογής είτε της προαιρετικότητας ανήκει στη δικαιοδοσία του κράτους. Λόγω, όμως, του άρθρου 16 παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος, που προβλέπει ως σκοπό της παιδείας και την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», το μάθημα των θρησκευτικών δεν επιτρέπεται να είναι προαιρετικό, αλλά υποχρεωτικό, όπως ορθά προβλέπει η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανιών. Όμως, η δυνατότητα απαλλαγής δεν πρέπει να συνδέεται με επαχθείς γραφειοκρατικές διαδικασίες και δεν πρέπει να συνεπιφέρει de jure ή de facto ποινές. Οποτεδήποτε είναι δυνατό, οι μαθητές που δεν μετέχουν στο ομολογιακό μάθημα λόγω διαφορετικής θρησκευτικής πίστης πρέπει να έχουν πρόσβαση σε εναλλακτικά μαθήματα παρεχόμενα από το σχολείο[40]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην απόφασή του Grzelak κατά Πολωνίας του 2002, έκρινε otι η Πολωνία παραβίασε τη θρησκευτική ελευθερία σε συνδυασμό με την αρχή της απαγόρευσης των θρησκευτικών διακρίσεων, για τον λόγο ότι, επειδή δεν προσέφερε εναλλακτικό μάθημα ηθικής, η απουσία βαθμού για τη «θρησκεία/ηθική» στα πιστοποιητικά σπουδών του μαθητή γιού τους σε όλη τη διάρκεια της σχολικής περιόδου ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητο στιγματισμό, κατά παράβαση του δικαιώματος του να μην φανερώνει τη θρησκεία ή κοσμοθεωρία του[41].
8-  Όπως αναφέρει ο Ειδικός Εισηγητής για τη Θρησκευτική Ελευθερία του ΟΗΕ στο Digest του[42], οι απαλλαγές από το θρησκευτικό μάθημα των θρησκευτικών δεν αφορούν μόνο τους ετεροδόξους, τους αλλοθρήσκους ή εκείνους που έχουν μη θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά και τους ομόδοξους (ορθοδόξους) μαθητές των οποίων οι γονείς ή κηδεμόνες θεωρούν (εννοείται: αιτιολογημένα) ότι στο διδασκόμενο μάθημα των θρησκευτικών του δικού τους θρησκεύματος δεν γίνονται σεβαστές οι προσωπικές τους πεποιθήσεις, είτε είναι εναλλακτικές είτε διϊστάμενες. Δηλαδή για την απαλλαγή των ομοδόξων προκρίνονται οι ατομικές εναλλακτικές ή διϊστάμενες θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων και όχι εκείνες που θεωρούνται ως συλλογικές από το οικείο θρήσκευμα ή από το κράτος. Π.χ. Ένας ορθόδοξος μπορεί να επιτύχει την απαλλαγή του παιδιού του από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών εφόσον αποδείξει ότι το περιεχόμενο αυτού του μαθήματος, όπως διαρθρώνεται από τις εκάστοτε θεολογικές τάσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, έχει κοινωνική, ή πολιτική, ή πολιτιστική ή άλλη κατεύθυνση και όχι νηπτική-ασκητική, μυστη- ριακή και εσχατολογική διάσταση, σύμφωνη με την παραδοσιακή - πατερική ερμηνεία της Αγίας Γραφής, η οποία αποτελεί, για τη δογματική και εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ισόκυρη με την Αγία Γραφή πηγή της Θείας Αποκαλύψεως. Συνεπώς, ο Συνήγορος του Πολίτη είχε στο παρελθόν ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας τη χορήγηση απαλλαγών, εσφαλμένα, χωρίς αιτιολόγηση και για τους ορθόδοξους μαθητές[43], την οποία το εν λόγω Υπουργείο πράγματι αποφάσισε με δύο εγκυκλίους του το 2008, εσφαλμένα, χωρίς αιτιολόγηση ως προς αυτούς, και εσφαλμένα το ίδιο Υπουργείο επανήλθε στην προηγούμενη θέση του με τρίτη εγκύκλιό του μέσα στο ίδιο έτος 2008, που είναι και σύγχρονη θέση του, κατά την οποία δεν χορηγούνται καθόλου απαλλαγές σε ορθοδόξους από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών[44].
