Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Κατὰ τὶς δύο προηγούμενες ἀπαντήσεις πρὸς τὸν π. Βασίλειο Βολουδάκη, κάναμε κάποιες ἐπισημάνσεις γιὰ τὶς διαστρεβλώσεις τῶν ἁγιοπατερικῶν θέσεων, ἐν σχέσει μὲ τὴν Ἀποτείχιση. Θὰ συνεχίσουμε σήμερα μὲ τὴν ἐκ μέρους του παραχάραξη τῆς ἱστορίας γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη. Θέλουμε νὰ πιστεύουμε πὼς δὲν ἦταν συνειδητή, πὼς ὀφείλεται σὲ ἄγνοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἂν καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὴν παρουσιάζει, δείχνει ὅτι μᾶλλον εἶναι συνειδητὴ προσπάθεια παραπλάνησης τῶν ἐνοριτῶν του. Ἴσως ὁ ἴδιος μᾶς διαφωτίσει μὲ τυχὸν παρέμβασή του, ἐφ’ ὅσον θελήσει νὰ συνεχίσει τὸν διάλογο ποὺ ἀνοίξαμε.
Διατυπώνει τὴν ὀρθόδοξη θέση, ὁ π. Βασίλειος, ὅτι ἐὰν «κάποιος ὀρθόδοξος Ἱεράρχης μετέχει σὲ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικό, αὐτὸς ὁ Ἐπίσκοπος κατὰ Θεὸν εἶναι ἀκοινώνητος, χάνει τὴν Θεία Χάρη, δὲν λογίζεται ἀπὸ τὸ Θεὸ Ἐπίσκοπος», ἀλλ’ὅμως, δὲν δέχεται τὴν ἁγιοπατερικὴ στάση τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο. Διδάσκει τοὺς ἐνορῖτες του πὼς καθῆκον μας εἶναι ἁπλῶς νὰ «στηλιτεύουμε τὴν πλάνη»· «δὲν θὰ συμμετέχουμε, ἀλλὰ μέχρι ἑνὸς ὁρίου. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀποτειχίσεις εἶναι ἀποτυχημένες».
http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2014/09/blog-post_3.html
Κάποιος ἀκροατής, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας του, ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐρώτηση:
«Ἀκροατής: Καὶ φέρνουν ὡς παράδειγμα παλαιότερες ἐποχὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ποὺ ἕνας Ἅγιος, ἂς ποῦμε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στήριζε τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὴν εἶχαν προδώσει...».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀναπάντεχα, διαστρέφων τὴν ἱστορία, ἀπαντᾶ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὅτι ὁ ἅγιος Θεόδωρος δὲν διέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, δὲν ἀποτειχίστηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐκθέσει (ἢ ὅ,τι ἄλλο ἐννοεῖ). Κι ὄχι μόνο δὲν ἀποτειχίστηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, ἀλλὰ εἶχε τέτοια εὐαισθησία, ὥστε, γιὰ νὰ «μὴ διασυρθε τ βασιλικ ξίωμα», παρότρυνε ἐκείνους ποὺ τὸν χτυποῦσαν, νὰ τὸν δείρουν σὲ ἀπόμερο μέρος! (Ἄρα, θὰ γλύτωνε τὸ ξύλο ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, ὁ π. Βασίλειος, ἀσεβώντας κατὰ τέτοιο τρόπο πρὸς τὸν Ἅγιο;).
Ἀπάντησε συγκεκριμένα ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης:
«π. Βασίλειος: λοιπόν, γιος Μάξιμος τί εχε κάνει, δική του κκλησία; γιος Θεόδωρος Στουδίτης; πρχε μεγαλύτερος γωνιστς τν πατρώων παραδόσεων; χι, δν πρξε. Εχε διακόψει τν κοινωνία τν κκλησιαστική; δ, εχε διατάξει ατοκράτορας ν τν ραβδίζουν, ν τν δέρνουν, πειδ ταν πέρμαχος τν γίων Εκόνων κα λεγε: Σς παρακαλ πάμε σ να μέρος ρημικ ν μ δείρετε, ν μ διασυρθε τ βασιλικ ξίωμα τι δέρνετε να μοναχό».
Βέβαια ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη. Καμία σχέση δὲν ἔχει (τὸ περιστατικὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ π. Βασίλειος) μὲ τὴν ἐρώτηση καὶ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἀποτείχιση. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ὅσο κι ἂν σεβόταν ὁ Ἅγιος τὴν ἐκ Θεοῦ δεδομένη βασιλικὴ ἐξουσία, ὅσο κι ἂν σεβόταν τὸν πατριάρχη, ἀποτειχίστηκε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες τῆς ἐποχῆς του, ὅπως καὶ διέκοψε τὴν σχέση του μὲ αὐτοκράτορες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ βασανίστηκε, καὶ ἐξορίστηκε, καὶ φυλακίστηκε!
Παραθέτουμε ἀποσπάσματα γιὰ τὸ θέμα ἀπὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ποὺ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετία μελετᾶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη καὶ ἔχει γράψει τρία βιβλία γι’ αὐτόν.

να δεύτερο σημεῖο τό ὁποῖο πρέπει νά παρουσιασθῆ καί τό ὁποῖο εἶναι πολύ βασικό στήν ἐπικράτησι τῆς σημερινῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ ἔλλειψις ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας ἐκ μέρους τῶν σημερινῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καί, μάλιστα, ἐκκλησιολογίας ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Ἡ ἐκκλησιολογία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ σήμερα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων δέν διαφέρει εἰς τό ἐλάχιστο ἀπό τήν παπική καί, ἐπίσης, δέν διαφέρει ἀπό τήν ἐκκλησιολογία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν καιρῷ εἰρήνης, καί μάλιστα ὅταν ἔχωμε ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους καί ὄχι αἱρετικούς καί ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Διά νά τό ἀποδείξωμε αὐτό, θά τήν ἀντιπαραβάλωμε μέ τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί, μετά λύπης μας, θά διαπιστώσωμε ὅτι ἡ σημερινή ἐκκλησιολογία τῶν Ὀρθοδόξων (τῶν συνειδητῶν καί ἀγωνιστῶν) ὄχι μόνο δέν διαφέρει ἀπό αὐτή τῶν Παπικῶν, ἀλλά ταιριάζει ἀπολύτως καί ἐπιπλέον συνδυάζεται ἄριστα μέ τόν ἐφησυχασμό καί τήν ἀδιαφορία μας καί ἀποτελεῖ τό θεωρητικό ὑπόβαθρό των.
Κατ’ ἀρχάς, στό θέμα αὐτό, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι σήμερα διδάσκουν κατά κόρον καί ἐπικεντρώνουν τήν προσοχή ὅλων στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἡ ὁποία συνοψίζεται στά σημεῖα «ὅπου Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί Ἐκκλησία» καί στό «ὁ λάθρα Ἐπισκόπου τι πράσσων τῷ διαβόλῳ λατρεύει».
Αὐτή ὅμως ἡ διδασκαλία πολύ σύντομα ἐγκατελείφθη ἀπό τούς Πατέρας, διότι ἔθετε ὡς προϋπόθεσι τή βασική ἀρχή, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος διά νά ἀπαιτεῖ ὑπακοή ἀπό τούς πιστούς, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά ὀρθοτομῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή νά διδάσκη καί νά πράττη ἀπλανῶς. Ἤδη ὅμως τόν τέταρτο αἰῶνα, ἡ Ἐκκλησία ἦτο γεμᾶτη ἀπό Ἐπισκόπους αἱρετικούς, σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἡ αἵρεσις νά ἔχη πολλές φορές ἐπικρατήσει παντοῦ, βοηθουμένη ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, καί οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι νά εἶναι ἐξορισμένοι καί ἀπαρρησίαστοι.
 Δι’ αὐτόν τόν λόγο ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ὁ Μ. Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι

Η "έως εσχάτων" Οικονομίες των αντι-Οικουμενιστών προς τους ἐκθεμελιωτές της Εκκλησίας Οικουμενιστές!



