Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Η ερμηνευτική των Γραφών στον Αμβρόσιο Μεδιολάνων

*του Φώτιου Ιωαννίδη
Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

1. Εισαγωγικό σχόλιο
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι Πατέρες της δυτικής Εκκλησίας, όπως ο Ιερώνυμος, ο Ιλάριος, ο Αμβρόσιος και ο Αυγουστίνος, ερμηνεύουν πνευματικά την Αγία Γραφή και συνδέουν την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη, υποστηρίζοντας ότι τα βιβλικά χωρία μπορούν να ερμηνευθούν σε διαφορετικά επίπεδα.
   Ο Αμβρόσιος επικεντρώνεται στην ηθική και την αλληγορική- πνευματική ερμηνεία, εμμένοντας στην αρχή πως η Γραφή μπορεί να μας αποκαλύψει το μυστήριο του Χριστού και της Εκκλησίας.
  Τα βιβλία που ο ίδιος ερμήνευσε σε μεγαλύτερη έκταση και ασχολήθηκε με ιδιαίτερη προσοχή είναι η Γένεση, το Άσμα Ασμάτων, οι Ψαλμοί και το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο.
   Η εξηγητική δραστηριότητα του αγίου Αμβροσίου έχει κυρίως ποιμαντικό χαρακτήρα και συνδέεται άμεσα με την άσκηση της επισκοπικής διακονίας του στο Μιλάνο. Ο ίδιος είχε βαθιά συναίσθηση του λειτουργήματός του και υπήρξε ικανότατος κήρυκας του θείου λόγου. Πίστευε στο ιερό χρέος του να μεταδίδει στους ανθρώπους τις θείες εντολές και να τις υπερασπίζεται σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων στο κοινωνικό, πολιτικό και εκκλησιαστικό γίγνεσθαι. Η ερμηνεία της Γραφής δεν αποτελεί αυτόνομο έργο ή απλό διανοητικό εγχείρημα, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Η ευχαριστιακή σύναξη την καταξιώνει και η αγιοπνευματική εμπειρία την αναδεικνύει και τη φωτίζει.
  Ο Αμβρόσιος καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στη λατινική χριστιανική γραμματεία, γιατί κρατά μια σοφή ισορροπία ανάμεσα στη δυτική και ανατολική εξηγητική παράδοση, ιδιαιτέρως εκείνης της Αλεξάνδρειας. Υποστηρίζει με ζέση ότι η Αγία Γραφή είναι ο τόπος της συνεχούς παρουσίας του Θεού. Στο περιεχόμενό της βλέπει την αποκάλυψη του τριαδικού Θεού και τη φανέρωση της
σωτηριώδους επέμβασής Του στην ιστορία. Αυτή η πεποίθηση τον οδήγησε στο να αναζητά μέσα στο ιερό κείμενο το φως και τις κρυμμένες αλήθειες, ώστε ο ίδιος να αντλεί την εσωτερική δύναμη για την αντιμετώπιση των ποικίλων ποιμαντικών ζητημάτων.
    Ο άγιος συχνά υιοθετεί όχι μόνο τις ερμηνευτικές αρχές, αλλά και την προσέγγιση του Φίλωνα του Αλεξανδρέα και του Ωριγένη και είναι πεπεισμένος ότι κάθε βήμα του βιβλικού κειμένου μπορεί να διαβαστεί σε πολλά ερμηνευτικά επίπεδα. Eφαρμόζει συστηματικά τα κριτήρια ερμηνείας της αλεξανδρινής σχολής, κυρίως την ωριγένεια τριμερή μέθοδο προσέγγισης: ιστορική, ηθική και πνευματική. Προσπαθεί να αναδείξει την πολλαπλότητα των σημασιών στο ιερό κείμενο, προβάλλοντας τρεις τρόπους εξήγησης. Την κατά γράμμα ερμηνεία, που αντιλαμβάνεται την απλή σημασία των πραγματικών περιστατικών και την κυριολεξία, την ηθική, η οποία επηρεάζει τη ζωή των χριστιανών και την αλληγορική, που εστιάζει στην κατανόηση του μυστηρίου του Θεού και της παρουσίας του Χριστού, η οποία κρύβεται κάτω από το περίβλημα των λέξεων. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της εικόνας της καρυδιάς, που ο Αμβρόσιος αντλεί από τον Ωριγένη, και η οποία αναφέρεται στην ιστορία της διπλής αμαρτίας που τέλεσε ο Δαβίδ, της μοιχείας και της δολοφονίας.
   Σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως στην ερμηνεία των Ψαλμών, ο Αμβρόσιος φαίνεται να γνωρίζει, και σε κάποιο βαθμό να χρησιμοποιεί, τις προσεγγίσεις του Διδύμου Αλεξανδρέα και του Μ. Βασιλείου. Η σχέση μάλιστα Βασιλείου και Αμβροσίου εμφαίνεται περισσότερο στη συγγραφή της Εξαημέρου, αλλά είναι γεγονός πως η Εξαήμερος (Hexameron) του δυτικού Πατέρα δεν στερείται πρωτοτυπίας ούτε παρουσιάζει δουλική εξάρτηση από τη βασιλειανή.

2. Παραδείγματα αμβροσιανής ερμηνευτικής
  Ο Αμβρόσιος έχει ως στόχο να αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα του ιερού κειμένου, ιδωμένου χριστολογικά και εκκλησιολογικά, μέσω της τυπολογικής ερμηνείας των γεγονότων ή των προσώπων του παρελθόντος.
   Η Γραφή παραλληλίζεται με την απεραντοσύνη της θάλασσας, που κρύβει τα αβυσσαλέα της βάθη και η οποία τροφοδοτείται από γλυκείς και καθαρούς ποταμούς.
  Τα “γλυκά και καθαρά ποτάμια” σημαίνουν ερμηνευτικά την καθαρότητα του θείου μηνύματος, αλλά και την ίδια τη βούληση του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Το “γλυκό και καθαρό νερό” που ρέει, είναι οι ομιλίες που τέρπουν την ψυχή του ακροατή με τη γλυκύτητα των ηθικών επιταγών τους. Αυτές οι εικόνες αποτελούν το βαθύτερο νόημα της Αγίας Γραφής, που αρδεύει τις ψυχές με το “πνευματικό ποτό”.
   Ο συνδυασμός των παραπάνω εννοιών και εικόνων επιτρέπει στον Αμβρόσιο να διευκρινίσει αυτού του είδους την προσέγγιση της Αγίας Γραφής: δηλαδή την κατά γράμμα, που καλύπτει την προφανή αίσθηση του κειμένου, με μία “άμεση καθαρότητα”, χωρίς περαιτέρω εμβαθύνσεις, και την αλληγορική, που συνήθως εκφράζεται με τον όρο intellegibilis και αναφέρεται ως ερμηνεία που πηγαίνει πέρα από την κατά γράμμα προσέγγιση. Από αυτή τη δεύτερη, πηγάζουν δύο τύποι ερμηνείας: η ηθική και η μυστική. Στην πρώτη περίπτωση ο πιστός γεύεται το “μέλι” ή το “γάλα” των ηθικών διδαχών και ασκεί τις αρετές, ενώ με τη δεύτερη διερευνά τις υπερφυσικές πραγματικότητες, τη δράση και το μυστήριο του Θεού, αλλά και του κρυμμένου Χριστού που είναι παρών σε ολόκληρη τη Γραφή.
   Ο άγιος παρομοιάζει τη γλυκύτητα και τη θρεπτική αξία του μελιού (Ψλ 118,103) με το λόγο του Θεού, ο οποίος μιλάει απευθείας στις ανθρώπινες καρδιές, προκαλώντας αισθήματα ειλικρινούς μετανοίας για τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν.
     Πιστεύει πως η πνευματική ζωή των χριστιανών στερεύει, αν δεν ποτίζεται από το λόγο του Θεού, ο οποίος λειτουργεί όπως η βροχή ή το χιόνι σε ένα στεγνό έδαφος. Ή οι σπόροι, που αν δε βρουν κατάλληλο κλίμα, δε μπορούν να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν. Έτσι ακριβώς λειτουργεί και η πνευματική ζωή. Παραμένει στείρα, αν δεν τρέφεται επαρκώς από τη θεία Γραφή.
    Μέσα στα ίδια ερμηνευτικά πλαίσια, ο Αμβρόσιος προσδιορίζει τη σχέση του πιστού με τη Γραφή σύμφωνα με την εικόνα του ανθρώπου που πηγαίνει κάθε μέρα στο πηγάδι για να πάρει νερό. Η εικόνα του πηγαδιού παρουσιάζει διττή σημασία. Αντιπροσωπεύει από τη μία πλευρά το “βάθος” του Μυστηρίου του Θεού και από την άλλη το μέσο, που χρησιμοποιείται για την άρδευση του κήπου της ψυχής. Έτσι το φρέαρ αναδεικνύεται σε ζώσα πηγή, που συντελεί στην πνευματική μεταμόρφωση που προκλήθηκε από το θείο λόγο.
