Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΓΚΡΙΤΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ






ΠΛΕΙΟΝΕΣ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ 

Περί τήν «Διαχρονικὴ Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων
γιὰ τὸ Ὑποχρεωτικὸ τοῦ 15ου Κανόνος
τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου
περὶ Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου
Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν»


π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ


Λάβαμε ἕνα πολυσέλιδο κείμενο-ἐπιστολή, ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ, ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ἔγκριτο ἁγιορείτη μοναχὸ (γνωστὸ ἀπὸ δημοσιεύσεις σὲ θεολογικὸ περιοδικό). Ὁ ἁγιορείτης (τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν δημοσιεύουμε, γιατὶ δὲν μᾶς ἀπάντησε ἂν ἐπιθυμεῖ τὴ γνωστοποίηση τοῦ ὀνόματός του) εἶχε πρὸ μηνῶν ἀποστείλει (σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς διαχειριστὲς τοῦ ἱστολογίου Ρaterikiparadosi) κριτικὴ γιὰ τὸ βιβλίο «Ἡ Διαχρονικὴ Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὸ Ὑποχρεωτικὸ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περὶ Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν», τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ.
Ὁ π. Εὐθύμιος, τὸν ὁποῖο πληροφορήσαμε γιὰ τὴν κριτικὴ τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ, θέλησε νὰ ἀπαντήσει, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς μονομεροῦς κριτικῆς, ποὺ παραποιεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση περὶ τοῦ θέματος. Ἀπὸ αὐτὴν ἀπουσιάζουν ἁγιοπατερικὰ χωρία καὶ γνῶμες τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ ἕνα τόσο μεγάλο καὶ κρίσιμο θέμα γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων αἱρετικῶν ἐξετάζεται μὲ προσωπικὲς γνῶμες. Κι αὐτὸ τὴ στιγμή, ποὺ στὸ βιβλίο παρατίθενται ἑκατοντάδες πατερικὰ κείμενα πρὸς ἐπίρρωση καὶ κατοχύρωση τῶν θέσεων τοῦ συγγραφέα.
Δημοσιεύουμε τμηματικά τὸ κείμενο, γιατὶ ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ συνεχῶς ἐπεκτείνεται, καὶ δὲν φαίνεται καμιὰ σοβαρὴ ἀντίδραση ἐναντίον της. Μάλιστα, οἱ ἁγιορεῖτες ποὺ παραδοσιακὰ ἀποτελοῦσαν τὸν κυματοθραύστη τῶν αἱρέσεων, τώρα ἀδρανοῦν, καὶ δυστυχῶς, μὲ μιὰ τέτοια κριτικὴ (ὅπως τοῦ ἐν λόγῳ ἁγιορείτη) ἀποτρέπουν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, κατηγορώντας μὲ διάφορες αἰτιάσεις καὶ ἐκείνους ποὺ δεχόμενοι πολυμέτωπο πόλεμο, δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀγωνίζονται ἐν συνειδήσει τῆς δικῆς τους ἀδυναμίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.



                                    Α΄  ΜΕΡΟΣ                                                                                                                               1/07/2012


Ἀγαπητέ καί σεβαστέ Πάτερ,  χαῖρε ἐν Κυρίῳ.