Κατ’ ἀρχάς εἶναι ἀνάγκη, προκειμένου νά κατανοήσωμε τήν
ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογία καί τήν ἐπικρατοῦσα σήμερα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παπική νοοτροπία, νά ἀναφέρωμε δύο σκέψεις διά τούς δύο τρόπους διακυβερνήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τήν οἰκονομία δηλαδή καί τήν ἀκρίβεια.
οἰκονομία καί ἡ ἀκρίβεια εἶναι πρακτικά δύο τελείως ἀντίθετοι δρόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐναρμονίζονται πλήρως, λόγῳ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως αὐτῶν οἱ ὁποῖοι τίς ἀσκοῦν καί τοῦ τελικοῦ σκοποῦ τόν ὁποῖο ἐπιδιώκουν.
Ἡ ἀγαθή προαίρεσις δέν ἔχει σχέσι μέ τήν δειλία καί τόν συμβιβασμό, οὔτε μέ τήν ἀδιαφορία καί τήν ἄγνοια, ἀλλά μέ τήν διάκρισι καί τήν ἁγιότητα. Ὁ τελικός δέ σκοπός εἶναι νά ἐπανέλθωμε πάλι στήν ἀκρίβεια, διότι ἐκεῖ εὑρίσκεται ἡ ἀσφαλής ὁδός τῆς σωτηρίας, ἡ διατήρησις τῆς ἀληθείας στήν Ἐκκλησία καί ἡ μή ἀλλοίωσις ἤ παραχάραξις τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Τό πρόβλημα λοιπόν δέν εὑρίσκεται στούς τηροῦντας τήν ἀκρίβεια, ἀλλά στούς ἐφαρμόζοντας τήν οἰκονομία.
Διά νά χρησιμοποιήσωμε στήν Ἐκκλησία τήν οἰκονομία, πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρχη μία μεγάλη ποιμαντική ἀνάγκη στήν ὁποία, ἐάν χρησιμοποιηθῆ ἡ ἀκρίβεια, θά προξενήση μεγάλη ψυχική ζημία στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν ἀναγκαῖο, προκειμένου νά χρησιμοποιηθῆ ἡ οἰκονομία, νά ὑπάρχη στούς ποιμένες πολλή διάκρισις καί ἁγιότης, ὥστε νά διαφυλαχθῆ ἡ ὀρθόδοξος Παράδοσις καί νά οἰκονομηθῆ ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν.
Διά νά κατανοήσωμε πλήρως, πῶς οἱ Πατέρες ἐννόησαν τήν θεάρεστον οἰκονομία καί πότε αὐτή πρέπει νά γίνεται, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀκούσωμε τόν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος μέ τρόπο ἀπαράμιλλο ξεκαθαρίζει τά πράγματα. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἱκανό ἀπό μόνο του νά μᾶς προσδιορίση τί εἴδους οἰκονομίες κάνουν σήμερα οἱ Ἐπίσκοποι καί ἀπό ποῖο πνεῦμα ἐμφοροῦνται. Ἀποτελεῖ τμῆμα μιᾶς θαυμασίας ἐπιστολῆς πρός τόν Μάγιστρο Θεόκτιστο καί ἀναφέρεται στήν μοιχειανική αἵρεσι.
«Εἶναι», λέγει ὁ Ὅσιος, «ἀπαράβατος ὅρος τῆς κατά Θεόν οἰκονομίας νά μήν ἀθετῆται στό ἐλάχιστο κάτι ἀπό τά νομοθετημένα, οὔτε πάλι νά ἐγκαταλείψωμε αὐτό ἀπό τό ὁποῖο ἀπομακρυνθήκαμε γιά λίγο ἐξ αἰτίας κάποιας ἀνάγκης καί, ὡς ἐκ τούτου, νά προσπαθήσωμε νά εὕρωμε αὐτό τό ὁποῖο ζητᾶμε μέ λανθασμένο τρόπο καί νά κάνωμε χειρότερα τά πράγματα προξενώντας ζημία στά ἀνώτερα καί πολυτιμώτερα.
»Αὐτό τό ἔχομε διδαχθεῖ ἐκ μέρους μέν τῶν Ἀποστόλων ἀπό τόν ἀπόσοτολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε τόν ἑβραϊκό ἐξαγνισμό καί ἔκανε περιτομή στόν ἀπόστολο Τιμόθεο, ἐκ μέρους δέ τῶν Πατέρων τό ἐδιδαχθήκαμε ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος φαινομενικά ἀπεδέχθη τήν ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος Οὐάλη καί δι’ ὀλίγο χρόνο δέν ἐκήρυσσε φανερά τήν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
»Στή συνέχεια, ὅμως, οὔτε ὁ Παῦλος παρέμεινε στόν ἑβραϊκό ἐξαγνισμό, οὔτε ὁ Βασίλειος παρέμεινε στήν διά τῶν δώρων ὑποταγή τοῦ αὐτοκράτορος, ὥστε νά μήν κηρύττη τήν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως, μάλιστα, καί οἱ δύο διά τά θέματα αὐτά ἐπροτίμησαν τήν κακοπάθεια καί τόν θάνατο. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὅταν κάποιος χρησιμοποιοῦσε τήν οἰκονομία, δέν ἀπεμακρύνετο ἀπό τό καλό. Διότι πολύ γρήγορα κατελάμβανε αὐτό τό ὁποῖο δι’ ὀλίγο ἄφηνε. Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τόν κυβερνήτη τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος ἐξ αἰτίας τῆς καταιγίδος ἀλλάζει δι’ ὀλίγο τήν πορεία τοῦ πλοίου. Ἄν ὅμως ἔπραττε διαφορετικά καί συνέχιζε τήν λανθασμένη πορεία θά ἀπετύγχανε τοῦ σκοποῦ του καί ἀντί οἰκονομίας θά ἔκανε παράβασι. Αὐτά τά παραδείγματα», καταλήγει ὁ ὅσιος, «εἶναι πολλά καί δέν τά ἀναφέρω διά νά μή μακρυγορήσω».
Εἶναι πολύ εὔγλωττα τά παραδείγματα τοῦ Ὁσίου τά ὁποῖα προσδιορίζουν τήν ὀρθόδοξη οἰκονομία ἀπό τήν αἱρετική. Ἀφ’ ἑνός μέν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ Μέγας Βασίλειος, οἱ ὁποῖοι λόγῳ μεγάλης ἀνάγκης ἐξέφυγαν δι’ ὀλίγον ἀπό τήν ἀκρίβεια καί ὁ κυβερνήτης ἀφ’ ἑτέρου τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος ἀλλάζει προσωρινῶς πορεία στό πλοῖο ἐξ αἰτίας τῆς σφοδρᾶς καταιγίδος. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος οἰκονομία χωρίς μεγάλη καί ἀδήριτο ἀνάγκη, καί δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος οἰκονομία, ἡ ὁποία νά διαιωνίζεται καί νά ἀποκτᾶ ἰσχύ νόμου καί θεσμοῦ στήν Ἐκκλησία.
Προκειμένου νά γίνη πλήρως κατανοητό τό ὅλο θέμα καί ἀκόμη νά δειχθῆ ἡ βαθειά γνῶσις τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως ὑπό τοῦ ὁσίου, θά ἀναφέρωμε ἕνα ἀκόμη τμῆμα ἀπό μία ἐπίσης θαυμασία ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ἡ ὁποία καί αὐτή ἀναφέρεται στή μοιχειανική αἵρεσι.
Προφανῶς ὁ Ναυκράτιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ὅσιο ἐρώτησε διατί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐχρησιμοποίησε τήν οἰκονομία καί δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευον στά δίπτυχα τόν αἱρετικό Θεόδωρο, Ἐπίσκοπο Μοψουεστίας. Ὁ Ὅσιος γνωρίζοντας πλήρως τό θέμα καί ποῦ ἀκριβῶς τό ἀναφέρουν οἱ Πατέρες κάνει μία σύντομη ἀλλά θαυμασία ἑρμηνεία καί λέγει:
«Οἱ Πατέρες προέβαινον σέ οἰκονομίες μέ δύο τρόπους. Ἄλλες ἐγίνοντο δι’ ὀλίγον χρόνο καί ἄλλες ἐγίνοντο ἀδιάκοπα καί αἰωνίως.
Διά μέν τό ἀδιάκοπο καί αἰώνιο ἔχουμε τό παράδειγμα τῆς οἰκονομίας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε στούς Ἰταλούς νά ἐκλαμβάνουν ἀντί τῶν ὑποστάσεων τά πρόσωπα.
Διά τήν προσωρινή καί ὀλιγόχρονη ἔχουμε τό παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν περίπτωσι τῆς περιτομῆς τοῦ Τιμοθέου, τόν Μέγα Βασίλειο στήν περίπτωσι τῆς ἀναφορᾶς τῆς θεότητος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, αὐτό τοῦ ἁγίου Κυρίλλου μέ τήν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας. Στήν δευτέρα περίπτωσι τῶν προσωρινῶν οἰκονομιῶν, ὅσο αὐτές διαρκοῦν, δέν ὑπάρχει τίποτα τό μεμπτό καί κατακριτέο, οὔτε τό δυσάρεστο καί παράνομο. Εἶναι ὅμως ὡς πρός τήν ἀκρίβεια κατώτερο καί ὄχι τόσο ὀρθό. Αὐτή εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ ὁποία γίνεται δι’ ὀλίγο χρόνο. Διότι δέν εἶναι δυνατόν ὁ ἰατρός νά ἀπαλλάξη γρήγορα τόν ἀσθενῆ ἀπό τή νόσο, οὔτε ἀκόμη στόν ἄγριο ἵππο νά βάλωμε ἀμέσως τά χαλινάρια, ἤ τό ξερό κλαδί, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἴσιο, νά τό εὐθυγραμμίσωμε ἀμέσως. Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν», καταλήγει ὁ Ὅσιος, «ὁ εἰδικός σ’ αὐτά, μέ κατάλληλα λόγια καί κάποιες κολακεῖες νά ἐξημερώση τόν ἄγριο ἵππο καί νά τοῦ βάλη τά χαλινάρια.
         Εἶναι φανερό ἀπό τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Ὁσίου ὅτι οἱ οἰκονομίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν τό διηνεκές καί αἰώνιο, εἶναι αὐτές οἱ ὁποῖες ἔχουν σχέσι μέ τήν κατανόησι καί τήν διατύπωσι ἑνός θέματος καί δέν ἔχουν σχέσι οὔτε στό ἐλάχιστο μέ παράβασι εὐαγγελικῆς ἐντολῆς ἤ Παραδόσεως.
 (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, «Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατὰ τὸν Ὅσιο θεόδωρο τὸν Στουδίτη, Διακοπὴ Μνημονεύσεως», σελ. 325-329).

