Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Σχετικά μέ τήν κλήση του Φιλίππου καί του Ναθαναήλ

  ἀπό τό ὑπομνημα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο. Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἰω. α΄ 44-52)



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(Ιω. α΄44-52)

Ομιλία Κ΄του αγίου Ιωάννη, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Χρυσοστόμου
από το Υπόμνημά του στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον σχετικά με την κλήση του Φιλίππου και του Ναθαναήλ

   «Τ παύριον θέλησεν ησος ξελθεν ες τν Γαλιλαίαν· κα ερίσκει Φίλιππον κα λέγει ατ· κολούθει μοι. ν δ Φίλιππος π Βηθσαϊδά, κ τς πόλεως νδρέου κα Πέτρου (:Την άλλη μέρα αποφάσισε ο Χριστός να αναχωρήσει από την Ιουδαία για την Γαλιλαία. Βρίσκει τον Φίλιππο και του λέγει· “έλα κοντά μου”. Ο δε Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου)».
«Σε κάθε εργατικό και τίμιο άνθρωπο υπάρχει πλεόνασμα αγαθών», λέγει κάποια παροιμία. Ο Χριστός υπαινίχθηκε ωστόσο και κάτι επιπλέον, όταν είπε: « ζητν ερίσκει (:εκείνος που ζητεί, βρίσκει)» [Ματθ. 7,8]. Από αυτό λοιπόν γεννιέται η απορία μου από ποια αιτία παρακινούμενος ο Φίλιππος ακολούθησε τον Χριστό. Διότι ο μεν Ανδρέας ακολούθησε τον Χριστό, αφού πληροφορήθηκε γι’ Αυτόν από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και ο Πέτρος Τον ακολούθησε αφού παρακινήθηκε από τα λόγια του Ανδρέα, ενώ ο Φίλιππος πείσθηκε αμέσως και Τον ακολούθησε· και όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά και κήρυξε γι’ Αυτόν και σε άλλους, χωρίς να ακούσει και να μάθει τίποτε από κανένα, παρά μόνο τον λόγο «Ακολούθησέ με», που του είπε ο Χριστός· διότι έτρεξε αμέσως στον Ναθαναήλ και του είπε: «ν γραψε Μωϋσς ν τ νόμ κα ο προφται, ερήκαμεν (:Αυτόν για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στον Νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες στα προφητικά τους βιβλία Τον βρήκαμε)». Βλέπεις πόσο καλά πληροφορημένος και κατατοπισμένος ήταν και συνεχώς μελετούσε όσα έγραψε ο Μωυσής και προσδοκούσε την έλευση Του; Διότι το «ερήκαμεν» φανερώνει ότι πάντοτε Τον αναζητούσαν.
«Τ παύριον θέλησεν ησος ξελθεν ες τν Γαλιλαίαν (:Την επόμενη ημέρα πήγε ο Ιησούς στη Γαλιλαία)»· διότι δεν προσκαλεί κανένα κοντά Του, προτού ο ίδιος αποφασίσει αυτοπροαίρετα να Τον ακολουθήσει. Ενεργεί δε κατ’ αυτόν τον τρόπο πράγματι όχι απλά και τυχαία, αλλά σύμφωνα με τη δική Του υπέρτατη σοφία και σύνεση· διότι, εάν ο Ίδιος τους είχε προσελκύσει κοντά Του, χωρίς αυτοί μόνοι τους εξ ιδίας προαιρέσεως και τελείως αυθόρμητα να Τον είχαν ακολουθήσει, υπήρχε η πιθανότητα να απομακρυνθούν· τώρα όμως, επειδή οι ίδιοι προτίμησαν με δική τους απόφαση να Τον ακολουθήσουν, παρέμεναν κοντά Του στο εξής σταθεροί και πιστοί μαθητές. Τον Φίλιππο όμως, ο οποίος ήταν περισσότερο γνώριμος σε Αυτόν, Τον προσκάλεσε· διότι τον γνώριζε καλύτερα, επειδή γεννήθηκε και ανατράφηκε στη Γαλιλαία. Αφού λοιπόν παρέλαβε μαζί Του τους μαθητές, πήγε έπειτα για αναζήτηση των υπολοίπων και να προσελκύσει κοντά Του τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ. Και δεν πρέπει να απορεί και τόσο κανείς με αυτό, διότι και η φήμη του Ιησού είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Συρία. Το αξιοθαύμαστο, όμως, με όσους βρίσκονταν κοντά στον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Φίλιππο ήταν αυτό, ότι όχι μόνο είχαν πειστεί προτού λάβουν θαυμαστά αποδεικτικά σημεία για το ποιος ήταν στ’αλήθεια ο Ιησούς, αλλά και ότι, παρά το ότι κατάγονταν από τη Γαλιλαία, περιοχή δηλαδή από την οποία ούτε προφήτης εμφανίζεται ούτε είναι δυνατόν κάποιο καλό να προέλθει, εντούτοις πίστεψαν και ακολούθησαν τον Χριστό· διότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήσαν κάπως περισσότερο απαίδευτοι και ατίθασοι και τραχείς.
Ο δε Χριστός ακριβώς από αυτό το γεγονός απέδειξε τη δύναμή Του, από το ότι δηλαδή από αυτήν την περιοχή, η οποία δεν παρήγαγε κανένα καρπό, διάλεξε την πιο εκλεκτή μερίδα των μαθητών Του. Φυσικό, λοιπόν, αφενός, ήταν, ο Φίλιππος να Τον ακολουθήσει, τόσο επειδή είδε παράδειγμα του Πέτρου και των άλλων, οι οποίοι ακολούθησαν τον Χριστό, όσο και επειδή είχε ακούσει από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή για το ποιος ήταν ο Ιησούς, φυσικό όμως αφετέρου ήταν επίσης η προσκλητήρια φωνή του ίδιου του Χριστού να συντέλεσε μέσα του στη δημιουργία μιας τέτοιας εσωτερικής καταστάσεως, προθυμίας και δεκτικότητας ,ώστε να αποφασίσει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό να Τον ακολουθήσει. Διότι γνωρίζει ο Χριστός εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να αναδειχθούν ικανοί και κατάλληλοι για το έργο Του.
Ο ευαγγελιστής όμως Ιωάννης όλα αυτά τα αφηγείται με συνοπτικό τρόπο. Ότι επρόκειτο, λοιπόν, ο Χριστός να έλθει το γνώριζε καλά ο Φίλιππος, ότι όμως αυτός ήταν ο Χριστός που αναμενόταν, το αγνοούσε. Αυτό,έχω τη γνώμη ότι το έμαθε ή από τον Πέτρο ή από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει στη συνέχεια και τον τόπο της καταγωγής του Φιλίππου, δηλαδή τη Βηθσαϊδά, για να μάθεις ότι ο Θεός τους αδυνάτους ως προς την κοσμική δύναμη και σοφία, επέλεξε ως μαθητές Του, προκειμένου δι’ αυτών να πραγματοποιηθεί το προαιώνιο σχέδιό Του για τη σωτηρία των ανθρώπων.
«ερίσκει Φίλιππος τν Ναθαναλ κα λέγει ατ· ν γραψε Μωϋσς ν τ νόμ κα ο προφται, ερήκαμεν, ησον τν υἱὸν το ωσφ τν π Ναζαρέτ. (:Βρίσκει ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει προς αυτόν: "Εκείνον, για τον Οποίο έγραψε ο Μωυσής στον νόμο και τον Οποίο προανήγγειλαν οι προφήτες, Τον βρήκαμε. Και αυτός είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, και κατάγεται από την Ναζαρέτ"»). Λέγει δε αυτά, για να κάνει με την αναφορά του στον Μωυσή και τους προφήτες, τη διήγησή του αξιόπιστη και να προδιαθέσει με αυτόν τον τρόπο ευνοϊκά τον ακροατή. Επειδή δηλαδή ο Ναθαναήλ όλα όσα αναφέρονταν στην έλευση του Μεσσία τα είχε ερευνήσει με ακρίβεια και με κάθε ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε και εμπράκτως το απέδειξε, εύλογα τον παρέπεμψε ο Φίλιππος στον Μωυσή και τους προφήτες, για να τον κάνει με τον τρόπο αυτό να αποδεχθεί και να ομολογήσει τον Κηρυττόμενο.
