Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΑ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΩΤΕΙΟΥ


Του κ. Γεωργίου Ιωάννου Καραλή

   Στην εποχή μας που μαστίζεται από μία κρίση τεραστίων διαστάσεων, επιχειρείται μία προσπάθεια να οδηγηθεί η ορθόδοξη παράδοση σε μία διαφορετική κατεύθυνση, σε μία θεολογία «μεταπατεριστική», όπως πολύ συχνά αποκαλείται. Πως επιτυγχάνεται  μία τέτοια διαδικασία χωρίς να υπάρξουν μεγάλες αντιστάσεις από το ορθόδοξο πλήρωμα;  που οδηγεί μία τέτοια προσπάθεια;
Η απάντηση αυτή έχει δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος γίνεται προσπάθεια να αλλοιωθεί κατά πολύ η πατερική εμπειρία, χωρίς να αμφισβητείται ακόμα το κύρος των Πατέρων της Εκκλησίας. Απλώς και μόνον υποδεικνύεται από τους «μεταπατερικούς θεολόγους» ότι οι Πατέρες είχαν μία διαφορετική αντίληψη από την πραγματική. Αυτή η αντίληψη τους φέρνει κοντά στην παπική και προτεσταντική παράδοση. Αφού λοιπόν οι Πατέρες έλεγαν τα ίδια πράγματα με τον Αυγουστίνο, τους σχολαστικούς, γιατί να υφίσταται διάκριση μεταξύ ορθοδόξου, παπικής και προτεσταντικής παρόδοσης σε μία ενωμένη Ευρώπη και σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο; Η ένωση των «εκκλησιών» κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι προσιτή και βέβαια αναγκαία, γιατί ποιό σωστά σκεφτόμενο ανθρώπινο ον θα μπορέσει να αποκλείσει  την ένωση των πάντων, αφού οι θεολογικές διαφορές του παρελθόντος έχουν πια ξεπεραστεί;
Στο δεύτερο σκέλος καταβάλλεται μία υπεράνθρωπη προσπάθεια από τους «μεταπατερικούς θεολόγους» να πληγεί το κύρος των Πατέρων της Εκκλησίας. Γνωρίζοντας καλά ότι η δική τους  ερμηνεία της θεολογίας των Πατέρων δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική αλήθεια, και κάποτε θα αποκαλυφθεί η απάτη, γιατί οι Πατέρες γράψανε τόσο πολύ που δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζονται αυτά που τους βάζουν να πουν οι μεταπατερικοί θεολόγοι, γιατί  να μη πληγεί ανεπανόρθωτα και το κύρος των Πατέρων, έτσι ώστε όταν θα έρθουν ορθόδοξοι και θα πουν ότι αυτή η ερμηνεία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τότε οι «μεταπατερικοί θεολόγοι» θα ισχυριστούν: «Δεν επικυρώθηκαν  όλες οι θεολογικές γνώμες και διατυπώσεις όλων των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας. Τούτο σημαίνει ότι όλα όσα είπαν και έγραψαν οι Πατέρες δεν έχουν δογματικό και αναντικατάστατο η και αλάθητο κύρος…» (βλέπε άρθρο του Γρηγορίου Λαρεντζάκη, καθηγητού στο Graz που έχει τίτλο. «Η μέθοδος των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας και των Οικουμενικών συνόδων σε αντιδιαστολή προς τους αρνητές της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», δημοσιευθέν από τον ιστότοπο Αμήν). Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται με γοργότερο ρυθμό η ένωση των «εκκλησιών», αφού πια οι ορθόδοξοι δεν στηρίζονται στην αλήθεια των Πατέρων, άρα και η θεολογία θα πρέπει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των καιρών, δηλαδή να γίνει «μεταπατερική».

Το πρόσωπον
Η προσπάθεια να αλλοιωθεί η θεολογία των Πατέρων άρχισε ήδη από πολύ νωρίς στον ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον πριν από τριάντα χρόνια, με την γνωστή σε όλους «θεολογία» του προσώπου. Ότι δηλαδή τάχα το πρόσωπο άνευ της φύσεως είναι η υπέρτατη αλήθεια του χριστιανισμού και ότι τάχα μόνο αυτό είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Όχι μόνο η εικόνα αλλά και το καθ’ ομοίωση. Πως όμως ορίζεται; Το πρόσωπο ορίζεται σαν σχέση ενός εγώ με ένα εσύ. Ετυμολογικά για τους «μεταπατερικούς» θεολόγους το πρόσωπο βγαίνει από το προς και όψιν. Δηλαδή είναι ένα εγώ που βρίσκεται μπροστά στην όψη ενός εσύ και σε σχέση μαζί του. Αν δεν υπάρχει η σχέση δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ορίσουμε ένα πρόσωπο. Η σχέση του εγώ με το εσύ δημιουργεί την κοινωνία των προσώπων που σχετίζονται συνεχώς μεταξύ τους και αυτοκαθορίζονται. Η κοινωνία των προσώπων δηλαδή των ετεροτήτων χρειάζεται και την κοινωνία με τον πρώτον.  Άνευ αυτής της κοινωνίας με τον πρώτον δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει ενότης. Το πρόσωπο οριζόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπον, από τους “μεταπατερικούς θεολόγους», πασχίζει δήθεν να απελευθερωθεί από την αναγκαιότητα της φύσεως που το καταδυναστεύει και το κάνει να εμφανίζεται σαν άτομο. Δηλαδή σαν μία μονάδα κλεισμένη στον εαυτό της, αδύναμη να κοινωνήσει με τους άλλους. Πρωτεργάτες αυτού του εγχειρήματος ήταν οι «παρισινοί θεολόγοι» του αγ. Σεργίου, μετά του κ. Γιανναρά, του κ. Ζηζιούλα, ακόμα λαϊκού και μετέπειτα επισκόπου Περγάμου και καθηγητού του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.
Η προσπάθεια αλλοίωσης της θεολογίας των Πατέρων από σύγχρονους θεολόγους, με την αντιγραφή θέσεων “παρισινών θεολόγων» και φιλοσόφων, πέτυχε κατά πολύ στην Δύση. Οι δυτικοί αντιλήφθησαν ότι με αυτήν την θεολογία επικρατεί το πνεύμα της «Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» και εμφανίζονται σαν αιρετικοί και ασυνεπείς οι Ορθόδοξοι.
Ο αναγνώστης που θα θελήσει να εμβαθύνει, ας διαβάσει την δογματική του αειμνήστου καθηγητού Ιωάννου Ρωμανίδη (σσ. 254-291). Εκεί ο πατήρ Ιωάννης εξηγεί την αλλοίωση των Πατέρων από ορθοδόξους ακαδημαϊκούς συγγραφείς. Αργότερα ο π. Μάξιμος Λαυριώτης συνέχισε το έργο με συνεχή άρθρα, στα οποία κανένας δεν τόλμησε να απαντήσει. Το 2002 ο γράφων δημοσιεύει άρθρο στον Ορθόδοξο Τύπο, σε τρεις συνέχειες, με τον τίτλο «Το αυγουστινιακό υπόβαθρο της θεολογίας των Παρισίων».
Ο αείμνηστος καθηγητής Ιωάννης Κορναράκης το αναδημοσιεύει, αλλά κανείς δεν αντιδρά, κανείς δεν απαντά, κανείς δεν επιθυμεί τον θεολογικό διάλογο. Το 2016 ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος δημοσιεύει άρθρα στον Ορθόδοξο Τύπο και σε άλλα περιοδικά αναφερόμενος και αυτός στην αλλοίωση που επιχειρήθηκε από την θεολογία του προσώπου, ξεσηκώνοντας μεγάλη αντίδραση.
Εν τω μεταξύ οργανωνόταν η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Σ’ αυτή την σύνοδο υπήρχαν κείμενα που υιοθετούσαν επίσημα την θεολογία του προσώπου. Η αξία του
ανθρωπίνου προσώπου, απορρέουσα εκ της δημιουργίας του ανθρώπου κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν και εκ της αποστολής αυτού εις το σχέδιον του Θεού δια τον άνθρωπον και τον κόσμον, υπήρξε πηγή εμπνεύσεως δια τους Πατέρας της Εκκλησίας … Η διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας είναι ανεξάντλητος πηγή πάσης χριστιανικής προσπαθείας δια την περιφρούρησιν της αξίας και του μεγαλείου του ανθρώπου.” (Α 1) (19).  Δηλαδή τι μας λέει αυτή η παράγραφος; Ότι μόνο το πρόσωπο  είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Όχι μόνο η εικόνα αλλά και το καθ’ ομοίωση. Ποιός όμως Πατέρας είπε ποτέ με ελληνικές λέξεις κάτι τέτοιο; Γιατί δεν μας αναφέρουν χωρία των Πατέρων; Και γιατί οι Πατέρες δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκφρασθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο;  Γιατί αυτή η έκφραση είναι καθαρώς Νεστοριανική και θα σας εξηγήσω το γιατί.
Ο Χριστός προσέλαβε όλον τον άνθρωπο κατά την υποστατική ένωση. Ο Χριστός προσέλαβε τον άνθρωπο ίνα και την εικόνα σώση και την σάρκα αθανατίση. Προσλαμβάνοντας όλον τον άνθρωπο, προσέλαβε και την εικόνα, για να την σώσει. Γιατί αν ο Χριστός δεν προσλάμβανε την εικόνα, δεν θα μπορούσε ποτέ να σώσει τον άνθρωπο. Ξέρουμε ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό ισχυριζόταν ο Νεστόριος και καταδικάσθηκε από την Γ  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο και από τις μετέπειτα. Αν το πρόσωπο από μόνο του είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, τότε λογικά θα είχαμε δύο αποτελέσματα. Η ότι ο Χριστός προσέλαβε το πρόσωπο, για να το σώσει, οπότε ο Νεστόριος θα είχε δίκιο. Η ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε πρόσωπο δηλαδή την εικόνα, οπότε πως θα μπορούσε να την σώσει, από την στιγμή που το απρόσληπτον είναι και αθεράπευτον; Αλλά οι Πατέρες όταν μιλούσαν για εικόνα εννοούσαν την φύση, και δεν θα μπορούσαν ποτέ να πουν ότι το πρόσωπο από μόνο του είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τους Πατέρες ο Χριστός προσέλαβε την εικόνα, δηλαδή την φύση, δηλαδή προσέλαβε το εγώ όλων μας, γι’ αυτό έσωσε όλον τον άνθρωπο και όχι  μόνο ένα ιδιαίτερο τρόπο εκφράσεως της φύσεως, δηλαδή ένα ανθρώπινο  πρόσωπο.
Όταν στην σύνοδο της Κρήτης ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εξέφρασε την αμφιβολία του και ορθώς πρότεινε την αντικατάσταση στο κείμενο της λέξεως “ανθρώπινο πρόσωπο» με την λέξη “άνθρωπος» (εφόσον ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση και όχι μόνο το πρόσωπο), ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε την πρόθεσή του να δημιουργήσει μία επιτροπή για συζήτηση, αλλά ο Μητρ. Περγάμου επενέβη και απάντησε ότι δεν χρειάζονται επιτροπές, γιατί τα κείμενα είναι σωστά! Ο δε Πατριάρχης Αλεξανδρείας σχολίασε ότι είναι το ίδιο η έννοια της λέξεως ανθρώπινο πρόσωπο με την λέξη άνθρωπος, και η σύνοδος θα πρέπει να ασχοληθεί με τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο μοντέρνος άνθρωπος και όχι με λεπτές ταυτόσημες έννοιες. Γι’ αυτή την τοποθέτηση καταχειροκροτήθηκε από όλους τους συνοδικούς.
Και διερωτάται κάποιος: Είναι το ίδιο πρόσωπο και το ίδιο άνθρωπος, φύση η ουσία και το ίδιο ενέργεια; Οι Πατέρες έχουν δώσει την απάντηση στους αιρετικούς του παρελθόντος, που  μπέρδευαν αυτές τις έννοιες, τις συνέχεαν και δημιουργούσαν αιρέσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τον Μάξιμο τον Ομολογητή, αν και υπάρχουν πολλά Πατερικά χωρία που αναφέρονται στην σύγχυση προσώπου και φύσεως: «Ο Σεβήρος λέει με πανουργία ότι το πρόσωπο ταυτίζεται με την φύση, για να βεβαιώσει με την μία φύση την σύγχυση και να αποφύγει τον έλεγχο, λέγοντας ότι εννοεί ως πρόσωπο την φύση, και να εισηγηθεί πάλι την διαίρεση, πρεσβεύοντας την ένωση από πρόσωπα, και νομίζοντας ότι θα διαφύγει λέγοντας ότι δέχεται τα πρόσωπα αντί των φύσεων. Και πάλι, κατηγορούμενος εξαιτίας της απλής διαφοράς για ανυπαρξία των φύσεων, να βρει καταφύγιο απολογίας την απλή ποιοτική φυσική διαφορά. Και όπως ο Νεστόριος, λέγοντας ότι η ένωση είναι απλή, δεχόταν πραγματική διαίρεση, έτσι και ο Σεβήρος, μιλώντας για απλή διαφορά φύσεων, δημιουργεί πραγματική σύγχυση» (Κεφάλαιο Ν 1-10. Σελίς 50 Φιλοκαλία τόμος 15 Α).
Γιατί όμως, αν υιοθετήσουμε τη θεολογία του προσώπου, όπως αναπτύχθηκε από τον Γιανναρά και τον Μητρ.Περγάμου, θα οδηγηθούμε αυτομάτως στην Ρωμαιοκαθολική θεολογία και θα φανεί ότι εμείς ως ορθόδοξοι έχουμε πέσει σε αίρεση;
Το πρωτείον
Οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν ότι το πρωτείο είναι προσωπικό. Δηλαδή, στο πρόσωπο του Πέτρου ο Χριστός στήριξε την Εκκλησία Του. Αυτό σημαίνει ότι ο Πέτρος, επειδή προσωπικά πήρε από τον Χριστό αυτή την εξουσία, δεν δύναται πλέον να πέσει στην αίρεση. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τον Πέτρο αλλά και για κάθε διάδοχό του. Δηλαδή ο Πέτρος μετέδωσε αυτήν την εξουσία, προσωπικά σε κάθε επίσκοπο της Ρώμης. Το πρόσωπο του κάθε διαδόχου του αποστόλου Πέτρου, σύμφωνα με τους Ρωμαιοκαθολικούς, δηλαδή το πρόσωπο του κάθε πάπα της Ρώμης, δεν μπορεί πλέον να πέσει σε καμιά αίρεση. Αν γινότανε ένα τέτοιο πράγμα, αν δηλαδή το πρόσωπο κάποιου επισκόπου Ρώμης έπεφτε σε αίρεση, τότε η Εκκλησία θα βρισκόταν σε κρίση και πύλαι Άδου θα την κατίσχυαν, γιατί θα είχε καταργηθεί η Καθολική Εκκλησία, που είναι η προσωπική κοινωνία των επισκόπων με τον πρώτο, δηλαδή με τον εκάστοτε επίσκοπο της Ρώμης. Το πρόσωπο λοιπόν του εκάστοτε επισκόπου της Ρώμης είναι αυτό που καθορίζει την υπέρτατη αλήθεια και διαφυλάττει την Παπική «Εκκλησία» από τις αιρέσεις και τα σφάλματα.
