Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;




Εἶναι πανθομολογούμενο ἀπὸ ὅσους πιστοὺς ἀποδέχονται ὅτι ἡ μοναδικὴ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὅτι ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη καὶ ὕπουλη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, εἶναι ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Εἶναι ἕνα εἶδος χαμαιλέοντα, ποὺ προσαρμόζεται σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις·  εἶναι μιὰ αἵρεση, οἱ ἐμπνευστὲς καὶ οἱ διακινητὲς τῆς ὁποίας εἶναι πλήρεις ὑποκρισίας καὶ δολιότητος· πρόκειται γιὰ ἕνα ἀλλόκοτο ἀνακάτεμα τῆς ἀλήθειας, τῆς θεολογίας, τοῦ ἀμοραλισμοῦ, τῆς

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Οικουμενισμός πιο επικίνδυνη αίρεση από τον Χιλιασμό



ΠΡΟΣ ΤΟΝ π. ΘΕΟΔΩΡΟ ΖΗΣΗ



ΕΥΛΟΓΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ

Παρακολουθούμε συχνά τις ομιλίες και τα άρθρα του π. Θεοδώρου Ζήση. Κάθε φορά, όμως, που ακούμε μια ομιλία του, που αναφέρεται στον Οικουμενισμό και τους Οικουμενιστές Επισκόπους, μας γεννιέται πάντα το ίδιο ερώτημα:
Αφού είναι αίρεση ο Οικουμενισμός, αιρετικός ο Πατριάρχης και οι περί αυτόν Επίσκοποι, γιατί δεν εφαρμόζει αυτό, που ο ίδιος επί δέκα χρόνια συνιστούσε: την απομάκρυνση από τους αιρετικούς, την διακοπή κοινωνίας και μνημονεύσεως του ονόματος των αιρετικών; Δικής του εμπνεύσεως θεωρία περί αποτειχίσεως δίδασκε τότε, κι όχι την διδασκαλία της Εκκλησίας; Πότε έκανε λάθος; Τότε ή τώρα; Δεν ήταν –η διδασκαλία του αυτή– σύννομη και σύμφωνη με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων; Ποια θεολογική εξήγηση υπάρχει; Εξ  άλλου, είχε υποσχεθεί πριν δύο χρόνια -σε κάποια συνάντηση στο Βόλο- ότι θα δώσει θεολογική εξήγηση σύντομα· τότε ήταν εμπερίστατος και δεν μπορούσε. Γιατί δεν έδωσε την οφειλομένη εξήγηση;

Αυτές οι απορίες και τα ερωτήματα οξύνθηκαν χθες, καθώς διαβάσαμε στο ιστολόγιο «Κατάνυξις» ένα άρθρο του π. Θεοδώρου Ζήση με τίτλο:
«Οι "Μάρτυρες του Ιεχωβά" και ο Οικουμενισμός,
Ποια αίρεση από τις δύο είναι πιο επικίνδυνη;».
Σ’ αυτό ο π. Θεόδωρος, συμπεραίνει, ότι πιο επικίνδυνη αίρεση είναι ο Οικουμενισμός, ακόμα και από αυτή την αίρεση των «Μαρτύρων του Ιεχωβά».
Ασφαλώς και συμφωνούμε μαζί του, και καταλαβαίνουμε ότι, και το άρθρο αυτό, κινείται προς την κατεύθυνση της κατάδειξης της επικινδυνότητας της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και προέρχεται από ποιμαντική φροντίδα του π. Θεόδωρου. Όμως και σε αυτό το άρθρο υφέρπει το ίδιο ερώτημα.
Τότε, προς τί, η συνύπαρξη με τους επικινδυνότερους αιρετικούς;
Ασφαλώς

Ανάγκη συνειδητοποίησης περί απομακρύνσεως από την αίρεση του Οικουμενισμού, που μας μολύνει





Δημοσιεύουμε τμῆμα ἀπάντησης τοῦ «ἀνώνυμου Κ.» σὲ σχόλιο. Καὶ προβαίνουμε σὲ αὐτὴ τὴν δημοσίευση, πρὸς χάριν ὅσων ἔχουν τόσο πολὺ ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (καὶ κάποιους γεροντάδες ποὺ τὸν πολεμοῦν μόνο μὲ λόγια, μὲ τὸν ἀποκληθέντα «χαρτοπόλεμο»), ὥστε παρὰ τὴν προσπάθεια νὰ βιώνουν τὴν Ὀρθοδοξία, κοινωνοῦν μὲ τὴν ἀκαθαρσία τῆς αἱρέσεως, καὶ νομίζουν ὅτι βρίσκονται στὸ στέρεο ἔδαφος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Ἡ θέση εἰδικότερα στὴν ὁποία ἀπαντᾶ ὁ σχολιογράφος εἶναι:
«Γιατί είναι επιβεβλημένη η ιδική μας παρέμβαση, (σ.σ. μὲ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου, τὶς καταγγελίες, τὰ γραπτὰ κείμενα κ.λπ.) για να κατακριθεί και να αναθεματισθεί» ὁ ἤδη «αναθεματισμένος και αυτοκατάκριτος από την ίδια την αίρεση»; Δὲν ἀρκεῖ «το αρμόδιο όργανο της εκκλησίας πού θα τον καθαιρέσει... Μπορεί κάποιος να το υποκαταστήσει;».
Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ «ἀνώνυμου Κ.» εἶναι ἡ ἑξῆς:
 «...Εμείς (σ.σ. μὲ τὸ νὰ προτρέπουμε στὴν ἐφαρμογὴ τῆς Ὀρθόδοξης Πατερικῆς Παράδοσης) δεν καταδικάζουμε κανένα. Απλώς απομακρυνόμεθα από τον αιρετίζοντα, γιατί μεταδίδει μόλυνση, μας επηρεάζει ανεπαισθήτως και υπούλως και μας διαβρώνει την πίστη. Και φυσικά είναι καθήκον μας να ενημερώνουμε και όσους ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, όπως εσύ από αγάπη ενδιαφέρεσαι για την δική μας σωτηρία.
Θα σου παραθέσω δυό πατερικά κείμενα από το βιβλίο του κ. Σημάτη (Η Πατερική Στάση στους Θεολογικούς Διαλόγους, 2008):
Σὲ ἐπιστολή του  ὁ Μ. Βασίλειος, ἀφοῦ τονίζει στὸν ἐπίσκοπο Πατρόφιλο, πὼς οἱ Κανόνες προστάζουν νὰ ἀποφεύγει ὁ πιστὸς τοὺς αἱρετικούς, καταλήγει: ἐὰν ἐσὺ κρίνεις τὴν κοινωνίαν μὲ κάποιους αἱρετικοὺς ὡς πρᾶγμα ἀδιάφορον, θὰ μᾶς συγχωρήσῃς, διότι (ἐμεῖς) δὲν δεχόμεθα νὰ ἀναμιχθῶμεν μὲ τὴν ζύμην τῶν ἑτεροδιδασκάλων.
Ὁ δὲ ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σύρος (Περ μετανοας κα κατανξεως) γράφει: «Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε».

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Η Κ.Δ. για την στάση μας απέναντι στους αιρετικούς

Προσφορὰ εἰλικρινοῦς ἀγάπης (ποικιλοτρόπως λοιδορουμένης)
στοὺς ἀμετανόητους Οἰκουμενιστές
καὶ τοὺς συμπορευόμενους Ἐπισκόπους καὶ ποιμένες!

Παραθέτουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ εἰδικὴ μελέτη, διὰ τῆς ὁποίας παρουσιάζεται μέρος τῆς διδασκαλίας τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν πιστῶν, ὅταν κηρύττεται αἵρεση, μάλιστα αἵρεση, ὄχι κεκρυμμένη καὶ ἀδιευκρίνιστη, ἀλλὰ ἀποδεδειγμένη ἀπὸ πολλοὺς συγχρόνους ποιμένες καὶ θεολόγους, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ Ἅγιο, τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Πέρα ἀπὸ τὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα, ἀξίζει νὰ δεῖ κανεὶς τὴν ἑρμηνεία στὸν ἀπ. Παῦλο, τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἁγιογραφικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ ἀπάντηση στὸ θέμα, ἂν πρὶν κάποια Σύνοδος καταδικάσει τὴν αἵρεση, πρέπει νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονός, πώς, παρόλο ποὺ ἔχουν καταγγελθεῖ οἱ κακοδοξίες τῶν ἡγετῶν τῆς αἱρέσεως (Πατριαρχῶν, Ἐπισκόπων καὶ ἀκαδημαϊκῶν μετα-πατερικῶν θεολόγων, καὶ συνεχίζουν νὰ ἀναλύονται καὶ νὰ καταδεικνύονται συνεχῶς καὶ ἄλλες κρυφὲς πτυχές τῆς αἱρέσεως), εἶναι τόσο πολὺ ταυτισμένοι μὲ τὴν αἵρεση οἱ Οἰκουμενιστές, καὶ τόσο σίγουροι ὅτι οἱ ἀντιδράσεις τῶν πιστῶν εἶναι μηδαμινὲς καὶ ἀδύναμες γιὰ νὰ τοὺς ἐμποδίσουν στὴν πραγματοποίηση τοῦ τελικοῦ τους σκοποῦ (τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν θρησκειῶν, ποὺ ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπιτύχουν), ὥστε δὲν αἰσθάνονται κὰν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀντικρούσουν τὶς κατηγορίες ἐπὶ αἱρέσει μὲ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα.
Ἐπαναλαμβάνουμε καὶ πάλι τὴν τεράστια εὐθύνη τῶν Ἐπισκόπων -λαλίστατων γιὰ ἄλλα ἀσήμαντα πράγματα, οἱ ὁποῖοι ἐπιδεικνύουν ἐγκληματικὴ ποιμαντικὴ ἀνευθυνότητα ἀπέναντι στὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ φέρονται ὡσὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἡ συγκεκριμένη αἵρεση, ὡσὰν νὰ μὴ διάβασαν ποτέ, γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῶν Πατέρων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐμφανιζόταν μιὰ αἵρεση. Ἀγῶνες ποὺ ἔφταναν μέχρι καὶ τὴν θυσία καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους, ὅπως φαίνεται καθαρὰ στὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκαν καὶ θανατώθηκαν, πρὶν ἀποφασίσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἡ ἑβδόμη) ὅτι ἡ Εἰκονομαχία εἶναι αἵρεση! Καὶ ἀπορεῖ κανεὶς καὶ διερωτᾶται: πῶς ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατριάρχες, οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ λοιποὶ ποιμένες ποὺ τοὺς ἀνέχονται, θὰ ἑορτάσουν τὴν ἐρχομένη Κυριακὴ 13 Ὀκτωβρίου τοὺς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;
Π.Σ.


«...Ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει διά τούς κηρύσσοντας αἵρεσι «καί δέν χρειάζεται ἄλλη ἀπόφασις Συνόδου παρά μόνο πρός κατοχύρωσι τῶν Ὀρθοδόξων». Δέν χρειάζεται ἀπόφασι Συνόδου, προκειμένου νά ἀποτειχισθῆ κάποιος πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο∙ αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει μεταβληθῆ διά τῆς αἱρέσεως σέ λύκο καί ὅτι δέν θά  τόν μεταβάλη σέ λύκο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Τέλος πάντων, πρέπει κάθε Ὀρθόδοξος νά διασφαλίση τήν ὀρθόδοξο πορεία του μόνος του, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ Ποιμένες, καί μάλιστα ἀπομακρυνόμενος ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο.
Ἕνα ἁπλό παράδειγμα, διά νά γίνη ἴσως κατανοητό αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι ὀφθαλμοφανές. Ὅταν κάποιος διαπιστώση ὅτι ὁ ἰατρός τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται εἶναι ἀπατεώνας καί κομπογιαννίτης, θά συνεχίση νά τόν ἐπισκέπτεται μέχρι νά τόν καταδικάση ἐπισήμως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἤ θά σταματήση κάθε ἐπικοινωνία μαζί του προασπιζόμενος ἔτσι τήν ὑγεία του; Κάθε λογικός ἄνθρωπος πιστεύω ὅτι θά ἀπεμακρύνετο πάραυτα ἀπό αὐτόν τόν δῆθεν γιατρό. (Καποιοι, ὅμως) πατέρες, διδάσκουν ὅτι μέχρι τήν τελική καταδίκη του ὀφείλομε νά τόν ἔχωμε ὡς ἰατρό μας καί ἁπλῶς νά διαμαρτυρώμεθα πρός τίς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες δι’ αὐτήν τήν κατάστασι. Καὶ ὅτι δέν θά ἔχη καμμία ἐπίπτωσι στήν ὑγεία μας ἡ συνεργασία μας μέ αὐτόν τόν ἰατρό καί, βεβαίως, ὅτι δέν εἴμεθα ἐμεῖς ἁρμόδιοι νά τόν κρίνωμε, ἀλλά προφανῶς εἴμεθα ἁρμόδιοι νά ὑποστοῦμε τίς συνέπειες στήν ὑγεία μας.
Γι’ αὐτές τίς συνέπειες ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο, προκειμένου μάλιστα γιά τήν πνευματική μας ὑγεία καί τή σωτηρία μας δέν ἀσχολοῦνται καθόλου. Οἱ Ἅγιοι ὅμως, ἐπειδή πρωτίστως δι’ αὐτό ἐνδιαφέρονται, διδάσκουν παντοῦ καί πάντοτε τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο μάλιστα ἀποκαλοῦν λύκο καί φαρμακερό φίδι, διά νά ὑποδηλώσουν τόν κίνδυνο πού ἐνέχει κάθε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί του. Αὐτή ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι, θά λέγαμε, ἡ αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν δύο αὐτῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων, τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν.
(Καποιοι, ὅμως) πατέρες, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἀντιστρατεύονται στόν Ἀπόστολο Παῦλο καί κατ’ ἐπέκτασιν στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, διότι, τήν ὀρθόδοξο πορεία καί τήν ἀσφάλεια διά τήν σωτηρία τοῦ κάθε πιστοῦ, τήν ἐναποθέτουν ἀποκλειστικῶς καί μόνον στή Σύνοδο, τήν στιγμή μάλιστα πού πολλοί Σύνοδοι ἐπεκύρωσαν τίς αἱρέσεις καί κατεδίκασαν τούς Ὀρθοδόξους ὁμολογητές. Στήν σύγχρονη δέ πραγματικότητα ὁμολογεῖται ἀπὸ πολλούς, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἐπί ἑκατό χρόνια δέν ἔχει καταδικασθῆ Συνοδικῶς, ἀλλά οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι βαδίζουν ἀνεξέλεγκτοι ἐπί τά χείρω «πλανῶντες καί πλανώμενοι».