Δε πρέπει ωστόσο καθόλου να θορυβηθείς, επειδή Τον αποκάλεσε «υιό του Ιωσήφ», διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή εθεωρείτο ακόμη παιδί του. Και από πού, Φίλιππε, γίνεται φανερό ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο αναμενόμενος Χριστός; Ποια απόδειξη έχεις να μας παρουσιάσεις; Διότι δεν αρκεί μονάχα να το διακηρύττεις. Ποιο αποδεικτικό σημείο είδες και πίστεψες; Ποιο θαύμα; Δεν είναι χωρίς κίνδυνο να δίνει κανείς πίστη σε τέτοια πράγματα αφελώς. Ποια λοιπόν απόδειξη, έχεις; Αυτή που είχε και ο Ανδρέας, λέγει. Διότι και εκείνος, μην μπορώντας να παραστήσει με λόγια τον θησαυρό που είχε ανακαλύψει, οδηγεί τον αδελφό του στον ίδιο τον Θησαυρό που ανακάλυψε. Έτσι και ο Φίλιππος δεν εξήγησε στον Ναθαναήλ, για ποιο λόγο Αυτός που ανακάλυψε είναι Εκείνος, ο Χριστός και με ποιον τρόπο οι προφήτες Τον είχαν προαναγγείλει, αλλά οδήγησε αυτόν στον ίδιο τον Ιησού, επειδή ήταν απολύτως βέβαιος ότι δε θα απομακρυνόταν από κοντά Του, αν είχε την τιμή να γευθεί τα λόγια Του και να ακούσει τη διδασκαλία Του.
Και τον ρώτησε ο Ναθαναήλ:« κ Ναζαρτ δύναταί τι γαθν εναι; (:“από τη Ναζαρέτ είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό;”)». Και ο Φίλιππος του απάντησε: «ρχου κα δε (:“έλα και δες μόνος σου, για να πειστείς”). «εδεν ησος τν Ναθαναλ ρχόμενον πρς ατν κα λέγει περ ατο· δε ληθς σραηλίτης ν δόλος οκ στι (:Είδε ο Ιησούς τον Ναθαναήλ να έρχεται προς Αυτόν και λέγει περί αυτού· “ιδού ένας γνήσιος Ισραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει πονηρία”)» [ Ιω. α 48]. Και επειδή ο Ναθαναήλ είχε ρωτήσει αν ήταν δυνατόν να προέλθει κάποιο καλό από τη Ναζαρέτ, γι’ αυτό τον επαινεί και τον θαυμάζει. Μήπως όμως έπρεπε να του προσάψει κατηγορία; Δεν έκανε, όμως, καθόλου αυτό, διότι τα λόγια του δεν ήταν αποτέλεσμα απιστίας, ούτε άξια τιμωριών, αλλά επαίνων. Πώς και γιατί; Διότι ο Ναθαναήλ είχε ερευνήσει και γνώριζε καλύτερα από τον Φίλιππο, τους προφήτες. Και φυσικά είχε μάθει από τις Γραφές ότι ο Χριστός έπρεπε να κατάγεται από τη Βηθλεέμ και από το χωριό στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δαβίδ [«οχ γραφ επεν τι κ το σπέρματος Δαυΐδ κα π Βηθλεμ τς κώμης, που ν Δαυΐδ, Χριστς ρχεται; (: Δεν είπε η Γραφή, ότι ο Χριστός θα προέρχεται από το γένος του Δαυίδ και από το χωριό της Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δαυίδ;), Ιω.7,42]”. Αυτή