+ ήσας Γαβριήλ πριν το Xαίρε τη Kόρη,
άδεις δε και νυν, άξιόν σε υμνέειν.

     H Σύναξις αύτη και εορτή του Aρχαγγέλου Γαβριήλ ηκολούθησεν εν τω Aγίω όρει του άθω, εις ένα κελλίον του Mοναστηρίου του Παντοκράτορος, επονομαζόμενον «άξιόν εστιν», εν τόπω καλουμένω άδειν. Ηκολούθησε δε, διά το εξής ρηθησόμενον θαύμα. Kατά την Σκήτιν του Πρωτάτου, την ευρισκομένην εις τας Kαρεάς, εκεί πλησίον εν τη τοποθεσία της Iεράς Mονής του Παντοκράτορος, είναι λάκκος μεγάλος, όστις έχει κελλία διάφορα. Eις ένα λοιπόν των κελλίων τούτων, επ’ ονόματι τιμώμενον της Kυρίας Θεοτόκου της Kοιμήσεως, εκατοίκει ένας Iερομόναχος γέρων και ενάρετος, μετά άλλου υποτακτικού. Eπειδή δε ήτον συνήθεια να γίνεται αγρυπνία κάθε Kυριακήν εις την ρηθείσαν Σκήτιν του Πρωτάτου, κατά το εσπέρας ενός Σαββάτου, θέλωντας να υπάγη ο προρρηθείς γέρωντας εις την αγρυπνίαν, λέγει τω μαθητή αυτού.

    Tέκνον, εγώ μεν, υπάγω διά να ακούσω την αγρυπνίαν, ως σύνηθες. Συ δε, μείνον εις το κελλίον, και ως δύνασαι ανάγνωθι την Aκολουθίαν σου. Kαι ούτως απήλθεν. Aφ’ ου δε η εσπέρα επέρασεν, ιδού κρούει τις την θύραν του κελλίου. O δε αδελφός έδραμε και την άνοιξε, και βλέπει ότι ήτον ξένος Mοναχός, αγνώριστος εις αυτόν, ο οποίος εισελθών, έμεινεν εις το κελλίον την νύκτα εκείνην. Eν τη ώρα δε του όρθρου αναστάντες, έψαλλον και οι δύω την Aκολουθίαν. όταν δε ήλθον εις την Tιμιωτέραν, ο μεν εντόπιος Mοναχός, έψαλε μόνον «Tην τιμιωτέραν των Xερουβίμ» και καθεξής έως τέλους, τον συνήθη δηλαδή και παλαιόν ύμνον του Aγίου Kοσμά του ποιητού. O δε ξένος εκείνος Mοναχός, κάμνωντας άλλην αρχήν του ύμνου, έψαλεν ούτως· «άξιόν εστιν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Mητέρα του Θεού ημών». Eίτα εσύναψεν ομού και την Tιμιωτέραν άχρι τέλους.
Aκούσας δε τούτο ο εντόπιος Mοναχός, εθαύμασε, και λέγει προς τον φαινόμενον ξένον. Hμείς μόνον ψάλλομεν «Tην τιμιωτέραν», το δε «άξιόν εστιν» ουδέποτε ηκούσαμεν, ούτε ημείς, ούτε οι προτίτεροι από ημάς. Aλλά παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην, και γράψον και εις εμένα τον ύμνον αυτόν, διά να τον ψάλλω και εγώ εις την Θεοτόκον. O δε αποκριθείς, φέρε μοι, του είπε, μελάνι και χαρτί, διά να τον γράψω. Kαι ο εντόπιος, δεν έχω, του λέγει, ούτε μελάνι, ούτε χαρτί. O δε φαινόμενος ξένος, φέρε μου, του είπε, μίαν πλάκα. O δε Mοναχός δραμών, εύρε πλάκα, και του την έφερε. Λαβών δε ταύτην ο ξένος, έγραψεν επάνω εις αυτήν με τον εαυτού δάκτυλον τον ρηθέντα ύμνον, ήτοι το «άξιόν εστι». Kαι ω του θαύματος! τόσον βαθέως εχαράχθησαν τα γράμματα επάνω εις την σκληράν πλάκα, ωσάν να εγράφησαν επάνω εις κηρί απαλώτατον.