Εἰς τό χωρίον λοιπόν (Γαλατ. 1,8) ἀναφέρει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τά ἑξῆς ἑρμηνευτικά: «Ἀλλὰ κἂν ἐγώ, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. Ὅρα σύνεσιν ἀποστολικήν. Ἵνα γὰρ μή τις λέγῃ, ὅτι κενοδοξίας ἕνεκεν τὰ ἴδια συγκροτεῖ δόγματα, καὶ ἑαυτὸν ἀνεθεμάτισεν... Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλά, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν» (ΕΠΕ 20,200).
Ἐδῶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει σέ κάθε ἕναν ὁ ὁποῖος ἀλλοιώνει καί στό ἐλάχιστο τό εὐαγγελικό καί ἀποστολικό κήρυγμα. Δι’ αὐτό συμπεραίνει ὅτι στόν ἀναθεματισμό περιέβαλε καί τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί ἀκόμη τούς πρώτους τῶν ἀγγέλων. «Μὴ γάρ μοι Ἰάκωβον εἴπῃς, φησί, καὶ Ἰωάννην· κἂν γὰρ τῶν πρώτων ἀγγέλων ᾖ τις τῶν ἐξ οὐρανοῦ διαφθείρων τὸ κήρυγμα, ἀνάθεμα ἔστω».
Ποία Σύνοδος ἄραγε, θά εἶχε τό δικαίωμα καί τό ἀξίωμα νά καταδικάση τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί τούς πρώτους τῶν Ἀγγέλων; Ἐδῶ ἀκόμη ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἀναθεματισμός κατ’ οὐσίαν δέν προέρχεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἤ ἀπό τήν Σύνοδο, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν φύσι τῆς αἱρέσεως. Ἐπειδή δηλαδή καί ἡ αἵρεσις προσβάλλει τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο (Ἰωαν. 14,6) εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δι’ αὐτό ὁ αἱρετικός εἶναι ἀναθεματισμένος ἐκ τῆς ἰδίας τῆς αἱρέσεώς του, ὡς κηρύσσων δηλαδή ἄλλον Χριστόν καί ἄλλον Εὐαγγέλιο. Ἡ Σύνοδος δηλαδή ἐπεκύρωσε αὐτό, τό ὁποῖο ἤδη ὑφίσταται. Ἄν ἡ Σύνοδος δέν τό κάνει αὐτό, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καί αὐτή αἱρετική, ὡς ὑποθάλπουσα καί ἀναγνωρίζουσα τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς.
Εἶναι ἐπίσης σημαντικό, καί πρέπει νά τονισθῆ, αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ἑρμηνευτικά ὁ ἅγιος:  «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλά, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν».
Νομίζω, πατέρες, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός, διά νά ὀνομασθῆ εὐστόχως ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό ἄλλους πολλούς «παναίρεσι», δέν ἀλλοιώνει κάτι «μικρόν ἤ τό τυχόν» ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα, ἀλλά ἀνατρέπει τό πᾶν.
Στή συνέχεια ὁ ἅγιος ἑρμηνεύοντας τόν ἑπόμενο στίχο (Γαλατ. 1,9) διδάσκει ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἀξιοπιστώτερη ἀπό ὅλους καί ὅλα, διότι ἐγράφη ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό καί μᾶς ἀπεστάλη διά μέσου τῶν Ἀποστόλων. Παραδόξως (κάποιοι ἀντι-Οἰκουμενιστές) ἀναφέρουν ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἁγία Γραφή νά ἀκυρώνει τήν Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διότι τά δύο αὐτά μεγέθη, Γραφή καί Παράδοση, ὡς ἰσόκυρα, ἀλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, ὥστε νά ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο». Αὐτά προφανῶς εἶναι λάθος καί ἀπορῶ πῶς τά ἰσχυρίζονται, διότι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι πλήρης καί δέν ἀλληλοσυμπληρώνεται ἀπό τήν «Κανονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας», ἀλλά ἁπλῶς ἐκφράζεται  καὶ ἑρμηνεύεται δι’ αὐτῆς.