λοιπόν η πεποίθηση επικρατούσε στους Ιουδαίους και ο προφήτης Μιχαίας από πολύ παλιά την είχε προαναγγείλει με τα εξής λόγια: «Κα σύ, Βηθλεέμ, οκος το φραθά, λιγοστς ε το εναι ν χιλιάσιν ούδα· κ σο μοι ξελεύσεται το εναι ες ρχοντα ν τ σραήλ, κα α ξοδοι ατο π᾿ ρχς ξ μερν αἰῶνος (:Κι εσύ Βηθλεέμ, η αλλιώς λεγομένη και «οίκος του Εφραθά», μικρή είσαι μεταξύ των πόλεων του Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χιλίους κατοίκους. Αλλά από εσένα θα προέλθει εις δόξαν δική μου ένας άντρας ο οποίος θα γίνει άρχοντας του ισραηλιτικού λαού. Η αρχή και η ενέργεια Αυτού ξεπερνά την αρχή των ημερών της δημιουργίας. Είναι ο Μεσσίας)» [Μιχ.5,2] και «Κα σ Βηθλεέμ, γ ούδα, οδαμς λαχίστη ε ν τος γεμόσιν ούδα· κ σο γρ ξελεύσεται γούμενος, στις ποιμανε τν λαόν μου τν σραήλ (:Κι εσύ Βηθλεέμ, που ανήκεις στην περιοχή της φυλής Ιούδα, μολονότι μικρή στον πληθυσμό, δεν είσαι από απόψεως αξίας καθόλου μικρότερη και άσημη από τις μεγάλες πόλεις της φυλής του Ιούδα. Και τούτο, διότι από εσένα θα προέλθει και θα αναδειχτεί άρχοντας, ο οποίος ως καλός ποιμένας θα οδηγήσει με στοργή τον λαό μου τον Ισραηλιτικό”)» [Ματθ. 2,6].
Όταν λοιπόν άκουσε ότι ο Χριστός προερχόταν από τη Ναζαρέτ, θορυβήθηκε και απόρησε, διότι η ευχάριστη κατά πάντα ανακοίνωση του Φιλίππου, απ’ ό,τι γνώριζε, δε φαινόταν να συμφωνεί με την προφητική ρήση. Αλλά πρόσεξε τη σύνεση και την επιείκεια του Ναθαναήλ και στην έκφραση ακόμη της αμφιβολίας του. Διότι δεν είπε αμέσως: « Με εξαπατάς, Φίλιππε, και ψεύδεσαι, δεν πιστεύω τα λόγια σου, ούτε έρχομαι για να διαπιστώσω την αλήθειά τους. Έμαθα από τους προφήτες ότι ο Χριστός πρέπει να έλθει από τη Βηθλεέμ, εσύ όμως μου λες ότι Τον βρήκες και ότι προέρχεται από τη Ναζαρέτ. Λοιπόν δεν είναι αυτός που βρήκες ο αναμενόμενος Μεσσίας». Αλλά δεν είπε τίποτε από αυτά, αλλά τι; Προσήλθε και αυτός, αφενός μεν για να δείξει, βάσει των μαρτυριών των Γραφών,τις οποίες γνώριζε με κάθε ακρίβεια, ότι ο Χριστός δεν είναι δυνατόν να προέλθει από τη Ναζαρέτ και ότι είναι συνεπώς αδύνατο ως προς το ζήτημα αυτό να αλλάξει τις πεποιθήσεις του, αφετέρου δε επειδή δε θέλησε να περιφρονήσει εκείνον που του ανακοίνωσε την εκπλήρωση της μεγάλης επιθυμίας, την οποία είχε για την έλευση του Χριστού˙ διότι κατάλαβε ότι ήταν φυσικό ο Φίλιππος να έκανε λάθος ως προς τον τόπο της καταγωγής του Χριστού.