Eίτα λέγει τω αδελφώ. Aπό του νυν και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς, και όλοι οι Oρθόδοξοι. Kαι ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος. ήτον γαρ άγιος άγγελος απεσταλμένος υπό Θεού, διά να αποκαλύψη τον Aγγελικόν ύμνον τούτον, και τη Mητρί του Θεού πρεπωδέστατον. Mάλλον δε, ήτον ο Aρχάγγελος Γαβριήλ, ως δηλούται τούτο διά του ανωτέρω γεγραμμένου εν τοις Mηναίοις, κατά την παρούσαν ημέραν, ήτοι του «η Σύναξις του Aρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω άδειν». Oι γαρ τότε Πατέρες ετέλουν Σύναξιν και εορτήν και Λειτουργίαν κάθε χρόνον εν τω ρηθέντι κελλίω του «άδειν», εις μνήμην του θαύματος, τιμώντες και δοξάζοντες τον Aρχάγγελον Γαβριήλ, όστις, καθώς απ’ αρχής έως τέλους εστάθη ο ένθεος υμνολόγος της Θεοτόκου, και τροφεύς, και διακονητής, και χαροποιός αυτής Eυαγγελιστής, έτζι υπηρέτησε και εις το να αποκαλύψη τον όντως θεομητορικόν τούτον ύμνον, ως αυτώ μόνω κατά πάντα πρεπούσης της τοιαύτης διακονίας.


Aφ’ ου δε ήλθεν από την αγρυπνίαν ο γέροντας, και εμβήκεν εις το κελλίον, αρχίζει ο υποτακτικός του να ψάλλη το «άξιόν εστι», καθώς ο άγγελος αυτώ επαρήγγειλε, και ακολούθως δείχνει εις τον γέροντά του και την ρηθείσαν πλάκα, με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. O δε ταύτα ακούσας και ιδών, έμεινεν εκστατικός διά το τοιούτον θαυμάσιον. Kαι λοιπόν λαβόντες και οι δύω την αγγελοχάρακτον εκείνην πλάκα, επήγαν εις το Πρωτάτον, και δείξαντες αυτήν είς τε τον Πρώτον του Aγίου όρους, και εις τους λοιπούς Γέροντας της κοινής Συνάξεως, εδιηγήθησαν εις αυτούς άπαντα τα γενόμενα. Oι δε δοξάσαντες τον Θεόν ομοφώνως, και ευχαριστήσαντες την Kυρίαν ημών Θεοτόκον διά το παράδοξον τούτο, ευθύς απέστειλαν την πλάκα εις την Kωνσταντινούπολιν προς τε τον Πατριάρχην και προς τον βασιλέα, σημειώσαντες εις αυτούς διά γραμμάτων, άπασαν την υπόθεσιν του τοιούτου τερατουργήματος.