Αὐτό σημαίνει πώς ὅ,τι δέν συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή δέν εἶναι Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι φυσικά τό ἀντίθετο, δηλαδή ὅ,τι δέν  συμφωνεῖ μέ τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁγ. Γραφή. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἡ βάσις ἀπό τήν ὁποία ἐδημιουργήθη ἡ ἱερά Παράδοσις, καί ἡ ἱερά Παράδοσις καί ἡ «Κανονική Παράδοσις» τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζουν τήν ἁγία Γραφή, τήν ἀκολουθοῦν πιστά καί τήν ἑρμηνεύουν ἀλάνθαστα, ποτέ ὅμως δέν συμπληρώνουν, διότι τότε αὐτή θά ἦτο ἐλλιπής. Τό γεγονός δέ ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο καί εἶναι ἰσόκυρα, σημαίνει ἀκριβῶς τήν πιστότητα τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως στήν ἁγ. Γραφή.
Ἐδῶ ἐπίσης, ὁ ἅγιος ἐπικυρώνει τήν μοναδικότητα τῆς ἁγ. Γραφῆς καί καθορίζει τήν θέσι της, ὅταν γράφει «αἱ δὲ Γραφαὶ πᾶσαι οὐ παρὰ δούλων, ἀλλὰ παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ Δεσπότου γραφεῖσαι ἐπέμφθησαν». Μολονότι δηλαδή ὁ Χριστός ἐν τῇ πράξει δέν ἔγραψε τίποτε, ὅμως κατ’ οὐσίαν ὅ,τι γράφει ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι λόγια καί γράμματα δικά Του.
Συνεχίζοντας ὁ ἅγιος καί ἑρμηνεύοντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἀναφέρει τά ἑξῆς:  «Διὰ τοῦτό φησιν· Ἐάν τις ὑμᾶς εὐαγγελίσηται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν; Διὰ μὲν γὰρ τοῦ τοὺς εὐαγγελιστὰς καὶ ἀγγέλους ἀναθεματίσαι, πᾶν ἀξίωμα περιέγραψε· διὰ δὲ τοῦ ἑαυτόν, πᾶσαν οἰκειότητα καὶ γνησιότητα. Μὴ γάρ μοι εἴπῃς, ὅτι Οἱ συναπόστολοί σου καὶ ἑταῖροι ταῦτα λέγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἐμαυτοῦ φείδομαι τοιαῦτα κηρύττοντος. Ταῦτα δὲ οὐχ ὡς καταγινώσκων τῶν ἀποστόλων φησίν, οὐδὲ ὡς παραβαινόντων τὸ κήρυγμα, ἄπαγε· Εἴτε γὰρ ἡμεῖς, εἴτε ἐκεῖνοι, φησίν, οὕτω κηρύσσομεν· ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ» (ΕΠΕ 20,202).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς τόν ἀναθεματισμό του συμπεριέλαβε ἅπαντας τούς κηρύσσοντας κάτι ἀντίθετο ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα. «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν;»
Ἐπίσης διδάσκει τήν διαφορά τῶν θεμάτων τῆς πίστεως ἀπό ὅλα τά ἄλλα παραπτώματα τοῦ Ἐπισκόπου, τά ὁποῖα ἐσεῖς, πατέρες, ἐπαναλαμβάνω, ἐξισώσατε, «ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ».
Ἐφ’ ὅσον  λοιπόν «ὅταν περί ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ», ὁ Θεός «ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται», πῶς κάποιοι θέτουν γιά τά θέματα τῆς πίστεως τό ἀξίωμα τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία μάλιστα, πολλάκις ἔσφαλε καί ἐδικαίωσε τήν αἵρεσι καί κατεδίκασε τήν Ὀρθοδοξία;

