Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Περί Οικονομίας στις περιπτώσεις Νεστορίου και Θ. Μοψουεστίας και σκέψεις για την ανάγκη σύναξης Ορθοδόξων

Παρέμβασις τρίτη (τελευταία) εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση τῆς Ἡμερίδος εἰς τὴν Θεσ/νίκη μὲ θέμα:

«Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (Δεῖτε ἐδῶ, ἐδῶ κι ἐδῶ) 

              


Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ


    Εἰς τὴν παρέμβασι αὐτὴ εἰς τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα θίγει, καὶ εἶναι ὄντως πολὺ σημαντικά, τὰ ὁποῖα ὅμως κατὰ τὴν γνώμη μας ἀντιμετωπίζονται μὲ τὸν πλέον ἀκατάλληλο καὶ ἀνορθόδοξο τρόπο καὶ φυσικὰ πέρα τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἀναφορᾶς, οὐδεμία λύσι δίδεται εἰς αὐτά.
    Στὴν ἀρχὴ τῆς εἰσηγήσεώς του ὁ π. Σεραφεὶμ κάνει μιὰ περιγραφὴ τῆς καταστάσεως στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁμιλεῖ γιὰ τὰ θολὰ ὕδατα τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουν βαπτιστεῖ καὶ θὰ ταφοῦν οἱ καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων, ἱεροκηρύκων, θεολόγων κ.λπ., καὶ ὅτι αὐτὰ καὶ μόνον «ἀρκοῦν γιὰ νὰ δείξουν τὸν ἀνθρωπίνως ἀδιέξοδο τάρταρο τοῦ συγχρόνου ἑλλαδικοῦ Οἰκουμενισμοῦ».
     Πέραν τοῦ ὅτι ἐμεῖς δὲν περιμένουμε κανένα καλὸ ἀπὸ τὴν ἀκαδημαϊκὴ θεολογία, διότι τὰ πρότυπά της καὶ ἡ γραμμή της εἶναι ἀκραιφνῶς δυτικά, καὶ διότι μέχρι τώρα ὄχι μόνο δὲν ἔλυσε κανένα σοβαρὸ πρόβλημα, ἀλλὰ μᾶλλον ἐδημιούργησε διὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀμφισβητήσεως τῶν πάντων, καὶ βέβαια, διότι ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δὲν μαθαίνεται στὰ πανεπιστήμια, ἀλλὰ στὰ μοναστήρια καὶ στὴν ἔρημο τῶν παθῶν, πέραν λέγω αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὡς ἐν παρόδῳ ἀνέφερα, αὐτὴ ἡ περιγραφὴ τὴν ὁποία κάνει ὁ π. Σεραφείμ, δημιουργεῖ τὴν ἀναγκαιότητα της Ἀποτειχίσεως καὶ ἀποκλείει οἱαδήποτε μορφὴ δυνητικότητας.
      Διότι ἂν ὑπάρχη αὐτὴ ἡ κατάστασις (καὶ ὄντως ὑπάρχει) καὶ συγχρόνως ἐμεῖς δίνουμε τὴν δυνατότητα νὰ παραμένη κάποιος εἰς αὐτήν, χωρὶς ἐπιπτώσεις μολυσμοῦ, συμμετοχῆς καὶ συνοδοιπορίας μὲ αὐτήν, τότε ἀκολουθοῦμε ἄλλη θεολογία ἀπὸ αὐτὴν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὸ κάθε μέλος τοῦ σώματος τὸ ἐκάμαμε ἀνεξάρτητο καὶ αὐτόνομο, σὰν ἐπιμέρους σῶμα, τὸ ὁποῖον μάλιστα δύναται νὰ ζῆ αὐτοτελῶς μέσα στὸν τάρταρο (Τάρταρος=τὸ βαθύτερον μέρος τοῦ ἅδου ἢ τῆς κολάσεως) χωρὶς ἐπιπτώσεις καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Νομίζω εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, ὅτι οἱαδήποτε δυνητικὴ ἑρμηνεία πέραν τῆς Ὀρθοδόξου, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ γιὰ ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ τοὺς αἱρετικούς, ὁδηγεῖ ὄχι μόνο σὲ ἀδιέξοδο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕναν παραλογισμό, καὶ ἴσως καὶ αὐτὸ νὰ εἶναι ἕνα προϊὸν τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας «στὰ θολὰ ὕδατα τῆς ὁποίας ἔχουμε βαπτιστεῖ», ὅπως ὁμολογεῖ στὴν εἰσήγησή του ὁ π. Σεραφείμ.