Ἄν καί νομίζω πώς δέν γνωριζόμαστε προσωπικά σοῦ ἀποστέλλω τήν παροῦσα ἐπιστολή, ἐπειδή ἔλαβα σέ φωτοαντίγραφο ἀπό τόν ἀδελφό στὸν ὁποῖον ἀπέστειλες τήν ἀπό 29/2/2012 ἐπιστολή σου, ἡ ὁποία ἀπευθύνετο πρός αὐτόν, εἶχε ὅμως ἀντικείμενο τό προσφάτως ἐκδοθέν βιβλίο μου: «Ἡ Διαχρονική Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά τό Ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν».
Ἀπό αὐτό τό φωτοαντίγραφο τῆς ἐπιστολῆς σου διεπίστωσα ὅτι εἶσαι  ὁ ἐπιστολογράφος τῆς χωρίς ἡμερομηνία καί ὄνομα ἐπιστολῆς, τήν ὁποία μοῦ κοινοποίησε σέ παλαιότερη ἀλληλογραφία μας γνωστός μου μοναχός. Εἰς αὐτήν, ἐπειδή προφανῶς ὁ μοναχὸς ἐζήτησε τήν γνώμη καί συνδρομή σου, ἀπαντοῦσες σέ μερικές ἐκκλησιαστικές θέσεις μου, τίς ὁποῖες ἐπαρουσίασα στήν ἀλληλογραφία μου μέ ἐκεῖνον. Ὅταν ἐν συνεχείᾳ ὁ ἴδιος μοναχός μοῦ ἀπέστειλε σέ ἐπιστολή του αὐτό τό ἀνώνυμο κείμενό σου, ἐγώ τοῦ ἐξήγησα ὅτι, προκειμένου νά ἀπαντήσω στίς ἀπόψεις αὐτές πρέπει νά μοῦ δηλωθῆ τό ὄνομα τοῦ ἐπιστολογράφου, τόν παρεκάλεσα δέ νά σοῦ μεταβιβάση τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς μου, πού ἀνεφέρετο στήν ἀνώνυμη δική σου.  Δέν γνωρίζω ἄν τελικά ὁ ἐν λόγῳ μοναχὸς αὐτό τό ἔκανε(...).
Εἶναι ἄξιον ἀπορίας Πάτερ, πῶς ἀποφαίνεσαι γιά σοβαρά ἐκκλησιαστικά θέματα καί γιά προσωπικές, κατά τήν γνώμη σου, πλάνες καί ἐκτροπές ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως κάποιου καί αὐτό τό πράττεις ἀνωνύμως, δηλαδή ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, χωρίς νά ἔχης τήν προσωπική καί δημοσία εὐθύνη τῶν γραφομένων σου(...).
1) Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά ἐπισημάνω καί ἐδῶ (ὅπως καί στήν ἀνώνυμη ἐπιστολή) τήν παντελῆ ἀπουσία, ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων ἤ ἔστω παραπομπῶν, πρός κατοχύρωσι τῶν γραφομένων σου καί πρός στήριξι τῶν ἀπόψεών σου.  Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ὅ,τι γράφεις εἶναι ἕωλο καί μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἀποτέλεσμα καθαρά τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Καί στήν περίπτωσι δέ πού ἐγώ διέστρεψα καί παρερμήνευσα ἁγιογραφικά καί πατερικά χωρία, πάλι ἐσύ ἔπρεπε νά μήν παρουσιάσης δικές σου ἀπόψεις (ἤ τοῦ π. Ἐπιφανίου κλπ.) ἀλλά νά κατοχυρώσης τά γραφόμενά σου μέ ἱερούς Κανόνες καί ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα.
Τοιουτοτρόπως ἀφήνεις νά ἐννοηθῆ ὅτι ἡ ἁγιοπατερική κατοχύρωσι δέν χρειάζεται σήμερα, διότι εὑρισκόμεθα στήν μετα-πατερική, μετα-αγιογραφική καί μετα-κανονική ἐποχή, ἤ ὅτι καί ἐσύ ὑπέρκεισαι τούτων καί δύνασαι αὐθαιρέτως (ὅπως οἱ Οἰκουμενιστές) νά ὁριοθετῆς τήν πίστι, τήν αἵρεσι, τίς πλάνες κλπ. χωρίς νά ἔχης αὐστηρό ὁδηγό τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους, ἀλλά τίς κατ’ ἐσέ εὔλογες καὶ καταφανεῖς καὶ αὐταπόδεικτες θέσεις περὶ ἀποτειχίσεως, καθιστῶντας τὸ ζητούμενο ὡς εὐκόλως ἐννοούμενο ἢ ὡς δεδομένο. Πάντως ὁ,τιδήποτε εἶναι  ἀστήρικτο καί ἀκατοχύρωτο χάνει ἀπό μόνο του τήν ἀξία του.
2) Ἔπειτα ἀπό τήν ἀνωτέρω σοβαρή ἐπισήμανσι θά ἔπρεπε νά μήν ἀπαντήσω στίς θέσεις καί ἀπόψεις σου, περιμένοντας μία ὁλοκληρωμένη καί πατερικῶς τοποθετημένη ἐπιστολή σου, διότι πολλά δυνάμεθα νά λέμε καί νά διδάσκωμε ἀστήρικτα καί ἀμάρτυρα.  Ἐπειδή ὅμως κατά τήν γνώμη μου στά γραφόμενά σου κρύβεται καί μία σκοπιμότητα καί φανερά τοποθέτησι ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί, ἐπί πλέον, προκειμένου νά σοῦ δώσω καί ἄλλα κίνητρα καί ἐρεθίσματα πρός ἔρευνα καί πατερική τοποθέτησι διά τήν κρίσι τῶν γραφομένων μου, ἀναφέρω καί τά ἀκόλουθα.
3) Φαίνεται καθαρά στά γραφόμενά σου (κατά τήν γνώμη μου πάντοτε), μία σύγχυσι καί διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως στό θέμα τοῦ ποῖος εἶναι αἱρετικός. Ἐδῶ νομίζω, ἄν δέν ὑπάρχη καί ἠθελημένη σκοπιμότης, ἀσφαλῶς ὑπάρχει σαφής ἐπηρεασμός ἐκ τῆς οἰκουμενιστικῆς ἰδεολογίας, προκειμένου νά ἀπομονωθοῦν ἀπό τίς ἄλλες κατηγορίες οἱ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίας» κηρύττοντες αἵρεσι καί ἔτσι νά κατοχυρωθῆ τό περίφημον δυνητικόν τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Α΄καί Β΄ Συνόδου, τό ὁποῖον ἐσύ ὑποστηρίζεις. Γράφεις λοιπόν στή σελίδα (5) τῆς ἐπιστολῆς σου:
«Ι. Μεγάλη σύγχυσις καί ἐσφαλμένα συμπεράσματα δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν διακρίσεως μεταξὺ τῶν διαφορετικῶν κατηγοριῶν, τῶν σημαινομένων διὰ τῆς λέξεως “αἱρετικός”. Ὁ π. Εὐθύμιος φαίνεται ὅτι ἐξισώνει ὅλες τὶς κατηγορίες. Ὅμως οἱ Ἱ. Κανόνες καὶ γενικότερα ἡ ποιμαντικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων σαφῶς διακρίνουν. Συγκεκριμένα...».
Και μετά ἀπαριθμεῖς, κατά τό δή λεγόμενο, ἕνα κάρο περιπτώσεις καί ὑποπεριπτώσεις αἱρετικῶν, πολλές μάλιστα ἀπό τίς ὁποῖες ἀναιρεῖς ὁ ἴδιος καί ὡς ἀφομοιωμένες μέ μία ἄλλη κατηγορία.
Ἐδῶ Πάτερ, κάνεις ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα τά ἑξῆς σοβαρά λάθη:
Α) Ταυτίζεις τούς αἱρετικούς πού παραμένουν στήν πλάνη καί αἵρεσί των, μέ αὐτούς πού ἐπιστρέφουν ἐν μετανοίᾳ στήν Ἐκκλησία.  Ὡς ἐκ τούτου τήν ποιμαντική τῶν Πατέρων πρός τούς ἐπιστρέφοντας ἐν μετανοίᾳ τήν ἀναφέρεις καί πρός τούς παραμένοντας ἐν τῇ αἱρέσει, καί ἔτσι δημιουργεῖς τίς κατά φαντασίαν κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τῶν παραμενόντων ἐν τῇ αἱρέσει αἱρετικῶν. Ἡ ποιμαντική ὅμως τῶν Πατέρων καί τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός τούς παραμένοντας ἐν τῇ αἱρέσει εἶναι μία καί ἡ αὐτή παντοῦ καί πάντοτε, δηλαδή ἡ ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσις (ἀποτείχισις) ἀπό κάθε αἱρετικό.
Β) Ξεχωρίζεις τούς καταδικασμένους αἱρετικούς ἀπό αὐτούς πού ἔχουν αἱρετικά φρονήματα καί τά κηρύττουν δημοσίως καί ἐπ’ Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ποιμαντική τῶν Πατέρων εἶναι ὅτι ὅλοι (καταδικασμένοι δηλαδή καί μή) ἀνήκουν στήν ἴδια κατηγορία τῶν αἱρετικῶν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ὀφείλουν νά ἀπομακρυνθοῦν (ἀποτειχισθοῦν) ἐκκλησιαστικά ἀπό αὐτούς. Ἡ μόνη ἴσως διαφορά, τῶν καταδικασθέντων δηλαδή καί μή καταδικασθέντων αἱρετικῶν, εἶναι  τό ὅτι οἱ μή καταδικασθέντες καί φαινομενικά κινούμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, δύνανται ἀνενόχλητοι νά ἀσκοῦν τό ἔργο τοῦ διαβόλου πρός ἄγρα ψυχῶν καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι χειρότεροι, ὑπουλώτεροι  καί ἐπικινδυνώτεροι τῶν ἄλλων.
Ἄν δέ, ἔχουν αὐτοί οἱ αἱρετικοί καί τήν κάλυψι καί προστασία ἀπό τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ ὑπό ἐξέτασι Κανόνος, τήν δαμόκλειον σπάθη τοῦ φόβου τῶν σχισμάτων, τήν ἀπειλή πρός τούς πιστούς τῆς ἐξόδου των διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τήν Ἐκκλησία καί, βεβαίως, τήν σύγχυσι τῶν κατηγοριῶν καί ὑποκατηγοριῶν τῶν αἱρετικῶν τότε, νομίζω πάτερ, δέν θά ἠδύναντο οἱ αἱρετικοί αὐτοί νά εὕρουν καλύτερο ἔδαφος διά νά ἐνσπείρουν τίς αἱρέσεις των εἰς τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, διότι τό ἔδαφος αὐτό τό καλλιεργοῦν καί τό προετοιμάζουν οἱ ἴδιοι οἱ Ὀρθόδοξοι.
Ἄν δέ πάλι, θεωρήσωμε (ὅπως ἐσεῖς πράττετε) ὅτι καί οἱ ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν εἰς αὐτήν τήν στάσι μας (τῆς ἀναμονῆς δηλαδή καί ἀναγνωρίσεως τῶν αἱρετικῶν ποιμένων μέχρι τήν καταδίκη των ἀπό τήν Σύνοδο), τότε παρουσιάζομε καί τούς Κανόνες καί τούς Ἁγίους ὡς συνεργάτες τῶν αἱρετικῶν καί βοηθούς εἰς τήν ἐπέκτασι τῆς αἱρέσεως. Αὐτά βεβαίως ἰσχύουν γενικῶς διά τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καί ὄχι διά κάποιο μικρό χρόνο κατ’ οἰκονομίαν ἀναμονῆς μέχρι βεβαιώσεως καί συνοδικῆς διακηρύξεως τῆς αἱρέσεως ἤ γιά τό ἄν κατ’ οἰκονομία εἶναι ἔγκυρα ἤ ἄκυρα τά ὑπ’ αὐτῶν τελούμενα μυστήρια κλπ.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ Ἅγιοι παντοῦ καί πάντοτε δέν θεωροῦν αἱρετικό τόν καταδικασμένο ἀπό Σύνοδο (διότι αὐτό μπορεῖ νά ἔγινε ἀπό λάθος ἤ πλάνη τῆς Συνόδου, ὅπως συνέβη σέ τόσους Ἁγίους), ἀλλά τόν ἔχοντα αἱρετικό φρόνημα. Ὡς ἐκ τούτου ὅταν ὁμιλοῦν γιά αἱρετικούς ὁμιλοῦν ἀδιακρίτως (γιά καταδικασμένους δηλαδή καί μή) καί φυσικά δέν ἔχουν οὐδεμία ἄλλη ποιμαντική πρός αὐτούς, πλήν τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν πιστῶν σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο.
Θά ἀναφέρω ἐν συνεχείᾳ καί ἀνάλογα χωρία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Πατέρων πρός κατοχύρωσι τῶν ὅσων μέχρι τώρα ἀνέφερα.
Ὁ ἅγ. Νικόδημος κατ’ ἀρχάς ὁ ἁγιορείτης στήν ἑρμηνεία τοῦ πρώτου Κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου ὑποσημειώνει τά ἑξῆς: «Δι’ ὅ καί Γεώργιος ὁ Σχολάριος ἐν τῷ κατά Σιμωνίας, αἱρετικός εἶναι, λέγει, κάθε ἕνας ὁποῦ ἤ κατ’ εὐθείαν, ἤ πλαγίως πλανᾶται περί τι τῶν ἄρθρων τῆς πίστεως. Καί οἱ πολιτικοί νόμοι φασίν·  Αἱρετικός ἐστι, καί τοῖς τῶν αἱρετικῶν ὑπόκειται νόμοις ὁ μικρόν γοῦν τι τῆς ὀρθῆς πίστεως παρεκκλίνων. Καί ὁ Ταράσιος ἐν τῇ α΄. πράξει τῆς ζ΄. Συνόδου λέγει. Τό ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς, εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται. Καί ὁ Φώτιος, γράφων πρός τόν Ρώμης Νικόλαον· καί γάρ ἐστιν ὄντως τά κοινά πᾶσιν ἅπαντα φυλάττειν ἐπάναγκες, καί πρό γε τῶν ἄλλων τά περί πίστεως. Ἔνθα καί τό παρεκκλῖναι μικρόν, ἁμαρτεῖν ἐστιν ἁμαρτίαν τήν πρός θάνατον».
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης εἰς τήν ἑρμηνεία τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλος φησίν, πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπών, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφής, τότε εἶπε πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρός ἦ καί μή πειθώμεθα; πονηρός πῶς λέγεις; εἰ μέν περί πίστεως φεῦγε καί  παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ἦ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών. Εἰ δέ βίου ἕνεκεν, μή περιεργάζου (P.G. 63, 231).
Ἐπίσης στήν ἑρμηνεία τῆς πρός Γαλάτας ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος γράφει τά ἑξῆς: «Καθάπερ γάρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρόν τοῦ χαρακτῆρος περι­κόψας, ὅλον τό νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο οὕτω καί ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται, ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς. Ποῦ τοίνυν εἰσίν  οἱ φιλονικίας ἡμᾶς κρίνοντες ἕνεκεν τῆς πρός τούς αἱρετικούς διαστάσεως;  Ποῦ νῦν εἰσιν οἱ λέγοντες οὐδέν μέσον εἶναι ἡμῶν κἀκείνων, ἀλλ’ ἀπό φιλαρχίας τήν διαφοράν γίνεσθαι; Ἀκουέτωσαν τι φησίν ὁ Παῦλος, ὅτι τό Εὐαγγέλιον ἀνέτρεψαν οἱ καί μικρόν τι καινοτομοῦντες» (P.G. 61, 622, (ΕΠΕ 20, 194).
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπίσης  στήν πρός Σεραπίωνα ἐπιστολή του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἴδωμεν δέ ὅμως καί πρός τούτοις καί αὐτήν τήν ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥν ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν, καί οἱ πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτῃ γάρ ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται, καί ὁ ταύτης ἐκπίπτων οὔτ' ἄν εἴη, οὔτ' ἄν ἔτι λέγοιτο Χριστιανός» (ΒΕΠΕΣ 33, 116).
Ὁ Μ. Φώτιος τέλος, γιά νά μή γίνω κουραστικός στήν παράθεσι πολλῶν πατερικῶν χωρίων, ἀναφέρει τά ἑξῆς σημαντικά καί καταλυτικά κάθε προσπάθειας στηρίξεως τῆς λεγομένης δυνητικῆς θεωρίας τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους.
»Ὀρθόδοξός ἐστιν ὁ ποιμήν, εὐσεβείᾳ ἐσφράγισται, οὐδέν τῆς αἱρετικῆς φατρίας ἐπισύρεται; Ὑποτάγηθι αὐτῷ, ὡς εἰς τύπον προκαθεζομένῳ Χριστοῦ· οὐκ ἐκείνῳ φέρεις τήν τιμήν, ἄν ἐξ ὅλης φέρῃς ταύτην τῆς ψυχῆς· Χριστός ταύτην ὑποδέχεται· μή περιεργάζου τά ἄλλα· Θεός ἐστιν ὁ τούτων ἐξεταστής· ἐκείνῳ τήν κρίσιν κατάλιπε, σύ δέ τήν ὑπακοήν, κατά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, καί καθαράν αὐτῷ τήν διάθεσιν ἐπεδείκνυσο» (ΕΠΕ 12, 400).
Πρέπει νά σημειώσωμε Πάτερ, ὅτι ἡ διδασκαλία αὐτή τῶν Ἁγίων εἶναι ἀπολύτως ἐνηρμονισμένη μέ τήν ἁγ. Γραφή καί εἰδικά μέ τά χωρία Γαλ. 1, 8, Τιτ. 3, 10 καί Β΄ Ἰωάνν. 10.
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας πάντοτε ἀσχολοῦνται μέ τό φρόνημα κάποιου, προκειμένου νά ἔχωμε μαζί του ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστική κοινωνία. Τό ἴδιο ἀκριβῶς καί μάλιστα μέ μεγαλύτερη ἔμφασι καί ἀκρίβεια δηλώνει καί ὁ 33ος Ἀποστολικός κανών, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Μηδένα τῶν ξένων Ἐπισκόπων, ἤ Πρεσβυτέρων, ἤ Διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι.  Καί ἐπιφερομένων δέ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν: καί εἰ μέν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν, εἰ δε μήγε, τά πρός χρείαν αὐτοῖς ἐπιχωρηγήσαντες εἰς κοινωνίαν αὐτούς μή προσδέξησθε. Πολλά γάρ κατά συναρπαγήν γίνεται».
Εἰς τόν κανόνα αὐτόν ὑπάρχει πάτερ, καί τό ἑξῆς θαυμαστόν.  Ἐνῶ οἱ κληρικοί αὐτοί ἔχουν συστατικές ἐπιστολές ἀπό τήν ἐπαρχία των, οἱ ὁποῖες διαβεβαιοῦν διά τήν καθαρότητα τῆς πίστεώς των, ὁ Κανόνας ἀπαιτεῖ καί προσωπική ἀνάκρισι καί μόνον ἐάν μετά ἀπό αὐτήν εὑρεθοῦν Ὀρθόδοξοι κατά πάντα, ἐπιτρέπει τήν οἱαδήποτε ἐκκλησιαστική κοινωνία. Καί ἐσύ τώρα,  τόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δημοσίως καί κραυγαλέως κηρύσσει αἵρεσι, διδάσκεις ὅτι δυνάμεθα νά τόν ἀνεχώμεθα, νά τόν ἀναγνωρίζωμε, νά τόν μνημονεύωμε καί γενικῶς νά τόν θεωροῦμε ἀρχηγόν τῆς παρατάξεως Κυρίου καί μάλιστα εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, μέχρι τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου! Τί ἄλλο θά ἠδύνατο αὐτός ὁ αἱρετικός νά ζητήση ἀπό τό ποίμνιό του, προκειμένου νά κάνη ἀνενόχλητα τό ἔργο του;
Ἄν πάλι ἐπιμένης εἰς τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Α΄ καί Β΄ Συνόδου, τότε πρέπει πάτερ, νά προσκομίσης ἀνάλογα ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα, καθώς καί ἄλλους ἱερούς Κανόνες, τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν εἰς αὐτήν τήν θεωρία. Ἄν αὐτό δέν τό πράξης, τότε νομίζω ὅτι εἴτε ἠθελημένα εἴτε ἀθέλητα εἶσαι στρατευμένος εἰς τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί μάλιστα ὄχι μόνον ἐσύ συμμετέχεις εἰς αὐτήν, ἀλλά παρασύρεις καί ἄλλους διδάσκοντας ἀκροβατικές ἑρμηνεῖες καί ἀπομονώνοντας ἕνα Κανόνα ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τήν ὅλη διδασκαλία καί Παράδοσι τῶν Πατέρων.
Ὁ ἐπηρεασμός μας ἀπό σεβαστά, κατά τά ἄλλα, πρόσωπα καί εὐσεβοφανεῖς ἰδέες, μᾶς ὑποκλέπτουν καί ὁδηγοῦν πολλάκις στήν υἱοθέτησι μὴ παραδοσιακῶν θέσεων, γι’ αὐτό νομίζω πώς τό μόνο ἀλάνθαστο καὶ ὀρθόδοξο κριτήριο εἶναι ἡ προσφυγή μας στήν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων (ἡ παράθεσι τῶν κειμένων τους μαζί μὲ τήν δική μας τοποθέτησι, ὥστε νά ὑπάρχει ἡ δυνατότητα συγκρίσεως) καὶ ἐν προκειμένῳ μάλιστα ἡ προσφυγή μας σέ αὐτούς πού συνέταξαν τόν ὑπό ἐξέτασιν ἱερό Κανόνα.
Ἄν ἐργαζόσουν ἔτσι, θά μποροῦσες ἐπί πλέον νά ἀνακαλύψης ἄν ὑπάρχη δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας εἰς τόν ἐν λόγῳ  Κανόνα ἀπό τόν ἴδιο τόν Μ. Φώτιο, ὁ ὁποῖος προήδρευσε τῆς Συνόδου πού τόν ἐξέδωσε. Διότι στό κείμενο τοῦ ἁγίου πού ἀνωτέρω σοῦ παρέθεσα (ὑπάρχει καί στό ἐκδοθέν βιβλίο μου) σαφῶς ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά ποιμένα μή καταδικασθέντα ἀπό Σύνοδο. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, εἶναι αἱρετικός κατά τό φρόνημα πρέπει νά συμπεριφερθῆς πρός αὐτόν, ὅπως θά συμπεριφερόσουν στόν λύκο καί στό δηλητηριῶδες φίδι. Ἄν δύνασαι τόν λύκο νά τόν ἔχης πάνω ἀπό τό κεφάλι σου (καί αὐτός νά σέ ἔχη μέσα στό στόμα του), τότε μόνο δύνασαι νά ἑρμηνεύσης δυνητικά τόν ἐν λόγῳ κανόνα.
Καί στήν περιγραφή πάλι τοῦ ὀρθοδόξου ποιμένος τήν ὁποία θαυμάσια παρουσιάζει ὁ ἅγιος, πρέπει ὁ κάθε πιστός νά βεβαιωθῆ ὅτι «οὐδέν τῆς αἱρετικῆς φατρίας ἐπισύρεται», προκειμένου νά ὑποταχθῆ εἰς αὐτόν. Δηλαδή δέν πρέπει ὁ ποιμένας ὄχι νά εἶναι ἐντεταγμένος εἰς αὐτούς, ἀλλά οὔτε νά παρασύρεται εἰς τό ἐλάχιστο ἀπό αὐτούς, κατά τό φρόνημα, ὥστε ἡ πίστις του νά εἶναι ἐσφραγισμένη μέ τήν εὐσέβεια.
