Εἶναι γνωστὸς ὁ διάλογος ποὺ ἄνοιξε πέρυσι ἡ Μητρόπολη
Πειραιῶς γιὰ τὸ καίριο θέμα ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν Πίστη καὶ τὴ σωτηρία μας: τῆς ἀπομακρύνσεώς
μας ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές. Συγκεκριμένα ὁ π. Παῦλος
Δημητρακόπουλος (μὲ τὴ συνδρομὴν τοῦ π. Ἀγγέλου) ἔκαναν κριτική σὲ βιβλίο τοῦ
π. Εὐθυμίου*. Ὅμως, αὐτὸς ὁ διάλογος ποὺ ἄνοιξε –μὲ τὶς εὐλογίες
τοῦ Μητροπολίτη Πειραιῶς– εἶχε ὡς καρπὸ ἕνα κακόδοξο κείμενο τοῦ π. Παύλου, ποὺ
ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια Μητρόπολη ὡς φυλλάδιο, μὲ τὸ ὁποῖο διαστρεβλώθηκε ἡ πάγια
ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ στάση τῶν πιστῶν πρὸς τοὺς
Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους ποὺ αἱρετίζουν καὶ ὡς ἐκ τούτου τέμνει «νὲα» ἀντιπατερικὴ
ὁδὸ γιὰ τὴν ἀντιμέτωπιση τῶν αἱρετικῶν!
Στὸ φυλλάδιο αὐτὸ ἀπάντησε ὁ π. Εὐθύμιος
Τρικαμηνᾶς καὶ ἀπέδειξε μὲ πληθώρα πατερικῶν κειμένων τὶς αὐθαίρετες θέσεις τῆς
Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἡ ὁποία μὴ δυναμένη νὰ ἀντικρούσει τὸ γεγονὸς ὅτι
διαστρέβλωσε ἁγιοπατερικὲς θέσεις, ἀλλὰ καὶ μὴ θέλουσα νὰ ζητήσει συγγνώμη γι’
αὐτὸ τὸ ὀλίσθημα, ἀρνήθηκε νὰ συνεχίσει τὸ διάλογο ποὺ αὐτὴ ἄνοιξε, ἀρνήθηκε νὰ
ἀπαντήσει στὴ δευτερολογία τοῦ π. Εὐθυμίου, ἀρνήθηκε νὰ ἀπαντήσει καὶ στὶς 3 ἐρωτήσεις
ποὺ ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἔθεσε!
Γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν δυσκολία ἡ Ἱ. Μητρόπολις καὶ
νὰ καλύψει τὴν ἀδυναμία της νὰ συνεχίσει τὸν διάλογο ποὺ ἐπιπόλαια ἄνοιξε, προφασίστηκε
ὅτι τὸ θέμα θὰ συζητηθεῖ δημόσια σὲ Ἡμερίδα περὶ Ἀποτειχίσεως ποὺ θὰ διοργανώσει,
ὥστε ἐκεῖ νὰ ἀκουστοῦν ὅλες οἱ ἀπόψεις καὶ νὰ ἐξαχθοῦν συμπεράσματα! Μέχρι
τώρα (ἂν καὶ πέρασαν ἀρκετοὶ μῆνες) δὲν προσδιορίσθηκε
ἡ ἡμερομηνία τῆς Ἡμερίδας, παρότι σὲ Σύναξη κληρικῶν ἀνακοινώθηκαν καὶ ὀνόματα ὁμιλητῶν.
Ἐξ αὐτῶν, ὅπως μάθαμε οἱ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ π. Θεόδωρος Ζήσης ἀρνήθηκαν
νὰ κάνουν εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα, τὴν δὲ πρόσκληση πρὸς τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ,
γιὰ νὰ κάνει εἰσήγηση, οἱ διοργανωτὲς τὴν ἀνακάλεσαν, γιατὶ δὲν τοὺς ἄρεσαν οἱ
προτάσεις ποὺ ...ἔκανε!
Γράψαμε αὐτὰ τὰ εἰσαγωγικά, προκειμένου νὰ ἐνημερωθεῖ
ὁ ἀναγνώστης γιὰ τὶς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐγράφη καὶ τὰ πλαίσια μέσα στὰ
ὁποῖα κινεῖται ἡ μελέτη-ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ π. Εὐθυμίου, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἐμμονὴ
τῶν τῆς Μητροπόλεως νὰ συνεχίσουν τὴν κακόδοξη τακτική τους.
