Ἡ παραχάραξη καὶ ἀλλοίωση τῆς πατερικῆς διδασκαλίας ἀπὸ
τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ ἡ ὁμοιότητα τῆς πρακτικῆς τους μὲ τοὺς
Εἰκονομάχους
αἱρετικούς.
Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
«Καὶ τὰ μὲν ἔκοψαν, τὰ δὲ ἐφάλσευσαν
ἵνα τῆς ἀληθείας φανερουμένης ἐλεγχθῇ ἡ ἀσέβεια αὐτῶν»!
(Πρακτικὰ Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Πρᾶξις στ΄, τόμος ε΄ Mansi 13, 292E- 296D, 312BCD).
Παρὰ τὸ ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι
οἱ Οἰκουμενιστὲς ὡς γνήσιοι ἀρχιαιρεσιάρχες, ἐνῶ παρουσιάζουν ἑαυτοὺς ὡς γνῶστες
καὶ θεματοφύλακες τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, στὴν πραγματικότητα προσπαθοῦν
λυσσαλέως νὰ τὴν ἀκυρώσουν καὶ νὰ τὴν ἐξαφανίσουν, ἐν τούτοις ἡ προσπάθεια τους
αὐτὴ σκοντάφτει στὸ ἀκλόνητο καὶ στὴν διαχρονικότητα τοῦ εὐαγγελικοῦ καὶ ἁγιοπατερικοῦ
λόγου. Ἡ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία δὲν ἀκυρώνεται οὔτε μπορεῖ νὰ ἐξαφανισθεῖ. Γι’
αὐτὸ καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων διαβάζεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ Ματθ. ε΄
14-19 στὴν ὁποία μεταξὺ ἄλλων ὁ Χριστὸς λέει: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ
μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται».
Ἑπομένως, λοιπόν, ἀφοῦ οἱ Οἰκουμενιστὲς δὲν μποροῦν νὰ ἀκυρώσουν
τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, καταφεύγουν στὴν πρακτικὴ τῆς ἔμμεσης ἀκύρωσης, δηλ. τῆς ἀλλοίωσής
του καὶ τῆς παρερμήνευσης του, ἔτσι ὥστε νὰ δικαιολογήσουν τὴν πλάνη τους καὶ νὰ
παρασύρουν στὰ δίχτυα τους ὅλο καὶ πιὸ πολλοὺς πιστούς, σὲ μία ἐποχὴ μάλιστα, στὴν
ὁποία οἱ περισσότεροι πιστοὶ ἀφέθηκαν ἀπὸ τοὺς ποιμένες ἀκατήχητοι καὶ εὐθήρευτοι.



