Πρόσεξε όμως και τον τρόπο με τον οποίο αρνείται να δεχθεί την πληροφορία του Φιλίππου, πόσο ήπιος και επιεικής είναι και πώς υπό τύπον ερωτήσεως διατύπωσε την επιφύλαξή του. Διότι δεν είπε: « Η Γαλιλαία κανένα καλό δε φέρνει», αλλά τι; «Από τη Ναζαρέτ είναι δυνατόν να προέλθει κάποιο καλό;». Αλλά και ο Φίλιππος ήταν εξαιρετικά συνετός. Διότι δε δυσαρεστήθηκε, ούτε αγανάκτησε για τον δισταγμό και την αμφιβολία του Ναθαναήλ, αλλά επέμενε να τον οδηγήσει κοντά στον Χριστό και φανέρωσε έτσι εξαρχής σε μας την αρμόζουσα για έναν Απόστολο επιμονή και καρτερία. Για τους λόγους αυτούς ο Χριστός λέγει: «Ιδού ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, στον οποίο δόλος δεν υπάρχει». Ώστε υπάρχει και πονηρός και ανειλικρινής Ισραηλίτης. Αυτός όμως δεν ήταν τέτοιος, διότι λέγει η κρίση του παρέμεινε σταθερή, αδέκαστη και αμετακίνητη. Τίποτε δεν είπε με διάθεση να καλοπιάσει ούτε να δυσαρεστήσει. Παρά το ότι οι Ιουδαίοι ήταν εκείνοι, οι οποίοι απάντησαν ορθά όταν τους ρώτησαν πού γεννιέται ο Χριστός, ότι γεννιέται στη Βηθλεέμ και ανέφεραν μάλιστα και τη μαρτυρία την εξής: «Κα σ Βηθλεέμ, γ ούδα, οδαμς λαχίστη ε ν τος γεμόσιν ούδα· κ σο γρ ξελεύσεται γούμενος, στις ποιμανε τν λαόν μου τν σραήλ» (Ματθ.2,6). Ωστόσο εκείνοι αφενός βεβαίωναν αυτά προτού να Τον δουν, αργότερα,όμως,όταν Τον είδαν,απέκρυψαν τη μαρτυρία και Τον αρνήθηκαν με τα ακόλουθα λόγια: «μες οδαμεν τι Μωϋσε λελάληκεν Θεός· τοτον δ οκ οδαμεν πόθεν στί (:Εμείς οι μορφωμένοι και αναγνωρισμένοι άρχοντες του λαού, ξέρουμε ότι στον Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός και σε κανέναν άλλο. Αυτός όμως μας είναι άγνωστος και δεν γνωρίζουμε από πού είναι και από πού έρχεται”. [ Ιω. 9,29], ενώ ο Ναθαναήλ δε συμπεριφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά τη γνώμη που είχε εξαρχής γι’ Αυτόν, αυτή και επέμενε να διατηρεί σταθερά, ότι ο Χριστός δεν είναι από τη Ναζαρέτ.
Πώς λοιπόν οι προφήτες Τον ονομάζουν Ναζωραίο; Επειδή εκεί διέμενε και ανατράφηκε. Ώστε παράλειψε μεν να πει: «δεν είμαι από τη Ναζαρέτ, όπως σου ανήγγειλε ο Φίλιππος, αλλά από τη Βηθλεέμ», για να κάνει αμέσως τον λόγο αντικείμενο αμφισβητήσεως και διαφωνίας. Αλλά, εκτός από αυτά, παρέλειψε και για έναν άλλο λόγο να πει αυτό, για τον λόγο, ότι αν και ήταν δυνατόν να γίνει πιστευτός, εντούτοις τούτο δε θα αποτελούσε αρκετή απόδειξη του ότι Αυτός είναι ο Χριστός. Διότι τι εμπόδιζε και χωρίς να είναι Χριστός, να κατάγεται από τη Βηθλεέμ, όπως οι άλλοι που γεννήθηκαν εκεί; Ώστε αυτό μεν το παρέλειψε, εκείνο δε το οποίο μάλιστα μπορούσε να προσθέσει, εκείνο και πρόσθεσε. Διότι έδειξε ότι, κατά τη στιγμή που ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ συνομιλούσαν, Εκείνος ήταν παρών. Μόλις λοιπόν εκείνος Τον ρώτησε: «από πού με γνωρίζεις;», απάντησε: «Προτού να σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά, εγώ σε είδα» [Ιω. 1,49]. Κοίταξε άνθρωπο σταθερό και σοβαρό. Διότι, μόλις είπε ο Χριστός: «Ιδού,ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης», δεν αποχαυνώθηκε απ΄τους επαίνους, δεν έτρεξε πίσω Του αμέσως και ανεπιφύλακτα παρασυρμένος από τον εγκωμιασμό, αλλά επέμενε να ρωτά και να ερευνά ακριβέστερα και ζητούσε να μάθει κάτι απολύτως σαφές.