    Δεδομένου λοιπὸν τοῦ ταρτάρου τῆς συγχρόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸν Ὀρθόδοξο τρόπο ἐξόδου ἀπὸ τὸν τάρταρο, στὶς ἐπιπτώσεις τὶς ὁποῖες δημιουργεῖ ἡ παραμονὴ ἑκάστου εἰς αὐτὸν καὶ βέβαια, στὸν ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων, διότι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅταν ἔβλεπε τὴν αἵρεσι νὰ ἐπικρατῆ καὶ νὰ ἐπεκτείνεται, ὀνόμαζε αὐτὴν τὴν κατάστασι «προεισόδια τοῦ Ἀντιχρίστου». Εἶναι σημαντικὸ στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ἰδοῦμε τὴν σκέψιν τῶν Ἁγίων καὶ νὰ διαπιστώσουμε, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, τὴν ἰδική μας ἀκαδημαϊκὴ νοοτροπία, ἡ ὁποία ἐξαντλεῖται σὲ ἡμερίδες καὶ εἰσηγήσεις, σὲ ὁμολογίες καὶ χαρτοπόλεμο καὶ ἀφήνουμε κατὰ τὰ ἄλλα τοὺς ἀνθρώπους στὰ τάρταρα καὶ στὸ στόμα τοῦ λύκου, δίνοντάς τους αὐτὴ τὴν διέξοδο μὲ αὐτοσχέδιες δυνητικὲς ἑρμηνεῖες καὶ μὲ ὁμολογιακὲς πομφόλυγες (σαπουνόφουσκες).
     Θὰ ἀναφέρωμε πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ δύο μόνο τμήματα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, ἕνα ἀπὸ κάθε αἵρεσι τῆς ἐποχῆς του, διὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν σκέψι τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἰδική μας ἀπερισκεψία.


     «Καὶ πῶς ἐντεῦθεν οὐ συναναφαίνεται ὁ Ἀντίχριστος ἐπὶ θύραις εἶναι; οὐ γὰρ τολμήσουσι φάναι οἱ μοιχειανοί, μὴ οὐχὶ ὃ ἀνομεῖ ὁ βασιλεύς, ποιεῖ τε καὶ κελεύει ὑπείκειν τὸν λαόν. καὶ ἴδε εἰσῆλθεν ἐν τῷ λόγῳ αὐτῶν πάντως ὁ Ἀντίχριστος· βασιλεὺς γὰρ ὢν κἀκεῖνος, τοῦτο μόνον ἐπιζητήσει, ὃ θέλει καὶ λέγει γίνεσθαι καὶ οὐδὲν τὸ διάφορον πρὸς τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἢ τὸ μὴ τοσοῦτον θέλειν καὶ βούλεσθαι ὡς εἰ καὶ θελήσειεν καὶ ἄρτι. ἡ αὐτὴ ἐξουσία παρὰ τῶν ἱεραρχῶν συνοδικῶς ἐκπεφώνηται. καὶ πῶς συνιῶν τις καὶ οὐκ ὢν δύσερις οὐχ ὁμολογήσειεν οὕτως ἔχειν; τί δὲ ταύτης τῆς αἱρέσεως χεῖρον ἔσται ἕως ἀναδείξεως αὐτῆς τοῦ Ἀντιχρίστου; ἐγὼ οὔπω δοκῶ εἶναι, ἀλλ' αὐτὴν ταύτην εἰς πέρας ἀρξαμένην ἐκ τοῦ δεῦρο τῷ τότε καιρῷ ἀπολῆξαι· καὶ ὅσοι ἐν ταύτῃ ὑποπέσωσι, κἂν τότε ὑπῆρχον, ὑπέπεσον ἄν, καὶ ὁπόσοι δυνάμει θεοῦ ἀνταγωνιζόμενοι στῶσιν, εἶεν ἂν κἀν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις νικῶντες τὸν Ἀντίχριστον ἐν θανάτῳ μετὰ Χριστοῦ» (Φατοῦρος 36, 102, 40-54 και P.G. 99, 1032D).
    Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ ἐπισημαίνομε, ἀπὸ τὴν θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, ὅτι οἱ τότε ἀγωνιστὲς καὶ ὁμολογητὲς Πατέρες καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου ἂν ζοῦσαν, τὸ ἴδιο θὰ ἔπραττον, καὶ ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, οἱ τότε προσκυνημένοι καὶ συμβιβασμένοι καὶ εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Ἀντιχρίστου τὸ ἴδιο θὰ ἔπραττον. Ἔτσι λοιπὸν καὶ σήμερα, οἱ συμβιβασμένοι καὶ μεσοβέζικοι, εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Ὁσίου θὰ ἦσαν μὲ τὸ μέρος τῶν μοιχειανῶν καὶ τῶν Εἰκονομάχων κ.λπ.
    «Δεινὸν οὖν, ὦ θεία καὶ ἱερὰ κεφαλή, τὸ ἀσέβημα καὶ προεισόδιον τῆς τοῦ Ἀντιχρίστου ἐλεύσεως καὶ οἱονεὶ εἰκών, εἴπερ τῇ Χριστοῦ εἰκόνι μάχεται, μηδένα διαμερισμὸν πρὸς τὸ πρωτότυπον ἐχούσῃ» (Φατοῦρος 245, 377, 24).