Καταλαβαίνεις Πάτερ, ὅτι  οἱ Πατέρες καί ἡ ἁγ. Γραφή ὅταν ὁμιλοῦσαν γιά τή στάσι μας ἀπέναντι στούς αἱρετικούς, δέν ἐννοοῦσαν μόνο τούς ἤδη καταδικασμένους αἱρετικούς, ἀλλὰ ὅλους τούς μελλοντικούς αἱρετικούς, ἀφοῦ δὲν ἦταν δυνατόν νά καταγράψουν κάθε αἵρεσι ἐκ τῶν προτέρων· ἄν ἦταν ἐκ τῶν προτέρων δυνατή κάθε καταγραφή τῆς αἱρέσεως, δέν θά ἐχρειάζετο αὐτή ἡ ἐξονυχιστική ἔρευνα ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, διότι αὐτό θά τό εἶχε πράξει ἡ Σύνοδος. Ἄν πάλι οἱ Πατέρες ἐχώριζαν σέ κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τούς αἱρετικούς θά ἔπρεπε, τουλάχιστον κάθε φορά πού ὁμιλοῦσαν δι’ αὐτούς, νά μᾶς προσδιορίζουν γιά ποία κατηγορία αἱρετικῶν ὁμιλοῦν, ὥστε καί ἐμεῖς νά μήν πλανηθοῦμε. Ὅλοι ὅμως οἱ Ἅγιοι διδάσκουν νά ἐξετάζουμε τό φρόνημα κάποιου, προκειμένου νά ἔχουμε μαζί του οἱαδήποτε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία.  Κατ’ αὐτήν μόνο τήν ἔννοια καί ὁ ὑπό ἐξέτασι ἱερός Κανών εἶναι ἀπόλυτα ἐναρμονισμένος μέ ὅλη τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Μέ τήν δυνητική ὅμως ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ΄ Κανόνα, τόν παρουσιάζομε νά διαφωνῆ δριμύτατα, νά  ἔρχεται σέ ὀξύτατη ἀντίθεσι καί νά ἀντιστρατεύεται καί στήν ἁγ. Γραφή καί στούς Ἁγίους καί στούς ἄλλους ἱερούς Κανόνες. Δηλαδή τόν παρουσιάζομε νά προστατεύη τήν αἵρεσι καί τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο καί ὡς ἐκ τούτου ὡς περιέχοντα ἀντίφασι, ἀφοῦ τήν μιά συνιστᾶ τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο (τόν ὁποῖον μάλιστα χαρακτηρίζει ψευδεπίσκοπο) καὶ τήν ἄλλη ἐπιτρέπει τήν ὑπακοή καί ἐπικοινωνία μέ αὐτόν τόν λύκο-ψευδεπίσκοπο, ὄχι μόνο ὡς νά μήν εἶναι ψευδεπίσκοπος καί ψευδοδιδάσκαλος, ἀλλά νά εἶναι καί εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ.
Ἐπί πλέον δέ διά τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας διχάζουμε καί τούς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή ἄλλοι δύνανται νά ἀποτειχισθοῦν (προφανῶς οἱ πιό εὐαίσθητοι καί λεπτεπίλεπτοι κατά τήν συνείδησι) καί ἄλλοι νά ἀναμένουν ἡσύχως τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Πάντως ἄν ἐσύ Πάτερ, μπορῆς νά προσαρμόσης καί νά ταιριάξης τήν δυνητική θεωρία τοῦ Κανόνος μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἴμεθα ἕτοιμοι νά σέ ἀκούσωμε. Μάλιστα, ἐκ λόγων στοιχειώδους συνεπείας καὶ ἀγάπης πρός ἐμᾶς, πού θεωρεῖς ὅτι ἔχουμε καταπέσει στό βάραθρο τῆς αἱρέσεως, ὀφείλεις νά τό πράξης, ἐφ’ ὅσον εἶσαι ὑπέρμαχος τῆς θεωρίας αὐτῆς καί ἀφοῦ κατέχεις (γιά νά εἶσαι τόσο σίγουρος γιά αὐτήν) πλεῖστα ὅσα καθοριστικά καί  σημαίνοντα πατερικά κείμενα, πού ἀδιαμφισβήτητα καταδεικνύουν τήν ὀρθότητά της.
Ὅσον ἀφορᾶ δέ στόν μικρό χρόνο τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἀναμονῆς καί μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, αὐτό τό καθορίζει ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί οὐδεμία σχέσι ἔχει μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, διότι ὁ ἅγιος ἀναφέρεται σέ συνοδική διακήρυξι τῆς αἱρέσεως καί ὄχι σέ συνοδική καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου.
Λέγει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς ἀναφερόμενος μάλιστα εἰς τήν μοιχειανική αἵρεσι: «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν Ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. Εἰ δέ λέγῃ ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ' ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι· ἐκεῖνο γινωσκέτω· ὅτι οὔπω σύνοδος ἦν, οὐδέ ἐκφωνητόν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα (σημ.: ἐδῶ ἐννοεῖται ὅτι ὁ ἅγιος ἐμνημόνευε ἐφ’ὅσον δέν εἶχε κηρυχθῆ συνοδικῶς ἡ μοιχειανική αἵρεσις). Καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως, ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. Ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσι ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις, μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων, ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ» (Φατ. 39, 113, 51· P.G. 99, 1048 D).
Ἐσύ τώρα Πάτερ, πρέπει νά διαπιστώσης βάσει τῶν Ἁγίων, ἄν ὁ Πατριάρχης καί οἱ προκάτοχοί του, πού ἐπί δεκαετίες διδάσκουν καί ἐμπεδώνουν στίς συνειδήσεις τοῦ ἀποίμαντου λαοῦ τήν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εὑρίσκονται στόν χῶρο τῆς μικρῆς χρονικά οἰκονομίας· διότι ἐδῶ ἔχομε συνοδικές ἀποφάσεις γιά τήν προσχώρησι στό Π.Σ.Ε., γιά τήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, γιά τίς συμπροσευχές, γιά τήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν χωρίς αὐτοί νά προσέλθουν στήν Ὀρθοδοξία ἐν μετανοίᾳ κλπ. Δηλαδή ὑπάρχει φανερά καί πασίδηλος ἀλλαγή καί διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλαγή τοῦ Εὐαγγελίου (τό Εὐαγγέλιο τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι ἄλλο, ἐφ’ ὅσον ἀλλοιώνει ἤ καταργεῖ συνοδικῶς μάλιστα κάποιες ἐντολές του), κατάργησις τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀναγνώρισις τῶν αἱρετικῶν ὡς Ἐκκλησίες κλπ. Ἀκόμη, βεβαίως, καί μέ βάσι τίς κατηγορίες καί ὑποκατηγορίες τῶν αἱρετικῶν πού ἐσχημάτισες, πρέπει νά διακοπῆ πάραυτα ἡ μνημόνευσις τοῦ Πατριάρχου, ἐφ’ ὅσον προσχώρησε στό Π.Σ.Ε. καί ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει τούς αἱρετικούς ὡς Ἐκκλησίες, τά μυστήριά των ὡς ἔγκυρα, χωρίς νά μετανοήση αὐτός πού τά ἐδέχθη κλπ.
4) Θά ἔλθω στή συνέχεια στά ἴδια τά γραφόμενά σου καί ὄχι βεβαίως σέ ὅλα, διότι θά ἐμακρύνετο ὁ λόγος, ἀλλά στά κυριότερα.  Γράφεις στή σελ. 2 παρ. 1:
«Διά νά μήν γίνη, ὅμως, κατάχρησις  αὐτῆς τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τινων ἐπισκόπων, πασχόντων περὶ τὴν πίστιν, πρὸς ἐπιβολὴν τῶν αἱρετικῶν των ἀπόψεων, ὁ Ἱ. Κανὼν στὸ τέλος ἐξαιρεῖ τῆς κανονικῆς ἐπιτιμήσεως, ποὺ ἐπιβάλλει στοὺς λοιποὺς ἀποτειχιζομένους, ἐκείνους ποὺ ἀποτειχίζονται ἀπὸ ἐπίσκοπον κηρύσσοντα κατεγνωσμένην αἵρεσιν δημοσίως, καὶ διδάσκοντα αὐτὴν ἐπ’ ἐκκλησίας “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ”. Κατὰ συνέπειαν, ὁ μὲν Κανὼν ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνητικός, ἀλλ’ ὑποχρεωτικός. Ἡ ἐξαίρεσίς του, ὅμως, εἶναι σαφέστατα δυνητική· ἐπιτρέπει (δὲν ἐπιβάλλει) τὴν ἀποτείχισιν, καὶ πρὸ τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ Ἐπισκόπου».
Ἐδῶ, στίς ἀμάρτυρες θεωρίες σου, κάνεις κάποιους συλλογισμούς προσπαθώντας νά φθάσης στό δυνητικό τοῦ Κανόνος καί ἀναφέρεις, ὑπογραμμισμένα, μάλιστα, ὅτι ὁ κανών ἐξαιρεῖ τῆς κανονικῆς ἐπιτιμήσεως τόν ἀποτειχιζόμενο ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο. Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, παρουσιάζεις ὅτι ὁ Ἱ. Κανών ἐξαιρεῖ, κάνει οὕτως εἰπεῖν χάρι στόν ἀποτειχιζόμενο, καί ὅτι δέν τιμωρεῖ κι αὐτόν κατά παραχώρησι, χαριζόμενος στήν “εὐαίσθητη” ἤ περιδεῆ συνείδησί του, ἤ τήν ἀδιακρισία του, ἤ τή δυσκολία πού ἔχει νά ἀκολουθήσει “ἐν ὑπακοῇ” καί αὐτός τήν πορεία τῶν πολλῶν πού δείχνουν ἀνοχή καί ἀναγνωρίζουν “κατ’ οἰκονομία” τάχα τόν ψευδεπίσκοπο! Πῶς ὅμως πάτερ, ὁ Κανόνας ἐξαιρεῖ καί συγχρόνως ἐπαινεῖ καί τιμᾶ αὐτούς πού ἐξαιρεῖ; Πῶς ἐξαιρεῖ κάποιους καί τελικά αὐτοί (οἱ ἐλαττωματικοί), πού ἐξαιροῦνται τῆς ἐπιτιμήσεως, σώζουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα;
Στήν ἐξαίρεσι κάποιων ἀπό ἕνα Κανόνα, θά ἦταν ἀρκετή ἡ ἀποφυγή τῆς τιμωρίας, ἄν δικαιολογημένα ἐξηρέθησαν. Γιά παράδειγμα, λέγομε ὅτι ὅλοι πρέπει νά νηστεύουν σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαιροῦνται ὅμως οἱ ἀσθενεῖς κλπ., ἤ λέγομε ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοί πρέπει νά ἐκκλησιάζωνται τήν Κυριακή, ἐξαιροῦνται ὅμως οἱ ἀσθενεῖς, οἱ κατ’ ἀνάγκη ἐργαζόμενοι κλπ.  Εἶναι ποτέ δυνατόν, αὐτοί πού ἐξαιροῦνται (λόγῳ κάποιας ἀδυναμίας) συγχρόνως καί νά ἐπαινοῦνται καί μάλιστα νά γίνωνται αἴτιοι τῆς ἀποφυγῆς τῶν σχισμάτων; Καί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γιατί νά μήν θέλωμε ὅλοι νά εἴμεθα σέ μία τέτοια εὐλογημένη ἐξαίρεσι, ἡ ὁποία ἐκτός τῶν ἄλλων σώζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα; Μήπως, ὅπως ἀναφέρεις ἐν συνεχείᾳ, αὐτό θέλει κάποιον εἰδικό φωτισμό, τήν στιγμή πού μᾶς τό ὑποδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ κανόνας;
Καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τό νά μήν ἀποτειχισθοῦμε, ἀλλά νά ἀκολουθοῦμε ἐνσωματωμένοι μέ τόν αἱρετικό  Ἐπίσκοπο, νά τόν μνημονεύωμε κλπ. δέν χρειάζεται κανένα φωτισμό; Μόνο ἡ ἀποτείχισις ἡ ὁποία ἐπαινεῖται καί λυτρώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα καί ὑποδεικνύεται ἀπό τόν κανόνα χρειάζεται φωτισμό; Πῶς νά δεχθοῦμε αὐτές τίς ἀκροβατικές (ἄν ὄχι σκόπιμες) θεωρίες;
Καί γιατί δέν ἐπροχώρησες κατωτέρω εἰς τόν Κανόνα νά μᾶς ἑρμηνεύσης τό γιατί τόν ὀνομάζει αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο; Τόν ὀνομάζει ἔτσι ἐπειδή  ἔχει αἱρετικά φρονήματα ἤ ἐπειδή θά καταδικασθῆ κάποτε, ἴσως, ἀπό τήν Σύνοδο, ἤ γιά κάποιον ἄλλο λόγο, ὁ ὁποῖος δέν περνᾶ ἀπό τόν ἀφώτιστο ἰδικό μας νοῦ; Διότι ἐν τελικῇ ἀναλύσει καί ὡς ἐξαίρεσις, μέ τήν ἔννοια πού θέλεις, νά ἐκληφθῆ ἡ ἀποτείχισις, νομίζω ὅτι χρειάζεται εἰδικός φωτισμός ὄχι γιά νά κάνης αὐτό πού ἐπαινεῖται καί λυτρώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα, ἀλλά νά κάνης αὐτό πού ὄχι μόνο δέν ἐπαινεῖται ἀπό τόν Κανόνα, ἀλλά καί ἐμποδίζει τήν Ἐκκλησία νά λυτρωθῆ ἀπό τά σχίσματα.
Θά πρέπει ἐπίσης νά μᾶς διασαφήσεις, πάτερ, τό ἄν αὐτοί πού ἀποτειχίζονται ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο εἶναι ἐντός ἤ ἐκτός Ἐκκλησίας. Διότι προφανῶς, ἄν ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας διά τῆς ἀποτειχίσεως, ὄχι μόνον δέν θά ἐπαινοῦντο ἀπό τόν Κανόνα, ἀλλά καί θά ἐπροκάλουν οἱ ἴδιοι σχίσμα στήν Ἐκκλησία, πρᾶγμα πού καί ὁ κανόνας τό διασαφηνίζει καί ἐσύ μέ τά γραφόμενά σου τό δέχεσαι. Ἄν ὅμως αὐτοί πού ἀποτειχίζονται, ἐπαινοῦνται ἀπό τόν κανόνα, καί λυτρώνουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα, καί ἀσφαλῶς εἶναι ἐντός Ἐκκλησίας, τότε τί εἶναι οἱ ὑπόλοιποι πού ἀκολουθοῦν ἐν γνώσει τόν ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο; Μήπως εἶναι καί οἱ μέν καί οἱ δέ ἐντός Ἐκκλησίας, κατ’ οἰκονομίαν ἴσως; μήπως δέν μᾶς τά ξεκαθάρισαν τά πράγματα οἱ Πατέρες, ἤ μήπως, εἴτε κάνεις αὐτό πού ἐπαινεῖται, εἴτε κάνεις αὐτό πού δέν ἐπαινεῖται εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ὁπότε ὅλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν στόν ἴδιο σκοπό; Ὅλα αὐτά ἐξήγησέ μας τα διότι ὁ ἰδικός μας νοῦς ἀδυνατεῖ νά τά κατανοήση.
Ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ γράφεις:
«Συγχρόνως ἐπαινεῖ τοὺς ἀποτειχιζομένους διὰ τὴν ὀρθόδοξον εὐαισθησίαν τους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συμβολήν τους (προκαλώντας μὲ τὴν στάσιν τους τὴν συνοδικὴν διευθέτησιν τοῦ προβλήματος), ὥστε νὰ ρυσθῇ σχισμάτων καὶ μερισμῶν ἡ Ἐκκλησία, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπταν, ἐὰν ἀφήνετο ἐλεύθερος ὁ ἐπίσκοπος νὰ ἐπεκτείνῃ καί ἑδραιώσῃ τήν αἵρεσί του».
Ἀπό ὅ,τι ἀντιλαμβάνομαι ἀπό τά γραφόμενά σου καί ἄν φυσικά, πάτερ, σέ ἑρμηνεύω σωστά, ἡ ὀρθόδοξος εὐαισθησία εἶναι καλό νά ὑπάρχη στούς Χριστιανούς καί στούς μοναχούς. Αὐτή ὅμως ὁδηγεῖ στήν ἀποτείχισι, γιά τήν ὁποία ἀνωτέρω ἀνέφερες ὅτι εἶναι μία ἐξαίρεσις τοῦ Κανόνος καί ἁπλῶς (κατά συγκατάβασι) ἐπιτρέπεται καί δέν ἐπιτιμᾶται.  Τώρα γράφεις ὅτι καί ἐπαινεῖται. Μά, πάτερ, κάτι πού ἐπαινεῖται καί βοηθᾶ τόσο τήν Ἐκκλησία θά πρέπει νά μήν ἀποτελῆ ἐξαίρεσι (ἐκλαμβανόμενο ὡς κατά συγκατάβασι ἀγαθό), ἀλλά ἀγαθή πράξη καί ἄρα νά εἶναι ἀντικείμενο προσπαθείας καί δι’ ἐκείνους πού δέν τό ἔχουν κατορθώσει.
Οἱ Ἅγιοι γιά παράδειγμα, ἐπαινοῦνται γιά τούς ἀγῶνες των, τήν ἁγιότητά των κλπ. καί συγχρόνως εἶναι πρότυπα πρός μίμησι καί ὁδηγοί τῶν Χριστιανῶν («Ἅγιοι γίνεσθαι...»). Δέν εἶναι ἐξαιρέσεις, πού ἐπιτρέπεται κάποιος εἰδικῆς κατηγορίας εὐαίσθητος ἄνθρωπος νά τίς ἔχη, ἤ νά τίς μιμῆται δυνητικά. Πάντως αὐτές τίς τρεῖς λέξεις τίς ὁποῖες μάλιστα ἔχεις ὑπογραμμίσει (ἐξαιρεῖ, ἐπιτρέπει καί ἐπαινεῖ) δέν μπορεῖς ἀπό ὅ,τι φαίνεται νά τίς ταιριάξης καί νά τίς φέρης σέ μία ὁμαλή συνάφεια, διότι τό ἐμπόδιο εἶναι προφανῶς ἡ ἴδια ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Αὐτό πάλι πού ἀναφέρεις, ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι προκάλεσαν τήν συνοδική διευθέτησι τοῦ προβλήματος, ἐννοεῖς μήπως ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχαν αὐτοί, δέν θά διευθετεῖτο τό πρόβλημα τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου; Μά ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε καταλαβαίνει κανείς γιατί δέν διευθετεῖται σήμερα τό πρόβλημα τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου, τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τό πρόβλημα τοῦ συναγελασμοῦ σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς, τῆς ἀναγνωρίσεώς των ὡς Ἐκκλησίες κλπ. Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια αὐτή ἡ γραμμή τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη γραμμὴ ποὺ βοηθᾶ στήν καταστολή τῆς αἱρέσεως καί δέν χρειάζεται κάποιος εἰδικός φωτισμός γιά νά τήν κατανοήσωμε, ἀλλά θεία δύναμις καί ἀγαθή προαίρεσις γιά νά τήν ἀκολουθήσωμε.
Στό ἴδιο σημεῖο πάλι ἀναφέρεις ὅτι, τά σχίσματα ἀπό τά ὁποῖα ἐρρύσθη ἡ Ἐκκλησία, θά προέκυπτον ἄν ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ἀφήνετο ἐλεύθερος νά συνεχίση τό ἔργο του. Δηλαδή ἐννοεῖς ὅτι θά εἴχαμε καί ἄλλες ἀποτειχίσεις, καί ἄρα σχίσματα, ἤ ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι θά ἔκαναν Συνόδους καί παρατάξεις κατά τόν τύπο τῶν Παλαιοημερολογιτῶν; Προφανῶς (ἄν αὐτὰ ἐννοεῖς) δέν ἑρμηνεύεις σωστά τόν Κανόνα, διότι ὁ ἐν λόγῳ κανών ἐπαινεῖ τούς ἀποτειχισμένους καί δέν τούς θεωρεῖ ὅτι κάνουν σχίσμα.  Οὔτε  πάλι ὑπονοεῖ (ὅπως σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς σου ἀναφέρεις) τά Στουδιτικά σχίσματα, διότι αὐτά δέν ἔγιναν γιά θέματα πίστεως, ἀλλά γιά ἄλλα ἐκκλησιαστικά καί πνευματικά θέματα ἐπί ἁγ. Μεθοδίου. Οὔτε τότε εἴχαμε ἀποτειχίσεις τοῦ τύπου τῶν σημερινῶν Παλαιοημερολογιτῶν.
Ποῖα λοιπόν σχίσματα θά προέκυπταν ἄν ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος ἀφήνετο ἐλεύθερος νά συνεχίση τό ἔργο του; Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐννοήσωμε δύο τινά. Ἤ ὅτι ἐσύ, σύμφωνα μέ τά γραφόμενά σου, ἐννοεῖς σχίσμα τήν ἀποτείχισι, ἤ ὅτι ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ Κανόνος εἶναι ἄλλη καί ἄν ἀφήνετο ἐλεύθερος ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος νά συνεχίση τό ἔργο του, ὅλο τό ποίμνιό του ἤ τό περισσότερο (μέ ἐξαίρεσι τούς ἀποτειχισμένους) θά ἐγίνετο βορά καί ἄγρα ἰδική του σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους καί εἰδικά τόν Μ. Φώτιο, πού τόν ὀνομάζει λύκο καί δηλητηριῶδες φίδι.
Θέλω ἐν κατακλεῖδι εἰς τό σημεῖο αὐτό πάτερ, νά σέ ἐρωτήσω τό ἑξῆς. Γιατί δίδεις τόση μεγάλη σημασία στό σχίσμα καί αὐτό προβάλλεις ὡς δικαιολογία σέ πολλά σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς σου διά τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἐνῶ γιά τήν αἵρεσι, ἡ ὁποία κατά τούς Πατέρας σέ χωρίζει ἀπ’ εὐθείας ἀπό τόν Θεό, δέν ἀναφέρεις τίποτε;
Μήπως θεωρεῖς ὅτι τό σχίσμα εἶναι μεγαλύτερο κακό ἀπό τήν αἵρεσι, ὁπότε πανικοβάλλεσαι καί μόνο στό ἄκουσμά του; Μήπως ἐπίσης θεωρεῖς ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, κάθε ἀποτείχισις εἶναι σχίσμα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἑκουσία ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία; Μήπως θεωρεῖς τήν Ἐκκλησία Ἐπισκοποκεντρική, ὁπότε τήν ταυτίζεις μέ τίς ἰδέες, τίς «λόξες» καί τίς αἱρέσεις τοῦ Ἐπισκόπου; Ἤ μήπως τελικά δέν ἔχεις καταλάβει τί θά πεῖ σχίσμα (ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα), ὁπότε πρέπει νά ἀνατρέξης στό Πηδάλιο καί εἰδικά στόν πρῶτο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου γιά νά διδαχθῆς ἀπό ἐκεῖ ὅτι τά σχίσματα δημιουργοῦνται καί προκαλοῦνται ὄχι γιά θέματα πίστεως, ἀλλά γιά ἄλλα διοικητικά καί πνευματικά ἰάσιμα ζητήματα;
Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ὑπάρχει αἵρεσις πρέπει νά ξεχάσης τήν λέξι σχίσμα καί νά ἐνθυμῆσαι διαρκῶς τήν λέξι ἀποτείχισι καί ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ Πατέρες γιά τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς. (Ἡ κακή πορεία τῆς ἀποτειχίσεως, εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις).  Ὅταν θεραπευθῆ τό κακό τῆς αἱρέσεως καί οἱ ἀποτειχισμένοι ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἀποκομμένοι ἐκκλησιαστικά ἀπό τούς ὄντως Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, τότε καί μόνο τότε πρέπει νά ἐνθυμηθῆς τήν λέξι αὐτή καί νά ἀναφέρεσαι διαρκῶς εἰς αὐτό. Διότι κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δίδεις τήν ἐντύπωσι ὅτι δέν θεωρεῖς τόν Οἰκουμενισμό ὡς αἵρεσι ἀλλά ἕνα ἀπό τά ὑπόλοιπα ἰάσιμα ζητήματα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Βασίλειο, διά τά ὁποῖα οἱ ἀποτειχισμένοι δημιουργοῦν σχίσμα.
Αὐτό ἄλλωστε τό ἐπισημαίνει καί ὁ 13ος (ΙΓ΄) κανόνας τῆς ἰδίας Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπί ἁγ. Φωτίου.  Ἀναφέρει εἰς τήν ἀρχή τά ἑξῆς: «Τὰς τῶν αἱρετικῶν ζιζανίων ἐπισπορὰς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ ὁ παμπόνηρος καταβαλών καὶ ταύτας ὁρῶν τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος τεμνομένας προρρίζους, ἐφ᾿ ἑτέραν ἦλθε μεθοδείας ὁδόν, τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα μερίζειν ἐπιχειρῶν». Δηλαδη ὁ διάβολος μᾶς ροκανίζει (ἄν δέν μᾶς ἔχει ἤδη χωνέψει τελείως) διά τῆς αἱρέσεως καί ἐσύ κόπτεσαι γιά ἕνα ὑποθετικό μάλιστα σχίσμα καί ζητεῖς εἰδικό φωτισμό γιά τήν ἀποτείχισι, καί ἐπειδή προφανῶς δέν τόν ἔχεις, παραμένεις εἰς τό στόμα τοῦ λύκου.