Αυτός λοιπόν ως άνθρωπος ρωτούσε ακόμη, ο Ιησούς, όμως, ως Θεός απάντησε, καθόσον βεβαίωσε ότι «ανέκαθεν σε γνωρίζω»- και τη σοβαρότητα του χαρακτήρα του Ναθαναήλ και την ειλικρίνεια των διαθέσεών του, τη γνώριζε πάντοτε ως Θεός και όχι ως άνθρωπος ύστερα από προσεκτική παρακολούθηση- και «τώρα σε είδα κάτω από τη συκιά», όταν δεν ήταν κανένας εκεί, αλλά μόνο ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ και όλα αυτά τα είπαν ιδιαιτέρως και χωρίς κανείς να τους ακούσει. Για τον λόγο αυτό ειπώθηκε, ότι «αφού είδε αυτόν από μακριά, είπε: ‘’Ιδού, ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης’’», για να μάθει ο Ναθαναήλ ότι προτού ακόμη πλησιάσει ο Φίλιππος, έλεγε ήδη αυτά ο Χριστός, ώστε να μην καταστεί ύποπτη η μαρτυρία αυτή. Γι’ αυτό προσδιόρισε επακριβώς και τη στιγμή και ανέφερε και τον τόπο και το δέντρο. Διότι, αν έλεγε μονάχα: «Προτού να έλθει ο Φίλιππος κοντά σου, εγώ σε είδα», θα υποπτευόταν τουλάχιστον, ότι Αυτός τον είχε στείλει και ότι τίποτε το σπουδαίο δε λέγει, τώρα όμως με το να αναφέρει και τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν, κατά τη στιγμή κατά την οποία τον φώναζε ο Φίλιππος και το όνομα του δέντρου, κάτω από το οποίο ήταν και με το να προσδιορίσει επακριβώς τη στιγμή της συνομιλίας τους, κατέστησε τη γνώση Του για όσα είχαν προηγηθεί απολύτως ακριβή και αναμφισβήτητη.
Με αυτόν δε τον τρόπο δεν κατέστησε φανερό μονάχα το ότι ήξερε την κατ’ ιδίαν συνομιλία που είχαν πριν λίγο ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, αλλά και με άλλο τρόπο τον δίδαξε, διότι τον έκανε να θυμηθεί αυτά που ειπώθηκαν τότε, όπως το ότι «από τη Ναζαρέτ μπορεί να προέλθει κάποιο καλό;»- εξαιτίας του οποίου και πολύ πιο ευχάριστα τον δέχθηκε- και ότι, παρόλο που αυτός είπε αυτά, δεν τον κατέκρινε, αλλά μίλησε γι’ αυτόν επαινετικά και με θαυμασμό. Γι' αυτό και κατάλαβε καλά κατόπιν τούτου ότι Αυτός που είχε μπροστά του ήταν πράγματι ο Χριστός και το κατάλαβε και από την γνώση Του για όσα είχαν προηγηθεί και από το γεγονός ότι ερεύνησε τη σκέψη του με κάθε ακρίβεια· πράγμα το οποίο αποδείκνυε ότι γνώριζε καλά και τις σκέψεις του.
Αυτό, άλλωστε, έγινε φανερό και από το ότι, ενώ εκείνος νόμισε ότι θα καταφερθεί εναντίον του, εντούτοις ο Χριστός όχι μόνο δεν τον κατηγόρησε, αλλά και τον επαίνεσε. Ότι λοιπόν ο Φίλιππος τον φώναξε, μας το είπε, τι του είπε όμως και τι εκείνος του απάντησε, το παρέλειψε, το άφησε στη συνείδησή του και δε θέλησε να ερευνήσει αυτόν ακόμη περισσότερο.