    Ἔτσι ἀντιμετώπιζαν τὶς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς των οἱ Πατέρες καὶ δὲν παρέμεναν μόνο στὶς ἐξωτερικὲς περιγραφὲς καὶ στὸ νὰ στιγματίσουν τὴν αἵρεσι, ἀλλὰ ἀσφάλιζαν πρωτίστως τοὺς Ὀρθοδόξους, διδάσκοντας ἀπαρασάλευτα τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ αὐτές.
     Κατωτέρω ἀναφέρει ὁ π. Σεραφεὶμ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε αὐτὴ ἡ εἰσήγησι.
     «Ἡ ἀναφορά μας αὐτὴ γίνεται ἐδῶ γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο. Οἱ ἐξελίξεις τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔχουν φέρει στὸ φῶς ἐκκλησιολογικὲς τάσεις ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖες τάσεις φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν σὲ ἄλλα ἄκρα. Στὴν θεωρία τοῦ αὐτομάτου μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων, ὅσων Ὀρθοδόξων ἐμμέσως ἢ ἀμέσως μνημονεύουν αἱρετίζοντες ἐπισκόπους. Στὴν ἐξίσωση τοῦ μὴ ὀνομαστικῶς μὲ τὸν ὀνομαστικῶς καταδικασθέντα αἱρετικό. Στὴν ἐξομείωση τῶν πρωτοστατῶν τῆς αἱρέσεως, μὲ ἐκείνους ποὺ γιὰ λόγους ἀνωτέρας βίας ἔχουν κάποια ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς, καί, κατὰ συνέπεια, στὴν ἐκκλησιολογικὴ πλάνη ὅτι παγκοσμίως δὲν ὑπάρχουν πλέον Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι οὔτε ἕνας, ἀφοῦ ὅλοι ἔχουν ἐμμέσως ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις μὲ αἱρετίζοντες ἐπισκόπους καί, συνεπῶς, ἔχει χαθεῖ ἡ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ νομοτελειακῶς, ἀπὸ πλευρᾶς ὅσων ἔχουν ἀποτειχιστεῖ μὲ τέτοιο φρόνημα, θὰ ὁδηγήσει στὸ ἄμεσο μέλλον στὴν ἐκζήτηση ἐπισκόπων μέσα ἀπὸ τοὺς χώρους κάποιου σχίσματος».
     Ἐδῶ ὁ π. Σεραφεὶμ θίγει σοβαρὰ ἐκκλησιολογικὰ καὶ θεολογικὰ θέματα, ἀλλὰ εἶναι λάθος ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται καὶ ἡ ὁποία σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ποτὲ δὲν ὡδήγησεν στὴν λύσι τέτοιων προβλημάτων. Διότι αὐτὰ τὰ προβλήματα πρέπει νὰ τεθοῦν στὴν σύναξι τῶν Ἀποτειχισθέντων ἀπὸ τὴν αἵρεσι πατέρων καὶ ἐκεῖ νὰ ἀποφασισθῆ ἡ γραμμὴ ἡ ὁποία θὰ ἀκολουθηθῆ, τὸ ποῦ θὰ ἀσκηθῆ ἡ ἀκρίβεια καὶ ποῦ θὰ ἀκολουθήσωμε τὴν οἰκονομία, τὸ τί θέσι θὰ κρατήσωμε ἀπέναντι σὲ σοβαρὰ ἐκκλησιολογικὰ προβλήματα, ὅπως π.χ. τὸν μολυσμὸ τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, τὸ ἂν εἶναι ἀπαραίτητο ἐν καιρῷ αἱρέσεως νὰ ἀναζητοῦμε Ἐπισκόπους καὶ μάλιστα στὸ ἐξωτερικὸ κ.λπ. Ἂν αὐτὰ τὰ θέματα δύνανται νὰ ἐπιλυθοῦν σὲ ἡμερίδες καὶ νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωμένη ἄποψι ἀπὸ μία ἢ περισσότερες εἰσηγήσεις, τότε νομίζω ὅτι ἀλλάζωμε ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία καὶ τὴν κάνομε τελείως δυτική.