(Τὰ παραπάνω ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὶς μελέτες τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ἱερομονάχου, α) «Ἡ διαχρονικὴ συμφωνία τῶν ἁγ. Πατέρων γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ τοῦ ιε΄ κανόνος τῆς πρωτοδευτέρας συνόδου περὶ διακοπῆς μνημονεύσεως ἐπισκόπου κηρύσσοντος ἐπ’ ἐκκλησιας αἵρεσι» καὶ β) «Ἡ Ἀπάντηση στὴν κριτικὴ μελέτη τῆς Ἱ. Μητρ. Πειραιῶς».





"Του Κυρίου η σωτηρία..." Ερμηνεία Μ. Αθανασίου και Θεοδωρήτου Κύρου




ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

M. Ἀθανασίου  & Θεοδωρήτου Ἐπισκόπου Κύρου,
 Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς

Τοῦτο γάρ ἐστιν ὃ λέγει ὁ ψαλμός, ὅτιπερ ὁ χορὸς τῶν προφητῶν διώκεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων. Δαυῒδ γὰρ ἑρμηνεύεται πεποθημένος· ὅπερ ἐστὶν ὁ χορὸς τῶν προφητῶν. Ὥσπερ οὖν ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἀνταρσίαν διεζήτει κατὰ τοῦ ἰδίου Πατρός, τουτέστι τοῦ Δαυΐδ, οὕτω καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἐπανέστησαν κατὰ τῶν πατέρων αὐτῶν προφητῶν, μὴ δεχόμενοι τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀνθιστάμενοι αὐτοῖς.
Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; Τό, τί, ἀντὶ τοῦ σφόδρα κεῖται.
Οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν Θεῷ αὐτοῦ. Ὁ Θεός, φησίν, αὐτοῦ οὐ σώσει αὐτόν· εἰς γὰρ μόνην τὴν ἁμαρτίαν ἔβλεπον ἣ ἐπεποιήκει, ἀγνοοῦντες αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Διά τούς λέγοντας μή είναι αίρεσιν. -Συμπροσευχές καί Διάλογοι αντίθετοι με την Εντολήν του ίδιου του Χριστού!





 
«Μετ δ τατα νδειξεν Κριος κα τρους βδομκοντα, κα πστειλεν ατος ν δο πρ προσπου ατο ες πσαν πλιν κα τπον (καὶ) λεγεν ον πρς ατος· πγετε· δο ποστλλω μς ς ρνας ν μσ λκων. ες ν δ' ν οκαν εσρχησθε, πρτον λγετε· ερνη τ οκ τοτ. κα ες ν ν πλιν εσρχησθε κα δχωνται μς, σθετε τ παρατιθμενα μν, κα θεραπεετε τος ν ατ σθενες, κα λγετε ατος· γγικεν φ' μς βασιλεα το Θεο. ες ν δ' ν πλιν εσρχησθε κα μ δχωνται μς,   ξελθντες  ες τς πλατεας ατς επατε· κα τν κονιορτν τν κολληθντα μν π τς πλεως μν ες τος πδας μν πομασσμεθα μν· λγω δ μν τι Σοδμοις ν τ μρ κεν νεκττερον σται τ πλει κεν.   κοων μν μο κοει, κα θετν μς μ θετε· δ μ θετν θετε τν ποστελαντ με (Λουκ. 10, 1-12, ἀποσπ.).
«Ὁ λαμβάνων, ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει· ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν ἀποστείλαντά με» (Ἰωάνν. 13, 20) .
«Τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν, οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ, ἀλλὰ τὸν Θεὸν, τὸν καὶ δόντα τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ ἅγιον εἰς ἡμᾶς. Ὅτι δεῖ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου οὕτως δέχεσθαι, ὡς ζωῆς αἰωνίου καὶ βασιλείας οὐρανῶν περιποιητικήν· καὶ προθύμως ἐνεργεῖν αὐτὴν, κἂν ἐπίπονος εἶναι δοκῇ» (Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, ὅρος οβ΄, κεφ. δ΄).


