Κυριακή Η΄ Λουκά:
Ομιλία εις την παραβολήν του καλού Σαμαρείτου
Γερμανός Β΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Είναι μεγάλο εμπόδιον προς
αρετήν η υπερηφάνεια και η έπαρσις. Και όποιος δεν είναι τίποτε, και
νομίζει πως είναι μέγας και άξιος, εύκολα πλανάται και κρημνίζεται.
Διότι η υπερηφάνεια και η έπαρσις γίνεται εμπόδιον για κάθε καλό σ’
αυτόν που την έχει και τον κάνει μισητόν και απρόσδεκτον στον Θεόν.
Διότι «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος», και «Κύριος υπερηφάνοις
αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Η υπερηφάνεια είναι η αιτία
όλων των κακών, και όσοι την έχουν εγκαταλείπονται από τον Θεόν. Και
υστερούμενοι της Θείας βοηθείας, πίπτουν στα πάθη της ατιμίας. Διότι
αρκεί μόνη η έπαρσις να σκορπίση όλον τον πλούτον των αρετών. Επειδή όχι
μόνον παρακινεί προς κακίαν, αλλά και στην ίδια την αρετήν
υποκρυπτομένη, μας προξενεί πολλήν ζημία, διότι μας αναγκάζει από το ένα
μέρος να υπομένωμε τους κόπους και τους πόνους, και από το άλλο μας
κάνει να χάνωμε τον καρπόν της αρετής, και έτσι δεν κερδίζουμε τίποτε.
Άκαιρα λοιπόν κοπιάζει ο υπερήφανος και ματαίως βασανίζεται
ταλαιπωρούμενος στους ιδρώτες και αγώνες της αρετής. Διότι ως
κυριευμένος από την υπερηφάνειαν απομακρύνεται από την Θείαν βοήθεια και
μένει ο ταλαίπωρος έρημος και άπορος από κάθε αγαθόν. Αυτό έπαθε και ο
σημερινός Νομικός, ο οποίος ετόλμησε να πειράξη τον Χριστόν, ερωτώντας
αυτόν με δόλον και έπαρσιν. Ακούστε λοιπόν τον Θεηγόρον Λουκά τί λέγει
στο ιερόν Ευαγγέλιον, να μάθετε σαφέστερα την υπόθεση.
«Τω καιρώ εκείνω, νομικός τις προσήλθε τω Ιησού πειράζων αυτόν και
λέγων. Διδάσκαλε, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;». Αυτός ο Νομικός
ενόμισε ότι θα παγιδεύση και θα παρασύρη τον Κύριον, να τον προστάξη
πράγματα που εναντιώνονται στον Νόμο, και του λέγει: τί να κάμω
Διδάσκαλε για να κληρονομήσω ζωήν αιώνιον, την οποίαν διδάσκεις και
αναγγέλεις στον λαό συχνά και επιμελέστατα; Και επειδή ο Δεσπότης
εγνώρισε την πανουργία του Νομικού, του αναφέρει για τον Νόμο,
διακρίνοντας μεν τον πειρασμόν του, συγχρόνως δε ελέγχοντας και
καταδικάζοντας εκείνον, διότι ενόμιζε πως είναι ενάρετος, χωρίς να
είναι: «Ο δε είπε προς αυτόν. Εν τω νόμω τί γέγραπται; Πώς
αναγινώσκεις;». Ερωτά ο Κύριος τον Νομικό να αποκριθή, τί γράφει ο
Νόμος, για να


