Έχουν γραφτεί κατά τον παρελθόν πολλά έργα ορθοδόξων Πατέρων, συγγραφέων κατά αυτής της θέσεως. Το πρώτο βιβλίο δημοσιεύθηκε το 1964 (δευτέρα έκδοση) από το περιοδικό Εκκλησία και είναι έργο του αειμνήστου Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου († 1938) με τίτλο: «Το πρωτείον του επισκόπου Ρώμης» Εξαίρετη επιστημονική μελέτη που ο κάθε ορθόδοξος θα πρέπει να διαβάσει. Οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν θέλησαν να το εκδώσουν στην Ιταλική, αν και το μετέφρασα. Στην σελίδα  4 ο συγγραφέας αναφέρει: «Καγώ δε σοι λέγω συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν». Είναι προφανές ότι ο Κύριος μετεχειρίσθη συμβολικήν έκφρασιν σχετικήν με το πρόσωπο του Πέτρου, αλλ’ αναφερομένην εις την πράξιν του Πέτρου, εις την ομολογίαν αυτού. Αν έτερος Απόστολος εποιείτο την ομολογίαν, άλλην ηδύνατο να μεταχειρισθή έκφρασιν ο Κύριος. Η ομολογία του Πέτρου υπήρξε αιτία των λόγων του Κυρίου, ουχί το πρόσωπον του Πέτρου, ασχέτως προς την ομολογίαν, διότι ευθύς αμέσως ο Απ. Πέτρος, επειδή απέτρεψεν τον Κύριον από του απολυτρωτικού θανάτου, ήκουσε παρ’ Αυτού ‘ύπαγε οπίσω μου Σατανά, σκάνδαλον ει εμού, ότι ου φρονείς τα του Θεού αλλά τα των ανθρώπων’. Εν τη περιπτώσει ταύτη ωμίλει ο Πέτρος ως ‘σάρξ και αίμα’ ανθρώπινον εκφράζων φρόνημα, ενώ δια της ομολογίας της θεότητος του Ιησού Χριστού εξεδήλου το φρόνημα πάντων των Αποστόλων, όθεν διάφοροι υπήρξαν αι αποκρίσεις του Κυρίου σχετικαί ουχί απλώς προς το πρόσωπον του Πέτρου αλλά προς τα λεχθέντα υπ’ αυτού. Εκεί εμακαρίσθη ο Πέτρος υπό του Κυρίου, ενταύθα ωνομάσθη σατανάς. Εκεί ‘σύ ει Πέτρος’, ενταύθα συ ει ‘σατανάς’. Προύκειτο περί του αυτού προσώπου αλλά περί διαφόρου φρονήματος. Επί του φρονήματος του της ομολογίας περί της θεότητος του Ιησού Χριστού και ουχί επί του προσώπου του Πέτρου έμελλε να οικοδομηθεί η Εκκλησία…”  Και συνεχίζει: “ Επομένως ουδεμίαν ιδίαν εξουσίαν ο Κύριος παρέδωσεν εις τον Πέτρον δια της επαγγελίας αυτού περί ιδρύσεως της Εκκλησίας επί της καλής ομολογίας αυτού. Ουδέν δικαίωμα εμφανίζεται έχων ο Πέτρος υπέρ τους λοιπούς Αποστόλους, τούτο δε ετόνισαν πάντες οι αρχαίοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας εν τη ερμηνεία των ανωτέρω χωρίων.” Και μπορούμε να αναφέρουμε πάμπολλα, αλλά ο χώρος είναι περιορισμένος.
Ο «μεταπατερικός» ορθόδοξος θεολόγος, που γράφει για το ίδιο θέμα είναι ο Αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης. Το σχετικό πρόσφατο βιβλίο έχει τίτλο “Υπέρ της των πάντων ενώσεως» με πρόλογο του Αρχιεπισκόπoυ Κωσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης κ. Βαρθολομαίου, και κυκλοφόρησε προσ­φάτως στην Ιταλία από τις εκδόσεις του Μπόζε. Το βιβλίο υπάρχει σε αγγλική και ιταλική έκδοση, και δεν είναι τυχαίο που το Μπόζε αμέσως το μετάφρασε και το εξέδωσε. Ο αναγνώστης θα καταλάβει καλύτερα όταν διαβάσει την μετάφραση ορισμένων παραγράφων. Στην σελίδα 52 διαβάζουμε:
“Το φαινόμενο του αντιπαπισμού, που γίνεται αντιληπτό από την άρνηση να δεχθούμε ένα πρώτον στην καθολική εκκλησία, και η ανύψωση αυτής της άρνησης σε σημείο που δήθεν χαρακτηρίζει όλη την ορθόδοξη εκκλησία, είναι καθαρα αιρετικό. (Δηλαδή, κατά τον π. Μανουσάκη όποιος δεν δέχεται το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης είναι αιρετικός). Λέω κάτι τέτοιο για να ανταποδώσω την χάριν, ούτως ειπείν, σε όλους αυτούς που βάλθηκαν να προστατέψουν την ορθοδοξία από κάθε αίρεση. Και αίρεση είναι μόνο αυτό που αυτοί βλέπουν. Οποιαδήποτε διαφορά, όχι μόνο του δόγματος αλλά και της λειτουργίας, της γλώσσας, των ενδυμάτων, της όψης, σίγουρα κατανοείται ως αίρεση. Για να προλάβω την αντίδραση από αυτή την επικίνδυνη διατύπωση, ερωτώ αν είναι δυνατόν ο αντιπαπισμός να συγχέεται με την ορθοδοξία …Το φαινόμενο όμως του αντιπαπισμού εμφανίσθηκε μέσα στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτοί που θέλουν να υπερ­υψώσουν την αντίδρασή τους στον πάπα σαν ορισμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν καταλαβαίνουν ότι, αν βρισκόντουσαν σε σωστό δρόμο, η δική τους κατανόηση για την Εκκλησία θα ήταν καταδικασμένη να θεωρηθεί σαν ένα  θρησκευτικό κλαμπ (σύλλογο), που δεν θα μπορούσε να ενωθεί με την εκκλησία την προ του σχίσματος, ένα κλαμπ που θα είχε λόγο ύπαρξης αυτό ειδικά, στο οποίο αντιτίθεται. Γιατί δεν μπορούμε να ορίσουμε Ορθοδοξία όλα αυτά τα πράγματα τα οποία αντιτίθενται στην πίστη της Καθολικής Εκκλησίας”.