Ἔχεις ὅμως τόν ἀπαιτούμενο φωτισμό (ἄν καί ὁμολογεῖς ὅτι δέν χρειάζεται κἄν) διά νά διαπιστώσης τίς ἰδικές μου πλάνες καί αἱρέσεις, ἀλλά φαίνεται δυσκολεύεσαι νά κατανοήσης αὐτές τοῦ πράσινου Πατριάρχου σου. Βλέπεις καθαρά, ὅπως ἀναφέρεις, τήν πορεία τήν ἰδική μου, τοῦ π. Σταύρου, τῶν Παλαιοημερολογιτῶν κλπ., ἀλλά δέν ἔχεις τόν ἀπαιτούμενο φωτισμό νά διακρίνης τήν πορεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τόν τελικό τους σκοπό· δέν διακρίνεις ἐπίσης τήν ἄμβλυνσι τοῦ κριτηρίου τῆς πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων, εἰς τόν ὁποῖο συμβάλλουν τά μέγιστα οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ἀλλά διακρίνεις καθαρά αὐτούς πού ἐκοιμήθησαν, ὅπως ἀναφέρεις, ἐκτός Ἐκκλησίας καί τούς ὁποίους ἀδυνατεῖς νά μνημονεύσης.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δίδεις τήν ἐντύπωσι ὅτι ἀδιαφορεῖς γιά τήν αἵρεσι καί γιά ὅσα εἶπαν οἱ Πατέρες δι’ αὐτήν καί προβάλλεις ὡς προπέτασμα καπνοῦ  τό σχίσμα, τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, τόν εἰδικό φωτισμό διά τήν ἔξοδο ἐκ τοῦ στόματος τοῦ λύκου κλπ.
5) Εἰς τήν σελίδα (3) τῆς ἐπιστολῆς σου γράφεις τά ἑξῆς: «Ὁ ἔπαινος  αὐτός εἶναι μία ἀκόμη ἔνδειξις –πέραν τῆς σαφηνείας τῆς διατυπώσεως–  καὶ τοῦ δυνητικοῦ (καί ὄχι ὑποχρεωτικοῦ) χαρακτῆρος. Καθ’ ὅσον, ὡς γνωστόν, δὲν ἐπαινεῖται “ὁ ποιήσας πάντα τὰ διατεταγμένα”, ἀλλ’ εἶναι “ἀχρεῖος δοῦλος”, ἀλλὰ ὁ ποιήσας τὸ “ἐπὶ πλέον”. Καὶ αὐτὸ τὸ “ἐπὶ πλέον” ἐν προκειμένῳ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν εὔκολη σχετικὰ μηχανικὴ ἀποτείχισι, παρὰ τὶς –δῆθεν ἤ ὄντως– κυρώσεις ποὺ ἐνδέχεται νὰ ὑποστοῦμε, ἀλλὰ κυρίως στὴν ἐπίτευξιν τῆς καθάρσεώς μας, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν ἀπλανῶς –τουλάχιστον οἱ πρωτoστατοῦντες– τὸ ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσον πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε· διότι μόνον τότε ἡ ἀποτείχισίς μας θὰ συντελέσει ὄντως στὸ νὰ ρυσθῇ σχισμάτων ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι στό νά ἐμπλησθῇ τοιούτων πρός αἰωνίαν καταδίκην μας».
Εἰς τό σημεῖο αὐτό, Πάτερ, ὄντως δυσκολεύομαι νά συλλάβω καί κατανοήσω αὐτή τήν λογική, ἡ ὁποία τά περιέχει ὅλα, δηλαδή σοφιστεία, ὀρθολογισμό, ἀπόκρυψι τῆς ἀληθείας, στήριξι τῆς σοφιστείας σέ χωρίο ἁγιογραφικό, τό ὁποῖο ἀναφέρεται σέ ἄλλο θέμα, ὑποτίμησι τῆς ἀποτειχίσεως καί ἔξαρσι τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ ὕπνου, ἀνακάτεμα τῶν πνευματικῶν καταστάσεων (καθάρσεως, φωτισμοῦ καί διακρίσεως) καί βεβαίως, ὅλα αὐτά ἐπιστρατεύονται γιά νά στηριχθῆ, σάν μέ δεκανίκια, ἡ περίφημη δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Κατ’ ἀρχάς τό χωρίον (Λουκᾶ 17, 10) πού χρησιμοποιεῖς καί ἐπικαλεῖσαι «περί τοῦ ἀχρείου δούλου» ἀναφέρεται στό πῶς πρέπει νά σκέπτεται καί νά αἰσθάνεται ὁ κάθε χριστιανός ὅταν κάνει ὁ,τιδήποτε, ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς πιό ἁπλῆς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς μέχρι καί αὐτό τό μαρτύριο. Δέν νομίζω νά εἶδες κάποιον ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας ἤ μάρτυρα ἤ ὅσιο καί ἀσκητή, ὁ ὁποῖος νά μήν ὁμολογῆ ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος. Διότι μέσα στά διετατεγμένα τά ὁποῖα ὀφείλει νά προσπαθῆ νά τηρήση καθημερινῶς ὁ κάθε πιστός εἶναι καί τό μαρτύριο, σύμφωνα μέ τα ἁγιογραφικά χωρία (Λουκᾶ 21, 12-14 καί Β΄ Τιμοθ. 3, 12).  Ἄρα λοιπόν ἡ ἐφαρμογή καί τήρησις οἱασδήποτε εὐαγγελικῆς ἐντολῆς καί οἱουδήποτε ἱεροῦ Κανόνος εἶναι στά διατεταγμένα καί ὄχι στό περίφημο «ἐπί πλέον», τό ὁποῖο ἐπεννόησες καί τό ὁποῖο προσπαθεῖς νά τό ταιριάξης καί συρράψης μέ τό «ἀχρεῖος  δοῦλος»!
Κατά δεύτερο δέ λόγο, τό ὅτι αἰσθάνεται κάποιος ταπεινά καί ὁ,τιδήποτε πράττει, ὁμολογεῖ συγχρόνως ἔργῳ καί λόγῳ ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος, δέν ἐμποδίζει τήν Ἐκκλησία καί τούς Ὀρθοδόξους νά τόν τιμήσουν καί ἐν ζωῇ καί μετά θάνατο. Διότι τότε θά ἀντιστρατεύετο μέ τήν τιμή αὐτή ἡ Ἐκκλησία στήν ἴδια τήν ἁγία Γραφή. Σύμφωνα ὅμως μέ τά χωρία (Παροιμ. 10, 7 καί Ψαλμ. 111, 6 καί ἀκόμη Α΄ Τιμοθ. 5, 17) ἡ τιμή αὐτή εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι ἔπραξαν κατ’ ἄνθρωπο πάντα τά διατεταγμένα. Ἄλλωστε καί ὁ κανόνας ἀναφέρει «...ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται».
Τί σχέσι ἔχει, λοιπόν, τό πῶς αἰσθάνεται ὁ καθένας ἐν σχέσει μέ αὐτά πού πράττει, μέ τό τί θά πράξουν οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἡ Ἐκκλησία;  Αὐτός δηλαδή θά αἰσθάνεται ἀχρεῖος δοῦλος καί ἡ Ἐκκλησία θά τόν τιμήση ὄχι μόνον διότι χωρίστηκε ἀπό τούς ψευδεπισκόπους, ὄχι μόνον ἐπειδή τήν ἐλύτρωσε διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τό σχίσμα, ἀλλά καί ἐπί πλέον διότι αἰσθάνεται (ὄντως) ὅτι εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος.  Εἶναι τό ἴδιο δηλαδή, μέ τό ὅτι ἐμεῖς λέγομε ὅτι εἴμεθα δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Χριστός μᾶς ὀνομάζει ἀδελφούς Του. Ἄρα λοιπόν εἶναι προφανῶς λάθος καί διαστροφή τῆς ἀληθείας αὐτό πού ἀναφέρεις: «Καθ’ ὅσον δέν ἐπαινεῖται “ὁ ποιήσας πάντα τά διατεταγμένα” ἀλλ’ εἶναι “ἀχρεῖος δοῦλος”...». Ἡ ἀπομάκρυνσις ἄλλωστε ἀπό τούς αἱρετικούς εἶναι διατεταγμένο καί μάλιστα ἀναγκαῖο γιά τήν σωτηρία μας καί δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τό σοφιστικό «ἐπί πλέον».
Ἐν συνεχείᾳ καί ἐπιμένοντας εἰς αὐτό «τό ἐπί πλέον», σάν  σέ σανίδα σωτηρίας τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Καί αὐτό τό “ἐπὶ πλέον” ἐν προκειμένῳ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν εὔκολη σχετικὰ μηχανικὴ ἀποτείχισι, παρὰ τὶς –δῆθεν ἤ ὄντως– κυρώσεις ποὺ ἐνδέχεται νὰ ὑποστοῦμε...». Ἡ ἀποτείχισις εἶναι λοιπόν, σύμφωνα  μέ τήν ἐκτίμησί σου, σχετικά εὔκολη καί μηχανική. Θά συμφωνοῦσα μέ τό ὅτι ἡ ἀποτείχισις εἶναι εὔκολη, μόνον ἐάν δέν ἐφαίνετο εἰς τά γραφόμενά σου τό πνεῦμα τῆς ὑποτιμήσεως καί περιθωριοποιήσεως αὐτῆς, εἰς βάρος μάλιστα τῆς παντί τῷ τρόπῳ στηρίξεως τῆς δυνητικῆς καί ἐφησυχαστικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος.
Αὐτό φαίνεται, πάτερ, ἀπό τό ὅτι ἐκτός ἀπό εὔκολη τήν ὀνομάζεις καί μηχανική. Καί εὔκολη μέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι, ἐπειδή ὅταν ὑπάρχει ἀγάπη καί πίστις εἰς τόν Θεό καί προσέτι ἀγαθή προαίρεσις, ὅλα εἶναι εὔκολα συνεργούσης τῆς Θείας Χάριτος. Ὅταν ὅμως τήν ὀνομάζεις «μηχανική», τί ἐννοεῖς; Ὅτι ὁ ἀποτειχιζόμενος ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο ἐνεργεῖ ἄβουλα σάν μηχανή, σάν ρομπότ, χωρίς καρδιακή συμμετοχή, χωρίς σύνεσι καί περίσκεψι, χωρίς νά γνωρίζη τά ὅρια στά ὁποῖα πρέπει νά κινηθῆ; Καί ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τότε οἱ ἐφησυχάζοντες καί ἀκολουθοῦντες τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο κάνουν ἄραγε κάτι δύσκολο καί ὄχι μηχανικό; Καί ἀναμένουν τόν θεῖο φωτισμό γιά νά ἰδοῦν τί θά κάνουν;
Ἔπειτα αὐτό πού ἀναφέρεις «παρά τίς δῆθεν ἤ ὄντως κυρώσεις πού ἐνδέχεται νά ὑποστοῦμε», τί σημαίνει; Ἐπειδή τό «δῆθεν» καί τό «ὄντως» εἶναι μεταξύ των ἀντιφατικά καί προφανῶς τό «δῆθεν» τό ἐτοποθέτησες διά νά μειώσης τήν θέσι τοῦ «ὄντως». Δέν γνωρίζω ἄν, ἐσύ πάτερ, γνωρίζης κάποιες περιπτώσεις ἀποτειχίσεως στίς ὁποῖες ὁ ἀποτειχιζόμενος δέν ὑπέστη πάσης φύσεως κυρώσεις. Καί ἀπό τήν πολιτική, δηλαδή, καί θρησκευτική ἐξουσία καί ἀπό τήν ἴδια τήν φύσι τῆς ἀποτειχίσεως, κατά τήν ὁποία ἐπιλέγεις ἕνα δρόμο δύσβατο, κατηγορημένο σήμερα καί ἀπό τούς ἰδίους τούς Ὀρθοδόξους καί, ἐπί πλέον, ἕνα δρόμο εἰς τόν ὁποῖο ὄντως δύνασαι νά ξεφύγης εἴτε δεξιά, εἴτε ἀριστερά. Πάντως ὡς ἁγιορείτης μοναχός δέν πρέπει νά σοῦ διαφεύγουν οἱ κυρώσεις πού ὑφίστανται σήμερα οἱ ἁγιορεῖτες, οἱ ὁποῖοι διακόπτουν τήν μνημόνευσι τοῦ Πατριάρχου. 
Μοῦ ἔλεγε κάποιος ἁγιορείτης προσφάτως, ὅτι τά μοναστήρια σήμερα ὄχι μόνο δέν δίδουν κελιά εἰς οἱονδήποτε  δέν δηλώσει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θά μνημονεύη ἐσαεί τόν Πατριάρχη, ἀλλά καί σ’ αὐτά τά κελιά πού ὑπάρχουν, ἤδη, γέροντες μή μνημονεύοντες, δέν γράφουν νέους μοναχούς, ὄχι μόνον ἄν πάη κάποιος μοναχός ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά οὔτε δοκίμους. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον συμβαίνει, ὅσοι γέροντες εἶναι μόνοι καί ἀσθενεῖς, νά  ἀναγκάζονται νά ἐγκαταλείπουν τό Ὄρος καί τήν μετάνοιά των καί νά γηροκομοῦνται στόν κόσμο σέ σπίτια ἤ ἱδρύματα. Καί ὅλα αὐτά γίνονται προφανῶς μέ τίς εὐλογίες τοῦ πράσινου Πατριάρχου, τοῦ σωτῆρος τῶν θαλασσῶν καί τῶν  βιοτόπων, τοῦ εἰρηνοποιοῦ καί φιλιάζοντος μετά τοῦ Πάπα καί τοῦ Π.Σ.Ε. καί συγχρόνως σφοδροῦ διώκτου ὅσων δέν ἀναγνωρίζουν τήν αὐθεντία του.
Καί ἐσύ τώρα, πάτερ, φλυαρεῖς περί «δῆθεν ἤ ὄντως κυρώσεων», ἐνῶ συγχρόνως βιώνεις τόν ξεπεσμό αὐτόν τῶν πατέρων, τήν κατά κράτος ὑποταγή των στόν αἱρετικό Πατριάρχη καί τόν ἀδελφικό ἀλληλοσπαραγμό τῶν ἰσχυροτέρων ἐπί τῶν ἀδυνάτων.
Κατωτέρω ἀφηγούμενος τίς νεφελώδεις θεωρίες σου ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «...ἀλλὰ κυρίως στὴν ἐπίτευξιν τῆς καθάρσεώς μας, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν ἀπλανῶς –τουλάχιστον οἱ πρωτoστατοῦντες– τὸ ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσον πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε». Δηλαδή πάτερ, διά νά διαγνώσωμε ἀπλανῶς τό ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσο πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε χρειάζεται κάθαρσις, θεῖος φωτισμός καί διάκρισις. Ἐνῶ γιά νά παραμείνωμε ἐνσωματωμένοι μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, δηλαδή κατά τόν Μ. Φώτιο μέ τόν λύκο, προφανῶς  δέν χρειάζεται  τίποτε.
Ἄν ὅμως δέν ἔχωμε τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι θά πρέπει κανονικά, πρός ἀσφάλειά μας, νά κάνωμε αὐτό πού ἐπιτάσσει ἡ ἁγ. Γραφή, οἱ ἱεροί Κανόνες καί ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων. Αὐτό τό συνοψίζει θαυμάσια στό τέλος τῆς ὁμολογίας του ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ὡς ἑξῆς: «Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Τόμ. Α΄, σελ. 424).
Πρόσεξε καί ἐδῶ πάτερ, ὅτι ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά ἑτερόφρονες καί ὄχι γιά καταδικασμένους ἀπό Σύνοδο, ὅπως ἦταν τέτοιοι στήν ἐποχή του οἱ Λατινόφρονες ἑνωτικοί. Ἐπί πλέον δέ, δέν θά πρέπει γιά τό θέμα αὐτό οὐδόλως νά προβληματιζώμεθα, ἐπειδή δέν ἔχομε τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι, διότι τό ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσο πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε μᾶς τά καθορίζουν ἐπακριβῶς οἱ Πατέρες.
Γιά μέν τό «ἐάν» μᾶς εἶπαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα ἐάν ὑπάρχει αἵρεσις. Για τό «πότε» μᾶς ἐδίδαξαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα ὅταν αὐτή κηρύσσεται δημοσίως ἐπ’ Ἐκκλησίας καί συνοδικῶς. Γιά τό «πῶς» μᾶς καθοδήγησαν ὅτι ἀποτειχιζόμεθα διά τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως καί τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἀπό τόν Ἐπίσκοπο στόν ὁποῖο ἡ ἐκκλησιαστική ἐπαρχία ὑπάγεται. Γιά δέ τό «ἐπί πόσον» μᾶς ὁριοθέτησαν τόν χρόνο κατά τόν ὁποῖο ἐπικρατεῖ ἡ αἵρεσις καί δέν ἔχει καταδικασθῆ δι’ ὀρθοδόξου Συνόδου.
Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀντικείμενα θείου φωτισμοῦ καί διακρίσεως, ἀλλά ἀγαθῆς προαιρέσεως καί διαθέσεως θυσίας, προκειμένου νά σηκώσωμε εἰς αὐτό τό σημεῖο τόν σταυρό τοῦ Κυρίου. Ἐκτός καί ἐάν ἀνήκωμε στήν κατηγορία ἐκείνων γιά τούς ὁποίους εἰπώθηκε ὅτι «ὅποιος δέν θέλει νά ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει».
6) Ἐν συνεχείᾳ στήν σελίδα (3) σέ νέα παράγραφο, ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ τοῦ “ἐπὶ πλέον” εἶναι αὐτό πού μᾶς φοβίζει καί μᾶς φρενάρει –ἀλλά καί μᾶς κάνει νά αἰσθανώμεθα ἔνοχοι– καί ὄχι ὁ δῆθεν φόβος τῶν κυρώσεων...». Ἔνοχοι, γιατί πάτερ, αἰσθάνεσθε; Ἐπειδή δέν ἔχετε αὐτό τό «ἐπί πλέον», δηλαδή τόν θεῖο φωτισμό καί τήν διάκρισι; Μά αὐτό εἶναι θέμα τοῦ Θεοῦ ὡς χάρις καί θά πρέπει νά ἐκλάβωμε ὅτι πρέπει νά αἰσθάνεται ἔνοχος ὁ Θεός πού δέν σᾶς τήν στέλνει, (ἐφ’ ὅσον δηλαδή ἐσεῖς ἔχετε ἀγαθή προαίρεσι καί φυσικά ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀποτειχίσεως) προκειμένου νά βγῆτε ἀπό τό στόμα τοῦ λύκου; Ὅμως νομίζω, ὁ θεῖος φωτισμός δέν ἔρχεται ὅταν γνωρίζης τί πρέπει νά πράξης καί δέν τό πράττεις, ἀλλά ὅταν θέλης νά πράξης καί δέν γνωρίζης.
Ἐπί παραδείγματι, ὁ Θεός ἔστειλε τόν ἀπόστολο Φίλιππο στόν εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης γιά νά τόν διδάξη, ἐπειδή αὐτός εἶχε τήν διάθεσι, ἀλλά δέν ἐγνώριζε τόν πνευματικό δρόμο πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήση (Πράξ. 8, 26). Στόν Παῦλο ἐπίσης ὁ Θεός δι’ ὑπερφυσικοῦ σημείου τοῦ ἔδειξε τήν ἀληθινή ὁδό, ἐπειδή καί αὐτός ἦτο πλήρης ἀγαθῆς προαιρέσεως, ἀλλά ἀκολουθοῦσε λάθος δρόμο. Ὅταν ὅμως, γνωρίζομε καί δέν πράττομε, καί μάλιστα σέ τόσο σοβαρά θέματα πίστεως, νομίζω ὅτι ἐδῶ δέν εἶναι θέμα φωτισμοῦ, ἀλλά ἰσχύει αὐτό πού εἶπε ὁ Ἀβραάμ πρός τόν πλούσιο στόν Ἄδη, ὅταν αὐτός φλογιζόμενος τόν παρεκάλεσε νά στείλη τόν Λάζαρο νά ἀναγγείλη στούς πέντε ἀδελφούς του τί πρέπει νά πράξουν. Τοῦ ἀπήντησε δέ ὁ Ἀβραάμ ὅτι «ἔχουσι Μωϋσέα καί τούς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» (Λουκ. 16, 29). Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, γνωρίζουν τόν δρόμο καί δέν τόν ἀκολουθοῦν. Διότι ἄν δέν ἐγνώριζαν καί εἶχαν ἀγαθή προαίρεσι, ἀσφαλῶς θά τούς ἐφώτιζε ὁ Θεός.
7) Στήν ἴδια παράγραφο λίγο κατωτέρω ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Καί ἀναμφίβολα εἶναι πλάνη –καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη, ἄν οὔτε κἄν τό ὑποψιαζώμαστε– τό νά θεωροῦμε ὅλη τήν Ἐκκλησίαν αἱρετική καί μολυσμένην ”θολήν καί βρώμικη”(!), καί τά μυστήριά της ”μάταια καί ἐπιβλαβῆ”!!! (Ὁ π. Ἐπιφάνιος αὐτό τό χαρακτήριζεν ἀπερίφραστα ὡς αἵρεσιν καί ὄχι ὡς ἁπλοῦν σχίσμα)».
Ποῖος ἄραγε σέ ἐπληροφόρησε ὅτι ἐγώ θεωρῶ ὅλη τήν Ἐκκλησία “αἱρετική καί μολυσμένη”, “θολή καί βρώμικη” καί τά μυστήριά της “μάταια καί ἐπιβλαβῆ”; Ἐγώ, γιά νά γνωρίζης ἀπό πρῶτο χέρι, θεωρῶ ὅτι δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁ Βαρθολομαῖος, ὁ Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας καί ὅσοι ἄλλοι ἐνσυνείδητα ἀκολουθοῦν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὅσοι ἐπίσης ἐνσυνείδητα ἀνήκουν στό Π.Σ.Ε. καί ἐπί πλέον, ὅσοι ἐνσυνείδητα μνημονεύουν αἱρετικούς Ἐπισκόπους. Αὐτά τουλάχιστον διδάσκουν οἱ Πατέρες.
Ἄν τώρα ἐσύ πάτερ, ὅλους αὐτούς τούς θεωρεῖς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη ἡ Ἐκκλησία αὐτή δέν εἶναι κατά τόν Παῦλο ἄσπιλος καί ἀμώμητος, ἀλλά ἐσπιλωμένη καί βεβορβορωμένη. Τά μυστήρια δέ, πού τελοῦν ὅλοι αὐτοί πού προανέφερα, τά θεωρῶ κατ’ οἰκονομίαν ἔγκυρα χάριν τοῦ λαοῦ, μέ μόνη διαφορά ὅτι αὐτά ἐνεργοῦν ἀρνητικά στούς ἔχοντας γνῶσι γιά τήν αἵρεσι πού ἀκολουθοῦν, καί εὐεργετικά στά νήπια καί στούς ἔχοντας ἄγνοια, ἀλλά πού ἔχουν ἀγαθή προαίρεσι.
Στό σημεῖο αὐτό ἄν ἔχης κάτι νά ἀναφέρης σέ παρακαλῶ νά τό κάνης, ἀρκεῖ νά εἶναι πατερικῶς καί ἁγιογραφικῶς κατοχυρωμένο καί ὄχι ἀμάρτυρο καί ἀστήρικτο.
Ἐγώ ὅμως ἀπορῶ, πῶς ἐσύ στηριζόμενος στόν π. Ἐπιφάνιο χαρακτηρίζεις αἱρετικό κάποιον ὁ ὁποῖος ἔχει μία πεπλανημένη ἰδέα γιά τήν Ἐκκλησία καί τά μυστήρια καί μάλιστα γιά τό ποῦ εὑρίσκονται αὐτά ἐν καιρῷ αἱρέσεως, καί ἀπό τήν ἄλλη τόν Πατριάρχη ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τά μυστήρια τῶν Παπικῶν, Μονοφυσιτῶν, Προτεσταντῶν–Λουθηρανῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει στό Π.Σ.Ε. καί καυχᾶται δι’ αὐτό, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τό κοράνιο ἅγιο, τούς Ἁγίους πού ἐπροκάλεσαν τό σχίσμα θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, πού πιστεύει στήν λεγομένη βαπτισματική θεολογία καί τόσα ἄλλα τόν θεωρεῖς κανονικό Ἐπίσκοπο καί Πατριάρχη, τόν μνημονεύεις, τόν ἔχεις εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ κλπ.
8) Στήν σελίδα (3) ἐπίσης ἀκροτελεύτεια γράφεις τά ἑξῆς: «Τούς  φόβους μας δέν τούς ἐνισχύει μόνον ἡ οἰκτρά κατάληξις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀλλά καί ἡ κατάληξις εὐλαβέστατων Πατέρων, πού ἐνῶ μᾶς στήριζαν στήν ἀρχήν τῆς μοναχικῆς μας ζωῆς, τώρα διστάζουμε νά τούς μνημονεύσωμε στήν Θείαν Λειτουργιαν, διότι ἐκοιμήθησαν ἐκτός Ἐκκλησίας! Ἀλλά καί, προσφάτως, ἡ κατάληξις τοῦ εὐλαβοῦς (κατά τίς πληροφορίες μας)  πάπα-Σταύρου (στή Λαμία)...».