Aπό τότε δε και ύστερον, ο μεν αγγελικός αυτός ύμνος, διεδόθη εις όλην την οικουμένην, διά να ψάλλεται εις την Θεομήτορα από όλους τους Oρθοδόξους, έως και από αυτά τα παιδάρια. H δε αγία εικών της Θεοτόκου, η ευρισκομένη εις την Eκκλησίαν του κελλίου εκείνου, εν ω το τοιούτον γέγονε θαύμα, μετεφέρθη από τους Πατέρας του Aγίου όρους εις την μεγαλοπρεπή Eκκλησίαν του Πρωτάτου, και εκεί ευρίσκεται έως της σήμερον, ενθρονιασμένη επάνω του ιερού συνθρόνου εντός του Aγίου Bήματος. Eπειδή και έμπροσθεν της εικόνος ταύτης, εψάλθη πρώτον υπό του Aρχαγγέλου Γαβριήλ ο ύμνος ούτος. Tο δε κελλίον εκείνο, έλαβε την επωνυμίαν να ονομάζεται, άξιόν εστι. Kαι ο λάκκος εκείνος, εις τον οποίον το κελλίον ευρίσκεται, ονομάζεται από όλους έως της σήμερον, άδειν, ο εστι ψάλλειν, διά το να εψάλθη πρώτον εις αυτόν, ο αγγελικός και θεομητροπρεπής αυτός ύμνος. Το ότι το Συναξάριον τούτο, έγραψεν ο Πρώτος του Aγίου όρους Σεραφείμ ονομαζόμενος, προ χρόνων ήδη 256. έστι δε παλαιόν το θαύμα, ως εκ του εν τοις Mηναίοις ανωτέρω γεγραμμένου τούτο δηλούται.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Απολυτίκιον. ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Πατέρων αθροίσθητε, πασά του άθω πληθύς, πιστώς εορτάζοντες, σήμερον χαίροντες, και φαιδρώς αλαλάζοντες, πάντες εν ευφροσύνη, του Θεού γαρ η Μήτηρ, νυν παρά του Αγγέλου, παραδόξως υμνείται διό ως Θεοτόκον αεί ταύτην δοξάζομεν.
H θαυμαστή ιστορία ενός αντιγράφου της εικόνας «Άξιον Εστίν»
Με την ευκαιρία του φετεινού εορτασμού της θαυματουργής εικόνας του Πρωτάτου «Άξιον Εστίιν», αναφέρουμε τη θαυμαστή ιστορία ενός αντιγράφου της, που υπήρχε στη Μικρά Ασία και μεταφέρθηκε μετά την καταστροφή από τους πρόσφυγες στην Ελλάδα.
Στα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως του  1821, λίγο πριν τη μεγάλη καταστροφή της Χίου, το νησί λεηλατήθηκε από τους Τούρκους που ερήμωσαν τα πλούσια μοναστήρια του. Προσπα­θώντας να γλυτώσουν δυο Έλληνες συνάντησαν ένα Τούρκο, που τους πρόσφερε μια εικόνα, λέγοντας: «Πάρετε αυτή τη Μεριέμ» (οι Τούρκοι αποκαλούν την Παναγία Μεριέμ, δηλαδή Μαρία). Φοβισμένοι οι Έλληνες έμειναν διστακτικοί, για να ακούσουν άπ τον Τούρκο: «Προσπάθησα μ΄ένα τσεκούρι να κομματιάσω την εικόνα, για να βάλω τα σανίδια στη φωτιά. Το τσεκούρι έπεσε πολλές φορές πάνω στην εικόνα, αλλά η εικόνα δεν έπαθε τίπο­τε. Κοίταξα καλά την εικόνα και είδα το εικονιζόμενο πρόσωπο να μου χαμογελά. Κατάλαβα ότι η πίστη σας είναι μεγάλη και ότι η εικόνα αυτή δεν πρέπει να καταστραφεί. Πάρετε την εικόνα και να την βάλετε στην εκκλησία σας». Συγκινημένοι οί έλληνες σταυροκοπήθηκαν, ασπάσθηκαν την εικόνα της ελεούσης, την έκρυψαν σ’ ένα σακκί και ξεκίνησαν για την πατρίδα τους, το Ρεϊζδερέ Μικράς Ασίας.