Ἐμεῖς πιστεύομε (πάντα μὲ βάση τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων μας) ὅτι, ὅταν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ τοὺς αἱρετικούς, καὶ ἔχουμε ἀγαθὴ προαίρεσι καί, κυρίως, μαρτυρικὸ φρόνημα, τότε ἐν συνόδῳ τῶν Ἀποτειχισμένων, φωτίζει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ τὸ δέον γενέσθαι στὸ κάθε πρόβλημα. Καὶ ἐπειδὴ μέχρι σήμερα ὄχι μόνο δὲν ἀκολουθήθηκε αὐτὴ ἡ πατερικὴ καὶ Ὀρθόδοξος ὁδὸς ἐπιλύσεως τῶν προβλημάτων, καὶ ὄχι μόνο δὲν ἀκολουθήθηκε, ἀλλὰ καὶ πολεμήθηκε καί, ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ ἐκ μέρους Ἀποτειχισμένων ἀπὸ τὴν αἵρεσι ἔγινε προσπάθεια νὰ ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὴν δυτικὴ καὶ προτεσταντικὴ μέθοδο τῶν ἡμερίδων καὶ τῶν εἰσηγήσεων, διὰ τοῦτο, ὄχι μόνο δὲν ἐπιλύθηκε κανένα πρόβλημα, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ προβλήματα αὐξάνονται σὲ σημεῖο νὰ προβληματίζωνται οἱ θέλοντες νὰ ἐξέλθουν ἐκ τῆς Βαβυλῶνος τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, βλέποντες ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὴν ἀκαταστασία καὶ ἀσυνενοησία τῶν Ἀποτειχισμένων. Ὑπὸ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἔννοια ἐργαζόμεθα διὰ τῶν ἡμερίδων καὶ τῶν ὁμαδοποιήσεων ὄχι κατά, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο δὲν διωκόμεθα πλέον ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, διότι ἁπλούστατα δὲν τοὺς δημιουργοῦμε πρόβλημα.
    Νὰ ὑπενθυμίσωμε εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, ὅτι ἔγιναν ἡμερίδες καὶ εἰσηγήσεις πρὸ καὶ μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα, παρομοίως δὲ πρὸ καὶ μετὰ τὴν Σύνοδο τῶν Οἰκουμενιστῶν στὸ Κολυμπάρι, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Καὶ δὲν ἐννοῶ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνατροπὴ αὐτῶν τῶν γεγονότων, ἀλλὰ τὴν σωτήριο ἔξοδο τῶν πιστῶν ἀπὸ τὴν αἵρεσι. Πῶς ἄλλωστε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνη αὐτό, ὅταν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν ἀκυρώσαμε βαπτίζοντάς την δυνητική, ἢ στηρίζοντάς την σὲ ἕνα καὶ μόνο ἀποκλειστικῶς κανόνα, τὸν ὁποῖο καὶ αὐτὸν κατ’ οὐσίαν τὸν ἀκυρώσαμε μὲ τὴν δυνητικὴ παρερμηνεία;
    Θὰ πρέπη ἐπίσης, νὰ ἀναφερθῆ ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἡμερίδες καὶ οἱ εἰσηγήσεις βοηθοῦν τὰ μέγιστα εἰς τὴν ὁμαδοποίησι κάποιων Ἀποτειχισμένων καὶ στὸ νὰ περιφέρωμε τὶς ἀπόψεις μας, χωρὶς αὐτὲς νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὴ σύναξι τῶν Ἀποτειχισμένων, διότι ἁπλούστατα θὰ ἠδύνατο ἡ σύναξις τῶν Ἀποτειχισμένων κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἢ καὶ ὅλες νὰ τὶς ἀπορρίψη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φοβοῦνται.
     Τέλος πρέπει νὰ ἀναφερθῆ καὶ αὐτὸ τὸ ἀνορθόδοξο, ὅτι δηλαδὴ γίνεται προσπάθεια ἐκτὸς τῆς συνάξεως τῶν Ἀποτειχισμένων νὰ τὰ βροῦμε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, νὰ συζητήσωμε τὶς διαφορές μας καὶ νὰ πάρωμε ἀποφάσεις, ὅπως ἔγινε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμερίδα τοῦ Ὡραιόκαστρου τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ λαὸς ἐπρόσμενε πολλά, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἐναυάγησε μέσα στὸ πέλαγος τῶν προσωπικῶν καὶ ὁμαδικῶν ἀντεγκλίσεων.
     Ὡς ἐκ τούτου εἶναι φυσικὸ νὰ στρεφόμεθα στὸ ἐξωτερικὸ εἰς τρόπον ὥστε, κάθε ὁμάδα τῶν Ἀποτειχισμένων, νὰ προσπαθῆ νὰ προσεταιρισθῆ τοὺς ἐκεῖ Ἀποτειχισμένους Ὀρθοδόξους καὶ ἔτσι νὰ κάνουμε καὶ ἐκεῖ τὴν ἴδια ζημιὰ τῶν ὁμαδοποιήσεων καὶ προσεταιρισμῶν καὶ νὰ ἐπιδεικνύωμε καὶ στοὺς ξένους τὸ χάλι τῶν ἐσωτερικῶν μας διαστάσεων. Κάθε νέος δὲ Ἀποτειχισμένος, κληρικὸς ἢ λαϊκός, ἔχει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τὴν αἴσθησι ὅτι, μετὰ τὴν Ἀποτείχισι, δύναται νὰ βαδίση ἀνεξάρτητα τῶν ἄλλων Ἀποτειχισμένων, νὰ ἔχη ὅ,τι ἰδέες θέλει καὶ ἀπόψεις γιὰ σοβαρὰ ἐκκλησιολογικὰ ἢ θεολογικὰ θέματα, ἢ τὸ χειρότερο νὰ προσαρτηθῆ σὲ κάποια ὁμάδα, ὅποια τὸν ἀναπαύει. Νομίζω ἐν κατακλεῖδι ἐπὶ τούτου, ὅτι δὲν χρειάζεται εἰδικὴ φώτισις καὶ ἀρετὴ γιὰ νὰ κατανοήση κάποιος ὅτι, μετὰ τὴν Ἀποτείχισι, εἴμεθα σὲ λάθος δρόμο, ὅτι ἀκολουθοῦμε ἄλλη θεολογία ἀπὸ αὐτὴ τῆς Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, καὶ ἰδίως ἄλλη ἐκκλησιολογία καὶ δὴ τὴν Προτεσταντική.
    Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε αὐτὴ ἡ εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ἔχουμε νὰ ἀναφέρωμε ὅτι δὲν ἔδωσε οὐδεμία ἀπάντησι στὰ προβλήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε ὅτι ὑπάρχουν στοὺς Ἀποτειχισμένους ἀπὸ τὴν αἵρεσι, καὶ ὅτι τὰ παραδείγματα αὐτά, στὰ ὁποῖα προσπάθησε νὰ στηριχθῆ, ἦταν τελείως ἀκατάλληλα, τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς παρερμήνευσε, ὅπως π.χ. αὐτὸ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καὶ ὅπως αὐτὸ τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, εἰς τὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε κατωτέρω. Γιὰ δὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας Ρώμης καὶ Κων/πόλεως παρὰ τὴν ὕπαρξι τῆς αἱρέσεως τοῦ «Filioque» ἀρκετὰ τεκμηριωμένα ἀπάντησε θέτοντας τὰ πράγματα στὴν θέσι των ὁ ἱστορικὸς κ. Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου. Ὡς ἐκ τούτου δίδεται ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται περὶ κατευθυνόμενης καὶ κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο στημένης εἰσηγήσεως, ἡ οποία ἀποσκοποῦσε εἰς τὸ νὰ στηρίξη τὶς ἀπόψεις τῆς συγκεκριμένης ὁμάδος, ἔστω μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο.
    Ἐρχόμενοι ἐν συνεχείᾳ στὸ θέμα τῆς οἰκονομίας τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευον τὸν αἱρετικὸ Θεόδωρο Μοψουεστίας, ἔχουμε νὰ ἀναφέρωμε τὰ ἑξῆς.
     Καὶ ἐδῶ ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης ἀκολουθεῖ τὰ θολὰ ὕδατα τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐξάγει λάθος συμπεράσματα, κάνει λανθασμένες συγκρίσεις καὶ ὁπωσδήποτε δὲν χρησιμοποιεῖ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἁγίων δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσι. Διότι οἱ Ἅγιοι ἀσφαλῶς εἶδαν αὐτὸ τὸ θέμα καλίτερα ἀπὸ ἐμᾶς, δὲν εἶχαν προκαταλήψεις, οὔτε ἤθελαν νὰ μᾶς ὑπαγάγουν στὴν ὁμάδα των, ἢ νὰ ἀποδείξουν πάσῃ θυσίᾳ ὀρθὲς τὶς ἀπόψεις των, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀξιόπιστοι καὶ ὀφείλομε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ διδασκώμεθα.
Ἀναφέρει συγκεκριμένα στὴν εἰσήγησί του ὁ π. Σεραφεὶμ καὶ τὰ ἑξῆς:
    «Ἐν πρώτοις παρατηρεῖται στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὅτι τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὁ ἅγιος Κύριλλος συμβατικῶς καὶ ὄχι μὲ εὐχαρίστηση, διατηροῦσε προσωρινὴ τυπικὴ κοινωνία πρὸς τὸν αἱρετίζοντα Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, πρὸ δηλαδὴ τῆς καταδίκης του ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, θεωροῦσε ταυτόχρονα ἀξιέπαινους καὶ κοινωνικούς, εὑρισκομένους δηλαδὴ σὲ κοινωνία μαζί του καὶ μὲ τὴν Σύνοδο τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅσους εἶχαν ἤδη ἀποτειχιστεῖ ἀπὸ τὸν Νεστόριο».