Παραθέτουμε ἕνα τμῆμα τοῦ βιβλίου: «Ἡ ἀποτείχισις σέ ἐπίπεδο Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν»
καὶ «Ἐπὶ Πατριάρχου Βέκκου», μιᾶς καὶ ἀπὸ κάποιους ἀνακινήθηκε τὸ θέμα τῆς ἀποτειχίσεως
καὶ διετυπώθηκαν ἀνακρίβειες γι’ αὐτό, λόγῳ ἀγνοίας τῶν Πατερικῶν κειμένων.
Ἡ ἀποτείχισις σέ ἐπίπεδο Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν**
Θά
ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ στό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς σας μελέτης «Ἡ ἀποτείχισις σέ ἐπίπεδο Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν».
Στό κεφάλαιο αὐτό δείχνετε, πατέρες (τῆς Ἱ. Μ. Πειραιῶς), ὄχι
μόνο μία ἄγνοια βασικῶν
θεμάτων, ἀλλά καί μία σύγχυσι σέ σημεῖο πού νά παρεξηγῆτε καί νά παρερμηνεύετε,
αὐτά τά ὁποῖα κρίνετε. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς:
«Εἶναι μεγάλο λάθος αὐτό πού ἀναφέρει (ὁ π. Εὐθύμιος), ὅτι “ὁσάκις μιά Τοπική Ἐκκλησία ἀπεδέχετο δημοσίως
καί συνοδικῶς μιά αἵρεση, οἱ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες ἀπεσχίζοντο ἀπό αὐτή πρό
συνοδικῆς κρίσεως” (σελ.
150). Οὐδέποτε μία Τοπική Ἐκκλησία ἀπεσχίσθη ἀπό ἄλλη, λόγω αἱρέσεως, χωρίς Συνοδική
κρίση καί ἀπόφαση. Εἰδικά γιά τήν περίπτωση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἡ Συνοδική καταδίκη
της, λόγῳ τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, προϋπῆρχε ἤδη ἀπό τόν 9ο αἰῶνα στή Σύνοδο τοῦ 879».
Ἐδῶ κάνετε σύγχυσι μεταξύ τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως
καί τῆς καταδίκης τῶν φορέων της, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔζησαν μετά ἑκατόν
πενῆντα (150) χρόνια. Ὅταν λοιπόν ὑπάρχει καταδίκη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά οἱ φορεῖς
της εἶναι ἄκριτοι πρέπει κανονικά νά συνέλθη Σύνοδος ἁρμοδία (πχ. ἄν πρόκειται
γιά κάποιον Ἐπίσκοπο ἡ τοπική Σύνοδος τῆς ἐπαρχίας, ἄν πρόκειται γιά Πατριάρχη ἤ
ὁλόκληρη τοπική Ἐκκλησία, Πανορθόδοξος ἤ Οἰκουμενική) καί νά καταδικάση καί τήν
αἵρεσι ἐκ νέου καί τούς φορεῖς της.
Ἄν πάλι συμβῆ καί καταδικασθῆ μία τοπική Ἐκκλησία
ἀπό ἁρμοδία Σύνοδο καί ἀποκοπῆ ἀπό τίς ἄλλες ὡς ἀμετανόητος καί ἐπειδὴ ἀδυνατοῦν οἱ ἄλλες (διά πολιτικούς καί στρατιωτικούς λόγους) νά
τοποθετήσουν εἰς αὐτή Ὀρθοδόξους ποιμένες, τότε εἰς αὐτήν τήν κανονικῶς ἀποκοπεῖσα
τοπική Ἐκκλησία, δέν χρειάζεται νά κριθοῦν καί νά καταδικασθοῦν οἱ ἑπόμενοι
διαδοχικῶς ποιμένες της ὡς αἱρετικοί, διότι, ἐφ’ ὅσον ἀπεκόπη ἐξ ἀρχῆς ἡ τοπική
αὐτή Ἐκκλησία ὡς αἱρετική, ἐνεκρώθη (ὅπως π.χ. τό χέρι ὅταν ἀποκοπῆ ἀπό τό σῶμα
νεκρώνεται) καί ὡς νεκροί δέν δύνανται νά μεταδώσουν τήν χάρι τοῦ ἁγ.
Πνεύματος, εἶναι ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα κατακεκριμένοι.
Ἔτσι ἐθεωρήθησαν –μετά τήν ἀποκοπή τους ἀπό
τήν Ὀρθοδοξία– οἱ Μονοφυσίτες καί οἱ Παπικοί –μετά τό σχίσμα. Αὐτά τά ἀναφέρει
καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης