Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η διαστρέβλωση του βίου του αγ. Θ. Στουδίτη από π. Β. Βολουδάκη


Παρακολουθήσαμε μὲ μεγάλη λύπη ὅσα ἀντιπατερικὰ ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης δίδαξε στοὺς ἐνορῖτες του. Μᾶς λύπησε ἀκόμα περισσότερο ἡ διαστρέβλωση τῆς ἱστορίας, τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει καὶ ὁ Σύλλογός μας), ὁ ὁποῖος ὑπέστη τὰ πάνδεινα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του, καί μάλιστα ἀκόμη καί γιά τήν παράβαση ἔστω καὶ μίας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς.
Ἐπειδὴ λοιπόν ὁ π. Βασίλειος ἀπαξιώνει τὸν π. Εὐθύμιο, ποὺ ἔχει καταδείξει πολλάκις καὶ διὰ πολλῶν τεκμηρίων τὴν ὀρθόδοξη θέση γιὰ τὸ θέμα, καί κατ’ ἐπέκταση ὅλους ἐμᾶς ποὺ κατὰ δύναμη ἀκολουθοῦμε τὴ γραμμὴ τῆς ἀποτείχισης, θὰ ἐπικαλεσθοῦμε κείμενο ἄλλου συγγραφέα γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ π. Εὐθύμιου ποὺ ἤδη δημοσιεύτηκαν.
Σὲ πρόσφατο ἄρθρο του ὁ θεολόγος κ. Λάμπρος Σκόντζος διαψεύδει τὴν ἀστήρικτη θέση ποὺ ἐξέφρασε ὁ π. Β. Βολουδάκης, ὁ ὁποῖος ἀμφιβάλλουμε ἂν διάβασε ὄχι μόνο ἐλάχιστο μέρος τοῦ συγγραφικοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου (ἐπιστολές, κατηχήσεις, διδαχές)ἀλλά οὔτε κἄν τόν βίο του!  Ὑποστηρίζει  ὁ π. Βασίλειος, ὅτι ὁ ἅγιος Θεόδωρος δὲν εἶχε «διακόψει τὴν κοινωνία τὴν ἐκκλησιαστική» μὲ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του, ἐνῶ ὁ κ. Σκόντζος γράφει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, ὅτι δηλαδή, ὁ ἅγιος Θεόδωρος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς πατριάρχες τῆς ἐποχῆς του, γιὰ τὴν παράβαση, μάλιστα, μιᾶς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς.
Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ κ. Σκόντζος δὲν εἶναι ἀποτειχισμένος, ὁπότε ἐλπίζουμε ὅτι ὁ π. Βασίλειος  θὰ δεχθεῖ τὸ κείμενό του ἀμερόληπτα κι ἀντικειμενικὰ καὶ θὰ ἀνακαλέσει αὐτὴ καὶ ὅσες ἄλλες ἀνακρίβειες, ἠθελημένες ἢ μή, ἐξεστόμισε.
Χριστίνα Νάκου



ΑΓΙΟΣ  ΘΕΟΔΩΡΟΣ  Ο  ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

Ο  ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ  ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΜΑΣ
Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού

     Μια από τις πιο σεβαστές τάξεις των αγίων της Εκκλησίας μας είναι οι ομολογητές. Σε αυτή την τάξη ανήκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεώς τους, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες της ομολογίας τους αυτής. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η Εκκλησία μας είναι απόλυτα στηριγμένη στους αγώνες των αγίων ομολογητών Της, στη δισχιλιόχρονη πορεία Της στην ιστορία.
Ένας από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας είναι και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος έδρασε σε μια πολύ ταραγμένη για την Εκκλησία ιστορική περίοδο. Πρόκειται για την φοβερή εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα, με αφόρητες διώξεις των ορθοδόξων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν εκτός από την ευσέβεια και κατά κόσμον παιδεία, την οποία ο ίδιος αργότερα την χρησιμοποίησε για την Εκκλησία. Σπούδασε με επιμέλεια την ελληνική φιλοσοφία και τους Πατέρες της Εκκλησίας. 
Από μικρός αγαπούσε το Χριστό και λαχταρούσε να προσφέρει σε Αυτόν τη ζωή του. Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τον ενέπνευσε να αφιερώσει τη ζωή του για την προάσπιση της αλήθεια και της αυθεντικότητας της Εκκλησίας. Το 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και το 794 ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου της Μονής.
Δεν πρόλαβε να χαρεί την ηγουμενία του, διότι δύο χρόνια μετά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797) χώρισε τη σεμνή σύζυγό του Μαρία για χάρη μιας άλλης γυναίκας της Θεοδότης. Αφού έκλεισε σε μοναστήρι τη Μαρία, νυμφεύτηκε το ίδιο βράδυ κρυφά στα ανάκτορα τη Θεοδότη. Το μυστήριο τέλεσε ο ιερέας της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ. Την επόμενη ημέρα έγινε η στέψη της ως βασίλισσα!
Η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ελέγξει την παρανομία του αυτοκράτορα και τη γελοιοποίηση του ιερού μυστηρίου του γάμου. Ζήτησε εξηγήσεις από τον πατριάρχη Ταράσιο γιατί δεν τιμώρησε τον ιερέα Ιωσήφ, και επειδή δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις διέκοψε το μνημόσυνό του. Οι κολακείες του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν απέδωσαν και για τούτο άρχισαν οι διώξεις εναντίον του.  Εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη ως το 797, όπου ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία (797-802). Το 798 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ηγούμενος της περίφημης Μονής του Στουδίου. Ευτύχησε να έχει στην ηγουμενία του περισσότερους από χίλιους μοναχούς. Μετέβαλλε τη Μονή σε κέντρο κοινωνικής ευποιΐας και πνευματικής ακτινοβολίας. Μεταξύ των άλλων στη Μονή γινόταν και αντιγραφή αρχαίων κωδίκων. Τότε αντιγράφηκαν και έφτασαν ως εμάς τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
 Αλλά και πάλι το 808 αναγκάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τον πατριάρχη Νικηφόρο, ο οποίος αποκατέστησε τον Ιωσήφ, κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ (86-815) και διότι θεώρησε την εκλογή του αντικανονική. Εξορίστηκε αυτή τη φορά στη Χάλκη και διαλύθηκε η περίφημη Μονή του Στουδίου και αναστάλθηκε το κολοσσιαίο πνευματικό της έργο.
Το 811 επέστρεψε από την εξορία, αλλά τέσσερα χρόνια μετά, το 815 ανέβηκε στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη  εικονομαχική περίοδο. Στις 25 Μαρτίου του 815, Κυριακή των Βαΐων, ο άγιος Θεόδωρος αψηφώντας το διάταγμα για την καθήλωση και καταστροφή των Ιερών Εικόνων, μαζί με ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς λαϊκούς, πήραν τις Ιερές Εικόνες και τις περιέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι για  μια κόμη φορά ο άγιος Θεόδωρος θα αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και θα διωχθεί. Αφού τον συνέλαβαν, τον ξυλοκόπησαν άγρια, τον κακοποίησαν και τον έστειλαν για τρίτη φορά εξορία, αυτή τη φορά στη Σμύρνη. Τον φυλάκισαν στα υγρά και σκοτεινά υπόγεια του μητροπολιτικού μεγάρου της πόλεως, όπου τον μαστίγωναν ανηλεώς καθημερινά και του στερούσαν ακόμη και το ψωμί και το νερό!  Εκεί κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.
Το 820 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού (820-829) ανακλήθηκε από την εξορία. Όμως το 824 ήρθε σε σύγκρουση με τον Μιχαήλ για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορα. Για μια ακόμη φορά ακολουθούμενος από ορισμένους στουδίτες μοναχούς, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την αγαπημένη του Μονή, για την οποία τόσο κοπίασε. Βαριά άρρωστος άφησε τα εγκόσμια την 11η Νοεμβρίου του 826, αφού ζήτησε από τους μοναχούς να του διαβάσουν τον 118ο Ψαλμό. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο σε ηλικία 67 ετών.
Παρ’ όλες τις διώξεις και τις εξορίες του έγραψε σπουδαιότατα θεολογικά έργα. Διακρίθηκε επίσης ως σπουδαίος ποιητής και υμνογράφος, ο οποίος συνέθεσε τους περισσότερους ύμνους του Τριωδίου.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ασυμβίβαστου χριστιανού με τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο. Εκφράζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ασυμβίβαστο της Εκκλησίας με την αμαρτία και το αντιχριστιανικό πνεύμα. Αν και μοναχός προασπίστηκε τον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο είχαν καταπατήσει οι ισχυροί της εποχής του. Προασπίσθηκε επίσης την αγία και αμώμητη πίστη της Ορθοδοξίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι και η εποχή μας έχει ανάγκη αγίων και ομολογητών, σαν τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη για να μπορέσουμε να βγούμε από το φοβερό πνευματικό τέλμα, στο οποίο έχουμε βυθισθεί!  
Πηγή: aktines