Ο π. Μανουσάκης συνεχίζοντας υποστηρίζει ότι η Ορθόδοξη εκκλησία έχει επιτακτική ανάγκη ενός πρωτείου, αν θέλει να μη είναι κλαμπ η σύλλογος η παραεκκλησιαστική οργάνωση: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ανάγκη ενός πρώτου σε παγκόσμιο επίπεδο» (σ. 54) και συνεχίζει «Μια εμπειρία  (αναφέρεται στο 2005) με ανάγκασε να καταλάβω το παράδοξο ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν μπορούν να ενωθούν στην Ρώμη αν δεν είναι ενωμένες με την Ρώμη. Θέλω να πω με αυτό το παράδοξο ότι η έλλειψη εξουσίας ενός πρώτου σε πανορθόδοξο επίπεδο είναι αυτό που  εμποδίζει τους αγώνες μας να βρούμε μία διέξοδο σ’ αυτήν την ίδια την θεσμική έλλειψη. Με άλλες λέξεις, το γεγονός ότι σήμερα οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αρνούνται να δε-χθουν το πρωτείο μεταξύ τους, όπως αυτό εξασκείται στην Καθολική Εκκλησία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στον διάλογο με την Ρώμη».
Γιατί όμως για τον π. Μανουσάκη ο αντιπαπισμός είναι μία καθαρή αίρεση; Γιατί  αντιτίθεται  στην “υπέρτατη αλήθεια» του χριστιανισμού που είναι το πρόσωπο, γιατί  απορρίπτει τη θεολογία του προσώπου. Από την άλλη μεριά, ο παπισμός και το πρωτείο είναι η ενσάρκωση της υπέρτατης αυτής αλήθειας, γιατί το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης είναι καθαρά προσωπικό! Κατά συνέπεια όποιος δεν δέχεται αυτήν την αλήθεια είναι  αιρετικός! “Η άρνηση αναγνώρισης της ανάγκης να επενδύσει κανείς στο συγκεκριμένο πρόσωπο του αποστολικού λειτουργήματος του καθολικού πρωτείου οδήγησε   μερικούς  ορθόδοξους μελετητές, όπως τον Αντώνιο Αλεβιζόπουλο, Στέργιο Σάκκο και άλλους, στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το χωρίο του πρωτείου του Πέτρου στον Ματθαίο 16,18-19 (Καγώ δε σοι λέγω συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν») ως αναφερόμενο στην ομολογία του Πέτρου και όχι στο πρόσωπο του Πέτρου. Σ’ αυτήν την περίπτωση πέφτουμε αναπόφευκτα στο ίδιο  θεολογικό λάθος της αποπροσωποποίησης  που παρατηρούμε, όταν κάθε φορά προσπαθούμε να αποδώσουμε το πρωτείο σε ένα κανόνα πίστεως, η μία κοινή λατρεία η μία Οικουμενική Σύνοδο, για να αναφέρουμε μόνο λίγα παραδείγματα. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν ήταν αυτός ο τρόπος κατανόησης των ανατολικών Πατέρων της Εκκλησίας». (Παρατηρήστε την προσπάθεια αλλοίωσης της Πατερικής θεολογίας. Από όλους τους Πατέρες αναφέρει ένα κείμενο του Στουδίτου, και τα υπόλοιπα έργα του Στουδίτου που αναφέρονται σε διάφορες επιστολές με τον ίδιο τίτλο και σε άλλους Πατριάρχες της Πενταρχίας τα αποκρύπτει).
“Από τα πολλά παραδείγματα», λέει ο Μανουσάκης. Που ευρίσκονται τα άλλα; Εδώ ξεχνά να μας πει την γνώμη άλλων Πατέρων για την ερμηνεία αυτού του χωρίου, και τι πίστευε στην Δύση ο ίδιος ο Αυγουστίνος, ο οποίος λέει: «Ο Κύριος είπε. Επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, επειδή ο Πέτρος είπε, Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, τουτέστιν επί ταύτη τη πέτρα, ην συ ωμολόγησας, οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, η δε πέτρα ην ο Χριστός». Την ίδια γνώμη με τον Αυγουστίνο είχαν και άλλοι Πατέρες, όπως ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Μέγας, ο Ιερώνυμος, ο Ιλάριος Πικταβίου, ο Κυπριανός, καθώς και μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Τερτυλλιανός και ο Ωριγένης, ο Θεοδώρητος. Το δε έτος 1895, τον Αύγουστο, ο οικουμενικός μας Πατριάρχης Άνθιμος μαζί με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της ΚΠολεως απαντά εξ ονόματος της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και, αφού ελέγχει τους Παπικούς για τις καινοτομίες τους, αναιρεί την δοξασίαν αυτών περί του πρωτείου. Μεταξύ των άλλων πολλών αναγράφει: “Συ ει Πέτρος και επί ταύτην την πέτραν οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, γνωστόν και αυτοίς τοις παπικοίς τυγχάνει ότι κατά τους πρώτους της Εκκλησίας αιώνας η τε παράδοσις και πάντες ανεξαιρέτως οι θείοι και Ιεροί Πατέρες πάντη αλλοίως και εν πνεύματι ορθοδόξω ερμηνεύουσιν, πέτραν θεμελιώδη και ασάλευτον, εφ’ η ο Κύριος ωκοδόμησε την εαυτού Εκκλησίαν, ης Πύλαι άδου ου κατισχύνουσιν, εννοούντες μεταφορικώς την ορθήν του Πέτρου ομολογίαν περί του Κυρίου, ότι αυτός εστίν ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος”  Αναφέρει ο Μανουσάκης (σ. 66) μία επιστολή του Θεοδώρου του Στουδίτη στον πάπα της Ρώμης: “Δεδομένου ότι ο Χριστός παρέδωσε τας κλείδας του παραδείσου στον μεγάλο Πέτρο, της ποιμνηαρχίας το αξίωμα, στον Πέτρο, δηλαδή  στον διάδοχό του, θα πρέπει κανείς να προσφύγει για κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης από την ορθόδοξο πίστη» (PG 99, 1017).
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος παρατηρεί, αναφερόμενος στον Θεόδωρο Στουδίτη: «Μόνον εκ παρερμηνείας ηδύνατό τις να υπολάβη ότι τ’ ανωτέρω έχουσιν κυριολεκτικήν έννοιαν και ότι αντιπροσωπεύουσιν πραγματικήν κατάστασιν. Ο μελετών την βυζαντινήν επιστολογραφίαν θα εύρη παρομοίας υπερβολικάς εκφράσεις και παρόμοια κοσμητικά επίθετα. Αλλ’ επί πλέον ο μελετών αυτού του Θεοδώρου Στουδίτου τας επιστολάς θα εύρη και προς άλλους απευθυνομένας παρομοίας εκφράσεις. Λ.χ. τον αυτοκράτορα ονομάζει «χριστομίμητον», «θεώνυμον», «θεόσεπτον», προς τον λογοθέτη Παντολέοντα γράφων μεταχειρίζεται την φράσιν «σου το πνευματοκίνητον στόμα». Προς τον Ιωάννην Μονεμβασίας και ηγούμενον Μεθόδιον τους «θεοτιμήτους» γράφων λέγει ότι «ενεργούσιν θεοβούλως», προς τον Εφέσου Θεόφιλον «η συ ιερά κορυφή πρωτοπάτωρ». Τον Πατριάρχην Νικηφόρον τιτλοφορεί «κεφαλή ημών» «κορυφή της καθ’ ημάς Εκκλησίας», «αρχιποίμην» «θεία και κορυφοτάτη κάρα», «κορυφαιότατος αρχιερεύς», «μέγας ήλιος της ορθοδοξίας πνευματοκινήτως φθεγγόμενος». Τους Πατριάρχας της Ανατολής χαρακτηρίζει δια παρομοίων κοσμητικών επιθέτων «αγία αποστολική θειοτάτη κορυφή», «μεγάλη και θεία κεφαλή». Προς δε των Ιεροσολύμων έγραφε. «Τω τα πάντα αγιωτάτω Πατρί Πατέρων, φωστήρι φωστήρων, κυρίω μου Δεσπότη, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Θεόδωρος ελάχιστος Πρεσβύτερος και ηγούμενος Στουδίου … Συ πρώτος Πατριαρχών καν πεντάζεις τω αριθμώ. Οι γαρ ο Επίσκοπος των ψυχών και των όλων αρχιερεύς και εγεννήθη και έδρασε και ανέστη και έζησε, και ανελήφθη, εκεί δηλονότι το υπεραίον απάντων αξίωμα… Γενού ημίν εις των δώδεκα Αποστόλων, ω Μακαριώτατε».
