Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ο Καρπασίας Χριστοφόρος ανέλαβε να υπερασπιστεί την …«εκκλησιολογία» της "Αγίας και Μεγάλης Συνόδου"!

   Θλίψη προκαλεῖ ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι Ἐπίσκοποι ἀποδεικνύουν ἐμπράκτως ὅτι ἔχουν μολυνθεῖ ἀπὸ τὸν μολυσματικὸ ἰὸ τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Νέα ἀποκάλυψη εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπιστεῖ(!) τὴν …«ἐκκλησιολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου»!
  Τὸ “πάτημά” του εἶναι ὅτι οἱ «ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον” δὲν ἐπιχειρηματολογοῦν πάνω στὸ κείμενο», «παραβλέπουν τὶς διατάξεις τοῦ κειμένου αὐτοῦ καθ’ ἑαυτοῦ» καὶ «ἐκφράζουν γενικὲς ἀπόψεις» ἀπορρίπτοντες τὸ κείμενο καὶ «θεωρώντας αὐτοὺς ποὺ τὸ ἐδέχθησαν καὶ τὸ ὑπέγραψαν ὡς μειοδότες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ κυρίως τῆς ἐκκλησιολογίας της».
   Ἐπειδὴ ὁ θεοφιλέστατος κ. Χριστοφόρος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι θὰ ἀναπτύξει στὸ μέλλον ἐκτενέστερα τὶς θεολογικὲς του θέσεις ἐπὶ τοῦ θέματος (καὶ γιατί βιάστηκε καὶ δὲν τὶς ἐξέθετε τώρα;), δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ αὐτές, ἀλλὰ θὰ παρατηρήσουμε ὅτι: μόνο ἕνας ἐκ δεξιῶν ὑποστηρικτὴς τοῦ αἱρεσιάρχη Βαρθολομαίου καὶ τῆς φατρίας του θὰ τολμοῦσε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ ἀνόσιο καὶ δόλιο ἔργο τοῦ Οἰκουμενιστῆ Πατριάρχη καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸ ὑπέγραψαν.
    Ἂς τὸν χαίρονται κάποιοι “φίλοι” του σιγονταρο-Οικουμενιστές (ἐδῶ καὶ στὴν Ἀμερική).
   Παρότι διαφωνοῦμε πλήρως μὲ τὴν καινοφανῆ  ἀντιπαραδοσιακὴ στάση τοῦ «ἀχρικαιρισμοῦ» (ὡς πρὸς τὴν πρακτικὴ ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν)
ποὺ ἐκφράζουν ὁ καθηγητὴς Τσελεγγίδης, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, οἱ μητροπολίτες Πειραιῶς Σεραφεὶμ καὶ Ναυπάκτου Ἱερόθεος καί τινες ἄλλοι “ἀντι-Οἰκουμενιστές”, εἶναι παραδεκτὸ ὅτι αὐτοί, στὸν θεωρητικὸ τομέα συνεισφέρουν σημαντικὰ στὴν ἀποκάλυψη καὶ ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν τῶν Οἰκουμενιστῶν. Στὰ ἄρθρα τους, λοιπόν, στὰ ὁποῖα παραπέμπουμε τὸν θεοφιλέστατο Καρπασίας (καὶ εἶναι πολλά) μπορεῖ νὰ δεῖ (ἄν θέλει) τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς:
    Ὅπως οἱ περισσότεροι αἱρετικοί, ἔτσι καὶ οἱ δόλιοι Οἰκουμενιστές, ἀποκρύπτουν καὶ συσκιάζουν τὶς κακοδοξίες τους ἢ τὸ σκοπό τους· τὶς παρουσιάζουν μὲ ὀρθόδοξο ἔνδυμα· ἄλλα λέγουν κι ἄλλα ἐννοοῦν, ὅπως ὁ Μέγας ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ἀθανάσιος μᾶς διαβεβαιώνει. Καὶ ἀποροῦμε πῶς ὁ θεοφιλέστατος, ποὺ ἔχει συγγράψει (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) ἕνα ὀγκωδέστατο σύγγραμμα Περὶ τῶν Θρησκειῶν καὶ τῶν Αἱρέσεων ἐκ 1159 σελίδων, δὲν συνάντησε πουθένα αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν αἱρετικῶν!
     Νὰ τοῦ θυμίσουμε πρόχειρα ὅτι ὁ Νεστόριος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὀνόμαζαν τὴν Θεοτόκον Χριστοτόκον, ὅρον ποὺ ἐφαίνετο ὀρθόδοξος, ἀλλὰ οἱ Πατέρες ἀντελήφθησαν τὴν δολιότητά τους, ἀφοῦ κάτω ἀπὸ τὸ Χριστοτόκος ἐκρύπτετο ἡ πεποίθησή τους ὅτι ἡ Παναγία δὲν ἐγέννησε τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον Ἰησοῦν.