Εφαρμογή της Αποτειχίσεως, μια περίπτωση κατά τον ΣΤ΄ αιώνα



Τὸ πρόβλημα στὴν ἐποχὴ αὐτὴν τοῦ 6ου αἰῶνος ἦταν ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἴβα, ἐφ’ ὅσον ἐκατηγορεῖτο γιὰ νεστοριάζουσες θέσεις. «Οἱ δυτικοὶ ἐδέχοντο τὴν ἐπιστολὴν Ἴβα ὡς κανονικὴν καὶ τὰς θέσεις της ὡς ἔκφρασιν τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, μὲ πρώτην συνέπειαν ὅτι ὑφίσταντο συνεχῶς μεγαλυτέραν ἐπίδρασιν τῶν ἰδεῶν τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας (ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκφράσει αἱρετικὲς ἰδέες). Οἱ δυτικοὶ ἔχουν ἀποβῆ θιασῶται τῶν τριῶν κεφαλαίων. Ἔτσι φέρουν διχόνοιαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν... Δὲν θέλουν νὰ τὸ παραδεχθοῦν ὅτι ἔχουν ἀποκλίνει ἀπὸ τῆς ὀρθῆς πίστεως» («Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπ. Νικοπόλεως, Ἀθῆναι 1985, σελ. 107).
Ὁ Ἰουστινιανὸς ποὺ ὡς γνωστὸν ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀναλαμβάνει πρωτοβουλία γιὰ σύγκληση Συνόδου καὶ συγγράφει τὸν «Θεῖον Τύπον», τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Στὸν Θεῖον Τύπον, «περιγράφων τὴν κατάστασιν, ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τὸ διάστημα ἰσχύος τοῦ Ἑνωτικοῦ μεταξὺ Νεστοριανῶν (δύσεως) καὶ Εὐτυχιανῶν (ἀντιχαλκηδονίων ἀνατολῆς) ὁ Ἰουστιανινὸς λέγει (§ 6 καὶ 7): “Ἐπροκάλεσαν τόσας ταραχάς... σχίσματα καὶ διαιρέσεις, ὥστε ἔκαμαν τὰς Ἐκκλησίας νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν κοινωνίαν μεταξύ των καὶ πράγματι κανεὶς τότε δὲν ἐφαντάζετο, λαϊκὸς μὲν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κοινωνήσῃ, ἂν μετέβαιναν ἀπὸ τὴν μίαν πόλιν εἰς ἄλλην, καὶ κληρικὸς ὅτι, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν”.
(«Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπ. Νικοπόλεως, Ἀθῆναι 1985, σελ. 107).
Αὐτὴ ἦταν ἡ στάση τῶν πιστῶν: μὴ κοινωνία (ἀποτείχιση) μὲ ἐκείνους ποὺ ἀποδέχονταν αἱρετίζουσες ἰδέες ἢ τάσεις, παρότι δὲν ὑπῆρχε ἀπόφαση Συνόδου γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα (καὶ ἀκριβῶς, γι’ αὐτὸ συνεκλήθη ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος) καὶ παρότι, ἡ προσπάθεια τῆς καταδίκης τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, εὕρισκε ἀπέναντί της ἰσχυρὰ καὶ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα ὅπως τὰ κάτωθι:

Ἔλεγαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ Τρία Κεφάλαια, ὅτι ἐὰν καταδικασθοῦν «α) Θὰ προκληθῆ σκάνδαλον μέγα εἰς πολλὰς συνειδήσεις, β) θὰ μειωθῆ τὸ κῦρος τῆς Δ΄  Συνόδου (σ.σ. ἐνν. τῆς Οἰκουμενικῆς, ἡ ὁποία τότε, δὲν τὰ εἶχε καταδικάσει), γ) εἶναι ἀνεπίτρεπτος ἡ ἀναθεώρησις Συνόδου, δ) δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθεματίζωνται οἱ κεκοιμημένοι» (στὸ ἴδιο, σελ. 110).
Στὸ παρακάτω τμῆμα ὁ Νικοπόλεως Μελέτιος (Καλαμαρᾶς) μᾶς ἐξηγεῖ γιατί δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ τοὺς αἱρετίζοντες: Γιατί, παρότι ἐξωτερικὰ ἔχουν τὴν μορφὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἐσωτερικὰ λείπει ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεως, τοῦ Πνεύματος, καὶ ἄρα ἡ ἐξωτερικὴ ἑνότητα ἀποτελεῖ μία ἀπάτη, οἱ θεσμικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ψευδοποιμένες πού, χωρὶς τήν «Μία Πίστι» αἴρεται «ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τὸ ποίμνιον».
Νά, πῶς ἀκριβῶς τὸ παρουσιάζει (σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς) ὁ Μελέτιος:
«Κατὰ ἀδιαμφισβήτητον ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν Πνεύματι μία· εἶναι ἑνωμένη ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. "Εἷς Κύριος· μία Πίστις· ἓν Βάπτισμᾳ· εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν". Ἡ ἑνότης αὐτὴ παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας. Ὁ ἑτέρως, παρ’  ὃ παρέλαβε, φρονῶν, παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν Ε΄ Σύνοδον (Πρᾶξ. Α΄ §3, 17) ὑπέρτατο χρέος τῶν ἱερέων, φυλάκων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ περιφρούρησις τῆς πίστεως. Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ αἴρει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τὸ ποίμνιόν τους (βλ. Πρᾶξ. ΣΤ΄ §15, 10 καὶ Πρᾶξ. Α΄ 3, 14).
Διὰ τοῦτο ὁ Ἰουστινιανὸς δηλοῖ (καὶ ἡ Σύνοδος ἐπικυρώνει τὴν "θέσιν" αὐτὴν (ἐν Πράξει Ζ΄ §16, 1-2), ὅτι οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῆ νὰ λάβῃ τὴν θείαν κοινωνίαν ἀπὸ ἱερεῖς ὑπόπτους ἐπὶ αἱρέσει. Καὶ οἱ ὀρθόδοξοι καθ’  ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἀκακιανοῦ σχίσματος ἠρνήθηκαν νὰ κοινωνήσουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ χειρῶν ἁπλῶς ὑπόπτων. "Ἀκοινώνητοι διὰ τί μένομεν ἐπὶ τοσαῦτα (35) ἔτη;  Διὰ τί οὐ κοινωνοῦμεν;" (Α.C.O. 3, σελ. 72). "Ἱερεῖς καὶ πατέρες εἶναι μόνον οἱ τηροῦντες τὴν πίστιν ἀνόθευτον" (Πρᾶξ. A΄ §3, 14)» (στὸ ἴδιο, σελ. 104-106.

"Ἐγὼ ὁ πτωχὸς θὰ σᾶς δώσω ἕνα πεντόλιρο"!

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως
 
Ομιλία
Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αυγουστίνου Καντιώτου


ΑΠΕΘΑΝΕ ΓΙΑ ΜΑΣ

«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ, ἀγαπητοί μου, στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο βρῆκα
ἕνα μυστικὸ βουνό, καὶ σᾶς προσκαλῶ ὅλους, νὰ ᾿ρθῆτε σ᾿ αὐτὸ μὲ τὰ τσαπιὰ καὶ τὶς ἀξίνες σας νὰ σκάψετε. Σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι θὰ βρῆτε θησαυρὸ μεγάλο. Ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ θησαυρός; Ποιό εἶνε τὸ μυστικὸ βουνό, μὲ τὰ κοιτάσματα χρυσοῦ; Εἶνε ἕνα μικρὸ βιβλίο. Εἶνε ἡ ἁγία Γραφή. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶνε γεμᾶτο χρυσάφι. Ἀπ᾿ αὐτὸ θὰ πάρω γιὰ νὰ σᾶς δώσω ἕνα χρυσὸ νόμισμα. Ἐγὼ ὁ πτωχὸς θὰ σᾶς δώσω ἕνα πεντόλιρο. Ἂν τὸ κρατήσετε στὰ χέρια σας, ἂν τὸ βάλετε στὰ σπίτια σας, ἂν τὸ θέσετε σὲ κίνησι, ἂν τὸ ἐξαργυρώσετε, ἂν δηλαδὴ τὸ ἐφαρμόσετε, σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ὁ πιὸ φτωχὸς θὰ γίνῃ πλούσιος. ―Μὰ ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ πεντόλιρο; Εἶνε τὰ λόγια αὐτά, ποὺ ἀκούσαμε σήμερα· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Αὐτὸ τὸ ῥητό, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὠκεανὸς ἀπὸ θεῖα καὶ οὐράνια νοήματα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάνετε λίγη ὑπομονὴ γιὰ νὰ ἀκούσετε μία ἀνάλυσί του.

* * *

 Τὸ ἐπαναλαμβάνω· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Δημητριάδος: «Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον θρησκευτικό φανατισμό και τον εμφύλιο πόλεμο»


ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
 «Δημητριάδος: Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον θρησκευτικό φανατισμό και τον εμφύλιο πόλεμο»
 
Κείμενο Dogma Newsdesk Φωτογραφίες Ι.Μ Δημητριάδος
«Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον θρησκευτικό φανατισμό και τον εμφύλιο πόλεμο. Ας μείνουμε ζωντανοί στην προσευχή για να μας προφυλάξει ο Θεός απ’ αυτές τις συμφορές και να μην επιτρέψει να ζήσουμε εμπειρίες που έζησε αυτός ο τόπος, ο ποτισμένος με αίμα Μαρτύρων και ηρώων…» επεσήμανε ο μητροπολίτης Δημητριάδος απο την ιερά μονή Ταξιαρχών Πηλίου.
Την παραμονή της εορτής του εν Χώναις θαύματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τελέστηκε ο Μέγας Πανηγυρικός εσπερινός, χοροστατούντος του κ. Ιγνατίου, παρουσία εκπρόσώπων άλλων μονών.
Στο τέλος του εσπερινού πραγματοποιήθηκε η λιτάνευση της εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ πέριξ του νέου  Καθολικού της μονής. Στη συνέχεια ο μητροπολίτης αναφέρθηκε στο γεγονός της ανέγερσης του νέου Καθολικού της μονής, που όπως είπε είναι «καρπός χρηστής οικονομικής διαχείρισης, αλλά και του ευγενούς οράματος της δημιουργίας ενός σύγχρονου παρθενώνα, που συνιστά τη σφραγίδα μιας εποχής στον τόπο μας, που θα αξιολογηθεί εν καιρώ.»

O tempora! O mores! Οι αντι-Οικουμενιστές καταγγέλλουν τα ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ των Οικουμενιστών, αλλά και τα αποδέχονται!




Ἀνατρέχοντας σὲ κείμενα τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸν ὁμόγνωμό του «ἀντι-Οἰκουμενιστή» π. Βασίλειο Βολουδάκη, ὁ ὁποῖος διαστρέφει τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου, συναντήσαμε καὶ δύο παλαιότερα κείμενα τοῦ π. Θ. Ζήση· τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, μὲ τίτλο, «Παναγιώτατε, εδώ και τώρα Δημόσιος διάλογος… (Θα τολμήσετε;)» καὶ τὸ ἄλλο στοὺς Ἐπισκόπους τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρῶτο παραθέτει πλῆθος παραδειγμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καταδεικνύεται ἡ αἱρετική Οἰκουμενιστικὴ ταυτότητα τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων συνοδοιπόρων του· γράφει:

«Θα μπορούσαμε αντλώντας από την πρόσφατη ιστορία του Οικουμενισμού να παραθέσουμε αναρίθμητο κατάλογο απαραδέκτων πράξεων και ρήσεων των Οικουμενιστών, τὸν οποίο ήδη ετοιμάζουν μέλη της Συνάξεως Κληρικών και Μοναχών (σ.σ. καὶ ἀπὸ τὸ 2009 ἕως σήμερα δὲν τὸν τελειώνουν, ἴσως γιατὶ φοβοῦνται τὸν ὀργὴ τοῦ Πατριάρχη). Σημειώνουμε απλώς ενδεικτικά ελάχιστα από αυτά·
Είναι απαράδεκτο πράγμα η αποδοχή της αιρετικής Ρώμης ως αδελφής Εκκλησίας.
Είναι απαράδεκτο πράγμα η αναγνώριση του Βαπτίσματος των Παπικών.
Είναι απαράδεκτες οι αποφάσεις της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στο Balamand του Λιβάνου το 1993, που αθωώνουν την Ουνία και εκκλησιοποιούν τον Παπισμό.
Είναι απαράδεκτα τα κείμενα του Porto Alegre, της Ελούντας και της Ραβέννας.
Είναι απαράδεκτες οι συμπροσευχές με τους αιρετικούς.
Είναι απαράδεκτοι οι μεικτοί γάμοι και η παρουσία αναδόχων αιρετικών στο μυστήριο του Βαπτίσματος.
Είναι απαράδεκτη η ανοχή της συμμετοχής αιρετικών ακόμη και στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, χωρίς να τιμωρούνται οι διαπράττοντες, ενώ αφορίζονται και τιμωρούνται οι ορθοδόξως αγωνιζόμενοι.
Είναι απαράδεκτο πράγμα η περιφρόνηση και η σχετικοποίηση των ιερών κανόνων, και όχι μόνο απαράδεκτο αλλά και βλάσφημο το να θεωρούνται οι Άγιοι Πατέρες, οι δήθεν προκαλέσαντες το σχίσμα, ως θύματα του αρχεκάκου όφεως.
Είναι απαράδεκτο πράγμα η κακοποίηση της συνοδικής παραδόσεως της Εκκλησίας με προσυνοδικές και προπαρασκευαστικές επιτροπές, που εργάζονται επί δεκαετίες απομονωμένες και εν κρυπτώ, και η παρουσίαση των προειλημμένων αποφάσεων ως δήθεν πανορθοδόξων αποφάσεων.
Θα τελειώσω όμως εδώ, γιατί είναι ατέλειωτη η σειρά των απαραδέκτων πραγμάτων των Οικουμενιστών»!