Τι λοιπόν; Προτού να τον φωνάξει ο Φίλιππος τον είδε μόνο, δεν τον έβλεπε και προηγουμένως με τον ακοίμητο οφθαλμό του; Τον έβλεπε και κανείς δε θα μπορούσε να φέρει καμία αντίρρηση ως προς αυτό, αλλά προείχε να πει οπωσδήποτε αυτό προηγουμένως. Τι λοιπόν έκανε εκείνος; Όταν έλαβε αναμφισβήτητο τεκμήριο της γνώσεως του Κυρίου για όσα είχαν προηγηθεί, τότε ομολόγησε αμέσως τον Χριστό και δι’ αυτού του τρόπου φανέρωσε και την ακρίβεια στην προηγούμενη αναβολή του και την ευγνωμοσύνη με την συγκατάθεσή του μετά από αυτά. Διότι αποκρίθηκε, λέγει, σε Αυτόν και είπε: «αββί, σ ε υἱὸς το Θεο, σ ε βασιλες το σραήλ. (:“Διδάσκαλε, συ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο Βασιλέας του Ισραήλ, τον οποίο, σύμφωνα με τις προφητείες, περιμέναμε”)» [Ιω. 1,50]. Είδες ψυχή, που καταχάρηκε ολόκληρη και τρυφερά αγκάλιασε με τα λόγια τον Ιησού; Εσύ είσαι, λέγει, Εκείνος που αναμέναμε, Εσύ είσαι Εκείνος που αναζητούσαμε. Είδες πόσο εξεπλάγη, θαύμασε, σκίρτησε από χαρά, πήδησε από ευχαρίστηση;
Με τέτοιο τρόπο πρέπει να χαιρόμαστε κι εμείς, οι οποίοι αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε τον Υιό του Θεού. Να χαιρόμαστε δε όχι μόνο εσωτερικά, με την καρδιά μας, αλλά και στα έργα μας να το δείχνουμε αυτό. Ποιο όμως είναι το καθήκον όσων χαίρονται; Να πιστεύουν σε Εκείνον, που έγινε γνωστός. Να πιστεύει όμως κανείς σημαίνει να πράττει εκείνα ακριβώς τα οποία Εκείνος θέλει. Επειδή, εάν πρόκειται να πράττουμε όσα Τον εξοργίζουν, πώς θα φανερώσουμε ότι χαιρόμαστε; Δε βλέπετε ότι και στα σπίτια κάτι τέτοιο περίπου γίνεται, όταν δηλαδή, κανείς υποδέχεται κάποιον από τους πολύ αγαπητούς του φίλους, δε βλέπετε πως κάνει τα πάντα με μεγάλη χαρά, τρέχει παντού και δε λυπάται τίποτε, αλλά αν χρειαστεί είναι έτοιμος να προσφέρει ό,τι έχει, προκειμένου να ευχαριστήσει τον φιλοξενούμενό του; Αν όμως κανείς προσκαλεί στο σπίτι του κάποιον και δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της φιλοξενίας και δεν πράττει αυτά που τον ευχαριστούν, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να πείσει τον φιλοξενούμενό του ότι είναι χαρούμενος που τον έχει κοντά του, έστω κι αν του επαναλαμβάνει διαρκώς αυτό. Και πολύ δικαίως, διότι τη χαρά μας πρέπει να φανερώνουμε με τις πράξεις μας.
Λοιπόν, επειδή και ο Χριστός ήλθε κοντά μας, ας δείξουμε τη χαρά μας και ας μην πράττουμε οτιδήποτε Τον δυσαρεστεί και Τον παροργίζει. Ας καλλωπίσουμε το σπίτι μας, στο οποίο ήλθε, διότι αυτό είναι το καθήκον όσων χαίρονται, όταν πραγματικά χαίρονται. Ας Του παραθέσουμε ό,τι εκλεκτότατο επιθυμεί να φάγει, διότι έτσι θα δείξουμε ότι πράγματι χαιρόμαστε πολύ. Ποιο, όμως, είναι αυτό το εκλεκτότατο γεύμα, το οποίο Εκείνος επιθυμεί να λάβει; Το λέγει ο ίδιος: «μν βρμά στιν να ποι τ θέλημα το πέμψαντός με (:Δική μου τροφή είναι να πράττω πάντοτε το θέλημα Εκείνου, που με απέστειλε στον κόσμο» [Ιω. 4,34]. Ας παραθέσουμε, λοιπόν, γεύμα σε Αυτόν, εφόσον πεινά, ας Του δώσουμε νερό, εφόσον διψά. Δέχεται ακόμη και ένα ποτήρι δροσερό νερό,διότι σε αγαπά. Οτιδήποτε προσφέρεται ως δώρο από αυτούς που αγαπάμε, όσο μικρό κι αν είναι, φαίνεται μεγάλο σε Αυτόν που αγαπά.