Δηλαδή, πάτερ πάτερ,  ὅσοι ἐκοιμήθησαν ἀποτειχισμένοι ἐκοιμήθησαν ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐνῶ ὅσοι εἶναι ἐντειχισμένοι καί ἐνσωματωμένοι μέ τόν Πατριάρχη καί τούς Οἰκουμενιστάς Ἐπισκόπους εἶναι ἐντός Ἐκκλησίας. Καί ἐπιπροσθέτως, ὅλους αὐτούς, ὅπως ὁμολογεῖς, διστάζεις νά τούς μνημονεύσης, ἐνῶ τόν Πατριάρχη τόν μνημονεύεις ἄνετα, τουλάχιστον μέχρις ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἄνωθεν φωτισμοῦ.
Εἰς αὐτά δέν θέλω  νά ἐπεκταθῶ κρίνοντάς τα, ἐπειδή ἀποτελοῦν προσωπικά σου θέματα καί τοποθετήσεις, πλήν ὅμως δέν μπορῶ νά ἀποσιωπήσω τήν φανερή κλίση σου ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ἀθώωσι καί ἀναγνώρισι τῶν προστατῶν καί προαγωγῶν τῆς αἱρέσεως αὐτῆς, τήν σύγχυσι γιά τούς ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας καί τήν σταθερή σου τοποθέτησι καί ταύτησι μέ τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς.
Κατωτέρω θά ἀσχοληθῶ μέ ὅσο τό δυνατόν λιγότερες ἐπισημάνσεις εἰς αὐτά πού γράφεις ἀναφερόμενος εἰς τά ἱστορικά στοιχεῖα τοῦ βιβλίου πού ἐξέδωσα.
9) Καί πρῶτα γιά τό θέμα πού θίγεις εἰς τήν σελίδα (6) τῆς ἐπιστολῆς σου ἀναφορικά μέ τήν ἐπί ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀποτείχισι ἀπό τόν διάδοχό του Ἀρσάκιο.  Γράφεις τά ἑξῆς: «Τέλος, εἰδικῶς μέ τήν “ἀντίφασιν” τοῦ Ἁγ. Ἰ. Χρυσοστόμου, πού δίδει λαβήν νά ἑρμηνευθῆ ὡς ἰδιοτέλεια τοῦ Ἁγίου(!), ὤφειλε ὁ π. Ε. νά μήν ἀποσιωπήσῃ ὅτι ἀρχικῶς ὁ πατήρ εἶχε δώσει ἐντολήν νά κοινωνήσουν μέ τόν μοιχεπιβάτην διάδοχόν του –ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο γιά θέμα πίστεως (συμφώνως ἄλλωστε μέ τήν ἀμέσως προηγουμένως ἐκτεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ π. Ε.  διδασκαλίαν του)–· συνέστησε μόνον νά μήν ὑπογράψουν τήν ἄδικον καί συκοφαντικήν και κυρίως ἀντικανονικήν καταδίκην του. Ὅμως μεταγενεστέρως, βλέποντας τήν τυρρανικήν καί μή ἔχουσαν κἄν προσωπεῖον ἐκκλησιαστικόν συμπεριφορά τῶν διωκτῶν του πρός τούς ἀφοσιωμένους εἰς αὐτόν, ἐμακάρισε τούς μή κοινωνήσαντας καί τούς παρηγόρησε διά τά μαρτυρικά παθήματά τους».
 Ἐδῶ νομίζω πάτερ, θέλεις νά παρουσιάσης τόν ἅγιο, ἄλλα νά λέγη καί ἄλλα νά πράττη. Δηλαδή νά δίδη, ὅπως ἀναφέρεις, ἐντολή στούς κληρικούς νά μήν ἀποτειχισθοῦν καί τελικά νά κατατάσση μέ τούς Ἁγίους καί ὁμολογητάς τούς ἀποτειχισμένους. Ἐγώ παρουσίασα τήν τελική κρίσι τοῦ ἁγίου γιά τούς ἀποτειχισθέντας ἀπό τόν μοιχεπιβάτη διάδοχό του Ἀρσάκιο, ἐπειδή αὐτή ἀποδεικνύει καί τήν ἔννοια τῆς πρώτης συμβουλῆς του. Διότι ἄν ἐπρόκειτο, ὅπως ἀναφέρεις, δι’ ἐντολή τοῦ ἁγίου νά μήν ἀποτειχισθοῦν οἱ κληρικοί, μετά τήν ἀποτείχισι καί τά μαρτύρια πού ὑπέστησαν ἐξ αὐτῆς, θά ἔπρεπε νά τούς σωφρονίση, νά τούς καταστήση γνωστό ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἀνυπακοῆς των ὑπέστησαν αὐτήν τήν ταλαιπωρία, νά τούς ὑπενθυμίση ὅτι ἔχουν κάνει σχίσμα καί ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκονται ἐκτός Ἐκκλησίας, καί ὅτι, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία του, οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου δέν συγχωρεῖ τό σχίσμα, νά τούς ὑποδείξη ὅτι ἔπεσαν στό βαρύ πάθος τῆς προσωποληψίας καί βεβαίως θά ἔπρεπε, πέραν ὅλων αὐτῶν, νά τούς ὑποδείξη καί τήν ὁδό τῆς μετανοίας καί ἐπιστροφῆς των εἰς τήν Ἐκκλησία.
Τώρα ὅμως, μετά τήν ἀποτείχισι καί τά μαρτύρια πού ὑπέστησαν χάριν αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος τούς συγκαταριθμῆ μέ τούς ὁμολογητάς καί μάρτυρας, αὐτό σημαίνει (σύμφωνα μέ τά γραφόμενά σου) ὅτι δέν τούς ἐπαρηγόρησε, ὅπως ἀναφέρεις, ἀλλά τούς ἐπλάνησε. Διότι,  τί παρηγορία εἶναι νά μήν λέγης τήν ἀλήθεια σέ κάποιον, ἀλλά νά τόν κάνης νά τρέφη αὐταπάτες καί μάλιστα σέ τόσο σοβαρά θέματα πού ἅπτονται τῆς ἰδίας τῆς σωτηρίας του;
Ἀπό ὅλα αὐτά λοιπόν, ἄλλη φαίνεται νά εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συμβουλῆς (καί ὄχι, ὅπως ἀναφέρεις, ἐντολῆς) τοῦ ἁγίου πρός τούς κληρικούς του. Δηλαδή, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο γιά τόν ἑαυτόν του δέν ἦτο δυνατόν νά ζητήση καμμία θυσία ἐκ μέρους τῶν Ἐπισκόπων καί κληρικῶν του. Αὐτό θά ἦτο ἐγωϊστικό ἐκ μέρους του, νά ἔλεγε δηλαδή, ὅτι τό δίκαιο εἶναι νά παραμείνετε πιστοί σέ ἐμένα, νά ἀποτειχισθῆτε ἀπό τόν μοιχεπιβάτη κλπ.  Ὅταν ὅμως, αὐτό πού δέν τούς τό ἐζήτησε, αὐτοί τό ἔπραξαν, τότε ἀπεκάλυψε ὅλη τήν διάθεσί του καί κατέταξε τούς πράξαντας τοιουτοτρόπως μεταξύ τῶν Ἁγίων.
Ἄς ἰδοῦμε ὅμως, αὐτά τά ἴδια τά κείμενα διά νά διαπιστώσωμε ἄν ἐπρόκειτο διά ἐντολῆς ἤ συμβουλῆς τοῦ ἁγίου: «Μετά τούτους τοὺς λόγους λέγει Εὐλύσιος ὁ Ἀπαμείας τῆς Βιθυνίας· "Ἐπάναγκες ἡμᾶς ἐστι κατέχοντας τὰς ἐκκλησίας ἀναγκασθῆναι καὶ κοινωνῆσαι καὶ ὑπογράψαι". Ἔφη ὁ ἅγιος Ἰωάννης· "Κοινωνήσατε μέν, ἵνα μὴ σχίσητε τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ὑπογράψητε δέ· οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σύνοιδα ἄξιον καθαιρέσεως ἐννοήσας"» (ΕΠΕ 1, 126,13).
Λίγο πρίν, στήν ἴδια τελευταία σύναξι τῶν Ἐπισκόπων ὁ ἅγιος εἶχε ἀναφέρει «Εὔξασθε, ἀδελφοί, καί, εἰ φιλεῖτε τὸν Χριστόν, ἐμοῦ ἕνεκεν μή τις ἀπολείπῃ τὴν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν» (ΕΠΕ 1, 124,12). Λίγο ἐπίσης ἀργότερα στίς διακόνισσες εἶπε τά ἑξῆς: «Τοῦτο δέ ἐστιν ὅ παρακαλῶ· μή τις ὑμῶν ἀνακοπῇ τῆς συνήθους εὐνοίας τῆς περί τήν ἐκκλησίαν. Καί ὅς ἄν ἄκων ἀχθῇ ἐπί τήν χειροτονίαν, μή ἀμβιτεύσας τό πρᾶγμα, κατά συναίνεσιν τῶν πάντων, κλίνατε τήν κεφαλήν ὑμῶν ὡς Ἰωάννῃ (οὐ δύναται γάρ ἡ ἐκκλησία ἄνευ ἐπισκόπου εἶναι), καί οὕτως ἐλεηθῆτε. Μέμνησθέ μου ἐν ταῖς προσευχαῖς ὑμῶν» (ΕΠΕ 1, 148,34).
Στό δεύτερο λοιπόν ἀπό τά παρατιθέμενα κείμενα, τό ὁποῖο εἶναι καί πρῶτο χρονικά, ὁ ἅγιος φαίνεται καθαρά ὅτι ὄχι μόνο δέν δίδει ἐντολή, ἀλλά κυριολεκτικά παρακαλεῖ τούς Ἐπισκόπους νά μήν ἀφήσουν πρός χάριν του τίς ἐπισκοπές των. Ἡ ἔκφρασις «ἐμοῦ ἕνεκεν» δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι κατά μίμησι τοῦ Χριστοῦ (Ἰωαν. 18, 8-9) δέν θέλει κάποιος νά πάθη κάτι δι’ αὐτόν, οὔτε νά χάσουν οἱ ἐπισκοπές τούς ποιμένες των. Στήν ἀπορία δέ τοῦ Ἐπισκόπου ὅτι παραμένοντας στίς ἐπισκοπές θά ἔχουν ἀναγκαστικά ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς πού τόν καθήρεσαν καί, προσέτι, θά ἀναγκασθοῦν νά ὑπογράψουν συμφωνοῦντες εἰς τήν καθαίρεσί του, ὁ ἅγιος τούς συμβουλεύει νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικά, ἀλλά νά μήν ὑπογράψουν. Ἡ τελική του ἔκφρασις, «οὐδέν γάρ ἑμαυτόν σύνοιδα ἄξιον καθαιρέσεως ἐννοήσας», δείχνει ὅτι προσπαθεῖ νά δικαιολογήση αὐτή του τή στάσι καί ὡς ἐκ τούτου διαλέγεται μέ τούς Ἐπισκόπους καί ὑποδεικνύει τά ὅρια τῆς οἰκονομίας.
Στό τρίτο δέ κείμενο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται πρός τίς διακόνισσες, ἔχει καί τήν ἴδια τήν λέξι τῆς παρακλήσεως: «Τοῦτο δέ ἐστιν ὅ παρακαλῶ». Ὅλοι αὐτοί ὅμως τούς ὁποίους παρακαλοῦσε καί συμβούλευε νά μήν ἀποτειχισθοῦν ἔκαναν τό ἀντίθετο. Μήπως, πάτερ, ἦταν τόσο ἀπείθαρχοι ἤ φανατισμένοι ἤ προσωπολῆπτες; Καί πῶς, λοιπόν, ὁ ἅγιος γιά χάρι του ἐδέχθη νά γίνη ἕνα σχίσμα, μία παγκόσμιος ἀναστάτωσις, ἄν αὐτή δέν ἦτο σύμφωνος μέ τούς ἱερούς Κανόνας καί τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας; Καί μάλιστα νά τούς ἀνεβάση ὅλους αὐτούς τούς ἀπείθαρχους καί ἀνυπάκουους, κατά τό δή λεγόμενο, ἕως τρίτου οὐρανοῦ;
Ὅπως λοιπόν παρουσιάζεις τόν ἅγιο, ὄχι μόνον ἅγιος δέν εἶναι, ἀλλά εἶναι προσωπολήπτης καί καιροσκόπος. Ἄν ὅμως ἀκολουθήσωμε τήν σκέψι ὅτι ὁ ἅγιος, κατά μίμησι τοῦ Χριστοῦ, δέν ἐζήτησε, οὔτε ἠθέλησε νά πάθη κάποιος κάτι δι’ αὐτόν καί δι’ αὐτό ἐσυμβούλευσε νά μήν ἀποτειχισθοῦν, συγχρόνως δέ, ὅταν εἶδε τόν βαθμό τῆς θυσίας των, ὅτι δηλαδή ἐξ αἰτίας τῆς δικαιοσύνης οἱ Ἐπίσκοποι ἀποτειχίσθηκαν καί ἐθυσίασαν τούς θρόνους των καί τούς ἑαυτούς των, πάλι ἐπιβραβεύει τήν στάσι των καί τούς κατατάσσει μεταξύ τῶν Ἁγίων, τότε καταλαβαίνουμε καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἰωάννη, καὶ τὴν ἁγιότητα τῶν μαθητῶν του, καὶ τὸ ποιά ἦταν ἡ στάσι του ὡς πρὸς τὴν ἀποτείχισι. Τήν παράδοσι αὐτή συνοπτικά τήν παρουσιάζει καί ὁ ἅγ. Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, ἐξηγώντας τήν στάσι τοῦ καθενός πρός τόν πνευματικό του πατέρα. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Κἄν σταυρούμενον ἴδης αὐτόν ὡς κακοῦργον καί παρά κακούργων ἀνθρώπων πάσχοντα, εἰ δυνατόν συναπόθανον· εἰ δέ μή, μή προστεθῇς τοῖς κακοῖς ὡς κακός καί προδότης, μηδέ κοινωνήσῃς μετ’ αὐτῶν ἀθώου αἵματος, ἀλλ’ ὡς δειλός καί μικρόψυχος βραχύ τι τόν ποιμένα καταλιπών, τήν εἰς αὐτόν πίστιν φύλαξον» (ΕΠΕ Φιλοκ. τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν τόμ. 19Δ΄ σελ. 230).
Ἡ θαυμασία ἔκφρασις  τοῦ ἁγίου «μή προστεθεῖς τοῖς κακοῖς ὡς κακός καί προδότης, μηδέ κοινωνήσῃς μετ’ αὐτῶν ἀθώου αἵματος» νομίζω θά πρέπει νά σέ προβληματίση γιά τό πῶς ἐκκλησιαστικά προστιθέμεθα στούς κακούς καί πῶς κοινωνοῦμε μετ’ αὐτῶν ἀθώου αἵματος.
     Δέν πρέπει νά λησμονήσωμε νά ἀναφέρωμε (πρίν κλείσομε τήν ἀναφορά μας εἰς αὐτήν τήν ἀποτείχισι ἐπί ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου) καί τό τί ἐκατώρθωσαν αὐτοί οἱ ἀποτειχισμένοι, τούς ὁποίους, ὅπως ἀναφέρεις, ἁπλῶς ἐπαρηγόρησε καί δέν ἐπιβράβευσε ὁ ἅγιος. Αὐτοί λοιπόν οἱ ἀποτειχισμένοι, ἦταν ἡ βασική καί πρώτη αἰτία γιά τήν ἀναγνώρισι τοῦ Χρυσοστόμου ὡς ἁγίου, γιά τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του καί γιά τήν ἀναγνώρισί του ὡς Οἰκουμενικοῦ διδασκάλου. Αὐτοί ἦταν καί ἐκεῖνοι πού δέν τόν ἐγκατέλειψαν εἰς τόν σταυρό του καί δέν τόν ἐπρόδωσαν, σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Συμεών τόν νέο Θεολόγο. Τώρα, ἄν ἐσύ διδάσκης ὅτι ἔπρεπε νά μήν ἀποτειχισθοῦν, εἶναι σάν νά λές ὅτι ἔπρεπε νά τά εὕρουν, κατά τό δή λεγόμενο, μέ τούς σταυρωτές καί δημίους τοῦ ἁγίου, γιά νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὅμως θά ἐπιβράβευε καί θά ἀποθέωνε τά ἀνθρώπινα πάθη.
Ἐπί πατριαρχίας λοιπόν τοῦ δευτέρου μοιχεπιβάτου, τοῦ Ἀττικοῦ (ἐχειροτονήθη καί αὐτός ζῶντος τοῦ ἁγίου, διότι ὁ Ἀρσάκιος ἀπέθανε σύντομα), ἔχουμε μία ἀλληλογραφία αὐτοῦ μέ τόν διάδοχο τοῦ Θεοφίλου στήν Ἀλεξάνδρεια, τόν ἅγ. Κύριλλο, πού ἦτο κατ’ ἀρχάς ἐχθρός καί πολέμιος τοῦ Χρυσοστόμου ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπηρεασμοῦ του ἀπό τόν Θεόφιλο. Ὁ Ἀττικός λοιπόν γράφει  στόν ἅγ. Κύριλλο καί τοῦ ἐξιστορεῖ τήν κατάστασι στήν Κων/πολι.
Ὁ λαός, τοῦ λέγει, εἶναι χωρισμένος. Οἱ ἀποτειχισμένοι Ἐπίσκοποι καί κληρικοί συνάγουν τόν λαό ἔξω ἀπό τά τείχη καί ἐπιτελοῦν ἐκεῖ τά θρησκευτικά καθήκοντα. Ἀναφέρει ὁ Ἀττικός πρός τόν Κύριλλον καί γιά τήν κατάστασιν τῆς Ἀντιοχείας ὅτι ἦτο περίπου ἡ ἴδια, ἐξ αἰτίας τῶν ἀποτειχισμένων καί καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Χρόνου δέ πολλοῦ παρεληλυθότος, καί ἡμῶν βιασαμένων τήν ἐκ τῆς δημοκρατίας ἀνάγκην, καί κατά μηδέν ἐπιστρεφομένων πρός τό τοῦ σχίσματος λείψανον, γέγραφεν ἡμῖν ἐκ τῆς ἑῴας ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Ἀκάκιος, τόν εὐλαβέστατον ἐπίσκοπον τῆς Ἀντιοχείας Θεόδοτον συναναγκασθῆναι παρά τῶν δήμων τήν προσηγορίαν Ἰωάννου γράψαι, καί ᾐτεῖτο συγγνώμην ἡμᾶς παρασχεῖν τῷ ὑπό ἀνάγκης  τοῦτο πεποιηκέναι» (P.G. 77, 349C).
Ὁ λαός λοιπόν ἀνάγκασε τόν Ἀντιοχείας νά γράψη στά δίπτυχα τόν Χρυσόστομο καί δι’ αὐτό ζητοῦσε ἀπό τούς ἄλλους Πατριάρχες συγγνώμη. Ὅταν αὐτά τά γεγονότα ἔφθασαν στήν Κων/πολι ἔγινε μεγαλύτερη ταραχή ἐξαιτίας τῶν ἀποτειχισμένων. Τότε ὁ Ἀττικός γράφει ὅτι ἔπραξε ὡς ἑξῆς: «Τότε δή, τότε θορυβηθείς ἐγώ, καί τόν ὑπέρ τῶν μεγίστων κίνδυνον ὑποπτεύσας, καί περί τόν εὐλαβέστατον βασιλέα γενόμενος, περί εἰρήνης, καί τῆς εὐσταθείας ἐποιούμην τόν λόγον. Ὁ δέ ἀπεκρίνατο μηδέν εἶναι βλάβος γράφειν ἀπεληλυθότος ἀνδρός ὄνομα, ὑπέρ τῆς εὐσταθείας καί τῆς τῶν λαῶν ὁμονοίας τε καί εἰρήνης. Καί τοίνυν ἐγώ τούτοις πεισθείς, (καί πῶς γάρ οὐκ ἔμελλον προφθάσας τήν ἀνάγκην;) ὥστε μή γενέσθαι τά καθ’ ἡμᾶς ἀκολουθίαν τήν πόλιν, γραφῆναι παρεσκεύασα τήν προσηγορίαν» (P.G. 77, 349D).
Mετά δικαιολογεῖται ὁ Ἀττικός ὅτι δέν εἶναι καί κάτι σημαντικό νά γράψη ἕνα κεκοιμημένο κατ’ ἀνάγκη στά δίπτυχα. Ἐν τέλει παρακαλεῖ καί τόν ἅγ. Κύριλλο νά πράξη τό ἴδιο χάριν τῆς οἰκουμενικῆς εἰρήνης: «Διόπερ καί αὐτός κέλευσον ἐγγραφῆναι τήν προσηγορίαν τοῦ ἀπεληλυθότος, ταῖς κατ’ Αἴγυπτον Ἐκκλησίαις, τῆς οἰκουμενικῆς χάριν εἰρήνης· μήτε Πατέρων λύων κανόνας, καί τήν ὁμόνοιαν πασῶν ὁμοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν περί πλείστου ποιούμενος» (P.G. 77, 352 B).
Ὁ ἅγ. Κύριλλος ἀπαντᾶ εἰς τόν Ἀττικό ἐκφραζόμενος μέ σκληρότατα λόγια ἐναντίον τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄχι μόνο ἀρνεῖται νά ὑπακούση στήν προτροπή τοῦ Ἀττικοῦ, ἀλλά καί τόν προτρέπει νά διαγράψη πάραυτα ἀπό τά δίπτυχα τόν Χρυσόστομο: «Κέλευσον τοῦ καταλόγου τῶν ἐπισκόπων ἐξαιρεθῆναι τήν Ἰωάννου προσηγορίαν. Εἰ γάρ οὐδέν εἶναι τοῦτο λογιούμεθα, μή λυπείτω τόν τῶν ἀποστόλων χορόν ὁ προδότης αὐτοῖς συγκαταταττόμενος· εἰσφερομένης δέ τῆς Ἰούδα προσηγορίας, ποῦ λοιπόν ἡμῖν  ὁ Ματθίας γε κείσεται; Εἰ τοίνυν οὐδείς τόν Ματθίαν ἐκβαλών ἐγγράψοι τόν Ἰούδαν τῷ τῶν ἀποστόλων χορῷ, μενέτω καί σωζέσθω, παρακαλῶ, μετά τόν τῆς ἀοιδίμου μνήμης Νεκτάριον, δεύτερος ὁ τοῦ πανευφήμου Ἀρσακίου βαθμός» (P.G. 77, 356B).
Τό θεωρεῖ δέ βεβήλωσι τό νά καταταχθῆ ἕνας λαϊκός (ὁ Χρυσόστομος) μετά τῶν κεκοιμημένων Ἱεραρχῶν: «Οὐκ ἀκόλουθον τοιγαροῦν διά τάς τινων ἀντιλογίας, εἴπερ τινές ὅλως εἰσίν, ἐκ βάθρων ὥσπερ κατασείεσθαι τούς τῆς Ἐκκλησίας θεσμούς, λαϊκοῦ συνταττομένου τοῖς ἐν ἱερατείᾳ διαπρέψασι, καί ἐν ἴσῳ μέτρῳ τιμῆς εἰσβαίνοντος. Μή γάρ δή τοῦτο καλείτωσαν οἰκουμενικήν τινες εἰρήνην, ἀλλά μᾶλλον κατατομήν» (P.G. 77, 356D).
Kαταλήγει δέ τήν ἐπιστολήν του ὁ ἅγ. Κύριλλος ὡς ἑξῆς: «Εἰ μέν ἐξῆν οὐδέν μέν τούτοις λυμήνασθαι, κατατάττειν δέ ἐν ἐπισκόποις τόν καθῃρημένον, ἦν ἄν εἰκότως εἰπεῖν ἀγρίους τινάς καί ἀνημέρους τούς τοῦτο γενέσθαι διακωλύοντας.  Ἐπειδή δέ ἀνάγκη κρατοῦντος ἑνός τήν τοῦ ἑτέρου παραλύεσθαι δύναμιν, νικάτωσαν οἱ τῆς Ἐκκλησίας θεσμοί, καί ἀποχωρείτω τῶν ἱερατικῶν καταλόγων ὁ μή λειτουργός. Τοῦτο γάρ συνάπτει πρός εἰρήνην τάς Ἐκκλησίας· τοῦτο πᾶσαν ἡμῖν ὁμοψυχίαν ἀνεργάσαιτο.  Δίδου τοιγαροῦν ἡμῖν, τό συνάγεσθαι καθαρῶς μετά τῆς σῆς θεοσεβείας, ἑνός καί τούτου τελευτήσαντος ἀμείνω, ποιούμενος τήν πρός τούς ἔτι ζῶντας ἀγάπησιν, μᾶλλον δέ τούς τῆς Ἐκκλησίας θεσμούς» (P.G. 77, 357D).
Εἶναι βέβαιον, πάτερ, ὅτι, ἄν δέν ἀπετειχίζοντο οἱ Ἰωαννίται, σήμερα ὁ ἅγιος φωστήρας τῆς Οἰκουμένης, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἦτο  ἅγιος, ἀλλά οὔτε ἐγγεγραμμένος εἰς τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας μετά τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν.
Καί κάτι τελευταῖο διά τήν ἀνακομιδή τοῦ ἁγίου ἀπό  τά Κόμανα, ἡ ὁποία καί αὐτή ἔγινε ἀπό τόν ἅγιο Πρόκλο διά νά ἑνωθοῦν τά διεστῶτα καί ἐπικρατήση πλέον εἰς τήν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἅγιος ὁ Χρυσόστομος. Γράφει λοιπόν περί αὐτῆς ὁ ἱστορικός Σωκράτης τά ἑξῆς: «Οὐκ εἰς μακράν δέ μετά τόνδε τόν χρόνον, καί ὁ ἐπίσκοπος Πρόκλος τούς χωριζομένους διά τήν τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννου καθαίρεσιν ἐπανήγαγε, φρονήσει παραμυθησάμενος τήν λύπην αὐτῶν.  Τί δέ τοῦτο ἦν, λεκτέον. Τό σῶμα Ἰωάννου ἐν Κομάνοις τεθαμμένον, βασιλέα πείσας, τριακοστῷ πέμπτῳ ἔτει μετά τήν καθαίρεσιν, εἰς τήν Κωνσταντίνου πόλιν μετεκόμισε. Καί μετά πολλῆς τιμῆς, δημοσίᾳ πομπεύσας αὐτό, εἰς τήν ἐπώνυμον τῶν Ἀποστόλων ἐκκλησίαν ἀπέθετο. Πεισθέντες οὖν ἐπί τούτῳ, οἱ δι’ αὐτόν χωριζόμενοι, τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡνώθησαν. Καί γέγονεν τῇ ἑξκαιδεκάτῃ ὑπατείᾳ τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου, περί τήν ἑβδόμην καί εἰκάδα τοῦ Ἰανουαρίου μηνός. Θαυμάσαι δέ μοι ἔπεισι, πῶς ὁ φθόνος Ὠριγένους μέν τελευτήσαντος ἥψατο, Ἰωάννου δέ ἐφείσατο. Ὁ μέν γάρ μετά διακόσια ἔτη που τῆς ἑαυτοῦ τελευτῆς, ὑπό Θεοφίλου ἀκοινώνητος γέγονεν. Ἰωάννης δέ, τριακοστῷ πέμπτῳ ἔτει μετά τήν τελευτήν εἰς κοινωνίαν ὑπό Πρόκλου ἐδέχθη. Τοσοῦτον Πρόκλος Θεοφίλου τῷ τρόπῳ διήνεγκεν. Ἀλλά ταῦτα μέν ὅπως γέγονέ τε καί ἀεί γίνεται, τούς σωφρονοῦντας οὐ διαφεύγει» (P.G. 67, 836).
Ἐπιπροσθέτως, ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ ἀποτείχισις τῶν Ἰωαννιτῶν, ἀσφαλῶς στή θέσι τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου θά ὑπῆρχε ὁ σφαγέας καί δήμιός του Θεόφιλος, τόν ὁποῖο ὁ Ἀττικός ὀνομάζει στήν ἐπιστολή του ἅγιο καί ἰσαπόστολο καί φυσικά εἰς αὐτό συμφωνοῦσε καί ὁ ἅγ. Κύριλλος.
Σοῦ ἀνέφερα, πάτερ, ἀνωτέρω τό τί ἐπέτυχαν οἱ ἀποτειχισμένοι ἐπί ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί μάλιστα ὄχι γιά θέματα πίστεως ἀλλά δικαιοσύνης. Ἐσύ τώρα ὀφείλεις νά μᾶς παρουσιάσης τό τί ἐπέτυχαν οἱ ἐντειχισμένοι στούς διαδόχους τοῦ ἁγίου, Ἀρσάκιο καί Ἀττικό, οἱ ὁποῖοι φυσικά δέν ἐτιμωρήθησαν ἀπό κάποια Σύνοδο ἐπειδή δέν εἶχαν ἀποτειχισθῆ.