Τὸ δεύτερο ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου  Ζήση στὴ Σχολὴ Γονέων Κατερίνης (28/3/2011)· ὁ π. Θεόδωρος τότε, εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς:
«Λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία σήμερα, ἡ οἰκουμενιστικὴ Ἐκκλησία, ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία εἶναι μὲ τὴν πλάνη. Καὶ νὰ εὐχηθοῦμε ὁ Θεὸς νὰ ἀναδείξει ἐπισκόπους …καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὴ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὶς ἄλλες πλάνες»!

Κι ὅμως, ἐνῶ ἐπισημαίνουν τόσα ἀπαράδεκτα νὰ διαπράττονται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἐνῶ δηλώνουν ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι εὑρίσκονται στὴν πλάνη, αὐτοὶ ἐκεῖ, τοὺς «παραδέχονται», τοὺς «ἀποδέχονται» καὶ κοινωνοῦν μαζί τους!

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Κατὰ τὶς δύο προηγούμενες ἀπαντήσεις πρὸς τὸν π. Βασίλειο Βολουδάκη, κάναμε κάποιες ἐπισημάνσεις γιὰ τὶς διαστρεβλώσεις τῶν ἁγιοπατερικῶν θέσεων, ἐν σχέσει μὲ τὴν Ἀποτείχιση. Θὰ συνεχίσουμε σήμερα μὲ τὴν ἐκ μέρους του παραχάραξη τῆς ἱστορίας γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη. Θέλουμε νὰ πιστεύουμε πὼς δὲν ἦταν συνειδητή, πὼς ὀφείλεται σὲ ἄγνοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἂν καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὴν παρουσιάζει, δείχνει ὅτι μᾶλλον εἶναι συνειδητὴ προσπάθεια παραπλάνησης τῶν ἐνοριτῶν του. Ἴσως ὁ ἴδιος μᾶς διαφωτίσει μὲ τυχὸν παρέμβασή του, ἐφ’ ὅσον θελήσει νὰ συνεχίσει τὸν διάλογο ποὺ ἀνοίξαμε.
Διατυπώνει τὴν ὀρθόδοξη θέση, ὁ π. Βασίλειος, ὅτι ἐὰν «κάποιος ὀρθόδοξος Ἱεράρχης μετέχει σὲ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικό, αὐτὸς ὁ Ἐπίσκοπος κατὰ Θεὸν εἶναι ἀκοινώνητος, χάνει τὴν Θεία Χάρη, δὲν λογίζεται ἀπὸ τὸ Θεὸ Ἐπίσκοπος», ἀλλ’ὅμως, δὲν δέχεται τὴν ἁγιοπατερικὴ στάση τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο. Διδάσκει τοὺς ἐνορῖτες του πὼς καθῆκον μας εἶναι ἁπλῶς νὰ «στηλιτεύουμε τὴν πλάνη»· «δὲν θὰ συμμετέχουμε, ἀλλὰ μέχρι ἑνὸς ὁρίου. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀποτειχίσεις εἶναι ἀποτυχημένες».
http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2014/09/blog-post_3.html
Κάποιος ἀκροατής, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας του, ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐρώτηση:
«Ἀκροατής: Καὶ φέρνουν ὡς παράδειγμα παλαιότερες ἐποχὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ποὺ ἕνας Ἅγιος, ἂς ποῦμε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στήριζε τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὴν εἶχαν προδώσει...».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀναπάντεχα, διαστρέφων τὴν ἱστορία, ἀπαντᾶ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὅτι ὁ ἅγιος Θεόδωρος δὲν διέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, δὲν ἀποτειχίστηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐκθέσει (ἢ ὅ,τι ἄλλο ἐννοεῖ). Κι ὄχι μόνο δὲν ἀποτειχίστηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπό του, ἀλλὰ εἶχε τέτοια εὐαισθησία, ὥστε, γιὰ νὰ «μὴ διασυρθε τ βασιλικ ξίωμα», παρότρυνε ἐκείνους ποὺ τὸν χτυποῦσαν, νὰ τὸν δείρουν σὲ ἀπόμερο μέρος! (Ἄρα, θὰ γλύτωνε τὸ ξύλο ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, ὁ π. Βασίλειος, ἀσεβώντας κατὰ τέτοιο τρόπο πρὸς τὸν Ἅγιο;).
Ἀπάντησε συγκεκριμένα ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης:
«π. Βασίλειος: λοιπόν, γιος Μάξιμος τί εχε κάνει, δική του κκλησία; γιος Θεόδωρος Στουδίτης; πρχε μεγαλύτερος γωνιστς τν πατρώων παραδόσεων; χι, δν πρξε. Εχε διακόψει τν κοινωνία τν κκλησιαστική; δ, εχε διατάξει ατοκράτορας ν τν ραβδίζουν, ν τν δέρνουν, πειδ ταν πέρμαχος τν γίων Εκόνων κα λεγε: Σς παρακαλ πάμε σ να μέρος ρημικ ν μ δείρετε, ν μ διασυρθε τ βασιλικ ξίωμα τι δέρνετε να μοναχό».
Βέβαια ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη. Καμία σχέση δὲν ἔχει (τὸ περιστατικὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ π. Βασίλειος) μὲ τὴν ἐρώτηση καὶ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἀποτείχιση. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ὅσο κι ἂν σεβόταν ὁ Ἅγιος τὴν ἐκ Θεοῦ δεδομένη βασιλικὴ ἐξουσία, ὅσο κι ἂν σεβόταν τὸν πατριάρχη, ἀποτειχίστηκε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες τῆς ἐποχῆς του, ὅπως καὶ διέκοψε τὴν σχέση του μὲ αὐτοκράτορες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ βασανίστηκε, καὶ ἐξορίστηκε, καὶ φυλακίστηκε!
Παραθέτουμε ἀποσπάσματα γιὰ τὸ θέμα ἀπὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ποὺ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετία μελετᾶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη καὶ ἔχει γράψει τρία βιβλία γι’ αὐτόν.