  Στὴ συνέχεια  μᾶς λέγει ὁ θεοφιλέστατος  ὅτι ἀκόμα  «καὶ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους… χρειάστηκε νὰ ἑρμηνευτοῦν (ἐκ τῶν ὑστέρων) οἱ ὅροι (ποὺ χρησιμοποιήθηκαν στὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων) ἀπὸ τοὺς Πατέρες διὰ τῶν συγγραμμάτων τους, γιὰ νὰ γίνουν κατανοητοί»!
    Σωστά. Ἀλλ’ ἐδῶ, κ. Χριστοφόρε, τὰ Προσυνοδικὰ κείμενα ἦσαν γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων· ἡ δολιότητα τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ οἱ κακοδοξίες τους γνωστὲς καὶ διάχυτες στὶς πράξεις, στὶς ὁμιλίες καὶ στὰ Συνέδριά τους· οἱ ἐπισημάνσεις τῶν δογματολόγων καθηγητῶν καὶ Ἐπισκόπων ἐπίσης γνωστές· οἱ ἐνστάσεις τῶν Ἐκκλησιῶν (π.χ. Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας) ἐπίσης γνωστές, καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ διοργανωτὲς ἐπέμεναν ἕως τέλους στὴν συμπερίληψη τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» γιὰ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς Ὁμολογίες καὶ παραφυάδες, κάτι ποὺ ἀπεδείκνυε τοὺς σκοτεινοὺς σκοπούς τους, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλοι ἀπὸ τὸ νὰ συσκοτίσουν, νὰ ὑποβαθμίσουν, νὰ ὑποβιβάσουν, νὰ ἀφαιρέσουν τὴν Μοναδικότητα καὶ ταυτότητα τοῦ Ὅρου Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ἐδῶ ἀκόμα καὶ οἱ παραγωγοὶ τῆς ἑλληνικῆς “φέτας” δίνουν μάχες, θεοφιλέστατε, ὥστε νὰ παραμείνει ἡ ὀνομασία Προέλευσης Προστατευόμενη ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, καὶ ἐσεῖς μᾶς λέτε ὅτι δὲν πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι νὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας; Πρέπει νὰ τὸ χάσουμε καὶ μετά, ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἑρμηνεύσουμε τί ἐννοούσαμε; Κρίμα! Ἄλλο νὰ τὸ λένε οἱ ἄλλοι, καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μὴν τὸ χρησιμοποιοῦν, καὶ ἄλλο νὰ τὸ ἐκχωρήσουμε ἐμεῖς.
    Πρὶν παραθέσουμε τὸ κείμενο τοῦ θεοφιλεστάτου, παραθέτουμε ἕνα τμῆμα ἀπὸ πρόσφατο ἄρθρο τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους (ἐδῶ) ποὺ σὰν νὰ γράφτηκε ἀκριβῶς ὡς ἀπάντηση στὸ ἄρθρο τοῦ Καρπασίας:
   «Υπήρξαν τόσες θεολογικές ενστάσεις για τη χρήση του όρου “εκκλησίες” για τις αιρετικές ομάδες ή κοινότητες, γιατί δεν αποσύρθηκε ο όρος;  Η επιμονή για τον όρο “εκκλησίες” ήταν τόση, που προτιμήθηκε να διαμορφωθεί σε “ετερόδοξες εκκλησίες”, με σκοπό να παραμείνει ο όρος “εκκλησίες”.  Εξάλλου μια μόνο αιχμή υπήρξε στη δημοσιευθείσα απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, που πραγματοποιήθηκε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ Γενεύης  (21-28 Ιανουαρίου 2016) και αυτή δεν ήταν για τις αιρέσεις, καθότι εκλείπει η λέξη τούτη στο εν λόγω κείμενο, αλλά για τους “αγωνιστάς της Ορθοδοξίας”, και μάλιστα με ειρωνική χρειά.  Πρωτόγνωρη συνοδική τακτική, που δυστυχώς εκφράζει μονομέρεια.
   Ο όρος “ετερόδοξες” έστω και εάν φαίνεται ότι προστέθηκε για διευκρίνιση, καταδεικνύει όμως και την επιμονή  να παραμείνει οπωσδήποτε ο όρος “εκκλησίες”.  Κάλλιστα θα μπορούσε να αποσυρθεί πλήρως ο όρος “εκκλησίες’’ και να αναπαύσει και όσους έφεραν θεολογικές ενστάσεις στο θέμα αυτό.  Η Εκκλησία Συνοδικά χρησιμοποιούσε εκκλησιολογικούς όρους και όχι στρεβλούς “τεχνικούς” όρους.