Ώστε ο Θεόδωρος Στουδίτης επικαλούμενος την κατά της εικονομαχίας συνδρομήν του πάπα Ρώμης μεταχειρίζεται κοσμητικά επίθετα οία και προς άλλους μετεχειρίσθη, δεν αναγνωρίζει δε πρωτείον αυτού εξουσίας επί της όλης Εκκλησίας. Ονομάζει τον ΚΠολεως ως «θεία και κορυφαία των κεφαλών ακρότης», ως Οικουμενικόν, τον Ιεροσολύμων «πρώτον Πατριαρχών» και τον Ρώμης ομοίως, αλλά θεωρεί τους πέντε Πατριάρχας «ομοταγείς ως τους Αποστόλους», υπό κεφαλήν τον Ιησούν Χριστόν (Επιστολή β,66) Εις τους πέντε Πατριάρχας κατά τον Θεόδωρον τον Στουδίτη ανήκει η κρίσις των θείων δογμάτων (επιστολή β, 129) προς συγκρότησιν Οικουμενικής Συνόδου είναι απαραίτητος η παρουσία πάντων (επιστολή Α, 38, Β, 129) Εν τοιαύτη εννοία ονομάζει την Εκκλησίαν «το πεντακόρυφον εκκλησιαστικόν σώμα» και την αγιοτάτην αυτής αρχήν «το πεντακόρυφον κράτος» (επιστολή Β, 62, 63, 129) … Επομένως είναι εντελώς αβάσιμα τα εξ αυτών συμπεράσματα των Λατίνων θεολόγων (και του π. Μανουσάκη, καθώς και του Μητροπολίτου Περγάμου) περί του ότι δήθεν ο Θεόδωρος ανεγνώριζε το πρωτείον εξουσίας του Πάπα της Ρώμης”.
Εκείνο όμως που δεν τόλμησαν να κάνουν οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι είναι να συνδέσουν την εκκλησιολογία του πρωτείου του πάπα με την τριαδολογία. Αυτό το επεχείρησε πρώτος ο Μητρ. Περγάμου και μας το αναφέρει ο π. Μανουσάκης στο βιβλίο του «Υπέρ της των πάντων ενώσεως». Ο Μητροπολίτης Περγάμου βλέπει πρωτείο και στην Αγία Τριάδα και αυτό είναι το πρωτείο του Πατρός! Σύμφωνα με την σκέψη του, ο Πατήρ είναι αυτός που δίνει την ενότητα στην Παναγία Τριάδα, και την ονομάζει Μοναρχία του Πατρός. Οι ακοινώνητες διακρίσεις, σύμφωνα με την ορολογία των Καππαδοκών, βρίσκονται σε προσωπική κοινωνία κατά τον Ζηζιούλα, και το πρόσωπο του Πατρός είναι αυτό που δίνει την ενότητα των τριών. Επομένως ο Πατήρ έχει ένα πρωτείο προσωπικό και είναι αυτό το πρωτείο που θα δώσει την ενότητα των ακοινωνήτων διακρίσεων (σύμφωνα με την ορολογία των Καππαδοκών και Ανατολικών Πατέρων), όταν αυτά θα βρεθούν σε προσωπική κοινωνία και σχέση! Η ουσία δεν έχει να κάνει τίποτε. Είναι μία αναγκαιότητα που έχει καταργηθεί. Παρακολουθείστε τι μας λέει ο π. Μανουσάκης στην σελίδα 64: “ Ο Μητρ. Ζηζιούλας αφιέρωσε πολλά άρθρα πάνω σ’ αυτό το θέμα (δύο έχουν δημοσιευθεί προσφάτως στο επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος), στα οποία μας λέει ότι το πρωτείο είναι πάντοτε συνδεδεμένο με το πρόσωπο … Η εξέχουσα προσφορά του Ζηζιούλα στο ζήτημα του πρωτείου είναι η άρνησή του να χωρίσει το πρωτείο από την αληθινή και σωστή θεολογία [δηλαδή αυτή του προσώπου] τοποθετώντας το πρωτείο της εκκλησιολογίας μέσα στο μυστήριο  της Αγίας Τριάδος που είναι ετερότητα σε κοινωνία. Γράφει λοιπόν ότι η δημιουργία του επισκοπικού αξιώματος είναι σε τελευταία ανάλυση δεμένη με την τριαδικότητα του Θεού, στην οποίαν η κοινωνία των προσώπων γίνεται ενότης [Προσέξτε, στην Παναγία Τριάδα η ενότης γίνεται, δηλαδή επιτυγχάνεται, δεν υπάρχει σαν ουσία η φύση] μόνο στο πρόσωπο του Πατρός. Καλό θα ήταν να αναφερθεί το γράμμα του Μαξίμου Βεργόπουλου, γιατί αυτό περιγράφει καλύτερα την διαλεκτική μεταξύ του ενός και των πολλών, μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος: ‘Το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να τοποθετηθεί η σχέση μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος είναι αυτό της Αγίας Τριάδος, δηλαδή η κοινωνία της ζωής των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ειδικά η ύπαρξη του διακονήματος του πρωτείου είναι αντανάκλαση της Αγίας Τριάδος, γιατί όπως είδαμε ο Ζηζιούλας λέει ότι το πρόσωπο δια του οποίου η κοινωνία της Αγίας Τριάδος γίνεται ενότης είναι ο Πατήρ’.”
Με άλλα λόγια ο π. Μανουσάκης και ο Μητρ. Περγάμου μας λένε ότι όποιος δεν δέχεται το πρωτείο του πάπα είναι όχι μόνο αιρετικός, αλλά και δεν δέχεται την ενότητα στην Παναγία Τριάδα!!! Είναι εξωφρενική μία τέτοια τοποθέτηση, δεν έχει ειπωθεί από κανένα θεολόγο η Πατέρα σε Δύση και Ανατολή. Αιρετικοί και αρνητές της Αγίας Τριάδος λοιπόν είναι, κατά τον Μανουσάκη, όλοι αυτοί που δεν δέχονται την θεολογία του πρωτείου που εξασφαλίζει την ενότητα. Άνευ πρωτείου δεν υπάρχει ενότης ούτε φύσεως ούτε ουσίας ούτε ενεργειών. Αιρετικός και ο Παλαμάς που δεν δέχεται την θεολογία του πρωτείου και ονομάζει την Εκκλησία κοινωνία θεώσεως. Γιατί κατά τον π. Μανουσάκη “Δεν μπορεί να γίνει δεχτό, όπως πολύ συχνά λέγεται, ότι η ενότης των Ορθοδόξων Εκκλησιών επιτυγχάνεται από τον κοινό κανόνα της πίστεως και λατρείας καθώς και από την οικουμενική σύνοδο σαν θεσμό. Όλα τα προαναφερθέντα είναι παράγοντες απρόσωποι, ενώ στην ορθόδοξο θεολογία η αρχή ενότητος είναι πάντα ένα πρόσωπο” (σ. 64, βλ. κείμενο του Μητρ. Ελπιδοφόρου). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτή την θεώρηση, η θέωση, η πίστη, το δόγμα είναι απρόσωποι παράγοντες, καθώς και η οικουμενική σύνοδος άνευ πρωτείου του πάπα!!! Αιρετικός λοιπόν ο Μάξιμος ο Ομολογητής και οι Ανατολικοί Πατέρες που μιλάνε για θέωση!!! Κατά συνέπεια, απρόσωπες και χωρίς την ενότητα  οι πανορθόδοξοι σύνοδοι της εποχής του Γρηγορίου Παλαμά, οι ομολογίες των Πατέρων, και ο κάθε διδάσκαλος και άγιος της Εκκλησίας εκφέρει μόνο προσωπικές απόψεις που δεν οδηγούν στην ενότητα, αν δεν έχει την έγκριση του πρώτου, δηλαδή του πάπα της Ρώμης!