Επιστολη Αγιορείτη μοναχού περι Διακοπής μνημοσύνου,Αποτειχισεως




ΕΠΙΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ

ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ



Ἐστάλη πρὸ μηνῶν, σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς διαχειριστὲς τοῦ ἱστολογίου Ρaterikiparadosi, μιὰ πολυσέλιδη ἐπιστολή, ἀπὸ φίλο καὶ ἔγκριτο Ἁγιορείτη μοναχό, γνωστὸ ἀπὸ δημοσιεύσεις σὲ θεολογικὸ περιοδικό.
Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Ἁγιορείτη μοναχοῦ ἦταν ἀπάντηση σὲ παράκλησή μας, γιὰ μιὰ κριτικὴ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, «Ἡ Διαχρονικὴ Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὸ Ὑποχρεωτικὸ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περὶ Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας Αἵρεσιν».
Ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς στάσεώς μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς ἔχει σχέση μὲ τὴν σωτηρία μας, καὶ οἱ θέσεις τοῦ Ἁγιορείτη μοναχοῦ ἦσαν τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενες, θεωρήσαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωστοποιήσουμε τὴν ἐπιστολὴ στὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου, π. Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος συνέγραψε μιὰ ἐμπεριστατωμένη καὶ πολυσέλιδη ἀπάντηση.
Δημοσιεύουμε ἐδῶ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγιορείτη μοναχοῦ, (ἀνωνύμως, ἀφοῦ δὲν μᾶς γνωστοποίησε ἀκόμα ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ κοινοποιήσουμε τὸ ὄνομά του) καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ δημοσιεύσουμε καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθυμίου.





    Ἀγαπητέ μου ....
              Χαῖρε ἐν Κυρίῳ!
Ἔλαβα τό γράμμα σου καί τό βιβλίον πού μοῦ ἔστειλες καί σέ εὐχαριστῶ θερμῶς.
Ζητεῖς νά κάνῃ «κάποιος Ἁγιορείτης πού κατέχει πολύ καλά τήν Πατερική σοφία» δημόσια κριτική τοῦ βιβλίου· καί ἴσως νά συμπεριλαμβάνῃς καί ἐμένα.  Δέν γνωρίζω ἐάν (ἐκτός ἀπό τόν π. ...) τό ἔστειλες καί σέ ἄλλους Ἁγιορεῖτες πού ἐμπιστεύεσαι. Πάντως σέ διαβεβαιώνω ὅτι ἐγώ οὔτε κατέχω καλῶς τήν Πατερική σοφίαν, οὔτε (τό κυριώτερον) κέκτημαι τόν ἄνωθεν φωτισμόν, πού εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διά τήν ἀπλανῆ τοποθέτησιν ἐπί τοιούτων λεπτῶν θεμάτων. Οὔτε καί τήν ἄνεσιν τοῦ χρόνου ἔχω, ὥστε νά ἀνασκευάσω τό πλῆθος τῶν συγχύσεων καί παραποιήσεων (ἀσυνειδήτων θέλω νά πιστεύω), ἀλλά καί τῶν λογικῶν «ἁλμάτων» καί αὐθαιρέτων ἑρμηνειῶν, πού ἀπό τά αὐτονόητα συμπεραίνουν τά ἀδιανόητα. Πρός τοῦτο θά ἀπαιτεῖτο βιβλίον διπλασίων καί τριπλασίων σελίδων. Οὔτε, τέλος,  θεωρῶ σκόπιμον –τουλάχιστον πρός τό παρόν –μίαν δημοσίαν διαπόμπευσιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω, διότι, ἀφ’ ἑνός μέν δέν ἀξίζει τόν κόπον, ἐφ’ ὅσον ἐλάχιστοι –κατά τάς πληροφορίας μου– ἐπηρεάζονται πλέον ἀπό τόν π. Εὐθύμιον (στό ἑξῆς π. Ε.), τῶν περισσοτέρων σκανδαλισθέντων καί ἀπομακρυνθέντων λόγῳ τῆς συγχυτικῆς καί ἀντιφατικῆς στάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι φοβοῦμαι ὅτι θίγοντάς τον δημοσίως, θά τόν σκληρύνω καί θά μειώσω τίς ἐλπίδες μας γιά μετάνοιάν του καί ἐπιστροφήν στήν Ἐκκλησίαν.
Ἐπειδή, ὅμως μερικά πράγματα εἶναι τόσον ἐμφανῆ –πού δέν χρειάζονται οὔτε ἰδιαίτερον θεῖον φωτισμόν, οὔτε ἀρίστην Πατερικήν κατάρτισιν, οὔτε κἄν ἐξαιρετικήν εὐφυΐαν, ἀλλά  κοινόν νοῦν– σοῦ ἐπισημαίνω ἐπιγραμματικά λίγα σημεῖα, ἐπειδή βλέπω ...ὅτι ἔχεις ἐπηρεασθῆ.
[Κατ’ ἀρχάς διά νά προλάβω κάθε παρεξήγησιν θέλω νά σέ διαβεβαιώσω ὅτι δέν ἔχω τίποτε τό προσωπικόν μέ τόν π. Ε. Ἀπεναντίας, ἀπό τήν ἐλαχίστην γνωριμίαν μου, ἀλλά κυρίως ἀπό σχόλια Πατέρων, πού τόν εἶχαν γνωρίσει κατά τήν περίοδον περί τό 1980, εἶχα τάς ἀρίστας τῶν ἐντυπώσεων.  Βέβαια ἡ εἰκόνα αὐτή εἶχεν ἀλλοιωθῆ ἀπό τήν ἀνάγνωσιν σχετικῶς προσφάτων κειμένων του καί ἀπό διηγήσεις πρώην συνεργατῶν του. Γι’ αὐτό καί ἐξεπλάγην εὐχαρίστως, ὅταν διάβασα τό ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου –ὅπως καί τά δύο πτερύγια (ἐμπροσθοφύλλου καί ὀπισθοφύλλου)–. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ βιβλίου μέ προσγείωσε καί πάλιν, διότι εἶδα ὅτι δέν μπόρεσε νά φανῇ συνεπής στίς ἀγαθές του προθέσεις].
1. Γενικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τόν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου, τά πράγματα εἶναι ξεκάθαρα. Ὁ σκοπός του –ὅπως καί τῶν δύο προηγουμένων– εἶναι ἐμφανέστατος: Ἡ στήριξις τοῦ κύρους καί τῆς ἐξουσίας τοῦ ἐπισκόπου, ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀποφυγή τῶν σχισμάτων (κυρίως  λόγῳ τῶν τότε ἀντιδράσεων ὑπό τῶν Στουδιτῶν). Διά νά μήν γίνῃ, ὅμως, κατάχρησις αὐτῆς τῆς ἐξουσίας ὑπό τινων ἐπισκόπων, πασχόντων περί τήν πίστιν, πρός ἐπιβολήν τῶν αἱρετικῶν των ἀπόψεων, ὁ Ἱ. Κανών στό τέλος  ἐξαιρεῖ  τῆς κανονικῆς  ἐπιτιμήσεως, πού ἐπιβάλλει στούς λοιπούς ἀποτειχιζομένους, ἐκείνους πού ἀποτειχίζονται ἀπό ἐπίσκοπον κηρύσσοντα κατεγνωσμένη αἵρεσιν δημοσίως, καί διδάσκοντα αὐτήν ἐπ’ Ἐκκλησίας «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Κατά συνέπειαν, ὁ μέν Κανών ἀσφαλῶς δέν εἶναι δυνητικός, ἀλλ’ ὑποχρεωτικός. Ἡ ἐξαίρεσίς του, ὅμως, εἶναι σαφέστατα δυνητική· ἐπιτρέπει (δέν ἐπιβάλλει) τήν ἀποτείχισιν, καί πρό τῆς συνοδικῆς καταδίκης τοῦ ἐπισκόπου. Συγχρόνως ἐπαινεῖ τούς ἀποτειχιζομένους διά τήν ὀρθόδοξον εὐαισθησίαν τους, ἀλλά καί διά τήν συμβολήν τους (προκαλώντας μέ τήν στάσιν τους τήν συνοδικήν διευθέτησιν τοῦ προβλήματος), ὥστε νά ρυσθῇ  σχισμάτων καί μερισμῶν ἡ Ἐκκλησία, τά ὁποῖα θά προέκυπταν, ἐάν ἀφήνετο ἐλεύθερος ὁ ἐπίσκοπος νά ἐπεκτείνῃ καί νά ἑδραιώσῃ τήν αἵρεσίν του.
Ὁ ἔπαινος  αὐτός εἶναι μία ἀκόμη ἔνδειξις – πέραν τῆς σαφηνείας τῆς διατυπώσεως– τοῦ δυνητικοῦ (καί ὄχι τοῦ ὑποχρεωτικοῦ) χαρακτῆρος. «Καθ’ ὅσον, ὡς γνωστόν, δέν ἐπαινεῖται «ὁ ποιήσας πάντα τά διατεταγμένα», ἀλλ’ εἶναι «ἀχρεῖος δοῦλος», ἀλλά ὁ ποιήσας τό «ἐπί πλέον».  Καί αὐτό τό «ἐπί πλέον» ἐν προκειμένῳ δέν ἐξαντλεῖται στήν εὔκολη σχετικά μηχανική ἀποτείχισι, παρά τίς –δῆθεν ἤ ὄντως– κυρώσεις πού ἐνδέχεται νά ὑποστοῦμε, ἀλλά κυρίως στήν ἐπίτευξιν τῆς καθάρσεώς μας καί τοῦ ἐπακολουθοῦντος θείου φωτισμοῦ καί διακρίσεως, ὥστε νά διαγνώσωμεν ἀπλανῶς –τουλάχιστον οἱ πρωτοστατοῦντες– τό ἐάν, τό πότε, τό πῶς καί τό ἐπί πόσον πρέπει νά ἀποτειχισθοῦμε· διότι μόνον τότε ἡ ἀποτείχισίς μας θά συντελέσῃ ὄντως στό νά ρυσθῇ σχισμάτων ἡ Ἐκκλησία, καί ὄχι νά ἐμπλησθῇ τοιούτων πρός αἰωνίαν καταδίκην μας.
Ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ τοῦ «ἐπί πλέον» εἶναι αὐτό πού μᾶς φοβίζει καί μᾶς φρενάρει –ἀλλά μᾶς κάνει νά αἰσθανώμεθα ἔνοχοι– καί ὄχι ὁ δῆθεν φόβος τῶν κυρώσεων, πού μᾶς κατηγορεῖ καί συκοφαντεῖ ὁ π. Ε. (Τοὐλάχιστον πολλούς Ἁγιορεῖτες, ἀλλά καί ἐν τῷ κόσμῳ πολλούς ἀγωνιζομένους Πατέρας καί ἀδελφούς). Διότι, ὅπως ἀπεδείχθη ἐν τῇ πράξει, ὅταν ἀπουσιάζῃ αὐτός ὁ φωτισμός, ἀκόμη καί ἀγαθή καί ἀνιδιοτελής νά εἶναι ἡ ἀρχική μας πρόθεσις, σχεδόν πάντοτε καταλήγομε στήν πλάνη. Καί ἀναμφίβολα εἶναι πλάνη –καί ἀκόμη μεγαλύτερη, ἄν οὔτε κἄν τό ὑποψιαζώμαστε– τό νά θεωροῦμε ὅλην τήν Ἐκκλησίαν αἱρετική καί μολυσμένην, «θολήν καί βρώμικη»(!) καί τά μυστήριά της «μάταια καί ἐπιβλαβῆ»!!! (Ὁ π. Ἐπιφάνιος αὐτό τό χαρακτήριζεν ἀπερίφραστα ὡς αἵρεσιν καί ὄχι ὡς ἁπλοῦν σχίσμα).
Τούς φόβους μας δέν τούς ἐνισχύει μόνον ἡ οἰκτρά κατάληξις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀλλά καί ἡ κατάληξις εὐλαβεστάτων Πατέρων, πού ἐνῷ μᾶς στήριξαν στήν ἀρχήν τῆς μοναχικῆς μας ζωῆς, τώρα διστάζομε νά τούς μνημονεύσωμε στήν Θείαν Λειτουργίαν, διότι ἐκοιμήθησαν ἐκτός Ἐκκλησίας! Ἀλλά καί, προσφάτως, ἡ κατάληξις τοῦ εὐλαβοῦς (κατά τίς πληροφορίες μας)  ἱερέως ............., ὡς καί ἐν προκειμένῳ τοῦ π. Ε. Πιστεύω ὅτι δέν θά μέ παρεξηγήσῃς, ἀλλ’ ἀντιθέτως θά ἐκτιμήσῃς τήν εὐθύτητά μου.  Σοῦ ἐξομολογοῦμαι ὅτι ἐνῷ ἐθαύμαζα τήν ὁμολογίαν σου ...τώρα συνειδητοποιῶ τόν κίνδυνον πού διατρέχεις, ἐφ’ ὅσον φαίνεται ὅτι δέν ἀντιλαμβάνεσαι τήν πλάνην τοῦ π. Ε. Ἄν δέν μπορῇς νά καταλάβῃς τήν ἀγάπην μου καί τήν εἰλικρίνειάν μου, τοὐλάχιστον συγχώρεσέ με γιά τό θράσος μου.
Τελειώνοντας ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω ὅτι αὐτό τό «ἐπί πλέον» δέν ἐπιτυγχάνεται μόνον μέ τούς ὁμολογιακούς ἀγῶνες καί τίς ἐν γένει ἐξωστρέφειες, ἀλλά πρωτίστως μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή καί τήν ταπείνωσιν (τά ὁποῖα ἐνῷ στό ὀπισθόφυλλό του ὡραιότατα συνιστᾷ ὁ π. Ε. μέσα στό βιβλίο του φαίνεται νά τά εἰρωνεύεται!). Αὐτήν τήν ἔννοιαν ἔχει καί ἡ γνωστή χαρακτηριστική φράσις τοῦ Ἀββᾶ Βαρσανουφίου, τήν ὁποίαν πολλοί παρεξηγοῦν. Στήν συνέχεια, φυσικά θά ἀκολουθήσουν καί οἱ ὁμολογιακοί ἀγῶνες, ὅταν καί ὅπως ὁ Θεός πληροφορήσῃ.