να δεύτερο σημεῖο τό ὁποῖο πρέπει νά παρουσιασθῆ καί τό ὁποῖο εἶναι πολύ βασικό στήν ἐπικράτησι τῆς σημερινῆς αἱρέσεως εἶναι ἡ ἔλλειψις ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας ἐκ μέρους τῶν σημερινῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καί, μάλιστα, ἐκκλησιολογίας ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Ἡ ἐκκλησιολογία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ σήμερα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων δέν διαφέρει εἰς τό ἐλάχιστο ἀπό τήν παπική καί, ἐπίσης, δέν διαφέρει ἀπό τήν ἐκκλησιολογία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν καιρῷ εἰρήνης, καί μάλιστα ὅταν ἔχωμε ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους καί ὄχι αἱρετικούς καί ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Διά νά τό ἀποδείξωμε αὐτό, θά τήν ἀντιπαραβάλωμε μέ τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί, μετά λύπης μας, θά διαπιστώσωμε ὅτι ἡ σημερινή ἐκκλησιολογία τῶν Ὀρθοδόξων (τῶν συνειδητῶν καί ἀγωνιστῶν) ὄχι μόνο δέν διαφέρει ἀπό αὐτή τῶν Παπικῶν, ἀλλά ταιριάζει ἀπολύτως καί ἐπιπλέον συνδυάζεται ἄριστα μέ τόν ἐφησυχασμό καί τήν ἀδιαφορία μας καί ἀποτελεῖ τό θεωρητικό ὑπόβαθρό των.
Κατ’ ἀρχάς, στό θέμα αὐτό, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι σήμερα διδάσκουν κατά κόρον καί ἐπικεντρώνουν τήν προσοχή ὅλων στήν διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἡ ὁποία συνοψίζεται στά σημεῖα «ὅπου Ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί Ἐκκλησία» καί στό «ὁ λάθρα Ἐπισκόπου τι πράσσων τῷ διαβόλῳ λατρεύει».
Αὐτή ὅμως ἡ διδασκαλία πολύ σύντομα ἐγκατελείφθη ἀπό τούς Πατέρας, διότι ἔθετε ὡς προϋπόθεσι τή βασική ἀρχή, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος διά νά ἀπαιτεῖ ὑπακοή ἀπό τούς πιστούς, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά ὀρθοτομῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή νά διδάσκη καί νά πράττη ἀπλανῶς. Ἤδη ὅμως τόν τέταρτο αἰῶνα, ἡ Ἐκκλησία ἦτο γεμᾶτη ἀπό Ἐπισκόπους αἱρετικούς, σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἡ αἵρεσις νά ἔχη πολλές φορές ἐπικρατήσει παντοῦ, βοηθουμένη ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, καί οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι νά εἶναι ἐξορισμένοι καί ἀπαρρησίαστοι.
 Δι’ αὐτόν τόν λόγο ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ὁ Μ. Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι

Η "έως εσχάτων" Οικονομίες των αντι-Οικουμενιστών προς τους ἐκθεμελιωτές της Εκκλησίας Οικουμενιστές!