   Πολλές φορές ο ιερός Πατέρας υπογραμμίζει την ακαταληψία αρκετών χωρίων ή και βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία δημιουργεί προβλήματα στην κατανόηση και την ερμηνεία της. Πιστεύει όμως πως ο πιστός που προσεγγίζει τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι σε θέση να διεισδύσει βαθύτερα στη σημασία της Παλαιάς, αφού ο ίδιος ο Χριστός τον οδηγεί στην αποκάλυψη του Λόγου και του σχεδίου της σωτηρίας. Ο Ίδιος το ολοκληρώνει και αποκαλύπτει το κρυμμένο πνευματικό της νόημα. Ωστόσο, αυτό δεν απαλλάσσει τον ερμηνευτή από το να διερευνήσει ακούραστα την Αγία Γραφή και να την αγαπήσει, ώστε να μάθει πώς να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματά της και να βρει σε αυτή την πηγή του ζώντος ύδατος.
   Η Παλαιά Διαθήκη βρίσκει την πληρότητά της στην Καινή. Η πρώτη απευθύνεται σε ένα λαό ακατέργαστο και είναι αναποτελεσματική για το σκοπό της εξαγοράς και της ανανέωσής του. Έτσι η πρώτη Διαθήκη έρχεται προς βοήθεια της δεύτερης.
    Ο Αμβρόσιος θεωρεί την Αγία Γραφή ως τροφή της ψυχής από την οποία τρέφεται πνευματικά και ζωογονείται. Η τροφή αυτή μάλιστα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία, η οποία συνίσταται στα διάφορα λογοτεχνικά είδη που τη συνθέτουν. Ο Νόμος και το Ευαγγέλιο αντιπροσωπεύουν την τροφή της ενήλικης ζωής, η οποία απαιτεί ωριμότητα στην πίστη, μετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και σημαντική ερμηνευτική ικανότητα, ιδίως ως προς τα πιο σκοτεινά χωρία της Γραφής. Τα πιο τρυφερά και εύγευστα για την ηθική τους αξία τμήματα, όπως οι Ψαλμοί και το Άσμα Ασμάτων, ταιριάζουν καλύτερα στο στάδιο της πνευματικής ανάπτυξης και απαιτούν μια σταδιακή προσέγγιση. Πάντως, υπογραμμίζει ότι είναι πολύ σημαντικό ο πιστός να τρέφεται άφθονα με αυτό το ουράνιο έδεσμα.
   Το να γεύεται κανείς καθημερινά την “τροφή των ουρανίων Γραφών (Scripturarum cibos caelestium)” σημαίνει να τροφοδοτεί συνεχώς την ύπαρξή του με την υπόσχεση της αιώνιας ζωής, ώστε να μεταμορφωθεί στην καινή ζωή του Ευαγγελίου, δοξάζοντας τον Θεό με τη στάση της ζωής του. Η σύνδεση των δύο Διαθηκών είναι απαραίτητη για τη σταδιακή ωριμότητα στην πίστη. Προτρέπει λοιπόν ο άγιος τον πιστό να πιει πρώτα από το ποτήρι με την Παλαιά Διαθήκη κι ύστερα από εκείνο με την Καινή, γιατί αν δεν πιει από το πρώτο, δεν μπορεί να πιει από το δεύτερο. Πρέπει να πιει το πρώτο, για να μετριάσει τη δίψα του, κι ακολούθως το δεύτερο, για την επίτευξη του κορεσμού. Πρέπει όμως να πιει κι από τα δύο ποτήρια, γιατί και τα δύο περιέχουν το λόγο Του και τα δύο περιέχουν το Χριστό, που είναι η ζωή, η ειρήνη, το ζων ύδωρ, το αίμα που μας εξαγόρασε.
   Σε πολλές περιπτώσεις, όπου το σχετικό βιβλικό κείμενο δίνει τις αφορμές για μία ευχαριστιακή ερμηνευτική προσέγγιση, ο άγιος παρομοιάζει τον άρτο της θείας ευχαριστίας, που είναι ο προσφερόμενος Χριστός, με την τροφή που παρέχει η Γραφή. Ο Αμβρόσιος συνδυάζει ερμηνευτικά το χωρίο των Παροιμιών 9,5 με εκείνο του Άσματος των Ασμάτων 5,1 σχετικά με το δείπνο που παραθέτει η σοφία (conuiuium sapientiae). Αυτό το δείπνο παραλληλίζεται, αλλά και ταυτίζεται, με το ευχαριστιακό δείπνο της Εκκλησίας (conuiuium ecclesiae). Σε αυτή την προοπτική, είναι φανερό πως το χριστολογικό δόγμα και η εκκλησιολογική οπτική αλληλοσυμπληρώνονται.