9- Η διδασκαλία για τις θρησκείες και κοσμοθεωρίες είναι επιτρεπτή ακόμη και αν είναι υποχρεωτική, εφόσον παρέχεται με ουδέτερο και αντικειμενικό τρόπο (κατά το Γενικό Σχόλιο αριθ. 22 της Επιτροπής του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία διευκρινίζει ρητώς ότι τέτοια μαθήματα είναι η γενική ιστορία των θρησκειών και η κοσμική ηθική[45]) ή με αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό τρόπο (κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[46]). Ένα τέτοιο επιστημονικό γνωσιολογικό μάθημα για τις θρησκείες και τις κοσμοθεωρίες, όμως, δεν είναι δεδομένο αλλά ζητούμενο. Όπως παρατηρεί ο ΟΑΣΕ, κανένα μάθημα δεν είναι απολύτως ουδέτερο ή αντικειμενικό. Και προσθέτει ότι, στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις του μαθήματος για τις θρησκείες ή κοσμοθεωρίες, είναι επιβαλλόμενη η χορήγηση απαλλαγής λόγω αντίρρησης συνειδήσεως του γονέα: 1) Το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών έχει χαρακτήρα προσηλυτισμού ή κατήχησης, το οποίο δεν είχαν προβλέψει ή προσδοκήσει οι εκπαιδευτικές αρχές, ή μπορεί να είναι προσβλητικό ή παραπλανητικό κατά τρόπους τους οποίους μόνον οι πιστοί μιας συγκεκριμένης παράδοσης θα αναγνώριζαν. Ή 2) Οι θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων αντιτίθενται στην έκθεση των παιδιών τους σε εναλλακτικές ερμηνείες της πραγματικότητας, δηλαδή, αν έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις, αντιτίθενται στην κατήχηση στον θρησκευτικό ή κοσμοθεωρητικό σχετικισμό ή στην εκκοσμίκευση (ή σεκουλαρισμό), ή, αν έχουν μη θρησκευτικές πεποιθήσεις (π.χ. είναι ουμανιστές), αντιτίθενται στην κατήχηση στη θρησκεία εν γένεύ7. Στην απόφαση Folgero κατά Νορβηγίας[47] [48], το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι το μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας στη Νορβηγία με τον τίτλο «Χριστιανική Γνώση και Θρησκευτική Ηθική Εκπαίδευση», το οποίο περιλαμβάνει στο καλάθι του τις παγκόσμιες θρησκείες και τις κοσμοθεωρίες, αλλά όχι τα νέα θρησκευτικά κινήματα, δεν ήταν αρκετά ουδέτερο και αντικειμενικό σε σχέση με τους ουμανιστές (ή αθέους), αφού το πρόγραμμα σπουδών του δίνει βαρύτητα στη θρησκεία εν γένει και δεν ισορροπεί ανάμεσα στη θρησκεία και την κοσμοθεωρία και, γι' αυτό, καταδίκασε τη Νορβηγία για παραβίαση του δικαιώματος των ουμανιστών γονέων στην κατεύθυνση της μη θρησκευτικής εκπαίδευσης και διδασκαλίας των παιδιών τους, επειδή ο σχετικός νορβηγικός νόμος επιτρέπει μόνο μερικές απαλλαγές από αυτό το μάθημα των θρησκευτικών και δεν επιτρέπει την πλήρη απαλλαγή. Στην ίδια κρίση κατέληξε και η Επιτροπή του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ στην απόφασή του Leirvag ν. Norway της 23-11- 2004[49] με παρόμοια πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμούς. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην απόφασή του Hasan and Eylem Zengin ν. Turkey του 9-10-2007[50], έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε το δικαίωμα του Αλεβίτη γονέα να κατευθύνει τη θρησκευτική εκπαίδευση και διδασκαλία της κόρης του για τον λόγο ότι το μάθημα των θρησκευτικών στην Τουρκία με τον τίτλο «Θρησκευτική Κουλτούρα και Ηθική» δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στη γνώση του σουνιτικού Ισλάμ από εκείνη άλλων θρησκειών και κοσμοθεωριών και παρέχει ειδική εκπαίδευση στις σπουδαιότερες αρχές της μουσουλμανικής πίστης κατά το σουνιτικό δόγμα. Και ενώ οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι μαθητές μπορούν να εξαιρούνται από αυτό το μάθημα, δεν επιτρέπεται αυτό για όλους τους Μουσουλμάνους, ανεξαρτήτως του δόγματος στο οποίο ανήκουν, σουνιτικό ή αλεβιτικό. Αυτή υπόθεση είναι ισοδύναμη με τη ενδεχόμενη απαγόρευση απαλλαγής ρωμαιοκαθολικού ή προτεστάντη μαθητή από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών, αν προβάλει σχετική αντίρρηση συνειδήσεως ο γονέας του.