Ας δούμε όμως πως ορίζουν την ενότητα στην Τριάδα οι Πατέρες. Είδαμε ότι τα πρόσωπα ορίζονται από τους Καππαδόκες ως διακρίσεις ακοινώνητες και εξηγήσαμε ότι η κοινωνία δεν είναι των προσώπων, αλλά της ουσίας και των ενεργειών αυτής. Ο Θεός είναι ένας, όχι γιατί οι διακρίσεις, δηλαδή τα πρόσωπα, προηγούνται των ενώσεων, δηλαδή της φύσεως. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Θεός δεν θα ήταν ένας αλλά τρεις, και θα πέφταμε στην τριθεΐα. Για τους Καππαδόκες τα πρόσωπα είναι διακρίσεις ακοινώνητες της μιας φύσεως και δεν προηγούνται ούτε έπονται αυτής. Τα πρόσωπα, από τη μία μεριά, έχουν μία Πηγή που είναι ο Πατήρ. Ο Υιός γεννιέται και το Πνεύμα εκπορεύεται, δηλαδή και τα δύο έχουν την αρχή στον Πατέρα (μοναρχία του Πατρός). Δεν σημαίνει όμως ότι αυτό αρκεί, για να έχουμε ένα Θεό. Στην ελληνική μυθολογία ο Ζευς είναι η αρχή των δώδεκα θεών και έχουμε μοναρχία του Διος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας Θεός, αλλά δώδεκα. Και στον άνθρωπο παρατηρούμε ότι όλοι μας προερχόμαστε από τον Αδάμ που τον κατασκεύασε ο Θεός, αλλά δεν έχουμε τον ένα άνθρωπο, αλλά τους πολλούς. Αν παρατηρήσουμε και την Τοπική Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι ο πρώτος, σύμφωνα με την θεολογία του Ζηζιούλα, αλλά δεν μου προκύπτει ότι το εκκλησιαστικό σώμα, παρ’ ότι έχει ένα πρώτο, είναι ο ένας άνθρωπος, αλλά οι πολλοί. Αυτό το ήξεραν οι Πατέρες, και μαζί με την μοναρχία του Πατρός προσέθεσαν  την Μοναρχία της θείας ουσίας. Δηλαδή ο Θεός είναι ένας, όχι μόνο γιατί οι δύο έχουν την αρχή στον Πατέρα, αλλά κυρίως γιατί και οι τρεις έχουν μία ουσία και μία ενέργεια. Γι’ αυτό “ει γαρ και τριλαμπεί, μοναρχεί το θείον».
Καιρός να σταματήσουμε να παρερμηνεύουμε και το σύμβολο της πίστεως της Νικαίας/Κωσταντινουπόλεως. Ο π. Μανουσάκης ισχυρίζεται ότι: “όπως δείχνει και το σύμβολο της πίστεως που απαγγέλλουμε σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη, ο ένας Θεός που πιστεύουμε είναι το πρόσωπο του Πατρός: Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα. Η ενότης του Θεού δεν σώζεται από την ουσία που είναι απρόσωπος, αλλά από το πρόσωπο του Πατρός” (σ. 62). Δηλαδή, ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι ένας Θεός; Τι είναι, ημίθεοι, δεύτερος και τρίτος Θεός, κατώτεροι, κτίσματα; Ξεχνά όμως ο π. Μανουσάκης ότι η Οικουμενική σύνοδος της Νικαίας δεν μας μίλησε για τον Πατέρα, αλλά για το ομοούσιον. Ο ένας Θεός δεν είναι μόνο ο Πατήρ, αλλά και ο Υιός και το Πνεύμα, καθότι ομοούσια του Πατρός. Και το σύμβολο της πίστεως αρχίζει με το Πιστεύω εις ένα Θεόν. Ο Θεός είναι η ουσία. Επειδή όμως η ουσία δεν είναι απρόσωπος, μετά προσθέτει στην ουσία το ιδιάζον και λέει, Πιστεύω εις ένα Θεό Πατέρα. Και πάλι, Πιστεύω εις ένα Θεόν (δεν το επαναλαμβάνει, το συνδέει με το και) Υιόν, και πάλι, πιστεύω εις ένα Θεόν Πνεύμα Άγιον. Για όποιον θα είχε αμφιβολίες, ας διαβάσει το επόμενο κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, και ας σταματήσουμε να δεχόμαστε αρειανικές ομολογίες.
“Δια τούτο ουσίαν μεν μίαν επί της θεότητος ομολογούμεν, ώστε τον του είναι λόγον μη διαφόρως αποδιδόναι, υπόστασις δε ιδιάζουσαν, ίν’ ασυγχύτως ημίν και τετρανωμένη η περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, έννοια ενυπάρχη μη γαρ νοούντων ημών τους αφορισμένους περί έκαστον χαρακτήρας, οίον πατρότητα και υιότητα και αγιασμόν, αλλ’ εκ της κοινής εννοίας του είναι ομολογούντων Θεόν, αμήχανον υγιώς τον λόγον της πίστεως αποδίδοσθαι, χρη ουν τω κοινώ το ιδιάζον προστιθέντας, ούτω την πίστιν ομολογείν: κοινόν η θεότης ίδιον η πατρότης, συνάπτοντος δε λέγειν: πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα και πάλιν εν τη του Υιού ομολογία το παραπλήσιον ποιείν, τω κοινώ συνάπτειν το ίδιον και λέγειν: Πιστεύω εις ένα Θεόν Υιόν, ομοίως και επί του Πνεύματος του Αγίου κατά το ακόλουθον της εκφωνήσεως την προφοράν σχηματίζοντας λέγειν: Πιστεύω εις τον Θεόν Πνεύμα το άγιον. Ώστε δι’ όλου και την ενότητα σώζεσθαι εν τη της μιας θεότητος ομολογία και το των προσώπων ιδιάζον ομολογείσθαι εν τω αφορισμώ των περί έκαστον νοουμένων ιδιωμάτων (Μέγας Βασίλειος, Επιστολή 236,6. PG 32,884).