Πρόσεξε, λοιπόν, εσύ τούτο μόνο, να μην αδιαφορήσεις. Διότι δεν αρνείται και αν ακόμη προσφέρεις δύο οβολούς, θεωρεί μάλιστα αυτούς μεγάλο πλούτο και τον δέχεται ευχαρίστως. Επειδή δηλαδή Αυτός δεν έχει τίποτα που να Του λείπει, αλλά είναι πλήρως και τελείως αυτάρκης, κατά συνέπεια δέχεται αυτά όχι από ανάγκη, εύλογα υπολογίζει τα πάντα όχι σύμφωνα με το προσφερόμενο ποσό, αλλά σύμφωνα με τη διάθεση αυτού που κάνει την προσφορά και ανάλογα με το μέτρο αυτό της διαθέσεως προσδιορίζει και κρίνει κάθε πράξη μας.
Μόνο δείξε σε Αυτόν που ήλθε την αγάπη σου, δείξε τον ζήλο σου και ότι κάνεις τα πάντα για να Τον ευχαριστήσεις, δείξε τη χαρά σου για τον ερχομό Του. Κοίταξε Αυτός πώς διάκειται απέναντί σου. Ήλθε προς χάριν σου, έδωσε τη ζωή του χάριν της δικής σου σωτηρίας και παρ’όλ’ αυτά και μετά από όλα αυτά δεν παύει να σε παρακαλεί: «πρ Χριστο ον πρεσβεύομεν ς το Θεο παρακαλοντος δι᾿ μν (:εμείς λοιπόν οι Απόστολοι,αντιπροσωπεύοντας τον Χριστό, ενεργούμε ως απεσταλμένοι Του και πρεσβευτές Του· διότι ο Θεός παρακαλεί με το δικό μας στόμα» [Β΄Κορ. 5,20]. Και ποιος είναι τόσο τρελός και ανόητος, θα έλεγε κανείς, ώστε να μην αγαπά τον Κύριό του; Αυτό λέγω και εγώ και γνωρίζω μεν ότι κανείς από μας δε θα αρνηθεί αυτό στα λόγια και στην καρδιά του, αλλά Εκείνος που αγαπάμε θέλει να αποδείξουμε αυτό και με τις πράξεις μας. Διότι είναι ειρωνεία και καθαρή υποκρισία να βεβαιώνουμε με λόγια μόνο ότι αγαπάμε, χωρίς να πράττουμε συγχρόνως το θέλημα Του, όπως αυτοί που πραγματικά αγαπούν και τούτο δε συμβαίνει μόνο με τον Θεό, αλλά και με τους ανθρώπους.
Επειδή λοιπόν το να ομολογούμε πίστη και αγάπη με τους λόγους μόνο, ενώ με τα έργα μας να εναντιωνόμαστε, είναι όχι μόνο ανωφελές, αλλά και επιβλαβές σε μας, παρακαλώ, ας προτιμήσουμε την δια των έργων ομολογία, για να επιτύχουμε και την υπέρ ημών ομολογία Αυτού, κατά την ημέρα εκείνη της Κρίσεως, όταν ενώπιον του Πατρός θα ομολογεί τους αξίους στον Χριστό Ιησού τον Κύριό μας, δια του οποίου και μετά του οποίου στον Πατέρα πρέπει η δόξα και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:
  • http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Joannem.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄,Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 13, σελίδες 292-309.
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 72, σελ. 18-22.
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLT091aXUwVTc5Wkk/view

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.