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Δεύτερη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης προσπάθησε συνειδητὰ νὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἐνορῖτες του, οἱ ὁποῖοι ὡς φαίνεται προβληματίζονται ἔντονα ἀπὸ τὴν ἀπραξία καὶ σιγὴ τῶν Ποιμένων μπροστὰ στοὺς κακόδοξους λόγους καὶ ἐνέργειες τῶν ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ ἡ προσπάθειά του αὐτή (προσπάθεια διαστρέβλωσης τῆς Ἱερῆς μας Παραδόσεως) δὲν ἔμεινε μόνο στὰ στενὰ πλαίσια τῆς ἐνορίας του, ἀλλὰ βγῆκε καὶ στὸ διαδίκτυο, γιὰ νὰ προκαλέσει σύγχυση καὶ σὲ εὐρύτερη ὁμάδα πιστῶν. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρέωσή μας, χάριν τῆς ἀλήθειας, νὰ συγκρίνουμε τοὺς λόγους του, μὲ τὰ κείμενα παλαιοτέρων καὶ συγχρόνων θεολόγων. Γιὰ δεύτερη φορά (μετὰ τὴν πρώτη ἀπάντηση, ἐδῶδὲν θὰ παραθέσουμε κείμενα δικά μας, ἀφοῦ μᾶς θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας· θὰ παραθέσουμε κείμενα Ἁγίων, Κανονολόγων, ἀλλὰ καὶ τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ π. Βασίλειος ἔχει ἀγαστὴ συνεργασία στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» καὶ τὴν «Σύναξη κληρικῶν», μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ ἀποπροσανατολιστικὴ ἀπάντηση καὶ παρελκυστικὴ τακτικὴ τοῦ π. Βασίλειου ταιριάζει μὲ αὐτὴ τῶν συνεργατῶν του.
Παραθέτουμε τὴν τοποθέτησή του, σχετικὰ μὲ τὸν ὅρο «Ἀποτείχιση» ἀπὸ τὴν πρώτη παράγραφο τῆς ὁμιλίας του (ἐδῶ).