Το filioque
Είδαμε ότι ο Αυγουστίνος ορίζει τα πρόσωπα σαν σχέση του εγώ με το εσύ. Αυτή τη σχέση την παίρνουν οι σχολαστικοί και την εφαρμόζουν στο δικό τους σύστημα. Δηλαδή με τη σχέση ουσίας προσπαθούν να ορίσουν τα πρόσωπα στην Παναγία Τριάδα. Ξέρουμε ότι στην Τριάδα τα πρόσωπα είναι τρία, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα. Σε τι σχέση ουσίας θα βρίσκονται μεταξύ τους, ώστε να μπορέσουμε να τα ορίσουμε; Ο Πατήρ γεννάει τον Υιό. Η γέννηση είναι αυτή που βάζει σε αντίθεση τον Πατέρα από τον Υιό, τον φέρνει σε σχέση, επομένως ορίζει και τον Πατέρα και τον Υιό. Ο Πατήρ όμως βρίσκεται στην κορυφή και δεξιά έχει τον Υιό που με την γέννηση βρίσκεται σε σχέση μαζί του. Στα αριστερά όμως βρίσκεται το Πνεύμα. Η γέννηση είπαμε είναι η σχέση Πατρός και Υιού. Ποιά όμως θα είναι η σχέση Πατρός και Πνεύματος;  Θα έλεγε κανείς η εκπόρευσις. Αλλά αν ήταν μόνο η εκπόρευσις, τότε η εκπόρευσις θα ήταν το ίδιο με την γέννηση και το Πνεύμα θα ταυτιζόταν με τον Υιό. Για να το καταλάβετε καλύτερα. Έχουμε τον Πατέρα στην κορυφή, δεξιά τον Υιό και αριστερά το Πνεύμα. Το δεξιό ορίζεται σαν αντίθεση, σχέση με το αριστερό. Είναι δεξιό γιατί δεν είναι αριστερό, σχέση αντίθεσης. Αν τώρα πούμε ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός μόνον, τότε θα είχαμε την αντίθεση μεταξύ Πατρός και Πνεύματος, μα αυτή η αντίθεση, είναι δεξιά η αριστερά; Με άλλα λόγια, πως ξεχωρίζεται από την αντίθεση σχέση μεταξύ Πατρός και Υιού, δεδομένου ότι το δεξιό με την κορυφή διαχωρίζεται από μία σχέση; Αν η εκπόρευσις ήταν μία σχέση μόνο του Πατρός και του Πνεύματος τότε θα έπρεπε να ήταν ταυτόσημη με την γέννηση. Άρα πως θα ξεχωρίσουμε την σχέση του Πατρός προς δεξιά και προς αριστερά; Κατά συνέπεια, για να ξεχωρίσουμε το αριστερό από το δεξιό θα πρέπει να πούμε ότι το Άγιο Πνεύμα, που είναι αριστερά, εκπορεύεται από τον Πατέρα, αλλά αυτή η εκπόρευσις δεν είναι γέννησις, δεν τραβάει δεξιά, γιατί το δεξιό ξεχωρίζεται από το αριστερό, επειδή το Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Με αυτούς τους λεπτούς μαθηματικούς- γεωμετρικούς στοχασμούς οι σχολαστικοί ξεχωρίζουν το δεξιό από το αριστερό της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό.
Να πως εφαρμόζεται λοιπόν η θεολογία της προσωπικής σχέσεως στο Filioque. Να γιατί, αν δεχθούμε την θεολογία του προσώπου ως σχέσεως, θα πρέπει να καθορίσουμε και την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος και να δεχθούμε απαραιτήτως την εκπόρευση εκ Πατρός και Υιού. Μας το λέει ξεκάθαρα ο κύριος Μανουσάκης στο βιβλίο του «Υπέρ της των πάντων ενώσεως» (σ. 40-41): «Θα ήθελα να μιλήσω και δια το δόγμα που λέει ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού…Το μυστήριον της συζητήσεως αφορά την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος. Η Παράδοση και η Αποκάλυψη της Εκκλησίας ξεχώρισαν αρκετά καλά την σχέση μεταξύ Πατρός και Υιού από τη μία μεριά και την σχέση Πατρός και Πνεύματος από την άλλη. Στην πρώτη μιλάμε για γέννηση στην δεύτερη για εκπόρευση. Αυτά όμως τα ονόματα δεν μας λένε τίποτε παραπάνω από το γεγονός ότι η Αγία Τριάδα είναι μία κοινωνία προσώπων, μία κοινωνία που λέει ότι υπάρχει μία ενότητα καταλαβαίνοντας όμως και την ετερότητα και  μας διδάσκει ότι η Πηγή αυτών των κοινών σχέσεων είναι το πρόσωπο του Πατρός που το πιστεύω τον ταυτίζει με τον ένα μοναδικό Θεό (μοναρχία Πατρός). Η Καθολική θεολογία όμως ενδιαφερομένη πιο πολύ για την καθαρότητα και την πληρότητα ως προς την ορθόδοξη, κατάλαβε πολύ νωρίς μία τρίτη σχέση, δηλαδή αυτήν του Υιού και του Πνεύματος που δεν είχε ποτέ μελετηθεί και έμενε χωρίς απάντηση. Ιστορικώς η απάντηση της Καθολικής θεολογίας σε αυτήν την έλλειψη αποτελούνταν από τον διπλασιασμό της σχέσεως μεταξύ Πατρός και Πνεύματος, για να καθορίσει εκείνη την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος , δηλαδή την εκπόρευση (εκ του Υιού)… Από την άλλη μεριά η Ορθόδοξη θεολογία συνειδητοποίησε τώρα τελευταία το πρόβλημα που οι καθολικοί θεολόγοι θέλησαν να επιλύσουν από τον Μεσαίωνα. Όμως, κι αυτό είναι μία ατυχής περίσταση στην ιστορία,  οι Ορθόδοξοι θεολόγοι πριν συν­ειδητοποιήσουν ποιό ήταν το πρόβλημα, αντέδρασαν πολεμικά έναντι στην λύση που προτεινόταν».