Κατ’ ἀρχάς εἶναι ἀνάγκη, προκειμένου νά κατανοήσωμε τήν
ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογία καί τήν ἐπικρατοῦσα σήμερα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παπική νοοτροπία, νά ἀναφέρωμε δύο σκέψεις διά τούς δύο τρόπους διακυβερνήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τήν οἰκονομία δηλαδή καί τήν ἀκρίβεια.
οἰκονομία καί ἡ ἀκρίβεια εἶναι πρακτικά δύο τελείως ἀντίθετοι δρόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐναρμονίζονται πλήρως, λόγῳ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως αὐτῶν οἱ ὁποῖοι τίς ἀσκοῦν καί τοῦ τελικοῦ σκοποῦ τόν ὁποῖο ἐπιδιώκουν.
Ἡ ἀγαθή προαίρεσις δέν ἔχει σχέσι μέ τήν δειλία καί τόν συμβιβασμό, οὔτε μέ τήν ἀδιαφορία καί τήν ἄγνοια, ἀλλά μέ τήν διάκρισι καί τήν ἁγιότητα. Ὁ τελικός δέ σκοπός εἶναι νά ἐπανέλθωμε πάλι στήν ἀκρίβεια, διότι ἐκεῖ εὑρίσκεται ἡ ἀσφαλής ὁδός τῆς σωτηρίας, ἡ διατήρησις τῆς ἀληθείας στήν Ἐκκλησία καί ἡ μή ἀλλοίωσις ἤ παραχάραξις τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Τό πρόβλημα λοιπόν δέν εὑρίσκεται στούς τηροῦντας τήν ἀκρίβεια, ἀλλά στούς ἐφαρμόζοντας τήν οἰκονομία.
Διά νά χρησιμοποιήσωμε στήν Ἐκκλησία τήν οἰκονομία, πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρχη μία μεγάλη ποιμαντική ἀνάγκη στήν ὁποία, ἐάν χρησιμοποιηθῆ ἡ ἀκρίβεια, θά προξενήση μεγάλη ψυχική ζημία στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν ἀναγκαῖο, προκειμένου νά χρησιμοποιηθῆ ἡ οἰκονομία, νά ὑπάρχη στούς ποιμένες πολλή διάκρισις καί ἁγιότης, ὥστε νά διαφυλαχθῆ ἡ ὀρθόδοξος Παράδοσις καί νά οἰκονομηθῆ ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν.
Διά νά κατανοήσωμε πλήρως, πῶς οἱ Πατέρες ἐννόησαν τήν θεάρεστον οἰκονομία καί πότε αὐτή πρέπει νά γίνεται, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀκούσωμε τόν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος μέ τρόπο ἀπαράμιλλο ξεκαθαρίζει τά πράγματα. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἱκανό ἀπό μόνο του νά μᾶς προσδιορίση τί εἴδους οἰκονομίες κάνουν σήμερα οἱ Ἐπίσκοποι καί ἀπό ποῖο πνεῦμα ἐμφοροῦνται. Ἀποτελεῖ τμῆμα μιᾶς θαυμασίας ἐπιστολῆς πρός τόν Μάγιστρο Θεόκτιστο καί ἀναφέρεται στήν μοιχειανική αἵρεσι.
«Εἶναι», λέγει ὁ Ὅσιος, «ἀπαράβατος ὅρος τῆς κατά Θεόν οἰκονομίας νά μήν ἀθετῆται στό ἐλάχιστο κάτι ἀπό τά νομοθετημένα, οὔτε πάλι νά ἐγκαταλείψωμε αὐτό ἀπό τό ὁποῖο ἀπομακρυνθήκαμε γιά λίγο ἐξ αἰτίας κάποιας ἀνάγκης καί, ὡς ἐκ τούτου, νά προσπαθήσωμε νά εὕρωμε αὐτό τό ὁποῖο ζητᾶμε μέ λανθασμένο τρόπο καί νά κάνωμε χειρότερα τά πράγματα προξενώντας ζημία στά ἀνώτερα καί πολυτιμώτερα.
»Αὐτό τό ἔχομε διδαχθεῖ ἐκ μέρους μέν τῶν Ἀποστόλων ἀπό τόν ἀπόσοτολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε τόν ἑβραϊκό ἐξαγνισμό καί ἔκανε περιτομή στόν ἀπόστολο Τιμόθεο, ἐκ μέρους δέ τῶν Πατέρων τό ἐδιδαχθήκαμε ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος φαινομενικά ἀπεδέχθη τήν ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος Οὐάλη καί δι’ ὀλίγο χρόνο δέν ἐκήρυσσε φανερά τήν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
»Στή συνέχεια, ὅμως, οὔτε ὁ Παῦλος παρέμεινε στόν ἑβραϊκό ἐξαγνισμό, οὔτε ὁ Βασίλειος παρέμεινε στήν διά τῶν δώρων ὑποταγή τοῦ αὐτοκράτορος, ὥστε νά μήν κηρύττη τήν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως, μάλιστα, καί οἱ δύο διά τά θέματα αὐτά ἐπροτίμησαν τήν κακοπάθεια καί τόν θάνατο. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὅταν κάποιος χρησιμοποιοῦσε τήν οἰκονομία, δέν ἀπεμακρύνετο ἀπό τό καλό. Διότι πολύ γρήγορα κατελάμβανε αὐτό τό ὁποῖο δι’ ὀλίγο ἄφηνε. Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τόν κυβερνήτη τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος ἐξ αἰτίας τῆς καταιγίδος ἀλλάζει δι’ ὀλίγο τήν πορεία τοῦ πλοίου. Ἄν ὅμως ἔπραττε διαφορετικά καί συνέχιζε τήν λανθασμένη πορεία θά ἀπετύγχανε τοῦ σκοποῦ του καί ἀντί οἰκονομίας θά ἔκανε παράβασι. Αὐτά τά παραδείγματα», καταλήγει ὁ ὅσιος, «εἶναι πολλά καί δέν τά ἀναφέρω διά νά μή μακρυγορήσω».
Εἶναι πολύ εὔγλωττα τά παραδείγματα τοῦ Ὁσίου τά ὁποῖα προσδιορίζουν τήν ὀρθόδοξη οἰκονομία ἀπό τήν αἱρετική. Ἀφ’ ἑνός μέν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ Μέγας Βασίλειος, οἱ ὁποῖοι λόγῳ μεγάλης ἀνάγκης ἐξέφυγαν δι’ ὀλίγον ἀπό τήν ἀκρίβεια καί ὁ κυβερνήτης ἀφ’ ἑτέρου τοῦ πλοίου, ὁ ὁποῖος ἀλλάζει προσωρινῶς πορεία στό πλοῖο ἐξ αἰτίας τῆς σφοδρᾶς καταιγίδος. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος οἰκονομία χωρίς μεγάλη καί ἀδήριτο ἀνάγκη, καί δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος οἰκονομία, ἡ ὁποία νά διαιωνίζεται καί νά ἀποκτᾶ ἰσχύ νόμου καί θεσμοῦ στήν Ἐκκλησία.
Προκειμένου νά γίνη πλήρως κατανοητό τό ὅλο θέμα καί ἀκόμη νά δειχθῆ ἡ βαθειά γνῶσις τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως ὑπό τοῦ ὁσίου, θά ἀναφέρωμε ἕνα ἀκόμη τμῆμα ἀπό μία ἐπίσης θαυμασία ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ἡ ὁποία καί αὐτή ἀναφέρεται στή μοιχειανική αἵρεσι.
Προφανῶς ὁ Ναυκράτιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ὅσιο ἐρώτησε διατί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐχρησιμοποίησε τήν οἰκονομία καί δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευον στά δίπτυχα τόν αἱρετικό Θεόδωρο, Ἐπίσκοπο Μοψουεστίας. Ὁ Ὅσιος γνωρίζοντας πλήρως τό θέμα καί ποῦ ἀκριβῶς τό ἀναφέρουν οἱ Πατέρες κάνει μία σύντομη ἀλλά θαυμασία ἑρμηνεία καί λέγει:
«Οἱ Πατέρες προέβαινον σέ οἰκονομίες μέ δύο τρόπους. Ἄλλες ἐγίνοντο δι’ ὀλίγον χρόνο καί ἄλλες ἐγίνοντο ἀδιάκοπα καί αἰωνίως.
Διά μέν τό ἀδιάκοπο καί αἰώνιο ἔχουμε τό παράδειγμα τῆς οἰκονομίας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε στούς Ἰταλούς νά ἐκλαμβάνουν ἀντί τῶν ὑποστάσεων τά πρόσωπα.
Διά τήν προσωρινή καί ὀλιγόχρονη ἔχουμε τό παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν περίπτωσι τῆς περιτομῆς τοῦ Τιμοθέου, τόν Μέγα Βασίλειο στήν περίπτωσι τῆς ἀναφορᾶς τῆς θεότητος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, αὐτό τοῦ ἁγίου Κυρίλλου μέ τήν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας. Στήν δευτέρα περίπτωσι τῶν προσωρινῶν οἰκονομιῶν, ὅσο αὐτές διαρκοῦν, δέν ὑπάρχει τίποτα τό μεμπτό καί κατακριτέο, οὔτε τό δυσάρεστο καί παράνομο. Εἶναι ὅμως ὡς πρός τήν ἀκρίβεια κατώτερο καί ὄχι τόσο ὀρθό. Αὐτή εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ ὁποία γίνεται δι’ ὀλίγο χρόνο. Διότι δέν εἶναι δυνατόν ὁ ἰατρός νά ἀπαλλάξη γρήγορα τόν ἀσθενῆ ἀπό τή νόσο, οὔτε ἀκόμη στόν ἄγριο ἵππο νά βάλωμε ἀμέσως τά χαλινάρια, ἤ τό ξερό κλαδί, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἴσιο, νά τό εὐθυγραμμίσωμε ἀμέσως. Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν», καταλήγει ὁ Ὅσιος, «ὁ εἰδικός σ’ αὐτά, μέ κατάλληλα λόγια καί κάποιες κολακεῖες νά ἐξημερώση τόν ἄγριο ἵππο καί νά τοῦ βάλη τά χαλινάρια.
         Εἶναι φανερό ἀπό τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Ὁσίου ὅτι οἱ οἰκονομίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν τό διηνεκές καί αἰώνιο, εἶναι αὐτές οἱ ὁποῖες ἔχουν σχέσι μέ τήν κατανόησι καί τήν διατύπωσι ἑνός θέματος καί δέν ἔχουν σχέσι οὔτε στό ἐλάχιστο μέ παράβασι εὐαγγελικῆς ἐντολῆς ἤ Παραδόσεως.
 (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, «Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατὰ τὸν Ὅσιο θεόδωρο τὸν Στουδίτη, Διακοπὴ Μνημονεύσεως», σελ. 325-329).

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Δεύτερη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης προσπάθησε συνειδητὰ νὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἐνορῖτες του, οἱ ὁποῖοι ὡς φαίνεται προβληματίζονται ἔντονα ἀπὸ τὴν ἀπραξία καὶ σιγὴ τῶν Ποιμένων μπροστὰ στοὺς κακόδοξους λόγους καὶ ἐνέργειες τῶν ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ ἡ προσπάθειά του αὐτή (προσπάθεια διαστρέβλωσης τῆς Ἱερῆς μας Παραδόσεως) δὲν ἔμεινε μόνο στὰ στενὰ πλαίσια τῆς ἐνορίας του, ἀλλὰ βγῆκε καὶ στὸ διαδίκτυο, γιὰ νὰ προκαλέσει σύγχυση καὶ σὲ εὐρύτερη ὁμάδα πιστῶν. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρέωσή μας, χάριν τῆς ἀλήθειας, νὰ συγκρίνουμε τοὺς λόγους του, μὲ τὰ κείμενα παλαιοτέρων καὶ συγχρόνων θεολόγων. Γιὰ δεύτερη φορά (μετὰ τὴν πρώτη ἀπάντηση, ἐδῶδὲν θὰ παραθέσουμε κείμενα δικά μας, ἀφοῦ μᾶς θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας· θὰ παραθέσουμε κείμενα Ἁγίων, Κανονολόγων, ἀλλὰ καὶ τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ π. Βασίλειος ἔχει ἀγαστὴ συνεργασία στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» καὶ τὴν «Σύναξη κληρικῶν», μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ ἀποπροσανατολιστικὴ ἀπάντηση καὶ παρελκυστικὴ τακτικὴ τοῦ π. Βασίλειου ταιριάζει μὲ αὐτὴ τῶν συνεργατῶν του.
Παραθέτουμε τὴν τοποθέτησή του, σχετικὰ μὲ τὸν ὅρο «Ἀποτείχιση» ἀπὸ τὴν πρώτη παράγραφο τῆς ὁμιλίας του (ἐδῶ).