Εἶπε: «Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” εἶναι ἀπορριπτέος, διότι (ὅταν) ἀποτειχίζεται κάποιος, βγαίνει ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἐκτὸς τῶν τειχῶν, εἶσαι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Τί θὰ πεῖ “ἀποτειχίζομαι”; Μόνος σου, δηλαδή ὁμολογεῖς ὅτι εἶσαι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἄρα, τί ἐπιδιώκεις;».

Γιὰ νὰ δοῦμε ποιός εἶναι ἀπορριπτέος, ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ἢ ἡ δική του τοποθέτηση περὶ ἀποτειχίσεως.
1) Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ὑπάρχει σὲ ἱερὸ Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
α) Κανὼν ιε΄: «Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, ...οἱ τοιοῦτοι ...πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ...τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
β) Βαλσαμών. Ὁ Κανονολόγος Βαλσαμὼν ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁμιλεῖ γιὰ ἀποτείχιση: «...Ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἐκ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος» (P.G. 137, 1068-1069). [Δηλαδή, αὐτὸν ποὺ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τιμᾶται ὡς ὁρθόδοξος, ὁ π. Βασίλειος θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας!!!].
γ) Ζωναρᾶς. Ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁ Κανονολόγος Ζωναρᾶς ὁμιλεῖ κι αὐτὸς γιὰ ἀποτείχιση: «Εἰ δ’ ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη, καὶ τοιοῦτος ὡς δημοσίᾳ, κηρύττειν τὴν αἵρεσιν, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντὶ τοῦ, ἀνυποστόλως καὶ μετὰ παρησίας, διδάσκει τὰ αἱρετικὰ δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. Τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ ἀποτειχίζοντες. Τὸ γὰρ τεῖχος τῶν ἐντὸς αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκτὸς χωρισμός ἐστιν» (P.G. 137, 1069).
δ) Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος συχνὰ ἀναφέρεται στοὺς Κανονολόγους, στὴν ἴδια γραμμὴ κινεῖται: «Ἐὰν δὲ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσης περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν. Ὅρα καὶ τὸν λα'. Ἀποστολικόν» (Πηδάλιον, σελ. 292).
ε) Τέλος ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, μὲ τὸν ὁποῖον συνεδέετο πνευματικὰ ὁ π. Βασίλειος ἔγραφε:  ἀποτείχιση εἶναι, «κανονικὸν δικαίωμα... Ἄν τις, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, παύσῃ τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ!» (Τὸ κείμενο αὐτὸ παραθέσαμε χθὲς ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 90).
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὅμως, τοῦ ἰδίου βιβλίου, ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶναι πιὸ ἀναλυτικός. Μιλάει συγκεκριμένα γιὰ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν τότε πατριάρχη Ἀθηναγόρα (πόσο μᾶλλον σήμερα ἀπὸ τὸν διαπράξαντα καὶ εἰπόντα τρισχειρότερα ἐκείνου, τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο)· καὶ διδάσκει ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα (καὶ σήμερα τὸν Βαρθολομαῖο)  εἶναι δικαίωμα:
«Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα. Οὔτε κατεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἀπεκήρυξεν αὐτὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς. Παραμένει καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας... Τελεῖ μυστήρια. Ἡμεῖς τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; α) Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοῦ. β) Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀγωνιζόμεθα. Ἂν δὲ ἡ συνείδησις τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶναι τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον,  δὲν θὰ μνημονεύῃ ἑτέρου Ἐπισκόπου» («Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 89).

2. Τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωση γιὰ ἀποτείχιση διδάσκει ἐδῶ καὶ δεκαπέντα χρόνια περίπου ὁ π. Θεόδωρος Ζή­σης. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2001 ἔ­γρα­φε: «Ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με τοὺς οἰ­κου­με­νι­σμοὺς καὶ τοὺς ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοὺς ἐ­πὶ ἕ­να αἰ­ῶ­να. Κά­να­με ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ὑ­πα­κο­ή∙ πε­ρι­μέ­να­με καὶ ἐλ­πί­ζα­με νὰ παύ­σουν οἱ συμ­προ­σευ­χές, οἱ συγ­χρω­τι­σμοί, οἱ συγ­κρη­τι­σμοί∙ .­..ἐ­νι­στά­με­θα καὶ δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­θα. Θὰ δι­α­κό­ψου­με τὴν κοι­νω­νί­α μὲ ὅ­σους κοι­νω­νοῦν μὲ τὸν ἀ­κοι­νώ­νη­το, αἱ­ρε­τι­κὸ καὶ σχι­σμα­τι­κὸ πά­πα» (Ζή­ση Θ., “Μὲ τὸ ἀρ­νί­ο ἢ μὲ τὸ θη­ρί­ο; Μὲ τὸν Χρι­στὸ ἢ μὲ τὸν πά­πα;­”, Θε­ο­δρο­μί­α, Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος‒Μάρ­τι­ος 2001).
Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἔ­γρα­φε: «Ἔγ­γα­μος ἱ­ε­ρε­ύς, πο­λύ­τε­κνος, τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Δη­μη­τρι­ά­δος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ δι­α­κό­ψῃ τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ συμ­φω­νοῦν­τος μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πι­σκό­που του, ὅ­ταν δι­α­κρι­τι­κὰ τοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σα τὶς πι­θα­νὲς δι­ώ­ξεις καὶ ποι­νὲς μοῦ εἶ­πε:
»“Προ­τι­μῶ νὰ καλ­λι­ερ­γῶ τὰ χω­ρά­φι­α μου, ὡς ἁ­πλὸς ἀ­γρό­της, καὶ νὰ κρα­τή­σω τὴν πί­στη μου, πα­ρὰ νὰ συ­νερ­γή­σω στὴν κα­τε­δά­φι­σή της καὶ νὰ πά­ω στὴν κό­λα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τρι­άρ­χη καὶ τοὺς ἐ­πι­σκό­πους”­.­.. Αὐ­τὰ ποὺ εἶ­πε ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος ἱ­ε­ρεὺς .­..ἐκ­φρά­ζουν τὴν δι­α­χρο­νι­κὴ συ­νε­ί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὴν στά­ση ὅ­λων τῶν πι­στῶν καὶ τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­πέ­ναν­τι τῶν ἐ­πι­σκό­πων καὶ τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γο τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, ἀλ­λὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν αἵ­ρε­ση καὶ τὴν πλά­νη (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α, καὶ w­ww.t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/87D26F7F.p­r­i­nt.el.a­s­px).
Στὸ ἴ­δι­ο κεί­με­νο, λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἐ­παι­νεῖ ἱ­ε­ρο­μό­να­χο ποὺ δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο του Πα­τρι­άρ­χη. Γρά­φει: Ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σι­ος λέ­γει, πὼς «στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἐ­πί­σκο­πος ἢ ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, οἱ ὀ­φθαλ­μοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται κα­κῶς καὶ σκαν­δα­λί­ζουν τὸν λα­ό, πρέ­πει νὰ ἐκ­δι­ώ­κον­ται, ἔ­στω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χῃ κίν­δυ­νος νὰ με­ί­νουν οἱ πι­στοὶ χω­ρὶς ποι­μέ­να. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα, συμ­φέ­ρει, χω­ρὶς ἐ­πι­σκό­πους καὶ ἱ­ε­ρεῖς νὰ γί­νον­ται οἱ συ­νά­ξεις στοὺς να­ο­ύς, πα­ρὰ νὰ ρι­φθοῦν οἱ πι­στοὶ μα­ζὶ μὲ τὸν ἐ­πί­σκο­πο καὶ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς στὴν κό­λα­ση, ὅ­που πῆ­γαν οἱ Ἑ­βραῖ­οι τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς τους.­..
»Αὐ­τὸ ἔ­πρα­ξε στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­της Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γα­βρι­ὴλ καὶ μὲ μί­α ὀ­λι­γό­λο­γη καὶ θαρ­ρα­λέ­α Δή­λω­ση καὶ Ὁ­μο­λο­γί­α δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου κ. Βαρ­θο­λο­μα­ί­ου, με­τὰ τὶς συμ­προ­σευ­χὲς καὶ τὶς κοι­νὲς δη­λώ­σεις μὲ τὸν προ­η­γο­ύ­με­νο πά­πα. Στὸ ἑ­ξῆς, γρά­φει, γι­ὰ νὰ μὴ θε­ω­ρη­θῇ ὅ­τι μὲ τὴν σι­ω­πή μου συμ­φω­νῶ μὲ ὅ­σα γί­νον­ται, δὲν θὰ συμ­με­τέ­χω στὶς ἀ­κο­λου­θί­ες ποὺ μνη­μο­νε­ύ­ε­ται τὸ ὄ­νο­μα τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τρι­άρ­χου».
Γράφει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος: Πολ­λοί πλέ­ον «δι­α­πι­στώ­νουν ὅ­τι κιν­δυ­νε­ύ­ει πλέ­ον ἡ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς ἀ­λή­θει­ας, ὅ­τι οἱ μνη­μο­νευ­ό­με­νοι στὴ Θ. Λει­τουρ­γί­α ἐ­πί­σκο­ποι, ὡς ἐγ­γυ­η­τὲς τῆς ἐν τῇ πί­στει ἑ­νό­τη­τος δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γον τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, δὲν εὑ­ρί­σκον­ται σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τοὺς πρὸ αὐ­τῶν Ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ εἶ­ναι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι, ὡς κοι­νω­νοῦν­τες μὲ τοὺς ἀ­κοι­νω­νή­τους» (Ζή­ση Θε­όδ., Κα­κὴ Ὑ­πα­κο­ή…, σελ. 23).
Ἀλ­λὰ καὶ στὰ «Πο­ρί­σμα­τα τοῦ Συ­νε­δρί­ου γι­ὰ τὸν Οἰ­κου­με­νι­σμό: «Γέ­νε­σις – Προσ­δο­κί­αι Δι­α­ψεύ­σεις» καὶ στὴν § 8 δι­α­βά­ζου­με: «Νὰ δι­α­τρα­νω­θεῖ πρὸς τὶς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὲς ἡ­γε­σί­ες ὅ­τι σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θή­σουν νὰ συμ­με­τέ­χουν καὶ νὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν πα­να­ί­ρε­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, δι­α­χρι­στι­α­νι­κοῦ καὶ δι­α­θρη­σκει­α­κοῦ, ὁ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νος σω­τή­ρι­ος, κα­νο­νι­κὸς καὶ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὸς δρό­μος τῶν πι­στῶν, κλη­ρι­κῶν καὶ λα­ϊ­κῶν, εἶ­ναι ἡ ἀ­κοι­νω­νη­σί­α, ἡ δι­α­κο­πὴ δη­λα­δὴ τοῦ μνη­μο­σύ­νου τῶν ἐ­πι­σκό­πων, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­θί­σταν­ται συ­νυ­πε­ύ­θυ­νοι καὶ συγ­κοι­νω­νοὶ τῆς αἱ­ρέ­σε­ως καὶ τῆς πλά­νης. Δὲν πρό­κει­ται πε­ρὶ σχί­σμα­τος, ἀλ­λὰ πε­ρὶ θε­α­ρέ­στου ὁ­μο­λο­γί­ας, ὅ­πως τὸ ἔ­πρα­ξαν πα­λαι­οὶ Πα­τέ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ­μο­λο­γη­ταὶ ἐ­πί­σκο­ποι, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­πο­ί­ων ὁ γε­ρα­ρὸς καὶ σε­βα­στὸς μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Φλω­ρί­νης Αὐ­γου­στῖ­νος, καὶ τὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος…» (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α καὶ t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/0A96DE2C.el.a­s­px).
Αὐτὰ γιὰ τὴν δεύτερη ἀπάντηση π. Βασίλειε. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐδῶ, τὸ γιατί, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ πέρα, ὁ π. Θεόδωρος ἀναγκάστηκε, χωρὶς θεολογικὴ ἐξήγηση τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς, νὰ ἐκφέρει συγκρατημένες ἀπόψεις περὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ κρατᾶ παγιδευμένους στὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς (μὲ ὅση εὐθύνη τοῦ ἀναλογεῖ γι’ αὐτό), ὅσους πιστοὺς ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωτηρία τους. Ὅμως, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι συκοφαντεῖτε ὄχι ἀδελφούς σας, ποὺ ἐπέλεξαν τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ τὴν διαχρονικὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα. Καὶ θεωρεῖται ἐμᾶς ποὺ ἐφαρμόσαμε ἕνα Ἱ. κανόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸν ἑαυτό σας ποὺ κακοδιδασκαλεῖ, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας!
Αὐτὸ τουλάχιστον, οὔτε ὁ π. Ἐπιφάνιος (ποὺ θεωροῦσε ὡς δικαίωμα καὶ ὄχι ὑποχρέωση τὴν ἀποτείχιση) δὲν τόλμησε νὰ γράψει!
Θὰ ἀκολουθήσει καὶ ἄλλη ἀπάντηση. Θὰ περιμένουμε μετὰ τὶς δικές μας ἀπαντήσεις, νὰ ἔχουμε τὶς τοποθετήσεις σας ἐπὶ τοῦ θέματος, γιὰ νὰ ἀρθοῦν οἱ κακὲς ἐντυπώσεις ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὶς ἄστοχες ἐξηγήσεις ποὺ ἀρχικὰ δώσατε στὰ πνευματικά σας παιδιά.

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΒΕΒΗΛΩΝΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Χειλαδάκη Ν.


         Ενώ εδώ στην χώρα μας τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια της ηλιθιοποίησης των Νεοελλήνων πληρώνουν εκατομμύρια δολάρια στους Τούρκους για να προβάλουν τις τουρκικές τηλεοπτικές σειρές της αποβλάκωσης, στην Τουρκία μια καινούργια τουρκική τηλεοπτική σειρά βεβηλώνει με τον πιο αποτροπιαστικό τρόπο, (από ομολογία τουρκικής εφημερίδας ), μια ιστορική ελληνορθόδοξη εκκλησία της Καππαδοκίας.
        Όπως αναφέρει η τουρκική εφημερίδα, Yeni Şafak, σε αποκαλυπτικό άρθρο της με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο, «Dizi setinde tarihi ayıp» ο οποίος ομολόγει μια «Ιστορική ντροπή» της τουρκικής τηλεοπτικής σειράς, η εκκλησία

Η χαρά του πιστού και η χαρά του Οικουμενιστή!