    Ἐδῶ ὁ π. Σεραφεὶμ ἀφήνει ἀνεξήγητο τὸ θέμα αὐτό, καὶ δίνει τὴν ἐντύπωσι ὅτι μὲ τὴν καταδίκη τῆς Συνόδου ἐσταμάτησε καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου πρὸς τὸν Νεστόριο. Αὐτὰ βέβαια ἰσχυρίζονται καὶ οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ ἀποτειχισθέντες ἀντιοικουμενιστές. Πῶς ὅμως γίνεται συγχρόνως ὁ ἅγιος νὰ ἔχη κοινωνία καὶ μὲ τὸν αἱρετικὸ καὶ μὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτειχίστηκαν ἀπὸ αὐτόν; Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία σημαίνει ὅτι ἔχουμε ταυτότητα πίστεως. Εἶναι λοιπὸν ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς καὶ ἰδίας πίστεως καὶ ἀπόδειξις αὐτῆς. Ἔτσι λοιπὸν οἱ Οἰκουμενιστὲς σήμερα ἔχουν μεταξύ των ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, διότι τοὺς συνδέει ἡ ἴδια αἱρετικὴ πίστις. Οἱ μὴ ἀποτειχισμένοι Ἀντιοικουμενιστὲς ἔχοντες ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, δηλώνουν ἔμπρακτα ὅτι ταυτίζονται μὲ τὴν πίστι των. Διότι πρόκειται περὶ ἐνσωματώσεως καὶ ὄχι περὶ συλλογικῆς ἐντάξεως καὶ σύμφωνα μὲ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη «οἷα ἡ κεφαλή, τοιοῦτον καὶ τὸ σῶμα» καὶ «οἷον τὸ ἄρχον, τοιοῦτον καὶ τὸ ἀρχόμενον». Ἡ Ἀποτείχισις λοιπὸν εἶναι ἡ μόνη ἔμπρακτος ὁμολογία περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔχουμε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς τὴν ἴδια πίστι.
    Εἰς τὴν περίπτωσι λοιπὸν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποία δὲν ἀναφέρει ὁ π. Σεραφείμ, εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος εἶχε προσωρινὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Νεστόριο, ὄχι μέχρι νὰ τὸν καταδικάση ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ μέχρι νὰ τελειώση ἡ προθεσμία τὴν ὁποία τοῦ εἶχαν θέσει μαζὶ μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης Κελεστῖνο. Καὶ ἡ προθεσμία αὐτὴ ἦταν φυσικὸ καὶ δίκαιο νὰ τεθῆ διὰ νὰ δοθῆ ἡ εὐκαιρία τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς εἰς τὸν Νεστόριο.
    Τὸ ὅτι ἐπίσης ὁ ἅγιος Κύριλλος δὲν ἀνεγνώρισε τὶς ποινὲς τοῦ Νεστορίου πρὸς τοὺς Ἀποτειχισμένους ἀπὸ αὐτόν (τὸν Νεστόριο), εἶναι σαφὴς ἀπόδειξις ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἐπερίμενε τὴν ἀπόφασι τῆς Συνόδου γιὰ νὰ τοποθετηθῆ ἐκκλησιαστικὰ ἀπέναντι σὲ ἕνα αἱρετικό, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ οἱ ποινὲς αὐτὲς εἶχαν τεθῆ ἐκτὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας του καὶ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένη τὴν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, δηλαδὴ κάποιο ἀνώτερο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο νὰ τὶς ἀκυρώση. Τὸ ὅτι τέλος ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπαινοῦσε καὶ προέτρεπε τὴν Ἀποτείχισι τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κλήρου τῆς Κων/πόλεως, πῶς συμφωνεῖ καὶ συνάδει μὲ τὴν ἰδική του στάσι, ἡ ὁποία, ὅπως λέγουν οἱ Οἰκουμενιστές καὶ οἱ Ἀντιοικουμενιστές, ἦταν νὰ ἔχη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν αἱρετικὸ Νεστόριο μέχρι τῆς καταδίκης του ἀπὸ τὴν Σύνοδο; Δηλαδὴ παρουσιάζομε τὴν Ἅγιο ἄλλα νὰ λέη στοὺς ἄλλους καὶ ἄλλα νὰ πράττη ὁ ἴδιος. Μᾶλλον τὸν φέρνομε στὰ μέτρα μας γιὰ νὰ δικαιολογήσωμε τὸ βόλεμα καὶ τὸν ἐφησυχαμό μας.
    Αὐτὰ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν φαίνεται νὰ υἱοθετῆ καὶ ὁ π. Σεραφεὶμ μὲ τὶς ἀσάφειες εἰς τὴν εἰσήγησί του.