Το πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, που υιοθετήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας το 2011, δεν είναι μάθημα ουδέτερο, αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, αλλά κατηχητικό. Διότι και οι τρεις μαθησιακές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται, δηλαδή η φαινομενολογική, η ερμηνευτική ή δια-θρησκευτική και η διαλογική, δεν αποσκοπούν μόνο κυρίως στην παροχή γνώσης για τις θρησκείες, αλλά πρωτίστως στη λεγάμενη «κατανόηση», δηλαδή στην αποδέσμευση από τη θρησκευτική τους παράδοση (τη βίωση εμπειριών άλλων θρησκευμάτων και την ενδεχόμενη αναθεώρηση των εμπειριών της οικείας θρησκευτικής παράδοσης) και διαμόρφωση ατομικών συγκριτιστικών θρησκευτικών πεποιθήσεων προς την κατεύθυνση της ενότητας και της ποικιλίας των παγκόσμιων θρησκειών, που αποτελεί θρησκευτική πεποίθηση του εσωτερισμού και κατηχεί στο θρησκευτικό σχετικισμό και στην εκκοσμίκευση, έστω και αν προσδίδει μια πολιτιστική έμφαση στον Χριστιανισμό, στον οποίο εντάσσει και την Ορθοδοξία, λόγω του υπερισχύοντος πολιτιστικού υποβάθρου της Χώρας μας. Είναι αυτονόητο ότι οι ορθόδοξοι γονείς που θα επικαλεστούν αυτήν την αντίρρηση συνειδήσεως, θα επιτύχουν την απαλλαγή τους από το εν λόγω μάθημα των θρησκευτικών, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές του Toledo του ΟΑΣΕ[51], ενώ αν οι απαλλαγές αυτές γενικευθούν, τότε κλονίζεται σοβαρά η ευστάθεια και η υποχρεωτικότητά του στην πράξη. Για παράδειγμα, ένας μόνο μητροπολίτης, αν καλέσει τους γονείς του ποιμνίου του να προβάλουν αντίρρηση συνειδήσεως στο μάθημα της μεταμοντέρνας πνευματικής, το ισχύον μοντέλο του μαθήματος των θρησκευτικών καταρρέει παταγωδώς. Συνεπώς, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των οπαδών αυτού του μοντέλου ότι μόνον τούτο εξασφαλίζει την υποχρεωτικότητά του μαθήματος των θρησκευτικών.
Η υιοθέτηση ενός μοντέλου μαθήματος των θρησκευτικών ανήκει στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους. Συνεπώς, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να ασκήσουν τις πιέσεις τους στην κυβέρνηση προς την κατεύθυνση την οποία επιδιώκουν.
Το πολύ-ομολογιακό μάθημα που ισχύει μέχρι τώρα (ορθόδοξο, μουσουλμανικό στη Δ. Θράκη και ρωμαιοκαθολικό στη Σύρο) στη Χώρα μας, δεν παρουσιάζει κανένα αξιόλογο πρόβλημα και οι απαλλαγές που ζητούνται είναι ελάχιστες. Απλώς χρειάζεται την προτεινόμενη κατωτέρω διεύρυνσή του, για να ανταποκριθεί πληρέστερα στο σεβασμό της ελευθερίας της συνείδησης όλων.