Επίσκεψη του Καρδινάλιου Sandri στο Βουκουρέστι για την ίδρυση νέας ουνιτικής “επισκοπής” (Φωτό) 

Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΗΝ ΟΥΝΙΑ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Ρουμανία 30 Αυγούστου 2014. Ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ δέχθηκε την επίσκεψη του Καρδινάλιου Leonardo Sandri, υπεύθυνου  του Συμβουλίου των Ανατολικών Εκκλησιών στο Βατικανό. 

Ο Καρδινάλιος συνοδευόταν από τον παπικό “Αρχιεπίσκοπο”  Βουκουρεστίου

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Πρώτη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Μιὰ πρώτη ἀπάντηση στὶς θέσεις τοῦ π. Βασίλειου Βολουδάκη περὶ Ἀποτειχίσεως ποὺ δημοσιεύσαμε ἐδῶ. 
 http://paterikiparadosi.blogspot.gr/2014/09/blog-post_3.html
   Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης εἶχε πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιο. Ἐπειδὴ ὁ π. Βασίλειος εἶναι προκατειλημμένος μὲ τοὺς ἀποτειχισμένους, δὲν θὰ ἀρχίσουμε νὰ τοῦ παραθέτουμε κείμενα ἀπὸ δικές μας ἀναρτήσεις καὶ βιβλία, ἀλλὰ θὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπολίτου Νικοπόλεως.
Ἂς δεῖ ὁ π. Βασίλειος τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκαν στὴν Ε΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ καταγράφονται ἀπὸ τὸν μητροπ. Μελέτιο. Ἂς προσέξει ὅτι κατὰ τὴν Ε΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἡ «ἑνότης» τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως «πνευματικῆς μορφῆς» καὶ ἐκ δευτέρου διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς καὶ «παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ αἱρετικός (ὡς ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος) «παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος»!
   Ἂς προσέξει, ἐπίσης, ὅτι ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος καὶ ὅσοι τὸν ἀκολουθοῦν (σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπως μᾶς τὴν μεταφέρει ὁ μητροπ. Μελέτιος) ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦν μιαίνονται.
Γράφει: «Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ αἴρει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι»! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ε΄  Οἰκουμενικὴ ἀποδέχεται τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ ὅτι «οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῆ νὰ λάβῃ τὴν θείαν κοινωνίαν» ἀπὸ ἱερεῖς, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικοί, ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι «ὕποπτοι  ἐπὶ αἱρέσει»!


Τέλος: «Εἰς τὰ δίπτυχα τῶν ζώντων ἀναγράφονται καὶ ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν “κοινωνικῶνὀρθοδόξων ἀρχιερέων καὶ πατριαρχῶν».
Παραθέτουμε τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα:
«Κατὰ ἀδιαμφισβήτητον ἐκκλησ. ἀρχὴν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν Πνεύματι μία· εἶναι ἑνωμένη ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. “Εἷς Κύριος· μία Πίστις· ἓν Βάπτισμᾳ· εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν”. Ἡ ἑνότης αὐτὴ παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας. Ὁ ἑτέρως, παρ’  ὃ παρέλαβε, φρονῶν, παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν Ε΄ Σύνοδον (Πρᾶξ. Α΄ §3, 17) ὑπέρτατο χρέος τῶν ἱερέων, φυλάκων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ περιφρούρησις τῆς πίστεως. Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ

Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΥΣΗ; π. Βασίλειου Βολουδάκη





Ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης τὴν Κυριακὴ 27.8.2014 στὴν αἴθουσα τῆς πνευματικῆς ἑστίας "ΥΠΑΚΟΗ" (Μαυρομιχάλη 96, στὴν Ἀθήνα) καὶ στὰ πλαίσια τῶν ὁμιλιῶν ποὺ ἐκεῖ πραγματοποιεῖ, μίλησε, ἀπαντώντας ὡς φαίνεται σὲ ἐρωτήματα ἐνοριτῶν του, γιὰ τὸ θέμα τῆς στάσεώς μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν, καὶ ἀναφέρθηκε στὸ θέμα τῆς Ἀποτειχίσεως.
Ἡ ὁμιλία του (παραθέτουμε στὸ τέλος σὲ Βίντεο τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα, ποὺ δημοσιοποιήθηκε) μᾶς γέμισε θλίψη· γιατί, ἂν καὶ ἱερεῖς σὰν τὸν π. Βασίλειο συσκοτίζουν σὲ τέτοιο βαθμὸ τὴν ἀλήθεια, τότε σὲ ποιόν (ἀνθρωπίνως) νὰ ἐλπίζει κανείς;
Στὴν ὁμιλία αὐτὴ ὁ π. Βασίλειος ἀπεδύθη σὲ μιὰ προσπάθεια δικαιολόγησης τῶν ἀδικαιολόγητων, παρουσίασε μιὰ ἀλλοπρόσαλλη ἐκκλησιολογία ἀλληλοαναιρούμενων ἐκκλησιολογικῶν θέσεων, μὲ μοναδικὸ στόχο καὶ σκοπὸ νὰ καταδικάσει τὴν Ἀποτείχιση ὡς πράξη ὁδηγοῦσα ἐκτὸς Ἐκκλησίας!
Εἶναι κρίμα, π. Βασίλειε, νὰ ἐκτίθεστε κατὰ τέτοιο τρόπο καὶ νὰ κρημνίζετε ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν θεολογική σας φήμη! Περισσότερο δὲ καὶ οὐσιαστικὰ εἶναι κρίμα (γιατὶ αὐτὸ τὸ κρίμα ἔχει αἰώνιες διαστάσεις, ἐὰν δὲν γίνει κάποια ἐπανόρθωση) νὰ γίνεσθε κακοδιδάσκαλος καὶ διαστροφέας τῆς Ἁγιοπατερικῆς μας Παραδόσεως. Ἀκόμα καὶ ὁ πνευματικός σας Πατέρας, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, εἶχε ἀποφανθεῖ περὶ ἀποτειχίσεως ξεκάθαρα, τότε ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς ἦταν στὰ σπάργανα: ἡ ἀποτείχιση εἶναι κανονικὴ πράξη ποὺ προβλέπεται ἀπὸ τοὺς Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας! Εἶχε συγκεκριμένα γράψει:

«Ἂν δὲ ἡ συνείδησίς τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύῃ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον του, συμφώνως τῶ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶνε τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῆ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας" (σελ. 89).
 ἀποτείχιση εἶναι, «κανονικὸν δικαίωμα... Ἄν τις, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, παύσῃ τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ!» (Τὰ Δύο Ἄκρα, σελ. 90).