 Εἶναι σαφὴς ἡ Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: Ὅποιος δὲν δέχεται τὸ Εὐαγγέλιό μου, τὴ διδασκαλία μου, ποὺ ἐσεῖς οἱ μαθητές μου κηρύττεται, τότε αὐτὸς δὲν δέχεται καὶ Ἐμένα καί, βέβαια, δὲν δέχεται καὶ τὸν Πατέρα Μου καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δηλαδὴ ἀρνεῖται ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Γι’ αὐτό, ἐντέλλεται πρὸς τοὺς μαθητές Του, θὰ κηρύττετε τὸ Εὐαγγέλιο μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ τὸ δέχονται, θὰ ἀπομακρύνεσθε δὲ παρευθὺς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ δέχονται, τινάζοντας μάλιστα καὶ τὴν σκόνη ἀπὸ τὰ ὑποδήματά σας. Καὶ λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:


«Τί δὲ βούλεται τὸ Ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν; Ἢ ὥστε δεῖξαι ὅτι οὐδὲν ἔλαβον παρ' αὐτῶν, ἢ ὥστε εἰς μαρτύριον αὐτοῖς γενέσθαι τῆς μακρᾶς ὁδοιπορίας, ἣν ἐστείλαντο δι' αὐτούς» (Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον).
Αὐτὴ τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν θέλουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν οἱ Οἰκουμενιστές. Ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς παμπάλαιους καὶ ἐπιμένοντας στὴν αἵρεση Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες κ.λπ., ὄχι μόνο δὲν τινάσσουν τὴν «σκόνη», σὰν ἔνδειξη ὅτι καμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μαζί τους(*), ἀλλὰ καὶ ἔχουν γίνει φίλοι.
Ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικοὺς ἐπὶ δεκαετίες, συμπροσεύχονται μαζί τους, διαλέγονται (καθ’ ὃν χρόνον αὐτοὶ αὐξάνουν τὶς κακοδοξίες τους), συντρώγουν, ἀνταλλάσσουν δῶρα, συνεδριάζουν καὶ ἀποδέχονται ὅτι καὶ οἱ αἱρετικοί εἶναι διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου!

Προσβάλλουν δὲ τὸν Θεὸ διπλά: καὶ ἀρνούμενοι νὰ ἐφαρμόσουν τὴν Ἐντολήν Του καὶ προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τῶν συμπροσευχῶν καὶ τῶν Διαλόγων μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τὴν Ἀγάπη, καταγγέλλοντας ἐμμέσως τὸν Θεό γιὰ ἔλλειψη Ἀγάπης!