   “Εν τη Εκκλησία υπάρχει η θεανθρωπίνη φιλοσοφία της καθολικής ενότητος (πανενότητος) και η θεανθρωπίνη αίσθησις αυτής” λέγει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, και ως εκ τούτο αποτελεί εκκλησιολογικό άτοπο η χρήση του εκκλησιολογικού όρου “εκκλησίες” για αιρετικές ομάδες ή κοινότητες».

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ

ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου

  Πρὸ καὶ μετὰ τὴ σύγκλιση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἐκφράσθηκαν πολλὲς καὶ διάφορες ἐνστάσεις καὶ ἀντιρρήσεις σχετικὰ μὲ τὸ κατὰ πόσον τὸ κείμενο "Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον" ἀνταποκρίνεται στὴν ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω κάποιες πρῶτες θεολογικὲς σκέψεις, ἐπιφυλασσόμενος ἀργότερα, Θεοῦ θέλοντος, νὰ παρουσιάσω κάτι ἴσως πιὸ ἐκτενὲς καὶ ὁλοκληρωμένο.
   Πρῶτον, οἱ περισσότεροι ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου αὐτοῦ, συνήθως, δὲν ἐπιχειρηματολογοῦν πάνω στό κείμενο, ἀλλὰ ἐκφράζουν γενικὲς
ἀπόψεις ποὺ ἀναφέρονται στὸ κατὰ πόσον οἱ ἑτερόδοξες ὁμολογίες εἶναι ἐκκλησίες ἢ ὄχι. Καταλήγουν στὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι ἐκκλησίες καὶ παραβλέποντας (μήπως θεολογικά ἠθελημένα;) τὶς διατάξεις καὶ ἀναφορὲς τοῦ κειμένου αὐτοῦ καθ᾽ ἑαυτοῦ, καταλήγουν στὴν ἀπόρριψη τοῦ κειμένου, θεωρώντας περίπου αὐτοὺς ποὺ τὸ ἐδέχθησαν καὶ τὸ ὑπέγραψαν ὡς μειοδότες τῆς Ὀρθόδοξου Πίστεως καὶ κυρίως τῆς ἐκκλησιολογίας της.
   Δεύτερον, κανένα κείμενο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τέλειο, οὔτε ἡ χρήση τῶν καλύτερων θεολογικῶν ὅρων καὶ λέξεων μποροῦν νὰ ἀποδώσουν στὴν ἀκρίβειά του τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκαλυφθείσας πίστεώς μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπου χρησιμοποιήθηκαν οἱ ὀρθότεροι, κατ᾽ ἄνθρωπο, ὄροι χρειάστηκε νὰ ἑρμηνευτοῦν ἀπὸ τοὺς Πατέρες διὰ τῶν συγγραμμάτων τους γιὰ νὰ γίνουν κατανοητοὶ καὶ ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Μ᾽αὐτὸ θέλω νὰ πῶ ὅτι εἶναι καθαρὰ θέμα ἑρμηνείας τῶν ὅρων ποὺ διαλαμβάνονται στὸ σχετικὸ κείμενο καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐπισήμανσής τους.
   Ὀφείλουμε ἂν θέλουμε νὰ οἰκοδομήσουμε τὸ ποίμνιό μας καὶ ὄχι ἐνδεχομένως νὰ τὸ διχάσουμε, τὸ κείμενο αὐτὸ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε ὀρθόδοξα, ὥστε ἂν ὑπάρχει κάποια ἀσάφεια ἢ ἀστοχία, μέσα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία του νὰ ἐπισημανθεῖ καὶ νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ παρερμηνεία καὶ ἡ κακὴ χρήση καὶ διοίκησή του, σέ βάρος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἱεραποστολικοῦ της ἔργου ἔναντι τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν.
   Τρίτον, ὁ σκοπὸς τῆς συγγραφῆς καὶ ἔγκρισης τοῦ κειμένου αὐτοῦ δὲν ἦταν νὰ ἐκφραστεῖ ἡ θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ πόσον οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ ἀποτελοῦν Ἐκκλησία ἢ ὄχι, ἀλλὰ νὰ καθορίσει τὶς προϋποθέσεις μὲ βάση τὶς ὁποῖες θὰ κάνει τὸν Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ἑτεροδόξους. Ἔτσι, στὴν ἀρχὴ ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία (ἄρθρο 1). Οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικές ὁμολογίες εἶναι "ἐξ᾽ αὐτῆς διεστῶσες" (ἄρθρο 4). Ἡ ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζεται ἀδιασπάστως "διὰ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ τῆς Πατερικῆς παραδόσεως καὶ βιοῦται μέχρι σήμερον ἐν αὐτῇ" (ἄρθρο 2). Γι᾽ αὐτὸ "κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας (τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς, δηλ τῆς Ὀρθοδόξου), εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθεῖ" (ἄρθρο 6).