    Ο Αμβρόσιος θέλει πρώτα να κατανοήσουν οι ακροατές του ότι για να γευτούν τον αληθινό άρτο που ικανοποιεί την πείνα του ανθρώπου και να πιουν τον μεθυστικό οίνο πρέπει να κατευθυνθούν στο “δείπνο της σοφίας”, ανταποκρινόμενοι έτσι στην πρόσκληση της Εκκλησίας, που εκφράζεται μέσα από τα λόγια του χωρίου των Παροιμιών και του Άσματος των Ασμάτων. Ο πιστός βιώνει τη “μέθη της χάριτος” (ebrietas gratiae), επειδή ο Χριστός είναι παρών και γίνεται τροφή για χάρη μας.
   Με βάση το συγκεκριμένο χωρίο του Άσματος ο άγιος τοποθετεί το “δείπνο της σοφίας” και το “δείπνο της Εκκλησίας” στον παράδεισο. Τέλος, αναφερόμενος στις Παροιμίες 9,1 δηλώνει ότι ο άρτος που καταναλώνεται στον “οίκο της σοφίας” είναι απαραίτητος για την ανάπτυξή μας, αφού μας ενώνει με το Χριστό.
   Σε άλλη συνάφεια, ερμηνεύοντας ο επίσκοπος του Μιλάνου το χωρίο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου 11,33 επισημαίνει πως η εικόνα του λύχνου στο λυχνοστάτη αναφέρεται στην πίστη, η οποία τρέφεται από το φως του Χριστού που λάμπει μέσα στην Εκκλησία. Σε μια δεύτερη ερμηνευτική προσέγγιση, σημειώνει πως είναι ο λόγος του Θεού, που καταμαρτυρείται από τους πιστούς και φωτίζει εκείνους που επιθυμούν να ενταχθούν στην εκκλησιαστική κοινότητα.
    Το χωρίο 11,33 του Λουκά συνδυάζεται με εκείνο του Ψαλμού 118,105. Σε αυτή τη συνάφεια, ο λύχνος, που καθοδηγεί τα βήματα του ανθρώπου στην πίστη της Εκκλησίας, η οποία διαχέει το φως του Χριστού, υπογραμμίζει το χριστολογικό και εκκλησιολογικό περιεχόμενο του αμβροσιανού κηρύγματος αλλά και της ερμηνευτικής του.
   Ο Λόγος του Θεού είναι ο λύχνος που οδηγεί τα βήματα του ανθρώπου προς τα ουράνια αγαθά, εμπνέοντάς του την περιφρόνηση για τα παρόντα και επίγεια και κατευθύνοντάς τον προς την αναζήτηση των μελλοντικών και αόρατων αγαθών. Τα βιβλικά του υπομνήματα φανερώνουν την πεποίθηση του αγίου ότι η ιερή ιστορία βρίσκει την πνευματική της εκπλήρωση στη ζωή κάθε πιστού και πως αυτή έχει σαφή εσχατολογική προοπτική.
  Η σχέση του Αμβροσίου με την Αγία Γραφή είναι μια σχέση ερωτική και μεθυστική. Είναι μια σχέση μυστική, πνευματική, που οδηγεί στη γνώση και στην ένωση με την απόλυτη ωραιότητα και γλυκύτητα, τον Ιησού Χριστό. Τα λόγια της Γραφής ξεδιψούν και καλούν τον πιστό σε μια νηφάλια πνευματική μέθη. Τη μέθη της ένωσης με το Χριστό. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα ο ίδιος ο Αμβρόσιος μας παραδίδει:
    «Ο νους μας, ας είναι πάντα μαζί Του. Ας μην απομακρυνθεί ποτέ από το ναό Του και από το λόγο Του. Να είναι πάντα απασχολημένος με τη μελέτη των Γραφών και την προσευχή, αφού ο λόγος Του είναι αιώνιος και εργάζεται μέσα μας. Και όπως κάθε μέρα αρχίζουμε από Αυτόν και τελειώνουμε σε Αυτόν, προσευχόμενοι, είτε στην εκκλησία είτε στο σπίτι, ολόκληρη η πορεία της ζωής μας ας παραμείνει σταθερά σε Αυτόν».

*Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο “Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων στη χριστιανική γραμματεία και θεολογία”, 11-12 Δεκ. 2013, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.