Αν το Υπουργείο Παιδείας επιμένει στην καθιέρωση του νέου μαθήματος των θρησκευτικών της δια-θρησκευτικής πνευματικότητας, τότε θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι, επειδή και το ομολογιακό (ορθόδοξο) μάθημα των θρησκευτικών και το μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας εμφανίζουν το μεν ορθόδοξο ελάχιστες περιπτώσεις απαλλαγών, εκείνο δε της δια- θρησκευτικής πνευματικότητας βασίμως αναμένεται ότι θα προκαλέσει μεγάλο αριθμό απαλλαγών από πλευράς ορθοδόξων, επειδή είναι, από την αντίστροφη όψη, κατηχητικό στην εκκοσμίκευση και στον θρησκευτικό σχετικισμό, θα πρέπει να επιλέξει το μοντέλο του πολυ-κλαδικού μαθήματος των θρησκευτικών του τύπου της Γερμανίας ή, καλύτερα, το πιο σύγχρονο που είναι εκείνο της Ρωσίας, δηλαδή πολυ-ομολογιακό (ορθόδοξο, εβραϊκό, μουσουλμανικό, καθολικό και προτεσταντικό) ή παγκόσμιες θρησκευτικές παραδόσεις (δηλαδή η ιστορία των παγκόσμιων θρησκειών) ή κοσμική ηθική. Διότι μόνον αυτό το μοντέλο εξασφαλίζει 1) το σεβασμό της θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής συνείδησης όλων των γονέων ή κηδεμόνων, 2) την ανάπτυξη της θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών σύμφωνα με τις συγκεκριμένες θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων τους και 3) την ελαχιστοποίηση, αν όχι την απάλειψη, των απαλλαγών για λόγους συνειδήσεως οποιουδήποτε τύπου των γονέων εναντίον των άλλων μοντέλων του μαθήματος των θρησκευτικών και, κατά συνέπεια, την υποχρεωτικότητά του στην πράξη. Δεν έχω παύσει από το 1999 -δηλαδή πριν ακόμη ασχοληθούν ενεργά με το μάθημα αυτό οι διεθνείς οργανισμοί, ιδίως ο ΟΗΕ, ο ΟΑΣΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης- να υποστηρίζω ότι μόνον το πολυ-κλαδικό μάθημα των θρησκευτικών (τύπου Γερμανίας και, καλύτερα, τώρα τύπου Ρωσίας) σέβεται πλήρως την ελευθερία συνείδησης όλων[52].
Ενόψει των ανωτέρω, τέλος, δεν ευσταθεί όπως προαναφέρθηκε ο ισχυρισμός των υποστηρικτών του μαθήματος των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας ότι, αν δεν καθιερωθεί αυτό το μοντέλο του συγκεκριμένου μαθήματος ως υποχρεωτικό, τότε το μάθημα θα γίνει προαιρετικό. Τούτο είναι ψευδο-επιχείρημα.


  




[1] Ηρ. Ρεράκη, «Υπόμνημα Προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος», Περιοδικό Κοινωνία (4) 2012, σελ. 234.
[2] Για τις έννοιες του exslusivisminclusivism και religious pluralism (της σωτηρίας από όλες τις θρησκείες) κατά τη θεολογία των θρησκειών βλ. Robert DutchA survey of current theologies of religion, http://www.reddiffe.org/uploads/documents/A_Survey_of_Current_ Theologies_of_Religion_32.pdf <10-3-2013>, Ontario Consultants on Religious Tolerance, Religious exclusivism, pluralism and inclusivism, http://www.religioustolerance.org/rel_ plurl.htm <10-3-2013>, Religious Pluralism, Universalism, Exclusivism and Inclusivism, http://www.inplainsite.org/html/rmiversalism_inclusivism.html <10-3-2013>.
[3]    Αυστρία, Β. Ιρλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Κύπρος, Ιρλανδία, Ρουμανία, Φινλανδία. Για το μάθημα των θρησκευτικών στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλ. Gerhard Robbers (επιμέλεια), Κράτη και Θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιστημονική απόδοση στην Ελληνική: Κυριάκος Κυριαζόπουλος, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2007. Για τα μοντέλα του μαθήματος των θρησκευτικών σε 53 χώρες, βλ. Derek Davis - Elena Miroslv nicova, The Routledge International Handbook of Religious Education, Routledge, 2012.
[4]    Βέλγιο, Βουλγαρία, Ισπανία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία.
[5]    Ιταλία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία.
[6]    Β. Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο), Βουλγαρία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Κύπρος, Μάλτα.
[7]   Ολλανδία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Τσεχία.
[8] ' Βουλγαρία, Ελλάδα, Κύπρος.
[9]    Β. Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο), Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα.
[10]  Αυστρία (13 ομολογιακά), Βέλγιο (6 ομολογιακά), Γερμανία (5 ομολογιακά), Ισπανία (4 ομολογιακά), Λετονία (5 ομολογιακά), Λιθουανία (2 ομολογιακά), Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβακία (13 ομολογιακά), Φινλανδία.
[11]  Λουξεμβούργο.
[12]  W. Cole Durham, Jr. -Silvio Ferrari (επιμέλεια), Νόμοι για το κράτος και τη θρησκεία στη μετακομμοννιστική Ευρώπη, επιστημ. απόδοση στην Ελληνική: Κυρ. Κυριαζόπουλος, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2005, σελ. 309 - 330.