 Ὡστόσο, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχοντας "βαθεῖαν τὴν αὐτοσυνειδησίαν" τοῦ ποιὰ εἶναι, "ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκόμενων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾽ αὐτῆς ἑτεροδόξων (ἄρα δὲν εἶναι ὁμόδοξες, δὲν ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτή) χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν". Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀποδεχόμαστε εἶναι ὅτι ἱστορικὰ ὑπῆρξαν, μέχρι τὸ 1054 μ.Χ ποὺ ἔγινε τὸ σχίσμα, ὁμόδοξες μὲ ἐμᾶς τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἀλλὰ μετὰ διασπάσθησαν καὶ "διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως αἱ μὴ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς, καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας" (ἄρθρο 21).
   Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ διάλογο μαζί τους (ἐπειδὴ κουβαλοῦν ἀπὸ τὴν πρώτη χιλιετηρίδα κάποια ἐκκλησιολογική βάση), ὥστε νὰ ἀποσαφηνισθεῖ τὸ ὅλο ἐκκλησιολογικό θέμα καὶ "ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ᾽ αὐταῖς διδασκαλίας περὶ μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καὶ ἀποστολικῆς διαδοχῆς" (ἄρθρο 6). Μὲ τὸ διάλογο αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία "δίνει δυναμικὴν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καὶ τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς" (ἄρθρο 6). Ὁ διάλογος αὐτὸς γίνεται "ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνοδῶν" (ἄρθρα 3, 5, 8, 18), ὡς "ἡ συνέχισις τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν διηρημένον χριστιανικὸν κόσμον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ πίστεώς της" (ἄρθρο 24). Ἀκόμα ὁ διάλογος αὐτὸς διεξάγεται "ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθόδοξου ἐκκλησιολογίας καὶ τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως" (ἄρθρο 20). Ἡ δὲ ἑνότητα, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται νὰ ἐπιτευχθεῖ, εἶναι ἑνότητα πίστεως καὶ μυστηριῶν ("ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τὴν ἑνότητα, ὡς καὶ ἡ οἰκουμενικὴ αὐτῆς ἀποστολὴ ἐξεφράσθησαν ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνοδῶν. Αὗται ἰδιαιτέρως προέβαλον τὸν μεταξὺ τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν" πρβλ ἄρθρα 12, 18, 21, 24).
  Πιστεύω ὅτι ὑπὸ τὴ θεώρηση τῶν πιὸ πάνω ἐπισημάνσεων τὸ κείμενο αὐτὸ βοηθᾶ νὰ χαράξουμε τὴν πορεία μας, ὡς ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, πρὸς τοὺς ἐξ ἡμῶν διεστῶτας Χριστιανούς, νὰ τοὺς ἐπισημάνουμε τὶς δογματικές τους ἐκτροπὲς (αἱρέσεις) «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», νὰ τοὺς μεταδώσουμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐμπειρία, τὰ ὁποῖα ἂν γίνουν ἀποδεκτὰ, νὰ ἀποτελέσουν μαζὶ μὲ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους "μία ποίμνη μέ ἕνα Ποιμένα" (Ἰωάν. ι´, 16 ), κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας.
  Γιὰ νὰ διαλυθεῖ κάθε ὑπόνοια ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος συνῆλθε μὲ σκοπὸ τὴ θεολογικὴ θεμελίωση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὡς ἰσότιμης Ἐκκλησίας μὲ τὴν Ὀρθόδοξη καὶ τὴ θεμελίωση τοῦ ἄκρατου καὶ ἄκριτου Οἰκουμενισμοῦ παραθέτω τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅπου ἀναγνωρίζονται ὡς "καθολικοῦ κύρους" Σύνοδοι οἱ: τοῦ Μεγάλου Φωτίου, Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καὶ ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία κατεδίκασε τὴ Ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας: "Τὸ συνοδικὸν ἔργον (σημ. τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διὰ τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων, ὡς λ.χ τῆς ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης Συνόδου (879-880) καὶ τῶν ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διὰ τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δὲ περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς μεθέξεως (μετοχῆς) τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δὲ καὶ διὰ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγίων καὶ Μεγάλων Συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διὰ τὴν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439).....". (Ἑνότητα I, παράγραφος 3).

   Καταλήγοντας φρονῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν κινδυνεύει ("πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς" Ματθ. ιστ´,18). Ἐμεῖς κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε, μέσα στὸν ἐκκοσμικευμένο κόσμο, τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ ζωή, πού μᾶς ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια-χάρη τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ, μέσον τῆς ὁποίας ἐπιτυγχάνουμε τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, δηλαδὴ τὴν πνευματικὴ μας τελείωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.