    Στὴν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, ὁ π. Σεραφεὶμ ἐξάγει κάποια συμπεράσματα ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου μὲ τὸν σκοπό, ὅπως στὸ τέλος ἀναφέρει, «ὅτι ἡ μνημόνευση ἑνὸς αἱρετίζοντος δὲν μολύνει ὁπωσδήποτε, δηλαδὴ ἀπροϋποθέτως, ὅσους κοινωνοῦν μὲ τοὺς μνημονεύοντες». Θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ ἰδῆ τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὸ μάτι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, διὰ νὰ κατανοήση τὸ γεγονὸς καλίτερα καὶ νὰ βγάλη ὀρθότερα συμπεράσματα. Ἀναφέρει λοιπὸν ὁ Ὅσιος τὰ ἑξῆς δι’ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀπαντώντας σὲ ἐρώτησι τοῦ ὁσίου Ναυκρατίου:
    «Ἐπί τάς ἐρωτήσεις σου τρεπτέον τόν λόγον. Ἔφης ἄνθ’ ὅτου ὁ θεῖος Κύριλλος ᾠκονόμει μή ἀποσχίζεσθαι τῶν τῆς ἑώας ἐν διπτύχοις ἀναφερόντων τόν Θεόδωρον Μοψουεστίας, αἱρετικόν ὄντα, ἐπάν ὀρθότατα καί καιριώτατα τά τῆς εὐσεβείας δόγματα παρ’ αὐτοῖς ἐσέσωστο∙ οὕτω γάρ γέγραπται ...ὅτι τῶν οἰκονομιῶν αἱ μέν πρός καιρόν γεγόνασι παρά τῶν πατέρων, αἱ δέ τό διηνεκές ἔχουσιν. οἷον διηνεκές μέν, ὡς ἀντί τῶν ὑποστάσεων παραχωρεῖσθαι τά πρόσωπα πρός τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῖς Ἰταλοῖς∙ πρός καιρόν δέ, οἷον τοῦ ἀποστόλου ἐπί τῆς περιτομῆς, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐπί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἷον καί τό νῦν τοῦ θείου Κυρίλλου∙ ἅ μέχρι τινός καιροῦ γινόμενα, οὐδέν ἔχει τό μεμπτόν οὐδέ τό κατά τι ἀπηχές καί ἔκνομον, ὑφειμένον δ’ οὖν ὅμως καί οὐκ ἄγαν ἀκριβές∙ τοῦτο γάρ ἡ οἰκονομία ἡ πρός καιρόν. Μηδέ γάρ δυνατόν ἰατρόν ἠρρωστηκότα θᾶττον ἀπαλλάξαι τῆς νόσου μήτ’ αὖ ἵππον ἀκρατῆ ἤ ξηρὸν πτόρθον τόν μέν εὐχάλινον, τό δέ εὐθύτομον ἐξαυτῆς καταστήσασθαι, εἰ μή τοῖς κατά μικρόν ποππυσμοῖς τε καί κολακεύμασι, μαλαγαῖς τε καί ἐπικλήσεσι χρώμενον τόν τῶν τοιούτων ἐμπειρότατον. οὕτω κἀν τοῖς ἁγίοις ἐν ταῖς οἰκονομίαις, ὡς καί Κυρίλλῳ τῷ μεγάλῳ ἐν τῷδε˙ μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν. Τί γάρ ἦν ἄλλο τό μεσολαβοῦν, ἐπάν ὀρθοδόξως ἐκήρυττον τήν πίστιν κἀν τούτῳ αὐτόν τόν μνημονευόμενον αὐτοῖς ἀναθεματίζοντες; ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ῥήματι, ἀναθεματίζει. ἔπειτα, ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως. ἤ οὐχί καί ἡμεῖς τό αὐτό ποιοῦντες φαινόμεθα; ἔσθ’ ὅτε τινῶν ὁμογνωμόνων ἡμῖν κατά τι διαφερομένων, ἔνθα οὐ πολύ τό λυποῦν ἤ ἐξιστῶν τῆς ἀκριβείας, καί ὅμως καταδεχόμεθα τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν, ἵνα μή διά μικρόν τι, μικρόν ὕστερον δυνάμενο κατορθωθῆναι, ἀπολέσωμεν τό πᾶν· τοῦτο δέ ἀτεχνῶν καί οὐ μυστηρίων Θεοῦ οἰκονόμων» (Φατ. 49,141,57)».
     Ὁ Ὅσιος λοιπὸν ἀναφέρει ὅτι οἱ οἰκονομίες ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς εἶναι δύο εἰδῶν, οἱ μόνιμες καὶ διηνεκεῖς καὶ οἱ προσωρινές. Αὐτὴ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευον τὸν αἱρετικὸ Θεόδωρο Μοψουεστίας, ἦτο προσωρινὴ καί, ὡς προσωρινή, δὲν ἔχει κάτι μεμπτὸ ἢ ἀσύμφωνο ἢ παράνομο. Ἀναφέρει παραδείγματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς κατὰ τὰ ὁποῖα οἰκονομοῦν οἱ ἰατροὶ τοὺς ἀρρώστους κ.λπ. Ἐπισημαίνει δὲ εἰς τὴν περίπτωσι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ὅτι «μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν». Δηλαδὴ ὁ Ἅγιος ἐπερίμενε κατ’ οἰκονομίαν νὰ κατανοήσουν οἱ ἀνατολικοὶ Ἐπίσκοποι τὸ τί ἔπρεπε νὰ κάνουν, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὰ ἄλλα ἦσαν Ὀρθόδοξοι. Ὅταν δὲ αὐτοὶ τὸ κατενόησαν, τότε καὶ ὁ Ἅγιος ἀπέκτησε πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί των. «Ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως».