Καὶ οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ποιμένες —αὐτὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημά τους καὶ θὰ συνεχίσουμε νὰ τοὺς τὸ ὑπενθυμίζουμε— ἀντὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ἐφευρίσκουν χίλιες δυὸ δικαιολογίες: ὁμιλοῦν περὶ ὑπακοῆς στοὺς Ἐπισκόπους, περὶ διακρίσεως, περὶ ἀναμονῆς συγκλήσεως καὶ ἀποφάσεως Συνόδου ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές(!) (ὡσὰν νὰ πρόκειται οἱ Οἰκουμενιστὲς νὰ καταδικάσουν τὸν ἑαυτό τους)· ὁμιλοῦν περὶ δυνητικῆς τάχα ἀποτειχίσεως, προσπαθώντας ταχυδακτυλουργικὰ νὰ ἀλλοιώσουν τὴν ἔννοιαν ἑνὸς Κανόνος, ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι ὁ Ἱ. Κανόνας ἡ συνισταμένη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς, ὡσὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἡ σύμφωνη γνώμη τῶν Πατέρων καὶ τὸ παράδειγμά τους, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ διδασκαλίας ἀντίθετης μὲ τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία.
Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ἄλλοι, ποὺ ἐπιμένουν ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσουν τὴν αἵρεση μένοντας στὴν Ἐκκλησία, καὶ «ἀπὸ μέσα» νὰ προσπαθήσουν νὰ ἀναιρέσουν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες. Ὡσάν, ὅσοι ἐφαρμόζουν τὴν ἐκκλη-σιαστικὴ Παράδοση ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς νὰ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἢ ὡσὰν  -ἐπίσης-  νὰ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα καὶ τὸ χάρισμα νὰ ἀναιρέσουν τὴν αἵρεση θεολογικά, καὶ κάνουν τὸ κατὰ δύναμιν, διακόπτουν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Ἐπισκόπους!
Καὶ εἶναι κρῖμα, πὼς θεοσεβεῖς Ἐπίσκοποι, τὰ καταλαβαίνουν ὅλα, περιγράφουν τὴν αἵρεση κατὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν πὼς οἱ ἴδιοι ἀθετοῦν αὐτὰ ποὺ γράφουν, ἐπικοινωνώντας μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γράφει ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος:
Χειροφίλημα τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα, ἀπὸ τὸν "εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ" Μητρ. Περγάμου Ἰωάννην Ζηζιούλα.
«Θὰ  τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι αἱρετικὸς εἶναι καὶ ἕνας ὀρθόδοξος, ποὺ διὰ  τῆς διδασκαλίας του καὶ ζωῆς του δὲν ὁδηγεῖ ἢ δὲν ἀποσκοπεῖ σὲ  αὐτὴ τὴν ἐμπειρία» καὶ παραθέτει ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα τοῦ ἁγίου Συμεών:
«Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων λέγω καὶ ἐκείνους ὀνομάζω αἱρετικούς, τοὺς  λέγοντας μὴ εἶναί τινα ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις καὶ ἐν μέσῳ ἡμῶν  τὸν δυνάμενον φυλάξαι τὰς εὐαγγελικὰς ἐντολὰς καὶ κατὰ τοὺς ἁγίους γενέσθαι πατέρας· πρῶτον μὲν πάντων, πιστὸν καὶ  πρακτικὸν – διὰ γὰρ τῶν ἔργων ἡ πίστις δείκνυται, ὡς διὰ τοῦ  ἐσόπτρου ἤ τοῦ προσώπου ἐμφέρεια-, ἔπειτα θεωρητικώτατόν τε  ὁμοῦ καὶ θεόπτην, ἐν τῷ φωτισθῆναι δηλαδὴ καὶ λαβεῖν Πνεῦμα  Ἅγιον καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν Υἱὸν σὺν τῷ Πατρί κατιδεῖν. Οἱ τοῖνυν τοῦτο  ἀδύνατον εἶναι λέγοντες, οὐ μερικὴν τινὰ αἵρεσιν κέκτηνται, ἀλλὰ  πάσας, εἰ οἷόν τε εἰπεῖν, ὡς ταύτης πάσας ἐκείνας τῇ ἀσεβείᾳ καὶ τῇ  τῆς βλασφημίας ὑπερβολῆ ὑπεραιρούσης καὶ καλυπτούσης. Ὁ  τοῦτο λέγων ἀνατρέπει πάσας τὰς θείας Γραφάς» (Συμεὼν νέος Θεολόγος, τόμος Α΄, Κατηχήσεις καὶ Εὐχαριστία,  Λόγος ΚΘ΄, 377), σὲ πρόσφατη ὁμιλία τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, “Γιατί πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ποιμαντικὰ τὶς αἱρέσεις–λατρεῖες”).
 Σημάτης Παναγιώτης
________________________
(*) Ἂς διαβάσουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ποιά ἦταν ἡ πνευματικότητα τῶν Ἁγίων διδασκάλων καὶ Πατέρων, καὶ ποιά προσοχὴ ἔδιδαν, ὄχι μόνο στὴ σχέση τους μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις σχέσεων μὲ ἄλλους ἀνθρώπους:
   Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: καὶ "μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας "εἰς οἰκίαν," ὅπερ ρεμβασμὸν δηλοῖ, καὶ μισθὸν αἰτούντων καὶ διαβολῆς ἐστι τεκμήριον. Προεγράφετο εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον. Ἔτι δὲ καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα ἕως ὧδε· "ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν "ἀποστείλαντά με."
          Τίτου Βοστρῶν. «Προλέγει δὲ αὐτοῖς καὶ τὸν διωγμόν, ἵνα ἐνέγκωσι τῇ πείρᾳ τὰς συνθήκας, μὴ βαστάζετε βαλάντιον, μὴ βαρεῖτε ἀργυρίῳ τὸν ὦμον· ἀρκεῖ γὰρ ὑμῖν βεβαρῆσθαι τῇ φροντίδι τοῦ λόγου τὴν διάνοιαν· μὴ ἐν τῷ βαλαντίῳ τὴν ἐλπίδα τοῦ ἄρτου ἔχετε, ἀλλ' ἐν τῷ πέμψαντι τίθεσθε τὴν φροντίδα· μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε, μὴ τοῦτο ἐμπόδιον τοῦ κηρύγματος γένηται ὁμιλίας ἐν μέσῳ παραπιπτούσης καὶ βραδυτῆτος προφάσει, μηδεμία τις διαβολικὴ κακουργία ὑμᾶς ἀποσπάσῃ· οὐ γὰρ κατ' ἀποκλήρωσιν δώσετε τὴν προσηγορίαν, ἀλλ' ὑμεῖς μὲν τὸν λόγον δώσετε, ὅπου δὲ ᾖ ἄξιον ἐπαναπαύσεται τὸ πρᾶγμα. Εἰ δὲ μή, ἐφ' ὑμᾶς ἀνακάμψει· οὐ γὰρ ἁπλῶς ῥίπτεται, ἀλλὰ κρίσει τῇ ἐμῇ βάλλεται».