Παραθέτουμε τὴν ὁμιλία τοῦ π. Βασιλείου καὶ θὰ ἐπανέλθουμε γιὰ τὸν σχολιασμό της.

 
π. Βασίλειος Βολουδάκης:


Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΥΣΗ;

Ὁ ὅρος «Ἀποτείχιση» εἶναι ἀπορριπτέος, διότι (ὅταν) ἀποτειχίζεται κάποιος, βγαίνει ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἐκτὸς τῶν τειχῶν, εἶσαι ἐξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Τί θὰ πεῖ «ἀποτειχίζομαι»; Μόνος σου, δηλαδή ὁμολογεῖς ὅτι εἶσαι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἄρα, τί ἐπιδιώκεις; Ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι ἀδόκιμη, διότι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες μιλοῦν ὅτι, ἐὰν κοινωνήσει κάποιος μὲ ἀκοινώνητο, ἀκοινώνητος θὰ εἶναι κι ἐκεῖνος. Τώρα, ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κοινωνεῖ μὲ ἀκοινωνήτους. Ἐὰν ἐννοήσουμε ὅτι κάποιος ὀρθόδοξος Ἱεράρχης μετέχει σὲ συμπροσευχή –γιατὶ καὶ ἡ ἁπλῆ προσευχὴ εἶναι ἐφάμαρτη– μετέχει σὲ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικό, αὐτὸς ὁ Ἐπίσκοπος κατὰ Θεὸν εἶναι ἀκοινώνητος πλέον, δηλαδὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός, χάνει τὴν Θεία Χάρη, δὲν λογίζεται ἀπὸ τὸ Θεὸ Ἐπίσκοπος.
Ὅμως ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία ἔχει μία ἀποστολὴ νὰ προστατεύει τοὺς πιστούς,

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Διαλλακτικότητα προς αιρετικούς του αγίου Κυρίλλου





 Στὸ ἱστολόγιο «Ἀποτείχιση» (30/31 Αὐγούστου) εἴδαμε κάποιο σχόλιο ποὺ εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐστηρῆς θέσεως ὅτι, δηλαδή, ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση μνημόσυνου σὲ ὅσους τελευτοῦν σὲ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει διαστρέψει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς συνειδήσεις (τοῦτο διαπιστώνω καὶ ἀφορᾶ καὶ μένα), ὥστε ἀκόμα καὶ ἀγωνιστὲς πιστοί, νὰ ἀδυνατοῦν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀτόφια Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ πρακτική, τὸ δὲ τραγικὸ εἶναι ὅτι αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ μὲ τοὺς ὑπεύθυνους Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἔτσι χαράζουν νέα, ἀντιπαραδοσιακὴ ὁδὸ ἀντιμετωπίσεως τῆς αἱρέσεως, ἐπιτείνοντας τὴν ἤδη ὑπάρχουσα σύγχυση.
Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ γίνεται προσπάθεια, παραμερίζοντας τὶς διάφορες στρεβλώσεις, νὰ ἀνακαλύπτουμε τί ἀκριβῶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι γιὰ τὰ διάφορα θέματα (δογματικά, ἐκκλησιολογικά, ποιμαντικά κ.λπ.) καὶ νὰ ἐπισημαίνουμε τὴν Πατερικὴ γραμμή, νὰ ἐπιμένουμε στὴν «Ἀκρίβεια», ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπόψιν –ἐφ’ ὅσον ζοῦμε σὲ ἐσχατολογικὴ ἐποχὴ συγχύσεως– τὰ ὅποια ἐλαφρυντικὰ τῶν καλοπροαίρετων ἀδελφῶν μας· νὰ ἐνθυμούμεθα ὄχι μόνο τὴν «Ἀκρίβεια», ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιείκεια, καὶ τὴν «Οἰκονομία» ποὺ ἐφάρμοζαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
Αὐτὴ ἡ αἴσθηση μὲ ἔκανε νὰ ἀναζητήσω στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία κάποια παραδείγματα ἐπιεικείας καὶ οἰκονομίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, διότι νομίζω ὅτι, ἡ αὐστηρὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἡ ἀπολυτότητα –εἰδικὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει καλὴ προαίρεση– δημιουργεῖ προβλήματα μεγαλύτερα. Παρουσιάζω ἕνα παράδειγμα, ποὺ δὲν ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς στὴν περίπτωση (γιατὶ ἐκεῖ πρόκειται γιὰ ἀντιμετώπιση αἱρετικοῦ), ἀλλ’ ὅμως δείχνει ὅτι οἱ Πατέρες (ἐνῶ εἶχαν ἀποκρυσταλλωμένη θέση γιὰ τὴν διακοπὴ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς) ἐφάρμοζαν συγκατάβαση καὶ Οἰκονομία σὲ θέματα ἐπικοινωνίας μὲ αἱρετικούς, γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ γιὰ συγκεκριμένους λόγους.
Τὸ σχόλιο τὸ ὁποῖο ἀποτέλεσε τὴν ἀφορμὴ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἀναφέρεται στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου. Ὁ ἀείμνηστος, ὡς γνωστόν, ἦταν σφοδρὸς ἀντι-Οἰκουμενιστής. Δὲν θὰ ξεχάσω τὸ ἑξῆς περιστατικό. Ὅταν τὸν μεταφέραμε στὸ Βόλο γιὰ ἀντι-οἰκουμενιστικὴ ὁμιλία (πρὶν δυὸ χρόνια περίπου), ἦταν βαριὰ κρυωμένος, βαριανάσαινε τόσο, ποὺ κάποια στιγμὴ σκέφτηκα: θὰ προλάβουμε νὰ φτάσουμε στὸ Βόλο; Τελικὰ συνῆλθε καὶ μεταξὺ ἄλλων μᾶς εἶπε: Ἔχω ἀγωνιστεῖ ἐναντίον πολλῶν αἱρέσεων. Παρακαλῶ τὸ Θεό, νὰ μοῦ δώσει λίγο χρόνο ἀκόμα νὰ ἀγωνιστῶ καὶ ἐναντίον τῆς μεγαλύτερης αἱρέσεως, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Στὴν προσπάθειά μας νὰ τοῦ ἐξηγήσουμε τὰ στοιχεῖα ποὺ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἀποτειχίσεως, σκόνταφτε στὸ πρόβλημα: ποῦ θὰ βρίσκουν οἱ χριστιανοὶ τὰ Μυστήρια, ἀφοῦ ἀποτειχισμένοι ἱερεῖς δὲν ὑπάρχουν. Πῶς μπορεῖ νὰ γίνει ἀγώνας χωρὶς τὴν Θ. Κοινωνία. Ἔτσι, ἂν καὶ ὑποστήριξε τοὺς ἀποτειχισμένους καὶ ἀποδεχόταν τὴν ἀποτείχιση, ὅμως, μὲ τὴν τοποθέτησή του ἔδειχνε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τὴν σημασία τῆς κοινωνίας μὲ αἱρετικούς, τὸν μολυσμό-ἀλλοίωση ποὺ ἐπιφέρει στοὺς κοινωνοῦντες αὐτὴ ἡ ἐπι-κοινωνία, καὶ πόση εὐθύνη ἔχουν, εἰδικὰ αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν. Μᾶς ἔλεγε: Ἂν ἔχετε ἀποτειχισμένο ἱερέα καλῶς, διαφορετικὰ ψάξτε νὰ βρεῖτε ἕνα ἁπλὸ παπά, σὲ μητρόπολη ἀντι-Οἰκουμενιστῆ ἐπισκόπου καὶ νὰ κοινωνᾶτε ἀπ’ αὐτόν.
Προσωπικὰ θεωρῶ ὅτι, παρόλο ποὺ στήριζε καὶ ἀποδεχόταν τὶς θέσεις τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, δὲν μελ΄έτησε καὶ ὁ ἴδιος πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ τὰ πατερικὰ κείμενα (ὅπως δυστυχῶς κάνουν καὶ ἄλλοι σύγχρονοι Ποιμένες), λόγῳ ἡλικίας καὶ ἔχοντας ἀνατραφεῖ μὲ ἄλλες ἀρχές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραμένει ἀνεκμετάλλευτος ὁ πλοῦτος τῶν Πατερικῶν κειμένων ποὺ ὁ π. Εὐθύμιος ἔχει συγκεντρώσει καὶ καταδεικνύουν τὴν Πατερικὴ ὁδὸ ἐν καιρ αἱρέσεως.