    Ἡ διαφορὰ τῆς σκέψεως τοῦ π. Σεραφεὶμ καὶ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἶναι τὸ ὅτι, ὁ π. Σεραφεὶμ χρησιμοποιεῖ αὐτὸ τὸ παράδειγμα, γιὰ νὰ ἀποδείξει πώς δὲν ὑπάρχει ἀπροϋπόθετα μολυσμὸς ἀπὸ τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἐνῶ ὁ Ὅσιος εἶναι εἰς αὐτὸ τὸ θέμα σαφής, ὅπως ἀποδείξαμε στὴν πρώτη παρέμβασι ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ κείμενά του. Ὁ Ἅγιος ἀνέφερε παραδείγματα καὶ καθόρισε τὶς προϋποθέσεις τῆς προσωρινῆς αὐτῆς οἰκονομίας, ἐνῶ ὁ π. Σεραφεὶμ τὸ ἀφήνει αὐτὸ τὸ θέμα ἀπροσδιόριστο καὶ νεφελῶδες, ἀφήνοντας ἔτσι ὑποψίες ὅτι τὸ κάνει πρὸς γενίκευσι τῆς μνημονεύσεως κατ’ οἰκονομίαν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, καὶ μάλιστα σήμερα, ποὺ δὲν περιμένομε ἀνθρωπίνως καμία Σύνοδο νὰ καταδικάση τὴν αἵρεσι καὶ τοὺς αἱρετικούς.
     Τὸ ὅτι τέλος ὁ π. Σεραφεὶμ στὰ θέματα τῆς οἰκονομίας προσάπτει καὶ τὴν ἐχθρικὴ στάσι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου πρὸς τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, αὐτὸ εἶναι τελείως παράλογο καὶ ἀκατανόητο, διότι στὴν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας ἐπρόκειτο διὰ μίαν προσωρινὴν οἰκονομία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἡ ὁποία καὶ ἐδιορθώθη, ἐνῶ, στὴν περίπτωσι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἐπρόκειτο γιὰ μέγα λάθος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὁ ὁποῖος ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν θεῖο του, καὶ διώκτη τοῦ Χρυσορρήμονος, Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας εἶχε ἐχθρικὴ στάσι ἀπέναντί του, χωρὶς βεβαίως νὰ συντρέχη οὐδεὶς λόγος οἰκονομίας. Τὸ πῶς τέλος πάντων συνέρραψε ὁ π. Σεραφεὶμ τὸ λάθος μὲ τὴν οἰκονομία, εἶναι ὄντως ἀνεξήγητο καὶ τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐξάγει ἀκατανόητα.
    Κλείνοντας τὴν παροῦσα παρέμβασι τονίζουμε ὅτι εἶναι μέγα λάθος, μὲ ἀπρόσμενες ἐπιπτώσεις διὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι, τὸ νὰ ὑπαγάγωμε τὰ θέματα καὶ τὰ προβλήματα ποὺ πρέπει νὰ λυθοῦν ἀπὸ τὴν σύναξι τῶν Ἀποτειχισμένων, στὶς ἡμερίδες ἢ τὶς εἰσηγήσεις καὶ ἔτσι νὰ τὰ διαιωνίζωμε ἄλυτα καὶ ὁ καθένας νὰ πορεύεται κατὰ τὸ δοκοῦν.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

3 σχόλια:

  1. Συμφωνώ Α Π Ο Λ Υ Τ Ο Σ στο ότι γράφετε στο άρθρο σας αυτό πάτερ Ευθυμιε και εύχομαι να γίνουν πραγματικότητα όλες οι προτάσεις σας.Την Ευχή σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος17/8/18, 9:32 μ.μ.

    Σωστα παρατηρει ο π.Ευθυμιος οτι ο Σεραφειμ Ζησης εγραψε μια ολοκληρη εισηγηση για να δικαιολογησει την οικονομια τους κι οχι για να ριξει φως στο θεμα της οικονομιας. Τοποθετηθηκε δηλαδη μεροληπτικα. Αν ηθελε να συνεισφερει με την ερευνα του στο θεμα της οικονομιας στην Εκκλησια θα εγραφε ενα κειμενο πιο επιστημονικα τεκμηριωμενο, εκθετοντας στα κρισιμα σημεια την ιστορικη αληθεια και όχι την προσωπικη του αποψη και ερμηνεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχή να συγκεντρωθούν χωρίς δημοσιότητα,κληρικοί,μοναχοί και θεολόγοι αποτοιχισμένοι μόνο και να εξετάσουν θεολογικώς την κοινή γραμμή συμπόρευσης του αγώνα της αποτείχισης κατά της παναίρεσης του οικουμενισμού,που με συνοδική
    απόφαση Πατριαρχών και Επισκόπων,επικυρώθηκε η ψευδοσύνοδος της Κρήτης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.