Τα λεγόμενα του π. Μανουσάκη  διατύπωσαν  οι σχολαστικοί και οι Πατέρες μας από τον Μέγα Φώτιο μέχρι και τον Παλαμά, τα είχαν συνειδητοποιήσει καλύτερα από αυτόν, γι’ αυτό και τα ονόμασαν αιρέσεις. Αλλά βέβαια οι Πατέρες μας δεν όριζαν το πρόσωπο όπως το ορίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου, γι’ αυτό και δεν ανακάλυψαν, όπως αυτός, προσφάτως, ότι οι παπικοί, επειδή ενδιαφερόντουσαν για την καθαρότητα και πληρότητα των σχέσεων, τοποθέτησαν στο σύμβολο της πίστεως το filioque!!! Οι Πατέρες, επειδή δεν έκαναν φιλοσοφία και οντολογία, δεν πήραν την τέταρτη κατηγορία του Αριστοτέλους, δηλαδή την σχέση, για να ξεχωρίσουν τα πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος καθώς και τα ανθρώπινα. Τα πρόσωπα οι Καππαδόκες τα όρισαν όπως είδαμε σαν διακρίσεις ακοινώνητες. Μία διάκριση δεν έχει ανάγκη μιας σχέσεως, για να διαχωρισθεί. Δεν είναι ένα εγώ, μία ατομική αυτοσυνειδησία, που βρίσκεται σε σχέση με ένα εσύ, μία άλλη ατομική αυτοσυνειδησία, γιατί κάθε ατομική αυτοσυνειδησία έχει ανάγκη να κάνει  σύγκριση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, επειδή κανένας  δεν γνωρίζει το πραγματικό του είναι. Επειδή η κάθε ατομική αυτοσυνειδησία στηρίζεται σε φαντασιώδεις εικόνες που μεταβάλλονται, και όχι στην πραγματικότητα, καμία απολύτως σχέση δεν είναι δυνατόν ποτέ να ορίσει το πρόσωπο. Δεν υπάρχει κανένα εγώ και κανένα εσύ που διαλέγονται και αγαπούν το ένα το άλλο, γιατί και το εγώ και το εσύ είναι εντελώς φαντασιακές συλλήψεις, δηλαδή αναγκαίες αυταπάτες – στην πτωτική κατάσταση που ζούμε –  που μεταβάλλονται, πολλές φορές χωρίς έλεος. Φανταστείτε για παράδειγμα  τον Γιώργο να ανακαλύπτει ότι δεν είναι Έλληνας, μα  Τούρκος. Η εικόνα που είχε σχηματίσει για τον εαυτό του χάνεται και βρίσκεται ο ίδιος σε μεγάλη κρίση με  τον άμεσο περιβάλλον του. Όταν πριν από χρόνια ζούσε στην Ελλάδα και δεν χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο, νόμιζε ότι οικογένεια είναι η σχέση μιας γυναίκας μ’ ένα άντρα με άμεση συνέπεια την γέννηση παιδιών. Τώρα στην Ευρώπη και στο διαδίκτυο αυτή η εικόνα έχει μεταβληθεί. Βλέπει ότι η οικογένεια αποτελείται από τέσσερα άτομα, δύο φυσικούς γονείς που είναι χωρισμένοι, συνοδευόμενοι ο καθένας από άλλη γυναίκα η άντρα. Η παρατηρεί ότι υπάρχουν γονείς του ιδίου φύλου, δύο γυναίκες η δύο άντρες που έχουν υιοθετήσει παιδιά. Αυτό μπορεί να έχει άμεση επιρροή και στην σχέση του Γιώργου με την γυναίκα του, που θα μπορούσε να τους οδηγήσει και σε διαζύγιο, γιατί πλέον η εικόνα  που είχαν για την οικογένεια έχει ριζικά  μεταβληθεί.
Πως είναι δυνατόν μία ατομικότητα, που στηρίζεται σε τόσο εύθραυστη αυτοσυνειδησία και ετερότητα, να αποτελεί τον ορισμό του επιμέρους ανθρώπου, αφού στηρίζεται σε σχήματα του παρόντος αιώνος που διαρκώς μεταβάλλονται; Η πως είναι δυνατόν και ο ίδιος ο Θεός να μη είναι μια αναγκαία αυταπάτη, αν επιμένουμε να τον φανταζόμαστε σαν τρεις ατομικές αυτοσυνειδησίες; Δεν είναι δυνατόν ποτέ να καθορίζουν τρεις ατομικές αυτοσυνειδησίες την πραγματικότητα ενός τρισυποστάτου Θεού αληθινού και μοναδικού. Ούτε μπορούμε να φανταζόμαστε μαθηματικές, γεωμετρικές, τριγωνικές σχέσεις μεταξύ των τριών και να τις εφαρμόζουμε στην Αγία Τριάδα. Αυτά τα πρα-γματα οι Πατέρες τα ονόμασαν αιρέσεις!
Η προσπάθεια αλλοίωσης των Πατέρων οδηγεί στην προσπάθεια άμεσου ξεπερασμού της θεολογίας των. Σύμφωνα με τους δυτικούς και τους «μεταπατερικούς» οι Πατέρες χρησιμοποίησαν την φιλοσοφία της εποχής τους, για να αναπτύξουν τις θεολογικές τοποθετήσεις τους. Γιατί λοιπόν σήμερα να μη χρησιμοποιήσουμε την μοντέρνα φιλοσοφία, όπως για παράδειγμα την φαινομενολογία, για να μπορέσουμε να τους ξεπεράσουμε και να φέρουμε πιο κοντά την ορθόδοξη και δυτική παράδοση; Αυτό επιχειρεί ο π. Μανουσάκης στο βιβλίο του: «Υπέρ της των πάντων ενώσεως». Στην σελίδα 14 αναφέρει: «Η φιλοσοφία έπαιξε και συνεχίζει να παίζει ένα ρόλο αναντικατάστατο στην άθρωση της πίστης, όπως ο πάπας Joseph Ratzinger, τωρινός emerito Benedetto XVI, αναφέρει με πολύ καθαρό τρόπο:
«Για μένα σαν θεολόγο η φιλοσοφία δεν έχει κανένα δικό της αυτοσκοπό. Αντιθέτως ακόμη μία φορά εμφανίζεται σαν την καθαρότητα της πίστεως, δένεται με την ακρίβεια μιας φιλοσοφικής σκέψεως, γι’ αυτό το φιλοσοφείν με σαφή τρόπο πραγματοποιεί ένα μέρος της θεολογικής εργασίας». Η παράδοση να χρησιμοποιηθεί η φιλοσοφία σαν υπηρέτρια της φιλοσοφίας από τους αρχαίους χρόνους, για την καλλιέργεια μιας οικουμενικής θεολογίας, δεν χάθηκε εντελώς από την μοντέρνα εποχή. Ο πρόδρομος αυτής που μπορούμε σήμερα να την ονομάσουμε «οικουμενική θεολογία», υπήρξε ο μέγας φιλόσοφος της αναγέννησης Νικόλαος Κουζάνο. Η συμμετοχή του στις συνόδους Βασιλείας και Φερράρας, αν και αυτοί οι σύνοδοι απέτυχαν, του έδωσε την δυνατότητα να μας δώσει εξαίρετες θεολογικές διατυπώσεις. …Το παρόν βιβλίο δίνει  στον αναγνώστη δύο παραδείγματα. Και τα δύο κεφάλαια του δευτέρου μέρους (εκείνα που αναφέρονται στο άκτιστο η κτιστό φως και στην θέληση η χάρη) αντλούν από την μοντέρνα φιλοσοφία και ειδικά από την φαινομενολογία, την προσπάθεια επανατοποθέτησης ορισμένων θεολογικών ζητημάτων που έγιναν διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.»
Δεν θα επεκταθούμε σε αυτό το άρθρο στην ανάλυση των ονείρων του π. Μανουσάκη, ο οποίος επιχειρεί να διορθώσει τον Παλαμά και τον Μάξιμο τον Ομολογητή και να φέρει πιο κοντά την Ορθόδοξη και Παπική παράδοση!!! Δεν νομίζω ότι ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Γρηγόριος Παλαμάς έχουν ανάγκη διορθώσεων και ειδικά από φιλοσόφους που χρησιμοποιούν την φαινομενολογία. Γιατί και οι δύο προαναφερθέντες Πατέρες ήταν θεόπνευστοι δηλαδή αλάθητοι η ασφαλείς και δεν έκαναν ούτε αριστοτελική φιλοσοφία, ούτε πλατωνική, ούτε βέβαια επιδέχονται της μοντέρνας φιλοσοφίας του σημερινού ανθρώπου. Όποιος απομακρύνεται από το κύρος και την α-σφάλεια των Πατέρων, κατά την δική μου άποψη, δεν εκφράζει την καθαρότητα της πίστεως. Ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς το λέει ξεκάθαρα:
«Τι γαρ ουν τουτέστιν αληθής ευσέβεια; το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν. Και γαρ των προειρημένων αγίων αι θεολογίαι όρος εισί θεοσεβείας αληθούς και χάραξ» (Επιστ. στον Μοναχό Διονύσιο παράγραφος 7).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.