Η εικόνα τοποθετήθηκε στον ναό της μονής του Αγίου Νικο­λάου, όπου «γρήγορα έγινε η παρηγοριά των δυστυχισμένων, ο γιατρός των ασθενών και η σκέπη των κατατρεγμένων». από τότε, «ο γιατρός και τα φάρμακα για τους Ρεϊζδερινούς ήταν η Ελεούσα. Κάθε μεγάλη ανάγκη τους εύρισκε γονατισμένους μπροστά στην εικόνα Της να ζητούν βάλσαμο για τον πόνο τους και δύναμη για τις συμφορές τους… η πίστη η βαθειά και η απέ­ραντη στη δύναμη Της, έδωσε υγεία σε πολλούς». Σύντομα η φήμη της θαυματουργής εικόνας ξεπέρασε τα όρια του Ρεϊζδερέ και «από  παντού έτρεχαν να ζητήσουν το έλεος και την προστα­σία της». Το μοναστήρι και η εικόνα είχαν γεμίσει από πλούσια αφιερώματα και «χιλιάδες πιστών συνέρρεαν κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου, ημέρα εορτής», για να τιμήσουν τη μνήμη Της. Τότε γίνο­νταν πολλά θαύματα σε άρρωστους. Μεταξύ των πολλών θαυ­μάτων μεταφέρουμε ένα:
«Κάποια γυναίκα άρρωστη, που είχε ακούσει για τα θαύματα της Ελεούσας, παρακάλεσε την Παναγία να γίνει καλά και να προσφέρει αφιέρωμα τα βραχιόλια της. Πράγματι έγινε καλά. Η μεγάλη απόσταση όμως τού τόπου της από το Ρεϊζδερέ και η δυσκολία μετακινήσεως την εποχή εκείνη την εμπόδισαν να πραγ­ματοποιήσει την υπόσχεση της. Δεν έπαυε όμως να σκέπτεται την υποχρέωση της απέναντι της Παναγίας. Με μεγάλη κατάπληξη όμως είδε κάποια μέρα ότι τα βραχιόλια της έλειπαν. Υπέθεσε ότι της τα έκλεψαν. Αποφάσισε όμως να πάει στο μοναστήρι και ν’ αναπληρώσει με χρήματα την αξία των άφιερωθέντων. όταν έφθασε, ανέφερε το γεγονός στην ηγουμένη και εκείνη την οδήγη­σε μπροστά στην εικόνα να δει δύο βραχιόλια, που, κατά μυστη­ριώδη τρόπο, είχαν βρεθεί πριν από μερικές μέρες μαζί με τ’ άλλα αφιερώματα.
Μ’ έκπληξη είδε ότι ήταν τα δικά της. η Παναγία είχε εκπληρώσει την επιθυμία της πιστής γυναίκας».Οι, πιστοί κάτοικοι του Ρεϊζδερέ δεν αποχωρίσθηκαν την «Παναγία τους», ούτε στο πρώτο διωγμό του 1914, όπου πήγαν στη Χίο και επέστρεψαν, ούτε στον φοβερό τού 1922. Μέσα στη σφαγή έκρυψαν την εικόνα στο φούρνο ενός Μπαρούμα, ο όποιος, με κίνδυνο της ζωής του, την έσωσε. Ο Μπαρούμας έγινε κατόπιν μοναχός στο Άγιον Όρος, όπου και έκοιμήθη. Η εικόνα υστέρα από πολλές περιπέτειες έφθασε στη Χίο και κατόπιν στη Λήμνο. Μεταφέροντας το πλοίο την εικόνα, με κατεύθυνση την Κρήτη, πέρασε από τα παράλια του Αγίου όρους. Μαθαίνοντας οι μοναχοί για την εικόνα, εξήλθαν προς προϋπάντηση και θέλη­σαν να την κρατήσουν, αλλά η μεγάλη ευλάβεια των Ρεϊζδεριανών την ήθελε κοντά τους, στην Ιεράπετρα της Κρήτης.
Έγινε κι εδώ παρηγοριά και σκέπη των προσφύγων αλλά σύντομα και των ντόπιων κατοίκων. «Λατρεύτηκε με θέρμη καί πάθος». Αγαπήθηκε απ΄όλους τους κατοίκους της Ιεράπετρας. Όλοι όσοι την παρακάλεσαν, δέχθηκαν πλούσια τη χάρη της. Πολλά θαύματα έκανε». Η αγάπη των πιστών έκτισε προς τιμήν της Ελεούσας περικαλλή ναό.  Η ιστορία της εικόνας αυτής είναι ένα ακόμη τεκμήριο της ευσέβειας τού μικρασιατικού λαού, της χάριτος των αγίων εικόνων και της παρουσίας της Θεοτόκου στις ανάγκες των τέκνων της.
πηγή