«Ῥοὴν καὶ πάθος καὶ τομήν, Ἄρειος ὁ παράφρων, τῇ γεννήσει τῇ θείᾳ, δυσσεβῶς ὁ
ἀσεβής, προσάπτων τῷ τμητικῷ, τῶν Πατέρων ξίφει ἀποτέμνεται».
Εὑρίσκονται, ἄραγε, «εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ», ὅσοι Ποιμένες δὲν
μιμοῦνται τοὺς σήμερα ἑορτάζοντες Πατέρες τῆς Α΄
Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ δὲν ὑπερασπίζονται τὴν Ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ ποὺ βλασφημεῖται ὑπὸ τῶν ἀσεβῶν Οἰκουμενιστῶν, οὔτε
καταδικάζουν –τουλάχιστον– τοὺς πρωτεργάτες τῆς Παναιρέσεως;
Δὲν ντρέπονται νὰ γιορτάζουν
τοὺς Ἁγίους ποὺ ἔπραξαν τὰ ἀντίθετα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ
οἱ Δεσποτάδες πράττουν;
Δὲν ντρέπονται, ἄλλα νὰ
ψάλλουν στὰ τροπάρια κι ἄλλα νὰ κάνουν;
Καί, κυρίως, δὲν συναισθάνονται τὴν τεράστια εὐθύνη τους, βλέποντας τοὺς πιστοὺς νὰ ἀφομοιώνονται καὶ κατασπαράσσονται ἀπὸ τὰ ἀδηφάγα στόματα τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστικῶν λύκων;
Ἢ μήπως δὲν τὰ βλέπουν κἂν ὅλα αὐτά;
Ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοί, τουλάχιστον
ὅσοι ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ, ἔχουν τὴν ψευδαίσθηση ὅτι τιμοῦν τοὺς Ἁγίους ὅταν, ἀντὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν, συνωστίζονται πίσω ἀπὸ τἐτοιους πανηγυριτζῆδες Ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς;
Ὅλην συλλεξάμενοι, ποιμαντικὴν ἐπιστήμην, καὶ θυμὸν κινήσαντες, νῦν τὸν δικαιότατον ἐνδικώτατα, τοὺς
βαρεῖς ἤλασαν, καὶ λοιμώδεις λύκους, τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες, τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος, πεσόντας ὡς
πρὸς θάνατον, καὶ ὡς ἀνιάτως νοσήσαντας, οἱ θεῖοι Ποιμένες, ὡς δοῦλοι γνησιώτατοι
Χριστοῦ, καὶ τοῦ ἐνθέου κηρύγματος, μύσται ἱερώτατοι.





