Τὸ ἀφετηριακὸ σχόλιο (ποὺ ἀπευθύνεται στὸν ἱστολόγο τῆς «Ἀποτείχισης») καὶ στὸ ὁποῖο ἀναφερόμαστε εἶναι τὸ ἑξῆς:
«Και θα σε παρακαλούσα να δημοσιεύσης όσο και αν τυχόν διαφωνείς την παρακάτω δήλωση μου πρός κάθε αποτειχισμένο Ιερέα και μάλιστα τον π. Τρικαμηνά.
Την απαγόρευση της τέλεσης μνημόσυνου για όσους τελευτούν τη κοινωνία της αιρέσεως την ξέρετε.
Όπως δεν πρέπει να δίνετε την Θεία Ευχαριστία σε όσους μετέχουν των μυστηρίων της σατανικής συναγωγής και όποιος το κάνει δίνει τα Άγια των Αγίων στα σκυλιά όμοια έχετε καθήκον να μην κάνετε μνημόσυνο σε όποιον επέλεξε μέχρι και του θανάτου του τα μυστήρια της απώλειας γιατί σε διαφορετική περίπτωση προδίδετε τον Κύριο, κοινωνείτε με τους ακοινώνητους και ουδεμία κοινωνία επιτρέπεται με τους Αντίχριστους.
Και σαν προδότες, κοινωνούντες τους ακοινώνητους θα είστε ακοινώνητοι από του νυν μέχρι του αιώνος από όσους μαρτύρησαν, μαρτυρούν και θα μαρτυρούν ακριβώς για να μην κοινωνήσουν τα ακοινώνητα».

Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε τὸ 553 μ.Χ. γιὰ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τρεῖς ἱερωμένους: τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο Μοψουεστίας, τὸν ἐπίσκοπο Θεοδώρητο Κύρου καὶ τὸν μητροπολίτη Ἐδέσσης Ἴβα, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σαφῆ ἀντίθεση πρὸς τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (Ζήτημα Τριῶν Κεφαλαίων). Ὅσα στοιχεῖα παρουσιάζω εἶναι ἀπὸ τὴν μελέτη  τοῦ πρώην Μητροπολίτου Νικοπόλεως, καὶ φανερώνουν ὅτι οἱ  Ἅγιοι πατέρες ἔδειχναν ἐπιείκεια, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ ὑποχωροῦν στὰ θέματα τῆς πίστεως.
Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας θεωρεῖται ὁ «πατέρας» τοῦ Νεστοριανισμοῦ. «Ἡ διδασκαλία τοῦ Θεοδώρου ἦτο καινολογία (=νεωτερισμός), ξένη πρὸς τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἀντιοχεῖς, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν ἤκουσαν τὰς ἰδέας του, κατὰ κυριολεξίαν “λίθους βαλόντες αὐτὸν” ἐξεδήλωσαν τὴν πλήρη ἀντίθεσή τους» (Μελετίου Καλαμαρᾶ, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985, σελ. 45).
Ἀνησυχία εἶχαν διατυπώσει ἤδη ἀπὸ τὸ 394 μ.Χ. καὶ οἱ «ἅγιοι Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ Γρηγόριος Νύσσης» (σ. 45). Λίγο ἀργότερα (404 μ.Χ.) καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος (ἀνησυχῶν καὶ αὐτός) μὲ ἐπιστολὴ του στὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Πορφύριο, τὸν προέτρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ ζήτημα ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὶς κακοδοξίες τοῦ Θεοδώρου.
Ἀλλὰ αὐτὴ «ἡ περιωρισμένης ἐκτάσεως ἀμφισβήτησις αἰφνιδίως μετεβλήθη εἰς γενικὴν καὶ καθολικήν, ὅταν ἕνας μαθητής τοῦ Θεοδώρου, ὁ Νεστόριος, ἐπελέγη» ὡς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (σ. 45).
«Πρῶτος ἐναντίον τοῦ Νεστορίου ἠγέρθη» ἕνας λαϊκός, ὁ κατόπιν «ἐπίσκοπος Δορυλαίου Εὐσέβιος». Στὴν συνέχεια ἐναντιώθηκε ὁ Ἅγιος Κύριλλος καί, τέλος, ὁ Πάπας Κελεστῖνος, ὁ ὁποῖος δι’ ἐπιστολῶν, ἔδωσε προθεσμία στὸν Νεστόριο 10 ἡμερῶν νὰ ἀρνηθεῖ τὶς αἱρετικὲς θέσεις του καὶ νὰ μετανοήσει. Ταυτόχρονα ἐπαινοῦσαν τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ποὺ ἀποτειχίστηκαν ἀπὸ τὸν Νεστόριο καὶ τοὺς καλοῦσαν νὰ κρατήσουν «σθεναρὰν κατὰ τοῦ Νεστορίου ἀντίδρασιν» πρὶν ὁ Νεστόριος καταδικασθεῖ (σ. 46-47).
Ὁ Νεστόριος ἐπέτυχε νὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ προσπάθησε νὰ προσεταιρισθεῖ τὸν Πατριάρχην Ἀντιοχείας Ἰωάννην. «Ὅμως ὁ Ἰωάννης δὲν ἀπεδέχθη τὸν ρόλον, διὰ τὸν ὁποῖον προώριζεν αὐτὸν ὁ Νεστόριος» καὶ διαμήνυσε τὴν πεποίθησή του στὸν ἅγιο Κύριλλο «ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Νεστόριου εἶναι “ρῆμα οὐκ ἀνεκτόν”· καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ μετὰ συνέσεως