Εἶπε: «Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” εἶναι ἀπορριπτέος, διότι (ὅταν) ἀποτειχίζεται κάποιος, βγαίνει ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἐκτὸς τῶν τειχῶν, εἶσαι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Τί θὰ πεῖ “ἀποτειχίζομαι”; Μόνος σου, δηλαδή ὁμολογεῖς ὅτι εἶσαι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἄρα, τί ἐπιδιώκεις;».

Γιὰ νὰ δοῦμε ποιός εἶναι ἀπορριπτέος, ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ἢ ἡ δική του τοποθέτηση περὶ ἀποτειχίσεως.
1) Ὁ ὅρος “Ἀποτείχιση” ὑπάρχει σὲ ἱερὸ Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
α) Κανὼν ιε΄: «Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, ...οἱ τοιοῦτοι ...πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ...τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
β) Βαλσαμών. Ὁ Κανονολόγος Βαλσαμὼν ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁμιλεῖ γιὰ ἀποτείχιση: «...Ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἐκ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος» (P.G. 137, 1068-1069). [Δηλαδή, αὐτὸν ποὺ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τιμᾶται ὡς ὁρθόδοξος, ὁ π. Βασίλειος θεωρεῖ ἐκτὸς Ἐκκλησίας!!!].
γ) Ζωναρᾶς. Ἑρμηνεύοντας τὸν Ἱ. Κανόνα ὁ Κανονολόγος Ζωναρᾶς ὁμιλεῖ κι αὐτὸς γιὰ ἀποτείχιση: «Εἰ δ’ ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη, καὶ τοιοῦτος ὡς δημοσίᾳ, κηρύττειν τὴν αἵρεσιν, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντὶ τοῦ, ἀνυποστόλως καὶ μετὰ παρησίας, διδάσκει τὰ αἱρετικὰ δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. Τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ ἀποτειχίζοντες. Τὸ γὰρ τεῖχος τῶν ἐντὸς αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκτὸς χωρισμός ἐστιν» (P.G. 137, 1069).
δ) Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος συχνὰ ἀναφέρεται στοὺς Κανονολόγους, στὴν ἴδια γραμμὴ κινεῖται: «Ἐὰν δὲ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσης περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν. Ὅρα καὶ τὸν λα'. Ἀποστολικόν» (Πηδάλιον, σελ. 292).
ε) Τέλος ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, μὲ τὸν ὁποῖον συνεδέετο πνευματικὰ ὁ π. Βασίλειος ἔγραφε:  ἀποτείχιση εἶναι, «κανονικὸν δικαίωμα... Ἄν τις, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, παύσῃ τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ!» (Τὸ κείμενο αὐτὸ παραθέσαμε χθὲς ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 90).
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὅμως, τοῦ ἰδίου βιβλίου, ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶναι πιὸ ἀναλυτικός. Μιλάει συγκεκριμένα γιὰ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν τότε πατριάρχη Ἀθηναγόρα (πόσο μᾶλλον σήμερα ἀπὸ τὸν διαπράξαντα καὶ εἰπόντα τρισχειρότερα ἐκείνου, τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο)· καὶ διδάσκει ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα (καὶ σήμερα τὸν Βαρθολομαῖο)  εἶναι δικαίωμα:
«Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα. Οὔτε κατεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἀπεκήρυξεν αὐτὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς. Παραμένει καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας... Τελεῖ μυστήρια. Ἡμεῖς τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; α) Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοῦ. β) Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀγωνιζόμεθα. Ἂν δὲ ἡ συνείδησις τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶναι τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον,  δὲν θὰ μνημονεύῃ ἑτέρου Ἐπισκόπου» («Τὰ Δύο Ἄκρα», σελ. 89).

2. Τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωση γιὰ ἀποτείχιση διδάσκει ἐδῶ καὶ δεκαπέντα χρόνια περίπου ὁ π. Θεόδωρος Ζή­σης. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2001 ἔ­γρα­φε: «Ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με, ὑ­πο­μεί­να­με τοὺς οἰ­κου­με­νι­σμοὺς καὶ τοὺς ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοὺς ἐ­πὶ ἕ­να αἰ­ῶ­να. Κά­να­με ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ὑ­πα­κο­ή∙ πε­ρι­μέ­να­με καὶ ἐλ­πί­ζα­με νὰ παύ­σουν οἱ συμ­προ­σευ­χές, οἱ συγ­χρω­τι­σμοί, οἱ συγ­κρη­τι­σμοί∙ .­..ἐ­νι­στά­με­θα καὶ δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­θα. Θὰ δι­α­κό­ψου­με τὴν κοι­νω­νί­α μὲ ὅ­σους κοι­νω­νοῦν μὲ τὸν ἀ­κοι­νώ­νη­το, αἱ­ρε­τι­κὸ καὶ σχι­σμα­τι­κὸ πά­πα» (Ζή­ση Θ., “Μὲ τὸ ἀρ­νί­ο ἢ μὲ τὸ θη­ρί­ο; Μὲ τὸν Χρι­στὸ ἢ μὲ τὸν πά­πα;­”, Θε­ο­δρο­μί­α, Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος‒Μάρ­τι­ος 2001).
Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἔ­γρα­φε: «Ἔγ­γα­μος ἱ­ε­ρε­ύς, πο­λύ­τε­κνος, τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Δη­μη­τρι­ά­δος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ δι­α­κό­ψῃ τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ συμ­φω­νοῦν­τος μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πι­σκό­που του, ὅ­ταν δι­α­κρι­τι­κὰ τοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σα τὶς πι­θα­νὲς δι­ώ­ξεις καὶ ποι­νὲς μοῦ εἶ­πε:
»“Προ­τι­μῶ νὰ καλ­λι­ερ­γῶ τὰ χω­ρά­φι­α μου, ὡς ἁ­πλὸς ἀ­γρό­της, καὶ νὰ κρα­τή­σω τὴν πί­στη μου, πα­ρὰ νὰ συ­νερ­γή­σω στὴν κα­τε­δά­φι­σή της καὶ νὰ πά­ω στὴν κό­λα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τρι­άρ­χη καὶ τοὺς ἐ­πι­σκό­πους”­.­.. Αὐ­τὰ ποὺ εἶ­πε ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος ἱ­ε­ρεὺς .­..ἐκ­φρά­ζουν τὴν δι­α­χρο­νι­κὴ συ­νε­ί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ὰ τὴν στά­ση ὅ­λων τῶν πι­στῶν καὶ τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­πέ­ναν­τι τῶν ἐ­πι­σκό­πων καὶ τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γο τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, ἀλ­λὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν αἵ­ρε­ση καὶ τὴν πλά­νη (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α, καὶ w­ww.t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/87D26F7F.p­r­i­nt.el.a­s­px).
Στὸ ἴ­δι­ο κεί­με­νο, λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὁ π. Θε­ό­δω­ρος ἐ­παι­νεῖ ἱ­ε­ρο­μό­να­χο ποὺ δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο του Πα­τρι­άρ­χη. Γρά­φει: Ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σι­ος λέ­γει, πὼς «στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἐ­πί­σκο­πος ἢ ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, οἱ ὀ­φθαλ­μοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται κα­κῶς καὶ σκαν­δα­λί­ζουν τὸν λα­ό, πρέ­πει νὰ ἐκ­δι­ώ­κον­ται, ἔ­στω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χῃ κίν­δυ­νος νὰ με­ί­νουν οἱ πι­στοὶ χω­ρὶς ποι­μέ­να. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα, συμ­φέ­ρει, χω­ρὶς ἐ­πι­σκό­πους καὶ ἱ­ε­ρεῖς νὰ γί­νον­ται οἱ συ­νά­ξεις στοὺς να­ο­ύς, πα­ρὰ νὰ ρι­φθοῦν οἱ πι­στοὶ μα­ζὶ μὲ τὸν ἐ­πί­σκο­πο καὶ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς στὴν κό­λα­ση, ὅ­που πῆ­γαν οἱ Ἑ­βραῖ­οι τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς τους.­..
»Αὐ­τὸ ἔ­πρα­ξε στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­της Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γα­βρι­ὴλ καὶ μὲ μί­α ὀ­λι­γό­λο­γη καὶ θαρ­ρα­λέ­α Δή­λω­ση καὶ Ὁ­μο­λο­γί­α δι­έ­κο­ψε τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου κ. Βαρ­θο­λο­μα­ί­ου, με­τὰ τὶς συμ­προ­σευ­χὲς καὶ τὶς κοι­νὲς δη­λώ­σεις μὲ τὸν προ­η­γο­ύ­με­νο πά­πα. Στὸ ἑ­ξῆς, γρά­φει, γι­ὰ νὰ μὴ θε­ω­ρη­θῇ ὅ­τι μὲ τὴν σι­ω­πή μου συμ­φω­νῶ μὲ ὅ­σα γί­νον­ται, δὲν θὰ συμ­με­τέ­χω στὶς ἀ­κο­λου­θί­ες ποὺ μνη­μο­νε­ύ­ε­ται τὸ ὄ­νο­μα τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τρι­άρ­χου».
Γράφει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος: Πολ­λοί πλέ­ον «δι­α­πι­στώ­νουν ὅ­τι κιν­δυ­νε­ύ­ει πλέ­ον ἡ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς ἀ­λή­θει­ας, ὅ­τι οἱ μνη­μο­νευ­ό­με­νοι στὴ Θ. Λει­τουρ­γί­α ἐ­πί­σκο­ποι, ὡς ἐγ­γυ­η­τὲς τῆς ἐν τῇ πί­στει ἑ­νό­τη­τος δὲν ὀρ­θο­το­μοῦν τὸν λό­γον τῆς ἀ­λη­θε­ί­ας, δὲν εὑ­ρί­σκον­ται σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τοὺς πρὸ αὐ­τῶν Ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ εἶ­ναι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι, ὡς κοι­νω­νοῦν­τες μὲ τοὺς ἀ­κοι­νω­νή­τους» (Ζή­ση Θε­όδ., Κα­κὴ Ὑ­πα­κο­ή…, σελ. 23).
Ἀλ­λὰ καὶ στὰ «Πο­ρί­σμα­τα τοῦ Συ­νε­δρί­ου γι­ὰ τὸν Οἰ­κου­με­νι­σμό: «Γέ­νε­σις – Προσ­δο­κί­αι Δι­α­ψεύ­σεις» καὶ στὴν § 8 δι­α­βά­ζου­με: «Νὰ δι­α­τρα­νω­θεῖ πρὸς τὶς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὲς ἡ­γε­σί­ες ὅ­τι σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θή­σουν νὰ συμ­με­τέ­χουν καὶ νὰ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴν πα­να­ί­ρε­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, δι­α­χρι­στι­α­νι­κοῦ καὶ δι­α­θρη­σκει­α­κοῦ, ὁ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νος σω­τή­ρι­ος, κα­νο­νι­κὸς καὶ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὸς δρό­μος τῶν πι­στῶν, κλη­ρι­κῶν καὶ λα­ϊ­κῶν, εἶ­ναι ἡ ἀ­κοι­νω­νη­σί­α, ἡ δι­α­κο­πὴ δη­λα­δὴ τοῦ μνη­μο­σύ­νου τῶν ἐ­πι­σκό­πων, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­θί­σταν­ται συ­νυ­πε­ύ­θυ­νοι καὶ συγ­κοι­νω­νοὶ τῆς αἱ­ρέ­σε­ως καὶ τῆς πλά­νης. Δὲν πρό­κει­ται πε­ρὶ σχί­σμα­τος, ἀλ­λὰ πε­ρὶ θε­α­ρέ­στου ὁ­μο­λο­γί­ας, ὅ­πως τὸ ἔ­πρα­ξαν πα­λαι­οὶ Πα­τέ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἡ­μέ­ρες μας ὁ­μο­λο­γη­ταὶ ἐ­πί­σκο­ποι, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­πο­ί­ων ὁ γε­ρα­ρὸς καὶ σε­βα­στὸς μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Φλω­ρί­νης Αὐ­γου­στῖ­νος, καὶ τὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος…» (πε­ρι­οδ. Θε­ο­δρο­μί­α καὶ t­h­e­o­d­r­o­m­ia.gr/0A96DE2C.el.a­s­px).
Αὐτὰ γιὰ τὴν δεύτερη ἀπάντηση π. Βασίλειε. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐδῶ, τὸ γιατί, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ πέρα, ὁ π. Θεόδωρος ἀναγκάστηκε, χωρὶς θεολογικὴ ἐξήγηση τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς, νὰ ἐκφέρει συγκρατημένες ἀπόψεις περὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ κρατᾶ παγιδευμένους στὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς (μὲ ὅση εὐθύνη τοῦ ἀναλογεῖ γι’ αὐτό), ὅσους πιστοὺς ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωτηρία τους. Ὅμως, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι συκοφαντεῖτε ὄχι ἀδελφούς σας, ποὺ ἐπέλεξαν τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ τὴν διαχρονικὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα. Καὶ θεωρεῖται ἐμᾶς ποὺ ἐφαρμόσαμε ἕνα Ἱ. κανόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸν ἑαυτό σας ποὺ κακοδιδασκαλεῖ, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας!
Αὐτὸ τουλάχιστον, οὔτε ὁ π. Ἐπιφάνιος (ποὺ θεωροῦσε ὡς δικαίωμα καὶ ὄχι ὑποχρέωση τὴν ἀποτείχιση) δὲν τόλμησε νὰ γράψει!
Θὰ ἀκολουθήσει καὶ ἄλλη ἀπάντηση. Θὰ περιμένουμε μετὰ τὶς δικές μας ἀπαντήσεις, νὰ ἔχουμε τὶς τοποθετήσεις σας ἐπὶ τοῦ θέματος, γιὰ νὰ ἀρθοῦν οἱ κακὲς ἐντυπώσεις ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὶς ἄστοχες ἐξηγήσεις ποὺ ἀρχικὰ δώσατε στὰ πνευματικά σας παιδιά.