2. Προσπαθώντας ὁ π. Ε. νά στηρίξῃ τό ὑποχρεωτικόν τοῦ Ἱ. Κανόνος (διά τήν ἀκρίβειαν: τό ὑποχρεωτικόν τῆς ἐξαιρέσεώς του), στήν διδασκαλίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατέρων καί ἄλλων κανόνων, παραθέτει πλῆθος χωρίων, τά ὁποῖα ὅμως ἀναφέρονται σέ διάφορες περιπτώσεις ὅσον ἀφορᾷ:
Ι. Τήν κατηγορίαν τῶν αἱρετικῶν, διά τούς ὁποίους συνιστᾶται ἡ μή κοινωνία.
ΙΙ. Τό εἶδος τῆς ἀκοινωνησίας, καί
ΙΙΙ. Τόν σκοπόν τῆς ἀκοινωνησίας. Ἀναλυτικώτερα:
«Ι. Μεγάλη σύγχυσις καί ἐσφαλμένα συμπεράσματα δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν διακρίσεως μεταξὺ τῶν διαφορετικῶν κατηγοριῶν, τῶν σημαινομένων διὰ τῆς λέξεως “αἱρετικός”. Ὁ π. Εὐθύμιος φαίνεται ὅτι ἐξισώνει ὅλες τὶς κατηγορίες. Ὅμως οἱ Ἱ. Κανόνες καὶ γενικότερα ἡ ποιμαντικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων σαφῶς διακρίνουν. Συγκεκριμένα:
α΄. Συνηθέστερα ἡ ἀναφορά γίνεται στά μέλη τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν». [Ἀλλά  καί μεταξύ αὐτῶν, διαφορετικά ἀντιμετωπίζονται οἱ αἱρεσιάρχαι καί γενικώτερα οἱ ἡγέται καί οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς αἱρετικῆς παραφυάδος καί διαφορετικά οἱ ἁπλοῖ πιστοί, ἰδίως, ὅταν μάλιστα διακατέχονται ἀπό τήν «καλήν ἀνησυχίαν» καί τήν τάσιν διά τήν Ὀρθοδοξίαν].
β΄. Ἄλλη κατηγορία εἶναι οἱ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πού οὐσιαστικά αὐτοαπεκόπησαν καί προσεχώρησαν σέ αἱρετικήν «Ἐκκλησίαν», εἴτε ἐν τῇ πράξει διά πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (καί ὄχι ἁπλῶς διά μιᾶς περιστασιακῆς συμπροσευχῆς φυσικά καί αὐτῆς ἐνόχου), εἴτε θεωρητικῶς δι’ ὑπογραφῆς σχετικοῦ ἑνωτικοῦ κειμένου. Ἀπ’ αὐτούς –ἐφ΄ ὅσον δέν ἐπιστρέψουν διά μετανοίας– ἐπιβάλλεται ἡ ἀποτείχισις καί ἡ διακοπή κοινωνίας, καθ’ ὅσον ἀφωμοιώθησαν μέ τήν α΄ κατηγορίαν.
γ΄. Ἄλλη κατηγορία εἶναι οἱ συνοδικῶς καταδικασθέντες ὡς κηρύσσοντες γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» αἵρεσιν.  Καί ἀπ’ αὐτούς ἐπιβάλλεται ἡ ἀποτείχισις, ἐφ΄ ὅσον καί αὐτοί ἀπεκόπησαν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως καί ἀνήκουν πλέον στήν α’ κατηγορίαν.
δ΄.  Ἄλλη κατηγορία εἶναι αὐτή στήν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ ἐξαίρεσις τοῦ παρόντος κανόνος: οἱ κηρύσσοντες «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» κατεγνωσμένην αἵρεσιν, ἀλλά μή εἰσέτι καταδικασθέντες. Ἀπ’ αὐτούς ἐπιτρέπεται ὑπό ὅρους (βλ. ἀνωτ. 1.) (δέν ἐπιβάλλεται) ἡ ἀποτείχισις.
ε΄. Ἄλλη κατηγορία εἶναι οἱ χρησιμοποιοῦντες διγλωσσίαν (εἴτε ἐκ συγχύσεως, εἴτε ἐξ ὑποκρισίας, εἴτε ἐκ δειλίας, εἴτε ἐκ γνησίας μεταμελείας· Κύριος οἶδεν). Πιστεύω ὅτι, ἐάν δέν προηγηθῇ διά σχετικῆς ἐρωτήσεώς μας σαφής ἐπιβεβαίωσις καί διακήρυξις («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ») τοῦ αἱρετικοῦ φρονήματός των, δέν δικαιούμεθα νά ἐπικαλεσθοῦμε τήν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος (πρός δυνητικήν ἀποτείχισίν μας).
στ΄. Ἄλλη κατηγορία εἶναι τῶν πιπτόντων σέ κανονικά παραπτώματα (συμπροσευχές κλπ.) Αὐτοί –πού πιθανόν νά μήν εἶναι αἱρετικοί κατά τό φρόνημα, ἀλλ’ Ὀρθόδοξοι–  ὀφείλουν μέν νά καθαιρεθοῦν, ἀλλά πρό τῆς καθαιρέσεώς των δέν δυνάμεθα νά ἐπικαλεσθοῦμε τήν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος.
ζ΄. Ἄλλη κατηγορία εἶναι τῶν ἐχόντων ἐσωτερικῶς σαφῶς αἱρετικόν φρόνημα, ἀλλ’ ἐξωτερικῶς ὀρθοδοξολογούντων. Οὔτε δι’ αὐτούς ἰσχύει ἡ ἐξαίρεσις.
η΄. Ἡ σύγχυσις ἐπιτείνεται, ἔτι διά τῆς ὑπό τοῦ π. Ε. συμπεριλήψεως καί τῶν μή ἐχόντων ὀρθόν βίον. Σέ βαθμόν, μάλιστα, πού νά δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξύ τῶν διαφόρων Ἱ. Κανόνων, μεταξύ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά καί μεταξύ τῶν χωρίων ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ Πατρός (Ἁγ. Ἰ. Χρυσοστόμου)! Ἐπιγραμματικῶς θά πρέπῃ νά παρατηρηθῇ ὅτι:
–Λόγῳ τῶν καταχρήσεων πού ἐγίνοντο στήν ἑρμηνεία τῆς φράσεως «καί δικαιοσύνῃ» τοῦ ΛΑ΄ Ἀποστολικοῦ πρός δημιουργίαν σχισμάτων, ὁ ΙΕ΄ τῆς ΑΒ΄ περιορίζει τήν ἐξαίρεσιν μόνον στά σφάλματα πίστεως.
–Οἱ φαινομενικές ἀντιφάσεις δημιουργοῦνται καί ἀπό τό διαφορετικόν εἶδος καί τόν διαφορετικόν λόγον–σκοπόν τῆς συνιστωμένης ἀκοινωνησίας (περί ὧν βλ. κατωτέρω: ΙΙ καί ΙΙΙ).
–Τέλος, εἰδικῶς μέ τήν “ἀντίφασιν” τοῦ Ἁγ. Ἰ. Χρυσοστόμου, πού δίδει λαβήν νά ἑρμηνευθῆ ὡς ἰδιοτέλεια τοῦ Ἁγίου(!), ὤφειλε ὁ π. Ε. νά μήν ἀποσιωπήσῃ ὅτι ἀρχικῶς ὁ πατήρ εἶχε δώσει ἐντολήν νά κοινωνήσουν μέ τόν μοιχεπιβάτην διάδοχόν του –ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο γιά θέμα πίστεως (συμφώνως ἄλλωστε μέ τήν ἀμέσως προηγουμένως ἐκτεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ π. Ε.  διδασκαλίαν του)–· συνέστησε μόνον νά μήν ὑπογράψουν τήν ἄδικον καί συκοφαντικήν καί κυρίως ἀντικανονικήν καταδίκην του. Ὅμως μεταγενεστέρως, βλέποντας τήν τυρρανικήν καί μή ἔχουσαν κἄν προσωπεῖον ἐκκλησιαστικόν συμπεριφορά τῶν διωκτῶν του πρός τούς ἀφοσιωμένους εἰς αὐτόν, ἐμακάρισε τούς μή κοινωνήσαντας καί τούς παρηγόρησε διά τά μαρτυρικά παθήματά τους.
ΙΙ. Τό εἶδος τῆς συνιστωμένης ἀκοινωνησίας ἀναφέρεται:
α΄.  Στήν ἁπλῆν συναναστροφήν.
β΄. Ἄλλοτε σέ συγκεκριμένην ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν (συνήθως συμπροσευχήν). Καί
γ΄. Ἄλλοτε στήν πλήρη ἐκκλησιαστικήν καί μυστηριακήν κοινωνίαν.
          ΙΙΙ. Ὁ σκοπός τῆς συνιστωμένης ἀκοινωνησίας εἶναι:
α΄. Ἄλλοτε, ἡ προφύλαξις τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν ἀπό τήν πλάνην.
β΄. Ἄλλοτε ἡ παρεμπόδισις τοῦ «ἱεραποστολικοῦ» ἔργου τῶν αἱρετικῶν.
γ. Ἄλλοτε ἡ μή ἐκμετάλλευσις τοῦ κύρους τῶν κοινωνούντων (ὅταν αὐτοί ἔχουν κάποιο κῦρος μεταξύ τῶν πιστῶν).
δ΄. Ἄλλοτε, ἡ μή προσβολή τοῦ θεσμικοῦ ὀργάνου πού ἐπέβαλε τήν ἀκοινωνησίαν.
ε΄. Ἄλλοτε, ἡ πίεσις πρός τόν ἐκτρεπόμενον διά διόρθωσίν του.
στ΄. Ἄλλοτε ἡ πίεσις πρός τό ἁρμόδιον θεσμικόν ὄργανον, ὥστε νά ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Καί
ζ΄. Ἄλλοτε, (προκειμένου γιά πλήρη ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή κοινωνία μέ ἐκτός Ἐκκλησίας αἱρετικούς), τό νά ἀποτραπῇ ἡ αὐτοαποκοπή τοῦ κοινωνοῦντος ἀπό τήν Ἐκκλησίαν καί ἡ ἐνσωμάτωσίς του στήν αἵρεσιν.
          Ἐάν στόν ὁποιοδήποτε σχετικό κανόνα ἤ Ἁγιογραφικό ἤ Πατερικό χωρίο δώσωμε αὐθαίρετον ἑρμηνείαν, ὅσον ἀφορᾷ τά ἀνωτέρω Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, καί ὄχι σύμφωνον μέ τό ἀληθές πνεῦμα τοῦ χωρίου, ἀλλά καί τῆς διαχρονικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε εἶναι πολύ εὔκολον –ἀλλά καί πολύ ἐπικίνδυνον– νά καταλήξωμε σέ ὅποιο συμπέρασμα ἐπιθυμοῦμε. Αὐτό πράττει διαρκῶς ὁ π. Ε. δι’ αὐθαιρέτων ἑρμηνειῶν καί σοφιστικῶν προεκτάσεων.
          3. Τελείως ἀνεπιτυχής εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ π. Ε. νά εὕρῃ στηρίγματα στήν Ἐκκλησιαστικήν μας Ἱστορίαν.
Γενικῶς: α΄. Χρησιμοποιεῖ παραδείγματα ἀποτειχισθέντων ἀπὸ κηρύσσοντος “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” αἵρεσιν (πρᾶγμα συμβατόν μὲ τὸ δυνητικόν τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ Κανόνος), ἀλλ’ οὐδέποτε καταδεικνύει ὅτι πάντες ἀπετειχίσθησαν ἤ ἔστω ὅτι ἐτιμωρήθησαν οἱ μὴ ἀποτειχισθέντες (ὅπως θὰ ἀπαιτεῖτο πρὸς στήριξιν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐξαιρέσεως)· οὔτε μίαν περίπτωσιν στήν δισχιλιετῆ Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν!
β΄. Χρησιμοποιεῖ παραδείγματα ἀποτειχισθέντων ἄσχετα μέ τόν ΙΕ΄ κανόνα, ἐφ’ ὅσον δέν ἐπρόκειτο εἰς αὐτά δι’ ἁπλῆν διακήρυξιν αἱρέσεως, ἀλλά διά αὐτοαποκοπήν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν καί προσχώρησιν στήν αἵρεσιν δι’ ἐπισήμου ὑπογραφῆς ἑνώσεως μετ’ αὐτῆς, στά ὁποῖα ἀναντιρρήτως ἡ ἀποτείχισις ἦτο ὑποχρεωτική.
Εἰδικώτερον: α΄. Διά νά ὑπερπηδήσῃ τό ἁπλούστατον, ἀλλά καί ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα τοῦ π. Ἐπιφάνιου (ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε 1 (!) περίπτωσις τιμωρηθέντος διά μή ἀποτείχισιν πρό συνοδικῆς διαγνώμης), προσάγει τήν περίπτωσιν τῶν τριῶν ἐπισκόπων τῶν προσαχθέντων εἰς τήν Ζ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον! Μά, αὐτοί -ὅπως σαφῶς φαίνεται ἀπό τά παρατιθέμενα κείμενα- ἦσαν εἰκονομάχοι! Δηλαδή, ὄχι μόνον ἐκοινώνουν μέ αἱρετικούς μή κατεγνωσμένης αἱρέσεως [ὡς ἰσχυρίζεται ὁ π. Ε, ἀποκρύπτοντας –ἤ ἔστω ἀγνοώντας– ὅτι οἱ Εἰκονομάχοι εἶχαν ἐπανειλημμένως ἀναθεματισθῇ ἀπό τοπικάς Συνόδους καί ἦσαν, φυσικά, ἀποκεκομμένοι τῆς Ἐκκλησίας], ὄχι μόνον δέν ὀρθοδοξολόγουν, ὄντες ἀναγκασμένοι –ἔστω– νά κοινωνοῦν μέ τούς ἀναθεματισμένους αἱρετικούς, ἀλλά καί οἱ ἴδιοι ἐπρέσβευον καί ἐκήρυττον τήν αἵρεσιν!!!
Βάσει αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος ἀπαντᾶ στό ἐπιχείρημα τοῦ π. Ἐπιφάνιου, ἐπικαλούμενος τήν μετάνοιαν τῶν  τριῶν ἐπισκόπων καί τήν εὐσπλαγχνίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐπιχειρῶν νά δικαιολογήση ἁπάσας (τάς ἀπείρους) περιπτώσεις ἀτιμωρησίας σέ μή ἀποτειχισθέντας. Δέν κατανοεῖ, ὅμως, ὅτι ἔτσι –ἀκόμη καί ἐάν τό τελείως αὐτό ἄσχετο μέ τόν Ἱ. Κανόνα παράδειγμα ἦταν ὅπως αὐτός τό ἤθελε– ὑποβοηθεῖ (ὅσους, φυσικά, τὸν πιστεύουν) νά ἐπιδιώκουν τό βόλεμά τους καί τόν συμβιβασμόν μέ τήν αἵρεσιν (ὅσον αὐτή ἐπικρατεῖ), ἔχοντας ἐξασφαλισμένην τήν μετά ταῦτα ἀθώωσίν των, λόγῳ τῆς εὐσπλαχνίας τῶν Ἁγ. Πατέρων»!
β΄. Τελείως ἀνεπιτυχῶς χρησιμοποιεῖ τήν ρῆσιν τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου γιά τήν οἰκονομίαν τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου πρός τούς μνημονεύοντας τόν αἱρετικόν Θεόδωρου Μοψουεστίας. Στό τέλος μάλιστα τῆς σ. 146 παρερμηνεύει ἐντελῶς τήν φράσιν του (ἡ ὁποία δέν τόν συμφέρει).  Αὐτό πού ὄντως λέγει ἐκεῖ ὁ Ἅγιος εἶναι ὅτι ὅποιος ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα, ἀναθεματίζει δυνάμει κάθε αἱρετικόν, ἀκόμη καί ἐάν δέν τόν ἀναθεματίζῃ ὀνομαστικῶς! Καί δεδομένου ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἐπίσκοποι ὄχι μόνον δέν ἀναθεμάτιζαν τόν αἱρετικόν Θεόδωρον, ἀλλά καί τόν ἐμνημόνευον στά δίπτυχα, ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος (ὅπως καί ὁ Ἅγιος Κύριλλος) ἀποδέχεται –ἄχρι καιροῦ, φυσικά– καί αὐτήν τήν οἰκονομίαν! (ἀρκεῖ ὁ μνημονεύων νά ὀρθοδοξεῖ κατά πάντα).
γ΄. Ἀπό τόν Ἅγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην (+829) μέχρι σήμερα ἡ μοναδική(!!!) περίπτωσις ὀρθῆς ἀποτειχίσεως (σύμφωνος πρός τήν ἐξαίρεσιν τοῦ ΙΕ΄ κανόνος) πού προσάγει ὁ π. Ε., εἶναι ἡ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[1]. Ἀλλά νομίζω ὅτι καί σ’ αὐτήν ἀκόμη τήν περίπτωσιν ὑπάρχει κάτι τό ἰδιάζον: Ἀπό τήν σύνοδον τοῦ 1341 καταδικάζεται ἡ αἵρεσις καί οἱ ἐκπρόσωποί της καί δικαιώνεται πανηγυρικῶς ὁ Ἅγ. Γρηγόριος καί ἡ διδασκαλία του. Ὅταν ἀμέσως μετά ὁ Καλέκας στηρίζῃ τήν αἵρεσιν, χειροτονῇ τόν Ἀκίνδυνον καί τόν προωθῇ καί δι’ ἐπίσκοπον, ἀναθεματίζῃ τόν Ἅγ. Γρηγόριον καί τούς ὁμόφρονάς του (δηλ. τήν Ὀρθοδοξίαν) δι’ ἐπισήμου ἐγκυκλίου (χρησιμοποιώντας μάλιστα μηχανορραφίες καί πολιτικά μέσα), δέν εἶναι ἐμφανές ὅτι δέν πρόκειται γιά μιά ἁπλῆ διακήρυξιν αἱρέσεως, ἀλλά διά σαφῆ ἔμπρακτον προσχώρησιν στήν αἵρεσιν, αὐτοαποκοπήν του ἀπό τήν Ἐκκλησίαν καί καταδίωξιν αὐτῆς; Ἀλλ’ ἀκόμη καί ἄν παραβλεφθῇ ὁ ἰδιάζων αὐτός χαρακτήρ καί θεωρηθῇ ἡ στάσις τοῦ Καλέκα ὡς ἁπλῆ διακήρυξις αἱρέσεως, πρόκειται γιά τήν μοναδικήν ἀποτείχισιν (σύμφωνον μέ τήν ἐξαίρεσιν τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος) ἐντός 12 αἰώνων(!) καί ἐνῷ στό διάστημα αὐτό ἐγένοντο πλῆθος ἄπειρον αἱρετικῶν διακηρύξεων.
δ΄. Τά περί filioque εἶναι ἐμφανέστατα ἐναντίον τοῦ π. Ε. (Ἐσύ, ὡς ἀσχοληθείς εἰδικῶς μέ τό θέμα, θά τό γνωρίζῃς καλύτερα). Καθόσον: Οἱ Ὀρθόδοξοι Πάπαι Ρώμης διετήρουν ἐπὶ αἰῶνας –μετὰ τὰς αἱρετικὰς Συνόδους: Τολέδο (589), Φραγκφούρτης (794) καὶ Ἄαχεν (809)– τὴν κοινωνίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν Φράγκων. Οἱ δὲ 4 Πατριάρχαι τῆς ἀνατολῆς ἐκοινώνουν μὲν ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας τῷ Ὀρθοδόξῳ μέν, ἀλλὰ κοινωνοῦντι μεθ’ αἱρετικῶν Πάπα Ρώμης, στὴν συνέχεια δέ, ὅταν οἱ Πάπαι ἐξέκλιναν εἰς τὴν αἵρεσιν, ἐμακροθύμουν καὶ ᾠκονόμουν ἐπ’ ἀρκετὸν διάστημα τὴν μετ’ αὐτῶν κοινωνίαν, εὐελπιστοῦντες –καὶ ὑποβοηθοῦντες διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ– εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τῆς ἐκπεσούσης Πρωτοθρόνου “Ἐκκλησίας” τῆς Ρώμης.
ε΄. Σαφῶς ἐναντίον τῶν θέσεων τοῦ π. Ε. εἶναι καί τό περί ἀποτειχίσεως τῶν Ἁγιορειτῶν ἐπί Βέκκου.  Τόσον οἱ Ἁγιορεῖται, ὅσον καί οἱ ἄλλοι ὁμολογηταί Πατέρες τῆς περιόδου ἐκείνης, ἐκοινώνουν μέ τούς λατινόφρονας φιλενωτικούς μέχρι τήν ἕνωσιν τῆς Λυών (1274). Ἡ μετά ταύτην ἀποτείχισίς των ἦτο ἀναμφιβόλως ὑποχρεωτική (καί ὄχι προαιρετική), ἀλλ’ ὅμως ἦτο ἄσχετος μέ τόν ΙΕ΄ Κανόνα, ἐφ’ ὅσον πλέον ἐπρόκειτο δι’ ἐπίσημον προσχώρησιν στήν αἵρεσιν. Ἡ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος σχετίζεται μέ τό πρό τῆς ἑνώσεως διάστημα, ὅτε οἱ λατινόφρονες ἐκήρυττον τήν αἵρεσιν, ἀλλ’ οἱ ὁμολογηταί Πατέρες, μή ἀποτειχισθέντες, δέν ἐποίησαν χρῆσιν αὐτῆς (τῆς ἐξαιρέσεως), δεικνύοντες ἐμφανέστατα τό προαιρετικόν αὐτῆς!
στ΄. Ἀκριβῶς τά αὐτά ἰσχύουν καί διά τόν διδάσκαλον Ἰωσήφ τόν Βρυένιον.  Διεφώνει μέν, ἀλλ’ ἐκοινώνει μετά τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς ἐποχῆς του, δεικνύων ἐμπράκτως τό προαιρετικόν τῆς ἐξαιρέσεως, ἀλλά ἠρνεῖτο ἐπιμόνως τήν κοινωνίαν μέ τούς κοινωνοῦντας τοῖς Λατίνοις Κυπρίους, διδάσκων τόν ἐπιβεβλημένον καί ὑποχρεωτικόν τῆς τοιαύτης ἀποτειχίσεως.
ζ΄.  Ἀλλά καί ὁ Ἅγ. Μάρκος ὁ Εὐγενικός καταδικάζει διά τοῦ παραδείγματός του τίς ἀπόψεις τοῦ π. Ε. Ὁ π. Ε. ἀποσιωπᾷ ὡς... «γνωστήν σέ πολλούς» τήν πρό τῆς ἑνώσεως τῆς Φλωρεντίας (1439) στάσιν τοῦ Ἁγίου. Ἀποσιωπᾷ, δηλ. ὅτι ὁ Ἅγιος διεφώνει μέν ὀξύτατα μετά τῶν Λατινοφρόνων συνεπισκόπων του, ἐκοινώνει ὅμως πλήρως μετ’ αὐτῶν. Ἀποσιωπᾷ ἀκόμη καί τήν ἐν ἀρχῇ πρός τούς Λατίνους στάσιν του, πού ἀσφαλῶς σκανδαλίζει τόν π. Ε. καί τούς ὁμόφρονάς του, καί πού, ἐάν ἔζη σήμερον (ὁ Ἅγιος) καί τήν ἐπανελάμβανε, θά ἔσπευδον νά τόν χαρακτηρίσουν ὡς Οἰκουμενιστήν καί αἱρετικόν καί θά ἀπετειχίζοντο πάραυτα ἐξ αὐτοῦ, διά νά μήν μεταδοθῇ καί σ’ αὐτούς ὁ «μολυσμός τῆς αἱρέσεως»! Ἡ οἰκονομία πού μεταχειρίζεται κατά τήν πρώτην ὁμιλίαν του, ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Ὀρθοδόξων πρός τήν Σύνοδον εἶναι ἀδιανόητος διά τόν π. Ε. Ἀπό τό ἄλλον ἄκρον, φυσικά, καί οἱ Οἰκουμενισταί, ἀπομονώνοντάς την τήν κραδαίνουν ὡς σημαία. Ἀποσιωποῦν καί αὐτοί ὅτι, ἐνῷ κατ’ ἄκραν οἰκονομίαν ὡμίλησεν ἔτσι ἀρχικῶς ὁ Ἅγιος, ἀγωνιζόμενος καί εὐελπιστῶν εἰς τήν ἐπιστροφήν τῶν Λατίνων, ὅταν διεπίστωσε τό ἀμετανόητόν των, ἐφέρθη κατ’ ἀκρίβειαν, ἐγκαταλείψας τάς λεκτικάς φιλοφρονήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ δέ τήν ἐπιβεβλημένην ἀκοινωνησίαν του μέ τούς Λατινίσαντες διά τῆς ἑνώσεως τῆς Φλωρεντίας, ἰσχύουν ὅσα ἐλέχθησαν καί ἀνωτέρω στό ε΄.
η΄. Τήν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας  –ἐνῶ πλεῖσται ἀφορμαί δι’ ἀποτείχισιν ἐδόθησαν καί οὐδεμία ἀποτείχισις ἐγένετο, καταδεικνυομένου οὕτως τοῦ προαιρετικοῦ τῆς ἐξαιρέσεως– ὁ π.Ε. τήν ἀντιπαρέρχεται πολύ... εὔκολα. Μέ τήν δικαιολογίαν ὅτι τότε «ἡ Ἐκκλησία ἐζοῦσε ἐν διωγμῷ», ἄν καί ἀμέσως κατωτέρω ὁμολογεῖ ἀντιφατικά ὅτι «οἱ περίοδοι πού ἡ Ἐκκλησία εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ θεωροῦνται οἱ καλύτερες ἀπό πνευματικῆς πλευρᾶς»!
4. Ἡ συνεπής ἐφαρμογή τῆς θεωρίας του ἀναγκάζει τόν π. Ε. νά ὁδηγηθῇ συχνά σέ φοβερές ἀκρότητες. Θεωρεῖ τόν κηρύττοντα αἱρετικά φρονήματα Πατριάρχην –καί ἀλλαχοῦ καί τόν μή κηρύττοντα, ἀλλ’ ἁπλῶς αἱρετικῶς φρονοῦντα–, αὐτομάτως καί χωρίς συνοδικήν καταδίκην, ὡς ψευδεπίσκοπον, ἐκτός Ἐκκλησίας, ξένον Θεοῦ, ἄμοιρον Χάριτος καί μή δυνάμενον νά τελέσῃ ἔγκυρα μυστήρια! Τοιοῦτος πιστεύει ὅτι αὐτομάτως καθίσταται καί ὁ οἱοσδήποτε ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος τόν μνημονεύει ἤ κοινωνεῖ μετ’ αὐτοῦ, ἀσχέτως ἄν εἶναι κατά πάντα ὀρθόδοξος ἤ ἀκόμη καί ὁμολογητής!
Εἶναι τόσο προφανής ὁ παραλογισμός τῶν ἀνωτέρω, ὥστε, ἐάν καταπιαστῶ νά τά ἀντικρούσω μέ ἐπιχειρήματα ἀπό τήν ζωήν καί τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας, θά σημαίνη ὅτι τό ἔχω χάσει καί ἐγώ τό μυαλό μου.  Ἁπλῶς λέγω  –κάτι τό ἐξόφθαλμο ἄλλωστε– ὅτι ἐάν ταῦτα ἴσχυον, ΟΛΟΙ ΜΑΣ  θά εἴμαστε ἐκτός Ἐκκλησίας, μολυσμένοι, αἱρετικοί καί ἀχαρίτωτοι! Φυσικά καί ὁ π. Ε., ἀλλά καί ὁ πιό ἀκραῖος Παλαιοημερολογίτης. Καί ὁπωσδήποτε καί οἱ χαρισματοῦχοι ὅσιοι Γέροντες: Παΐσιος, Πορφύριος, Σωφρόνιος, Ἰάκωβος, Βησαρίων κ.ἄ. Ἀλλά καί οἱ ἤδη ἀνεγνωρισμένοι Ἅγιοι: Σάββας ὁ ἐν Καλύμνῳ, Νικόλαος Πλανᾶς, Γεώργιος Καρσλίδης, Λουκᾶς Συμφερουπόλεως κ.ἄ.! Ὅσον ἀφορᾷ δέ τήν ἀφθονίαν θαυμάτων, μέ τήν ὁποίαν ὁ Θεός ἐτίμησεν τούς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν καί ἐν ζωῇ καί μετά τήν κοίμησίν των, ἔχει ὁ π. Ε. πρόχειρον πρός χρῆσιν τό χωρίον τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου (τέλος σ. 79)! Καί αὐτά μέν, ἄν περιορισθοῦμε μόνον στά ὅσα γράφει ὁ π. Ε. γιά τήν αἱρετικήν ἐγκύκλιον τοῦ 1920. Ἄν προχωρήσωμε μέ τήν ἴδια λογική πρός τά ὀπίσω, σέ παλαιότερους κηρύξαντας αἱρετικά φρονήματα καί στούς κοινωνοῦντες καί μή ἀποτειχιζομένους ἐξ αὐτῶν, δέν θά μείνῃ τίποτε ὄρθιον στήν Ἐκκλησιαστικήν μας Ἱστορίαν.
Ἀπορῶ μέ τόν π. Ε.! Πῶς τόσον ἀβασάνιστα καί ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ὁδηγεῖται –καί παρασύρει καί ὅσους τυφλούς ὄμμασι τόν ἀκολουθοῦν– σέ τέτοιο χάος! Δέν προβληματίζεται ἀπό τήν κατάληξιν ὅτι κάτι πάσχει στήν διαδικασία τῶν συλλογισμῶν του; Ἐξ ἄλλου ἀδυνατῶ νά διανοηθῶ ὅτι, κατά τήν μακράν ἐνασχόλησίν του μέ τό θέμα, δέν ἔπεσε εἰς τήν ἀντίληψίν του τοὐλάχιστον τό ἐν ἀρχῇ τοῦ Πηδαλίου (σελ. 4, σημ. 2) σχόλιον τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου, τό σαφέστατα διακρίνων τόν δυνάμει ἀχαρίτωτον ψευδεπίσκοπον (πρό τῆς Συνοδικῆς καταδίκης του) ἀπό τόν ἐν ἐνεργείᾳ τοιοῦτον (μετά ταύτην)·  καί ὅσα περί τοῦ «καθαιρείσθω» κ.λ.π. ἐπισημαίνει, φέρων εἰς συνηγορίαν καί τούς Ἁγ. Ἀποστόλους.  Ἀλλ’ ἐπίσης μοῦ φαίνεται ἀδιανόητον τό νά ἔχῃ τά ἀνωτέρω ὑπ’ ὄψιν του ὁ π.Ε. καί ἐν τούτοις, νά τά παραβλέπῃ μόνον καί μόνον διά νά αὐτοδικαιωθῇ!