[13]  Nina Achmatova, "Patriarch warns: too few pupils studying Orthodox religion in school", AsiaNews.it, www.asianews.it <29-3-2013>. "New education law sparks debates in Russia", Russia beyond the headlines, www.rbth.ru <29-3-2013>.
[14]  Βέλγιο, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Τσεχία.
[15]  Αυστρία, Γερμανία, Ισπανία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, Φινλανδία.
[16]  Markus Davidsen, «The Secular Future of Religious Education in Europe», Zeitschrift fur junge Religionswissenschaft, vol. v (2010), www.zjr-online.net/v2010/zjr201007_davidsen_rez_alberts pdf, <10-3-2013>, p. 3.
[17]  Markus Davidsen, ό.π., σ. 2-4.
[18]  Στον Οδηγό Εκπαιδευτικού του νέου μαθήματος των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας που εκδόθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τούτο αναφέρεται ρητά ως εξής: «οι 'εσωτερικές' (implicit) εμπειριακές προσεγγίσεις...»  (σ. 12).
[19]  ΒΛ. OSCE ODIHR Advisory Council of Experts on Freedom of Religion or Belief, Toledo Guiding Principles on Teaching about Religions and Beliefs in Public Schools, www.osce.org/odihr/29154. <10-3-2013>, σ. 47-48. Council of Europe (Συμβούλιο της Ευρώπης), Religious diversity and intercultural education: a reference book for schools (Θρησκευτική ετερότητα και διαπολιτισμική εκπαίδευση: ένα βοήθημα για τα σχολεία), edited by John Keast, Ελληνική μετάφραση: Ναυσικά Χαραλαμπίδου - Αγγελος Βαλλιανάτος, 2007, σ. 81 επ. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Νέο Σχολείο, Οδηγός Εκπαιδευτικού, Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, σ. 7-15. Βλ., επίσης, Δρόμοι της Γνώσης, επιμέλεια: Εύα Αυλίδου, εκδ. Αρχέτυπο, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2001.
[20]   Οδηγός Εκπαιδευτικού, ό.ττ., σ. 14.
[21]  Το υπ' αριθ. πρωτ. Φ.1/188/35357/Γ1/13-3-2013 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο απευθύνεται στον Ιερό Σύνδεσμο Κληρικών Ελλάδος (αριθ. 2, σ. 4), έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το όλο σκεπτικό του ανωτέρω Οδηγού Εκπαιδευτικού (ιδίως σ. 1-32). Τούτο, βεβαίως, είναι συνεπές με τη φύση του εν λόγω μαθήματος των θρησκευτικών ως εκείνου της μεταμοντέρνας ή δια-θρησκευτικής πνευματικότητας.
[22]   Toledo Guiding Principles on Teaching about Religions and Beliefs in Public Schools, ό.π., σ. 16-17.
[23]  ΕΔΑΔ Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, www.echr.coe.int <10-3-2013>, παρ. 31.
[24]   ΕΔΑΔ Folgero κατά Νορβηγίας, www.echr.coe.int <10-3-2013>, παρ. 84.
[25]   Μ. Καράση, Δίκαιο και Ορθόδοξη Θεολογία - Σημεία επαφής στο παράδειγμα τον μαθήματος των θρησκευτικών, Αρμός, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2010, σ. 39.
[26]   Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση - Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1993, σ. 331επ.
[27]  Religion and Human Rights: Basic Documents, edited by Tad Stahnke - J. Paul Martin, Center for the Study of Human Rights, Columbia University, New York 1998, p. 92.
[28]   Religion and Human Rights: Basic Documents, op. cit., σ. 94.
[29]  Βλ. την απόφαση του ΕΔΑΔ Folgero κατά Νορβηγίας της 29-6-2007, www.echr.coe.int <10- 3-2013>, παρ. 7.
[30]  Toledo Guiding Principles, ό.π. παρ., 33.
[31]  Rapporteur's Digest on Freedom of Religion or Belief, www.ohchr.org, p. 37, par. 60.
[32]  Toledo Guiding Principles, o.c., p. 65.
[33]  Toledo Guiding Principles, o.c., www.osce.org/odihr/29154, <10-3-2013>, p. 35.
[34]  Βλ. την απόφαση του ΕΔΑΔ Folgero κατά Νορβηγίας της 29-6-2007, www.echr.coe.int <10- 3-2013>, παρ. 8.
[35]  Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και Εκπαίδευση, ό.π.
[36]  Rapporteur's Digest on Freedom of Religion or Belief, www.ohchr.org, p. 35, par. 49.
[37]  UN Human Rights Committee, General Comment No. 22 (48) (article 18), 20-7-1993, Religion and Human Rights: Basic Documents, o.c., p. 93, par. 6.
[38]  Rapporteur's Digest on Freedom of Religion or Belief, www.ohchr.org, p. 35, par. 50.
[39]  Toledo Guiding Principles, ό.π., σ. 68-70.
[40]  Rapporteur's Digest on Freedom of Religion or Belief, www.ohchr.org, p. 35, par. 50.
[41]  www.echr.coe.int, <10-3-2013>.
[42]  Rapporteur's Digest on Freedom of Religion or Belief, www.ohchr.org, p. 35, par. 50.
[43]  Σύσταση του Συνηγόρου του Πολίτη της 17-11-2008 προς το Υπουργείο Παιδείας.
[44]   Η Εγκύκλιος του ΤΓΙΕΠΘ Γ2/8904/29-11-1995 προβλέπει την απαλλαγή των μαθητών από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών για άθρησκους, ή ετερόδοξους, ή αλλόθρησκους. Η Εγκύκλιος ΤΠΕΠΘ Γ2/61723-13/6/2002 επιτρέπει τις απαλλαγές από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών, για μη ορθοδόξους, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκουν. Η Εγκύκλιος του ΤΠΕΠΘ 91109/Γ2/10.7.2008, όπως επαναλαμβάνεται από την Εγκύκλιος του ΤΠΕΠΘ 104071/Γ2/4.8.2008, επιτρέπει την απαλλαγή ορθοδόξων και μη ορθοδόξων από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς καμία αιτιολόγηση. Εγκύκλιος ΤΠΕΠΘ Φ12/977/109744/Γ1/26-8-2008 ανακαλεί τη δυνατότητα απαλλαγών για τους ορθοδόξους από το ορθόδοξο μάθημα των θρησκευτικών.
[45]  UN Human Rights Committee, General Comment No. 22 (48) (article 18), 20-7-1993, Religion and Human Rights: Basic Documents, o.c., p. 93, par. 6..
[46]  Βλ. τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ 1) Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen κατά Δανίας, της 7- 12-1976 (η οποία αφορά τη μη καταδίκη της Δανίας για τον λόγο ότι δεν χορήγησε απαλλαγή από το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στη Δανία σε παιδιά θρησκευόμενων) www.echr.coe.int. <10-3-2013>, 2) Βαλσάμης κατά Ελλάδος, της 18-12-1996 (η οποία αφορά την καταδίκη της Ελλάδος επειδή δεν χορήγησε απαλλαγή σε μαθήτρια Μάρτυρα του Ιεχωβά από το ομολογιακό (ορθόδοξο) μάθημα των θρησκευτικών στην Ελλάδα), www.echr.coe.int. <10-3-2013> (βλ. ως προς του Μάρτυρες του Ιεχωβά την Εγκύκλιο του ΤΠΕΠΘ - Γ1/1/1/2-1-1990, κατά την οποία οι γονείς οφείλουν να καταθέτουν κοινή υπεύθυνη δήλωση όπου να δηλώνουν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και τα παιδιά τους ακολουθούν το εν λόγω δόγμα), και 3) Folgero κατά Νορβηγίας, της 29-6-2007 (η οποία αφορά την καταδίκη της Νορβηγίας επειδή δεν χορήγησε πλήρη απαλλαγή σε ουμανιστές (άθεους) μαθητές από το μάθημα των θρησκευτικών της μεταμοντέρνας ή δια- θρησκευτικής πνευματικότητας στη Νορβηγία), www.echr.coe.int, <10-3-2013>.
[47]  Toledo Guiding Principles, o.c., www.osce.org/odihr/29154, <10-3-2012>, p. 68-73.
[48]  Της 29-6-2007, www.echr.coe.int, <10-3-2013>.
[49]  CCPR/C/82/D/1155/2003/23-11-2004.
so www.echr.coe.int, <10-3-2013>.
[51] Toledo Guiding Principles, o.c., www.osce.org/odihr/29154, p. 70-73.
[52] Κυριάκου Κυριαζόπουλου, Περιορισμοί στην ελευθερία διδασκαλίας των μειονοτικών θρησκευμάτων, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241-308.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.