Συμπερασματικῶς.
Βάσει ὅσων ἐλέχθησαν στήν παροῦσαν, θά μποροῦσαν τά περί κοινωνίας καί ἀκοινωνησίας νά συνοψισθοῦν στά ἑξῆς:
1. Μετά συνοδικήν καταδίκην: ἐπιβάλλεται, φυσικά, ἡ διακοπή κοινωνίας μεθ’ ὅλων τῶν καταδικασθέντων (δικαίως ἤ ἀδίκως), ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, ἡ Σύνοδος ἀνεγνωρίσθη ὡς Ὀρθόδοξος καί κανονική ἀπό τήν συνείδησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
2. Πρό συνοδικῆς καταδίκης: ἐπιβάλλεται, ἡ διακοπή κοινωνίας μόνον μετά τῶν αἱρετικῶν τῶν κατηγοριῶν Ια καί Ιβ, ἐπιτρέπεται δέ ὑπό ὅρους μετά τῶν αἱρετικῶν τῶν κατηγοριῶν Ιδ καί Ιε (μετά ἀπό ἐπιβεβαίωσιν).
3. Ἡ παράβασις τῆς ἐπιβεβλημένης ἀκοινωνησίας: τῶν εἰδῶν ΙΙβ καί ΙΙγ, ὅταν ἀναφέρεται σέ αἱρετικούς τῶν κατηγοριῶν Ια, Ιβ, Ιγ, Ιστ καθιστᾷ τόν παραβάτην ὑπόδικον σέ συνοδικήν καταδίκην.
-τοῦ εἴδους μάλιστα ΙΙγ, ὅταν ἀναφέρεται σέ αἱρετικούς τῶν κατηγοριῶν Ια, Ιβ, Ιγ, αὐτομάτως ἀποκόπτει ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τόν παραβάτην καί πρό τῆς Συνοδικῆς καταδίκης του.
4. Τό ΙΙα εἶδος τῆς συνιστωμένης ἀκοινωνησίας ἐπιτρέπεται νά τό ἐφαρμόζωμε κατά συνείδησιν καί ὑπό τό φῶς τῶν ἀναφερθέντων στό ΙΙΙ. Τυχόν μή ἐφαρμογή του εἶναι δυναντόν νά ἐκθέσῃ σέ κινδύνους ἤ νά μήν συνιστᾷ ἐνδεδειγμένην συμπεριφοράν, ἀλλ’ ὅμως δέν συνιστᾷ κανονικόν παράπτωμα.
(Τά Ι, ΙΙ, ΙΙΙ παραπέμπουν στίς σελ. 5 -7).
Ἐλπίζω νά ἔγινα κατανοητός καί νά μήν μοῦ διέφυγε κάτι τό ἀνακριβές.

Ἀγαπητέ μου ......
Εὐλόγησον, ἄν σέ κούρασα καί ζάλισα μέ τήν μακροσκελῆ, ἀλλά καί προχειρογραμμένην ἐπιστολήν μου. Εἶναι πάρα πολλά ἐκεῖνα πού θά μποροῦσα νά ἐπισημάνω, ἀλλά νομίζω ὅτι καί αὐτά εἶναι ἀρκετά.
Πρός τό τέλος, διά νά ἐπιβεβαιώσω κάτι, ἀνέτρεξα στό: «Τά δύο ἄκρα» καί στά δύο βιβλιαράκια τοῦ π. Βασιλείου Γρηγοριάτου (ἀπαντήσεις στόν π. Ν. Δημαρᾶ) καί τά ξαναπέρασα βιαστικά (εἶχα ἀρκετό καιρό πού τά εἶχα διαβάσει). Σοῦ λέω εἰλικρινά: Σκέφθηκα νά σχίσω ὅ,τι εἶχα γράψει καί νά σέ προτρέψω ἁπλῶς νά τά (ξανα)διαβάσῃς μέ προσοχή. Νομίζω ὅτι δέν ἀφήνουν περιθώρια γιά παρανόησιν. (Διαφωτιστικό σέ ἀρκετά σημεῖα ἐν προκειμένῳ εἶναι καί τό: «Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς» τοῦ π. Ἀν. Γκοτσόπουλου). Τελικά, λυπήθηκα τόν κόπο πού εἶχα κάνει καί ὡλοκλήρωσα καί τά δικά μου καί στά στέλνω.
Ἀσφαλῶς δέν θεωρῶ τόν π. Ἐπιφάνιον (οὔτε, φυσικά τόν π. Βασίλειον) ἀλάθητον (ἄν καί ἀσυγκρίτως σοφώτερον ἐμοῦ καί πνευματικώτερον καί περισσότερον κατηρτισμένον –ἰδίως στά νομοκανονικά–). Γι’ αὐτό τό διάβασα μέ κριτικό πνεῦμα. Βέβαια, διεπίστωσα λίγες φορές ὅτι ἀντιδρώντας σέ ζηλωτικές ἀκρότητες –κατά τό: «πάσσαλος πασσάλῳ ἐκκρούεται»–, ἴσως νά ὑπερτονίζουν (ἀμφότεροι) ἤ νά ὑποτονίζουν μερικά σημεῖα. Ἀλλά νομίζω ὅτι αὐτά εἶναι δευτερεύοντα καί τριτεύοντα. Ἄν δέν σέ ἀναπαύουν, ἀγνόησέ τα.  Ἀπό τά ὑπόλοιπα, πάντως, θά λάβῃς ἱκανοποιητικήν καί πειστικήν ἀπάντησιν σ’ ὅλες τίς παρανοήσεις τοῦ π. Ε.
Ἄν καί στά ἰδικά μου δῇς κάποια ἀνακρίβεια, σέ παρακαλῶ, βάλε «καλό λογισμό».  Δέν τήν ἔγραψα κακοπροαίρετα, ἀλλά θά μοῦ διέφυγε λόγῳ βίας ἤ ἀγνοίας. Ἄφησέ την καί πρόσεξε τά ὑπόλοιπα πού ἐπισημαίνω. Ἄν σέ κάτι ἔχῃς ἀντίρρησι, θά χαρῶ νά μοῦ τήν γράψῃς.
Εὔχομαι –εὔχου καί σύ γιά μένα– νά ἔχωμε τόν ἄνωθεν φωτισμόν, γιατί τό διακινδυνευόμενον δέν εἶναι ἐπίγειόν τι, ἀλλά ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ὅπως ἐπίσης καί τῶν ψυχῶν πού ἐπηρεάζομε.
Καλόν ὑπόλοιπον τῆς Ἁγ. Τεσσαρακοστῆς καί Καλήν Ἀνάστασιν!
                                            Μέ ἀγάπην Χριστοῦ,
                                            ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός σου
                                                      Μοναχός.......











[1] Περί τινος Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας (σελ. 149-150) δίδονται ἐλλιπῆ στοιχεῖα καί ἀδυνατῶ νά συμπεράνω. Τό αὐτοκέφαλον τοῦ 1850 καί τήν ἀποτείχισιν τοῦ Παλαιοῦ Ἠμερολογίου τά ἐπικρίνει καί ὁ π. Ε. Ἀλλά καί διά τήν ἀποτείχισιν τῶν Ἁγιορειτῶν (περί τό 1970) ἐκφράζεται ὑποτιμητικά (ἐκτός ἀπό τό ξεκίνημά της).